Wednesday, 22 September 2021

Συζητώντας με τις αγορές

Και με τα δυο συγκριτικά στοιχεία αν φέρει σε αντιπαραβολή κανείς το κόστος του 15ετους ομολόγου που εκδόθηκε την περασμένη βδομάδα από τον ΟΔΔΗΧ – επιτόκιο στην έκδοση του προηγούμενου τέτοιου χαρτιού και απόδοση εκείνου του 15ετούς την παραμονή της νέας έκδοσης – βγάζει θετικό/ευχάριστο συμπέρασμα. Με 1,9% είχε βγει για τέτοια διάρκεια στην αγορά η Ελλάδα στα μέσα Φεβρουαρίου της φετινής χρονιάς, δηλαδή ακριβώς προτού βυθιστούμε στην περιπέτεια του Covid-19, κάτω του 1,2% χρειάστηκε να πληρώσει τώρα για τα δύο δις που άντλησε.
Ενώ στο 1,12% ήταν η απόδοση του 15ετους δυο μέρες πριν την έκδοση (που απετέλεσε εκ νέου άνοιγμα επανέκδοση του τίτλου), που είχε «τσιμπήσει» από ένα εύρος 0,92%-1% των τελευταίων ημερών όσο ακούγονταν οι προοπτικές κίνησης του ΟΔΔΗΧ (και στο 10ετές είχε παρατηρηθεί κινητικότητα, από αποδόσεις κάτω του 0,80% σε 0,91%).
Ασφαλώς όλη αυτή η θετική εικόνα μιας ακόμη προσέλευσης της Ελλάδας στις αγορές κεφαλαίου στην τόσο ευαίσθητη αυτή καμπή της πανδημίας έχει την βασική της εξήγηση στις δυνατότητες που παρέχει ο πελώριος όγκος κεφαλαίων που κινητοποιήθηκε τους τελευταίους μήνες με την αντισυμβατική νομισματική πολιτική και τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις ανά τον κόσμο, πάντως στην Ευρώπη, στην προσπάθεια ανάσχεσης της ύφεσης λόγω Covid. Ειδικά στην Ελληνική περίπτωση, η αποδοχή του (ακόμη) junk-rated Ελληνικού χαρτιού στις παρεμβάσεις της ΕΚΤ – έχει σηκώσει περί τα 12 δις Ελληνικών ομολόγων τους τελευταίους μήνες – παίζει καθοριστικό ρόλο. Όμως η σταθερή στάση της Κυβέρνησης, τελικά οι τεχνικοί χειρισμοί του ΟΔΔΗΧ και των διεθνών συμβούλων του, έχουν οδηγήσει σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τις αγορές, που σίγουρα βοηθιέται και με το ότι όσοι «μπήκαν» τα τελευταία δυο χρόνια στο Ελληνικό χαρτί, βρέθηκαν να καταγράφουν ενδιαφέροντα κέρδη κεφαλαίου έχοντας κλειδώσει σχετικά υψηλά επιτόκια. Ακόμη πιο σημαντικό, αν και δεν σχολιάζεται συχνά: την σχετική θέση του Ελληνικού χαρτιού δεν κλόνισε, σε καμιά φάση των τελευταίων μηνών, κάτι σαν αντίληψη πολιτικού κινδύνου των αγορών από την ένταση στην περιοχή μας, ιδίως από την επιδείνωση των Ελληνοτουρκικών.
Με την ευκαιρία αυτή, ας έχουμε σημειώσει ότι την ίδια ώρα που ο Χρήστος Σταϊκούρας καλωσόριζε τα 2 δις ευρώ που άντλησε η Ελλάδα με 8πλάσια εκδήλωση ενδιαφέροντος – διαμορφώνοντας πλέον ένα πουγκί/μαξιλάρι σχεδόν 40 δις ευρώ για τους μήνες αβεβαιότητας μπροστά της: η έκδοση του 15ετούς είναι η πέμπτη για φέτος, καθώς μετά την ανάλογη του Φεβρουαρίου είχαμε 7ετές, συν δυο φορές 10ετές – οι δυο σειρές του από κοινού δανεισμού της ΕΕ με 10ετή και 20ετή διάρκεια (βέβαια με βαθμολογία ΑΑΑ) και στόχο άντλησης 10+7 δις ευρώ για το πρόγραμμα SURE (κάλυψη της απειλής στην αγορά εργασίας) γνώρισαν ενθουσιώδη υπερκάλυψη, στην περιοχή των 230 δις ευρώ, με αρνητικό επιτόκιο ευνοϊκότερο του -0,20%. Η μαζική έξοδος της ΕΕ με αυτά τα «κοινωνικά ομόλογα» (έπονται τους επόμενους μήνες τα «πράσινα ομόλογα» για τον κορμό του Ταμείου Ανάκαμψης) έφερε κάποια προβλήματα, που είδαμε παραπάνω, στις αποδόσεις των ομολόγων του Νότου – και τα δικά μας. Για όσους πάντως θέλουν μιας τάξη μεγέθους της συνολικής κίνησης εκδόσεων ομολόγων στην Ευρωζώνη, φέτος, μέχρι στιγμής έχει ξεπεράσει το 1,5 ΤΡΙΣεκατομμύρια ευρώ.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, να σημειώσουμε ότι αυτή η πρακτική της συνεχούς συζήτησης με τις αγορές, με την οποία διαδοχικές εκδόσεις πιέζουν προς τα κάτω το οριακό κόστος του χρέους – ας σημειωθεί και το ότι τα έντοκα γραμμάτια, που από την περιοχή των 10 δις προ Covid αυξήθηκαν κάπου στα 13 δις, με τις διάφορες σειρές να περνούν σταδιακά σε αρνητικά επιτόκια... - και ομαλοποιούν την καμπύλη των αποδόσεων – δείχνει να πετυχαίνει. Την ίδια ώρα που χρηματοδοτεί, με τρέχοντες πόρους, τις απαραίτητες παρεμβάσεις στήριξης λόγω Covid, πολύ προτού αρχίσουν να εισρέουν πόροι από τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

*Δημοσιεύτηκε στο economia.gr στις 24/10/2020. 

Θα βελτιωθεί ή θα στραβώσει το Ταμείο Ανάκαμψης;

Στα χέρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – της παράδοσής του να παρεμβαίνει στα θέματα της Ε.Ε μέσω του Προϋπολογισμού και των Διαρθρωτικών Ταμείων, αλλά και των πολιτικών ισορροπιών του – βρίσκεται από την περασμένη εβδομάδα το Ταμείο Ανάκαμψης/Next Generation EU (η συντομογραφία «NGEU» κρίθηκε ότι δεν είναι επαρκώς εμπνευστική, οπότε στις Βρυξέλλες της εποχής von der Leyen αναζητείται νέα κωδικοποίηση), με το οποίο και με την από κοινού έκδοση/αμοιβαιοποίηση χρέους της ΕΕ που συνεπάγεται θεωρήθηκε ότι μπήκε σε νέα φάση, το φετινό καλοκαίρι, η πορεία της Ένωσης.
Υπό την πίεση της πραγματικότητας της πανδημίας του κορωνοϊού, που επανέρχεται, καθώς και της συνειδητοποίησης της οικονομικής αποδιάρθρωσης που φέρνει η πανδημία – προσοχή!, τόσο σε κατεύθυνση συνολικής υποχώρησης του ΑΕΠ, όσο και σε επίπεδο επιδείνωσης των ανισοτήτων εντός ΕΕ... - το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιτάχυναν την οριστικοποίηση του βασικού κορμού των 750 δις ευρώ που αποτελεί με 672,5 δις ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), μέσα στον οποίο πάνω από τα μισά «δεσμεύονται» για ψηφιακό μετασχηματισμό (20%) και κυρίως για πράσινη μετάβαση (37%). Αυτά τα ποσοστά – όπως φθάνει η πρόταση στο ΕυρωΚοινοβούλιο – θα οφείλουν να αντανακλώνται στα Εθνικά Σχέδια που θα υποδέχεται από 15/10, δηλαδή αύριο, η Επιτροπή, πλην όμως θα μπορούν και να οριστικοποιηθούν μέχρι τις αρχές της άνοιξης 2021.
Από τα υπόλοιπα κονδύλια του ΝGEU, ποσοτική σημασία αλλά και καθοδηγητική λειτουργία θα έχουν τα 47,5 δις ευρώ της Πολιτικής Συνοχής (REACT-EU) και τα ψαλιδισμένα 10 δις του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης (αρχικά προβλέπονταν 40 δις), που μας αφορά στοχευμένα λόγω επιτάχυνσης της απολιγνιτοποίησης.
Γιατί όμως αναφερθήκαμε εξαρχής στον τωρινό ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς η βασική προσδοκία είναι «να κάνει γρήγορα», ώστε να πλησιάσει η ώρα οριστικοποίησης των νομικών πράξεων που συναπαρτίζουν το NGEU και συνεπώς να ξεκινήσει η πορεία προς υλοποίηση; Η απάντηση είναι ότι από το Κοινοβούλιο αναμενόταν αρχικά μια πολιτική και μόνον «ανάγνωση», υπό την έννοια της επιμονής στους όρους τήρησης θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των χωρών που θα ζητήσουν ενισχύσεις NGEU. Αυτό το ζήτημα πάντα απασχολεί το ΕυρωΚοινοβούλιο, και επειδή χώρες όπως (μαντέψτε!) Ουγγαρία και Πολωνία θεωρούν ότι πλήττονται απ' αυτήν την συζήτηση, μόνον καθυστέρηση θα μπορούσε να προκύψει – άλλωστε σε χώρες σαν αυτές «απειλείται» και προκύψει πρόβλημα σε επίπεδο κύρωσης των Ευρωπαϊκών τελικών αποφάσεων από τα εθνικά τους Κοινοβούλια.
Όμως, έτσι όπως οριστικοποιήθηκε το πλαίσιο του NGEU από Επιτροπή και Συμβούλιο (για να συντμηθεί ο χρόνος, οι υπουργοί άφησαν την τελική διαμόρφωση σε επίπεδο Μόνιμων Αντιπροσώπων, που τα πήγαν όντως γρήγορα) υπάρχουν ζητήματα λειτουργικότητας. Ορισμένα μας αφορούν, ως Ελλάδα, πολύ άμεσα. Θα θελήσει να ασχοληθεί διορθωτικά το ΕυρωΚοινοβούλιο;
Πρώτο ζήτημα είναι ο συνδυασμός της υποχρέωσης των Εθνικών Σχεδίων να συμμορφώνονται με τις διαρθρωτικές συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου («χρηματοδοτική στήριξη μαζί με μεταρρυθμίσεις», όπως εξαρχής το μάθαμε με την Έκθεση Πισσαρίδη). Και μπορεί αυτό να ακούγεται γενικό, όμως εδώ έρχεται και το ότι η – σταδιακή – εκταμίευση κονδυλίων θα απαιτεί όχι μόνον την, κατά την λογική των Διαρθρωτικών Ταμείων, απόδειξη της υλοποίησης σε εθνικό επίπεδο των έργων και παρεμβάσεων (πληρωμές και φυσικό αντικείμενο) αλλά και την «απόδειξη» ότι επιτυγχάνονται, στα σχετικά ορόσημα/milestones , οι υπεσχημένοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι. Αυτός ο μηχανισμός μπορεί να αποδειχθεί δυσάρεστα απαιτητικός: παίρνεις την προβλεπόμενη προκαταβολή του 10% (και αυτή θα επιδιωχθεί, ακούμε, στο Ευρωκοινοβούλιο να βελτιωθεί, με επιχείρημα ότι ήδη «πάμε για δεύτερο 6μηνο του 2021» ενώ οι ανάγκες πανδημίας είναι άμεσες, εδώ και τώρα) αλλά «κολλάς» λίγο παρακάτω.
Τρίτο ζήτημα, οι πολύ περιορισμένες δυνατότητες για τροποποίηση των Εθνικών Σχεδίων, άπαξ και αυτά εγκριθούν: η έλλειψη ελαστικότητας, ιδίως υπό τις συνθήκες ακραίας πίεσης λόγω συνεχιζόμενης πανδημίας, τέθηκε και σε επίπεδο Συμβουλίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Θα θελήσει το ΕυρωΚοινοβούλιο να θυμηθεί την τάση που είχε - όταν ξεκινούσαν τα Διαρθρωτικά Ταμεία - να ενδιαφέρεται για την ειλικρινή αποτελεσματικότητα των Ενωσιακών παρεμβάσεων;
Ενώ λοιπόν σ' εμάς η συζήτηση θα συνεχίζεται στο ποιος/πώς θα συμμετάσχει στην πίτα των προσδοκώμενων 32 δις (19,5 grants/12,5 δάνεια) και μάλιστα εμπροσθοβαρώς, το 2021-23 όσο κι αν ο ορίζοντας υλοποίησης φθάνει μέχρι το 2026, δυνητικά σημαντικότερα ζητήματα θα βρεθούν υπό συζήτηση. Αν, βέβαια, το θελήσει το Κοινοβούλιο. Πεδίον δόξης λαμπρόν για τους Έλληνες Ευρωβουλευτές, αν και αυτή την εποχή δεν συγκεντρώνουν τα θέματα συνοχής/περιφερειακής ανάπτυξης/προϋπολογισμού το ενδιαφέρον τους.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/10/2020. 

Προϋπολογισμός: μια έννοια με όχι-πάντα-ένδοξο παρελθόν

Είχε επικρατήσει, επί δεκαετίες αυτό, ο Προϋπολογισμός – πάντα ρεαλιστικός, αναπτυξιακός και φιλολαϊκός κατά την (εκάστοτε) Κυβέρνηση, πάντα αντιλαϊκός, αναξιόπιστος και αντιαναπτυξιακός κατά την (αντίστοιχη) Αντιπολίτευση – να αποτελεί κάτι σαν ευχή του πολιτικού συστήματος.
Στην μελέτη των Χαρδούβελη/Σαμπανιώτη/Δαβριδάκη στο κλείσιμο του 2006, είχε καταγραφεί ότι στο διάστημα 1982-2005 κάθε χρόνο το έλλειμμα έπεφτε έξω σε σχέση με το προϋπολογισμένο, κατά έναν σεβαστό μέσο όρο -6,3%. Μάλιστα στην πρώτη περίοδο του 1982-1993 (δυο τετραετίες ΠΑΣΟΚ/Ανδρέα Παπανδρέου ύστερα Οικουμενική και περίοδος Ν.Δ./Μητσοτάκη) το έλλειμμα έπιανε κατά μέσο όρο ένα -8,2% σε αστοχία. Ύστερα, το 1993 μέχρι και το 2005 (οκταετία ΠΑΣΟΚ/Σημίτη, αρχές ΝΔ/Καραμανλή) προσγειώθηκε σε ένα μέσο όρο -3,9%. Βλέπετε, ήταν και η πειθαρχία ενόψει Ευρωζώνης που λειτούργησε, ήταν και το ζεμάτισμα δυο φορές την δεκαετία του΄80, μια στις αρχές του ΄90! Άλλωστε – ήταν και η παράξενη εξαίρεση υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου, όπου η συνεπής εκτέλεση του Προϋπολογισμού έγινε κεντρική αξία: το επισήμαινε τακτικά/θαυμαστικά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πράγμα που δεν έκανε τον Αλ. Παπαδόπουλο προσφιλέστερο στον δικό του χώρο...
Το τι ακολούθησε στο κλείσιμο της περιόδου 2007-09 δεν χρειάζεται πολλή μελέτη – το εισπράξαμε ως εμπειρία με τον σάλο για τα Greek Statistics, είτε κανείς δεχθεί ως έλλειμμα το -15,4%, είτε προτιμήσει το -12,7% με το οποίο μπήκαμε στον χλοερό λειμώνα των Μνημονίων. Από εκεί και πέρα, η δημοσιονομική ισορροπία και μάλιστα η υπεραπόδοση της δημοσιονομικής διαχείρισης προκειμένου να επιτυγχάνονται τα υπεσχημένα δημοσιονομικά πλεονάσματα μετά το Μνημόνιο-2, πειθάρχησε «διαφορετικά» τους Προϋπολογισμούς. Χτίζοντας μέχρι και αντανακλαστικά υπερπλεονασμάτων. Όταν πλέον, μετά το 2018, βρεθήκαμε εκτός Μνημονίων αλλά σε ενισχυμένη εποπτεία, το πρωτογενές πλεόνασμα πήγαινε να γίνει αυτοματισμός.
Όσο για το καημένο τον Προϋπολογισμό του 2020, το προβλεπόμενο αρχικά πρωτογενές πλεόνασμα βούλιαξε ούτως ή άλλως σε πρωτογενές έλλειμμα -1,9% κατά το Πρόγραμμα Σταθερότητας, με το ΔΝΤ να κάνει λόγο για -5,1% λόγω της πανδημίας του Covid-19 και των οικονομικών του επιπτώσεων με τον στραγγαλισμό της δραστηριότητας των επιχειρήσεων και την υποχώρηση των εισοδημάτων. Οπότε η συζήτηση πήγε σε άλλο επίπεδο : πώς θα διατηρηθεί η τόνωση της οικονομίας, ώστε να μην προκύψει μονιμότερη/ανεπίστροφη βλάβη. Όμως...
...Όμως, οι παλιές συνήθειες δεν προσπερνιούνται εύκολα. Πηγαίνοντας πίσω στην μελέτη Χαρδούβελη κ.α., βλέπουμε την διαπίστωση ότι – «σύμφωνα με ενδελεχή οικονομετρική ανάλυση» - οι Κυβερνήσεις τείνουν πρώτα να προϋπολογίζουν τα έσοδα, ύστερα να οριοθετούν τις δαπάνες τους. Στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού, πρώτα «φεύγουν» τα έσοδα, ύστερα το ιξώδες των δαπανών φέρνει την αστοχία.
Τώρα, τι έχουμε μπροστά μας; Με πρωτογενές έλλειμμα- 1% του ΑΕΠ – και όχι με τον ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό που είχε λίγο-πολύ προανακοινωθεί – ξεκινάει το ΥΠΟΙΚ τον πλου προς την δημοσιονομική διαχείριση του 2021. Και τούτο ενώ και οι υπερατλαντικοί παρατηρητές προτείνουν κάτι στην περιοχή του -2% - όλα αυτά, θυμίζουμε, με την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας λόγω κορωνοϊού και για την επόμενη χρονιά να έχει συμπαρασύρει και την υποχρέωση για πρωτογενές πλεόνασμα. Όσο κι αν ο Κλάους Ρέγκλινγκ καλούσε σε συντηρητική πορεία, επαινώντας την αυτοσυγκράτηση.
«Βγαίνουν» τα νούμερα; Με την επιμονή πρόβλεψης για φετινή ύφεση γύρω στο 8% (8,2% αντί αρχικής πρόβλεψης 7,9%) - και τούτο παρά ένα β΄3μηνο της χρονιάς όπου η βύθιση ξεπέρασε το 15% παρά και την συνέχιση της διάψευσης για μια ανθεκτική τουριστική χρονιά μετά τα μέσα Αυγούστου, παρά και την δυσάρεστη τροπή που πήρε η υγειονομική διάσταση τις τελευταίες εβδομάδες – επιχειρεί το ΥΠΟΙΚ να δείξει/να προσκαλέσει ψυχραιμία για το 2021. Η βάση αυτή, την οποία επιλέγει, θεωρεί ότι επιτρέπουν πρόβλεψη για ανάπτυξη/επαναφορά του ΑΕΠ σε επίπεδο 5,5% για την ερχόμενη χρονιά – και τούτο ακόμη και χωρίς εισροή πόρων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης (αλλιώς, η αισιοδοξία ξεφεύγει τελείως, με πρόσθετες 2 μονάδες ΑΕΠ).
Για τον Προϋπολογισμό 2021, το ΚΙΝΑΛ (δια της Φώφης Γεννηματά) εκτίμησε ότι είναι «απόλυτα εκτός πραγματικότητας και έωλο ως προς τις εκτιμήσεις του», ενώ η πρόβλεψη για ανάπτυξη 7,5% το 2021 χαιρετίζεται με δυο θαυμαστικά (!!) ως υποτιμητική «της νοημοσύνης του Ελληνικού λαού». Για μια φορά, σχετικά πιο συγκρατημένη η τοποθέτηση ΣΥΡΙΖΑ (με δίδυμη ανακοίνωση Έφης Αχτσιόγλου/Ευκλείδη Τσακαλώτου) που μιλούν για «ανεδαφικές και μη-ρεαλιστικές προβλέψεις» οι οποίες θα οδηγήσουν «με μαθηματική ακρίβεια σε επώδυνες αναθεωρήσεις εις βάρος της κοινωνίας», με αναφορά μέχρι και σε «νέα Μνημόνια». Βέβαια οι Χαρδούβελης κ.α. έλεγαν ότι δεν είναι τα λάθη προβλέψεων ρυθμού ανάπτυξης που φέρνουν τον εκτροχιασμό. Θα ισχύσει πάλι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 10/10/2020. 

Συνειδητοποιήσεις στα εργασιακά

Από 1ης Οκτωβρίου, λοιπόν, ισχύει η νέα πρωτοβουλία-πρόγραμμα για επιδότηση της απασχόλησης (λόγω συνεχιζόμενης κρίσης του Covid-19) που αφορά 100.000 νέες - προσδοκώμενες - θέσεις εργασίας. Με δικαιολογημένη, καταρχήν, θετική διάθεση αν μη υπερηφάνεια προβλήθηκε η έναρξη του προγράμματος από την Κυβέρνηση με αναφορά στην προϋπολογισμένη δαπάνη (345.000.000 ευρώ) καθώς και στην ανοιχτή λήξη, «μέχρις εξαντλήσεως των επιδοτουμένων θέσεων εργασίας». Η επιδότηση που προκρίθηκε αφορά την πλήρη κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών - εργοδότη και εργαζομένου - επί ένα 6μηνο (μάλιστα με συμπερίληψη της αναλογίας δώρων/επιδόματος αδείας) , ανεξαρτήτως δε του ύψους του συμφωνούμενου μηνιαίου μισθού (άρθρο 2 της σχετικής ΚΥΑ). Πρόσθετη επιδότηση 200 ευρώ/μήνα προνοείται για την πρόσληψη μακροχρόνια ανέργων.
Υπάρχουν όμως δυο προβλήματα, που θα ήταν εξαρχής χρήσιμο να έχουν συνειδητοποιηθεί. Το πρώτο αφορά το αν και κατά πόσον τώρα-τώρα, στην πιο ριψοκίνδυνη φάση της κρίσης/επανεκκίνησης της πανδημίας και μακράν π.χ. τουριστικής περιόδου, θα εμφανισθεί αληθινή ζήτηση από επιχειρήσεις για νέες προσλήψεις: αυτό, θα το δούμε μέσα στις επόμενες εβδομάδες, άντε μήνες. Το δεύτερο είναι πιο ευαίσθητο και ως εκ τούτου πιο σημαντικό: στην ΚΥΑ αναφέρεται ότι οι νεοπροσλαμβανόμενοι δεν θα πρέπει να απασχολούνται ήδη (λογικό/αυτονόητο), καθώς και ότι η επιχείρηση θα πρέπει να διατηρεί «για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών που επιδοτείται» τουλάχιστον ίσο αριθμό εργαζομένων με εκείνον που είχε στα μέσα Σεπτεμβρίου, συν τους νεοπροσλαμβανομένους. Με επιμέλεια η ΚΥΑ (άρθρο 5) εξηγεί πώς μπορούν να υπάρξουν παρεκκλίσεις π.χ. με λήξη παλαιών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ή πάλι καταγγελία της σύμβασης λόγω ακαταλληλότητας του νεοπροσλαμβανομένου. Όμως... το νέο σύστημα παραμένει ανοιχτό (διάτρητο θα έλεγε κάποιος) στην προοπτική μέσω αυτού να γίνει - νομιμότατα - αντικατάσταση «παλιού προσωπικού», υψηλότερου κόστους, που μάλιστα διατηρήθηκε τους μήνες της πανδημίας. Αντικατάσταση όταν θα λήγει το 6μηνο της επιδότησης (οπότε και λήγει η υποχρέωση διατήρησης του συνολικού αριθμού απασχολούμενων) με νεοπροσλαμβανομένους υπό τους τωρινούς όρους των συμπιεσμένων αμοιβών σε μια αγορά διαταραγμένη από τα προγράμματα τύπου ΣΥΝ-Εργασία, ή με τις εκ περιτροπής ή δια τηλεργασίας μορφές εργασίας,. Οπότε η προσδοκία επιδότησης της απασχόλησης κινδυνεύει να καταλήξει μετά από λίγο σε υποχώρηση των επιπέδων αμοιβών, συνολικά.
Τουλάχιστον, όμως, το να βλέπει κανείς τις μελλοντικές εξελίξεις των εργασιακών μέσα από τις προοπτικές ενός προγράμματος κινήτρων για στήριξη της απασχόλησης - έστω και με τις αδυναμίες/παγίδες που είδαμε - είναι ένα πράγμα. Αρκετά διαφορετικό, το να προβάλλει στο μέλλον τις συνέπειες αποφάσεων με πολύ πιο εμφανές το στοιχείο της επιβολής, όπως η νομοθέτηση του 40% των εργαζομένων που από 4 Οκτωβρίου οφείλουν να απασχολούνται με τηλεργασία - στην Αττική, όπου πάντως βρίσκεται η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού , του οποίου η απασχόληση επιδέχεται τηλεργασία. Μετά την ενθουσιώδη προβολή της τηλεργασίας τόσο ως ασπίδας κατά της απειλής του Covid-19 όσο και ως συντελεστή επιτάχυνσης της ψηφιακής μετάβασης, τώρα εγκατασταθήκαμε σε υποχρεωτικότητα.
Πέρα από τις εντελώς πρακτικές πλευρές της υπόθεσης (πώς υπολογίζεται το 40%, ιδίως στις μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις, των 7 ή των 11 ή των 39 εργαζομένων; ποιος/πώς παρέχει τον εξοπλισμό και την αξιόπιστη σύνδεση για την τηλεργασία; πώς συνδυάζεται η άσκηση εργοδοτικού δικαιώματος με αίτημα προτίμησης του εργαζόμενου που επικαλείται ότι ανήκει σε ευάλωτη ομάδα;) έρχεται στο προσκήνιο ένας διαταρακτικός παράγοντας. Ξεκίνησε/ξεκινάει να ισχύει μια υποχρεωτική ρύθμιση, η οποία μάλιστα ευρύτατα θεωρείται ότι θα προδιαγράψει μέλλον, αλλά το σχετικό μείζον θεσμικό νομοσχέδιο - το «εργασιακό Βρούτση» - θα κατατεθεί κάποτε εντός του Οκτωβρίου! Με υπεσχημένη ανοιχτή διαβούλευση - σωστά; Και ενσωμάτωση στο θεσμικό αυτό πλαίσιο επεξεργασιών των κοινωνικών εταίρων, πράγμα απόλυτα καίριο αν είναι μια τόσο σημαντική ρύθμιση να προχωρήσει με όρους συναίνεσης και εργασιακής ειρήνης.
Όταν όμως ήδη προτάσσεται υποχρεωτική εφαρμογή, πόσο πειστική θα είναι η αυριανή τελική διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου; Αν όντως η εργασιακή πραγματικότητα μορφοποιείται σήμερα, και αφήνεται ανοιχτό το να εγκαθιδρυθεί με βάση πιθανή αντιπαράθεση εργοδοτών - εργαζόμενων και με θεσμική απροσδιοριστία, κάτι λάθος υπάρχει στον υπολογισμό.
Στην «Ναυτεμπορική» της 17ης Σεπτεμβρίου, διερωτώμεθα ήδη τι θα λειτουργήσει ως φόντο της μετακίνησης της εργασίας προς την τηλεργασία και την εργασία από το σπίτι. Ήδη, στην Αντιπολίτευση το θέμα επιδιώκεται να εγκατασταθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, όμως κλίμα για ουσιαστική συζήτηση δεν δείχνει να διαμορφώνεται. Επείγει να συνειδητοποιηθεί ότι στα εργασιακά η πατερναλιστική προσέγγιση κινδυνεύει να δυσλειτουργήσει – άσχημα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 3/10/2020. 

Αντιστοιχίζοντας Πισσαρίδη με Βρυξέλλες

User Rating:  / 0

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς πόσο οι πρώτες εξειδικεύσεις που διακινούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να οργανώσουν τα Κράτη-μέλη την υποβολή των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης (και Ανθεκτικότητας) ενόψει του ξεκλειδώματος των πόρων του Next Generation EU, βρίσκονται σε παραλληλία με τις προτάσεις της Ενδιάμεσης Έκθεσης Πισσαρίδη.
Ήδη οι δυο πρώτες από αυτές τις κατευθύνσεις ήταν γνωστές, δεδομένες, συζητημένες ως προτεραιότητες της ΕΕ εδώ και καιρό. Αναφερόμαστε στην ψηφιακή μετάβαση, και μάλιστα με έμφαση σε μέτωπα που γνωρίζουμε παρ' ημίν ως απαρχή επιτυχίας («φαινόμενο Πιερρακάκη») αλλά και ως επείγουσα ανάγκη βελτίωσης: ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και βασικών δημοσίων υπηρεσιών από την μια πλευρά, βελτίωση της υποδομής (οπτικές ίνες 5G) και παράλληλη προώθηση ψηφιακών δεξιοτήτων. Η έμφαση στην ανάπτυξη προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών αντιστοιχεί ήδη στην πρωτοβουλία του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής για διοχέτευση μέρους των εσόδων από την δημοπρασία του δικτύου 5G για την ανάπτυξη (μέσω του ταμείου «Φαιστός») νέων, προωθημένων εφαρμογών, ή πάλι την διάθεση ορισμένων συχνοτήτων απευθείας για έρευνα και ανάπτυξη, παράλληλα με απογραφειοκρατικοποίηση των ερευνητικών κέντρων.
Αντίστοιχα, αν και με αρκετά πιο δύσκολη αντιστοίχιση στις Ελληνικές διαδικασίες, η εικόνα σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση. Εδώ, η αλήθεια είναι ότι η έμφαση της Επιτροπής στην βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης τόσο των δημοσίων κτιρίων όσο και του αποθέματος κατοικιών βρίσκουν άμεση «απάντηση» στις πρωτοβουλίες Χατζηδάκη (το «Εξοικονομώ» για κατοικίες σε υψηλή πτήση, συν προώθηση ενεργειακής αναβάθμισης σχολείων και νοσοκομείων). Απ' εκεί και πέρα όμως, η υποστήριξη στις ΑΠΕ, ή η βελτίωση της φιλικότητας προς το περιβάλλον των μεταφορών βρίσκεται αντιμέτωπη με γνώριμες Ελληνικές δυσκαμψίες. Όμοια ισχύουν για την Οδύσσεια της διαχείρισης αποβλήτων, με το φάσμα των χωματερών παρόν ανά την Ελλάδα ή/και με την διστακτικότητα των βιολογικών καθαρισμών. Να δούμε πώς θα χωρέσει η απολιγνιτοποίηση, στην επενδυτική πράξη...
Άμα όμως προχωρήσει κανείς πιο πέρα την ψηφιακή επιτάχυνση και το «πρασίνισμα», προσγειώνεται - άμα συνεχίσει να συγκρίνει Πισσαρίδη και Ευρωπαϊκή Επιτροπή - σε πιο πονεμένο έδαφος. Παράδειγμα τα δημοσιονομικά/φορολογικά, όπου ναι μεν δίνεται έμφαση στην μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας (βασική διακηρυγμένη προτεραιότητα Πισσαρίδη), όμως με την διευκρίνιση από πλευράς Βρυξελλών ότι θα πρέπει να τηρηθεί δημοσιονομική ουδετερότητα. Αυτό το τελευταίο παραπέμπει ήδη στις παραινέσεις Κλάους Ρέγκλινγκ, αλλά και στην άμεση προοπτική των συστάσεων της Ενισχυμένης Παρακολούθησης/Εποπτείας. Όταν επαινούνται τα μέτρα που ήδη λαμβάνονται με το ένδυμα καταπολέμησης της κάμψης της οικονομίας λόγω Covid-19 ως στοχευμένα και – κυρίως – ως πρόσκαιρα, δίνεται ένα ισχυρό μήνυμα συγκράτησης. Η επιστολή που έλαβε ο ΥΠΟΙΚ Χρ. Σταϊκούρας (όχι μόνον αυτός, αλλά αυτός μας ενδιαφέρει άμεσα) με άλλους ομολόγους του για το πώς θα διαμορφωθεί η δημοσιονομική πειθαρχία μέσα στο 2021 αποτελεί ήδη καμπανάκι. Κατά τα άλλα, τα περί καταπολέμησης φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, ή και βελτίωσης της φορολογικής διοίκησης, κρούουν ανοικτές θύρες. Μένει το...πώς!
Στενά συνδέεται με αυτό το πεδίο η προσέγγιση των εργασιακών, όπου το βαθύ τράνταγμα που έφερε ο Covid-19, οι έκτακτες διαδικασίες τηλεργασίας και μορφών απασχόλησης τύπου εκ περιτροπής ή ελαστικού ωραρίου που παλιότερα θα χαρακτηρίζαμε ατυπικές (δηλαδή μη-κατοχυρωμένες) κινδυνεύει να γίνει μόνιμο καθεστώς. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί πώς μια Κοινωνική Ευρώπη, που παλιά είχε συνδεθεί στενά με την ρύθμιση του εργασιακού περιβάλλοντος, τώρα βολεύεται με ένα νέφος σχετικής αβεβαιότητας.
Παρόμοιο το κλίμα στις άλλες δυο μεγάλες, παγίως επανερχόμενες εκκλήσεις: βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης και βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Εδώ, η συμφωνία είναι ευρύτατη - σχεδόν συγκινητική - αλλά από την μείωση των κινδύνων κακοδιαχείρισης ή/και διαφθοράς μέχρι την αύξηση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης, από την αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων των στελεχών της Διοίκησης μέχρι την προώθηση της αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, το ζητούμενο εδώ και 10 (αν όχι 25 ή 35) χρόνια είναι το πώς μπορεί να προωθηθούν – πέραν των εκκλήσεων. Αυτός είναι ο κατεξοχήν χώρος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που άλλωστε και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο υπόσχεται/απειλεί να δίνει μόνιμες υποδείξεις. Ο χώρος αυτός, πάλι, έχει πολύ δρόμο για να συγκεκριμενοποιηθεί. Και τούτο ενώ το παράθυρο ισχύος και χρηματοδοτικής στήριξης του Ταμείου Ανάκαμψης/του Next Generation EU είναι μια ρηχή 3ετία.
Όσο για τις αναφορές σε τομεακές/κλαδικές πολιτικές – ή, έστω, παρεμβάσεις – που θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε σημαντική επαναφορά λόγω της συνειδητοποίησης σε επίπεδο Βρυξελλών του τι αποδιάρθρωση θα μπορούσαν να φέρουν οι διαφορετικές προτεραιότητες (και χρηματοδοτικές δυνατότητες!...) σε εθνικό επίπεδο, συνεχίζεται ένοχη διακριτικότητα.
Αυτά από αντιστοίχιση. Τώρα, τι θα αποδώσει, άλλη ιστορία...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/9/2020. 

Το φόντο συζήτησης των εργασιακών

Αναταράξεις πρόβλεψε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης (στην ΔΕΘ) για τις δρομολογούμενες αλλαγές στα εργασιακά – με νομοσχέδιο που προανήγγειλε ότι θα κατατεθεί τον επόμενο μήνα σε δημόσια διαβούλευση για την οποία, με συμμετοχή των κομμάτων και των κοινωνικών εταίρων, δεσμεύτηκε να υπάρξει «άπλετος διαθέσιμος χρόνος». Θέματα όπως ο «ένας κάποιος ουσιαστικός εξορθολογισμός» του νόμου του 1982 (στο στόχαστρο ο ν.1264/82, Απ. Κακλαμάνη «για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών» που ξήλωσε τον ν. 330/76 , Κ. Λάσκαρη που περιέστελλε δικαιώματα λίγο μετά τον «γύψο» επί Χούντας), και παρεμβάσεις σε μέτωπα όπως η συλλογική δράση/η κήρυξη απεργίας, οι συνδικαλιστικές άδειες αλλά και η «περισσότερη ευελιξία στην οργάνωση του εργασιακού χρόνου εφόσον οι ίδιοι οι εργαζόμενοι το επιθυμούν, χωρίς αυτό να φέρνει κατάργηση του 8ώρου», τέθηκαν/προαναγγέλθηκαν ευθέως. Βλέποντας πάντως την αντιπαράθεση στο μέτωπο αυτό να έρχεται, ο Πρωθυπουργός φρόντισε να έχει πει ότι η νομοθετική πρωτοβουλία θα στηριχθεί σε προσεγγίσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας...
Οι αντιδράσεις δεν βράδυναν. Χαρακτηριστικά, προέκυψε σύγκλιση ανόμοιων πολιτικών χώρων. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε «προαναγγελία νέας διάλυσης εργασιακών δικαιωμάτων, μια μέρα πριν [η Κυβέρνηση] κάνει νόμο του Κράτους την απλήρωτη εργασία». Για το ΚΙΝΑΛ , πέραν από την αναφορά σε «ιδεολογικές εμμονές», οι θέσεις Κ. Μητσοτάκη αποτελούν «προαναγγελία μιας ακόμη μεγάλης επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα: στο 8ωρο και στις συνδικαλιστικές ελευθερίες». Για το ΚΚΕ – με την άνεση της μη- άσκησης εξουσίας - «το σχέδιο της Κυβέρνησης [...] έρχεται ως φυσική συνέχεια των αντιδραστικών-αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων των προηγούμενων, με επιτάχυνση της επίθεσης σε βάρος των εργαζόμενων με προμετωπίδα [...] την ενίσχυση της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις». Επίσης, «η αναφορά του πρωθυπουργού πώς με παρόμοια μέτρα θα ευνοηθούν κυρίως οι νέοι, είναι προκλητική καθώς για την εργασιακή ζούγκλα που ήδη ζουν υπεύθυνη είναι και η σημερινή και οι προηγούμενες Κυβερνήσεις». Όσο για το ΜέΡΑ 25, ενόψει της παρουσίας Γιάνη Βαρούφακη στην ΔΕΘ, παρέμεινε στα περί «εργασιακού Μεσαίωνα».
Απόλυτα προβλεπτό το σκηνικό αντιπαράθεσης που θα στηθεί γύρω από αυτό το ζήτημα, καθώς οι διαδοχικές τροποποιήσεις του βασικού εργασιακού πλαισίου δεν κατορθώθηκε σε καμιά φάση – σίγουρα όχι τα Μνημονιακά χρόνια – να επεξηγηθούν στην δημόσια συζήτηση ή/και να χωνευτούν κοινωνικά, ενώ υπεριδεολογήθηκαν από κάθε πλευρά . Χρήσιμο είναι λοιπόν να έχει δει κανείς (τουλάχιστον) πώς τα εργασιακά έρχονται να συνδεθούν με την μακροοικονομική ισορροπία. Πάμε σε μια πρόσφατη προσέγγιση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, που η δουλειά του γενικώς θα ήταν χρήσιμο να ενταχθεί κεντρικά στην δημόσια διαβούλευση καθώς έχει κατορθώσει να βλέπει ψύχραιμα αυτήν ακριβώς την μάκρο- διάσταση.
Στην προσέγγιση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ γίνεται η – ταυτολογική, πλην όχι πάντα ενσωματωμένη στην δημόσια συζήτηση για τις επιπτώσεις της πανδημίας – επισήμανση ότι η κατανάλωση θα προσδιοριστεί από την υγειονομική αβεβαιότητα , τους περιορισμούς της προσφοράς και την μεταβολή του διαθέσιμου εισοδήματος. Άμα, τώρα, υποθέσουμε ότι αποκλείεται ένα νέο γενικό lockdown (ας σημειωθεί βέβαια ότι το Ισραήλ ήδη εκεί κατέληξε...) οι δυο πρώτοι παράγοντες υποχωρούν. Μένει λοιπόν το διαθέσιμο εισόδημα να λειτουργεί κυρίως, οπότε οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας – απασχόληση και αμοιβές – είναι εκείνα που «θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό την ένταση της ύφεσης και την επιστροφή στην ανάκαμψη». Απ' εκεί θα προκύψει η καταναλωτική δαπάνη – και η «έλξη» που αυτή θα ασκήσει στις πολυτραυματισμένες επενδύσεις.
Όμως, για το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ «η τρέχουσα κατάσταση της αγοράς εργασίας δεν δημιουργεί αισιοδοξία για θετικές προοπτικές». Ήδη στο α' 5μηνο του 2020 η απασχόληση υποχώρησε κατά 5% - δηλαδή κατά 195.800 άτομα. Το ποσοστό ανεργίας συγκρατήθηκε μεν μέχρι τον Μάϊο (οπότε πέρασε από 15,7% σε 17%), πλην αυτό έγινε με την μεταφορά πολλών σε καθεστώς αναστολής συμβάσεων ή εκ περιτροπής – συνεπώς «γράφονταν» μη-ενεργοί (αλλά και εισέπρατταν λιγότερο από 50% του μισθού τους, άρα συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος). Και ναι μεν Ιούνιος-Ιούλιος κατέγραψαν αύξηση στις καθαρές προσλήψεις λόγω προσδοκιών τουριστικής περιόδου (και λόγω κρατικής στήριξης), όμως η εν συνεχεία αποκαρδιωτική πορεία του τουρισμού βάρυνε το κλίμα. Ακόμη περισσότερο, η στροφή σε ευέλικτες μορφές (κάπου 50% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται») μειώνει τους εισπραττόμενους μισθούς, συνεπώς οδηγεί και εδώ σε υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αυτό, λοιπόν, θα είναι το ουσιαστικό φόντο για την συζήτηση των εργασιακών, πέρα και πάνω από τις κομματικές/ιδεολογικές κορώνες. Αυτό, συν – φτάσαμε στο πιο σημαντικό! – η αναδιάρθρωση της «μετακίνησης» της εργασίας προς τηλεργασία και εργασία από το σπίτι. Χωρίς αληθινό θεσμικό πλαίσιο...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/9/2020. 

Πώς θα λειτουργήσει το χρήμα στην εποχή του κορωνοϊού

Έφθασε ακόμη και ο ECONOMIST ή οι F.T. να εκδηλώνουν ένα είδος ανήσυχης απορίας για το πώς/πόσο οι χρηματιστηριακές εξελίξεις, διεθνώς, έχουν εντελώς αποσυνδεθεί/decoupled από την βαθύτερη ύφεση που γνωρίζουν οι οικονομίες στο διάβα του κορωνοϊού.
Μπορεί στις ΗΠΑ το β' 3μηνο να είχε καταγραφεί υποχώρηση κατά ένα ζαλιστικό 31,7% (βέβαια με αναπήδηση εν συνεχεία όσο χαλάρωναν, έστω και ασύντακτα, τα lock-down), μπορεί στην Ευρωζώνη η καλύτερη επίδοση να ήταν της Γερμανίας με
-10,1%, η χειρότερη της Ισπανίας με -18,5%, ή πάλιν εκτός ΕΕ εκείνη της Βρετανίας με -20,4%. όμως την ίδια στιγμή, μετά το σοκ των μηνών που προηγήθηκαν, ο Αύγουστος ήταν ο καλύτερος 25ετίας για τους δείκτες Dow Jones και S&P 500, ο Nasdaq των τεχνολογικών εταιρειών κέρδισε 10% μέσα στο ίδιο μήνα. Στην Ευρώπη που παραδοσιακά είναι λιγότερο εύκολη στους ενθουσιασμούς, το υψηλότερο σημείο στα Χρηματιστήρια (Euronext, LSE, Deutsche Boerse) πιάστηκε μετά τις αποφάσεις της Κορυφής του Ιουλίου για την μέσω Ταμείου Ανάκαμψης συγκροτημένη απάντηση της ΕΕ στην πρόκληση του κορωνοϊού. Λες και πραγματική οικονομία και Χρηματιστήρια να είναι σε άλλο πλανήτη...
Η αλήθεια είναι ότι η υπερ-χαλαρή νομισματική πολιτική που εφαρμόζεται απ' όλες τις Κεντρικές Τράπεζες στην Covid-19 εποχή, μαζί και με την δημοσιονομική χαλάρωση που παντού αποφασίστηκε, δημιούργησαν ένα στρώμα στήριξης χωρίς προηγούμενο – άνω των 10 τρις δολάρια κινητοποιήθηκαν διεθνώς (ας θυμηθούμε ότι το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν κάπου στα 88 τρις δολάρια προτού αρχίσουν οι προβλέψεις για επίπτωση του Covid-19. το σύνολο των διεθνών εμπορικών συναλλαγών περίπου 19 δις δολάρια). Η αλήθεια είναι επίσης ότι απογείωση γνώρισαν οι μετοχές των τεχνολογικών εταιρειών – η Apple ξεπέρασε σε συνολική κεφαλαιοποίηση τα 2 τρις δολάρια (+75% η τιμή της μετοχής της μέσα στην χρονιά), η Tesla που δεν έχει καν γράψει κέρδη αλλά βρίσκεται στην αιχμή της ηλεκτροκίνησης έχει κεφαλαιοποίηση 465 δις δολαρίων (με άνοδο σχεδόν 500%) – αυτά δε την στιγμή που η κραταιά General Motors βρίσκεται μόλις στα 42,6 δις δολαρίων, η δε ExxonMobil «βγαίνει» από τον δείκτη Dow Jones σημαίνοντας κάτι σαν αρχή τέλους για τον πετρελαϊκό κλάδο. Οι μετοχές Apple (στα 500 δολάρια) και Tesla (στα 2000) μόλις ολοκλήρωσαν split, σηματοδοτώντας μιαν επιστροφή στην ατμόσφαιρα πάρτι της εποχής των dotcoms, καθώς η επιδίωξη να προσελκύσουν ζήτηση μικρομετόχων πετυχαίνει απογείωση των τιμών τους.
Βλέποντας αυτού του είδους τον αποσυσχετισμό των πραγματικών οικονομιών από την κίνηση στις κεφαλαιαγορές, έχει αρχίσει (δειλά) μια συζήτηση για το τι μπορεί να σημαίνει και πού να οδηγεί η εξέλιξη αυτή. Οι φόβοι , πάντως, για πληθωριστική ολίσθηση – πόσο μάλλον έκρηξη – μέσα από την διαδικασία μαζικής παροχής ρευστότητας στις οικονομίες δεν δείχνουν να λαμβάνουν υπόσταση. Το αντίθετο μάλιστα: στην πρόσφατη συζήτηση επί της προοπτικής νομισματικής πολιτικής της Fed διαψευδόταν από τον Τζερόμ Πάουελ πρόθεση αύξησης-δείκτη των επιτοκίων όσο θα «σφίγγει» η αγορά εργασίας, ενώ και από την ΕΚΤ η Κριστίν Λαγκάρντ δείχνει προς διατήρηση των αντισυμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής μέχρι και μετά το 2021. Τα σημάδια δε που εκπέμπονται προς το διεθνές τραπεζικό σύστημα είναι ότι θα χρειαστεί να συμβιβαστεί/accommodate τον πελώριο δανεισμό που βρίσκεται υπό εξέλιξη και το χρέος που θα διαμορφωθεί (ήδη στο ξεκίνημα της κρίσης του κορωνοϊού βρισκόμασταν κατά το IIF – γνώριμό μας από την εποχή του Ελληνικού PSI ! – στα 258 τρις δολαρίων, με έκδοση κάτι σαν 12,5 τρις σε νέο χρέος, το 60% από κράτη), με υπαινιγμό ότι κάποιας μορφής «αποστείρωση» θα χρειαστεί μετατρέποντας σε perpetual ένα μέρος πάντως του χρέους Covid-19.
Βέβαια, τίποτε δεν είναι απλό στα θέματα αυτά, που εύκολα καταλήγουν σε υπεραπλούστευση – απόδειξη πώς η Modern Monetary Theory από απλώς ετερόδοξη προσέγγιση των Οικονομικών στιγμές-στιγμές ξεφεύγει πλέον στην δημόσια συζήτηση σε περίπου συνωμοσιολογική ανάγνωση, και πώς η ανάκληση από την εφεδρεία του Murray Rothbard (των ελευθεριακών οικονομολόγων, μετά την Αυστριακή Σχολή/v.d.Mises) καταλήγει να επικοινωνεί με την μαρξιανή κοινωνιολογική ανάλυση του χρήματος ως συμβολικής/σημειολογικής αξίας του Baudrillad.
Το τι θα σημαίνει πλέον για τον καθένα το χρήμα – μην χάνουμε από τον ορίζοντά μας το πώς η ίδια η πανδημία αξιοποιείται για γενίκευση της χρήσης ψηφιακού χρήματος – το πώς ροπή προς κατανάλωση, αποταμίευση (αναγκαστική: είδαμε την αύξηση των καταθέσεων) και απόφαση επένδυσης επηρεάζονται αποφασιστικά, αυτό είναι κάτι που θα μείνει πίσω. Κάτι καθοριστικό για την συνέχεια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/9/2020. 

Αποφλοιώνοντας μιαν εκδοχή στρατηγικής

Με κάποια διάσταση σαρκασμού μας επισημάνθηκε ότι εκείνο που περιγράψαμε, στο προηγούμενο σημείωμα της σειράς αυτής στις 24 Αυγούστου, ως «στρατηγικό στόχο» της αμέσως επόμενης περιόδου – καθώς η προηγούμενη προγραμματική προσέγγιση της σημερινής Κυβέρνησης, περί ριζικών μειώσεων των φόρων, υποχώρησης του Δημοσίου κοκ, προσέκρουσε στο παγόβουνο του Covid-19... - δηλαδή η διατήρηση ανοιχτής γραμμής επικοινωνίας με τις αγορές που για την ώρα κοιτάζουν ευνοϊκό το Ελληνικό χαρτί, δύσκολα γίνεται αντιληπτό ως στρατηγική. Ότι, δηλαδή, η διατήρηση του λόγου χρέους/ΑΕΠ κάπου εκεί στο 200% - όχι πώς πιάνεται εύκολα κι αυτός! – ως «διαβατηρίου» προς τις αγορές είναι πολύ χλωμή βάση, ώστε να μιλήσει κανείς για στρατηγική την στιγμή που π.χ. με κινήσεις όπως η επιτάχυνση της καταβολής των αναδρομικών των συνταξιούχων ή η επισώρευση ρυθμίσεων, επιμήκυνσης δόσεων ή και η ανανέωση επιδομάτων κρίσης λειτουργούν σαφώς ως τακτικές κινήσεις. Αν μη ως γνώριμη προετοιμασία εδάφους προς μια (ακόμη) ΔΕΘ.
Άλλωστε, ακόμη και ως τακτικές κινήσεις («ναυαγοσωστικές» τις αποκαλούσε πολύπειρος τραπεζίτης) οι προετοιμασίες μέτρων, όπως διακινείται, σε ένα εύρος 5 έως 6 δις ευρώ που δεν φθάνει καν το 3% του ΑΕΠ την στιγμή που η διαρροή πόρων από την τουριστική βύθιση και μόνον κινείται σε τάξη μεγέθους τετραπλάσια και βάλε. δεν είναι δε η μόνη απώλεια αυτή αφού οι τωρινοί εκ νέου περιορισμοί κατατρώγουν τον τζίρο στα μεγάλα αστικά κέντρα. Λειτουργεί και ο αντίστροφος πολλαπλασιαστής...
Μολαταύτα θα προτείνουμε στον αναγνώστη να επισκεφθεί μαζί μας δυο τουλάχιστον περιοχές πολιτικής όπου το να πολεμήσει κανείς προκειμένου να κρατήσει την καλή διάθεση τ ων αγορών έχει ενδιαφέρον. (Ειδικά όταν αναφέρεται σε μια Κυβέρνηση με καθ' υπόθεσιν φιλελεύθερα/αγοραία αντανακλαστικά. Το να το εξηγούσε αυτό ο οποιοσδήποτε στους κατήγορους τύπου Πολάκη κατά της προσπάθειας Ευκλείδη Τσακαλώτου, το 2018-19 , να μην ξεφύγει η διαχείριση «με ....... μια ακόμη παροχή στους δημόσιους υπαλλήλους» θα ήταν χαμένος κόπος).
Πρώτα, η γνώριμη σε όλους προστασία της πρώτης κατοικίας – δηλαδή το πιο ευαίσθητο, πολιτικά, σημείο του άγους των κόκκινων δανείων. Το θέμα πάλι πλησιάζει σε ανάφλεξη, όσον υποστασιοποιείται το ενδεχόμενο πλειστηριασμών: από το τέλος Ιουλίου δεν ισχύει η μετά πολλές παρατάσεις προστασία. Όχι, δεν θα αναφερθούμε εδώ στο Πρόγραμμα «Γέφυρα», που θα συνεχίσει να δίνει ενδιάμεση λύση επιδότησης μέχρι τέλος Ιανουαρίου – και τούτο, μάλιστα όχι μόνον σε «κόκκινους» αλλά και σε «πράσινους» οφειλέτες. Γιατί μπορεί ήδη να διακινείται η πληροφορία ότι άνω των 35.000 ενδιαφερομένων έχουν υποβάλει αίτημα υπαγωγής και θα μπορούσαν άλλο ένα 50% του αριθμού αυτού να προστεθούν μέχρι τον Σεπτέμβριο. μπορεί μάλιστα να έχει ανοίξει η όρεξη και για «Γέφυρα-2». Πλην όμως το πρόγραμμα αυτό αφορά όσους βρέθηκαν με πρόβλημα λόγω της πανδημίας. (Ή θα βρεθούν τώρα, όθεν και το «Γέφυρα-2»). Όμως... όσο κι αν το ξετεντώσει κανείς το πράγμα, πρόκειται για προσέγγιση ΚΑΙ πρόσκαιρη ΚΑΙ υπό προϋποθέσεις.
Εκείνο όμως που περιλαμβάνεται στο νέο πλαίσιο «δεύτερης ευκαιρίας»/πτώχευσης ιδιωτών, δηλαδή η δημιουργία ενός ad hoc σχήματος αγοράς και διαχείρισης των ακινήτων ιδιωτών που θα έχουν πτωχεύσει, μίσθωση με έως 12ετή σύμβαση προς αυτούς (στους πλέον ευάλωτους με κρατική επιδότηση του ενοικίου) και με δικαίωμα επαναγοράς/first option στην λήξη, μπορεί να αποδειχθεί ενδιαφέρον. Αν στηθεί σωστά! Δεν είναι ένα σχήμα απλό στην κατανόηση από την κοινή γνώμη (ακόμη λιγότερο από τα πρωϊνάδικα) , αλλά δίνει μια διέξοδο στις τράπεζες και δεν «ξεσπιτώνει» κόσμο. Έχει ασφαλώς αρκετά γκρίζα σημεία – αποτιμήσεις, μίσθωμα σε επίπεδα αγοράς, τίμημα επαναγοράς – και χρειάζεται τελική έγκριση Τρόικας /Θεσμών. Προπαντός, όμως, χρειάζεται σοβαρή διαγωνιστική διαδικασία για ανάδειξη του φορέα διαχείρισης, που θα είναι ένας μόνον (για να μην υπάρχουν παρατράγουδα αλληλοϋπονόμευσης εν ονόματι του ανταγωνισμού), ιδιωτικός και γνώστης του πώς τα ενυπόθηκα δάνεια που θα αποκτήσει μαζί με τα ακίνητα θα τιτλοποιηθούν/«πακεταριστούν» ανάλογα με τον κίνδυνο που φέρουν. Και... θα διατεθούν στην αγορά – να, λοιπόν, πού χρειάζεται η αναγνώριση του «Ελληνικού κινδύνου» από τις αγορές.
Αυτού του είδους το σχήμα, κάτι σαν «Ηρακλής-2» (ήδη στον «Ηρακλή» η Eurobank και η Alpha, κοντά η συνέχεια) την ώρα που προωθείται και η πρόταση ΤτΕ για σχήμα AMC /συνολικής διαχείρισης προβληματικών στοιχείων ενεργητικού, καθώς αναμένεται και μια νέα γενεά μη-εξυπηρετούμενων δανείων κάπου στα 10 δις ευρώ (τα ήδη γνωστά ως Covid-19 NPLs...), δείχνει τι στρατηγικό βάθος μπορεί να έχει η δημιουργία (έγινε), διατήρηση (γίνεται) και η εμβάθυνση της επικοινωνίας με τις αγορές.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 29/8/2020. 

Στον (…ανηφορικό) δρόμο της επιστροφής

Όλοι το γνώριζαν, όλοι το αποδέχονταν ότι η επαναδρομολόγηση της συζήτησης για την οικονομική πολιτική της αμέσως επόμενης περιόδου («τώρα που δίπλωσε το καλοκαίρι») θα καθοδηγείται κυρίως από την – διαφαινόμενη, μέρα την ημέρα – εξέλιξη της πανδημίας του Covid-19.
Για την ώρα, η αναζωπύρωση /πύκνωση των κρουσμάτων απωθεί τις ελπίδες για μια αισιόδοξη εξέλιξη σε επίπεδο οικονομικών επιπτώσεων. Οι κάποιες εβδομάδες τουριστικής λειτουργίας ήδη περνούν σε βαθμιαίο πάγωμα, ενώ μέτρα τοπικών lock-down κι ακόμη περισσότερο πυκνές διαρροές για επόμενες φάσεις περιοριστικών ρυθμίσεων σκοτεινιάζουν κι άλλο τον ορίζοντα. Η κίνηση προς γενίκευση των έκτακτων μέτρων τύπου Πόρου ή Πάρου/Αντιπάρου – με curfew/κλείσιμο εστιατορίων και μπαρ, κυρίως όμως με όριο ατόμων σε δημόσιες ΚΑΙ ιδιωτικές εκδηλώσεις στην Περιφέρεια Αττικής (δηλαδή στα 2/5 της Ελλάδας) – και τούτο παράλληλα με τις εκκλήσεις για εκούσια, μέχρι στιγμής, καραντίνα όσων επιστρέφουν από διακοπές, δημιουργεί ένα κλίμα. Του οποίου, εν αναμονή των αποτελεσμάτων σε επιδημιολογικό επίπεδο, θα δούμε αμεσότερα τις συνέπειες σε επίπεδο οικονομικών επιπτώσεων στο ξεκίνημα του φθινοπώρου.
Στο ίδιο ξεκίνημα του φθινοπώρου – πρώτη βδομάδα... –θα πληροφορηθούμε, μέσω ΕΛΣΤΑΤ, το πού ισορρόπησε το α' 6μηνο της χρονιάς, επισήμως, η οικονομική δραστηριότητα. Και τούτο την στιγμή που, πρακτικά, θα έχει «τρέξει» και το περισσότερο από το κρίσιμο γ' 3μηνο, με τα πρόδρομα σημάδια του.
Με αυτά τα δεδομένα, τα άμεσα μέτρα πολιτικής – αν και σημαντικότερη θα' ναι η λογική που θα φανεί ότι λειτουργεί πίσω από τα μέτρα, όπως π.χ. με την προαναγγελία «ειδικών πρωτοκόλλων» για την επιστροφή στην εργασία τώρα, μετά τις διακοπές, όσων έτυχε/μπόρεσαν να έχουν διακοπές! – θα έχουν ενδιαφέρον να δούμε πώς θα ζυγιαστούν.
Ήδη, ως τροχιοδεικτικές βολές λειτουργούν η παράταση της δυνατότητας αναστολής των συμβάσεων εργασίας καθώς και του Προγράμματος Συν-Εργασία. Η πρώτη έχει ήδη καλύψει μέχρι και Σεπτέμβριο (για τουρισμό, ξενοδοχεία εποχικής ή μη λειτουργίας τουριστικά γραφεία, μεταφορές, εστίαση, κοκ), αν και η πληρωμή των 534 ευρώ/μήνα ή 17,8/ημέρα σε αποζημίωση ειδικού σκοπού έχει «κολλήσει» από τον Ιούνιο. Παρά την καταληκτική ημερομηνία της 30/9, ακούγεται εδώ επιμήκυνση μέχρι Νοέμβριο – αλλά και διεύρυνση του πλαισίου δικαιούχων/επιλέξιμων ΚΑΔ.
Όσον αφορά το Πρόγραμμα «Συν-Εργασία» (για επιχειρήσεις με μειώσεις τζίρου άνω του 20%, ανεξαρτήτως κλάδου) με την πλήρη κάλυψη των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών μέχρις Οκτώβριο και την 60% κάλυψη απωλειών μισθού, συνεχίζεται η διστακτική προσφυγή σ' αυτό. Δεν υπάρχει ιδιαίτερη αμφιβολία για το ότι ο λόγος της διστακτικότητας των επιχειρήσεων να προσέλθουν είναι η σαφής απαγόρευση απολύσεων: μπορεί οι 32.000 ενταχθέντες εργαζόμενοι του Ιουνίου να έγιναν 48.500 τον Ιούλιο, και τούτο για 5.500 επιχειρήσεις, να μην αποτελούν αμελητέο μέγεθος, όμως παραμένει απλή υποβοήθηση της κατάστασης.
Διόλου περίεργο, πολιτικά, που σ' αυτό το πεδίο – της στήριξης των εργαζόμενων και των επιχειρήσεων – είναι που δίνεται πολιτικά /επικοινωνιακά η έμφαση. Όμως μεγαλύτερο βάρος αποδίδεται στην προσπάθεια να διατηρηθεί η ρευστότητα στις επιχειρήσεις. Και εδώ, μπορεί να υπήρξε προσπάθεια οι πρώτες προσεγγίσεις – της μέσω τραπεζών και π.χ. του προγράμματος ΤΕΠΙΧ-ΙΙ ή του Ταμείου Εγγυοδοσίας παροχής ρευστότητας – να θεωρηθούν επιτυχείς. πλην όμως ακόμη και από επίσημα χείλη (και τι επισημότερο από τις επικρίσεις Αδώνιδος Γεωργιάδη για την στάση των διαμεσολαβουσών τραπεζών;...) ακούστηκαν επιφυλάξεις. Πολλές. Τελικά, μόνον η καημένη η – άμεση, αυτόματη – επιστρεπτέα προκαταβολή του ΥΠΟΙΚ/της ΑΑΔΕ στο myBusinessSupport, που ήδη πηγαίνει για τρίτη φάση (με πιθανολογημένο κόστος 1,2 δις ευρώ) από φθινόπωρο, μετά τους δυο ήδη πετυχημένους κύκλους άνοιξης/καλοκαιρού με συμμετοχή άνω των 80.000 επιχειρήσεων «γράφει» θετικά. Πάντως ακόμη περισσότερο υποσχόμενη δείχνει η προσδοκία νέας ρύθμισης χρεών, πολύ πέρα εκείνων της πρώτης φάσης των lock-down/Μαρτίου-Μαΐου, ρύθμισης χρεών που μπορεί να φθάσουν και μέχρι το τέλος του 2020 «βλέποντας» έως και 2,5 δις σε διευκόλυνση 12μηνη (ακούστηκε και 24μηνη).
Είναι χαρακτηριστικό ότι την έμφαση στην ρύθμιση χρεών και σε «χρηματοδοτικά εργαλεία χωρίς την μεσολάβηση τραπεζών» θέτουν ως προτεραιότητα επιχειρηματίες της εστίασης και της αναψυχής, που μετά το κλείσιμο μεσάνυχτα έως πρωί θεωρούν ότι βρίσκονται σε «ισοδύναμο lock-down». Όσο τα πράγματα θα γίνονται πιο συγκεκριμένα, τόσο – φρονούμε – θα χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή, π.χ. στην λογική αναζήτησης/στόχευσης «ενόχων» της επανακάμπτουσας πανδημίας: οι νέοι «που δεν προσέχουν», οι «μη-μασκοφόροι» που ακολουθούν το παράδειγμα επωνύμων/πολιτικών/ιερωμένων στις φάσεις photo-opportunity του καλοκαιρού, αυτοί είναι λύσεις ευκολίας ως στόχοι. Οι λύσεις ευκολίας αφήνουν πίσω λακκούβες στον δρόμο της επιστροφής. Ομοίως το υπουργικό: «δεν είναι επικίνδυνος ο συνωστισμός για 2-3 ώρες».

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/8/2020. 

Φορολογικοί σχεδιασμοί και μεσαία τάξη

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς η – επισήμως κατατεθειμένη για δημόσια διαβούλευση – Ενδιάμεση Έκθεση της Επιτροπής Πισσαρίδη αξιοποιείται όπως ο καθένας βολεύεται (και, συνεπώς, όπως επιλέγει θέμα, ή οπτική γωνία, ή και ατάκα). Πώς ένα απλά γραμμένο, όμως καθόλου απλουστευτικό κείμενο οδηγεί σε ασύμβατες κατευθύνσεις.
Ας σημειώσουμε ότι μια πύκνωση ενδιαφέροντος, με αντίστοιχα ανάδειξη προβληματισμών/εισηγήσεων της Έκθεσης Πισσαρίδη, παρατηρείται γύρω από τα φορολογικά. Είχαμε από νωρίς σημειώσει πώς – ακόμη και προτού κατατεθεί/ανοίξει σε συζήτηση το κείμενο – ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε επιλέξει να δημοσιοποιήσει ως πρόθεση της Κυβέρνησης να «αξιοποιήσει» κάτι σαν 6 δις ευρώ από τα 32+ του διαβόητου Ταμείου Ανάκαμψης για χρηματοδότηση των (σχεδιαζόμενων) φορολογικών ελαφρύνσεων και μειώσεων ασφαλιστικών εισφορών.
Ο υπερβολικός ενθουσιασμός προς αυτήν την κατεύθυνση , τώρα, συμμαζεύτηκε: ένα πληρέστερο πακέτο φορολογικών ελαφρύνσεων προωθείται για προ-συζήτηση με Βρυξέλλες – ευτυχώς. Ένα πράγμα είναι να θεωρείς ότι διαθέτεις δημοσιονομικό χώρο (για το 2020, ήδη και για 2021 το Σύμφωνο Σταθερότητας/αποφυγής ελλειμμάτων έχει μπει στην κατάψυξη σύμφωνα με τον Βάλντις Ντομπρόφσκις). Διαφορετικό να θεωρείς ότι έχεις εσύ ειδικά διαθέσιμους για τον σκοπό αυτό πόρους διαρθρωτικών χρηματοδοτήσεων (αυτοί είναι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι όμως όλο και απαιτούν κάποιοι προγραμματάκι). Εντελώς άλλο είναι να «αποφασίζεις» ότι δεν ισχύει πια για σένα καμιά δέσμευση της Ενισχυμένης ΜεταΜνημονιακής Παρακολούθησης, ή Εποπτείας (ανεξαρτήτως του ότι η δέσμευση για 3,5% του ΑΕΠ σε πρωτογενές πλεόνασμα παραμένει παγωμένη).
Ενώ, πάντως, από πλευράς χάραξης πολιτικής – και πάντως ανακοίνωσης σχεδιασμών: ακόμη και ιντερνετικά, η ΔΕΘ πλησιάζει... - τα πράγματα παίρνουν την σειρά τους, από πλευράς μηντιακής προσέγγισης των φορολογικών παρατηρείται συνωστισμός ιδεών. Οι οποίες ιδέες δεν είναι πάντα συμβατές ανάμεσά τους. Έτσι, πάντα με αναγωγή στις εισηγήσεις πολιτικής Πισσαρίδη, είδαμε αρχικά να προελαύνει η μείωση ή και κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης. παράλληλα η μείωση του τέλους επιτηδεύματος. ύστερα η – γενική, όχι μόνον σε περιπτώσεις όπου λειτουργεί η πίεση του κορωνοϊού – μείωση της προκαταβολής φόρου για την επόμενη χρήση. Διαφορετική είναι, ωστόσο, η διακινούμενη πρόθεση για συνέχιση της μείωσης του ΕΝΦΙΑ όπου, θυμίζουμε, είχε υπάρξει – γενική, κλιμακωτή – η πρώτη κίνηση οικονομικής πολιτικής ευθύς ως ανέλαβε τα ηνία η σημερινή Κυβέρνηση (και προτού μας έρθει ο Covid-19). διαφορετική/πιο διαρθρωτική, η αναφορά σε μεταβίβαση του ΕΝΦΙΑ ή μέρους του ΕΝΦΙΑ, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (με, ή χωρίς δυνατότητα ορισμού της κλίμακας επιβάρυνσης). εντελώς διαφορετική υπόθεση η πρόθεση για μείωση ή εξάλειψη του «συμπληρωματικού φόρου» ακινήτων, ο οποίος προστίθεται στον κυρίως ΕΝΦΙΑ για τις μεγάλες περιουσίες.
Για όποιον δεν έχει τα μεγέθη πρόχειρα, πάνω από 7,3 εκατομμύρια είναι τα σημειώματα ΕΝΦΙΑ που εκδίδονται από την ΑΑΔΕ για την είσπραξη κάπου 2,5 δις ευρώ (η βάση υπολογισμού δίνει κάπου 3,2 δις, η εισπραξιμότητα όμως...). Ο «συμπληρωματικός φόρος», που κάνει τον ΕΝΦΙΑ από φόρο ακινήτων, φόρο μεγάλης – δηλαδή... άνω των 250.000 ευρώ σε συνολική αντικειμενική αξία – ακίνητης περιουσίας, αφορά 450.000 άτομα συν κάπου 50.000 εταιρείες, όμως αποδίδει 650 εκατομμύρια από τους πρώτους, συνολικά 1 δις ευρώ. Μιας και αναφερθήκαμε στην εισφορά αλληλεγγύης, που ξεκινούσε από τα 12.000 ευρώ/έτος (με συντελεστές από 2,2% μέχρι και 10%), αυτή αποδίδει κάτι σαν 650 εκατ. ευρώ. Ενώ, αθροιζόμενες, οι κατηγορίες τέλους επιτηδεύματος «φέρνουν» 435 εκατ. ευρώ. Δεν θάπρεπε να χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για νάναι φανερό ότι οι διάφορες αυτές εκδοχές φορολογικού σχεδιασμού αφορούν διαφορετικά «κοινά». Ούτε βέβαια ιδιαίτερη φαντασία, για να συνειδητοποιηθεί ότι δεν μπορούν να σωρευθούν όλες οι προσεγγίσεις – μαζί, άλλωστε, και με την μείωση του φορολογικού συντελεστή εταιρειών από 28% στο 24%, του φόρου μερισμάτων από το 10% στο 5%.
Η Επιτροπή Πισσαρίδη θέτει ως προτεραιότητα την στήριξη (δηλαδή: την μείωση των επιβαρύνσεων) της μισθωτής εργασίας. Πέρα από την – άλλη προσέγγιση – μείωση του μη-μισθολογικού κόστους στην παραγωγή. Η ίδια Επιτροπή δεν προσεγγίζει ευθέως το θέμα, όμως γενικευμένη είναι η αίσθηση ότι στις προτεραιότητες – όχι δε μόνον της σημερινής Κυβέρνησης, ακόμη και της προηγούμενης που «ζεματίστηκε» από την διακηρυχθείσα μεροληψία της υπέρ μη-προνομιούχων – βρίσκεται πολύ ψηλά η μεσαία τάξη. Όμως... ποια μεσαία τάξη;
Προτού πάνε βαθύτερα στην αναζήτηση, ας διαβάσουν οι διαμορφωτές πολιτικής το «Μεσαίο Κενό: η Ακμή και η Κρίση της Μεσαίας Τάξης», του Φοίβου Καρζή. Θα τους βοηθήσει, πολύ. Mεσαία τάξη ως διεκδίκηση ανόδου; Ως κατοχύρωση κεκτημένων; Ως άρνηση κάθε διακινδύνευσης;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/8/2020. 

Subcategories

  • Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας


    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο.


     

    Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ/η Κυβέρνηση Τσίπρα/η διαπραγματευτική προσέγγιση Βαρουφάκη έχει αναζητήσει ρίζες στον ιδιαίτερο συμβολιστή ποιητή Αντόνιο Ματσάδο. Όμως, έτσι, όπως επενδύθηκαν - με πολύ σώου, με πληθωρικές δηλώσεις, με πενιχρό πολιτικό περιεχόμενο πλην της διάθεσης κόντρας και τα κάποια στοιχεία αναδίπλωσης - οι ημέρες μετά το ξεκίνημα των Ευρωπαϊκών περιπλανήσεων Τσίπρα και (κυρίως!) Βαρουφάκη, αληθινά θυμίζουν το Se hace camino al andar/ Ο δρόμος χαράζεται περπατώντας.
    Έτσι, με αναζήτηση ενός κάποιου περιεχομένου για την πληθωρική φόρμα, φθάσαμε στις Προγραμματικές Δηλώσεις, που κινδυνεύουν να είναι το πιο αστραπιαία μεταφραζόμενο κείμενο στην διεθνή σκηνή! Με το καημένο το "Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης" να επιχειρείται να αποκτήσει αποτύπωση που και τους "έξω" να μην συνταράξει περισσότερο, κι εμάς τους "μέσα" να κρατήσει σε ενθουσιασμό.
    Ενώ όμως φαίνεται ότι τελικά θα καταλήξουμε και με Φόρο Επιδεικτικής Κατανάλωσης (αντί του πεζού Φόρου Πολυτελείας: ο Ανδρέας Παπανδρέου θα δάκρυζε, βλέποντας υλοποίηση Thorstein Verblen) και με Ταμείο Εθνικού Πλούτου (αντί για ΤΑΙΠΕΔ: σοφή η ιδέα να συνδυαστεί η εκποίηση/αξιοποίηση με την υπόσχεση για διάσωση του Ασφαλιστικού), συν μια καμπάνια κατά των ολιγαρχών και της ("μεγάλης") φοροδιαφυγής, τα διαβολεμένα τα νούμερα δεν εμφανίζονται στο προσκήνιο. Στο EuroWorkingGroup η εξήγηση ήταν... οι Προγραμματικές που δεν είχαν αναγνωσθεί! Στο δίδυμο Eurogroup της 11ης/16ης Φεβρουαρίου, το ζήτημα κινδυνεύει να είναι σαφώς πιο δυσάρεστο (η Κορυφή της 12ης είναι ούτως ή άλλως "πολιτική"). Στην σταθερή πίεση των "εταίρων" για νούμερα, για ποσοτικοποίηση των πολιτικών όχι απλώς συγκεκριμένη αλλά και πειστική, η Ελληνική στάση είναι Βαρουφακική: "Give us time and give us space". Που στην πραγματικότητα έχει την ακόλουθη απόδοση: "Δώστε μας χρόνο να σκεφθούμε τι θέλουμε/Δώστε μας περιθώρια μέχρις ότου εσείς (οι "εταίροι") σκεφθείτε τι θα μπορούσατε να δώσετε/πού και πώς θα μπορούσατε να χαλαρώσετε ένα κακοσχεδιασμένο και εκ του αποτελέσματος αποτυχημένο Πρόγραμμα, στο οποίο εμείς ζούμε και πνιγόμαστε (και το βλέπετε) εδώ και 5 χρόνια".
    Στην πιεστική απαίτηση των "εταίρων" για νούμερα, για στοιχεία , η Ελληνική πλευρά αντιπαρατάσσει ενδιαφέρουσες διαβεβαιώσεις, όπως για δημοσιονομική ισορροπία, ή πάλι για (ήπιο) πρωτογενές πλεόνασμα. Το πρόβλημα πού είναι; Έρχεται η δική μας διαβεβαίωση, π.χ. του τύπου: "Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα διαρρυθμιστεί χρονικά, αλλά δεν έχει και δημοσιονομική επίπτωση, άσε που θα σημάνει πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές, άρα... μείωση των απαιτήσεων του Ασφαλιστικού από τον Προϋπολογισμό". Η άλλη πλευρά σπεύδει να παρατηρήσει: "Ωραία, όμως έχετε υπολογίσει πόσο η αύξηση κατωτάτων θα σημάνει σε αύξηση π.χ. του επιδόματος ανεργίας; Και πόσο στα επιδόματα μητρότητας; Πόσο και πώς θα "περάσει" στον υπολογισμό των συντάξεων; Α, ναι, και με τις υψηλότερες ασφαλιστικές εισφορές, πώς την βλέπετε την εισπραξιμότητα;"
    Αυτού του είδους την προσέγγιση, πάτε την τώρα και απλώστε την σ' όλο το φάσμα των Προγραμματικών όπως θα μεταφράζονται σε Πρόγραμμα - όχι πλέον "Θεσσαλονίκης", αλλά "ηπίως ψαλιδισμένο" ώστε να φαντάζει συμβατό με μια συζήτηση Eurogroup...
    Ή δείτε πάλι, την προσέγγιση να ζητηθεί η συμβολική αντικατάσταση της Τρόικας - η οποία και μισήθηκε, αλλά και απέτυχε ως "ελεγκτής" - με κάτι "άλλο". Σαν στοιχείο αυτού του "άλλου" κάποια στιγμή συζητήθηκε (όχι δε μόνον στην Αθήνα) και ο ΟΟΣΑ. Τον οποίο, βέβαια, γνώρισε πρόσφατα η ελληνική κοινή γνώμη ως εμπνευστή του διαβόητου toolkit/της εργαλειοθήκης: έκανε περισσότερο κακό η συζήτηση γύρω από το ζήτημα αυτό, έτσι όπως έγινε, παρά ο,τιδήποτε άλλο στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων.
    Ο ΟΟΣΑ, οργανισμός με εγγενώς διακρατική υφή, ενώ έχει και γνώση και λόγο - και δεν διστάζει να εκφραστεί με σαφήνεια και ένταση - δεν έχει συσχετισθεί με την γεύση επιβολής του ΔΝΤ και των Βρυξελλών. Εχει δε πρόσφατα "γνωρίσει" (με αφορμή το toolkit) την Ελληνική πραγματικότητα απο κοντά, έχει παίξει ρόλο υποβοήθησης των συνεννοήσεων ο Γενικός Διευθυντής του Ανχελ Γκουρία, που θάναι (στις 11 Φεβρουαρίου, κι αυτός!) στην Αθήνα.
    Όμως , με εμάς να αναζητούμε τον όποιο δρόμο περπατώντας, χρειάζεται παρόμοιες τομές να τις προωθήσει η "άλλη πλευρά". Καθώς και να παρατείνει (με δική της πρωτοβουλία;) τον χρόνο που τελειώνει.
    This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

     

    Το κείμενο του Α.Δ.ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΙΔΗ  δημοσιεύτηκε στη ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ 9.2.2015

    Article Count:
    0