Τετάρτη, 22 Σεπτέμβριος 2021

«Η πολιτική διαπραγμάτευση» - και η φέτα

stournaras-aftodioikisi1Τουλάχιστον ο Διονύσιος Σολωμός, όταν έγραφε το «Δυστυχμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε», αναφερόταν σε μια χώρα κι έναν κόσμο όπου η δυσκολία πρόσβασης στην πληροφόρηση αλλά και το συνολικό επίπεδο αναλυτικής προσέγγισης των πραγμάτων – έτσι, να το πούμε με όρους σοβαροφανείς και επίσημους! – ήταν κατ' ανάγκην εντελώς άλλου επιπέδου απ' ότι σήμερα. Σήμερα, η πληροφόρηση είναι πυκνή , πληθωρική, άμεση. Σήμερα, η μνήμη των προηγούμενων φάσεων των πραγμάτων είναι πάντα ζωντανή (οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου, τα Ορλωφικά το ζούσαν σαν σε αχλύ μύθου...) . Σήμερα – υποτίθεται – ό ρόλος των μέσων ενημέρωσης είναι διαφωτιστικός, ερευνητικός, ρόλος στάθμισης και αξιολόγησης υπέρ της κοινής γνώμης.

Τρίχες! αποδεικνύεται. Δείτε την (σκηνοθετημένη ή μη, λίγο ενδιαφέρει καθώς ήδη πήρε δική της δυναμική) νέα κρίση της Κυβέρνησης Σαμαρά/Στουρνάρα με την Τρόϊκα, ή μάλλον το νέο αδιέξοδο επικοινωνίας του συνολικού Ελληνικού πολιτικού συστήματος με τον «έξω κόσμο» (γιατί τι διαφοροποιεί, αλήθεια, το «αποκλείονται νέα μέτρα» Αντ. Σαμαρά, με απειλή αποσταθεροποίησης στο βάθος, από την συγκρατημένη μεν αλλά σαφή αντιμνημονιακή στάση ΣΥΡΙΖΑ; την πικρία έναντι Τρόικας του Γιάννη Στουρνάρα από το ανέβασμα στα χαρακώματα του Ευάγγελου Βενιζέλου;). Θάλεγε κανείς ότι η συλλογική καταφυγή στην τοτεμική έννοια της «πολιτικής διαπραγμάτευσης», που διατρέχει όλο το πολιτικό και μηντιακό μας σκηνικό, έχει σβήσει κάθε μνήμη. Και ότι η έμμεση απειλή προς «τους Ευρωπαίους» ότι από την Βουλή των Ελλήνων τίποτε καινούργιο δεν περνάει, το ότι «αλλιώς πάμε σε εκλογές», το «πάρτε τηλέφωνο τον Αλέξη Τσίπρα» γίνεται με μηδενική αναγωγή στο κοντινό καν παρελθόν.

Νωπή ακόμη η μνήμη που η διαχείριση ΓΑΠ/Γιώργου Παπακωνσταντίνου μιλούσε για το «πιστόλι που ήταν πάνω στο τραπέζι» (και μάλιστα γεμάτο), ώστε οι Ευρωπαίοι να σκιαχτούν από τον συστημικό κίνδυνο μιας αστοχίας στην διαπραγμάτευσή τους, με την ψυχωμένη Ελλάδα. Ακόμη πιο νωπή η «πολιτική διαπραγμάτευση» Ευάγγελου Βενιζέλου όταν υπερήφανος έδιωξε για λογαριασμό μας την Τρόικα το 2011 – και ακόμη πληρώνουμε το «χαράτσι Βενιζέλου», που επεβλήθη όταν η Τρόικα επανήλθε...

Όταν, δε, καλείται ο Αντώνης Σαμαράς ομόθυμα/ομόφωνα, από ΒΒ μέχρι εσωκομματικούς άσπονδους φίλους του στην ΝΔ και από όλα τα επίσης ψυχωμένα media να φέρει το Ελληνικό θέμα σε επίπεδο Κορυφής, να το λύσει εκεί ως νέος ρομφαιοφόρος Αη Γιώργης και να μην τα αφήσει να σέρνεται με χαμηλόβαθμους τεχνοκράτες, τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Το πώς ο προκάτοχός του Κώστας Καραμανλής έπαιξε – την εποχή των εργολάβων και νταβατζήδων κλπ. – το περιθωριακής σημασίας ζήτημα του «βασικού μετόχου» κι έχασε, επειδή οι «χαμηλόβαθμοι υπάλληλοι των Βρυξελλών» (κατά Προκόπη Παυλόπουλο) επεκράτησαν; Το πώς όχι μια και δυο, αλλά πλείστες φορές Ανγκελα Μερκελ και Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε (και τότε που δεν ήταν μπλεγμένοι με τον σχηματισμό Κυβέρνησης στην μετεκλογική Γερμανία...) σταθερά παρέπεμψαν στο τεχνικό επίπεδο όταν τα πράγματα κολλούσαν και τους εζητείτο πολιτική ρύθμιση; Ή μήπως το πώς προ ημερών ακόμη ο Αντώνης Σαμαρας – Πρωθυπουργός αν θυμόμαστε καλά – υποδέχθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου (και καλά έκανε!) τον Τομας Βίζερ, αξιολογότατο και κρισιμότατο πρόεδρο του EuroWorking Group, ούτε καν υπουργό του Eurogroup αλλά ανώτερο τεχνοκράτη. («Οι συζητήσεις για το νέο δάνειο και το μνημόνιο που θα το συνοδεύει μόλις άρχισαν», είχε φροντίσει να δηλώσει προκαταβολικά ο Τ. Βίζερ, διαψεύδοντας και τις απόψεις περίμη ανάγκης κάλυψης του χρηματοδοτικού κενού, και τις απόψεις περί «μη νέου μνημονίου». Και πετώντας την μπάλα στο μέλλον...).

Οι πικρίες στην πολιτική δεν ωφελούν
– η διαπραγμάτευση έχει τους όρους της

Αντί, λοιπόν να ανοητολογούμε συλλογικά («α» στερητικό+νοημα+λόγος, δηλαδή κουβεντιάζω χωρίς νόημα) περί «πολιτικής διαπραγμάτευσης», καλό θα ήταν να προχωρούσε κάτι σαν γνήσια, ανοιχτή διαπραγμάτευση. Όμως η διαπραγμάτευση, κάθε διαπραγμάτευση έχει τους όρους της!

Ένας, πρώτος-πρώτος, είναι ότι δεν ξεκινάς δένοντας τα χέρια σου. Και το καλύτερο ισοδύναμο με τα δεμένα χέρια είναι να έχεις πικρίες: όταν ο Γιάννης Στουρνάρας λέει ότι δεν μπορεί «να αποδεχθεί απόψεις που υποτιμούν τις θυσίες του Ελληνικού λαού» έχει μόνος του ξεκινήσει αυτοϋπονομευόμενος. Επίσης, διαπραγμάτευση σημαίνει ότι δεν ... συζητάς με τον εαυτό σου, αλλά με τον απέναντι. Αυτό, με την σειρά του, σημαίνει ότι έχεις σωστά/σοβαρά αξιολογήσει τον απέναντι (θα το δούμε στην συνέχεια),αφού πρώτα κατασταλάξεις εσύ σε κάτι σαν θέση. Όταν όμως στο εσωτερικό ο καθένας προσθέτει το μακρύ του και το κοντό του, τότε ο δύσμοιρος «δικός μας» διαπραγματευτής, πώς να πορευθεί; (Μια πρόσθετη παρατήρηση, εδώ: όσοι ψιθυρίζουν στον Αντώνη Σαμαρά ότι τώρα, με το πρωτογενές πλεόνασμα – το οποίο μάλιστα ξεκίνησε ψιλοσπαρακτικά να μοιράζει – «δεν τους πολυέχουμε ανάγκη τους ξένους», συν ότι το 1 δις που περιμένουμε από την Τρόικα «το δίνουν προθύμως οι αγορές», αυτοί καλόν θα ήταν να κλειδωθούν στο δεύτερο υπόγειο του Μαξίμου, και το κλειδί να πεταχτεί μακριά. Χωρίς τηλεφωνική σύνδεση!).

Στην διαπραγμάτευση, ύστερα, συνδυάζεις τεχνικό και πολιτικό επίπεδο. Μόνον αν είσαι από χέρι χαμένος (ή, πάλι, ντιπ ανίκανος) περιχαρακώνεσαι στο «πολιτικό». Έτσι, φθάνουμε... στην φέτα! Ο ίδιος ο Σαμαράς – Πρωθυπουργός, ξαναθυμίζουμε – ορθότατα ζεύτηκε στην υπόθεση της διεκδίκησης μιας διεθνούς κατοχύρωσης ονομασίας για ένα ελληνικό προϊόν, την φέτα. Αφού το ζήτημα το πολέμησε ο (υποδειγματικός, αποκάλυψη!) υπουργός Γεωργίας Θανάσης Τσαυτάρης με όλους τους δικούς του τεχνοκράτες, αφού επιστρατεύθηκε η (του αντιθέτου πολιτικού χώρου, θα λέγαμε μέχρι πέρσι, έτσι;) Ελληνίδα Επίτροπος Μαρία Δαμανάκη, αφού έγιναν επαφές από υπουργούς Εξωτερικού Εμπορίου (εδώ Μηταράκης) μέχρι Μπαρρόζο (εδώ Σαμαράς), «βγήκε πέρα» μια διαπραγμάτευση Κορυφής (με τον Καναδό πρωθυπουργό Στέφεν Χάρπερ). Μια αρχή, όλα αυτά, για την Αμερικανική αγορά αύριο, την Κινεζική μεθαύριο, τα κρασιά αργότερα κλπ.

Άμα για την φέτα πορεύεσαι έτσι, έ για την κεντρική σου διαπραγμάτευση και τον Αλέξη Τσίπρα θα πασχίσεις να συστρατεύσεις – τώρα που πήρε την συμβολική πρόταση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για Πρόεδρος της Κομισιόν! Και, το κυριότερο, θα πολεμήσεις να μιλήσεις δυνατά και με καθαρή φωνή στα διεθνή media, που είναι πολύ πιο μπρος από μας σε κριτική στάση απέναντι των Ευρωπαίων «εταίρων» μας...

Οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ζουν κάτω από τον ίσκιο
της αμφιβολίας για την Ευρώπη

Πού βρίσκονται, όμως, οι απέναντί μας τώρα που πάμε να πιάσουμε την διαπραγμάτευση; Οι κεντρικές Ευρωπαϊκές χώρες, οι καθοριστικές της πορείας της «Ευρώπης», από κοντά και οι θεσμικοί μηχανισμοί της ΕΕ, ζουν με την σκιά των Ευρωεκλογών πάνω τους. Με την σκιά του (πάντα χαμηλού) επιπέδου συμμετοχής, που κάθε φορά ανοίγει πάλι τον κύκλο αμφιβολίας για την δημοκρατική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος. με την σκιά των αποτελεσμάτων της κάλπης του Μαΐου 2014, σε κάθε χώρα (από Γερμανία και τους Εναλλακτικούς μέχρι την Γαλλία και το Εθνικό Μέτωπο) και μάλιστα με την ποιοτική επιδείνωση της αντι-Ευρωπαϊκής ψήφου. με την σκιά της διαμόρφωσης δυναμικού αντι-Ευρωπαϊκού μπλοκ στο επόμενο Ευρωκοινοβούλιο.

Το European Social Survey, που διασυνδέει ερευνητικά Ινστιτούτα ανά την Ευρώπη, καταλήγει σε κάτι αυτονόητο όσο και φοβιστικό : η κατακόρυφα ανερχόμενη ανεργία, το άγχος και η ανασφάλεια υποσκάπτουν συνολικά την αξιοπιστία της πολιτικής. «Τα γενικά επίπεδα πολιτικής εμπιστοσύνης και της ικανοποίησης με την δημοκρατία σημειώνουν πτώση ανά την Ευρώπη, όμως οι διαφορές μεταξύ χωρών είναι σημαντικές. Το φαινόμενο είναι σημαντικό σε Μεγ. Βρετανία, Βέλγιο, Δανία και Φινλανδία, πολύ αξιοσημείωτο σε Γαλλία, Ιρλανδία, Σλοβενία και Ισπανία και έχει χτυπήσει συναγερμό (truly alarming proportions) στην Ελλάδα»). Φαινόμενα όπως η πρωτιά της Μαρίν Λεπέν στην Γαλλία, η εμμονή του αντισυστημικού Μπέππε Γκρίλλο στην Ιταλία ή η ευθεία νέο-ναζιστική υπογραφή της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα σοκάρουν. Αλλά... το σοκ δεν αρκεί! Ούτε αρκούν οι σεμνοπρεπείς δηλώσεις τύπου Μπαρρόζο, ότι οι πολιτικές λιτότητας «αγγίζουν τα όρια της πολιτικής και κοινωνικής αποδοχής» και, στην τωρινή μορφή τους «καθίστανται μη βιώσιμη επιλογή». Διότι, την ίδια στιγμή που στην Ισπανία οι άνθρωποι που δήλωναν ότι «δεν εμπιστεύονται την Ευρωπαϊκή ΄Ενωση» φθάνουν το 72% (έναντι του 23% προ 5ετίας), στην δε παραδοσιακά φιλοΕυρωπαϊκή Ιταλία το 53% (έναντι του 28%), στην ίδια την Γερμανία οι αρνητικοί έναντι της «Ευρώπης» διαμορφώνονταν σε 59% (έναντι 36%), στη Γαλλία που βρίσκεται πάντα στην μέση είναι 59% (έναντι 41%).

Θέλει πολλή σοφία, να καταλάβει κανείς γιατί και πώς όλες οι «υποσχέσεις» (γνήσιες ή υποθετικές, ειλικρινείς ή τζούφιες) για επίλυση των Ελληνικών προβλημάτων, τώρα, τείνουν να πάνε γι' αργότερα – για «μετά»;

*Δημοσιεύτηκε στη Ναυτεμπορική στις 21-10-2013.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση