Δευτέρα, 20 Μάιος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Μονομανίες… αλλά χωρίς πολιτική

Το καλοκαίρι του 2018, από αυτή τη στήλη, είχε επικριθεί η απρονοησία ως ενδεικτική παραπολιτικής ύλης φεουδαρχικού τύπου που αναπαράγεται στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Η απρονοησία υπήρξε τεκμήριο της πολλαπλής χρεοκοπίας: οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής. Η ελληνική κρίση, για αυτή την «πολιτική κατηγορία», φάνηκε να ήρθε αιφνιδιαστικά. Κυρίως, ορφανή∙ χωρίς καταγωγή. Η κρίση για το σύστημα που κυβέρνησε την Ελλάδα ήταν κάτι σαν φυσική νομοτέλεια ή σαν αποτέλεσμα της κακιάς στιγμής.

Το «μαζί τα φάγαμε» ήταν η επιτομή της διάχυσης της ευθύνης, της άρνησης του πολιτικού συστήματος να αναγνωρίσει τον ρόλο του στον δημοσιονομικό εκτροχιασμό∙ της αδυναμίας να προχωρήσει στην αναγκαία ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα αλλά και του κοινωνικοοικονομικού μοντέλου.

Οι περισσότεροι θα περίμεναν από τους διαμορφωτές των εγχώριων πολιτικών μια κάποια αυτοκριτική και ουσιαστική εθνική αντιμετώπιση. Απαντήσεις στο «τι πήγε στραβά», «πώς φτάσαμε εδώ», «τι πρέπει να κάνουμε για να μην ξαναφτάσουμε στο χείλος του γκρεμού» κ.ο.κ. Το ίδιο θα περίμενε και από τους διαμορφωτές της ευρωπαϊκής πολιτικής τα τελευταία χρόνια∙ σήμερα. Οχι μόνο δεν έγινε, αλλά από την πλευρά της Ευρώπης στήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός, με ad hoc θεσμούς μέσω των οποίων όλες οι απρονοησίες της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής να «φορτωθούν» ασύμμετρα στις εθνικές πολιτικές.

Κανείς δεν μίλησε, παραδείγματος χάριν, για τα πολλά «uns» –όπως έχουν επικρατήσει να λέγονται– τόσο της Ευρώπης όσο και της Ελλάδας. (Το κρυπτικό «uns» προκύπτει από το πρώτο συνθετικό μιας ειδικής διεθνοποιημένης ορολογίας που έχει μεν οικονομικό περιεχόμενο, αλλά βαθύτατες πολιτικές αρνητικές συμπαραδηλώσεις και σκληρές, σκληρότατες, κοινωνικές επιπτώσεις. Βλ., unsustainable – μη βιώσιμη κατάσταση, uncoordinated – ασυντόνιστη, unbalance – μη ισόρροπη, unstable – ασταθής, unemployed – άνεργη, unspecified – ακαθόριστη, unsettling – ανησυχητική κατάσταση κ.λπ., κ.λπ.)

Απεναντίας, υποβαθμίστηκαν όλες οι, κατόπιν εορτής, παραδοχές για τα λάθη που έγιναν στην αντιμετώπιση της κρίσης χρέους των μικρών οικονομιών της Ευρώπης και της Ελλάδας (βλ. Ολιβιέ Μπλανσάρντ του ΔΝΤ, Ολι Ρεν ο οποίος μας είχε ευχηθεί «καλό κουράγιο», Γερούν Ντάισελμπλουμ και πολλών άλλων μετά την απομάκρυνσή τους από τις θέσεις ευθύνης τους).

Στο εθνικό επίπεδο, στην απρονοησία έρχεται σήμερα να προστεθεί η μονομανία. Η Ν.Δ. περιφέρει ως «σωτήρια» πολιτική ακριβώς την πολιτική η οποία ενέχεται για την κρίση. Και το κοντόφθαλμο κομματικό συμφέρον, όπως συνοψίζεται στη λογική «βρίζω, καταδικάζω, αλλά ψηφίζω», δείχνει την ποιότητα της αντιπολίτευσης και την ποιότητα του προεκλογικού αγώνα για την Ευρώπη και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αν αυτή η ποιότητα καταδικάζει, καταγγέλλει, εκφοβίζει, παραληρεί, αλλά συμφωνεί και υπερψηφίζει, τότε δίνει το στίγμα της ποιότητας και προοικονομεί το τρόπαιο: την πολυπόθητη μελλοντική διακυβέρνηση.

Οι μονομανίες δεν βοήθησαν κανέναν. Ποτέ και πουθενά δεν έβγαλαν καλό αποτέλεσμα. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος (αυτός που περιφέρει τον εαυτό του ως μελλοντικό πρωθυπουργό) πιστεύει ότι η φτώχεια είναι ατομική επιλογή και όχι κοινωνική κατάσταση, τότε κάτι χάνει. Οταν πιστεύει ότι τα παιδιά από το Περιστέρι έχουν τη δυνατότητα να γίνουν μόνον καλοί ψυκτικοί, κάτι του διαφεύγει για το μοντέλο ανάπτυξης στον 21ο αιώνα. Οταν θεωρεί αναπτυξιακή πολιτική τη μετατόπιση των προβλημάτων από τους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς στους ιδιώτες και στα άτομα –κι ας είναι οι ιδιώτες αυτοί που θα θέλουν να αυξήσουν τα εταιρικά κέρδη τους, και όχι τα οφέλη του συνόλου– τότε εξαργυρώνει γραμμάτια.

Η αξιοκρατία γίνεται μύθευμα. Αν πράγματι υπήρχε, είναι αμφίβολο ότι ο ίδιος, οι συγγενείς του και οι ομόλογοί του της φατρίας Καραμανλή και Παπανδρέου θα έκαναν αβάδιστα πρωθυπουργικά σλάλομ. Βλέπετε, η «αξιοκρατία» περιορίζεται –επίσης για λόγους μονομανίας– μόνο στους δημοσίους υπαλλήλους, μέσα από μυστήριες εξισώσεις κράτος=κυβέρνηση=Δημόσιο κ.λπ. Δεν είναι τυχαίο το παράδοξο ότι στη χώρα και την Ευρώπη, με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος του Βέμπερ, οι άνθρωποι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στις ικανότητες των κυβερνήσεων.

Ποια τα συμπεράσματα αυτής της μηχανικής; Όσο λιγότερο δημοφιλής γίνεται ο δημόσιος υπάλληλος (καθηγητής, γιατρός, κηπουρός, οδοκαθαριστής κ.ά.) τόσο περισσότερο σταρ γίνεται ο επιχειρηματίας – κι ας είναι το λαμόγιο της παρασιτικής διανεμητικής κουλτούρας της οποίας ηγείται ο κ. Μητσοτάκης. Οσο παραπαίουν οι κυβερνήσεις ως προς την ικανότητά τους να επιλύουν προβλήματα τόσο απαξιώνονται η πολιτική, η δημοκρατία και ανοίγει ο δρόμος σε ολοκληρωτικές επιλογές και στον φασισμό.

Όπως σημείωνε ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ, σε μεγάλο μέρος του αναπτυγμένου κόσμου η κοινή γνώμη παραμένει καχύποπτη απέναντι στους θεσμούς του Δημοσίου αγνοώντας τα εγγενή πλεονεκτήματα και τις δυνητικές ευεργετικές επιδράσεις τους στη δημόσια σφαίρα: τη συσσωρευμένη μνήμη, την υποχρέωση λογοδοσίας, την εμπειρία του στη διευθέτηση και τη διαμεσολάβηση πραγματικών συγκρούσεων εντός της κοινωνίας και μεταξύ κοινωνιών.

Αυτά, βέβαια, είναι θέματα που ενδιαφέρουν τους πολλούς. Προφανώς, δεν ενδιαφέρουν τους γόνους των ολιγαρχών και τους κληρονόμους που ξανάρχονται να παίξουν ρόλους τόσο χρήσιμους όσο και των δεινοσαύρων, σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, οργής, ταχέως κινούμενο, πορώδη, δικτυωμένο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/5/2019. 

Ο πορνογραφικός πολιτικός λόγος. Σκέψεις για μια χρηστική εννοιολόγηση

Η εκλογή του αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η συνεχιζόμενη πολιτική της λιτότητας που η Γερμανία έχει επιβάλει στην ευρωζώνη, το Brexit, οι διαμάχες του γάλλου Προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν με διάφορες κοινωνικές ομάδες και εσχάτως με τα «κίτρινα γιλέκα», η αμιγώς λαϊκιστική κυβέρνηση της Ιταλίας και η διαβόητη άνοδος της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη έχουν αναδείξει, μεταξύ άλλων, και διάφορες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο δομείται ο δημόσιος πολιτικός λόγος στον δυτικό κόσμο. Πλέον ενδεικτική περίπτωση είναι αυτή του Ευρωπαίου Επιτρόπου Προϋπολογισμού, Γκούντερ Έττινγκερ που, σχολιάζοντας τον Μάιο του 2018 την απόφαση του ιταλού Προέδρου Σέρτζο Ματταρέλλα να απορρίψει ως υπουργό Οικονομικών στην κυβέρνηση του Τζουζέππε Κόντε τον ευρωσκεπτικιστή Πάολο Σαβόνα, τόνιζε με πρόδηλο κυνισμό ότι οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες του ιταλικού κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι ντι Μάιο και Ματτέο Σαλβίνι. Η εν λόγω τοποθέτηση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στην πολιτική σκηνή της Ιταλίας όσο και στην Ευρώπη γενικότερα – θύελλα η οποία οδήγησε τον γερμανό πολιτικό να ανακαλέσει και να ζητήσει συγνώμη μέσω Twitter. Με αφορμή την παραπάνω δήλωση και τη συζήτηση που προκάλεσε, θα μπορούσε να διερευνηθεί αν και κατά πόσον αυτού του τύπου ο δημόσιος πολιτικός λόγος αποτελεί μια διακριτή κατηγορία με σαφή χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, να διερευνηθεί αν μπορεί να εννοιολογηθεί ο «πορνογραφικός πολιτικός λόγος» ως ένας συγκεκριμένος και αναγνωρίσιμος τρόπος τοποθετήσεων στον δημόσιο διάλογο γύρω από κοινωνικοπολιτικά θέματα.

Η πορνογραφία ως συμπεριληπτικός όρος

Είναι αλήθεια ότι το ολοένα και αυξανόμενο επιστημονικό και δημόσιο ενδιαφέρον για την πορνογραφία έχει δημιουργήσει μια «μετα-πορνογραφία», ένα λόγο δηλαδή «για όλες τις εποχές» που αφορά σειρά από κοινωνιοπολιτισμικές διαστάσεις και όψεις αυτού του είδους οπτικής αναπαράστασης (Wicke 2004: 176-9). Ενώ δηλαδή η συζήτηση και μελέτη της έννοιας της πορνογραφίας έχει κυρίως διεξαχθεί με βάση την παράθεση μια σειράς «αντιθετικών» ζητημάτων, όπως παραγωγή και κατανάλωση, ελευθερία έκφρασης και λογοκρισία, αναπαράσταση και πραγματικότητα, ακίνδυνη διασκέδαση και επιβλαβής επίδραση στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στο φαινομενικά απλό ερώτημα «τι σκεφτόμαστε για την πορνογραφία» συμπυκνώνονται μια σειρά από ανοιχτά ζητήματα γύρω από το σεξ, τη σεξουαλικότητα, τη βία, την επιθυμία, αλλά και την εξουσία γενικότερα. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που η πορνογραφία είναι ένα πλέγμα θεμάτων που εκτείνεται πέρα από τα παραπάνω ζητήματα, υπάρχουν ενδεχομένως περιθώρια να προσεγγιστεί η πορνογραφία, ακόμα και η ίδια η πορνογραφική απεικόνιση και αναπαράσταση, ως μια έννοια που υπό προϋποθέσεις μπορεί να αποτελέσει δόκιμη αναλυτική προκείμενη σε υπό μελέτη ευρύτερα φαινόμενα. Είναι σε αυτή τη βάση που τίθεται το ερώτημα, μπορεί πράγματι η πορνογραφία να αποτελέσει ένα επεξεργασμένο εννοιολογικό εργαλείο το οποίο μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία προϋποθέσεων για την περαιτέρω περιγραφική αποτύπωση του κοινωνικού κόσμου; Μπορεί η πορνογραφία, και κυρίως ο επιθετικός προσδιορισμός «πορνογραφικό», να χρησιμοποιηθεί τόσο ως έννοια όσο και ως όρος αυτός καθαυτός στην περιγραφή επιμέρους κοινωνικών φαινομένων και στην ανάδειξη όψεων που όχι μόνο δεν αναγνωρίζονται εύκολα, αλλά και ενδεχομένως παραμένουν στην αφάνεια; Πρόκειται για ερώτημα που περιλαμβάνει επίσης την ακόμα επίμαχη συζήτηση για την οροθέτηση και εννοιολόγηση του ίδιου του όρου «πορνογραφία», και επεκτείνει τον προβληματισμό γύρω από τις διαστάσεις του. Στην επιστημονική συζήτηση πάντως επικρατεί ακόμα σε μεγάλο βαθμό η ευρέως χρησιμοποιούμενη έννοια του «σεξουαλικά ρητού υλικού» (sexually explicit material), η οποία αποτελεί έναν μη συγκεκριμένο ορισμό που αναφέρεται στο καταφανώς σεξουαλικό περιεχόμενο και χρησιμοποιείται ως ευφημισμός για τη συμπυκνωμένη απόδοση της πορνογραφίας. Εδώ η έννοια του ρητού συνιστά ουσιαστικά μια καταδηλωτικού επιπέδου «εύκολη» αναγνώριση βάσει των κυρίαρχων αξιών και κωδίκων μιας δεδομένης κοινωνίας. Πρόκειται για έναν ορισμό, περιγραφικής κατά βάση κατεύθυνσης, ο οποίος συναντάται συχνά στη διεθνή βιβλιογραφία, δεν αντιλαμβάνεται την πορνογραφία εκ των προτέρων με μανιχαϊστικούς όρους και δεν είναι προσανατολισμένος σε μια αξιολογική αποτίμηση. Είναι όμως γνωστό ότι η χρήση του όρου δεν περιορίστηκε στα εν λόγω όρια, αλλά χρησιμοποιήθηκε στην περιγραφή ετερόκλητων φαινομένων, συχνά με διαφορετικό τρόπο και στόχο.
Όταν, για παράδειγμα, αποκαλύφθηκαν τον Απρίλιο του 2004 οι διαβόητες φωτογραφίες κακοποίησης από τις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ στο Ιράκ, πολλοί χρησιμοποίησαν τον όρο «πολεμοπορνό» (warporn) που πρόκρινε αρχικά ο Ζαν Μπωντριγιάρ (Baudrillard, 2005: 205-9) για να υποδηλώσουν τις σεξουαλικά σκοπούμενες αναπαραστάσεις στρατιωτικών βασανιστηρίων και να αναφερθούν στην ιδιόμορφη μίξη πολεμικών μαρτυρίων και μύθων ως πορνογραφικές φαντασιώσεις. Στην προσέγγιση του Μποντριγιάρ ασκήθηκε κριτική από τις Φιόνα Άτγουντ και Κλαρίσα Σμιθ (Attwood, Smith, 2010: 182) στη βάση τού ότι η περιγραφή με τον όρο «πολεμοπορνό» μιας σειράς από γεγονότα ως πορνογραφικές εικόνες πραγματικής βίας συνιστά «κρίση νοήματος» της έννοιας της πορνογραφίας. Αυτό συμβαίνει διότι υπάρχει μια μετατόπιση από την έμφαση στην ενδεχόμενη σεξουαλική ευχαρίστηση, σε μια «κατοπτρική θέαση του σώματος». Σε κάθε περίπτωση, ορθά η Σμιθ (Smith, 2010: 107) τονίζει ότι η απόδοση των σκηνών του πορνό του βασανισμού και του πολεμοπορνό ως πορνογραφία, συσκοτίζει την πραγματική ζημιά των θυμάτων από στρατιώτες που δρουν σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μιλιταριστικών πολιτικών επιλογών, ως μια ενέργεια ιδωμένη υπό το πρίσμα της δημιουργίας σεξουαλικά ρητών αναπαραστάσεων. Η κριτική δηλαδή της Σμιθ έχει βάση στο βαθμό που λείπει μια γενικότερη, δόκιμη και αποδεκτή, προσέγγιση που θα απέδιδε ταυτόχρονα και μια σειρά από πολιτικές πράξεις, συμπεριφορές και λόγους ως «πορνογραφικές». Εδώ, η έννοια της πορνογραφίας θα περιστρεφόταν κυρίως γύρω από την έννοια της αποκάλυψης μιας «κρυμμένης/κρυφής» πραγματικότητας κατά τη λογική της αποκάλυψης του γυναικείου οργασμού στην αμιγώς σεξουαλικά προσανατολισμένη πορνογραφία (Williams 1989). Έτσι, σε ένα δεύτερο συνδηλωτικό επίπεδο, θα μπορούσε ενδεχομένως και να εννοιολογηθεί η «πολιτική του πορνό» (porn politics) ως ένας όρος για να περιγραφούν οι περιπτώσεις αποκάλυψης των κρυφών διαστάσεων της πραγματικότητας κατά την εκφορά ενός πολιτικού λόγου. Είναι όμως αυτό αρκετό ή, από μια άλλη πλευρά, έχουν γίνει στο παρελθόν αντίστοιχες προσπάθειες εννοιολόγησης προς αυτή την κατεύθυνση; Ο Φερνάντο Μουνιόζ (Munoz, 2009), για παράδειγμα, χαρακτηρίζει «πολιτική πορνογραφία» την τεχνολογία των επιχειρημάτων που χρησιμοποιείται για να ερμηνευθούν οι ομοιότητες και οι αντιθέσεις μεταξύ πολιτικής θεωρίας, συνταγματικής θεωρίας και αισθητικής της πορνογραφίας. Υπόνοια εφαρμογής της έννοιας της πορνογραφίας με την πολιτική έχουμε και με την χρήση του όρου «πορνογραφική δημόσια σφαίρα» από τον Τεντ Γκουρνέλος (Gournelos, 2009: 278) κατά την περιγραφή της πολιτικής διάστασης στη δημοφιλή σατιρική σειρά κινουμένων σχεδίων South Park. Από την άλλη μεριά, η Μαρία Τζον (John, 2004: 39-40) θεωρεί ότι δεν πρέπει να λογίζονται ως άτυπες μορφές πολιτικής πορνογραφίας λόγοι πρόδηλα σεξουαλικοί, όπως η περίφημη αναφορά του αμερικανού δικαστή Κεν Σταρ για την υπόθεση του πρώην Προέδρου Μπιλ Κλίντον. Σύμφωνα πάντως με τον Μπράιαν ΜακΝέαρ (McNair, 1996: viii), ο όρος «πορνογραφία» είναι γενικότερα και ένας πολιτικός όρος, με την έννοια της σηματοδότησης διαφορετικών πραγμάτων για διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται να υπάρχει μια γενικότερη τάση να αποδοθεί το πορνό στη βάση των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, ειδικά στο βαθμό που η πορνογραφία προκρίνεται ως ένας «παν-περιεκτικός» (catchall) όρος. Πλέον ενδεικτικό παράδειγμα του συμπεριληπτικού σκεπτικού, αλλά και αποτύπωσης ενός γενικότερου ηθικού σχετικισμού και αισθητικής ρευστότητας, αποτελεί και η έννοια του «πορνό φαγητού» (food porn), ως ένα πολιτισμικό φαινόμενο στο οποίο η κατανάλωση τεράστιων ποσοτήτων φαγητού και θερμίδων θεωρείται κάτι πολύ «ανδρικό», επαναστατικό, που αξίζει εύφημο μνεία. Βέβαια, η έννοια του food porn έχει εσχάτως παρεισφρήσει στη δημόσια σφαίρα, κυρίως μέσω των νέων μέσων/ κοινωνικών δικτύων και με μια διαφορετική ερμηνεία. Πρόκειται για μια θετική συνδήλωση αισθησιασμού και απόλαυσης που απορρέει από την οπτική απεικόνιση της πρόδηλης αίγλης ενός φαγητού. Έτσι, ως ευφημισμός, ο όρος «πορνογραφία» δίνει τη δυνατότητα να περιγραφούν και να αναδειχθούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ετερόκλητων φαινόμενων και διαδικασιών, αλλά και να εκτοπιστούν ταυτόχρονα οι ανησυχίες γύρω από ένα σύνολο πολιτιστικών ταμπού, χωρίς όμως τη σαφή άρθρωση του τι πραγματικά διακυβεύεται σε αυτό το νέο πλαίσιο.

Συγκεκριμενοποιώντας το πορνογραφικό

Στη βάση των παραπάνω, πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ο όρος πορνογραφία μπορεί να αποτελέσει μια έννοια αναφοράς και περιγραφής όχι μόνο επιμέρους λόγων και έλλογων πρακτικών, αλλά και ευρύτερων κοινωνικών διεργασιών και καταστάσεων. Μια τέτοια προσέγγιση θα συνεπάγεται, παρά θα προϋποθέτει, την εννοιολόγηση κάθε φορά ενός λόγου που χαρακτηρίζεται από διακριτά στοιχεία τα οποία θα τον καθιστούν «πορνογραφικό». Με άλλα λόγια, να προσφερθεί μια όσο πιο δόκιμη εννοιολόγηση του «πορνογραφικού» που δεν θα αποτελεί απλώς μια μετωνυμία των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, αλλά μια συνδήλωση του τι μπορεί να σημαίνει κάτι να αποτελεί μια «πορνογραφία». Είναι στη βάση αυτή που η συζήτηση περί της τελευταίας μπορεί να ξεφύγει από τον εδώ και πάνω από μισό αιώνα περίφημο αφορισμό του αμερικανού δικαστή Πόττερ Στιούαρτ, ότι μπορεί να μην είναι ικανός να προσδιορίσει επακριβώς τι είναι πορνογραφία, «αλλά το ξέρει όποτε τη δει» (I know it when I see it) – αφορισμός που αντικατοπτρίζει τόσο την αδυναμία συγκρότησης ενός κοινά αποδεκτού όρου/ορισμού, όσο και τη σχετικότητα/αμφιθυμία του γενικότερου φαινομένου (Hagle 1991: 1039). Ουσιαστικά, θα πρόκειται για μια προσπάθεια που θα επεκτείνει τον επίμαχο χαρακτήρα της κοινωνικής κατασκευής της πορνογραφίας ως κάτι «ανάρμοστο». Πιο συγκεκριμένα, η πορνογραφία με τη μορφή και το νόημα που την κατανοούμε σήμερα δεν υπήρχε ως έννοια σε προνεωτερικές περιόδους, αλλά αναδύθηκε από τον 16ο αιώνα και μετά (Hunt 1993: 30). Κατά την περίοδο μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα, η πορνογραφία ήταν συνώνυμη με την πολιτική ανυπακοή και τον αγώνα για εκδημοκρατισμό, με διάφορους συγγραφείς και επαναστάτες να αναζητούν τρόπους αμφισβήτησης της εξουσίας της Καθολικής Εκκλησίας (1993: 10-2). Κατά την περίοδο αυτή, δηλαδή, τα σεξουαλικά φυλλάδια ήταν το όχημα για επιθέσεις εναντίον πολιτικών και θρησκευτικών αρχών, γι' αυτό και η πορνογραφία αρχικά συνδέθηκε με την ελεύθερη σκέψη, αλλά και τέθηκε ως πεδίο προς ρύθμιση λόγω της απειλής που αντιπροσώπευε για την τότε καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Παράλληλα, μεταβατικό σημείο από έναν «κοινόχρηστο», δημόσιο τρόπο ζωής σε μια ιδιωτικά περιορισμένη και εσωστρεφή «βίωση» θεωρείται ο 17ος αιώνας. Η αυξανόμενη διαθεσιμότητα και η ανάπτυξη μιας αγοράς για την πορνογραφία η οποία συμβαδίζει με την επέκταση μιας «κουλτούρας της εκτύπωσης» θεωρείται μέρος αυτής της αλλαγής, με κατ' εξοχήν παράδειγμα την ιδιωτική κατανάλωση του έντυπου υλικού για προσωπική ψυχαγωγία. Έτσι, τον 18ο αιώνα παρατηρείται μια γενικότερη τάση (επαν)ανακάλυψης της ευχαρίστησης ως πολύτιμο συστατικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας (Cook 2009: 453), και στα τέλη του μια έκρηξη λόγων, εικόνων και κειμένων γύρω από τη σεξουαλικότητα και το σεξ (Smith-Rosenberg 1982: 325). Είναι όμως στον 19ο αιώνα που η πορνογραφία αποκτά τη σημασία που έχει σήμερα και συνδέεται με τη ρύθμιση του «άσεμνου» (Hunt 1993: 12). Σε αυτή την περίοδο ξεκινά η «κλινικοποίηση» της κατανάλωσης πορνογραφίας και των επιπτώσεών της με την ισχυροποίηση του ιατρικού κατεστημένου και της γνώσης ως «απόλυτη αρχή». Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιατρικοποίηση της σεξουαλικής επιθυμίας που μετουσιώνει εδώ τις κυρίαρχες τον προηγούμενο αιώνα αντιλήψεις ότι μέσω εκπαίδευσης τα παιδιά μπορούν να χαλιναγωγήσουν τις «άγριες εσωτερικές διαθέσεις» τους, διότι ο αυνανισμός θεωρείτο τότε κάτι επιζήμιο για το μυαλό, το σώμα και την κοινωνία (Darby 2003). Έτσι, η «ηθικολογική επίθεση» στην πορνογραφία κλιμακώνεται ως συντηρητικός λόγος, αλλά και με τις ρυθμίσεις που ακόμα χαρακτήριζαν τη διακίνηση σεξουαλικών κειμένων (Hunt 1993: 19). Πιο αναλυτικά, ήδη με την εξάπλωση της τυπογραφίας τον 19ο αιώνα, οι άνδρες των ανώτερων τάξεων αντιμετώπιζαν το «πρόβλημα» οι γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση σε πορνογραφικά κείμενα ο σεξουαλικός χαρακτήρας των οποίων γινόταν όλο και πιο ρητός, εγκαταλείποντας την αρχική πολιτική χροιά (1993: 42). Αυτός ο κίνδυνος τους οδήγησε, σύμφωνα και με την περίφημη ορολογία του Γουώλτερ Κέντρικ (Kendrick, 1987), να περικλείσουν τα εν λόγω κείμενα σε «κλειστά μουσεία», να περιορίσουν δηλαδή την πρόσβασή τους στο κοινό των ανώτερων τάξεων το οποίο είχε ήδη «εκπαιδευθεί» στη χρήση τους. Έτσι, ενώ η πορνογραφία «άκμασε» τον 19ο αιώνα, αποτελούσε παράλληλα και ένα ταμπού, μια «βρώμικη» μορφή λόγου που είχε την ανάγκη ενός πατερναλιστικού κανονισμού από άτομα με «επαρκή ηθική και πνευματική ακεραιότητα» για να παραμείνουν ανεπηρέαστα από αυτή. Συνεπώς, η πορνογραφία με τον τρόπο που σχηματοποιήθηκε από τον πιο προηγούμενο αιώνα και μετά δεν σκόπευε να κατασκευάσει και να αναδείξει την ισότητα και τα «σημεία ισορροπίας», αλλά να αναδείξει και να ταυτιστεί με την ανισότητα. Είναι πάνω σε αυτή τη βάση που η Λυν Χαντ (Hunt) στην εξαιρετικά σημαντική ανάλυσή της επιχειρηματολογεί ότι η πορνογραφία αποτελεί, πάνω απ' όλα, ζήτημα ρύθμισης της πρόσβασης σε «ανάρμοστο» περιεχόμενο και, κατ' επέκταση, ρύθμιση της ίδιας της σεξουαλικότητας. Αν λοιπόν, όπως προαναφέρθηκε, το «πορνογραφικό» εννοιολογηθεί με τρόπο που δεν θα αποτελεί απλή μετωνυμία των εννοιών της αποκάλυψης, της σκληρότητας και της υπερβολής, αλλά συνδήλωση με συγκεκριμένες διαστάσεις και προεκτάσεις αναφορικά και με τον ανάρμοστο χαρακτήρα του, τότε χρειάζεται όχι τόσο μια κατά το δυνατόν ακριβής οροθέτηση της πορνογραφίας, αλλά ένας σαφής εντοπισμός του τι συνιστά εν τέλει μια «πορνογραφική λογική». Έτσι, θα μπορούσε να προκύψει μια κατά βάση διαφοροποιημένη, με συμπεριληπτικό προσανατολισμό, εννοιολόγηση του πορνογραφικού ως η «ρητή επίδειξη της σκληρής πραγματικότητας». Ο βασικός πυλώνας της εν λόγω προσέγγισης εδράζεται στο σκεπτικό ότι η πορνογραφική λογική συνίσταται, σε τελευταία ανάλυση, στην αποκάλυψη μιας υφιστάμενης τάξης πραγμάτων η οποία κατά μυωπικό τρόπο αποσιωπάται από τον δημόσιο λόγο. Άρα, ως πορνογραφικός πολιτικός λόγος θα μπορούσε να νοηθεί ο πολιτικός λόγος που είναι ουσιωδώς πορνογραφικός, με την έννοια της αποκάλυψης μιας ανάρμοστης και σκληρής κοινωνικής πραγματικότητας που υφίσταται μεν, αλλά δεν προκρίνεται στο δημόσιο προσκήνιο – όπως ακριβώς δηλαδή συμβαίνει με την πορνογραφική καταγραφή σεξουαλικών πράξεων και πρακτικών. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν κατά βάση οι καταφανώς διαφοροποιημένες από τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο αναφορές με άξονα την σκληρή αποκάλυψη του ανάρμοστου, όπως για παράδειγμα έγινε και με την περίπτωση των δηλώσεων Έττινγκερ. Σημαίνει αυτό ότι κάθε πολιτική τοποθέτηση που αναδεικνύει αρνητικές πτυχές μιας δεδομένης κοινωνικής πραγματικότητας συνιστά και μια πορνογραφικού προσανατολισμού περιγραφή; Προφανώς όχι, αν και σε φιλοσοφικό επίπεδο μια τέτοια συζήτηση ίσως και να είναι ανοιχτή – συζήτηση όμως που ξεφεύγει από τα όρια της παρούσας προσέγγισης. Για να νοείται λοιπόν κάποιος πολιτικός λόγος ως πορνογραφικός πρέπει απαραίτητα να συνυπολογίζεται το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα κάθε φορά. Για παράδειγμα, σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπου η αναπαραγωγή παρωχημένων στερεοτύπων έχει περιοριστεί και η σεξουαλικότητα γίνεται αντιληπτή και βιώνεται με όρους αυτονομίας σε όλα τα επίπεδα, η πορνογραφία θα είχε ενδεχομένως τον χαρακτήρα ενός χειραφετητικά προσανατολισμένου εκδημοκρατισμού της επιθυμίας και της απόλαυσης. Έτσι και στο επίπεδο του πολιτικού λόγου. Σε μια κοινωνική πραγματικότητα όπου οι εθνοφυλετικοί, κοινωνικοταξικοί και έμφυλοι διαχωρισμοί έχουν αμβλυνθεί σημαντικά, το αίσθημα γενικής ασφάλειας είναι διάχυτο και το επίπεδο διαβίωσης του συνόλου της κοινωνίας είναι αρκούντως ικανοποιητικό, κάθε οριακή δήλωση θα αποτελούσε ίσως πεδίο κριτικής επεξεργασίας και σχολιασμού. Όμως σε αυτή την καμπή της ύστερης νεωτερικότητας όπου οι προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πολλαπλές και οι ανισότητες που βιώνονται όλο και εντείνονται, ο πολιτικός λόγος που εκφέρεται μπορεί πράγματι να ενέχει έναν πορνογραφικό προσανατολισμό στον βαθμό που, λανθασμένα ή ορθά, αναδεικνύει μια «πορνογραφία της κοινωνικής ζωής». Στον βαθμό δηλαδή που προκρίνει μια, παραφράζοντας και τη διάσημη προσέγγιση της Λίντα Γουίλλιαμς (Williams, 1989) για το σκληρό πορνό, φρενίτιδα της εξουσίας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Σύγχρονα θέματα" (τριμηνιάια επιστημονική έκδοση). 

Τα νέα Ευρω-μπλοκ – και η Ελλάδα

Υποσχεθήκαμε στην θέση αυτή ότι θα επενδύσουμε τα μέχρι τις Ευρωεκλογές σημειώματα με κάτι από την «Ευρωπαϊκή συζήτηση» – έτσι για το καλό! Και ως άμυνα στον τρόπο με τον οποίο είδαμε την δική μας δημόσια συζήτηση να εξελίσσεται στις προηγούμενες προεκλογικές εβδομάδες.
Δεν είναι απλό πράγμα, αυτή η αυτοπειθαρχία. όμως συνεχίζουμε την προσπάθεια! Σήμερα θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε το πώς διαμορφώνονται στην Ευρώπη/Ευρωπαϊκή Ένωση τα ουσιαστικά μπλοκ, από τα οποία θα προκύψουν μετά τις Ευρωκάλπες οι συσχετισμοί που θα διαμορφώσουν τα θεσμικά όργανα (Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, προφίλ/κατανομή χαρτοφυλακίων στην Επιτροπή, σύνθεση του Ευρωκοινοβουλίου, σκυλοκαβγάς για Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αλλά για την κορυφή της ΕΚΤ), καθώς και οι κεντρικές ισορροπίες πολιτικής. Πού θα πάει η καημένη εκείνη η συζήτηση για «Το Μέλλον της Ευρώπης;», Πώς θα πορευθεί η Τραπεζική Ένωση/η Ένωση Κεφαλαιαγορών; Τι θα γίνει με τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης, που όλοι τα διεκτραγωδούν αλλά μένουν ουσιαστικά ανέγγιχτα; Πώς προδιαγράφεται το αύριο του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού; Οι σχέσεις με ΗΠΑ και Κίνα;
Πρώτα-πρώτα, όμως, να έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας πόσο έχουν ξεπεραστεί τα στερεότυπα με τα οποία πολλοί από μας έχουμε μεγαλώσει, με τις σειρήνες μιας υπεραπλουστευτικής Ευρωπαϊκής συζήτησης. Η ιδέα ότι υπήρχε, πολιτικά εκφραζόμενη αν μη αποκρυσταλλωμένη διάκριση Βορρά-Νότου στην ΕΕ έχει προ πολλού διαψευσθεί – ομοίως η σύλληψη μιας «συμμαχίας του Νότου» που θα δημιουργούσε ένα συνεχές Πορτογαλίας-Ισπανίας-Γαλλίας-Ιταλίας-Ελλάδας. Ναι μεν κατά καιρούς στήθηκε κάτι σαν μια τέτοια ομάδα πίεσης, όπως σε φάσεις της διαπραγμάτευσης των Διαρθρωτικών Ταμείων ή πάλι σε ορισμένους μαραθώνιους για τον Κοινοτικό Προϋπολογισμό. όμως κάποια δομή δεν προέκυψε. Η άλλη μεγάλη διχοτομία – μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων Κρατών-μελών σαφώς διεμβόλιζε. Η Γαλλία, άλλωστε, μέχρι και πριν λίγα χρόνια λειτουργούσε με την λογική του άξονα Παρισίων-Βόννης, ύστερα Παρισίων-Βερολίνου, εν συνεχεία... Βερολίνου-Παρισίων, έως ότου φάνηκε (ήδη επί Σαρκοζί) ότι ο εν λόγω άξονας ήταν μακρινή ανάμνηση. Όμως και η Ιταλία είναι/αισθάνεται μεγάλη χώρα, αλλά και η Ισπανία.
Όμως και οι πιο πρόσφατες συσσωματώσεις Κρατών-μελών έχουν αφενός ρηχό, αλλά και ενδεχομένως πρόσκαιρο χαρακτήρα. Εκεί που είχαμε συνηθίσει να ζούμε με τις χώρες Βίζεγκραντ και τα αντιμεταναστευτικά/αντιΝότια αντανακλαστικά τους – Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Σλοβακία, με Αυστρία και Σλοβενία κατά καιρούς να συμπράττουν – μας προέκυψε στην ύστερη φάση της κρίσης η «νέα Χανσεατική Ένωση», γύρω από την δημοσιονομική πειθαρχία και την εμμονή με την τήρηση των (συμφωνημένων) κανόνων – Ολλανδία, Βαλτικές χώρες (Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία με ακόμη αισθητή την μνήμη της βίαιης μετάβασης από τον υπαρκτό σοσιαλισμό), Σκανδιναβικές (εν μέρει Δανία, σίγουρα Σουηδία, από δίπλα και Φινλανδία, οι δυο τελευταίες με την δική τους μνήμη βίαιης προσαρμογής μετά από κρίσεις) και Ιρλανδία. Μια εκδοχή Hansa-plus, με την σύμπλευση χωρών όπως Πολωνία και Τσεχική Δημοκρατία, αλλά και Πορτογαλία ή Μάλτα τείνει να λειτουργήσει σαν λόμπι φιλελεύθερου προσανατολισμού. Μέχρις ότου δρομολογήσει το Brexit της, η Μεγ. Βρετανία λειτουργούσε πολλαπλά ως υποβολέας...
Αν, τώρα, υφάνει κανείς πάνω σ' αυτόν τον καμβά την παραδοσιακή διάκριση Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών (αμφότερες οι κυρίαρχες αυτές παρατάξεις θα είναι σε αισθητή υποχώρηση σ' αυτές τις Ευρωεκλογές), κι αν θελήσει να αναζητήσει τα πολιτικά-λειτουργικά τους αντανακλαστικά δίπλα στων παραδοσιακά μικρότερων αλλά διόλου αμελητέων Φιλελεύθερων (οι οποίοι πλέον κατέληξαν θετικά στο μακρόσυρτο valse hésitation με τους Μακρονιστές) ή πάλι των Πρασίνων (οι οποίοι έχουν μεν αποριζοσπαστικοποιηθεί, αλλά με την άνοδό τους στην Γερμανία και με την εκεί προοπτική βάθους για σχήμα Rot-Rot-Gruen αναζητούν νέες ισορροπίες) και της Αριστεράς (η οποία, Ευρωπαϊκά, όντως τείνει να καταστεί «πληθυντική»), βλέπει μιαν καθημερινή πολυπλοκότητα να έχει εγκατασταθεί.
Με αυτήν την πολυπλοκότητα θα κληθεί να αναμετρηθεί και των θεσμικών οργάνων η αυριανή ταυτότητα – είναι κάπως ρηχά τα αντανακλαστικά του τύπου «με Πρόεδρο της Επιτροπής τον Μάνφρεντ Βέμπερ θα μπούμε σε νέα εποχή», αλλά και η συζήτηση για το αν η Προεδρία της ΕΚΤ θα περάσει σε Γερμανό/Γενς Βάϊντμαν: Φινλανδός/Erkki Liikanen θα ήταν πιο διαλλακτικός; Ενώ σε μέτωπα όπως του Μεταναστευτικού/Προσφυγικού, εκείνο που θα παιχτεί είναι η αμφιθυμία (ιδίως των Χριστιανοδημοκρατών/του ΕΛΚ): να συνεχίσουν να επιχειρούν ενσωμάτωση/ «αφοπλισμό» ακραίων στοιχείων όπως του Fidesz του Όρμπαν, η να το αφήσουν στην αγκαλιά Ευρω-αρνητών του τύπου Λεπέν/Rassemblement National ή Σαλβίνι/Lega Nord (ήδη χωρίς το "Νοrd");
Έτσι θα παιχτούν τα Ευρωπαϊκά μετά τις κάλπες 23-26 Μαϊου. Κάπως έτσι.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 17/5/2019. 

«Ο καπιταλισμός θα είναι μαζί μας πολλά χρόνια ακόμη»

Η μερκελική στρατηγική στοχεύει σε μια κατάσταση όπου οι οικονομικά ισχυρές χώρες και κυρίως η Γερμανία θα συνεχίσουν να συσσωρεύουν τεράστια πλεονάσματα, ενώ η ευρωπαϊκή περιφέρεια ελλείμματα.
Μια υπερεθνική Ευρώπη με σοσιαλδημοκρατικό πρόσημο οραματίζεται ο ομότιμος Καθηγητής Κοινωνιολογίας του London School of Economics, Νίκος Μουζέλης, στο τελευταίο παρεμβατικό βιβλίο του «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια). Το κύριο δίλημμα που το διαπερνά -αφού εξετάζει προς τα πού οδηγείται ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος της ύστερης νεωτερικότητας- είναι το ακόλουθο: προς τα πού θα οδηγηθούμε, προς έναν ειρηνικό πολυμορφικό πολιτισμό ή στη βαρβαρότητα;
Ο Νίκος Μουζέλης εκτιμά ότι ο καπιταλισμός θ' αργήσει να καταρρεύσει και αναλύει τα τρία τωρινά υποσυστήματά του: νεοφιλελεύθερος αγγλοσαξονικός, αυταρχικός κινεζικός και ημι-σοσιαλδημοκρατικός ευρωζωνικός. Αναφέρεται στις διαμάχες αναφορικά με τον ηγεμονισμό των ΗΠΑ και της Γερμανίας και εστιάζει στον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας -τα πρώτα τριάντα μεταπολεμικά χρόνια της ακμής της-, αλλά και στις προϋποθέσεις για μελλοντική αναζωογόνησή της.

Κατά την παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου σας υποστηρίξατε ότι, αν και δεν είστε μελλοντολόγος, ο καπιταλισμός θ' αργήσει να καταρρεύσει. Σε ποιους λόγους βασίζετε την πρόβλεψή σας;

Μετά την παγκόσμια κρίση του 2007/8 μερικοί γνωστοί διανοητές στον χώρο της Αριστεράς προέβλεψαν τη συνέχεια σοβαρών κρίσεων και την κατάρρευση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στο προσεχές μέλλον. Νομίζω πως ο καπιταλισμός, παρ' όλο που δεν θα επιβιώσει για πάντα, δεν θα καταρρεύσει βραχυ/μεσοπρόθεσμα.
Γιατί μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης κυριαρχούν στο πλαίσιο του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου συστήματος τρία καπιταλιστικά υποσυστήματα: το νεοφιλελεύθερο, κύριος αντιπρόσωπος του οποίου είναι οι ΗΠΑ, το αυταρχικό καπιταλιστικό της Κίνας και το ημι-σοσιαλδημοκρατικό της Ε.Ε. (Το τελευταίο, παρ' όλη την αυστηρή δημοσιονομική λιτότητα που η Γερμανία επέβαλε, παραμένει σοσιαλδημοκρατικό. Γιατί το κοινωνικό κράτος του είναι το πιο αναπτυγμένο στον κόσμο, ενώ τα πολιτικά και πολιτισμικά δικαιώματα επιβιώνουν). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα, αφού αυτοί που ελέγχουν τα μέσα παραγωγής αλλά και τα μέσα κυριαρχίας είναι πολύ πιο ισχυροί από τις δυνάμεις (κοινωνικά κινήματα, συνδικάτα, μαζικές κινητοποιήσεις κτλ.) που θέλουν να το ανατρέψουν.

Σε ό,τι αφορά τον σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό, έτσι όπως λειτούργησε στις χώρες του σκανδιναβικού Βορρά, παρατηρούμε την εντυπωσιακή άνοδο της Ακροδεξιάς και την κάθοδο των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Σε ποιους λόγους βασίζεται η αισιοδοξία σας για την αναζωογόνηση της σοσιαλδημοκρατίας;

Η σοσιαλδημοκρατία, όπως αναπτύχθηκε στη «χρυσή εποχή» της (1945-1975) στη βορειοδυτική Ευρώπη, κατόρθωσε για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας να εξανθρωπίσει σε κάποιον βαθμό τον καπιταλισμό. Ο κρατικός μηχανισμός πέτυχε τη μείωση των ανισοτήτων και τη δημιουργία ενός αναπτυγμένου κοινωνικού κράτους.
Παρατηρούμε, με άλλα λόγια, την εξάπλωση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Στη συνέχεια όμως το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών, κυρίως στη δεκαετία του '80, άμβλυνε την αυτονομία του κράτους-έθνους, αφού το κράτος δεν ήταν πια ικανό να ελέγξει το πολυεθνικό κεφάλαιο εντός των εθνικών συνόρων. Κάθε αυστηρός κρατικός έλεγχος οδηγούσε στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου οι συνθήκες ήταν πιο ευνοϊκές για τους επενδυτές.
Παρατηρούμε, δηλαδή, μια έντονη ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Σε αυτή την κατάσταση και με το τέλος του φορντικού μοντέλου εκβιομηχάνισης που συρρίκνωσε την κύρια εκλογική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή το βιομηχανικό προλεταριάτο, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναγκάστηκαν να γίνουν πολυσυλλεκτικά και να προσεγγίσουν τις αξίες και πρακτικές του νεοφιλελευθερισμού. Για μερικούς αναλυτές αυτό ήταν αναγκαίο για την επιβίωση της σοσιαλδημοκρατίας. Για άλλους επρόκειτο για προδοσία.
Παρ' όλα αυτά, πιστεύω σε μια πιθανή αναζωογόνηση της σοσιαλδημοκρατίας μέσω μιας συμμαχίας με πολιτικές δυνάμεις που αντιτίθενται και στον νεοφιλελευθερισμό και στον εθνολαϊκισμό -αφού οι ανισότητες που ο πρώτος δημιουργεί τρέφουν άμεσα τον δεύτερο. Δυνάμεις όπως η ριζοσπαστική Αριστερά, τα οικολογικά, πολιτικά φιλελεύθερα και άλλα κόμματα του μεσαίου χώρου μπορούν να αποτελέσουν σοβαρό ανάχωμα στις δύο βαρβαρότητες της σημερινής παγκοσμιοποίησης.

Η χώρα μας έκλεισε μία δεκαετία υπό καθεστώς μνημονιακής επιτροπείας, με κυρίαρχο παίκτη τη Γερμανία. Πόσο ασφυκτική εξακολουθεί να είναι η επικυριαρχία της;

Η επικυριαρχία της Γερμανίας παραμένει όντως ασφυκτική. Γιατί αυτή τη στιγμή οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. δεν είναι έτοιμες για τη συγκρότηση μιας υπερεθνικής ομοσπονδίας. Βέβαια και η Γερμανία και η Γαλλία συμφωνούν σε μια ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά έχουν ένα πολύ διαφορετικό ενοποιητικό όραμα.
Η μερκελική στρατηγική στοχεύει σε μια βήμα προς βήμα ενοποίηση με τη διατήρηση του σημερινού status quo. Δηλαδή σε μια κατάσταση όπου οι οικονομικά ισχυρές χώρες και κυρίως η Γερμανία θα συνεχίσουν να συσσωρεύουν τεράστια πλεονάσματα, ενώ η ευρωπαϊκή περιφέρεια ελλείμματα. Αυτό σημαίνει μια συστηματική μεταφορά πόρων από τις λιγότερο ανταγωνιστικές οικονομίες του Νότου σε αυτές του Βορρά.
Παρ' όλη αυτή την αρνητική κατάσταση, δεν υπάρχουν σοβαρές προσπάθειες αναδιανεμητικών μηχανισμών. Η βοήθεια που δίνεται στις φτωχότερες χώρες είναι μηδαμινή σε σύγκριση με τους πόρους που κατευθύνονται προς τις πλουσιότερες.
Από την άλλη μεριά, η μακρονική στρατηγική είναι διαφορετική. Ο Γάλλος πρόεδρος, παρά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική που εφαρμόζει στο εσωτερικό της χώρας του, έχει στόχο τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και στην αλληλεγγύη.
Τονίζει π.χ. την ανάγκη σοβαρών αναδιανεμητικών μηχανισμών που θα αμβλύνουν το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου. Βέβαια ο Μακρόν, λόγω των οικονομικών δυσκολιών της χώρας του, δεν μπορεί να επιβάλει το δικό του πρόγραμμα. Άρα η Γερμανία μάλλον θα κατορθώσει να επιβάλει το δικό της σχέδιο, που μπορεί να οδηγήσει στη διάλυση της Ε.Ε.
Πράγμα που δεν συμφέρει ούτε τη Γαλλία αλλά ούτε και τη Γερμανία. Ο μόνος τρόπος για να μειωθεί η ανισορροπία δύναμης μεταξύ των δύο κύριων παικτών στην ευρωπαϊκή αρένα είναι μια συμμαχία της Γαλλίας με τις νοτιοευρωπαϊκές χώρες, αφού τα συμφέροντά τους συγκλίνουν. Πάντως για την ώρα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να προχωρεί.

Το Brexit είναι πλέον γεγονός. Νομίζετε πως υπάρχουν κίνδυνοι διάλυσης της Ε.Ε.;

Νομίζω πως το Brexit δεν δημιουργεί κίνδυνο πιθανής διάλυσης της Ε.Ε. Μάλλον το αντίθετο. Για μια σειρά από λόγους, μπορεί να έχει αποτέλεσμα την περαιτέρω συνοχή της. Η Αγγλία ήθελε πάντα μια μεγάλη αγορά, τίποτα παραπάνω. Δημιουργούσε συνεχώς εμπόδια σε όσους στόχευαν στην πολιτική και κοινωνική ενοποίηση, ενώ απαιτούσε συνεχώς τη συμμετοχή της à la carte. Επιπλέον δεν ήθελε η γραφειοκρατία των Βρυξελλών να ανακατεύεται στα εσωτερικά της θέματα.
Ήδη το Brexit έχει από τώρα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην Αγγλία, όπως η έξοδος εταιρειών προς την Ευρώπη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα υποβαθμίσει τη χώρα, τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα. Μεσοπρόθεσμα η Αγγλία θα εξελιχθεί σε μια οικονομία δεύτερης/τρίτης κατηγορίας. Όλα τα παραπάνω θα κάνουν τους ευρωσκεπτικιστές να αντιληφθούν τα αρνητικά αποτελέσματα μιας αποχώρησης από την E.E. Τελικά το Brexit δεν συμφέρει την Αγγλία, αλλά σίγουρα ευνοεί τη συνοχή της Ε.Ε.

Είστε θετικός να ηγηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ μιας προοδευτικής συμμαχίας, η οποία θα σταθεί ανάχωμα στην ανερχόμενη Ακροδεξιά και στον νεοφιλελευθερισμό;

Είμαι σίγουρα θετικός. Η ελληνική σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά, για να σταματήσει την καθοδική πορεία της, έπρεπε να στραφεί προς τη ριζοσπαστική Αριστερά και όχι προς τη Ν.Δ. Μετά τη στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η στρατηγική του ΚΙΝ.ΑΛΛ. έχει περισσότερα κοινά σημεία με την κυβέρνηση και λιγότερα με την αξιωματική αντιπολίτευση.
Η δημιουργία ενός προοδευτικού πόλου από συλλογικότητες και προσωπικότητες που δεν θα ανήκουν στον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα. Γιατί ένας προοδευτικός πόλος προς αυτή την κατεύθυνση είναι τελικά ο μόνος τρόπος να δημιουργηθεί ένα σοβαρό εμπόδιο στην εκτίναξη του εθνολαϊκισμού και των ανισοτήτων που ο νεοφιλελευθερισμός δημιουργεί.

Η ονομασία Βόρεια Μακεδονία της γείτονος χώρας πραγματοποιήθηκε υπό καθεστώς εκβιαστικών διλημμάτων κάτω από την πίεση της Γερμανίας και των ΗΠΑ; Μήπως η κυβέρνηση προσπάθησε να λύσει ένα χρόνιο πρόβλημα υπακούοντας στη λογική του γεωπολιτικού πραγματισμού και κρατώντας ισορροπίες με τους δυνατούς παίκτες της Ανατολικής Μεσογείου;

Σίγουρα υπήρχαν πιέσεις από τις ΗΠΑ και την Ε.Ε. Δεν είναι όμως σίγουρο πως ο πρωθυπουργός «υπέκυψε» στις πιέσεις των ισχυρών. Μπορεί να είχε τη φιλοδοξία να λύσει ένα πρόβλημα που προηγούμενοι πολιτικοί δεν κατόρθωσαν να λύσουν -παρ' όλο που υπήρχαν ευκαιρίες λύσης στο παρελθόν (π.χ. πρόταση Πινέιρο).
Ο Αλέξης Τσίπρας πήρε τη μεγάλη απόφαση αγνοώντας την απώλεια ψήφων. Η απόφασή του να βάλει το εθνικό συμφέρον πάνω από το κομματικό δυνάμωσε το ηγετικό προφίλ του, ενώ αντίθετα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά ακολουθώντας την αντίθετη πολιτική ήταν κατώτεροι των περιστάσεων. Γιατί σίγουρα ήξεραν πως η τωρινή συμφωνία ήταν η τελευταία ευκαιρία να λυθεί το πρόβλημα.
Η ιδέα της επανάληψης των διαπραγματεύσεων δεν ήταν ρεαλιστική. Όπως σωστά τόνισε ο Νίκος Αλιβιζάτος, με τη συμφωνία κερδίσαμε το 80% από αυτά που ζητήσαμε. Η συμφωνία όχι μόνο ήταν συμφέρουσα για εμάς, αλλά βοήθησε την Ελλάδα να πάψει να είναι το μαύρο πρόβατο της Ευρώπης. Έτσι κερδίσαμε τη συμπαράσταση της Ευρώπης και των ΗΠΑ στα προβλήματα που η επιθετική πολιτική της Τουρκίας συνεχώς μας δημιουργεί.
Το να υποστηρίζουμε πως υποκύψαμε στις πιέσεις των ισχυρών αγνοώντας τα εθνικά συμφέροντά μας υπονοεί πως τα ελληνικά συμφέροντα ήταν διαφορετικά από αυτά των Ευρωπαίων και των Αμερικανών. Τουλάχιστον στη συγκεκριμένη περίπτωση νομίζω πως υπήρξε σύγκλιση συμφερόντων. Τελικά η Συμφωνία των Πρεσπών όχι μόνο ήταν ευνοϊκή για τη χώρα μας, αλλά και έβαλε τέλος στην παράλογη απαίτησή μας να μονοπωλούμε σήμερα τον όρο Μακεδονία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 5/5/2019. Η συνέντευξη δόθηκε στον Βασίλη Καλαμαρά.

Θέλουμε περισσότερη Ευρώπη;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει γίνει τα τελευταία χρόνια αντικείμενο σφοδρής αντιπαράθεσης, μεταξύ άλλων και στη χώρα μας. Ακολουθούν οι τοποθετήσεις του Γιώργου Παγουλάτου, Καθηγητή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Αντιπροέδρου του ΕΛΙΑΜΕΠ και του δικηγόρου – δημοσιογράφου Αντώνη Παπαγιαννίδη.

Γιώργος Παγουλάτος: Στην ενότητα η ισχύς

Για καλύτερη Ευρώπη, περισσότερη Ευρώπη. Γιατί; Η ευρωπαϊκή ενοποίηση αυξάνει τις συλλογικές ωφέλειες για όλα τα κράτη-μέλη. Στην ενότητα η ισχύς. Όταν η Ε.Ε. έχει εξουσίες, οι πολιτικές ασκούνται αποτελεσματικά και η Ευρώπη μπορεί να ηγηθεί. Σκεφτείτε Συμφωνία του Παρισιού για το παγκόσμιο κλίμα ή την προστασία προσωπικών δεδομένων. Όπου αποτυγχάνει η Ε.Ε. είναι κυρίως επειδή τα κράτη-μέλη δεν της έχουν παραχωρήσει εξουσίες. Χρειάζεται μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική ασύλου και μετανάστευσης (με Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή), για να μην πεθαίνουν χιλιάδες μετανάστες στη Μεσόγειο και να επιμεριστεί σε όλους το βάρος αντιμετώπισης των μεταναστευτικών ροών. Χρειάζεται ενιαία ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Η παγκόσμια ισχύς της Ευρώπης περιστέλλεται από την απροθυμία των κρατών-μελών για μια πραγματικά κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική.
Χρειάζεται στενότερος φορολογικός συντονισμός για την καταπολέμηση των φορολογικών παραδείσων και του επιβλαβούς ανταγωνισμού. Οι παγκόσμιοι μονοπωλιακοί γίγαντες τεχνολογίας (GAFA) πρέπει να φορολογηθούν και γι' αυτό χρειάζεται ισχυρότερη Ε.Ε. με ενιαία φωνή.
Απαιτείται στενότερη ενοποίηση στο ευρώ, με δημιουργία κοινών θεσμών και πολιτικών για τον επιμερισμό των κινδύνων· δημοσιονομική ενοποίηση, με δημιουργία ευρωομολόγου (safe asset), που θα έχει ευεργετικές συνέπειες στη μείωση του κόστους χρηματοδότησης και την ενδυνάμωση του παγκόσμιου ρόλου του ευρώ· «δημοσιονομική δυνατότητα», προϋπολογισμός Ευρωζώνης με ρόλο μακροοικονομικής σταθεροποίησης, κατά τις προτάσεις Μακρόν – και όχι τη νερωμένη εκδοχή που συμφωνήθηκε στο Eurogroup. Στην τραπεζική ενοποίηση, είναι αναγκαίο ένα κοινό σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Και στενότερος συντονισμός οικονομικών πολιτικών, προς αποφυγήν όχι μόνο των εξωτερικών ελλειμμάτων, αλλά και των υπέρμετρων πλεονασμάτων.
Πρέπει η Ευρωζώνη να αναθεωρήσει την εμμονή στην υπέρμετρη δημοσιονομική πειθαρχία, όσο τα πολύ χαμηλά επιτόκια μακροπρόθεσμου δανεισμού επιτρέπουν (επιβάλλουν!) τη χρηματοδότηση πολλαπλάσιων επενδύσεων – στις ΑΠΕ, την «τέταρτη βιομηχανική επανάσταση», τη βελτίωση απασχόλησης και δεξιοτήτων.
Περισσότερη Ευρώπη, τέλος, σε έναν κόσμο ανταγωνισμού υπερδυνάμεων, είναι προϋπόθεση ώστε η Ε.Ε. να προστατεύσει τις αξίες και τα συμφέροντά της.

Αντώνης Παπαγιαννίδης:«Οχι» σε τρία επίπεδα

Υπάρχουν τρεις προσεγγίσεις στο «Θέλουμε περισσότερη Ευρώπη;». Και στις τρεις, η απάντησή μου είναι αρνητική. Δεν θέλουμε περισσότερη Ευρώπη, πάντως δεν θέλουμε περισσότερη Ευρώπη έτσι απλά και μονοδιάστατα. Αν είναι ο βηματισμός της Ιστορίας να δώσει «περισσότερη Ευρώπη», τότε τη θέλουμε (δηλαδή τη χρειαζόμαστε) πολύ πολύ διαφορετική.
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η πρώτη προσέγγιση στο «περισσότερη Ευρώπη», η οποία είναι και η συνηθέστερη άλλωστε, είναι εκείνη που θεωρεί ότι με την επίκληση δίκην ψαλμωδίας «Ευρώωωπη! Ευρώωωπη!» φεύγει το κακό. Προκύπτουν λύσεις. Αποκτάται προκοπή – τέτοια πράγματα. Αυτού του είδους η περισσότερη Ευρώπη είναι σαν τη χιλιαστική/σοσιαλιστική ελπίδα του υπαρκτού, παλιότερα. Ή σαν την ανάπτυξη και τις επενδύσεις που τόσο συχνά θεωρήσαμε –εδώ– ότι θα προκύψουν κατ' εντολήν ή βάσει επίκλησης. Η Ευρώπη ως οφθαλμαπάτη δεν είναι καλό πράγμα. Ως προσευχή, ακόμη λιγότερο.
Η δεύτερη προσέγγιση στην «περισσότερη Ευρώπη» παραπέμπει σε κάτι πολύ σοβαρό, αρθρωμένο, δομημένο. Έχει να κάνει με την εμβάθυνση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, με την προώθηση ισχυρότερης οικονομικής ενσωμάτωσης – εδώ στόχευαν οι πρώτες προτάσεις Μακρόν σε Πνύκα και Σορβόννη, για ουσιαστικότερη Οικονομική Ένωση ως συνέχεια της Ευρωζώνης. Τίποτε απ' αυτά δεν προχώρησε, περισσότερο έμεινε ως window dressing. Προϋπολογισμός Ευρωζώνης για αντιστάθμιση ανισοτήτων και πρόληψη των σοκ; Αδιανόητο για το Βερολίνο. Ξεχάστε το! Έχει όμως να κάνει αυτή η εκδοχή «περισσότερης Ευρώπης» και με ομοσπονδιοποίηση, με διαμόρφωση κοινής –όχι συντονισμένης– εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής άμυνας, για παράδειγμα. Σοβαρά τώρα: Μια χώρα με την οικονομική δομή της μεταμνημονιακής Ελλάδας ή μια χώρα που δεν τολμά να αντικρίσει τη συμφωνία των Πρεσπών χωρίς νευρική κρίση, θέλει/αντέχει «περισσότερη Ευρώπη»;
Μένει η τρίτη προσέγγιση. Μια Ευρώπη επιβολής - επικράτησης του ισχυροτέρου. Τέτοια είναι η υπό διαμόρφωση Ευρώπη μετά-την-κρίση, η Ευρώπη που, για να είναι λειτουργική, προκύπτει περισσότερο διακρατική. Δηλαδή, να εννοούμαστε, γερμανική-κεντροευρωπαϊκή. Ας είμαστε ειλικρινείς: το διαβόητο «Forget it, Yannis!», ο φίλος της Ελλάδας Σόιμπλε στον Γιάννη Στουρνάρα το είπε, όχι στον Γιάνη Βαρουφάκη ή στον Ευκλείδη!
Όχι περισσότερη Ευρώπη. Διαφορετική, ίσως. Αλλά πώς;

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 5/5/2019. 

Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα μίας χρήσης;

Ο πρόεδρος της Ν.Δ. χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα της κρίσης» και άρα «κόμμα μίας χρήσης». Ενδιαφέρον, ποιος το λέει αυτό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν είναι ένας αυτοδημιούργητος πολιτικός, αλλά γόνος μιας πανίσχυρης πολιτικής δυναστείας, της ισχυρότερης στην Ελλάδα. Ισχυρότερης και από τους Παπανδρέου και από τους Καραμανλήδες.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης - παππούς, στην Κρήτη, στα 1889-90, είναι αυτός που πατρονάρισε ώστε να εκλεγεί βουλευτής ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Μια δυναστεία λοιπόν που παραπέμπει στο ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα του προπερασμένου αιώνα εναντίον ενός κόμματος «μίας χρήσης». Ανανέωση ή αναπαλαίωση της Ελλάδας; Δεν είναι ήδη ρετρό οι δύο από τους τρεις πολιτικούς αρχηγούς (Μητσοτάκης, Γεννηματά) να είναι γόνοι, άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιότητα που θα τους αναδείκνυε σε αρχηγούς, πέραν του κληρονομημένου ονόματος;

Δεν θα φαίνεται σαν επιστροφή στο μακρινό παρελθόν το ενδεχόμενο μια χώρα όπου η κυβέρνηση και πρώτος δήμος της περιέρχονται στην πιο παλιά πολιτική οικογένεια; Μπορεί να καυχηθεί κανείς ότι η οικογενειοκρατία σημαίνει εκσυγχρονισμός, πρόοδος της δημοκρατίας και της ισονομίας των πολιτών; Ο Μητσοτάκης, άθελά του, συνοψίζει το πολιτικό πρόβλημα ακριβώς σ' αυτό το ερώτημα.

Αλλά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα μίας χρήσης»; Με βάση την πεποίθηση ότι αποτελεί συναισθηματική και αδικαιολόγητη αντίδραση στην κρίση, χωρίς μέλλον, κάτι σαν παροδική καταιγίδα, πορεύτηκε η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. και τα φιλικά τους ΜΜΕ, όχι μόνο από το 2015, θεωρώντας τον παρένθεση και ζητώντας κάθε τρίμηνο εκλογές, αλλά από το 2012, όταν ο δίδυμος σεισμός εκείνου του χρόνου κλόνισε το προηγούμενο κομματικό σύστημα.

Μπορεί να διαψεύστηκαν από την ανθεκτικότητά της κυβέρνησης, από τη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, από τη σύσσωμη ευρωπαϊκή αποδοχή της λύσης του Μακεδονικού. Ωστόσο η ιδέα της παροδικότητας υπαγορεύει τις θεωρίες για «στρατηγική ήττα», αλλά και τις αυταπάτες για επιστροφή στο προ της κρίσης κομματικό σύστημα. Ας την εξετάσουμε λοιπόν.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το συλλογικό έργο «ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα εν κινήσει. Από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση» σε επιμέλεια Γιάννη Μπαλαμπανίδη, (εκδ. Θεμέλιο). Πρόκειται για ένα συλλογικό πορτρέτο του κόμματος «που αναδύθηκε αιφνιδίως, προκάλεσε έντονα πάθη, εκτοξεύτηκε μέσα από τις αντιφάσεις του και (μοιάζει να) εγκαθιδρύθηκε ως βασικός παίκτης εξουσίας, αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα στην εποχή του, για το καλό ή το κακό».

Στην έκδοση αυτή συγκεντρώνονται μελέτες από 19 από τους καλύτερους νέους πολιτικούς επιστήμονες και ιστορικούς, συνομήλικους λίγο πολύ, του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ. Και επειδή οι συγγραφείς συγκρίνουν τη δουλειά τους με τις μελέτες των δασκάλων τους για το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή εκείνες που γράφηκαν στη δεκαετία του 1980 και 1990, θα έλεγα ότι είναι καλύτερη.

Γιατί σε εκείνες τις μελέτες, η ανάλυση υποχωρούσε στη δεοντολογία. Οι συγγραφείς δηλαδή τότε είχαν έναν κανόνα στο μυαλό τους και μετρούσαν με τη μεζούρα τις αποκλίσεις. Στον τόμο αυτό δεν υπάρχει η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι εξαίρεση ή απόκλιση από την Ευρώπη. Αντίθετα, ξεδιπλώνεται η αντίληψη ότι μέσα από την κρίση που έπληξε την Ελλάδα προκύπτει ένας πειραματισμός ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, στον οποίο δοκιμάζονται πολλά υλικά, ευρωπαϊκά και ελληνικά.

Το βιβλίο, χωρίς να υποκαθιστά μια ιστορία της κρίσης, διαβάζεται και ως ιστορία της κρίσης. Νομίζω ότι η έκδοση αυτή δίνει μια τεκμηριωμένη απάντηση, με στοιχεία από αλλεπάλληλες εκλογικές μετακινήσεις κατά τη διάρκεια χρόνων, στη θεωρία για την προσωρινότητα του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία τάχα θα εκλείψει με την επιστροφή στην κανονικότητα.

Δεν διαπιστώνουμε μόνο μια συνολική μετατόπιση τριών εκατομμυρίων ψήφων του ΠΑΣΟΚ σε τέσσερις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ ακολούθησε την ίδια αλματώδη πορεία εκείνου του κόμματος, στα 1974-1981, που δημιούργησε ένα από τα μακροβιότερα ελληνικά πολιτικά συστήματα στην ελληνική ιστορία. Δίνει τεκμηριωμένη απάντηση και στις μεταμορφώσεις και μετατοπίσεις του ΣΥΡΙΖΑ που δεν ήταν μικρότερου βεληνεκούς από εκείνες του ΠΑΣΟΚ.

Η σύγκριση με το ΠΑΣΟΚ θεωρείται συνήθως αρνητική λόγω της κατάληξης αυτού το κόμματος. Ωστόσο εξέφρασε μια ιστορική ανάγκη: την άρνηση, τον τερματισμό και την υπέρβαση της μετεμφυλιακής περιόδου. Διεύρυνε τη Μεταπολίτευση και διαχειρίστηκε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, στην οποία προηγουμένως είχε αντιταχθεί. Εκείνα τα κόμματα από τα οποία το ΠΑΣΟΚ άντλησε μαζικά ψήφους ήταν η προδικτατορική Αριστερά (ΕΔΑ) και Κεντροαριστερά (μέρος της Ε.Κ.), σχηματισμοί που εξέφρασαν ανάλογες ανάγκες στην εποχή τους, και αυτά κόμματα χωρίς συνέχεια.

Παρατηρούμε επομένως ότι η δημοκρατική παράταξη στην Ελλάδα δεν εκφράζεται από ένα κόμμα παγιωμένης καθεστωτικής διαχρονίας, όπως η Δεξιά, αλλά από κομματικούς σχηματισμούς, οι οποίοι ανεξαρτήτως ιστορικής προέλευσης ανταποκρίνονται στις ιστορικές προκλήσεις της εποχής τους. Και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ακόμη μέλλον αλλαγών και μετασχηματισμών. Αν δεν αλλάξει, ένας νέος σχηματισμός θα τον αντικαταστήσει, αργά ή γρήγορα.

Συμπέρασμα: Εχει δίκαιο ο πολιτικός γόνος. Το δίλημμα είναι αναπαλαίωση με δοκιμασμένα τζάκια ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού, πατροναρισμένα από λατινοαμερικάνικου τύπου νονούς, ή διάλογος και πειραματισμός με τη ρέουσα ιστορία;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/5/2019. 

Αξιολογήσεις και αγορές

Μας παρατηρήθηκε ότι «σπαταλήσαμε χώρο και προσπάθεια» αναδιφώντας προ ημερών τι λένε και πώς εξηγούν τις πρόσφατες αξιολογήσεις τους για την Ελλάδα οι τρεις Οίκοι αξιολόγησης/rating agencies – S&P, Moody's, Fitch - , καθώς και αυτών οι απόψεις συχνά-πυκνά έχουν χάσει (και μάλιστα με απόσταση) την ουσία των εξελίξεων. Και στην αξιολόγηση τα πιστοληπτικής ικανότητας χωρών, και σε εκείνην επιχειρήσεων και τραπεζών: δύσκολα θα ξεχαστεί η αστοχία της αξιολόγησης της Lehman Bros λίγες μόλις εβδομάδες προτού αυτή εξαχνωθεί πυροδοτώντας την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-9, ή πάλι την βαθμολόγηση με ΑΑΑ των suprimes στεγαστικών δανείων που έφεραν την μεγάλη κατολίσθηση. αλλά και η παρακολούθηση οικονομιών όπως της Ελλάδας το 2009-10, μέχρι και μήνες πριν την βύθιση και την «διάσωση», δύσκολα αντέχει σε όποια κριτική αποτίμηση.
Βέβαια... αυτές τις rating agencies έχουμε, αυτές παρακολουθούμε! Διόλου τυχαία αυτές παρακολουθούν και αυτές ακολουθούν, τις κρίσεις και τις αξιολογήσεις τους, οι ίδιες «οι αγορές», από την έμπρακτη αποδοχή των οποίων κρεμόμαστε εφεξής. (Όχι δηλαδή πώς – άμα είναι κανείς ειλικρινής – δεν θα δει και των θεσμικών παρακολουθητών τις άστοχες επιδόσεις, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σε προβλέψεις και αξιολογήσεις. Δύσκολα θα μείνει ενθουσιασμένος! Μην την ξαναρχίσουμε όμως αυτήν την συζήτηση). Άλλωστε, και η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην κρίση/βαθμολόγηση των S&P, Μoody's, Fitch στηρίζεται (άντε και στην μικρότερη Καναδέζικη DBRS...), βλέποντας πότε θα δώσουν investment grade/επενδυτική βαθμίδα, ώστε να ανοίξει τις πύλες του παραδείσου για τα ομόλογα μιας χώρας.
Πάντως, επειδή και οι θεσμικοί αυτοί παράγοντες τον έχουν δει τον κίνδυνο οι εξωτερικές αξιολογήσεις στις οποίες στηρίζονται να μην είναι και τόσο αξιόπιστες, πριν δυο χρόνια η ίδια η ΕΚΤ είχε δημοσιοποιήσει μια μελέτη – των Bruha-Karber-Pierluigi-Setzer, ως Working Paper Νο 2011 – με την οποία ακριβώς προσέγγιζε κριτικά την διασύνδεση των βαθμολογήσεων/ratings των κρατικών ομολόγων με τα μακροοικονομικά θεμελιώδη/fundamentals, τόσο για τις χώρες που υποβαθμίστηκαν μέσα στην θύελλα (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία αλλά και Ιταλία) όσο και για εκείνες που την πέρασαν ξώφαλτσα (Βέλγιο, Γαλλία). Το βασικό συμπέρασμα – με ευγενική διατύπωση – είναι ότι οι μεταβολές στην βαθμολόγηση «κατά κανόνα ακολουθούν τις οικονομικές εξελίξεις, παρά λειτουργούν ως προπομπός των μελλοντικών εξελίξεων». Μόνον μετά την απότομη (και άγαρμπη) αναθεώρηση των δημοσιονομικών στοιχείων στην περίπτωση της Ελλάδας το 2009-10, άρχισαν οι οίκοι αξιολόγησης να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα θεμελιώδη των οικονομιών...
Ενώ λοιπόν παλαιότερα – για παράδειγμα στην κρίση της Νοτιοανατολικής Ασίας της δεκαετίας του ΄90 – υπήρχε μια τάση οι αξιολογήσεις των rating agencies να είναι υπερβολικά συντηρητικές, στην περίπτωση των χωρών κρίσης της Ευρωζώνης μάλλον είχε υπάρξει υπεραισιοδοξία (που εν συνεχεία «διορθώθηκε» απότομα). Για την περίπτωση που αυτό κάνει καλό στην ψυχή των ανθρώπων, το συμπέρασμα της μελέτης της ΕΚΤ ήταν ότι «στις περιπτώσεις των περισσότερων χωρών (Ευρωζώνης) η έκταση των υποβαθμίσεων ήταν ευθυγραμμισμένη με, ή – στην περίπτωση της Ελλάδας – ακόμη και πιο περιορισμένη από την επιδείνωση των θεμελιωδών/fundamentals». Οπότε η τελική απόφανση της μελέτης – ότι «είναι αμφίβολο αν η βαθμολόγηση θα επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα σε σύντομο διάστημα (anytime soon)» – παραμένει ως δυσοίωνη ηχώ. Αυτά, σε μελέτη Φεβρουαρίου του 2017.
Μιας και αναφερθήκαμε, πάντως, στο πώς/πόσο «οι αγορές» ακούνε τους οίκους αξιολόγησης, να έχουμε καταθέσει και μια δυσσεβή παρατήρηση. Η καθυστέρηση με την οποία προσαρμόζεται η βαθμολόγησή τους όσον αφορά την Ελληνική οικονομία και τις προοπτικές της, «βοηθάει» ώστε τα επιτόκια με τα οποία εκδίδονται – και θα εκδίδονται για κάμποσο καιρό ακόμη... - τα Ελληνικά ομόλογα να είναι κατά μια και δυο εκατοστιαίες μονάδες ακριβότερα για μας. Ή, άμα το δούμε αντίστροφα, κατά μια και δυο μονάδες αποδοτικότερα για όσους φορτώνουν Ελληνικό χαρτί (άμα όλα πάνε καλά μέχρι την εξόφληση, βέβαια). Αντίστοιχα αποδοτικότερη θα είναι η διακράτηση Ελληνικού χαρτιού για όσους το επέλεξαν νωρίτερα, στην δευτερογενή αγορά. Άμα λοιπόν το δει κανείς έτσι το πράγμα, είτε οι rating agencies λειτουργούν προειδοποιητικά μην μας μπει καμιά ιδέα χαλάρωσης (κάτι σαν ΔΝΤ, ας πούμε...), είτε πάλι λειτουργούν ως κράχτες (συγγνώμη για την λαϊκότροπη έκφραση!) για ακριβή αλλ' αποδοτική επένδυση σε Ελληνικό χαρτί στην τωρινή φάση, της μετάβασης προς «τις αγορές». Έτσι ή αλλιώς, οι μήνες που έρχονται θα δείξουν ποια λειτουργία θα επικρατήσει.
Όσο εμείς προσδοκούμε απόδοση του 10ετούς στο 3%, οι Κύπριοι π.χ. κινούνται με 1,5%. αυτά, δε, σε ένα κλίμα που ευνοεί τα ομόλογα της περιφέρειας...

Τελικά, η Standard&Poor's δεν μας αξίωσε αναβάθμισης. Γι αυτήν, η Ελλάδα παραμένει στην βαθμίδα αξιολόγησης Β+, με θετική προοπτική/outlook ενώ ήδη εδώ και καιρό μια αναβάθμιση (σε ΒΒ-) είχε περίπου προεξοφληθεί. Μάλιστα πολλοί συνέδεαν – και – αυτήν την αναβάθμιση με νέα έξοδο στις αγορές αρχές Μαΐου/πριν τις κάλπες, καθώς οι αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων παραμένουν σε ενθαρρυντικά χαμηλά επίπεδα – σταθερά στην περιοχή του 3,3% το benchmark 10ετές.
Τον Ιανουάριο , η S&P είχε επιλέξει να αφήσει την Ελλάδα σε βαθμίδα Β+, με θετική όμως προοπτική. Τότε, ο δισταγμός της να «δώσει» αναβάθμιση οφειλόταν στο απαιτητικό μενού μεταρρυθμίσεων που υπήρχαν μπροστά μας, καθώς και στην διαφαινόμενη προβληματικότητα του τραπεζικού συστήματος. Τουλάχιστον η S&P είχε ήδη φροντίσει να κάνει λόγο για ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 2,4% ετησίως στο διάστημα 2019-2022 (με βάση τις εξαγωγές αλλά και την ζήτηση των νοικοκυριών) – πρόβλεψη που σήμερα ακούγεται μάλλον υπεραισιόδοξη.
Αφού πια «μάθαμε» να παρακολουθούμε από κοντά εκείνους που μας παρακολουθούν ας σταθούμε λίγο περισσότερο στο τι είχε να πει η S&P στο αιτιολογικό των δισταγμών της, αναπτύσσοντας ακριβώς την «θετική προοπτική». Το θετικότερο που είχε να πει αφορά τους αναπτυξιακούς ρυθμούς, τους οποίους ανεβάζει – σε μέσο όρο – σε 2,8% για την περίοδο 2019-22, εξειδικεύοντας μάλιστα σε εκκίνηση 2,3% για φέτος (με καταγραφόμενο το περσινό 1,9%) και φθάνοντας σε 3,2% το 2022: άλλη βαθμίδα υπεραισιοδοξίας. Αυτή η προβολή στηρίζεται σε προσδοκία αύξησης των ιδιωτικών επενδύσεων, και μάλιστα των άμεσων ξένων επενδύσεων, της οποίας το αναπτυξιακό αποτέλεσμα αξιοποιεί προκειμένου να προβλέψει συνέχιση της μείωσης του χρέους (συνεπώς, για ματιά rating agency, πρόοδο στον ενάρετο κύκλο βιωσιμότητάς του). Για να εξαντλήσουμε αυτήν την πτυχή, η S&P αξιοποιεί για την έκκεντρη πρόβλεψή της για μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη την συνεισφορά των εξαγωγών – κι ας αναγνωρίζει ότι η υποχώρηση της ζήτησης στην Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά.
Καθώς όμως εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει στην στάση της S&P είναι το μετέωρο βήμα της αξιολόγησής της, αξίζει να σταθεί κανείς κάπως περισσότερο σε ό,τι αφορά τις επιφυλάξεις που διατυπώνει. Εδώ, την άμεση εντύπωση της δημοσιότητας κράτησε η αναφορά στο ρίσκο που δημιουργεί το προεκλογικό περιβάλλον/η πιθανή πολιτική πόλωση για Ευρωεκλογές και εθνικές εκλογές. Δείτε την αιτιολογία που δίνεται: μεταρρυθμιστική κόπωση, ιδίως στις ιδιωτικοποιήσεις και την πρόοδο στα κόκκινα δάνεια, αλλά και... στην βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης.
Και η μεν αναφορά στις δημοσιονομικές επιπτώσεις των δικαστικών αποφάσεων για τα αναδρομικά κοκ (που επίσης κάνει η S&P) έχει ασφαλώς νόημα: όμως το να έρχεται ένας παρατηρητής να συνδέει το προεκλογικό κλίμα με την μακροπρόθεσμη βελτίωση της Ελληνικής Δικαιοσύνης, δείχνει ότι οι rating agencies σαν να έχουν δει λιγάκι παράξενα τον ρόλο τους παρακολούθησης/αξιολόγησης/συγκράτησης των οικονομιών που, όπως η Ελληνική, ξαναβρίσκουν μεταΜνημονιακά τον δρόμο τους προς τις αγορές...
Αφήνουμε εδώ την S&P στους αναστοχασμούς της, να δούμε μια στιγμή προς σύγκριση κάποιες άλλες, αντίστοιχες απόψεις. Η αναβάθμιση από την Moody's στις αρχές Μαρτίου, κατά δυο βαθμίδες (από Β3 σε Β1 όπως τα μετράει η Moody's) είχε συνδυαστεί με αναφορά σε «σταθερή» προοπτική – πράγμα που σήμαινε ότι δεν αναμένεται κάποια ουσιώδης μεταβολή στα fundamentals της οικονομίας, ούτε άλλωστε κάποια άλλη «πολιτική» εκτίμηση/αξιολόγηση που να δημιουργεί προσδοκία μεταβολών.
'Έξη μήνες νωρίτερα, η ίδια Moody's είχε προτιμήσει να μην «δώσει» αναβάθμιση: απλώς τότε είχε μετακινήσει στην προοπτική/outlook σε θετική.
Να θυμίσουμε ότι η Moody's είχε συνδυάσει την ανοιξιάτικη αναβάθμισή της – ανάμεσα σε δυο «εξόδους» της Ελλάδας στις αγορές – με την δημοσιονομική υπεραπόδοση (ανάγνωθι: τα υπερπλεονάσματα) , με το «εδραιωμένο» πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αλλά και με την συνεχιζόμενη επιτήρηση της οικονομίας (που αποτρέπει το ενδεχόμενο ανατροπής των μεταρρυθμίσεων).
Και για να κλείσουμε με τους Οίκους αξιολόγησης, να θυμηθούμε και την Fitch, που τον Φεβρουάριο δεν αναβάθμισε αλλά μας διατήρησε σε ΒΒ- με σταθερή προοπτική, βασιζόμενη στην «ισχυρότερη δημοσιονομική επίδοση» της χώρας, σε σύγκριση μάλιστα με άλλες τότε αξιολογούμενες. Και η Fitch έκανε λόγο για αύξηση των επενδύσεων και για προσδοκία επιτάχυνσης της ανάπτυξης (Φεβρουάριο, αυτό) με ορίζοντα το 2020 ένα 2,2-2,3%, αλλά «ζήτησε» με έμφαση να υπάρξει πρόοδος στο θέμα των κόκκινων δανείων ως προϋπόθεση για ουσιαστική βελτίωση στην χρηματοδότηση της οικονομίας.
Στην θάλασσα αυτή των αξιολογήσεων, συνεχίζεται λοιπόν η πλεύση της Ελλάδας προς την απέναντι ακτή – εκείνη των αγορών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/5/2019. 

Η οικοδόμηση της Ε.Ε. και οι ευρωεκλογές

Η οικοδόμηση της ένωσης κρατών ήταν μια φιλόδοξη προσπάθεια. Σίγουρα, τα μέλη πέτυχαν κάποιο βαθμό οικονομικοπολιτικής ενοποίησης και κοινούς δημοσιονομικούς και νομισματικούς θεσμούς. Από την άλλη, η κρίση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αποκάλυψε αδυναμίες. Ταυτόχρονα, ανέδειξε τη διεθνή επιρροή των πιστωτριών χωρών, όπως π.χ. της Γερμανίας, και τις αδυναμίες των χωρών-οφειλετών, όπως π.χ. της Ελλάδας.

Παράλληλα, μετά τη συνεχιζόμενη περιπέτεια των Βρετανών, ενισχύθηκε η κοινή δέσμευση των λοιπών μελών για την ακεραιότητά της Ενωσης, της Ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τέλος, εκφράστηκαν οι βαθύτατες διαφωνίες ως προς την κατεύθυνση των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι. Συνεπώς, ενώ βρίσκεται στην ατζέντα των επόμενων χρόνων, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση συναντά δυσκολίες γιατί υπάρχουν διαφωνίες τόσο ως προς τις μεταρρυθμίσεις καθαυτές και την ιεράχισή τους, όσο και προς την ποιότητα και την κατεύθυνσή τους.

Έτσι, στις 26 Μαΐου η Ελλάδα θα διεκδικήσει τη μοίρα της στο «κέντρο» των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Οι υποψήφιοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, προέρχονται από τη συνήθη δεξαμενή: έμπειρα κομματικά στελέχη, τηλεπερσόνες, πρωταθλητές, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστήμιων, ηθοποιοί κ.λπ. Οπως το 2014, θα εκλεγούν ‒σύμφωνα με την κατανομή των κρατών‒ 21 Ευρωβουλευτές σ' ένα Σώμα 751 βουλευτών.

Με αναλογικό σύστημα και σε ενιαία εκλογική περιφέρεια, οι Ελληνες θα εκφράσουν την προτίμησή τους βάζοντας έως τέσσερις σταυρούς στο αγαπημένο τους ψηφοδέλτιο. Ως προς τη μορφολογία της, η απερχόμενη ομάδα Ευρωβουλευτών αριθμούσε 5 γυναίκες και 16 άντρες. Ως προς τη συμμετοχή τους σε πολιτικές ομάδες, οι έξι από τους Ευρωβουλευτές μετείχαν στην Ομάδα της Ενωμένης Αριστεράς, οι πέντε στην Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, οι τέσσερις στην Ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών, ένας μετείχε στην Ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, ενώ πέντε βουλευτές δεν προσχώρησαν σε καμία πολιτική ομάδα και, στην περίπτωση αυτή, ανήκαν στους μη εγγεγραμμένους.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι στις Ευρωεκλογές του 2014 από το σύνολο των εγγεγραμμένων (10.013.834), ψήφισε το 59,33%, με την αποχή στο υψηλό 40,67%. Από τα παραπάνω ελάχιστα πολιτικά μπορούν να εξαχθούν ως προς τα προβλήματα της Ευρώπης αλλά και ως προς την ιεράρχηση των εθνικών θεμάτων. Έχουν περάσει ήδη 40 χρόνια από την προσχώρηση της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, το 1979. Όμως η ιστορία, ενώ είναι ένας καλός οδηγός, δεν λύνει τη θεωρητική διαμάχη μεταξύ κράτους, αγοράς και διεθνών οργανισμών, όπως η Ε.Ε.

Ούτε απαντά στα πιεστικά προβλήματα του βάθους και της ποιότητας της δημοκρατίας, δηλαδή της επερχόμενης πολιτικής που, ipso facto, θα επηρεάσει και τα συναφή ζητήματα της οικονομίας και της συνολικής ευημερίας τόσο στα εθνικά όσο και στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα. Στην Ευρώπη, πολύ πριν από τις Ευρωεκλογές, έχουν ήδη αρχίσει οι συζητήσεις για ένα ευρύ δημοκρατικό-προοδευτικό μέτωπο ενάντια στην άνοδο της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, οι οποίες δεν αρκούν. Στην Ελλάδα, δεν έγινε κάτι ανάλογο από τις δυνάμεις που όφειλαν να το κάνουν. Ούτε συμφωνήθηκε κάποια πολιτική οικονομικής ανάταξης και σταθεροποίησης.

Απεναντίας, ιστορικά αποδείχθηκε το αποτύπωμα των αποσταθεροποιητικών πολιτικών. Και χωρίς καμία εξήγηση από την πλευρά των υπευθύνων Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛΛ., η συζήτηση γύρω από τη μακροοικονομική πολιτική, μετατράπηκε σε εθνικιστική διαμάχη και σε ακροδεξιό πολιτικό ξεπεσμό περί «επικινδυνότητας της Αριστεράς», με το απλουστευτικό και υβριστικό «Γιατί εμείς μπορούμε καλύτερα». Δεν απαντήθηκαν ούτε εθνικά θέματα, ούτε οι θεσμικές παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παραδείγματος χάριν, το δημοψηφισματικό «Η μάχη είναι τελικά για τη φανέλα, για τη ΝΔ» δεν δείχνει ούτε την αναγκαία ταπεινότητα και σοβαρότητα για τα εθνικά θέματα, ούτε απαντά στα συνολικότερα προβλήματα της Ενωσης, τα οποία δημιουργήθηκαν με τη σύμπραξη τραπεζιτών και της ευρωπαϊκής Δεξιάς, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος του ανθέλληνα υποψηφίου για την προεδρία Μ. Βέμπερ.

Λόγου χάρη, η ΕΚΤ ενδιαφέρεται περισσότερο για τον πληθωρισμό και λιγότερο για την ανεργία και την ανάπτυξη. Τι θα κάνουν; Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θεσπίστηκε στη τρίτη φάσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) για να διασφαλίσει υγιή δημοσιονομική συμπεριφορά των χωρών της Ε.Ε., έχει προβλήματα τα οποία αναγνωρίστηκαν από όλους μετά την Μεγάλη Ύφεση του 2008, και ειδικότερα μετά την κρίση του ευρώ και την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη.

Ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν Πισανί-Φερί, σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «When Facts Change, Change the Pact» (Όταν αλλάζουν τα δεδομένα, αλλάζεις το Σύμφωνο» επικρίνει το Σύμφωνο Σταθερότητας του 1997. «Είναι –γράφει- σαν τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα. Ο καθένας βλέπει ότι δεν υπάρχουν, αλλά λίγοι το παραδέχονται ανοιχτά. Αυτή η ανόητη σιωπή, είναι και κακή οικονομία και κακή πολιτική». Τι θα κάνουν με αυτά τα ζητήματα; Θα ζητήσει η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να αλλάξουν, επωφελώς, για την Ευρώπη και, οπωσδήποτε, επωφελώς για τα εθνικά συμφέροντα;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 3/5/2019. 

Κώστας Καραντινινής: Ολιγοπωλιακές συνθήκες φρενάρουν την ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας

Επικρατεί συχνά η αντίληψη, όσον αφορά τον αγροτικό τομέα της χώρας, ότι το μοντέλο της μικρής κλίμακας αποτελεί ανάχωμα και πρέπει να δώσει τη θέση του σε αγροτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους για να έλθει η ανάπτυξη. Σε αυτό συντελεί και η κεντρική θεωρία των οικονομικών για τις οικονομίες κλίμακας που γίνονται εφικτές όταν οι επιχειρηματικές μονάδες αποκτήσουν ένα κρίσιμο μέγεθος και μπορούν να μειώσουν το κόστος παραγωγής, αυξάνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων. Ισχύει, όμως, τελικά ότι η πρόοδος στην ελληνική γεωργία περνά απαραίτητα μέσα από τη μεγέθυνση; Ο Κώστας Καραντινινής, καθηγητής Οικονομικών σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Σουηδίας και παλιότερα στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, με μεγάλη και διεθνή επιρροή σε θέματα αγροτικής οικονομίας, είναι σαφής: «Το μοντέλο της μικρής κλίμακας όχι μόνο δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά με τη σωστή αξιοποίηση μπορεί να είναι στρατηγικό πλεονέκτημα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής».

Ευκαιρίες και προοπτικές

Οι απόψεις του κ. Καραντινινή δεν έχουν επιρροή μόνο στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά επεκτείνονται ευρύτερα στη δημόσια σφαίρα. Έχοντας βαθιά γνώση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας βαλμένης στο διεθνές της πλαίσιο, του ανατέθηκε από την Task Force η συγγραφή συνολικής μελέτης για τις ευκαιρίες και τις προοπτικές της ελληνικής γεωργίας μέσα στην κρίση. Όπως υποστηρίζει στη μελέτη που συντάχθηκε το 2014, «τα στοιχεία που έχουμε δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς ότι οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη και στη μεγέθυνση. Αντιθέτως δείχνουν ότι αυτό που μειώνει τα κόστη είναι οι οικονομίες κλίμακας που βρίσκονται πριν και μετά το στάδιο της παραγωγής. Επιπλέον, όχι μόνο είναι λάθος ότι αποτελεί μειονέκτημα η δομή των μικρών αγροτικών μονάδων, αλλά με τη σωστή εκμετάλλευση το μοντέλο των εκμεταλλεύσεων μικρής κλίμακας θα ήταν ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Όταν η προέλευση ενός ελαιολάδου είναι μια πλαγιά στη Μάνη ή ένα οροπέδιο στην Κρήτη, αυτό αποτελεί ένα δυνητικό πλεονέκτημα και θα μπορούσε να δώσει την "ετικέτα" που διαφοροποιεί και δίνει υπεραξία στο προϊόν, ειδικά για τον σημερινό καταναλωτή που ενδιαφέρεται πάρα πολύ για τη μοναδικότητα, την προέλευση και την τοπικότητα των τροφίμων». Ανάμεσα στα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, σύμφωνα με τον καθηγητή, για να βρουν τα ελληνικά τρόφιμα τη θέση που τους αξίζει στις διεθνείς αγορές είναι οι στρεβλώσεις αγορών που δεν σχετίζονται με τον ίδιο τον πρωτογενή τομέα και ανεβά ζουν πολύ το κόστος των προϊόντων. Αυτό που εξηγεί, κατά τον ίδιο, τη διαφορά της τιμής που χαρακτηρίζει συχνά τα ελληνικά σε σχέση με τα προϊόντα άλλων ευρωπαϊκών χωρών είναι «το μήκος της αλυσίδας παραγωγής και αυτό όχι από την άποψη της γεωγραφικής απόστασης, αλλά με την έννοια του μεγάλου αριθμού των ενδιαμέσων. Ανάμεσα στην τιμή του παραγωγού μέχρι τον τελικό καταναλωτή παρεμβάλλονται πολλοί μεσάζοντες. Παράλληλα υπάρχουν σήμερα ολιγοπωλιακές ως μονοπωλιακές καταστάσεις σε τοπικό επίπεδο που οδηγούν σε αυξήσεις της τιμής πάνω από την αμοιβή του παραγωγού, χωρίς απαραίτητα να ανταποκρίνονται στις υπηρεσίες που προσφέρονται. Πέρα από τις στρεβλώσεις στις αγορές των προϊόντων, όμως, έχουμε ενδείξεις ότι επικρατούν συνθήκες χαμηλού ανταγωνισμού και στις αγορές των εισροών, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει ακόμη περισσότερο το τελικό κόστος. Η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας, επομένως, δεν εξαρτάται από το μικρό μέγεθος του κλήρου, αλλά από τη διαμόρφωση υγιούς επιχειρηματικού κλίματος και την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που δεν σχετίζονται με άλλες αγορές και όχι τις αγορές γεωργικών προϊόντων».

Στρατηγικό πλεονέκτημα

Ειδικά για τον κλάδο του ελαιολάδου, ο Κώστας Καραντινινής θεωρεί ότι κεντρικό στρατηγικό πλεονέκτημα αποτελούν η διαφοροποίηση και η τοπικότητα, που κάνουν ένα ελαιόλαδο να ξεχωρίζει από ένα άλλο. Αναφερόμενος στην πολυσυζητημένη μελέτη της McKinsey που υποστηρίζει τη λειτουργία λίγων μεγάλων μονάδων τυποποίησης σε όλη την επικράτεια, ο κ. Καραντινινής εκφράζει την αντίθεσή του: «Οι τοπικές, συχνά παραδοσιακές, τεχνικές μπορούν να δώσουν προϊόντα με μοναδικά τοπικά χαρακτηριστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αναβαθμιστούν σε υψηλότερα τεχνολογικά πρότυπα, αλλά με τρόπους που θα διατηρούν την υψηλή ποιότητα και τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε ποικιλίας, εδάφους, ιστορίας και κληρονομιάς, με στρατηγικούς τρόπους που θα αυξάνουν την προστιθέμενη αξία και θα παρέχουν υψηλές αποδόσεις. Μία (ή δύο) μεγάλες μονάδες μεταποίησης για όλη την επικράτεια που θα επεξεργάζονται το σύνολο της εθνικής παραγωγής ελαιολάδου, όπως προτείνεται από διάφορους κύκλους, δεν θα το επιτύχουν αυτό. Αντί να προωθήσει μονάδες μεταποίησης μεγάλης κλίμακας, η ελληνική στρατηγική για τη βιομηχανία του ελαιολάδου θα πρέπει να ενθαρρύνει τη διαφοροποίηση των προϊόντων με βάση τα οργανοληπτικά και άλλα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος ξεχωριστά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση της παραγωγής, της μεταποίησης και της προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου με την προαγωγή της μεσογειακής διατροφής και τον τουριστικό κλάδο, όπου αυτό είναι εφικτό. Για να επιτευχθεί αυτό, δεν απαιτείται οικονομία μεγάλης κλίμακας στον πρωτογενή τομέα».

Φέτα και παρμιτζιάνο

Για τις προοπτικές της φέτας, που αποτελεί ένα από τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας, ο κ. Καραντινινής επισημαίνει ότι το δυναμικό του διάσημου τυριού παραμένει ακόμη σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τον ίδιο, «ο ανταγωνισμός μεταξύ εξαγωγών απειλεί να καταστήσει τη φέτα αδιαφοροποίητο βασικό προϊόν. Οι μικρές παραγωγές που ενισχύουν την ιδιαιτερότητα και συνδέουν το προϊόν με τον ειδικότερο τόπο προέλευσης μπορούν να προσδώσουν μεγαλύτερη υπεραξία και να χτίσουν μια ισχυρότερη ταυτότητα του προϊόντος. Παράλληλα πρέπει να γίνει συλλογική διαχείριση του προϊόντος με στόχο τη διαφύλαξη της ποιότητας διότι κατά τη γνώμη μου ο λόγος που η τιμή της φέτας δεν είναι ανάλογη του δυναμικού της είναι επειδή η γνησιότητα του προϊόντος δεν διαφυλάσσεται. Υπάρχουν στην Ευρώπη επιτυχημένα παραδείγματα συλλογικής διαχείρισης άλλων τυριών ΠΟΠ που μπορούν να φανούν χρήσιμα και για τη φέτα, όπως είναι το "μοντέλο γκούντα" στην Ολλανδία, το "μοντέλο παρμιτζιάνο" στην Ιταλία. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι επίσης οι ευκαιρίες που προσφέρει ο τουρισμός, που δεν αξιοποιούνται για την προώθηση της φέτας αλλά και των υπόλοιπων γεωργικών προϊόντων. Η Ελλάδα έχει κάθε χρόνο 30 εκατ. επισκέπτες, το οποίο, αν το αναγάγεις σε όρους κατανάλωσης, αντιστοιχεί στην ετήσια ζήτηση μιας πόλης όπως η Πάτρα. Αν σκεφτείς επιπλέον ότι όλοι οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα είναι και δυνητικά καταναλωτές ελληνικών προϊόντων, θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε το γεγονός αυτό για να κάνουμε προώθηση των ελληνικών προϊόντων».

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής'" στις 31/3/2019. 

Διαβάζοντας Μουζέλη

Το βιβλίο του μας θυμίζει πόσο τυχεροί είμαστε στη χώρα μας που έχουμε τόσο σπουδαίους διανοούμενους.

Ο ομότιμος καθηγητής του LSE Νίκος Μουζέλης, στο βιβλίο του «Ματιές στο μέλλον - καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια) έχει την απάντηση στην ερώτηση που απασχολεί τη σύγχρονη παγκόσμια προοδευτική διανόηση: Πώς μπορεί να γίνει το πέρασμα από τον σημερινό βάρβαρο σε έναν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό που θα έχει σαν στόχο τη μείωση των ανισοτήτων και την εξάπλωση πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Αυτός ο στόχος –σημειώνει ο Μουζέλης– προϋποθέτει νέες λύσεις στα δύο βασικά προβλήματα των αναπτυγμένων χωρών: Στο πρόβλημα της ανεργίας και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους.

Θα σταθώ στο σκεπτικό του για το δεύτερο, που στηρίζεται στην «αρχή της γενναιόδωρης επιλεκτικότητας». Ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι πρέπει να σπάσει το ταμπού της αριστεράς για την καθολικότητα των παροχών ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια και να περάσουμε σε μια ριζική ανακατανομή των κοινωνικών πόρων ώστε να προσφέρονται υψηλού επιπέδου υπηρεσίες μόνο στα μη εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αποδεικνύει ότι η αρχή της καθολικότητας των παροχών αντί να αμβλύνει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών το εντείνει, για να καταλήξει ότι μια νέα σοσιαλδημοκρατική στρατηγική πρέπει να προτάξει το πέρασμα από τη σημερινή άκρως αναποτελεσματική και άδικη καθολικότητα στη γενναιόδωρη επιλεκτικότητα: Τίποτα δωρεάν για τις εύπορες τάξεις, μερική βοήθεια στις μικρομεσαίες και πλήρης κάλυψη αναγκών των οικονομικά ευάλωτων ομάδων.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πρόταση του Ν. Μουζέλη, πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουμε ως κοινωνία ότι δεν μπορεί το παιδί του άνεργου και το παιδί του εφοπλιστή να παίρνουν δωρεάν το πανεπιστημιακό σύγγραμμα, ούτε ο εκατομμυριούχος και ο άπορος να έχουν τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης στις δομές της δημόσιας υγείας.

Με το βιβλίο αυτό ο Μουζέλης απαντά στις θεωρίες ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει, αντιτείνοντας ότι χωρίς να είναι αιώνιος, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Και αναρωτιέται μέσα στο σημερινό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης ποια είναι η πιο ανθρώπινη μορφή που μπορεί να πάρει. Εκκινώντας από τη θέση ότι το παγκόσμιο σύστημα είναι νεοφιλελεύθερο με την έννοια ότι δεν υπάρχει πολιτικός έλεγχος των αγορών, σημειώνει ότι αποτελείται από τρία υποσυστήματα, το αυταρχικό (κυρίως της Κίνας), το νεοφιλελεύθερο (των ΗΠΑ), το ημι-σοσιαλδημοκρατικό (κυρίως της ΕΕ). «Το πρώτο -γράφει- καταργεί τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών, το δεύτερο είναι κοινωνικά βάρβαρο ενώ το τρίτο, παρά τις σημερινές νεοφιλιλελεύθερες και λαϊκιστικές τάσεις, διασώζει σε σημαντικό βαθμό τα επιτεύγματα της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας». Κατά την εκτίμησή του, ο κινεζικός κολοσσός μάλλον μεσοπρόθεσμα θα ηγεμονεύσει, ενώ οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν την πρωτιά στο χώρο των εξοπλισμών με τη βοήθεια της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης. Αντί ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου, προβλέπει ότι μάλλον θα έχουμε μια ισορροπία τρόμου με τη Ρωσία να παίζει εξισορροπητικό ρόλο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Το συμπέρασμά του είναι ότι αν η ευρωζώνη κατορθώσει να ενοποιηθεί όχι μόνο στον τραπεζικό/οικονομικό τομέα αλλά και στον πολιτκό και κοινωνικό, αν περάσει από τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη σ' αυτή των Ευρωπαίων πολιτών θα καταστεί μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα ο τρίτος παίκτης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι «συμβάλλοντας χειραφετικά στη διαμόρφωση του κόσμου που έρχεται».

Ο Μουζέλης δεν αισιοδοξεί αλλά και δεν παραιτείται. Πιστεύει ότι «η ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος σε συνδυασμό με το άνοιγμα των παγκόσιμων αγορών άλλαξαν ριζικά τη μορφή του μετανεωτερικού κόσμου. Αλλαξαν την ισορροπία δύναμης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, βοήθησαν την ανάπτυξη της καπιταλιστικής ημι-περιφέρειας αύξησαν τον μέσο χρόνο ζωής και έβγαλαν ένα σημαντικό κομμάτι της ανθρωπότητας έξω από την απόλυτη εξαθλίωση. Χωρίς όμως να μειώσουν την πρωτοφανή συγκέντρωση του πλούτου στο 1% χωρίς να σταματήσουν τη ραγδαία οικολογική καταστροφή. Η μόνη αχτίδα φωτός, η μόνη εκπολιτιστική δύναμη παραμένει η ΕΕ».

Το βιβλίο αυτό ανοίγει νέους δρόμους στη συζήτηση για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας που δείχνει ετοιμοθάνατη αλλά μπορεί να ανακάμψει εάν υιοθετήσει νέες στρατηγικές, όπως αυτές που υποδεικνύει ο Νίκος Μουζέλης και οι οποίες οπωσδήποτε θα πυροδοτήσουν συζητήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Το βιβλίο αυτό μας θυμίζει πόσο τυχεροί είμαστε στη χώρα μας που έχουμε τόσο σπουδαίους διανοούμενους και οφείλουν να το διαβάσουν πρώτα απ' όλους όσοι τον έχουν κανιβαλίσει (για την άποψή του υπέρ του διαλόγου ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ), μήπως και κάτι καταλάβουν για τη δική του δύναμη σκέψης, για το δικό του διεθνές κύρος και για τη δική τους αθλιότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Athens Voice" στις 7/1/2019. 

Σελίδα 1 από 104