Κυριακή, 25 Αύγουστος 2019

Εχει η τρικομματική συμφωνία μέλλον;

Τα μέτρα λιτότητας και η διαχείριση των προσδοκιών

Δεν είναι λίγοι ιδίως στον χώρο της συγκυβερνώσας Αριστεράς που επιμένουν ότι η κυβέρνηση πρέπει να τηρήσει την τρικομματική συμφωνία του Ιουνίου. Το κύριο επιχείρημά τους είναι ότι αν αυτό δεν συμβεί απειλείται η αξιοπιστία τους και, επομένως, οι εκλογικές τους προοπτικές.

Το θετικό της συμφωνίας ήταν ότι έκανε δυνατό τον σχηματισμό κυβέρνησης σε μια στιγμή, στην οποία είχαν εκδηλωθεί σημάδια πανικού. Σε όρους πολιτικής ηθικής (που όμως σπάνια ικανοποιούνται) έχουν δίκιο όσοι επικαλούνται τη συμφωνία ως βάση για τις σχεδιαζόμενες αποφάσεις οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Αλλά, η δέσμευση εκείνη ήταν εξ αρχής ξεπερασμένη από τις ευρύτερες εξελίξεις στην Ευρώπη. Με την έννοια αυτή ήταν μια συμφωνία αυτοκτονίας. Η εμμονή σε αυτή παρακάμπτει ουσιαστικά ζητήματα πολιτικής, π.χ. πώς θα αποφύγουμε τη χρεοκοπία!

Πράγματι, η τρικομματική συμφωνία έτεινε να εξαλείψει την προοπτική για δημοσιονομική εξυγίανση και βαθιές μεταρρυθμίσεις. Ηταν προϊόν συμβιβασμού. Πρόβλεπε πέρα από διάφορα αυτονόητα (π.χ. αξιοποίηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων) ελαφρύνσεις, νέες παροχές και κόκκινες γραμμές, π.χ. υπεράσπιση των μισθών και συντάξεων, ανάκληση των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις, επέκταση των επιδομάτων ανεργίας, μείωση φορολογικών συντελεστών, αποτροπή απολύσεων στο Δημόσιο, διάσωση της ΑΤΕ κ.ά. Τα μέτρα ήταν ως προς την πλευρά των παροχών και ελαφρύνσεων συγκεκριμένα και υπηρετούσαν κάπως τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά συνολικά απομάκρυναν από τον στόχο της δημοσιονομικής εξυγίανσης και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας. Παρά την αρχική συμφωνία και τις δηλώσεις που συνοδεύουν τους χειρισμούς έκτοτε, η κυβέρνηση ευτυχώς δείχνει ρεαλισμό. Προσπαθεί να επιταχύνει κρίσιμες ιδιωτικοποιήσεις, να εκλογικεύσει δημόσιες δαπάνες σε ορισμένους ευαίσθητους τομείς (βλ. συντάξεις - μαϊμού), να αποκαταστήσει την ισχύ του νόμου, να εφαρμόσει ό,τι έχει ψηφίσει η Βουλή στις ΔΕΚΟ κ.ά. Τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού αναζητούν στην πράξη μέτρα που υπηρετούν το εθνικό συμφέρον, αλλά έχουν πρόβλημα νομιμοποίησης.

Εξαίρεση ήταν η εσπευσμένη τροποποίηση του νόμου για την Ανωτάτη Παιδεία που έστειλε λάθος μηνύματα στην κοινωνία και ουσιαστικά απειλεί να ενισχύσει τις δυνάμεις του status quo, αν και, όπως επεσήμανε ο Γ. Μπαμπινιώτης έλυσε μερικά λειτουργικά προβλήματα. Επίσης, σε ορισμένους ευαίσθητους τομείς η πρόοδος αργεί (φοροδιαφυγή, δημόσια διοίκηση, προστασία του περιβάλλοντος).

Δεν είναι βέβαιο πόσες αντοχές έχει η κυβέρνηση. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι κυβερνήσεις συνασπισμού είναι ασταθέστερες από μονοκομματικές κυβερνήσεις. Βέβαια, τη σταθερότητα των κυβερνήσεων επηρεάζουν πολλοί άλλοι παράγοντες εκτός της σύνθεσής τους. Ισως ο σημαντικότερος από αυτούς είναι η φύση του κοινωνικού κεφαλαίου και των με αυτό συνυφασμένων πολιτικών παραδόσεων. Κατά τη γνώμη μου, σε χώρες μη εμπιστοσύνης όπως είναι η ελληνική, όπου εκτός άλλων επικρατούν πελατειακές παραδόσεις, οικογενειακοί δεσμοί, πανίσχυρες συντεχνίες και εκτεταμένος κρατισμός), κυβερνήσεις συνασπισμού είναι ασταθέστερες από εκείνες χωρών εμπιστοσύνης!

Πιθανόν, λοιπόν, η σημερινή κυβέρνηση συνασπισμού παρά τον αξιοσημείωτο ακτιβισμό της είναι πολύ ασθενέστερη από όσο δείχνει η κοινοβουλευτική της πλειοψηφία. Τις επόμενες εβδομάδες, καθώς θα πρέπει να περάσουν από τη Βουλή διάφορα μέτρα, θα τη δοκιμάσουν ισχυρότερες φυγόκεντρες δυνάμεις. Αν η πλειοψηφία διαλυθεί, η χώρα θα βρεθεί σε νέες περιπέτειες.

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η αγωνία για την κομματική συνοχή και εκλογική επιβίωση υποκρύπτει μια μεγάλη, ας πούμε αντικειμενική δυσκολία: η σοβαρότητα των προβλημάτων του ελληνικού κράτους επιβάλλει περισσότερο από ποτέ θεσμική αναδόμηση ευρείας κλίμακας, που σε πολλούς τομείς σημαίνει μείωση του κράτους και της κρατικής παρέμβασης. Αυτό είναι μεν αναγκαίο αλλά έχει απέναντι μια κοινωνία που ελάχιστη εμπιστεύεται τους πολιτικούς μετά από όσα συνέβησαν και, το σπουδαιότερο, ειδικά σε περίοδο κρίσης, περιμένει ή απαιτεί περισσότερο κράτος! Πρόσφατες έρευνες έδειξε ότι άτομα που βιώνουν οικονομικές κρίσεις (ιδίως αν ανήκουν στη γενιά των 18-25 ετών) τείνουν να υποστηρίζουν περισσότερο αναδιανεμητικές πολιτικές μέσω κρατικών θεσμών. Πιθανόν, έτσι εξηγείται εν μέρει τουλάχιστον η απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ στις νεότερες γενιές. Τέλος, οι αντιλήψεις που διαμορφώνονται σήμερα θα επηρεάσουν το αυριανό ιδεολογικό κλίμα και σε τελευταία ανάλυση τις επιλογές πολιτικής.

Εδώ, σε αυτήν την αντίφαση μεταξύ αναγκαίας πολιτικής και προσδοκιών, εντοπίζουμε μια πρόσθετη πηγή πολιτικής αστάθειας, πέρα από τις αντιστάσεις των συντεχνιών. Επομένως, η διαχείριση των προσδοκιών πρέπει να είναι αναπόσπαστο μέρος της κυβερνητικής πολιτικής.

*Δείτε εδώ το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στα Νέα στις 18-08-2012.

*Ο Πάνος Καζάκος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση