Τρίτη, 22 Ιούνιος 2021

Η πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού

Από την σκοπιά της κομματικής οργάνωσης και της συμμετοχής του πληθυσμού στο κομματικό σύστημα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις φάσεις του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα:
- τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό από το 1844 έως το 1909,
- τον μετα-ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, 1909-1967,
- τον κοινοβουλευτισμό της μεταπολίτευσης, 1974-2020.

Ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Όπως είναι γνωστό, ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός πήρε την οριστική μορφή του το 1864 με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου για τους άνδρες (οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές έγιναν το 1844). Όμως παρά την καθολική ψήφο των ανδρών, η πλειονότητα του πληθυσμού παρέμενε έξω από την ενεργό πολιτική με την έννοια ότι οι προύχοντες έλεγχαν λίγο πολύ αυτόματα τις ψήφους των πελατών τους με νόμιμα ή/και παράνομα μέσα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ας δούμε τη δυναμική λειτουργία των θεσμών.
Στο επίπεδο της κομματικής διαμάχης, η πληθώρα των βραχύβιων κυβερνήσεων της περιόδου αυτής δείχνει μια αστάθεια, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αδύνατη θεσμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρίνονταν στις δομικές ανάγκες της χώρας. Αλλά αυτού του είδους η πολιτική αστάθεια (που θα την αποκαλούσα κυβερνητική) λειτουργούσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο στάθηκε σε όλη αυτή την περίοδο απροσδόκητα σταθερό. Πράγματι, από το 1864 έως το 1909, παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια από στρατιωτικούς, τον θρόνο ή άλλες πολιτικές δυνάμεις να διαταράξουν τις βασικές παραμέτρους του συστήματος, δηλαδή την ισορροπία μεταξύ του θρόνου και της πολιτικής ολιγαρχίας (των τζακιών).
Βέβαια, μέσα σε αυτό το σύστημα ισορροπίας ο θρόνος είχε σαφώς το πάνω χέρι. Γιατί η βασιλεία είχε ουσιαστικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού. Αυτή η σαφής κυριαρχία του θρόνου σε σχέση με το κοινοβούλιο γίνεται κατανοητή αν ρίξουμε μια ματιά στους άλλους δύο παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή στον στρατό και στα τζάκια. Όσον αφορά τον πρώτο, στον 19ο αιώνα το στράτευμα δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα σε συγκεκριμένη ομάδα πίεσης. Ούτε ήταν η στρατιωτική ηγεσία διαφοροποιημένη από την πολιτική – εφόσον και οι δύο ελίτ προέρχονταν βασικά από τις ολιγαρχικές οικογένειες που είχαν λίγο πολύ τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον ο συνδυασμός της κυβερνητικής αστάθειας και μακροχρόνιας συνταγματικής σταθερότητας δεν ήταν ευνοϊκός για την επέμβαση του στρατού στην πολιτική.
Σε σχέση με την πολιτική ολιγαρχία, η δύναμη της απέναντι στο στέμμα υποσκάπτονταν από το ότι οι κομματικές οργανώσεις που διέθετε ήταν εξαιρετικά ισχνές. Όπως είναι γνωστό, τα κόμματα στον 19ο αιώνα ήταν λέσχες προσωπικοτήτων χωρίς μόνιμη οργάνωση στο επίπεδο της περιφέρειας. Με άλλα λόγια τα κόμματα ήταν έναν συνονθύλευμα πολιτικών «βαρόνων» που είχαν υπό τον έλεγχό τους πελατειακά δίκτυα. Με τέτοιου είδους οργάνωση δεν είναι περίεργο πως ο μονάρχης μπορούσε, ιδίως πριν από το 1875 (αρχή της δεδηλωμένης), να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις κατά βούληση μέχρι να πετύχει την κυβερνητική σύνθεση που τον βόλευε. Έτσι, σε αυτή την πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού το κοινοβούλιο ήταν υποβαθμισμένο και επειδή τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλατιά κοινωνικά στρώματα και επειδή, λόγω της έλλειψης σοβαρής κομματικής οργάνωσης, ήταν λίγο πολύ υποχείρια του θρόνου.

Ο μετα-ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός δεν μπορούσε φυσικά να κρατήσει επ' άπειρον. Ήδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η διείσδυση του δυτικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη στη δεκαετία του 1880 οδήγησαν την Ελλάδα σε μια μεταβατική περίοδο. Περίοδο όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις θα αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας που βρίσκονταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ολιγαρχικών οικογενειών. Από αυτή την άποψη, το πραξικόπημα του 1909 αποτέλεσε βασικό σταθμό στην ελληνική πολιτική ιστορία. Έβαλε τέλος στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό. Βοήθησε στην άνοδο του Βενιζέλου, στην είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική αρένα και στη συγκρότηση κομμάτων που, χωρίς να χάσουν τον πελατειακό χαρακτήρα τους, είχαν μια πιο συγκεντρωτική δομή.
Πράγματι η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κομματικών οργανώσεων σε εθνική κλίμακα. Έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, το κόμμα των Φιλελευθέρων εγκατέστησε γραφεία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί ηγέτες άρχισαν να ασκούν περισσότερο έλεγχο στα μέλη τους και ως εκ τούτου να αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον θρόνο. Με την αυξανόμενη κομματική πειθαρχία, η δυνατότητα του μονάρχη να χειραγωγεί πολιτικούς και εκλογές μειώθηκε. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε με μεγάλη ευκολία τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο το 1868 παρά τη συντριπτική πλειοψηφία που είχε στη βουλή. Ήταν όμως πολύ πιο δύσκολο να απαλλαγεί ο Κωνσταντίνος από τον Βενιζέλο το 1915-1916.
Όπως είναι γνωστό, η διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδήγησε στον διχασμό, στο σχίσμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Σχίσμα που σημάδεψε βαθιά την πολιτική ιστορία του μεσοπολέμου. Αυτό που έχει σημασία από την σκοπιά αυτής της ανάλυσης είναι ότι η διαμάχη πάνω στο θέμα της μοναρχίας σήμανε το τέλος μισού αιώνα συνταγματικής σταθερότητας. Από το 1916 και μετά, η ενδημική κυβερνητική αστάθεια θα συνεχιστεί μέσα σε ένα συνταγματικό πλαίσιο που βρίσκονταν και αυτό σε μια κατάσταση συνεχούς ανισορροπίας. Γιατί με τον διχασμό ο θρόνος παύει να είναι «υπεράνω» της πολιτικής. Με το να ταυτιστεί απόλυτα με μια πολιτική παράταξη δημιούργησε έναν τύπο διαμάχης που δεν μπορούσε πια να ελεγχθεί εκ των άνω.
Καθώς το πολιτικό εκκρεμές ταλαντεύονταν μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, εμφανίζεται μια αστάθεια που ήταν τελείως διαφορετική από την απλή κυβερνητική αστάθεια του 19ου αιώνα. Με αυτού του είδους την αστάθεια ανοίγει πλέον διάπλατα η πόρτα σε αυτό που ο Huntington ονόμασε πραιτωριανισμό, δηλαδή τη θεσμοποίηση των στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Από εκείνη την στιγμή, ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από μια σειρά κινημάτων και αντικινημάτων, καθώς ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες με τη βοήθεια στρατιωτικών φατριών, προσπαθούν να επιβάλλουν βίαια τη δική τους συνταγματική λύση στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της δύναμης του στρατού στο παιχνίδι της εξουσίας είναι προφανής, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας πως αρχικά οι στρατιωτικές επεμβάσεις είχαν έναν μάλλον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως η μεταξική δικτατορία είχε σαν κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου «από τα κάτω». Έτσι εγκαινιάζεται ο τύπος της τρομοκρατίας που θα πάρει την πιο τελειοποιημένη μορφή του στο καθεστώς του 1967-1974.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός μεγαλώνει κατά θεαματικό τρόπο. Καθώς η Στρατιωτική Ακαδημία ανοίγει τις πόρτες της στις μεσαίες τάξεις και λόγω των μακροχρόνιων πολέμων, η άνοδος στη στρατιωτική ιεραρχία γίνεται πιο εύκολη. Το σώμα των αξιωματικών εμφανίζεται σαν ομάδα πίεσης που προσπαθεί να προωθήσει τα επαγγελματικά της συμφέροντα. Οι παραπάνω εξελίξεις σε μια περίοδο όπου η συνεχιζόμενη κυβερνητική αστάθεια συνδυάζεται και με συνταγματική αστάθεια, κάνουν τη δυναμική επέμβαση του στρατού στην πολιτική αναπόφευκτη.

Ο κοινοβουλευτισμός της μεταπολίτευσης

Α. Στην πρώιμη μεταπολίτευση η κατάργηση της μοναρχίας, η συρρίκνωση της δύναμης του στρατού μετά το φιάσκο της Κύπρου και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατέστησε τη βουλή τον κεντρικό θεσμό του συστήματος εξουσίας. Αλλά δυστυχώς και σε αυτή την τρίτη φάση, η υποβάθμιση του κοινοβουλίου συνεχίζεται παρά την δραματική μείωση εξωκοινοβουλευτικών επεμβάσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά το 1974 τα κόμματα μαζικοποιήθηκαν χωρίς όμως να εκδημοκρατιστούν. Χωρίς δηλαδή να αποβάλλουν τα έντονα πελατειακά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, μια από τις ιδιαιτερότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος έγκειται στο ότι τα κόμματα πήραν έναν πολύ μαζικό χαρακτήρα. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού οι κομματικοί σχηματισμοί έπαψαν να είναι ολιγαρχικές λέσχες, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ βλέπουμε μια εξίσου σημαντική τομή στην κομματική οργάνωση. Βλέπουμε τη μετάβαση από συγκεντρωτικά αλλά μη μαζικά κόμματα σε κόμματα πιο μαζικά οργανωμένα. Σε αυτή την περίοδο λοιπόν, η μαζικοποίηση των κομμάτων σημαίνει μεν την πιο πλατιά ένταξη των πολιτών στην πολιτική αρένα, αλλά αυτή η ένταξη πήρε έναν πιο αυταρχικό χαρακτήρα.
Αυτό φαίνεται καθαρά αν λάβουμε υπόψη πως ενώ στην ολιγαρχική περίοδο η αυτονομία που οι τοπικοί κομματάρχες είχαν απέναντι στην κεντρική οργάνωση του κόμματος, αυτονομία που βασίζονταν στην ικανότητά τους να ελέγχουν τοπικά πελατειακά δίκτυα, χάθηκε χωρίς να αντικατασταθεί όπως στη δυτική Ευρώπη, με δημοκρατικά οργανωμένα, αυτόνομα κομματικά όργανα ικανά να ελέγχουν τις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της κομματικής ηγεσίας. Με άλλα λόγια, στη μαζική μεταπολιτευτική αρένα τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ αρχηγού και κομματικής βάσης έχουν ελάχιστη αυτονομία. Κυρίως κατά την περίοδο που κυριαρχούσε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, τα στελέχη του κόμματος και οι βουλευτές του είχαν μετατραπεί σε υπαλλήλους του αρχηγού.

Β. Περνώντας τέλος στην τωρινή κατάσταση, παρατηρούμε ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα με την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους δύο βασικούς πόλους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη εκδημοκράτισε σε έναν βαθμό το πολίτευμα της χώρας. Από την άλλη μεριά, οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων, ανισότητες που εντείνονται στην περίοδο της πανδημίας, οδηγούν ένα περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού στον εθνολαϊκισμό. Μια κατάσταση που για προφανείς λόγους υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας απέκτησε γερές ρίζες, αφού κατόρθωσε, με μερικές διακοπές, να λειτουργήσει από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Όπως όμως και σε άλλες κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης, η δημοκρατική λειτουργία του κοινοβουλίου εξακολουθεί να υποσκάπτεται από διαδικασίες που εμποδίζουν την αντιπροσώπευση ευρύτερων συλλογικών ομάδων. Έτσι, αν οι δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τον ολιγαρχικό και εν συνεχεία τον πραιτωριανό κοινοβουλευτισμό, σήμερα πρέπει να παλέψουν για να ξεπεράσουν τον κομματικοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Ενός κοινοβουλευτισμού όπου τα κόμματα μετατρέπονται από μέσα λαϊκής εκπροσώπησης σε μέσα χειραγώγησης.

*Δημοσίευση στο κυριακάτικο αφιέρωμα της "Αυγής" (24/1/2021). 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση