«Προχωρήστε λίγο, έχει χώρο…». Η πιο συνηθισμένη φράση στα λεωφορεία, απόγευμα στο 550 Κηφισιά-Παλαιό Φάληρο, τέλη Δεκεμβρίου, γεμάτο με εργαζόμενους και εργαζόμενες που οι γιορτές δεν σημαίνουν απαραίτητα ξεκούραση. Κάπου ανάμεσα τους και εγώ, συμπληρώνω χαρτζιλίκι ως ταξιθέτης στις Χριστουγεννιάτικες παραστάσεις του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος. Πρώτη ημέρα στην παράσταση τα «Επείγοντα Χριστούγεννα», μια δημιουργία της Συντεχνίας Γέλιου, σε σκηνοθεσία Βασίλη Κουκαλάνι.
Το λεωφορείο ασφυκτικά γεμάτο. Θέλω να δώσω τη θέση μου σε έναν ηλικιωμένο κύριο λίγα μέτρα μπροστά, αλλά με τόσο κόσμο δεν γίνεται. Στο σταθμό Συγγρού Φιξ προσπαθούν να εισέλθουν ελεγκτές, αλλά με τόσο κόσμο δεν γίνεται. Από τη γαλαρία του λεωφορείου βλέπω τα πάντα. Πίεση, εκνευρισμός, αγανάκτηση, ανακούφιση όσων αποχωρούν, απογοήτευση και άγχος για όσους πάλι δεν καταφέρνουν να μπουν στον «χορό των σαρδελών». Βολεμένος στη θέση μου σκέφτομαι «Ο Δήμος Αθηναίων ανακοίνωσε την έναρξη τοπικών γραμμών λεωφορείων. Γιατί χρειάζονται 2 έτη θητείας για να ανακοινωθούν μερικές τοπικές γραμμές; Για ένα τόσο κρίσιμο και καθημερινό ζήτημα θα έπρεπε να δοθεί λύση εντός των πρώτων έξι μηνών. Γιατί χρειάζονται τόσα χρόνια για κάτι αυτονόητο που επηρεάζει τόσο σημαντικά τη καθημερινότητα των πολιτών, αλλά περνάει σαν «καυτή πατάτα» από τη μια δημοτική αρχή στην επόμενη;». Επόμενη στάση «Ωνάσειο». Τουλάχιστον είμαι στην ώρα μου για τη δουλειά…
Αυτή τη φορά είχα την ευκαιρία να δω ολόκληρη την παράσταση. Κεντρικό ρόλο στην πλοκή διαδραματίζει μια παρέα τριών παιδιών που μετατρέπουν ένα δωμάτιο νοσοκομείου σε Χριστουγεννιάτικη ιστορία παιχνιδιού, πολυπολιτισμικότητας και συνύπαρξης. Τα παιδιά, τα οποία μεγαλώνουν στην Ελλάδα του σήμερα, έχουν διαφορετική καταγωγή (Αλβανία, Ελλάδα, Συρία-Παλαιστίνη) αλλά κοινές ανάγκες, επιθυμία για σκανταλιές, αγάπη, φροντίδα και φαντασία. Μέσα από το γέλιο, το χορό και το τραγούδι, βλέπουμε την καθημερινότητα παιδιών που συναντούν εμπόδια στη ζωή τους, ακόμα και στις γιορτές, άλλοτε για λόγους ιατρικούς, και άλλοτε για λόγους νομικούς. Συγκεκριμένα, τα τρία παιδιά βρίσκονται στο νοσοκομείο λόγω ιατρικών προβλημάτων (αφαίρεση αμυγδαλών, σκωληκοειδίτιδα και σπασμένο πόδι). Ωστόσο, το ένα από τα τρία παιδιά, ο Μο (από το Μοχάμεντ), δεν έχει ΑΜΚΑ (Αριθμός Μητρώου Κοινωνικής Ασφάλισης). Ως αποτέλεσμα, η νοσηλεία του καλύπτεται άτυπα με ευθύνη του προσωπικού του νοσοκομείου.
Ο αριθμός ΑΜΚΑ, η Ελληνική Ταυτότητα, ή ακόμα και το Δελτίο Αθλητή, αποτυπώνουν την σκληρή πραγματικότητα και την αγωνία εκατοντάδων παιδιών - και των οικογενειών τους - που ενώ μεγάλωσαν στην Ελλάδα, αυτοπροσδιορίζονται ως (και) Έλληνες, έχουν μπροστά τους ένα κράτος που τους το αρνείται. Τρεχάματα για την ανανέωση των αδειών παραμονής, αχανής διαδικασία απόκτησης ιθαγένειας, αποκλεισμός από δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, όπου χρειάζονται «επίσημα έγγραφα» και χιλιάδες ακόμα διαδικασίες των οποίων τις λεπτομέρειες δεν γνωρίζω, αλλά τις ακούω από φίλους και φίλες που το ζούν καθημερινά. Σαφώς, το πιο γνωστό παράδειγμα των δυσκολιών είναι η οικογένεια Αντετοκούνμπο και η περιπέτεια για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας προκειμένου τα αδέλφια να αγωνιστούν με την εθνική στο μπάσκετ. Τα υπόλοιπα είναι πλέον ιστορία.
Οι ενδιαφέρουσες μουσικές συνθέσεις της παράστασης, σε συνδυασμό με το θέμα, με οδήγησαν σε έναν απρόσμενο συνειρμό. Πριν λίγες ημέρες διάβαζα τη λίστα που δημοσίευσε ο Guardian με τους καλύτερους διεθνείς δίσκους της χρονιάς, καθώς στη δεύτερη θέση έχουμε ελληνική παρουσία με τον δίσκο «Μαύρη Ελλάδα» του «τραμπέτη» Νέγρου του Μοριά (ΝΤΜ).
Παρότι τα στοιχεία της τραπ με τα οποία διαφωνώ (ειδικά στο κομμάτι των σεξιστικών στίχων) παραμένουν -περισσότερο ή λιγότερο- ορατά και σε αυτόν τον δίσκο, η σύνδεση του με την παράσταση είναι άμεση. Τόσο η παράσταση, όσο και ο δίσκος, τονίζουν – καθένα με τον τρόπο του – δύο όψεις του ίδιου ζητήματος.
Στο τραγούδι «PragmatiKotita» γυρνάμε πίσω στην πραγματικότητα με τις οικονομικές δυσκολίες, τον κοινωνικό και θεσμικό αποκλεισμό των μεταναστών στην Ελλάδα. Τα τόσες χιλιάδες παιδιά που ζουν για πολλά χρόνια στην αφάνεια, το περιθώριο και τον φόβο, ειδικά την τελευταία δεκαετία με την κατακόρυφη άνοδο της μισαλλοδοξίας και της ξενοφοβίας, από την οποία καρποφορεί η ακροδεξιά. Στη «Μαύρη Ελλάδα» η διαφθορά, η αγανάκτηση και η εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού πάνε μαζί. Τέλος, στο «Όνειρο», βλέπουμε την ελπίδα του καλλιτέχνη για μια πιο ανοιχτή και πολυπολιτισμική κοινωνία, όπου «όλοι οι ντόπιοι τον αγαπάνε» και θα βρει δουλειά που «ούτε έναν μισθό δεν θα του φάνε».
Η πραγματικότητα της Αθήνας και της Ελλάδας κάνει τους πολίτες να ασφυκτιούν. Από την νοσηλεία χωρίς ΑΜΚΑ, το άγχος, τη ζωή στην «παρανομία» και την αποφυγή της Πλατείας Βικτωρίας όταν γίνονται έλεγχοι για «χαρτιά» από την αστυνομία στους περαστικούς που τάχα «δείχνουν ξένοι», μέχρι την σχεδόν αδύνατη πρόσβαση στους δημόσιους χώρους για όσους έχουν κάποιου είδους αναπηρία που επηρεάζει την μετακίνηση τους στην πόλη, με δύσβατα πεζοδρόμια και ημιλειτουργικά μέσα μεταφοράς. Μήπως έρχεται η ώρα, ως πολίτες, να δράσουμε συλλογικά για μια δραστική κινητοποίηση με εμπεριστατωμένες προτάσεις προς όφελος των καθημερινών δημοσίων αγαθών στις πόλεις μας;