Πέμπτη, 18 Οκτώβριος 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Η ανάπτυξη της χώρας απαιτεί την άμεση ανασύνταξη του κοινωνικού διαλόγου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ανάπτυξη της χώρας
απαιτεί την άμεση ανασύνταξη του κοινωνικού διαλόγου

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή της Ελλάδος (Ο.Κ.Ε.) διοργάνωσε σήμερα, Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2018, στο πλαίσιο της σύγκλησης της Ολομέλειάς της, συζήτηση με τους φορείς-μέλη της για την ανασύνταξη του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου στη χώρα, ο οποίος τα τελευταία χρόνια υποβαθμίστηκε σημαντικά.
Στη συνεδρίαση συμμετείχαν ο Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, κ. Νίκος Βούτσης, ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης κ. Γιάννης Δραγασάκης, ο πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και πρώην Υπουργός Οικονομικών κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ο Αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Υπουργός Ανάπτυξης κ. Κωστής Χατζηδάκης. Επίσης, ο κ. Σωκράτης Φάμελλος, Αν. Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Στην εναρκτήρια ομιλία του ο Πρόεδρος της Ο.Κ.Ε. κ. Γιώργος Βερνίκος αναφέρθηκε στο έργο της Ο.Κ.Ε. και στις διεθνείς συνεργασίες της για θέματα που αφορούν κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας. Επίσης, τονίζοντας τη σημασία του κοινωνικού διαλόγου για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας και τη βιώσιμη ανάπτυξη, επεσήμανε την ανάγκη ανασύνταξης του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου και την τήρηση της υποχρεωτικότητας που προβλέπει το Σύνταγμα και η νομοθεσία για την έκφραση αιτιολογημένη γνώμης της Ο.Κ.Ε. πριν από την ψήφιση των νομοσχεδίων στη Βουλή για θέματα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
Ο κ. Βούτσης υπογράμμισε ότι «σε ό,τι αφορά τον απολογισμό και τη στρατηγική ανασύνταξη του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου στο πλαίσιο της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, σήμερα είναι πιο εύκολο να γίνει, ακριβώς επειδή άρχισε να λειτουργεί η προϋπόθεση του άκρως σημαντικού θεσμού των συλλογικών διαπραγματεύσεων με στόχο την ολοκλήρωσή του. Άρα ο ανταγωνισμός και οι συνθέσεις μπορούν να δώσουν ακόμη μεγαλύτερο νόημα στην ανάγκη του κοινωνικού διαλόγου για την επίτευξη ενός modus vivendi πάνω σε ορισμένα θέματα. Σε σχέση με την πολιτική ατζέντα των κομμάτων και το κατά πόσον έχουν αισθανθεί και ιεραρχήσει την ανάγκη του κοινωνικού διαλόγου, αλλά και του διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών, πιστεύω ότι έχουμε μπει πλέον -κι αυτό είναι χαρακτηριστικό της νέας περιόδου- σε μια συστηματική προσπάθεια προγραμματικής ανασυγκρότησης των κομμάτων και εμβάθυνσης πάνω στα νέα δεδομένα, μετά από τη φάση κατά την οποία υπήρξαν κάποιες συγκεκριμένες, κάθε φορά, δεσμεύσεις, που έπρεπε να υλοποιούνται για να προχωράνε οι αξιολογήσεις» πρόσθεσε ο Πρόεδρος της Βουλής.
Ο κ. Δραγασάκης τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι χρειάζεται «να υποστηριχθεί ένας κοινωνικός και πολιτικός διάλογος που θα ενισχύσει τις άμυνες της δημοκρατίας απέναντι στις απειλές που αναδύονται. Αυτή η συνθήκη, προτάσσει μια διττή ανάγκη, τόσο εντός χώρας όσο και στο επίπεδο της Ευρώπης. Από τη μία πλευρά είναι ζωτικής σημασίας ένας χώρος εθνικού διαλόγου με στόχο την ευρύτερη συναίνεση γύρω από ζητήματα θεμελιακά για την επιβίωση της δημοκρατίας (πώς, για παράδειγμα, αντιμετωπίζουμε την ακροδεξιά απειλή, που αποτελεί έκφανση της διάρρηξης των κοινωνικών συμβολαίων και της υπονόμευσης της εμπιστοσύνης). Από την άλλη, για να επανασυνδεθεί το κοινωνικό με το πολιτικό είναι κρίσιμο να μορφοποιηθεί ένας χώρος προοδευτικού διαλόγου, χώρος δηλαδή συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων με στόχο τη διαμόρφωση μιας βιώσιμης εναλλακτικής απέναντι στην νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία που όπως απέτυχε να αποτρέψει την κρίση, με τις γνωστές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες, απέτυχε και στη διαχείρισή της με τις τάσεις αυταρχικής πολιτικής εκτροπής να πληθαίνουν στην Ευρώπη».
Ο κ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στη σημασία της γνώμης της Ο.Κ.Ε. «όταν διατυπώνεται κατά την κατάρτιση του νομοσχεδίου, πριν καν τη θέση ενός προσχεδίου νόμου σε κοινωνική διαβούλευση, όπως γίνεται τώρα». Στη συνέχεια επεσήμανε ότι «συμφωνούμε για τον κοινωνικό διάλογο και για το μέλλον της χώρας, στο επίπεδο των αυτονόητων γενικοτήτων. Όταν διατυπώνουμε, με στερεότυπα, γενικότητες και αυτονόητα, συμφωνούμε όλοι. Είναι πολλά τα πεδία στα οποία υπάρχει σύμπτωση απόψεων όλων των φορέων –κοινωνικών, θεσμικών, ερευνητικών– που έχουν διατυπώσει απόψεις για τη φορολογία, για δημόσια διοίκηση, για την εκπαίδευση και ούτω καθεξής, με διαφωνίες, βεβαίως, στην αγορά εργασίας και στην κοινωνική ασφάλιση, όπου είναι διαφορετικοί οι ταξικοί ρόλοι, οι ρόλοι στην παραγωγή. Αλλά όταν πας να τα εξειδικεύσεις αυτά, καταρρέει το αυτονόητο της γενικότητας. Βεβαίως όλοι θέλουμε ανάπτυξη, όλοι θέλουμε ανταγωνιστικότητα, όλοι θέλουμε την επάνοδο στην κανονικότητα, όλοι θέλουμε την ευρωπαϊκή προοπτική, και τι συμβαίνει; Όταν πας να τα εξειδικεύσεις αυτά βρίσκεσαι μπροστά σε ανυπέρβλητα διλήμματα, σε συγκρούσεις, σε αντιθέσεις. Αυτά όλα –και αυτή είναι η τελευταία μου παρατήρηση – θα μπορούσαμε να τα συζητούμε με άνεση υπό όρους κανονικότητας. Η χώρα δεν βρίσκεται υπό όρους κανονικότητας».
Ο κ. Χατζηδάκης δήλωσε ότι «η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, ως θεσμός που προάγει τον διάλογο, έχει εκ των πραγμάτων ένα σημαντικό ρόλο να παίξει στην προσπάθεια να χτίσουμε τη χώρα που αξίζουν όλες οι Ελληνίδες και όλοι οι Έλληνες. Διότι στην προσπάθεια αυτή είναι δεδομένο πως θα υπάρχουν διαφωνίες. Όμως με σεβασμό στις διαφορετικές απόψεις θα μπορέσουμε να καταλήξουμε στη δημιουργική σύνθεση που απαιτείται για να μην αφήνουμε τις διαφωνίες αυτές να στερούν από την πατρίδα μας ένα καλύτερο μέλλον ... Στην παρούσα φάση είναι μεγαλύτερη ανάγκη από ποτέ η μεγάλη συμμαχία του πολιτικού συστήματος, των εργαζομένων, των εργοδοτών και των κοινωνικών φορέων. Η Ελλάδα ανήκει σε όλους μας. Και αν κάτι πάει στραβά, χάνουμε όλοι μας. Και αυτό όσο νωρίτερα το αντιληφθούμε, τόσο το καλύτερο. Η πατρίδα μας έχει ζημιωθεί διαχρονικά από την έλλειψη κοινωνικού και πολιτικού διαλόγου και συνεννόησης. Και αυτό μας αδικεί, γιατί ακυρώνει πολλά από τα πλεονεκτήματά μας ως χώρα».
Προηγήθηκε συνάντηση του Συμβουλίου των Προέδρων των Μελών της Ο.Κ.Ε., στο οποίο συμμετείχαν οι κ. Ιωάννης Παναγόπουλος, Πρόεδρος Γ.Σ.Ε.Ε., κ. Βασίλειος Κορκίδης, Πρόεδρος Ε.Σ.Ε.Ε., κ. Ιωάννης Ρέτσος, Πρόεδρος Σ.Ε.Τ.Ε., κ. Ιωάννης Παϊδας, Πρόεδρος Α.Δ.Ε.Δ.Υ., κ. Νικόλαος Καραμούζης, Πρόεδρος E.E.T., κ. Γεώργιος Πατούλης, Πρόεδρος Κ.Ε.Δ.Ε., κ. Δημήτριος Βερβεσός, Πρόεδρος Δ.Σ.Α., κ. Γεώργιος Στασινός, Πρόεδρος Τ.Ε.Ε., κ. Κωνσταντίνος Κόλλιας, Πρόεδρος Ο.Ε.Ε., κ. Χάρης Κυριαζής, Εκπρόσωπος ΣΕΒ, κ. Δημήτρης Βαριάμης, Α' Αντιπρόεδρος Γ.Σ.Ε.Β.Ε.Ε, κ. Γεώργιος Βλάχος, Πρόεδρος Σ.Α.Τ.Ε., κ. Νικόλαος Τσεμπερλίδης, Πρόεδρος ΚΕ.Π.ΚΑ., κ. Κωστής Παπαϊωάννου, Πρόεδρος Greenpeace Ελλάδα, κ. Ιωάννης Λυμβαίος, Γενικός Γραμματέας ΕΣΑμεΑ και κ. Βασίλειος Θεοτοκάτος, Πρόεδρος Α.Σ.Π.Ε.
Στη διάρκεια της συνάντησης υιοθετήθηκε Κοινή Δήλωση για τα ζητήματα που ταλανίζουν τη χώρα. Στην Κοινή Δήλωση:
• Τονίζεται η ανάγκη για απολογισμό και στρατηγική ανασύνταξης του θεσμοθετημένου κοινωνικού διαλόγου στο πλαίσιο της Ο.Κ.Ε.
• Επισημαίνεται ότι ο κοινωνικός διάλογος, σήμερα περισσότερο από ποτέ, θα πρέπει να επανέλθει και να βρίσκεται ψηλά στην πολιτική ατζέντα κάθε κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων και να μην λειτουργεί ανταγωνιστικά, αλλά συμπληρωματικά με τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς, συμπεριλαμβάνοντας όλα τα μεγάλα ζητήματα της κοινωνίας και της οικονομίας.
• Υπογραμμίζεται η βαρύτητα της Συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών για το Εθνικό Αναπτυξιακό Σχέδιο, περίγραμμα του οποίου παρουσίασε η Ο.Κ.Ε. στα πολιτικά κόμματα το Φεβρουάριο του 2018.
• Δηλώνεται η ενεργός συμμετοχή των Προέδρων των φορέων της Ολομέλειας της Ο.Κ.Ε. στη διαβούλευση για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την εμβάθυνση, καθώς και ολοκλήρωσή της. Η ενεργός συμμετοχή και η υπευθυνότητα των κοινωνικών εταίρων, των παραγωγικών δυνάμεων και της κοινωνίας των πολιτών είναι βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.
Ο Πρόεδρος της Βουλής, στο τέλος της συζήτησης, διαπίστωσε ότι υπάρχει ευρεία αποδοχή και συναίνεση στα τέσσερα σημεία της Κοινής Δήλωσης των Προέδρων των φορέων που συμμετέχουν στην Ο.Κ.Ε. Επιπλέον, τόνισε την ανάγκη αναβάθμισης του ρόλου της Ο.Κ.Ε και δεσμεύτηκε ότι στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής τη Δευτέρα θα θέσει το θέμα της στενής συνεργασίας της Ο.Κ.Ε. με τις Διαρκείς Επιτροπές της Βουλής.

Αναδιάταξη του κομματικού συστήματος;

Αν οι δημοσκοπήσεις δεν πέφτουν έξω κι αν τις διαβάζω σωστά, τα κοινοβουλευτικά κόμματα στην προσεχή Βουλή θα μειωθούν. Από επτά μένουν πέντε, με ενδεχόμενο να γίνουν προσεχώς τέσσερα. Αν συμβεί αυτό, θα έχουμε δύο νέα δεδομένα: Κλείνει ένας κύκλος κομματικού πολυκερματισμού. Το ενδεχόμενο αυτό, κατά δεύτερον, αποκλίνει από τα τρεχούμενα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπου ο πολυκερματισμός παραμένει, αν δεν οξύνεται.

Στην ιστορία των κομμάτων τρεις σταθμοί σφράγισαν τα κομματικά συστήματα. Η βιομηχανική κοινωνία και η ανάπτυξη δύο οικογενειών, ενίοτε ανταγωνιστικών, της σοσιαλιστικής-σοσιαλδημοκρατικής-εργατικής, η μεγαλύτερη, και της κομμουνιστικής.

Από τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκε, κυρίως στις πλουσιότερες χώρες, μία νέα οικογένεια, οι Οικολόγοι-Πράσινοι, απότοκο της μεταβιομηχανικής ή μετανεωτερικής κοινωνίας, των κοινωνιών αλλιώς που μειώνεται το βάρος της εργατικής τάξης και στηρίζονται περισσότερο στον υποκειμενισμό και τις «μεταϋλιστικές» αξίες.

Τέλος, εδώ και κάποια χρόνια εμφανίζονται ξενοφοβικά, ακροδεξιά κόμματα που εστιάζουν σε δύο κυρίως θέματα, την υπεράσπιση του εθνικού κράτους και, κατ' αντιδιαστολή, οτιδήποτε υποτίθεται το απειλεί, από τα ξένα κέντρα και τις υπερεθνικές συσσωματώσεις ώς, συχνά κυρίως, τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι τα κόμματα αυτά έχουν κοινά με τα φασιστικά και ναζιστικά κόμματα και κινήματα του Μεσοπολέμου και δεν συνιστούν κάτι νέο. Αυτό ισχύει εν μέρει, ιδιαίτερα για ορισμένα από αυτά, αλλά όχι για όλα και μόνο εν μέρει.

Στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς και οικονομικούς η εξέλιξη είναι κάπως διαφορετική. Σοσιαλιστικό κόμμα με εκλογική απήχηση εμφανίστηκε μόλις το 1974, το ΠΑΣΟΚ, μέχρι τότε κυριαρχούσε το Κομμουνιστικό, πάρα το γεγονός ότι τέθηκε εκτός νόμου από τον Εμφύλιο ώς το 1974. Τα κατά καιρούς οικολογικά κινήματα και κινήσεις δεν ευδοκίμησαν.

Ετσι, μέχρι πρόσφατα είχαμε ένα εκλογικό σύστημα δυόμισι κομμάτων, με τα δύο μεγάλα, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., να εναλλάσσονται στην εξουσία και το ΚΚΕ να έχει απήχηση γύρω στο 10% μέχρι το 1990 και έκτοτε λιγότερο χωρίς να επηρεάζει σημαντικά τα πολιτικά δρώμενα.

Παρά τις συνεχείς κρίσεις από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά και των τριών κομμάτων και την εμφάνιση νέων από διασπάσεις τους, η κατάσταση αλλάζει ουσιαστικά μετά την πρόσφατη κρίση, γεγονός που αποτυπώνεται στις πρώτες εκλογές του 2012. Η κρίση και τα μνημόνια δυναμώνουν τις αντικομματικές και κεντρόφυγες τάσεις και εκτρέφουν νέα κόμματα ή δυναμώνουν άλλα με ισχνή εκλογική απήχηση.

Με την εξαίρεση της Χρυσής Αυγής, τα υπόλοιπα, παρά κάποιες άξιες λόγου ιδέες και προτάσεις, δεν εξέφρασαν κάποια κοινωνική δυναμική ή δεν είχαν σαφές ιδεολογικό στίγμα. Ακόμη όμως και η Χρυσή Αυγή έχει λίγα κοινά με τα νέα ακροδεξιά κόμματα που αναδύονται στην Ευρώπη. Πρόκειται για αμιγές ναζιστικό κόμμα, σε αντίθεση με τα νέα ακροδεξιά κόμματα στην Ευρώπη που εμφανίζονται περισσότερο εθνοκεντρικά.

Η έξοδος από τα μνημόνια, ο διαφαινόμενος οξύς ανταγωνισμός ανάμεσα σε ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. και η αδυναμία των περισσότερων μικρών εκλογικά κομμάτων φαίνεται να οδηγεί στη μείωση του κατακερματισμού. Οδηγούμαστε σ' ένα πεντακομματικό σύστημα, δύο μεγαλύτερων εκλογικά και τριών μικρότερων, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή και ΚΙΝ.ΑΛΛ. Το τελευταίο υπάρχει χάρη στα τοπικά του στηρίγματα και ενδέχεται να εξαϋλωθεί όσο αυτά μειώνονται λόγω και του θολού του ιδεολογικού στίγματος και των επικείμενων διεργασιών στον χώρο της Κεντροαριστεράς.

Ολα αυτά, όμως, υπό δύο αιρέσεις. Σημαντικό μέρος των πολιτών, κυρίως πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, αποφεύγουν να απαντήσουν στις δημοσκοπήσεις ή σκέφτονται να απόσχουν. Η στάση τους θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό και την έκβαση της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης και τη δομή του κομματικού συστήματος.

Από την άλλη πλευρά, σημαντική μερίδα παραδοσιακών συντηρητικών ψηφοφόρων θέλγεται από ξενόφοβες εθνικιστικές ιδέες, τροφοδοτούμενες και από το «μακεδονικό». Αυτό αποτελεί μεγάλο πονοκέφαλο για τη Ν.Δ., αφήνει το πεδίο ανοιχτό τόσο για τις πολιτικές της επιλογές όσο και για την ίδρυση νέου κόμματος στις παρυφές της.

Τα δύο αυτά δεδομένα εισάγουν στοιχεία αβεβαιότητας και καθιστούν την επόμενη εκλογική αναμέτρηση ανοιχτή. Στη συνθήκη αυτή θα βαρύνουν ιδιαίτερα η παρουσία των αρχηγών των δύο μεγαλύτερων κομμάτων αλλά και οι τακτικές κινήσεις τους με στόχο τη δική τους συσπείρωση και την αποσυσπείρωση του αντιπάλου. Αυτό όμως σημαίνει ότι τα μεγάλα κόμματα θα καταστούν ακόμη περισσότερο αρχηγικά με παρεπόμενο να γίνουν ακόμη πιο ευάλωτα ιδεολογικά και πολιτικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συτνακτών" στις 11/10/2018. 

Άρθρο του tvxs.gr: ΕΡΤ και κυβέρνηση, στα χνάρια των Σαμαρά - Βενιζέλου;

Σε πεδίο εμφύλιας διαμάχης στους κόλπους της κυβέρνησης έχει εξελιχτεί η κατάσταση στην ΕΡΤ καθώς η κριτική των τελευταίων ημερών, δεν προέρχεται από τους πολέμιους της ΕΡΤ αλλά από όσους πιστεύουν στην αποστολή της.

Οξεία ήταν η κριτική του Νίκου Φίλη και η διαμάχη του με το Νίκο Παππά ενώ και ο εντεταλμένος σύμβουλος Σπύρος Κρίμπαλης επαναλαμβάνει σε επιστολή του τις κατηγορίες για «παραδιοίκηση» στην ΕΡΤ, περιγράφοντας μια θλιβερή - αλλά ρεαλιστική - εικόνα.

Στην περίπτωση του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα δεν υπάρχουν οι δικαιολογίες των μνημονίων και της τρόικας. Αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία για να δώσει μια αριστερή κυβέρνηση ένα διαφορετικό δείγμα γραφής. Δυστυχώς, με εξαίρεση την ΕΡΤ3 και κάποιες εκπομπές στο υπόλοιπο δίκτυο, η κατάσταση μοιάζει χειρότερη από την εποχή πριν την κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου και το καταστροφικό "μαύρο" της: Xαμηλής ποιότητας ψυχαγωγικό πρόγραμμα, αναξιοκρατία και παλαιοκομματικού τύπου εναγκαλισμός με την πολιτική εξουσία.

Τα αποτελέσματα φαίνονται στην τηλεθέαση, τη στιγμή που τα ιδιωτικά κανάλια αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Για τη κυβέρνηση οι πρόσφατες καταγγελίες προσφέρουν συγχρόνως τη τελευταία ευκαιρία. Οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες πρέπει να προχωρήσουν σε ριζικές αλλαγές, καθαρίζοντας την κόπρο του Αυγεία που με ευθύνη τους έχει δημιουργηθεί. Το πολιτικό κόστος είναι πολύ μεγάλο και πρέπει επιτέλους να αντιληφθούν ότι μια σοβαρή αιτία για την ήττα της κυβέρνησης Σαμαρά ήταν η πολιτική της στην ΕΡΤ.

*Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 6/10/2018. 

Μετά την «ήπια προσαρμογή» στις τράπεζες

Όταν - ακριβώς πέντε μήνες πριν την κατολίσθηση της «Μαύρης Τετάρτης» 3ης Οκτωβρίου για τις τραπεζικές μετοχές στο (ούτως ή άλλως περιθωριοποιημένο) ΧΑΑ - είχαν ανακοινωθεί τα τελευταία stress tests των Ελληνικών τραπεζών, με όλες τους (υποτίθεται) να περνούν χωρίς πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας, και με τον δίδυμο επόπτη SSM και Τράπεζα της Ελλάδος καθησυχαστικό, στην στήλη αυτή είχαμε κρατήσει μιαν επιφύλαξη. Που ξεκινούσε από την υπόμνηση ότι η τελευταία ανακεφαλαιοποίηση - η τρίτη κατά σειράν, του Νοεμβρίου 2015, που κυριολεκτικώς εξάχνωσε τους έως τότε μετόχους των τραπεζών συμπεριλαμβανομένων όσων είχαν «τολμήσει» να προσέλθουν το 2014 - καθώς άντλησε κάτω από 5 δις απο τα 25 που είχαν προβλεφθεί για στήριξη από το Eurogroup και, με μόλις άλλα 5 δις σε ιδιωτική διακινδύνευση, άφησε να περάσει ο έλεγχος των 4 συστημικών τραπεζών στα σημερινά σχήματα - δεν ήταν και τόσο βέβαιο ότι θα αποτελούσε το τέλος της περιπέτειας.
Διακριτικά, η στήλη επέμεινε σ' αυτήν την εκτίμηση. Γιατί; Πρώτον διότι η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών στην οποία όλοι όμνυαν, σταθερά, είχε το προβληματάκι να στηρίζεται εν πολλοίς στον αναβαλλόμενο φόρο - κάτι που είχε γίνει δεκτό από SSM/ΕΚΤ αλλά.. δεν είναι κεφάλαιο, είναι προσδοκία κερδοφορίας στο μέλλον. Δεύτερον διότι όλοι, αντιστοίχως, κατέγραφαν την σύμφωνα με τις δεσμεύσεις των διοικήσεων των Τραπεζών ικανοποιητική πρόοδο στις μειώσεις των NPLs/NPEs. Σημειωτέον ότι όλες οι νέες διοικήσεις είναι της εγκρίσεως αν μη της επιβολής του ΤΧΣ, δηλαδή της επινεύσεως του SSM.
Όμως... όπως και να το κάνουμε, άμα η συμπίεση του βουνού των «κόκκινων δανείων» προχωρούσε τώρα ακόμη πιο κοντά στον πυρήνα των προβληματικών δανείων, και τούτο τόσο με το «ξετίναγμα» των διοικήσεων μεγάλων εταιρειών στα επιχειρηματικά δάνεια όσο και με την προώθηση πλειστηριασμών και συμβιβασμών υπό πίεση στα ενυπόθηκα (τόσο στεγαστικά όσο και ως εγγυοδοσία σε εταιρίες), τότε θα προέκυπτε γνήσια πολιτικό πρόβλημα. Η στάση των διοικήσεων των τραπεζών για νέα εποχή «ήπιας προσαρμογής» είχε φθάσει ήδη πριν τα τελευταία stress tests στα όριά της: αν λοιπόν δεν επισπευδόταν τώρα η πώληση χαρτοφυλακίων σε εξειδικευμένες εταιρείες διαχείρισης και/ή διεκδίκησης, θα προέκυπτε αδιέξοδο. Αν όμως αληθινά επισπευδόταν, πλην όμως η πώληση δανείων γινόταν με μεγάλο κούρεμα/discount, τότε το «κάψιμο» των κεφαλαίων των τραπεζών θα επιταχυνόταν. Αποτέλεσμα: παρόλες τις διαψεύσεις και τις καθησυχαστικές δηλώσεις, θα προέκυπτε νέο κεφαλαιακό κενό. Κι αυτό, με γνήσιες αυξήσεις κεφαλαίου, θα ξανατραυμάτιζε τους σημερινούς μετόχους.
Τώρα όμως, οι όποιες εκτιμήσεις και διαβεβαιώσεις ανήκουν στο παρελθόν. Διότι το ταρακούνημα της «Μαύρης Τετάρτης» υποχρέωσε σε... - σε τι, αλήθεια; Πρώτα-πρώτα να επισημανθεί η εκκωφαντική σιωπή (και απουσία από τις διάφορες συσκέψεις των πρώτων ημερών) της Τράπεζας της Ελλάδος αλλά και του Ευρωπαϊκού κυκλώματος ρύθμισης: ο SSM υπήρξε αναμενόμενα σιωπηλός. Όμως βαρύτερη η διάψευση του ESM ότι θα στήριζε (πώς; συμφωνώντας στην αποδέσμευση πόρων από το cash buffer των 25 δις, πόρων που είναι δεσμευμένοι για το χρέος και την εξυπηρέτησή του) «παρέμβαση προς όφελος των Ελληνικών τραπεζών», όταν αναδύθηκαν σενάρια για bad bank (αυτό αποκλείστηκε γρήγορα) ή για APS/σχήμα προστασίας ενεργητικού των τραπεζών με εγγύηση από δημόσιους πόρους αλλά διακινδύνευση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Όμως, ο δρόμος των αγορών - που γενικώς δείχνει να έχει επιλέξει η Κυβέρνηση για την διαχείριση του δημόσιου σκέλους/την διαχείριση του χρέους - γράφει ήδη επιπτώσεις στην ιδιωτική πλευρά των πραγμάτων. Εκεί βρίσκονται οι τράπεζες . (Εκεί βρίσκονται, π.χ. και τα μεγάλα εταιρικά σχήματα που ο έλεγχός τους θα αλλάζει χέρια άμα προχωρήσει σοβαρότερα, τώρα, το ξεκοκκίνισμα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων. Αυτά, και όχι οι υπερεπιβαρυμένες μαιζονέτες υπεραισιόδοξων/υπερδανεισμένων στελεχών και ελευθεροεπαγγελματιών, ειναι που μετράνε).
Μια πλευρά των επιπτώσεων υπήρξε ή ίδια η επίθεση/σορτάρισμα των τραπεζικών μετοχών. Σχετικά με την οποία είναι αποθαρρυντικό να βλέπει κανείς την επίσημη γραμμή καταδίκης «των κερδοσκόπων» - λες και οι κινήσεις στα Ελληνικά ομόλογα γίνονται ή αναμένεται να γίνουν από συνταξιοδοτικά Ταμεία!
Η άλλη όμως πλευρά είναι η συμπαράταξη με την πραγματική κυβερνητική άμυνα - με την επισήμανση δηλαδή ότι η κατάσταση των συστημικών τραπεζών βελτιώνεται, συν ότι κάποιας μορφής οργανωμένη στήριξη θα υπάρξει - ακόμη και του Bloomberg, από του οποίου δημοσίευμα ξεκίνησε η χιονοστιβάδα. Ή της Moody's, που προσήλθε κάπως ξεκούδουνα με σήμα credit positive για τις τράπεζες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/10/2018.

Γιατί η Κοινωνιολογία

Μια διαφορά (όχι η μόνη) μεταξύ κοινωνιολογίας και των άλλων κοινωνικών πειθαρχιών (όπως για παράδειγμα της οικονομικής επιστήμης) είναι ο ολιστικός προσανατολισμός. Η κοινωνιολογία προσπαθεί να εξετάσει πώς συνδέονται μεταξύ τους οι χώροι της οικονομίας, της πολιτικής, της κοινωνικής οργάνωσης και του πολιτισμού. Πώς δηλαδή οι ξέχωρες καταβολές, δυναμικές και αξίες του κάθε χώρου επιδρούν πάνω στους άλλους σχηματίζοντας ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο σύνολο ‒ σύνολο που πρέπει να ερευνηθεί και στο επίπεδο των θεσμών και σε αυτό των φορέων δράσης, αφού θεσμοί και φορείς δράσης αλληλοδιαμορφώνονται κατά διαλεκτικό τρόπο.
Κυρίως στις εξαιρετικά διαφοροποιημένες κοινωνίες της νεωτερικότητας, είναι σημαντικό οι μαθητές να μαθαίνουν πώς ο ρόλος που παίζουν στο σχολείο συνδέεται με αυτούς που παίζουν στον χώρο της οικογένειας, των εξοσχολικών συναναστροφών, της οικονομίας (π.χ. οικονομική κατάσταση των γονιών), της πολιτικής (συμμετοχή ή απάθεια προς τα πολιτικά δρώμενα) και του πολιτισμού. Μια συστηματική, σε βάθος ενασχόληση με τα παραπάνω δίνει στην/ον νέα/ο μια καλύτερη γνώση του εαυτού, του ποια/ποιος είναι, πού βρίσκεται σήμερα και πού μπορεί να πάει. Η κοινωνιολογία ασχολείται συστηματικά με τους ρόλους και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Εξετάζει πώς τα δρώντα υποκείμενα αντιμετωπίζουν τις αναπόφευκτες δυσκολίες και διλήμματα που δημιουργούν οι συχνά αντικρουόμενες απαιτήσεις διαφορετικών ρόλων.
Περνώντας τώρα στη μαθησιακή διαδικασία, ο ολιστικός και συγχρόνως συγκριτικός χαρακτήρας της κοινωνιολογικής ανάλυσης συμβάλλει σε έναν εναλλακτικό τρόπο μετάδοσης της γνώσης. Η κοινωνιολογική έμφαση στις διασυνδέσεις και στο ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις αναφορές σε γεγονότα, πρόσωπα και εξελίξεις (πολιτικές, κοινωνικοοικονομικές κ.λπ.) χωρίς να τις εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλάισιο, βοηθάει τον δάσκαλο και τους μαθητές να αποφεύγουν μια βασική αδυναμία του σχολικού προγράμματος: την αποπλαισιοποίηση.
Για να δώσω μερικά παραδείγματα, στον χώρο της λογοτεχνίας δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τον Παπαδιαμάντη έξω από το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του. Όσο για την ιστορία, όταν η έμφαση δίνεται στις χρονολογίες, στα δραματικά γεγονότα και στα σημαίνοντα πρόσωπα χωρίς την ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι γνώσεις είναι βαρετές και ξεχνιούνται γρήγορα. Το ίδιο ισχύει για τη διασύνδεση της γεωγραφίας με την κοινωνία και την ιστορία. Για να μπορέσει αυτό που μαθαίνει ο μαθητής να αποκτήσει νόημα θα πρέπει η κοινωνική διάσταση να είναι πάντα παρούσα. Μόνο έτσι θα μπορεί ο διδασκόμενος να εμβαθύνει, να θυμάται και να κατακτά αυτό που διδάσκεται. Αλλιώς η μάθηση επιδιώκεται μέσα από στείρα απομνημόνευση.
Βέβαια σήμερα, σε ό,τι αφορά την ιστορία και άλλα μαθήματα, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο. Υπάρχει όμως ακόμα πολύς δρόμος για να ξεπεραστεί ο αποσπασματικός, μονοδιάστατος τρόπος διδασκαλίας. Αυτό φαίνεται καθαρά από τον φορμαλιστικό τρόπο που, στις τελευταίες τάξεις, οι μαθητές του λυκείου προετοιμάζονται πυρετωδώς για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εδώ, συχνά οι απαντήσεις στις ερωτήσεις βασίζονται λιγότερο στην κριτική σκέψη και περισσότερο στην αποστήθιση. Με δυο λόγια, η κυριαρχία της φόρμας πάνω στην ουσία δεν χαρακτηρίζει μόνο τη δημόσια γραφειοκρατία αλλά, σε μικρότερο βαθμό, χαρακτηρίζει και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ‒ δημόσια και ιδιωτική.
Τελειώνω τονίζοντας πως η εισαγωγή της κοινωνιολογίας χαρακτηρίζεται απο στοιχεία που αποθαρρύνουν τον φορμαλισμό και ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη. Σωστά λοιπόν ο υπουργός παιδείας αποφάσισε να την εντάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2018. 

Ποιος φοβάται την Κοινωνιολογία;

Η συζήτηση για την κοινωνιολογία δεν θα εξαντληθεί βέβαια σε τούτο το αφιέρωμα. Πολλά θέματα, που εκτείνονται από τα σχολικά βιβλία, τη διδασκαλία και τον τρόπο της ή και την εξέταση του μαθήματος, μέχρι τα ζητήματα του κλάδου στην εκπαίδευση, δεν κουβεντιάζονται εδώ. Αφορμή στάθηκε ο τρόπος που επιχειρήθηκε η απόρριψη της κοινωνιολογίας ως «περιττή και επικίνδυνη διαπαιδαγώγιση κομμουνίλας στους νέους μας». Εκτός από πολιτικά ανόητος, ήταν ολωσδιόλου εκτός κοινωνίας, αφού μιλάμε για τη μεγαλύτερη παράδοση σκέψης που σημάδεψε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και γονιμοποίησε το βάθος και το εύρος της επιστήμης από τη στιγμή που ο άνθρωπος και οι κοινωνίες του άρχισαν να γίνονται επίκεντρα του ενδιαφέροντος ‒ πράγμα που ισχυροποιήθηκε καθόλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανακόπηκε με την επικράτηση του ναζισμού και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να συνεχιστεί, κατόπιν, έως τις μέρες μας.
Πράγματι, ο Γάλλος φιλόσοφος Αύγουστος Κοντ ύστερα από πολυετή συνεργασία με τον θεωρητικό της επιστημονικής οργάνωσης της βιομηχανικής κοινωνίας, τον κόμη Σαιν Σιμόν, και χάρη στην επιρροή της φιλοσοφικοπολιτικής σκέψης του τελευταίου, έθεσε τα θεμέλια του θετικισμού και της κοινωνικής επιστήμης. Ο Ανρύ ντε Σαιν Σιμόν υποστήριζε ότι «δεν φτιάχνουν οι νόμοι την κοινωνία αλλά ότι η κοινωνία φτιάχνει τους νόμους» και, μαζί με τον Κοντ επιχείρησαν να υποτάξουν τους νόμους «κάτω από τα πόδια του λαού και όχι πάνω από το κεφάλι του». Η εποχή τους, ο 19ος αιώνας, ήταν ο αιώνας της επιστήμης και της ενοποιητικής της ορμής. Και παρά το γεγονός ότι, λίγο πριν, ο Βολταίρος μιλούσε για «αβύσσους υπερβολικά βαθιές για την ισχνή μας όραση», ο Σαιν Σιμόν ‒παράλληλα με τις ατυχείς προσπάθειές του να κατακτήσει την καρδιά της Μαντάμ ντε Σταέλ‒ έθετε για πρώτη φορά την ιδέα της οργάνωσης της κοινωνίας ως προϋπόθεσης μιας οιονεί διεθνούς διακυβέρνησης. Ήδη, το 1814 πρότεινε την ένωση «όλων των ευρωπαϊκών λαών σε μια ενιαία πολιτική οργάνωση». Πίστευε, όπως πολλοί σήμερα, ότι η ευρωπαϊκή ομοσπονδία θα ήταν το κλειδί για έναν κόσμο σταθερά προσηλωμένο στην ειρήνη, την αλληλεγγύη και την καλλιέργεια της αδελφικής αγάπης. Η νέα επιστήμη που καθιέρωσε ο Κοντ ως κορωνίδα «Κοινωνιολογία» προοριζόταν να παράσχει την εργαλειοθήκη για την ορθολογική διαχείριση της κοινωνικής αβύσσου. Σίγουρα ο Σαιν Σιμόν και ο Α. Κοντ, όπως και ο Μπένθαμ, ο Στιούρατ Μιλ, ο Μαρξ, ο Βέμπερ και ο Ντυρκέμ και πολλοί άλλοι, σήμερα θα ένοιωθαν άβολα στις Βρυξέλλες ή στα γραφεία του ΟΗΕ και στα λοιπά κέντρα του σύγχρονου διεθνισμού.
Έκτοτε, η κοινωνιολογία απέκτησε τους πιστούς της, τους δικούς της «ιερείς», τις σχολές της, τα δόγματά της, τις πειθαρχήσεις της. Και όλοι, οι θεράποντες της κοινωνικής σκέψης και εταίροι στην Αμερική και την Ευρώπη, όπως και οι θεμελιωτές, κάτι είπαν για την κοινωνία, κάτι κόμισαν και, όλοι τους, στα ίχνη των πρωτοπόρων, λειτούργησαν ως κοινωνικοί μεταρρυθμιστές. Ανοιξαν μυαλά, έδειξαν αυτό που πολλές φορές δεν φαίνεται, παρέθεσαν τις καλύτερες κοινωνικές ιδέες και πρότειναν τις καλύτερες κοινωνικές πρακτικές. Δημιούργησαν μονοπάτια στον ανθρώπινο νου, μίλησαν για την άμβλυνση του κοινωνικού πόνου. Συγκεκριμενοποίησαν αρχές και έννοιες (το κοινωνικό γεγονός, την ανομία, τη συλλογική συνείδηση, το νοήμα της ανθρώπινης δράσης, την αξιολογική ουδετερότητα, τους ιδεότυπους, τα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις, φώτισαν τους ρόλους και τους κοινωνικούς θεσμούς, την κοινωνικοποίηση και τον έλεγχο, την εκπαίδευση και την ενσυναίσθηση, τις κοινωνικές συγκρούσεις, το εμπόρευμα ως φετίχ, τα μέσα και τους κοινωνικούς σκοπούς κ.ο.κ.), για να βρουν κάτι από το πλήθος των πεδίων και των διαφορετικών περιπτώσεων στο χώρο και τον χρόνο, να προτείνουν, να αρνηθούν, να διακρίνουν, να επιχειρηματολογίσουν, να διαλεχθούν κοινωνικά και πολιτικά∙ για να φθάσουν στο μεδούλι των πολιτισμών, της μικρής ομάδας, αλλά και στη μεγάλη εικόνα της ανθρώπινης κοινωνίας και της μετάβασής της από τη νεοτερικότητα στη μετανεοτερικότητα.
Και στην Ελλάδα; Όντως, έγινε κάτι αντίστοιχο με διακυμάνσεις καθόλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα: μελέτες, βιβλία, μεταφράσεις κ.λπ. Μετακενώθηκε ολόκληρος σχεδόν ο πλούτος της κοινωνικής σκέψης στη γλώσσα μας, στα πανεπιστημιακά τμήματα, τις σχολές, με τον κάματο και τη μέριμνα δεκάδων φωτισμένων δασκάλων. Πρόχειρα θα μνημονεύσω, για τη δική μας γενιά, τις μελέτες του Νίκου Μουζέλη, του Κων/νου Τσουκαλά, του Νίκου Πουλαντζά, του Κώστα Βεργόπουλου, της Άννας Φραγκουδάκη, της Λαμπίρη-Δημάκη, του Κώστα Τσαούση, του Βασίλη Φίλια. Πολλοί νεότεροι, είτε μέσω των τμημάτων τους είτε μέσω αυτοτελών εργασιών τους μίλησαν για πράγματα που αφορούν την Ελλάδα, την αυτογνωσία μας, τον εκσυγχρονισμό μας, τα κουσούρια μας. Ωστόσο, η μεγάλη παραγωγή μελετών, μεταφράσεων, ερευνών, αφιερωμάτων, περιοδικών, μεγάλων εκδοτικών σειρών κ.λπ. δεν κινήθηκε παράλληλα με την αξιοποίηση του πλούτου που δημιουργήθηκε γύρω μας ώριμος, ταξινομητικός και αυτοταξινομούμενος, που φωτίζει την κοινωνική αλλαγή, που την μελετά αλλά και την επινοεί. Πολλές φορές μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους της εκπαίδευσης από την πολιτισμική ουσία της σε απλή πιστοποίηση ενός τίτλου. Το αποτέλεσμα, ήταν μια επιπλέον μήτρα στρεβλώσεων και ένδειας: το παράδοξο, οι κοινωνικοί σχεδιαστές και οι πολιτικοί, να μιλούν για την κοινωνία και να επιλέγουν τις δράσεις τους με πρωτοφανή άγνοια στοιχειωδών πραγμάτων της κοινωνίας τους.
Λοιπόν, ποιος φοβάται την κοινωνιολογία; Η απάντηση: όλοι όσοι σιτίζονται από τις κοινωνικές αγκυλώσεις∙ όλοι όσοι θέλουν τη νέα γενιά στο σκότος∙ όσοι θέλουν τα προνόμιά τους∙ όσοι δεν μπορούν και δεν θέλουν να διαγνώσουν και να αποδεχθούν την κοινωνική αλλαγή∙ όλοι οι οπαδοί της αρχής του Τομάσι ντι Λαμπεντούζα: «να τα αλλάξουμε όλα, αλλά χωρίς να αλλάξει τίποτα». Αυτό θέλουμε;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2018. 

Μάχες οπισθοφυλακής, και οι τρεις προκλήσεις του μέλλοντος

Βυθισμένη στην αυτοαναφορικότητα της κομματικής αντιπαράθεσης, η χώρα βλέπει τα τρένα να περνούν. Στη δημόσια συζήτηση λύνουμε λογαριασμούς του Ψυχρού Πολέμου (Εμφύλιος, κομμουνισμός, Πινοσέτ), όταν δεν ανασύρουμε το έπος του Μακεδονικού. Ο ορίζοντας φτάνει, βία, μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οποτε το μέλλον εισέρχεται στη συζήτηση είναι εσχατολογικά ή προσχηματικά. Σπάνια απαντάται το ερώτημα: πώς προετοιμαζόμαστε;
Πάρτε την κλιματική αλλαγή. Μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα οι ημέρες με καύσωνα θα αυξηθούν κατά 10-15 ετησίως, και τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα είναι συχνότερα. Το κόστος ενέργειας θα αυξηθεί σημαντικά, οι δασικές πυρκαγιές θα γίνουν συχνότερες, παράκτιες περιοχές θα καλυφθούν από θάλασσα, όπως δείχνει πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις. Πώς προετοιμάζονται οι φορείς του κράτους; Πώς δρομολογούν την απεξάρτηση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στις επόμενες δεκαετίες; Πώς επεξεργάζονται σχέδια αντιμετώπισης επιπτώσεων σε κλάδους όπως η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός; Πώς θα διευκολύνουν την προσαρμογή της κτιριακής υποδομής; Πώς θα προσελκύσουν μελλοντικές επενδύσεις σε τομείς, όπως η επέκταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ανάπτυξη ψυχρών δομικών υλικών, η αναβάθμιση λιμανιών;
Δείτε μετά την πρόκληση της δημογραφικής γήρανσης. Εως το 2050 η μείωση του πληθυσμού υπολογίζεται να κυμανθεί μεταξύ 800.000 και 2,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, με αντίστοιχη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Η τάση είναι τρομακτική για τη δυνατότητα της οικονομίας να διαφυλάξει ένα ελάχιστο ευημερίας, για την επιβίωση του κράτους πρόνοιας, για την εθνική ακεραιότητα. Θα αναμέναμε έναν εθνικό διάλογο πέραν των επικλήσεων στα αναπαραγωγικά ένστικτα του ελληνισμού.
Εκτός από το ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων στο δημογραφικό υπάρχει και το ισοζύγιο της μετανάστευσης. Ποιες πολιτικές θα ανακόψουν τη φυγή παραγωγικού δυναμικού ή θα διευκολύνουν τον επαναπατρισμό του; Και επειδή αυτές δεν θα έχουν θεαματικά αποτελέσματα, πρέπει η συζήτηση να στραφεί σε μια συστηματική, οργανωμένη σε πολλαπλά επίπεδα και σε βάθος χρόνου πολιτική μαζικής προσέλκυσης και ενσωμάτωσης ξένων μεταναστών που θα αποτελέσουν, αυτοί και τα παιδιά τους, Ελληνες πρώτης γενιάς. Η Αμερική το κάνει αιώνες τώρα – ο δυναμισμός της εθνικής ταυτότητας της επιτρέπει να είναι το απόλυτο χωνευτήρι. Η Γερμανία της Μέρκελ επιδίωξε το ίδιο με την ενσωμάτωση προσφύγων από τη Συρία – οι κοινωνικές της δομές τής επιτρέπουν να βάζει τον πήχυ της δυσκολίας ψηλά. Η Ελλάδα θα μπορούσε να προσελκύσει πληθυσμούς όμορους πολιτισμικά, γεωγραφικά, θρησκευτικά, που η ενσωμάτωσή τους θα είναι ευχερέστερη σε μια χώρα ανεπαρκών κοινωνικών θεσμών.
Τρίτη κορυφαία πρόκληση, η μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας από το ’90 μέχρι την κρίση ήταν πολύ ικανοποιητικός. Ομως μετά την κρίση η οικονομία πέρασε σε ραγδαία αποεπένδυση και μείωση της απασχόλησης, που επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγική δυνατότητα. Δεν είναι μόνο η αύξηση της απασχόλησης και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων που πρέπει να προταχθούν. Είναι και οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα, όπως οι δεκάδες δείκτες του World Economic Forum και της World Bank. Είναι η βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού. Οι απόφοιτοί μας είναι φορτωμένοι τυπικές γνώσεις και πτυχία, αλλά έχουν χαμηλές δεξιότητες (επικοινωνία, γλωσσομάθεια, προσαρμοστικότητα). Οι δεξιότητες του μέλλοντος απαιτούν αναπροσανατολισμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επέκταση της διά βίου εκπαίδευσης. Πρέπει να ξεπεράσουμε την κατάργηση των Λατινικών και να συζητάμε για γλώσσες υπολογιστών.
Η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ε.Ε. στην ψηφιοποίηση: συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση Διαδικτύου, ενσωμάτωση ψηφιακής τεχνολογίας και ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Υστερούμε και στα πέντε, και η όποια πρόοδος είναι πολύ αργή, διευρύνοντας την ψηφιακή μας απόκλιση. Η ψηφιακή οικονομία επηρεάζει την αυριανή παραγωγή και απασχόληση. Ο συνδυασμός ψηφιοποίησης, μηχανημάτων που λειτουργούν με αλγόριθμους και τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι δυνητικά όλα τα είδη εργασίας μπορούν να αυτοματοποιηθούν. Διαδίκτυο των πραγμάτων, τρισδιάστατη εκτύπωση και εικονική πραγματικότητα αλλάζουν τη φύση επαγγελμάτων από την ιατρική μέχρι την αρχιτεκτονική. Ο συντονισμός ανάμεσα σε πλατφόρμες (από Amazon μέχρι Beat), η χρήση ψηφιακών δικτύων για τον συντονισμό οικονομικών συναλλαγών με αλγοριθμικό τρόπο αλλάζει τα δεδομένα.
Χωρίς τα αναγκαία άλματα, η Ελλάδα, η οποία 60 χρόνια πριν ήταν μια «αναπτυσσόμενη» οικονομία, 60 χρόνια αργότερα μπορεί να έχει καταλήξει μια νεόπτωχη χώρα. Οι καθοδικές πορείες δεν είναι ασυνήθεις. Η Αργεντινή που δεκαετίες τώρα παραδέρνει από τη μία κρίση στην άλλη με μια φτωχοποιημένη μεσαία τάξη, στις αρχές του 20ού είχε εισόδημα υψηλότερο από της Γαλλίας και της Γερμανίας. Αντίστροφα, ο μισθός στην Εσθονία, πρωτοπόρο του e-government, είναι σήμερα 1.320 ευρώ, έναντι 7,5 το 1991. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα εθνών που κέρδισαν το στοίχημα με το μέλλον και άλλων που έμειναν πίσω να σκιαμαχούν με το παρελθόν.
 
*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 30/9/2018.

Έξι συγκεκριμένα πεδία για βελτιώσεις στην υγεία

Τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με τις γνωστές παθογένειες του Συστήματος Υγείας, ζούμε κάποιες προσπάθειες βελτίωσης. Νομίζω όμως ότι είναι αποσπασματικές και όχι ενταγμένες σε συνολικό σχεδιασμό. Έχω τη γνώμη ότι οι αναγκαίες αλλαγές αφορούν έξι πεδία:

Πρώτο, άρση του πελατειακού – κομματικού χαρακτήρα του συστήματος. Είναι απόλυτη ανάγκη να επιβληθεί «πολιτική αχρωματοψία». Οι διοικητές των νοσοκομείων και των μεγάλων οργανισμών να επιλέγονται με αξιοκρατικά κριτήρια. Τα εποπτικά όργανα του υπουργείου Υγείας να γίνουν ανεξάρτητα από την κυβέρνηση και τα κόμματα. Το ίδιο ισχύει για τις προσλήψεις γιατρών στο ΕΣΥ.

Δεύτερο, άμεση συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων με κριτήρια βελτίωσης του κλινικού έργου - όχι δημοσιονομικά. Είναι παράλογο να έχουμε χιλιάδες κλινικές σε σχεδόν 120 νοσοκομεία. Εξίσου παράλογο είναι να υπάρχουν 3 και 4 μικρά νοσοκομεία σ΄ ένα νομό, αλλά το 80% των περιστατικών να φεύγει και να πηγαίνει σε πανεπιστημιακά νοσοκομεία άλλων περιοχών. Η συγχώνευση των νοσοκομειακών μονάδων είναι απαραίτητη όχι τόσο για δημοσιονομικούς, όσο για ιατρικούς λόγους. Θα εξασφαλίσει καλύτερη παροχή θεραπευτικού έργου, αποτελεσματικότερη εκπαίδευση γιατρών – νοσηλευτών και πολύ πιο ορθολογικές εφημερίες. Ας καθοριστεί επιτέλους ποια είναι η «ασφαλής εφημερία» (δηλαδή ποιες ειδικότητες είναι ανάγκη να εφημερεύουν) και ας πάψει η πολυδιάσπαση των Μονάδων Υγείας και των εφημεριών. Τα Κέντρα Υγείας και τα νοσοκομεία θα πρέπει να στηρίζονται στην ποιότητα, ενώ τώρα το σύστημα λειτουργεί σαν τροχονόμος της ποσότητας και της πολλαπλής διασποράς. Γενικότερα, θα έλεγα ότι πρέπει, το γρηγορότερο, να σχεδιαστεί ο «νοσοκομειακός χάρτης της χώρας» για τα ερχόμενα 20 χρόνια.

Τρίτο, συνολικότερη αλλαγή στο φάρμακο. Δεν αρκεί η παρέμβαση στις τιμές, αν δεν ελέγχεται η κατανάλωση. Η ηλεκτρονική συνταγογράφηση είναι σημαντική πρόοδος, όμως απουσιάζει ένα Κέντρο Ελέγχου, που θα δίνει οδηγίες στους γιατρούς και θα ομαδοποιεί τις συνταγές ανά φάρμακο, ασθένεια και γιατρό. Όσο αυτό δε γίνεται, τόσο συχνότερα ο εκάστοτε υπουργός Υγείας θα περιορίζεται να «τσιμπάει» κάθε εξάμηνο ένα γιατρό που εκτελεί υπερσυνταγογράφηση, και θα τον δίνει βορά στα πρωτοσέλιδα. Εξάλλου, η τιμολόγηση του φαρμάκου είναι σήμερα ασαφής στην πιστοποίησή της. Για τον καθορισμό της τιμής ενός φαρμάκου, θα μπορούσαν να ισχύσουν ως κριτήρια οι τιμές σε δύο βόρειες και δύο νότιες χώρες της ΕΕ, συν στάθμιση οικονομικών δεικτών στη Ελλάδα. Πρέπει επίσης να σχεδιαστεί προσεκτικά η βιομηχανική και ερευνητική πολιτική στον τομέα του φαρμάκου. Διαθέτουμε ακόμη και τώρα σημαντικά ποσά στο φάρμακο χωρίς να έχουμε σημαντική παραγωγή και έρευνα στη χώρα.

Τέταρτο, Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Εδώ, από τη πλήρη πολυδιάσπαση περάσαμε στον απόλυτο συγκεντρωτισμό: με τη μεταφορά του συνόλου των γιατρών του ΙΚΑ στο νέο οργανισμό (στις αρχές του 2011), ο ΕΟΠΥΥ έγινε ταυτόχρονα και χρηματοδότης και πάροχος υπηρεσιών. H Πρωτοβάθμια Υγεία καλείται ν΄ αντιμετωπίσει ένα πολύ σημαντικό νέο δεδομένο: ότι σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι πολλοί ηλικιωμένοι ασθενείς, με πολλαπλά νοσήματα, σε σύγκριση με 30 χρόνια πριν. Επειδή λοιπόν πάρα πολλοί ασθενείς είναι δύσκολο να μετακινούνται, απαιτούνται πολλές μικρές ιατρικές «επιχειρήσεις» πολλαπλών ειδικοτήτων. Έτσι ο κάθε ηλικιωμένος ασθενής θα βρίσκει συγκεντρωμένες τις ειδικότητες που χρειάζεται, δε θα μετακινείται αενάως από τον Άννα στον Καϊάφα.

Πέμπτο, ανθρώπινο δυναμικό. Είναι ανάγκη ν΄ ανακοπεί ο υπερπληθωρισμός στις Σχολές Υγείας με μείωση των εισακτέων. Οι γιατροί του ΕΣΥ θα μπορούν ν΄ ασκούν ιδιωτική ιατρική μόνο εφόσον δίνουν εγγυημένα προτεραιότητα στο ΕΣΥ. Πχ. ένας χειρουργός θα χειρουργήσει ιδιωτικά έναν ασθενή του, μόνο αν έχει πρώτα χειρουργήσει ορισμένο αριθμό ασθενών στο ΕΣΥ.

Έκτο, σχέση δημόσιου – ιδιωτικού τομέα. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Όλα ανεξαιρέτως τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, πρέπει ν΄ αξιολογούνται με τα ίδια κριτήρια. Έχοντας τις ίδιες τιμές και παρέχοντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες. Tο Δημόσιο παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Τέλος, στην περίπτωση οποιασδήποτε σύμβασης μεταξύ των δύο τομέων πρέπει να επικρατεί η διαφάνεια.

Τα παραπάνω αφορούν το οργανωτικό – κλινικό κομμάτι. Προφανώς μπορούν να υπάρξουν κι άλλες προτάσεις, που να είναι καλύτερες, στα ίδια ή και σε άλλα πεδία. Προϋποθέσεις για ουσιαστικές αλλαγές: ανάλυση των αναγκών του ελληνικού λαού και, συνεργασία με όσους εργαζόμενους πονάνε το σύστημα και είναι άμεμπτοι. Το βέβαιο είναι ότι θέλουμε σχέδιο αναδιάρθρωσης του ΕΣΥ, όχι μόνο δημοσιονομικό, αλλά διαρθρωτικό. Διαφορετικά, τα ίδια αίτια της δυσλειτουργίας του ΕΣΥ θα επισωρεύσουν, μελλοντικά, τα ίδια αποτελέσματα.

Δημόσιο ή ιδιωτικό σύστημα υγείας;

Το ερώτημα είναι ερεθιστικό, και το συζητάμε συχνά στις παρέες –μάλιστα πολλές φορές φορτισμένο και ιδεολογικά-, δεν είμαι όμως βέβαιος ότι νοηματοδοτούμε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο τις λέξεις.

Ας αρχίσω από δυο επιμέρους ερωτήματα. Πρώτο, ποιος πληρώνει για το Σύστημα Υγείας. Και δεύτερο, ποιος και πώς παρέχει τις υπηρεσίες του.

Αξιόπιστες έρευνες δείχνουν ότι το 1% των ασθενών αντιστοιχεί στο 30% του κόστους (από το οποίο το 10% αντιστοιχεί με τη σειρά του, στο 70% του κόστους), ενώ για το υπόλοιπο 90% ξοδεύεται μόνο το 30%. Κι αυτό γιατί οι «ακριβοί» ασθενείς είναι συνήθως μεγάλης ηλικίας και με πολλαπλά νοσήματα (διαβήτης, καρδιοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια κλπ), ενώ το κόστος τους προσαυξάνεται από την έλλειψη συντονισμού, που τους στέλνει συνεχώς από τον Άννα στον Καϊάφα.

Ως προς τη χρηματοδότηση, ένα σύστημα που θα απέκλειε το «ακριβό» 10% θα ήταν, φαινομενικά, «αποτελεσματικό». Αλλά τι θα γινόταν αυτό το 10%; Το ιδιωτικό σύστημα θα τους άφηνε στην τύχη τους, αυτό όμως θα ήταν αδιανόητο στο δημόσιο.

Τα συστήματα ιδιωτικής ασφάλισης συνδέουν το ύψος των εισφορών με την πιθανότητα της αρρώστιας. Οι ιδιωτικές εταιρίες ή δεν ασφαλίζουν καθόλου τους «επικίνδυνους» πελάτες (π.χ. διαβητικούς), ή τους ζητούν πολύ ψηλό ασφάλιστρα. Για το λόγο αυτό στη Γερμανία, για παράδειγμα, ένας στους πέντε ασφαλισμένους έχει τη δυνατότητα να μεταπηδήσει σε ιδιωτική ασφάλιση, παίρνοντας μαζί και τις εισφορές του, αλλά μόνο το 40% απ΄ αυτούς το κάνουν.

Η χρηματοδότηση του δημόσιου συστήματος εκτελείται είτε μέσω του προϋπολογισμού, είτε μέσω ασφαλιστικών ταμείων. Έτσι, το επίπεδο υγείας και το είδος των νοσημάτων αποσυνδέονται από την πληρωμή, η οποία αντιστοιχεί στο εισόδημα και μόνο. Τα συστήματα αυτά αναδιανέμουν χρηματοδοτικές εισφορές και φόρους: από υγιείς σε ασθενείς, από νέους σε ηλικιωμένους, από πλουσιότερους σε φτωχότερους. Και βεβαίως, δεν αποκλείουν «επικίνδυνους» ασθενείς. Από κοινωνική άποψη, υπερέχουν ως προς τα ιδιωτικά.

Άλλη παράμετρος είναι η αντιστοίχιση επαγγέλματος –ταμείου, που μπορεί να δημιουργήσει σοβαρές ανισότητες λόγω διαφορετικών πακέτων παροχών. Γι΄αυτό το λόγο, οι χώρες της Δ. Ευρώπης κατάργησαν τα ταμεία αυτά και δημιούργησαν δημόσια ταμεία ανταγωνιστικά μεταξύ τους, ώστε ο κάθε ασφαλιζόμενος να επιλέγει το επιθυμητό ταμείο ανεξάρτητα από το επάγγελμά του. Η επιλογή εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Στην Ελλάδα η χρηματοδότηση είναι μικτή: τo 60% των πόρων προέρχονται από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές και το 40% από άμεσες πληρωμές των ασθενών, ιδίως για πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας ή οδοντιατρική φροντίδα και δευτερευόντως για φάρμακα ή νοσοκομειακή περίθαλψη.

Εδώ όμως, ανταγωνισμός μεταξύ των ταμείων δεν υφίσταται. Από τα πάμπολλα επαγγελματικά ταμεία περάσαμε στον ΕΟΠΥΥ, που τον συναποτελούν ταμεία-συλλέκτες προκαθορισμένων και ανελαστικών εισφορών. Τα ταμεία και οι εισφορές θα μπορούσαν να καταργηθούν πλήρως, εφόσον, πρώτο, τα δισ. ευρώ των ασφαλιστικών εισφορών εξασφαλίζονταν από άλλους πόρους και, δεύτερο, υπήρχε δικαιότερη φορολόγηση. Αλλά η ουσιαστική αλλαγή του φορολογικού έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες.

Τώρα, όσον αφορά την παροχή, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι, όταν υπάρχει ισχυρό ρυθμιστικό πλαίσιο, τότε η συνύπαρξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τους ασθενείς. Ο στόχος είναι η εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν αυτές είναι δημόσιες ή ιδιωτικά παρεχόμενες.

Για να γίνει όμως αυτό, το Δημόσιο εκεί παρεμβαίνει στην αγορά των δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας, ως ρυθμιστής. Καθορίζει κανόνες επαρκούς λειτουργίας, μετράει την παραγωγικότητα και την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών, καθορίζει ενιαίο τιμολογιακό πλαίσιο και συνδέει την αμοιβή με την ποιότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δυο γιατροί της ίδιας ειδικότητας που δουλεύουν στο Δημόσιο δεν παίρνουν την ίδια αμοιβή, αν έχουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα.

Παράλληλα εξασφαλίζεται ότι ο ιδιωτικός τομέας δε μεταφέρει «δύσκολες» περιπτώσεις ασθενών στο δημόσιο, ούτε προκαλεί μεγάλη τεχνητή ζήτηση και ότι συνολικά το σύστημα δεν παρέχει υπηρεσίες που δεν είναι αποτελεσματικές.

Αυτή η έννοια όμως του δημόσιου τομέα δεν ισχύει στην Ελλάδα. Στην παροχή των υπηρεσιών, τα δύο συστήματα, δημόσιο και ιδιωτικό, λειτουργούν παράλληλα, δεν είναι συνδεμένα. Δεν υπάρχει κανένας προγραμματισμός, ούτε συντονισμός δραστηριοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου στρατηγικού – ρυθμιστικού πλαισίου για την Υγεία. Είμαστε πρώτοι στην Ευρώπη στη αναλογία φαρμακείων – πληθυσμού, πάντα στις πρώτες θέσεις σε γιατρούς, οδοντίατρους, μαγνητικές - αξονικές τομογραφίες, ενώ ταυτόχρονα είμαστε πρώτοι σε καισαρικές τομές, κατανάλωση αντιβιοτικών, υπέρβαρα παιδιά, δεύτεροι σε κάπνισμα - τροχαία, πολύ ψηλά σε κατανάλωση ποτών – ναρκωτικών και, παρά την πολύ ψηλή φαρμακευτική δαπάνη, πολύ χαμηλά στην παραγωγή φαρμάκων.

Για να απαντήσω στο ερώτημα του τίτλου, είναι σαφές ότι το δημόσιο σύστημα χρηματοδότησης υπερτερεί των ιδιωτικών συστημάτων, ενώ στην παροχή ένα μικτό σύστημα είναι καλύτερο, εφόσον εξασφαλιστεί υγιής ανταγωνισμός προς όφελος των ασθενών. Στη χώρα μας δεν υπάρχει τίποτα απ΄ αυτά.

Το ζητούμενο είναι ένα αληθινά δημόσιο Σύστημα Υγείας με εισαγωγή των στοιχείων της διαφάνειας και του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να γίνει καλύτερο γι΄ αυτόν που υποτίθεται ότι πρέπει πάντα να υπηρετεί: τον ασθενή.

Τέσσερις μύθοι γύρω από τη βιομηχανία

Ο ​​Ηρόδοτος ως πατέρας της Ιστορίας ήταν ο πρώτος συγγραφέας που χρησιμοποίησε τη λέξη «μύθος» με την έννοια της «απίθανης ιστορίας». Οι μύθοι ήταν και παραμένουν δημοφιλείς επειδή έχουν κάποια εκφραστική δύναμη, χωρίς να εμπεριέχουν διαλεκτικό συλλογισμό. Σε κάθε περίπτωση, αποτελούν μη ορθολογικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας.

Είναι κοινός τόπος ότι η αντίληψη σχετικά με τη βιομηχανία στη χώρα μας δεν είναι τέτοια που να υποστηρίζει αυτή τη μορφή του επιχειρείν. Πέραν των προβλημάτων ρυθμιστικού χαρακτήρα, υπάρχουν ριζωμένες αντιλήψεις που δεν ευνοούν την εμπέδωση της βιομηχανίας ως σημαντικού παράγοντα ανάπτυξης για τον τόπο μας. Οι αντιλήψεις αυτές έχουν τον χαρακτήρα του μύθου μιας και βασίζονται σε εμφανώς ανορθολογικές ερμηνείες ή σε απλουστευτικές προσεγγίσεις του ζωτικού αυτού για την οικονομία μας κλάδου. Τέσσερις είναι οι βασικοί μύθοι που περιβάλλουν τη βιομηχανία στη χώρα μας.

Η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα

Πέραν του 8% του ΑΕΠ προέρχεται από τη μεταποίηση, η οποία άρχισε να εξελίσσεται στην Ελλάδα αμέσως μετά το τέλος της δεκαετίας του '40. Το υψηλότερο ποσοστό συμβολής της στο ΑΕΠ κατεγράφη στα τέλη της δεκαετίας του '80, ξεπερνώντας το 12%, όταν παράλληλα διαδοχικές παρεμβάσεις μείωσαν την ισχύ του εθνικού νομίσματος. Στην Ελλάδα παράγονται –μεταξύ άλλων– με αυξημένο ρυθμό ανάπτυξης εκλεκτά βαμβακονήματα, δομικά υλικά, ειδικά κράματα για τη ναυτιλία και την αυτοκινητοβιομηχανία, καλώδια υψηλής τάσεως για υποθαλάσσιες συνδέσεις, ειδικά επεξεργασμένα ορυκτά υψηλής αξίας, ρομποτικά συστήματα για αυτοματισμούς, μετασχηματιστές, εξαρτήματα συνδέσεων υδραυλικών δικτύων, πίνακες ασύρματων δικτύων, προϊόντα αμυντικών εφαρμογών και αντικεραυνικά συστήματα. Τα περισσότερα από τα ανωτέρω προϊόντα όταν δεν βασίζονται στην απλή μεταποίηση πρώτων υλών, που βρίσκονται στην Ελλάδα ή εισάγονται, εμπεριέχουν κατεργασία υψηλής προστιθέμενης αξίας που συνεισφέρει στην εθνική οικονομία, ενώ αξιοποιεί τεχνολογίες αιχμής και απασχολεί το πλέον καταρτισμένο ανθρώπινο δυναμικό. Υπάρχουν συγκεκριμένοι κλάδοι όπως ο εξορυκτικός και ο μεταλλουργικός στους οποίους η χώρα μας πρωταγωνιστεί σε διεθνές επίπεδο ενώ υπήρξαν μέχρι πρόσφατα και κλάδοι όπως η κλωστοϋφαντουργία και η υποδηματοποιία που είχαν ιδιαίτερη διεθνή παρουσία. Η μεταποιητική δραστηριότητα συνεχίζει να υφίσταται στην Ελλάδα και μάλιστα κυρίως στηριζόμενη από τους Ελληνες επιχειρηματίες εν μέσω πολλαπλών κανονιστικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών μεταβαλλόμενων συνθηκών που δεν ευνοούν την εν γένει ανάπτυξή της.

Η βιομηχανία εξαντλεί τους φυσικούς πόρους και μολύνει

Η αντίληψη αυτή αγνοεί πλήρως ότι οι φυσικοί πόροι αποτελούν μέρος του πλούτου κάθε κράτους και συνεπώς όχι μόνο ενδείκνυται αλλά και επιβάλλεται να υπάρχει η ορθολογική αξιοποίησή τους υπό βιώσιμες προοπτικές. Οι υδρογονάθρακες, τα ορυκτά, τα μεταλλεύματα, η ξυλεία όπως και το νερό αποτελούν φυσικούς πόρους η αξιοποίηση των οποίων είναι παράγοντας ευμάρειας των λαών. Η θέσπιση και η τήρηση κανονιστικών διατάξεων, που αποσκοπούν στην αποφυγή ανορθολογικής χρήσεως των πόρων και στη διατήρηση της περιβαλλοντικής ισορροπίας ως δημοσίου αγαθού, επαφίονται στη μέριμνα και την αποτελεσματικότητα των διοικητικών αρχών, οι οποίες στην Ελλάδα σε πολλές περιπτώσεις έχουν θέσει όρια μετρήσεων συγκεκριμένων δεικτών αυστηρότερα και από τα ευρωπαϊκά. Οι σύγχρονες επιχειρήσεις λειτουργούν με βάση συγκεκριμένα συστήματα διαχείρισης περιβάλλοντος, κάτι που πιστοποιείται με ISO 14001 και EMAS – που προσδιορίζει καλύτερα το περιβαλλοντικό ρίσκο. Στη χώρα μας, δε, υπάρχει σχετική μνεία στη νομοθεσία όπου η ύπαρξη ISO 14001 είναι κριτήριο ανανέωσης μιαw περιβαλλοντικής άδειας. Παράλληλα, οι δημόσιες αρχές έχουν την ευθύνη να απαιτούν τη λειτουργία όλων των επιχειρήσεων σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς πρακτικές (best practices), οι οποίες εξασφαλίζουν συνθήκες λειτουργίες συμβατές με τις εγγενείς απαιτήσεις. Η εγχώρια βιομηχανία, συγκεντρωμένη κατά κύριο λόγω σε άτυπες βιομηχανικές περιοχές, ζητεί επιτακτικά την ουσιαστική ανακήρυξή τους σε επίσημες βιομηχανικές ζώνες, κάτι που θα ελαχιστοποιήσει περαιτέρω την πιθανότητα περιβαλλοντικών εκτροπών που μπορούν να παρατηρηθούν εντός ενός άναρχου τοπίου. Πέραν των ρυθμιστικών διατάξεων, όμως, οι ίδιες οι βιομηχανικές επιχειρήσεις επιθυμούν την αρμονική συνύπαρξη με τις τοπικές κοινωνίες εντός του πλαισίου εταιρικής κοινωνικής ευθύνης που διέπει τις περισσότερες εξ αυτών, μιας και κάθε διατάραξη της περιβαλλοντικής ισορροπίας εξαιτίας τους είναι απολύτως ανεπιθύμητη και θα έχει, επιπρόσθετα, καταστροφικά αποτελέσματα για τη φήμη τους. Το φαινόμενο του να γίνονται αντικείμενο αλόγιστης χρήσης αναντικατάστατοι φυσικοί πόροι αφορά κυρίως αγαθά υπό δημόσιο έλεγχο όπως το νερό.

Η βιομηχανία δεν συνάδει με σύγχρονες συνθήκες εργασίας

Το στερεότυπο πίσω από την αντίληψη αυτή βρίσκεται στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης. Η μεταποίηση ως παραγωγική διαδικασία έχει αλλάξει πάρα πολύ έκτοτε και μέρος αυτής της αλλαγής οφείλεται στο νέο τεχνολογικό συσχετισμό που απαιτεί αυτοματοποίηση ιδιαίτερα μετά και την εισαγωγή της πληροφορικής ως τρίτο βιομηχανικό κύμα. Στην Ελλάδα οι περισσότερες βιομηχανικές επιχειρήσεις, και σίγουρα όλες όσες έχουν διεθνή δραστηριότητα, ελέγχονται πέραν των διοικητικών αρχών και από τους ίδιους τους πελάτες τους οι οποίοι θέλουν να διασφαλίσουν μακροχρόνιες συνεργασίες με βιώσιμους προμηθευτές που ακολουθούν συγκεκριμένα πρότυπα λειτουργίας υγιεινής και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των δεικτών ατυχημάτων και της πρόληψής τους. Αρκετές επιχειρήσεις έχουν πιστοποιηθεί με OHSAS 18001, ενώ η τήρηση σύγχρονων συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας είναι πολλές φορές εσωτερικές απαιτήσεις των επιχειρήσεων και λόγω της φύσεως της δραστηριότητάς τους. Στην πραγματικότητα, η βιομηχανία απασχολεί ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινου δυναμικού διαφορετικών εκπαιδευτικών αφετηριών και γνωστικών δεξιοτήτων, ενώ παράλληλα αμείβει κατά μέσον όρο καλύτερα τους εργαζομένους της από κάθε άλλο σημαντικό κλάδο στην Ελλάδα και συνεισφέρει τις μεγαλύτερες ανά τομέα της οικονομίας εργοδοτικές εισφορές, αποτελώντας τον πλέον αξιόπιστο εργοδότη με συνεχή έμφαση στα θέματα ασφαλών συνθηκών εργασίας.

Η βιομηχανία είναι παρωχημένη

Η αντίληψη αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αντικειμενική παρατήρηση ότι οι ισχυρότερες οικονομικά χώρες του κόσμου (ΗΠΑ, Κίνα, Ιαπωνία και Γερμανία) είναι και αυτές με τη μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή. Παράλληλα, αντιπαρέρχεται τη στόχευση της Ε.Ε. ώστε η μεταποίηση να ανέλθει από το 15% του ευρωπαϊκού ΑΕΠ στο 20% έως και το 2020. Επιπλέον, αγνοεί την αντικειμενική πραγματικότητα στη χώρα μας, όπου το 40% της φορολογίας νομικών προσώπων προέρχεται από τη μεταποίηση ενώ συμβάλλει καθοριστικά στην εμπέδωση της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης εντός του πλαισίου της κυκλικής οικονομίας. Οι υπηρεσίες έχουν μεν σημειώσει σημαντική αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ σε όλο τον κόσμο μετά το τέλος της δεκαετίας του '40, βασίζονται όμως στη χρήση ή διακίνηση βιομηχανικών προϊόντων τα οποία γίνονται όλο και πιο σύνθετα, ενώ αξιοποιούν τις υπηρεσίες στο πλαίσιο ενός ενάρετου κύκλου ανατροφοδοτούμενης ανάπτυξης. Η βιομηχανία σήμερα συνεισφέρει στο 87% της συνολικής αξίας των εξαγωγών της χώρας μας και δεδομένου ότι οι εξαγωγές είναι παράγοντας οικονομικής ανάπτυξης, η περαιτέρω αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας με εξωστρεφή χαρακτήρα διευκολύνει την επίτευξη των μακροοικονομικών επιδιώξεων. Η στόχευση για περαιτέρω ανάπτυξη της βιομηχανίας ως τομέα της εγχώριας οικονομίας εμπεριέχει, μεταξύ των άλλων, και εθνικές αναγκαιότητες συνδεόμενες με τη γεωστρατηγική θέση της χώρας, η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη δυνατή αυτονομία ή και αυτάρκεια ακόμη και στο πλαίσιο μιας αναπόφευκτα παγκοσμιοποιημένης οικονομίας.

Οι μύθοι, ως ιδιόμορφα είδη απλουστευτικών σχημάτων, άρχισαν ιστορικά να υποχωρούν στο πλαίσιο της ανάπτυξη μιας διαλεκτικής ορθού λόγου. Η ιστορία της εγχώριας βιομηχανίας, αλλά πολύ περισσότερο το παρόν της και οι αναγκαιότητες του μέλλοντος απαιτούν να επαναπροσεγγιστεί ρεαλιστικά και ορθολογικά η σκοπιμότητα της ύπαρξης βιομηχανίας στον τόπο μας πέραν των μύθων και των στερεοτυπικών αντιλήψεων που τη συνοδεύουν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 24/9/2018. 

Σελίδα 1 από 94