Υπεύθυνος οργάνωσης: Νίκος Δεμερτζής
Συμμετέχοντες
Γιώργος Καραμέρος, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία
Δημήτρης Καιρίδης, Βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας και πρώην Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου
Στέφανος Παραστρατίδης, Βουλευτής ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής
Περικλής Βασιλόπουλος, Πρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την Παρέμβαση (ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ)
Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Διευθυντής του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες
Η παρούσα θεματική περίληψη βασίζεται στις εργασίες της εκδήλωσης με θέμα «Αντιμετώπιση των Συναισθηματικών Αναγκών των Πολιτών στη Δημοκρατική Διακυβέρνηση» που διοργάνωσε το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) στις 15 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων διάδοσης και κοινωνικού αντίκτυπου του έργου PLEDGE. Η εκδήλωση, που πραγματοποιήθηκε στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου, συγκέντρωσε αιρετούς εκπροσώπους από όλο το πολιτικό φάσμα μαζί με εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών για να συζητήσουν πώς οι δημοκρατίες μπορούν να ανταποκριθούν καλύτερα στις συναισθηματικές ανάγκες των πολιτών.
Πέρα από τον Θυμό: Συναισθηματική Αναστοχαστικότητα και Δημοκρατική Διακυβέρνηση
Εναρκτήρια Ερώτηση: Ποια είναι τα συναισθήματα που βιώνουν οι πολίτες σήμερα;
Εισαγωγή
Σε όλη την Ευρώπη, η δημοκρατική πολιτική διαμορφώνεται ολοένα και περισσότερο όχι μόνο από την θεσμική απόδοση και τα αποτελέσματα της πολιτικής, αλλά και από τις συναισθηματικές εμπειρίες των πολιτών από την πολιτική. Τα συναισθήματα δυσαρέσκειας, δυσπιστίας, φόβου, απογοήτευσης, ανασφάλειας και αποξένωσης επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο την πολιτική συμμετοχή, τη δημοκρατική νομιμότητα και την υποστήριξη των δημοκρατικών θεσμών. Ενώ τα συναισθήματα ήταν πάντα μέρος της πολιτικής ζωής, οι σύγχρονες δημοκρατίες αντιμετωπίζουν την πρόκληση να ανταποκριθούν στις συναισθηματικές ανάγκες των πολιτών χωρίς να τα καταπιέζουν ούτε να τα επιτρέπουν να γίνουν όργανα πόλωσης και δημοκρατικής διάβρωσης.
Αυτό το θεματικό σημείωμα βασίζεται στον διάλογο μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας τις Συναισθηματικές Ανάγκες των Πολιτών στη Δημοκρατική Διακυβέρνηση», που διοργανώθηκε από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) στο πλαίσιο του έργου PLEDGE του προγράμματος «Ορίζων Ευρώπη». Διερεύνησε πώς τα συναισθήματα διαμορφώνουν τη δημοκρατική διακυβέρνηση και πώς οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να ανταποκριθούν στις συναισθηματικές εμπειρίες των πολιτών με τρόπους που ενισχύουν την εμπιστοσύνη, τη συμμετοχή και την δημοκρατική ανθεκτικότητα.
Η συζήτηση ασχολήθηκε με ένα κεντρικό δημοκρατικό ερώτημα: Πώς μπορούν οι δημοκρατίες να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα των πολιτών διατηρώντας παράλληλα τη διαβούλευση, τον πλουραλισμό και τη δημοκρατική νομιμότητα; Αντί να αντιμετωπίζουν τα συναισθήματα ως παράλογες διαταραχές της πολιτικής, οι συμμετέχοντες εξέτασαν πώς αναδύονται οι συναισθηματικές εμπειρίες μέσω των καθημερινών αλληλεπιδράσεων με θεσμούς, ψηφιακές τεχνολογίες και ευρύτερους κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Ο διάλογος διερεύνησε επίσης πώς αυτές οι συναισθηματικές δυναμικές μπορούν είτε να ενισχύσουν τη δημοκρατική εμπλοκή είτε να συμβάλουν στην πολιτική αποδέσμευση, την πολιτική παραπόνων και την αντιδημοκρατική κινητοποίηση.
Οι σκέψεις που παρουσιάζονται παρακάτω συνθέτουν τα κύρια θέματα που προέκυψαν από τη συζήτηση και τα συσχετίζουν με το ευρύτερο εννοιολογικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του έργου PLEDGE.
Ο Περικλής Βασιλόπουλος, Πρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την Παρέμβαση (ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ), υποστήριξε ότι η δημοκρατική ανανέωση απαιτεί κάτι περισσότερο από μια διαδικαστική καινοτομία. Παράλληλα με τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις, οι δημοκρατίες πρέπει επίσης να καλλιεργούν θετικά πολιτικά συναισθήματα και δημοκρατικές αρετές όπως η ειλικρίνεια, ο αμοιβαίος σεβασμός και η παρρησία - το θάρρος να μιλάς ειλικρινά παρά τον προσωπικό ή πολιτικό κίνδυνο ή κόστος. Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, πρότεινε, διαδραματίζουν ξεχωριστό ρόλο στη δημιουργία χώρων όπου οι πολίτες διαβουλεύονται, οργανώνονται συλλογικά και διατηρούν τις δημοκρατικές αξίες πέρα από τον εκλογικό ανταγωνισμό.
Συμπληρώνοντας αυτή την προοπτική, ο Λευτέρης Παπαγιαννάκης, Διευθυντής του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες, τόνισε ότι οι δημοκρατικές καινοτομίες εξαρτώνται τελικά από υποστηρικτικά θεσμικά περιβάλλοντα. Ενώ η συμμετοχικότητα παρόλο που οι πρωτοβουλίες έχουν αποδείξει την αξία τους σε όλη την Ευρώπη, τα ιδιαίτερα συγκεντρωτικά διοικητικά συστήματα συνεχίζουν να περιορίζουν τις ευκαιρίες για ουσιαστικό τοπικό πειραματισμό και συμμετοχή των πολιτών. Η δημοκρατική καινοτομία απαιτεί επομένως όχι μόνο νέους συμμετοχικούς μηχανισμούς αλλά και βαθύτερη θεσμική αποκέντρωση.
Συμπεράσματα
Ο διάλογος με τα ενδιαφερόμενα μέρη ενίσχυσε μια κεντρική αντίληψη που αναδύθηκε από το έργο PLEDGE: η δημοκρατική ανθεκτικότητα εξαρτάται τόσο από τη συναισθηματική δυναμική όσο και από τον θεσμικό σχεδιασμό. Τα συναισθήματα των πολιτών δεν είναι περιφερειακά της δημοκρατικής ζωής. Διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι θεσμοί, τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η πολιτική συμμετοχή και το κατά πόσον η ίδια η δημοκρατία γίνεται αντιληπτή ως ανταποκρινόμενη, νόμιμη και άξια υποστήριξης.
Οι συμμετέχοντες συμφώνησαν ότι τα συναισθήματα δεν πρέπει ούτε να αγνοούνται ούτε να εκμεταλλεύονται πολιτικά. Τα συναισθήματα δυσαρέσκειας, ανασφάλειας, δυσπιστίας και απογοήτευσης αντανακλούν συχνά γνήσιες εμπειρίες αποκλεισμού, παραγνώρισης και θεσμικής αποτυχίας. Η δημοκρατική διακυβέρνηση, επομένως, απαιτεί συναισθηματικά ανταποκρινόμενους θεσμούς, ικανούς να αναγνωρίζουν τις ανησυχίες των πολιτών, ενθαρρύνοντας παράλληλα τον διάλογο, την κριτική σκέψη και τη δημοκρατική συμμετοχή.
Η μετάβαση από τη συναισθηματική διακυβέρνηση προς τη συναισθηματική αναστοχαστικότητα αναδείχθηκε ως ένα από τα κύρια συμπεράσματα του εργαστηρίου. Οι δημοκρατίες δεν μπορούν να γίνουν συναισθηματικά ουδέτερες, ούτε πρέπει να επιδιώκουν να το κάνουν. Αντίθετα, θα πρέπει να καλλιεργήσουν πολιτικές κουλτούρες και θεσμικές πρακτικές που επιτρέπουν στους πολίτες να κατανοούν, να αναλογίζονται και να διοχετεύουν δημοκρατικά τις συναισθηματικές τους εμπειρίες.
Τελικά, η ενίσχυση της δημοκρατίας απαιτεί περισσότερα από θεσμική μεταρρύθμιση ή βελτιωμένη απόδοση πολιτικής. Απαιτεί επίσης τη δημιουργία των συναισθηματικών συνθηκών υπό τις οποίες οι πολίτες θα αισθάνονται ότι αναγνωρίζονται, σέβονται και είναι ικανοί να συμμετέχουν εποικοδομητικά στη δημοκρατική ζωή. Συνδυάζοντας την θεσμική ανταπόκριση με τη συναισθηματική αναστοχαστικότητα, οι δημοκρατίες γίνονται καλύτερα εξοπλισμένες για να μετατρέψουν τα παράπονα σε συμμετοχή, τη διαφωνία σε διαβούλευση και τη συναισθηματική εμπειρία σε δημοκρατική ανθεκτικότητα.
Τρεις Συστάσεις για Συναισθηματικά Στοχαστική Δημοκρατική Διακυβέρνηση
Τι μπορεί άραγε να μας πει η κοινωνιολογία της συγκίνησης και ειδικότερα η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης για την αναπαράσταση του τραύματος στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν ή για την πόλωση μεταξύ υποστηρικτών και επικριτών του σκηνοθέτη; Για το πρώτο έχει να μας πει σημαντικά πράγματα, για το δεύτερο όμως ακόμα περισσότερα… Το νέο βιβλίο του Νίκου Δεμερτζή με τίτλο Πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης (εκδ. Αλεξάνδρεια) αποτελεί καρπό πολυετούς έρευνας. Συνθέτει ερμηνείες που ο συγγραφέας έχει δοκιμάσει γόνιμα σε πλήθος μελετών που διεξήγαγε είτε κατά μόνας είτε στο πλαίσιο συνεργασιών με επιστήμονες από πεδία όμορα της πολιτικής κοινωνιολογίας της συγκίνησης (πολιτική ψυχολογία, πολιτική κοινωνιολογία, κοινωνιολογία της συγκίνησης, μεταξύ άλλων). Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο έργο δημοσιεύθηκε πρώτα στα αγγλικά. Η μετάφρασή του φέρνει το ελληνικό κοινό πιο κοντά σε μια συναρπαστική συζήτηση που ο συγγραφέας καλλιεργεί εδώ και δεκαετίες με ανθρώπους που έχουν διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση των σχετικών πεδίων (όπως οι Τζακ Μπάρμπαλετ, Ρον Αϊερμαν, Μίκο Σαλμέλα). Η συναισθηματική στροφή των κοινωνικών επιστημών είναι το πλαίσιο στο οποίο εγγράφεται η εξέλιξη της κοινωνιολογίας της συγκίνησης ως κανονικό, αν και πολύπλευρο, όπως σημειώνει ο Δεμερτζής, επιστημονικό παράδειγμα στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Συμπυκνώνεται δε στο αίτημα οργανικής ένταξης του αισθανόμενου υποκειμένου στις μελέτες για κοινωνικές δομές και διαδικασίες. Για να επανέλθουμε στην «Οδύσσεια» του Νόλαν, η κοινωνιολογία της συγκίνησης θα μπορούσε να φωτίσει πώς αναπαρίσταται το θυμοειδές στις μετασυγκρουσιακές κοινωνίες του καιρού μας. Το ερώτημα, όμως, για την πρόσληψη σκηνοθετικών επιλογών που συνδέθηκαν με αιτήματα έμφυλης και φυλετικής δικαιοσύνης χρειάζεται κάτι παραπάνω από το θυμικό φίλτρο εν γένει. Ενδεικτικά, η σύντομη ανάγνωση της θυμικότητας του ελληνικού εθνικισμού (τελευταίο κεφάλαιο) προχωρά πολύ πέραν της κοινωνιολογίας των συναισθημάτων και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα το γραφικό, όχι όμως και ακίνδυνο, πανό με το σύνθημα «Η Ελλάδα στους Έλληνες – Η “Οδύσσεια” στον Όμηρο». Ο χάρτης και οι επικράτειες Ο Δεμερτζής επισημαίνει εύστοχα ότι για τη διαύγαση των σχέσεων συναισθημάτων - πολιτικής (σχέσης συγκροτητικής για τις νεωτερικές κοινωνίες) ο μητρικός κλάδος της κοινωνιολογίας των συναισθημάτων χρειαζόταν επειγόντως μια επανορθωτική κίνηση. Η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης κάνει ακριβώς αυτό, εστιάζοντας εμφατικά στα πολιτικά συναισθήματα ως α) εγγενώς σχεσιακά και κοινωνικά, συνδεδεμένα με ασυμμετρίες δύναμης, β) προγραμματικά, με την έννοια των μακροχρόνιων θυμικών δεσμεύσεων και διαθέσεων, γ) όχι πάντοτε βιωμένα με συνειδητό τρόπο, δ) ενδοβλημένα (π.χ., ντροπή, υπερηφάνεια, φόβος) ή εξωστρεφή (π.χ., συμπόνια, μίσος, εμπιστοσύνη), ε) ατομικά, όπως και συλλογικά ή συμμεριστά, στ) συχνά επαμφοτερίζοντα, αντιθετικά, ή ασυναφή (π.χ., ταξική δυσαρέσκεια και ταυτόχρονα θαυμασμός για τους δισεκατομμυριούχους και τους ισχυρούς). Η πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης την οποία μας συστήνει ο Δεμερτζής είναι ο χάρτης μέσα στον οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε τις επικράτειες της αντιπαράθεσης, της τραυματικής σύγκρουσης, αλλά και της επανόρθωσης και της συγχώρεσης. Ειδικότερα, οι δύο μεγάλες ομάδες δοκιμών στις οποίες προβαίνει ο συγγραφέας εδράζονται αφενός στη συγχώρεση, την αλληλεγγύη, τη συμπόνια και τις συνοδές ψυχικές διαθέσεις της γενναιοδωρίας, της ενσυναίσθησης, της εμπιστοσύνης και της ενεργητικής αγάπης· αφετέρου στην αγανάκτηση, τον θυμό και το σύνθετο αρνητικό συναίσθημα της ressentiment. Όλο το δεύτερο μέρος του βιβλίου επικεντρώνεται στις πολιτικές της ressentiment, μια έννοια που αξίζει να σχολιάσουμε εκτενέστερα. Πριν όμως, ας μου επιτραπεί μια γενική παρατήρηση που αφορά το μη ειδικό αναγνωστικό κοινό. Παρότι ο ορίζοντας του βιβλίου είναι επιστημολογικός και παρ’ όλο που η εννοιολογική δουλειά έχει αναμφισβήτητα προτεραιότητα σε όλες τις επιμέρους αναλύσεις, η επιλογή της θεματολογίας, καθώς και των θεωρητικών αναφορών από την ψυχανάλυση, τη θεολογία, τη φιλοσοφία, τα ΜΜΕ, την ιστορία, τη λογοτεχνία, ακόμα και την αυτοεθνογραφία, καθιστά την ανάγνωση απολαυστική και γόνιμη. Η δυναμική της ressentiment Ας επιστρέψουμε στη ressentiment. Σε πολλά έργα κοινωνικής φιλοσοφίας και κοινωνικής θεωρίας η κεντρική έννοια με την οποία αναμετράται ο συγγραφέας αντιδιαστέλλεται με κάτι άλλο που είναι συνήθως μία λίγο-πολύ καθιερωμένη έννοια (π.χ., η έννοια της προόδου ως αντιδιαστολή της παλινδρόμησης στη Ραχέλ Γιέγκι· ο συντονισμός στον Χάρτμουτ Ρόζα ως το διαλεκτικό άλλο της αλλοτρίωσης· η ενικότητα και η οικουμενικότητα στον Αντρέας Ρέκβιτς· η αναγνώριση και η πραγμοποίηση στον Αξελ Χόνετ κ.ο.κ.). Ο Δεμερτζής επιλέγει να αντιπαραβάλει τις πολιτικές της συγχώρεσης στις πολιτικές της ressentiment. Η ανισομέρεια που προκύπτει δεν οφείλεται μόνο στη χρόνια ενασχόληση του συγγραφέα με το δεύτερο σκέλος, αλλά και με την ισχνή παρουσία πολιτικών της συγχώρεσης (πολύ δε περισσότερο της «δύσκολης συγχώρεσης») στις επιτρεπτικές και μετασυναισθηματικές δυτικές δημοκρατίες. Η επιλογή του συγγραφέα να αφήσει τον όρο της ressentiment αμετάφραστο τεκμηριώνεται από τον ίδιο, οπότε δεν θα σταθώ εδώ. Αξίζει όμως να ειπωθεί ότι κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με τη μεταφραστική του έξη, την οποία άλλωστε έχει εξασκήσει σε αρκετές και διαφορετικές περιπτώσεις. Όπως και η αγανάκτηση (resentment), η ressentiment είναι ένα ηθικό συναίσθημα που προκαλείται από αντιληπτές αδικίες, προσβολές και αδικοπραγίες. Σε αντίθεση όμως με την αγανάκτηση, δεν είναι βραχύβια. Αντιθέτως παρατείνεται, αναβιώνοντας μια καταπιεσμένη εκδικητικότητα και οδηγώντας σταδιακά σε μια διαδικασία μεταξίωσης που είναι κρίσιμης σημασίας για τις πολιτικές δυναμικές σε συνθήκες πόλωσης και ακραίων ανισοτήτων. Στις τραυματογόνες κοινωνίες του ύστερου καπιταλισμού, το κοινωνικά μπλοκαρισμένο πένθος, η ανεπιτυχής επεξεργασία του συλλογικού και ατομικού τραύματος είναι άμεσα συνυφασμένα με την εκκόλαψη πολιτικών της ressentiment και αυτό το δείχνει πολύ καλά το βιβλίο, που, από αυτή την άποψη, συνιστά απαράκαμπτη αναφορά στην εγχώρια εργογραφία περί τραύματος και μνήμης. Αυτό που θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον και λείπει από τον σημερινό ορίζοντα της έρευνας για την πολιτική κοινωνιολογία της συγκίνησης, τουλάχιστον στην Ελλάδα, είναι μια πολιτική της χειραφέτησης, κοινωνικής και ταξικής, που ξετυλίγεται όμως σε ένα έδαφος όπου συνυπάρχουν τόσο οι δυναμικές της δίκαιης οργής και της ηθικής αγανάκτησης όσο και οι δυναμικές της δύσκολης συγχώρεσης, της παραδειγματικής μνήμης και της διαλογικής ανάμνησης. Όμως τούτη την απουσία δεν θα την προσέχαμε, αν έλειπαν έργα όπως αυτό.
*O κ. Γιώργος Μπιθυμήτρης είναι κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών.
*Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" (23/8/2026).
Eίχα την τύχη να γνωρίσω, από τα παιδικά μου χρόνια, έναν από τους σημαντικότερους διανοούμενους της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, καθώς τον συνέδεε μακροχρόνια φιλία με τους γονείς μου. Μετέπειτα, ως φοιτήτριά του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το αποτύπωμα των διαλέξεών του υπήρξε βαθύ και διαχρονικό, καθώς είχε το σπάνιο χάρισμα να σε οδηγεί κάθε φορά σε μια ουσιαστική διαδικασία κριτικού αναστοχασμού. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά να δηλώνει στο αμφιθέατρο του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης: «Δεν υπάρχει Πολιτική Επιστήμη», κλονίζοντας τις μέχρι τότε βεβαιότητές μου (αυτή ήταν, προφανέστατα, και η πρόθεσή του). Ο ίδιος εννοούσε βέβαια ότι η γνώση είναι ενιαία και η εξειδίκευση σε επιμέρους επιστημονικά πεδία αποτελεί φαινόμενο της νεωτερικότητας. Το έργο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στα όρια ενός και μόνο επιστημονικού πεδίου. Ανήκε σε εκείνους τους σπάνιους διανοούμενους μιας παλαιότερης γενιάς που, με το ξεχωριστό βάθος και εύρος των γνώσεών τους και τη σφαιρικότητα της οπτικής τους, προχωρούσαν σε μια κριτική σύνθεση της ιστορίας με την κοινωνιολογία, την πολιτική επιστήμη και τη μελέτη της οικονομίας. Ο Τσουκαλάς στο έργο του υιοθέτησε μια μακροσκοπική οπτική, διερευνώντας τη συγκρότηση και τον μετασχηματισμό των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών δομών στην Ελλάδα και, κυρίως, τις σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ τους. Στα βιβλία του «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922)», «Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος», «Κράτος, Κοινωνία, Εργασία» είναι εμφανείς οι μαρξιστικές καταβολές της θεωρητικής του σκέψης, καθώς και οι επιρροές που δέχθηκε από τη «θεωρία της εξάρτησης». Ποτέ, όμως, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς δεν υιοθέτησε μια εύκολη και μηχανιστική μεταφορά στην ελληνική κοινωνία θεωριών που είχαν. Η τελική αποτίμηση του έργου αυτού, που είναι τεράστιο, πολυσχιδές και καταλυτικό για την ιστορία της σύγχρονης σκέψης, θα αρμόζει. Ο κ. Στάθης Γουργουρής είναι καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας και Κοινωνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης. διαμορφωθεί διεθνώς. Αντίθετα, έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ειδικό εθνικό, ιστορικό, και κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, προχωρώντας σε νέες θεωρητικές επεξεργασίες και νέα εννοιολογικά εργαλεία (π.χ. η έννοια της «πολυσθένειας»). Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ανήκε σε μια πολιτική γενιά που γαλουχήθηκε μέσα στην πολιτική κουλτούρα του Μάη του '68 και, κατά συνέπεια, στην ισχυρή πεποίθηση ότι η υφιστάμενη κοινωνία μπορεί να αλλάξει. Μπορεί οι πρόσφατες παγκόσμιες εξελίξεις να κλόνιζαν την αισιοδοξία του, ωστόσο εκείνος διατηρούσε την ελπίδα του, πιστεύοντας ότι το μέλλον παραμένει πάντα ανοιχτό. Θα ήθελα να κλείσω αυτό το σύντομο κείμενο με μια πιο προσωπική αναφορά. Γιατί, πέρα από όλες τις άλλες διαστάσεις της προσωπικότητάς του, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς που γνώρισα παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος βαθιά και συγκινητικά ανθρώπινος.
*Η κ. Μαριλένα Σημίτη είναι Kαθηγήτρια Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιά.
*Το άρθρο περιλαμβάνεται στο Αφιέρωμα του "Βήματος της Κυριακής" (23/8/2026) με τίτλο: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026) - «Αποχαιρετισμός σε έναν σπάνιο διανοούμενο».
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι αναμφίβολα ένας από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές της Μεταπολίτευσης. Η επίδρασή του στην κοινωνική επιστήμη και το δημόσιο διάλογο είχε ταυτοχρόνως βάθος, πρωτοτυπία και ισχυρό κριτικό αποτύπωμα. Η επιδραστικότητα του Τσουκαλά δεν κατασκευάστηκε στην εποχή των social media ούτε ανατροφοδοτήθηκε από αυτά. Ήταν το ίδιο το έργο του που τον έκανε όχι απλά σημαντικό, αλλά προσδιοριστικό για τις γενιές της Μεταπολίτευσης που επιστημονικά και ερευνητικά γαλουχηθήκαμε μέσα από αυτό. Γνωρίζω καλύτερα το έργο της πρώτης περιόδου του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Με μεγάλη ταπεινότητα θα πω ότι το θεωρώ σπουδαίο. Όχι μόνο το «Εξάρτηση και Αναπαραγωγή», αλλά ασφαλώς και τα «Κοινωνική Ανάπτυξη και Κράτος» και «Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη Μεταπολεμική Ελλάδα» ανήκουν στα opera magna της κοινωνικής επιστήμης στην Ελλάδα. Με εστίαση στο μέρος αυτό του έργου του, αρκετοί θεωρούν ότι ο Τσουκαλάς εξετάζει τη διαλεκτική «ανάπτυξης» και «εξάρτησης» του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στο πλαίσιο ενός μοντέλου σχέσεων «κέντρου-περιφέρειας». Παρότι ο Τσουκαλάς συνομιλεί με αυτές τις διεθνείς συ Ζητήσεις, το έργο του είναι πολύ πιο εκλεπτυσμένο και σύνθετο, καθώς μελέτησε τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό περισσότερο κριτικά και πολύπλευρα σε σύγκριση με την οπτική γωνία της διάδρασης εξωγενών και ενδογενών παραγόντων. Ο Τσουκαλάς ανάδειξε τη συνθετότητα αυτών των παραγόντων κοντράροντας τις βολικές αντιλήψεις της αντανάκλασης και τα καθιερωμένα σχήματα της dependencia που ήταν δημοφιλή ιδίως στους κύκλους των αριστερών διανοουμένων. Η κοινωνιολογική μέθοδος του Τσουκαλά έχει συστηματικό ιστορικο-πολιτικό υπόβαθρο, που σε συνδυασμό με την οξυδέρκεια και αναλυτικότητά του μπόρεσε να διαπιστώσει συνέχειες παρά τις μεγάλες ρήξεις, καθώς και την πολυσημία των κοινωνικών εντάξεων, που συνόδευσαν όχι μόνο την ίδρυση του ελληνικού κράτους και τη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων, αλλά και τον μετασχηματισμό τους μέσα στον χρόνο.
*Η κ. Βασιλική Γεωργιάδου είναι Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Διευθύντρια και Πρόεδρος του ΔΣ του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ).
*Το άρθρο περιλαμβάνεται στο Αφιέρωμα του "Βήματος της Κυριακής" (23/8/2026) με τίτλο: Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (1937-2026) - «Αποχαιρετισμός σε έναν σπάνιο διανοούμενο».
Τριάντα (30) Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών (ΟΚοιΠ), καθώς και πολίτες, ανέλαβαν την πρωτοβουλία ενεργού συντονισμού με σκοπό την υπεράσπιση της Δημοκρατίας – αναπόσπαστο και καθοριστικό τμήμα της οποίας είναι η κοινωνία πολιτών και ο εθελοντισμός – με τη δημιουργία της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών για τη Δημοκρατία. Στη ΣΥΜΜΑΧΙΑ αναγνωρίζουμε τον μείζονα ρόλο που οι ΟΚοιΠ έχουν, μέσα από το έργο αλλά και μέσα από τον λόγο τους, στην υπεράσπιση της Δημοκρατίας, της οποίας αποτελούν ανεξάρτητη και ισότιμη λειτουργία, διότι εμπλουτίζουν με την αδιαμεσολάβητη αμεσότητά τους, τη βραδεία και δυσλειτουργική πολλές φορές αντιπροσωπευτικότητα πολλών άλλων θεσμών της. Γι’ αυτό, προτεραιότητα της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ μαζί με την υπεράσπιση της Δημοκρατίας είναι και η υπεράσπιση της Κοινωνίας των Πολιτών (ΚτΠ) η οποία επίσης βάλλεται σήμερα, συχνά με τρόπο οριζόντιο και γενικευμένο.
Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ δεν είναι ένα αντιπροσωπευτικό σχήμα των Οργανώσεων που τη συγκροτούν, δεν τις υποκαθιστά ούτε τις εκπροσωπεί, δεν διεκδικεί, δεν διαμεσολαβεί, ούτε διαχειρίζεται οικονομικούς πόρους. Υποχρέωση της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ είναι η προάσπιση της δυνατότητάς των ΟΚοιΠ να εκφράζονται και να δρουν απρόσκοπτα, εφόσον δεν παραβιάζουν τους νόμους και την αρχή της μη-βίας. Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ αποτελεί μια πλατφόρμα συνεννόησης πάνω στους σκοπούς για τους οποίους συγκροτήθηκε. Η ΣΥΜΜΑΧΙΑ είναι κυρίως μια απόφαση συγκρότησης και δράσης Οργανώσεων και πολιτών με ενδιαφέρον και διαχρονική και αναγνωρισμένη δράση στο πεδίο της κοινωνίας πολιτών, που αγωνιούν για τη συρρίκνωση της Δημοκρατίας, αλλά και της ίδιας της ΚτΠ και θέλουν να συμβάλουν στην ενίσχυση της, στον βαθμό που τους αναλογεί.
Οι σκοποί της ΣΥΜΜΑΧΙΑΣ θα επιδιώκονται με εκδηλώσεις, τοπικές Συναντήσεις Δημοκρατίας ιδιαίτερα στις ελληνικές περιφέρειες, αποδόμηση ολοκληρωτικών αφηγήσεων με εκπαιδευτικό χαρακτήρα και προαγωγή της πολιτειακής παιδείας, τοποθετήσεις σε επίκαιρα ζητήματα προάσπισης της Δημοκρατίας, ή της ίδιας της κοινωνίας πολιτών και των οργανώσεων της. Ακολουθούν, η Διακήρυξη, οι οργανώσεις και οι πολίτες που αρχικώς υπογράφουν, απευθύνοντας πρόσκληση ενεργού συντονισμού σε όσους, πολίτες και οργανώσεις, μοιράζονται ανάλογες ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Ήλθε η ώρα να αναλάβουμε δράση.
Διακήρυξη: ΣΥΜΜΑΧΙΑ Οργανώσεων Κοινωνίας Πολιτών για τη Δημοκρατία
Α. Οι επιθέσεις εναντίον της κοινωνίας πολιτών αυξάνονται παντού στον κόσμο. Τόσο στις δημοκρατίες ―πλήρεις ή ελλιπείς― όσο και στα αυταρχικά και δικτατορικά κράτη. Με κανονιστικούς περιορισμούς, με περικοπή πόρων, με δυσφήμηση, με απόρριψη, αλλά και με βίαιες επιθέσεις και άλλους τρόπους. Η ελευθερία της έκφρασης απειλείται, η επιστημονική έρευνα απαξιώνεται, η δημιουργικότητα εμποδίζεται, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναπαράγουν ανευθυνότητα, δημιουργείται μια κουλτούρα ομηρείας της δημόσιας σφαίρας. Τα αυταρχικά καθεστώτα εκμεταλλεύονται εκφάνσεις της Δημοκρατίας και ιδιαίτερα της τεχνολογίας για να επεκτείνουν τον ολοκληρωτικό έλεγχό τους επί της κοινωνίας. Η κοινωνία πολιτών όμως παραμένει δυνατή. Οι ΟΚοιΠ προσφέρουν ένα θετικό πρότυπο σε όλη την κοινωνία.
Β. Η Δημοκρατία έχει δύο πυλώνες: (α) τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και (β) τις πολλές μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας που εκδηλώνεται κυρίως μέσω της κοινωνίας πολιτών. Όταν η Δημοκρατία υποχωρεί, διαβρώνεται το έδαφος στο οποίο ευδοκιμεί η κοινωνία πολιτών. Είναι όμως η κοινωνία πολιτών που αναδεικνύει ως κυρίαρχη αξία τον άνθρωπο, τα δικαιώματα και την προστασία του περιβάλλοντος. Γι’ αυτό σήμερα παράλληλα με τις επιδιώξεις κάθε οργάνωσης, δημιουργείται το πρόσθετο καθήκον της υπεράσπισης της Δημοκρατίας μας. Η πολιτειακή παιδεία και η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, αποτελούν το ποιοτικό οξυγόνο και τη βαθιά αναπνοή της Δημοκρατίας συνολικά.
Γ. Ήλθε η ώρα να αναλάβουμε δράση. Ο παραδοσιακός και πάντα επίκαιρος ρόλος των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών, είναι να υπερασπίζονται με ακεραιότητα τους σκοπούς τους, όσο και την ίδια τη θεσμικά κατοχυρωμένη θέση της ίδιας της κοινωνίας πολιτών. Επιπλέον, σήμερα ο ρόλος αυτός διευρύνεται, ώστε να συμπεριλάβει και την υπεράσπιση του δημοκρατικού πλαισίου εντός του οποίου αναπτύχθηκε. Υπό την προϋπόθεση του σεβασμού του κράτους δικαίου και της αρχής της μη βίας. Η έκφραση όλων των απόψεων, προτεραιοτήτων και ειδών οργανώσεων πρέπει να ενθαρρύνεται και να μην αποδοκιμάζεται στο όνομα της Δημοκρατίας. Η φανερή ή υποκρυπτόμενη εναντίωση στα θεμέλια της Δημοκρατίας δεν έχει θέση. Συμπληρώνουμε το κράτος, ασκούμε έλεγχο, προτείνουμε. Έχει ηθικά το δικαίωμα να ασκεί κριτική εκείνος που έχει το σθένος να βοηθά. Μια ΣΥΜΜΑΧΙΑ για τη Δημοκρατία είναι μια δέσμευση επαγρύπνησης, ένα παράδειγμα και μια συμφωνία για τη νέα συναίνεση (μεταξύ οργανώσεων και ανάμεσα στις οργανώσεις και την πολιτική) και για την ενδυνάμωση των πολιτών και των ενώσεων πολιτών.
Οι υπογράφουσες Οργανώσεις Κοινωνίας Πολιτών και οι πολίτες δηλώνουμε τη δέσμευση μας να υποστηρίξουμε τη διακήρυξη αυτή και απευθύνουμε μια ανοιχτή πρόσκληση ενεργού συντονισμού.
Οργανώσεις Κοινωνίας Πολιτών
Φυσικά πρόσωπα