Τρίτη, 12 Νοέμβριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Με ποιες χώρες μοιάζει η Ελλάδα;

Τα έθνη είναι σαν τους ενήλικους ανθρώπους. Ο λόγος δε που μερικοί ενήλικοι μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους δεν είναι επειδή ζουν στην ίδια γειτονιά ή εργάζονται στο ίδιο επαγγελματικό περιβάλλον. Είναι διότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν υπήρξαν σχετικά κοινές με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν παρόμοιους ατομικούς χαρακτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, εξαιτίας της διαφορετικής ιστορικής πορείας που ακολούθησε η Ελλάδα από τα όμορά της βαλκανικά έθνη και την Τουρκία κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, οι μεταξύ τους διαφορές είναι συχνά εντονότερες από τις επιμέρους ομοιότητες. Σημαντικές ανομοιότητες επίσης υπήρξαν ανέκαθεν, και συνεχίζουν να υπάρχουν, ανάμεσα στην Ελλάδα και στις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες – και τούτο παρά την κοινή τους συμμετοχή σε διάφορους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ. Ακόμη και με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία), με τις οποίες η Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες, οι διαφορές φαίνεται να υπερισχύουν, πράγμα που άλλωστε φάνηκε καθαρά από τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα στάθηκε απέναντι στην οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας.

Ωστόσο η σύγχρονη Ελλάδα κάθε άλλο παρά αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα, όπως συχνά μας αρέσει να πιστεύουμε. Η διαδρομή που ακολούθησε η χώρα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες παρουσιάζει μεγάλη συγχρονία και εντυπωσιακή ομοιότητα με τις διαδρομές που ακολούθησαν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Παρακολουθήστε επί τροχάδην:

Οπως η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα επαναστάτησε για την ανεξαρτησία της στις αρχές του 19ου αιώνα, το ίδιο έπραξαν ταυτοχρόνως και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, επίσης επηρεασμένες από τη γαλλική και την αμερικανική επανάσταση. Η αρχή έγινε το 1810 στο Μεξικό και διήρκεσε μέχρι το 1825, όταν η Βολιβία και η Ουρουγουάη απελευθερώθηκαν τελευταίες από την ισπανική αποικιοκρατία. Η πιο σημαντική χρονιά ήταν το 1821. Τότε, επτά χώρες της περιοχής απέκτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία: η Κόστα Ρίκα, η Δομινικανή Δημοκρατία, η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Νικαράγουα, ο Παναμάς και το Περού. Η Βραζιλία, πρώην πορτογαλική αποικία, έγινε ανεξάρτητο κράτος με αναίμακτο τρόπο το 1820.

Όπως το νεοσσό ανεξάρτητο αλλά ανίσχυρο βασίλειο της Ελλάδας βρέθηκε αμέσως σε θέση πλήρους οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, έτσι και τα νεαρά έθνη της Λατινικής Αμερικής δεν μπόρεσαν να αποφύγουν παρόμοιες σχέσεις εξάρτησης από χώρες με ιμπεριαλιστικές βλέψεις, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς η οικοδόμηση εθνικών κρατών απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους για στρατό, διοίκηση, εκπαίδευση και οικονομική ανάπτυξη, όλες οι χώρες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε εξωτερικό δανεισμό που σύντομα κατέληξε σε σχεδόν πλήρη οικονομική εξάρτηση.

Οπως στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα, το οποίο όμως διέθετε έναν μικρό πυρήνα αστών με φιλελεύθερες ιδέες φερμένες από τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ολιγάριθμες αστικές ελίτ μετέφεραν τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό, με έντονη ωστόσο δόση εθνικισμού, στις δικές τους χώρες. Παντού σχεδόν τα νεαρά έθνη καθιέρωσαν δημοκρατικά συντάγματα εμπνευσμένα από το φιλελεύθερο πνεύμα των συνταγμάτων της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισπανίας. Παντού, επίσης, ο στρατός επενέβη ενεργά στην πολιτική και συχνά στρατιωτικοί αξιωματούχοι εξελίχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς ηγέτες.

Οπως στην Ελλάδα, όπου, προς τις αρχές του 20ού αιώνα, το πολιτικό σύστημα είχε ήδη διαιρεθεί ανάμεσα σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δημιουργήθηκαν οι παρατάξεις των Συντηρητικών, με στόχο τη διατήρηση της παραδοσιακής κοινωνικής ιεραρχίας με την ευλογία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και των Φιλελευθέρων, που επιδίωκαν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των χωρών τους στην παγκόσμια αγορά. Πολύ συχνά, όμως, όταν καμία παράταξη δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις αγροτικές μάζες, το αποτέλεσμα ήταν ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός. Το ελληνικό Κιλελέρ ήταν το αντίστοιχο των επαναστατημένων Πάντσο Βίλα και Εμιλιάνο Ζαπάτα στο Μεξικό.

Οπως η μεταπολεμική Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ενωση, έτσι και η Λατινική Αμερική υποχρεώθηκε να ενταχθεί στο παγκόσμιο αντικομμουνιστικό μπλοκ και μάλιστα για παρόμοιους λόγους: η μεν Ελλάδα αποτελούσε τον προμαχώνα της Δύσης στα Βαλκάνια ενώ η δημιουργία μιας δεύτερης Κούβας στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου έπρεπε οπωσδήποτε να αποκλειστεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας με την υποστήριξη των ΗΠΑ ήταν η μόνη λύση. Και αυτό ακριβώς συνέβη στις δεκαετίες του '60 και του '70, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αργεντινή, στη Χιλή, στη Βραζιλία, στη Βολιβία, στον Ισημερινό, στον Παναμά, στο Περού και στην Ουρουγουάη.

Οπως στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης άνθησε ο λαϊκισμός, έτσι και στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής λαϊκιστές ηγέτες, τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, μπόρεσαν να κινητοποιήσουν τους λαούς υποσχόμενοι κοινωνική ισότητα και οικονομική ευημερία μέσω πελατειακών εξυπηρετήσεων και αυθαίρετων παρεμβάσεων στη συνταγματική νομιμότητα. Σε όλες τις περιπτώσεις επικράτησαν χαρισματικοί ηγέτες που, επικεφαλής προσωπικών κομμάτων, έφτασαν στην εξουσία και κατόπιν τη διατήρησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου έχει το αντίστοιχό της στις περιπτώσεις των Χουάν Περόν στην Αργεντινή, Αλμπέρτο Φουτζιμόρι στο Περού, Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, Ραφαέλ Κορέα στον Ισημερινό.

Οπως η Ελλάδα, που τους δύο τελευταίους αιώνες ταλαιπωρείται από περιοδικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες, όχι σπάνια, οδηγούν σε κρατική χρεοκοπία, έτσι και οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής κάνουν πρωταθλητισμό σε αθετήσεις πληρωμών χρέους και αναγκαστικής προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι χρεοκοπίες της Αργεντινής (2001) και της Ελλάδας (2015) είναι απλώς τα πιο πρόσφατα επεισόδια μιας μακράς αλυσίδας μεγάλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων που ξεκινούν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών σε Ελλάδα και Λατινική Αμερική και φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας.

Με τόσες ομοιότητες που παρουσιάζει με τα έθνη της Λατινικής Αμερικής, η νεότερη ελληνική ιστορία κάθε άλλο παρά ως ιδιαιτερότητα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Το μόνο πραγματικό παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ιστορικής εξέλιξης που πήραν οι χώρες μιας μακρινής και άγνωστης ηπείρου, παρά ένα από τα μονοπάτια που ακολούθησαν τα κοντινότερα και περισσότερο γνωστά μας ευρωπαϊκά έθνη.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/11/2019. 

Μιλώντας για υγιεινή και ασφάλεια εργασίας - το 2019

Ήταν πριν 30 περίπου χρόνια, όταν με προτροπή-πίεση των του συστήματος Βρυξελλών είχε αναδυθεί στην Ελλάδα η από κοινού δραστηριοποίηση των συνδικάτων και των εργοδοτικών οργανώσεων (ως «κοινωνικών εταίρων», όρος που τότε ξεκινούσε να χρησιμοποιείται ευρύτερα) στα θέματα υγιεινής και ασφάλειας των εργαζόμενων. Στον ΣΕΒ, είχε φέρει αυτήν την προβληματική ο Νίκος Αναλυτής στο τέλος της Προεδρίας Θ. Παπαλεξόπουλου και την φάση Στ. Αργυρού.. στην ΓΣΕΕ ο Γ. Ραυτόπουλος και Λάμπρος Κανελλόπουλος. Όμως η στήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής - δίπλα και στην αναβάθμιση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής - στήριξη που δεν ήταν μόνον οικονομική αλλά και οργανωτική/ «εμπνευστική» στο να πάει ο κοινωνικός διάλογος παραπέρα, είχε σταθεί αποφασιστικής σημασίας. Ήταν, ας θυμηθούμε, εποχή Βάσως Παπανδρέου ως Επιτρόπου για Απασχόληση, Εργασιακές Σχέσεις, Ανθρώπινο Δυναμικό και Κοινωνικά Θέματα, σε φόντο της συνολικής προσέγγισης Ζακ Ντελόρ που «αγκάλιαζε» την Ελλάδα σε φόντο Ευρωπαϊκής νέας κοινωνικής πορείας.
Η τότε δραστηριοποίηση των κοινωνικών εταίρων στο ζήτημα αυτό έφερε ή/και στήριξε στην εφαρμογή ενός ολόκληρου πλέγματος νομοθετικών πρωτοβουλιών που κάλυψε όλη την δεκαετία του ΄90 - πάλι παράλληλα στην Ευρωπαϊκή εξέλιξη - κυρίως όμως οδήγησε σε ουσιαστική ευαισθητοποίηση στα ζητήματα υγιεινής και ασφάλειας, των μεγάλων αλλά και μεσαίων-προς-μεγάλων Ελληνικών επιχειρήσεων. Και σε αισθητή αλλαγή νοοτροπίας - όχι γενικευμένη, αλλά αρκετά ευρεία. Αυτή η κατάσταση οδήγησε τα πράγματα μέχρι την κρίση, δηλαδή μέχρι πριν μια δεκαετία. Με ωρίμανση και του κανονιστικού περιβάλλοντος, με προσπάθεια να λειτουργήσουν και ελεγκτικοί μηχανισμοί που, ωστόσο, Ελλάδα είμαστε!, περιορισμένα πέτυχαν διάχυση της μέριμνας (και αποτέλεσμα...) στον κορμό της Ελληνικής οικονομίας , που είναι και θα παραμείνει η μικρομεσαία επιχείρηση. Εδώ, τα πράγματα έμειναν εν πολλοίς σε κάτι που ευγενικά λέγεται αυτορρύθμιση (όσες διαδικασίες πιστοποίησης υπευθύνων ασφάλειας ή/και πρόσβασης σε γιατρό εργασίας και αν θεσπίζονταν).
Όμως, στο ίδιο διάστημα προέκυψε και μια άλλη αλλαγή. Βαρύτερη. Ουσιαστικότερη. Είναι η αλλαγή της ίδιας της εργασίας, του τρόπου και των συνθηκών και του περιεχομένου της εργασίας. Η εργασία με οθόνη, η συνεχής διαθεσιμότητα των ψηφιακά εργαζομένων, η ψηφιοποίηση και οι απαιτήσεις της, η διατάραξη της οικογενειακής ζωής, η επέκταση (ή μάλλον η κατάργηση...) των ωραρίων, η έννοια του νοητικού φόρτου και η εγγενής εντατικοποίηση της on-line παροχής εργασίας - όλα αυτά, άλλαξαν και θα συνεχίσουν να αλλάζουν όλο και ταχύτερα την ίδια την φύση της εργασίας. Άρα και τις επιπτώσεις στην υγεία, άρα και την συζήτηση για τους κινδύνους - από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα και την έκθεση στην ακτινοβολία της οθόνης μέχρι τις διαταραχές προσοχής ή το άγχος από την διεπαφή ανθρώπου-μηχανής, αύριο από την πραγματικότητα της τεχνητής νοημοσύνης.
Είναι λοιπόν εξαιρετικά ενθαρρυντικό ότι το ΕΛΙΝΥΑΕ - το Ινστιτούτο Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας, που είχε ιδρυθεί το 1992 από κοινή πρωτοβουλία ΣΕΒ και ΓΣΕΕ, τώρα συγκεντρώνει και ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ, ΣΕΠΕ - ξαναπιάνει το νήμα και ξεκινά νέο γύρο ευαισθητοποίησης στα θέματα αυτά.
Αυτήν την επανεκκίνηση που επιχειρεί, τώρα, το ΕΛΙΝΥΑΕ την τροφοδοτεί με σειρά ερευνών οι οποίες δίνουν πρώτη ύλη στην εκστρατεία ευαισθητοποίησης που δρομολογεί. Από την προσέγγιση της ηλικιακής πτυχής της συζήτησης - την τελευταία 15ετία , η μέση ηλικία του πληθυσμού μεγάλωσε κατά 4 χρόνια και αυτή η διαφορά παίζει ρόλο στην πρόσληψη του χώρου εργασίας και των κινδύνων του - μέχρι την συσχέτιση της νοοτροπίας πρόληψης στην εργασία με την ανάπτυξη αντίστοιχης στο σπίτι/στην οικογένεια (ποιος έχει πυροσβεστήρα στο σπίτι του; ποιος συντηρημένο πυροσβεστήρα; ποιος ξέρει να σβήνει φωτιά από λάδι, τι από ηλεκτρικό βραχυκύκλωμα;), η συζήτηση αυτή έχει ευρύτατο πεδίο να καλύψει. Κυρίως όμως, οι προσβολές της υγείας «νέας εποχής», η συνειδητοποίηση του στρες και των συνεπακολούθων του θα επιχειρηθεί να έρθουν στο προσκήνιο.
Διήμερο Συνέδριο - 18/19 Νοεμβρίου, στο Μέγαρο Μουσικής, με πολλές ξένες συνεργασίες στην τομή ακαδημαϊκής προσέγγισης, έρευνας και εμπειριών των επιχειρήσεων - θα επιχειρήσει όχι μόνο να ανοίξει την συζήτηση, αλλά και να καταστήσει γνωστές νέες μεθόδους προστασίας. Από τους εξ αποστάσεως ελέγχους μέχρι την ανάπτυξη «έξυπνων μέσων» προστασίας με αποτέλεσμα, νέες τεχνολογίες και μέθοδοι στην υπηρεσία μιας κινητοποίησης που επανέρχεται. Και που είναι απαραίτητο, αυτή την φορά, να ριζώσει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 8/11/2019. 

Ο ύστερος λαϊκισμός

Ο λαϊκισμός, όπως οι βασικότερες έννοιες στις κοινωνικές επιστήμες, έχει έναν πολυσημικό χαρακτήρα. Για αυτόν τον λόγο είναι σχεδόν αδύνατο να αναλύσει κανείς το φαινόμενο εν γένει, δηλαδή χωρίς να το εντάξει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο: γεωγραφικό (οι Ναρόντνικοι στην Ρωσία, οι λαϊκιστές τύπου Περόν στην Λατινική Αμερική), θεσμικό (θρησκευτικό, πολιτικό, πολιτισμικό), χρονικό (προνεωτερικό, πρώιμο νεωτερικό, υστερο-νεωτερικό).

Παγκοσμιοποίηση και ο ύστερος λαϊκισμός

Σε αυτό το κείμενο θα ασχοληθώ με έναν τύπο λαϊκισμού που πήρε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά την περίοδο του ανοίγματος των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80. Άνοιγμα που οδήγησε ραγδαία όχι στην εμφάνιση, αλλά στην κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού. Είναι σε αυτή την περίοδο που το κράτος, αντίθετα με την περίοδο 1945-1975, δεν μπορούσε πια να ελέγξει το κεφάλαιο εντός των εθνικών συνόρων. Κάθε προσπάθεια σοβαρού ελέγχου οδηγούσε τις επενδύσεις σε χώρες όπου η φορολογία ήταν εξαιρετικά χαμηλή και οι κυβερνητικοί ή συνδικαλιστικοί έλεγχοι σχεδόν ανύπαρκτοι. Σε αυτή την περίοδο, ο λαϊκισμός απέκτησε χαρακτηριστικά στον κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό χώρο τα οποία οδήγησαν σε μια κατάσταση που κλιμάκωσε λαϊκιστικά κινήματα και ιδεολογίες (αριστερών και δεξιών) σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε αυτή την περίοδο, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και οι παντοδύναμες πολυεθνικές που κυρίως την χαρακτηρίζουν οδήγησαν πολλές χώρες του κόσμου σε μια ιδιάζουσα κοινωνικοοικονομική, πολιτισμική και μεταναστευτική κρίση. Οι τρεις αυτές αλληλοσυνδεόμενες κρίσεις συγκροτούν σήμερα ένα σύνολο μοναδικό στην ιστορία της νεωτερικότητας.

Οι τρεις κρίσεις

Πιο συγκεκριμένα, στον κοινωνικό χώρο για παράδειγμα, οι ανισότητες εκτινάχτηκαν σε πρωτοφανή επίπεδα. Αφού ένας μικρός αριθμό του παγκόσμιου πληθυσμού (1%) ελέγχει ένα πολύ μεγάλο μέρος του παραγόμενου πλούτου. Επιπλέον, αυτή η τεράστια συγκέντρωση οικονομικών πόρων προσανατολίζεται λιγότερο στον αγροτικό και βιομηχανικό χώρο, και περισσότερο στον υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα. Τομέα όπου τα κέρδη είναι πολύ υψηλά και η φορολογία είναι εύκολο να αποφευχθεί μέσω των φορολογικών παραδείσων και άλλων ημι-παράνομων μέσων.
Στον πολιτισμικό χώρο τώρα, οι κερδισμένοι από το παγκόσμιο άνοιγμα των αγορών αρχίζουν να προσανατολίζονται προς έναν λιγότερο «πατριωτικό» και περισσότερο «κοσμοπολιτικό» τρόπο ζωής (Ulrich Beck, 2006). Ενώ οι χαμένοι αντιμετωπίζουν όχι μόνο μια κοινωνικοοικονομική, αλλά και ταυτοτική κρίση. Αφού η εθνότητα και η εθνική/λαϊκή κουλτούρα υποσκάπτεται.
Υπάρχει βέβαια και η μεταναστευτική/προσφυγική κρίση (κυρίως, αλλά όχι μόνο, στην ΕΕ). Άνθρωποι που η ζωή τους κινδυνεύει από πολέμους ή από την απόλυτη φτώχεια στρέφονται απεγνωσμένα στις πλούσιες, αναπτυγμένες χώρες. Αυτοί που καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια έχουν να αντιμετωπίσουν τους εγχώριους χαμένους από την παγκοσμιοποίηση που βλέπουν την εθνική τους ταυτότητα να απειλείται όχι μόνο από τον κοσμοπολιτισμό εκ των άνω, αλλά και από την πολυπολιτισμικότητα από τα κάτω. Δηλαδή από τις διάφορες κουλτούρες των εισερχόμενων. Κουλτούρες που αλλοιώνουν την «καθαρότητα» της εθνικής κουλτούρας.

Η νέα λαϊκιστική κινητοποίηση

Ο συνδυασμός της κοινωνικοοικονομικής, ταυτοτικής και μεταναστευτικής κρίσης (που εντάθηκε ακόμα περισσότερο με την παγκόσμια κρίση του 2007/8) αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για χαρισματικούς, λαϊκιστές ηγέτες να κινητοποιήσουν τους χαμένους από την άρθρωση των παραπάνω κρίσεων. Έτσι παρατηρούμε την αναζωογόνηση προϋπαρχόντων λαϊκισμών (π.χ. Γαλλία, Ιταλία) και τη δημιουργία ή ραγδαία ανάπτυξη νέων λαϊκιστικών δυνάμεων (από την Σκανδιναβία μέχρι την Γερμανία). Δυνάμεων που στοχεύουν στην αποπαγκοσμιοποίηση, στην επιστροφή της αυτονομίας του κράτους έθνους και στην κατασκευή τειχών που θα εμποδίσουν την είσοδο νέων μεταναστών που, μεταξύ άλλων, θα υποσκάψουν παραπέρα τη δυτική κουλτούρα και τον δυτικό τρόπο ζωής. Βέβαια, και οι τρεις αυτοί στόχοι είναι αδύνατον να υλοποιηθούν. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να αλλάξει χαρακτήρα, αλλά δεν πρόκειται να υποχωρήσει. Η επιστροφή στην αυτονομία του έθνους κράτους είναι εξίσου αδύνατη. Ενώ οι παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές θα συνεχίσουν να εντείνονται. Όλα όμως τα παραπάνω δεν εμποδίζουν ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού να στρέφεται προς τα λαϊκιστικά κόμματα που σήμερα υπόσχονται αλλαγές που είναι αδύνατον να υλοποιηθούν.
Συμπερασματικά, στην ύστερη μεταπολεμική περίοδο ο συνδυασμός των τριών κρίσεων που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο δικαιολογεί τον όρο «ύστερος λαϊκισμός». Γιατί εξηγεί σε έναν σημαντικό βαθμό τη ραγδαία εξάπλωση του φαινομένου και τις αλλαγές σε έναν λαϊκιστικό λόγο που αντιτίθεται συγχρόνως στην παγκοσμιοποίηση, στις ανισότητες και στην πολυπολιτισμικότητα. Είναι ακριβώς αυτός ο συνδυασμός που υποσκάπτει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που πολλοί νόμιζαν πως μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης θα κυριαρχήσει παγκόσμια (Francis Fukuyama, 1992).
Βέβαια, μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως το επίθετο «ύστερος» δεν δικαιολογείται. Αφού και παλαιότεροι λαϊκισμοί βασίζονταν στην εναντίωσή τους στις ανισότητες, στους μετανάστες και στον κοσμοπολιτισμό των ελίτ. Κατά την γνώμη μου όμως το επίθετο «ύστερος» δικαιολογείται γιατί ο συνδυασμός των τριών κρίσεων στον οποίο το άρθρο αναφέρεται έχει άμεση σχέση με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και, πιο συγκεκριμένα, με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών από το τέλος της δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα. Είναι σε αυτό το συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο που παρατηρούμε όχι μόνο ποσοτικές, αλλά και ποιοτικές διαφορές μεταξύ των πριν από την τωρινή παγκοσμιοποίηση λαϊκισμών και τον σημερινό λαϊκισμό που εξαπλώνεται ραγδαία σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, στο επίπεδο της λαϊκιστικής ιδεολογίας οι παλαιοί λαϊκισμοί εστίαζαν στον διαχωρισμό μεταξύ λαού και κατεστημένου. Ενώ ο τωρινός λαϊκισμός δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ταυτοτική και μεταναστευτική κρίση που συνδέονται άμεσα με τον τύπο της παγκοσμιοποίησης που ξεκίνησε στη δεκαετία του 80.
Κλείνοντας, δεν χρειάζεται να τονίσω πως όσο η υπερβολική ελευθερία των αγορών οι οποίες δεν ελέγχονται από παγκόσμιους ισχυρούς πολιτικούς μηχανισμούς, οι τάσεις του ύστερου λαϊκισμού θα εξακολουθούν να εντείνονται.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 2/11/2019. 

Οι δύο όψεις του brain drain

Στα βάθη της κρίσης, μια ταλαντούχα φοιτήτρια που είχε μόλις αποφοιτήσει με επισκέφθηκε στο γραφείο μου. «Ηρθα να σας πω ότι φεύγω για να ψάξω δουλειά στις Βρυξέλλες». «Εχεις κάποια βάση, ξέρεις πού να πας;» τη ρώτησα. «Εχω μια φίλη που σπουδάζει. Θα με φιλοξενήσει όσο χρειάζεται. Εχει έναν καναπέ για να κοιμάμαι».

Παρόμοιες ιστορίες έχουμε ζήσει όσοι διδάσκουμε στο πανεπιστήμιο. Το πρόγραμμα ελληνικής διασποράς της Οξφόρδης εκτιμά ότι περίπου 500.000 Ελληνες μετανάστευσαν από το 2010 (τα δύο τρίτα εργαζόμενοι υψηλών προσόντων), εκ των οποίων μόλις 100.000 έχουν επιστρέψει.

Κανείς δεν φεύγει εάν μπορεί να ευημερήσει στη χώρα του. Φεύγει διότι αντιμετωπίζει περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης, φεύγει διότι τα καθαρά του εισοδήματα δεν εξασφαλίζουν επαρκή ευημερία σε μια κοινωνία ευρέων (ακόμη και μετά την κρίση) μεσοστρωμάτων. Ή φεύγει γιατί απλώς «δεν βγαίνει». Είναι μια άσκηση ελευθερίας ως προϊόν αναγκαιότητας.

Η μαζική «διαρροή εγκεφάλων» είναι απώλεια πολλών δισ. που επένδυσε η χώρα στην εκπαίδευση των γιατρών, μηχανικών, επιστημόνων της. Είναι μείωση της μελλοντικής της παραγωγικής δυνατότητας, και των φόρων και εισφορών που χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος και τις αυριανές συντάξεις. Εάν παγιωθεί, μπορεί να εγκλωβίσει μια οικονομία σε μακροχρόνια αποανάπτυξη και φτώχεια.

Μπορεί το brain drain να μετατραπεί σε ευκαιρία για τη χώρα προέλευσης; Μπορεί, εάν καταφέρει να τους επανεντάξει στο εργατικό της δυναμικό. Το καθαρό όφελος τότε (από την αυξημένη τεχνογνωσία, εξωστρέφεια, δικτύωση) θα υπερβαίνει την ωφέλεια του να μην είχαν φύγει. Αλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, δεν φεύγουν πλήρως: μετακινούνται διαρκώς, παραμένουν συνδεδεμένοι, επιστρέφουν. Η σύγχρονη εργασία ξεπερνά τους περιορισμούς της φυσικής παρουσίας. Μπορείς να γράφεις προγράμματα για ολλανδικές εταιρείες ατενίζοντας το Αιγαίο.

Η απονομή δυνατότητας ψήφου στους Ελληνες του εξωτερικού βοηθά να διατηρηθεί ο ζωτικός δεσμός. Οπως γράφει ο Αντώνης Καμάρας (Books Journal, 6.10.2019) «αυτά που δεν ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που έχουμε τα αποζημιώνει με αυτά που ξέρει για την Ελλάδα που θέλουμε να αποκτήσουμε, καθώς συγκεντρώνεται στις πιο επιτυχημένες χώρες».

Τείνει να μας διαφεύγει η πανευρωπαϊκή κλίμακα του φαινομένου. Ρουμάνοι, Πολωνοί, Πορτογάλοι, Ιταλοί και Βούλγαροι αποτελούν το 50% της ενδοευρωπαϊκής μετανάστευσης. Κάποιοι θα έλεγαν ότι συνιστά μια μαζική μεταβίβαση πόρων από την περιφέρεια προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Η φωτεινή πλευρά της μετανάστευσης (ακριβέστερα: μετακίνησης) στο εσωτερικό της Ε.Ε. είναι ότι συνιστά άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας, χρήση ενός πολύτιμου κεκτημένου της ενιαίας αγοράς και της ιδιότητας του Ευρωπαίου πολίτη. Η κινητικότητα διορθώνει τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης, εξομαλύνει τα υψηλά επίπεδα κυκλικής ανεργίας σε μια χώρα. Αρκεί να μη συνιστά μόνιμη εκροή της «κρέμας» του εργατικού της δυναμικού.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που έσπευσαν να αξιοποιήσουν αυτή την ελευθερία ήταν οι εγκλωβισμένοι σε δεκαετίες στέρησης λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νέοι έφυγαν μαζικά. Η απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου δεν ήταν η μόνη ζημιά. Η μετανάστευση της γενιάς των ανοιχτών συνόρων άφησε πίσω τους νοσταλγούς των παρωχημένων εθνικισμών.

Η ανάκτηση δεν είναι φενάκη. Υστερα από μεγάλη διαρροή εργαζομένων στην κορύφωση της ανεργίας, η Ισπανία ζει τώρα μια θεαματική αύξηση πληθυσμού. Επαναπατρίζεται η γενιά της κρίσης, αλλά και νέοι ισπανόφωνοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική. Μεταξύ άλλων με πλατφόρμες, στο Διαδίκτυο, που συνδέουν εκπατρισμένους Ισπανούς με ισπανικές επιχειρήσεις. Και στοχευμένη προσέλκυση ερευνητών από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Κύριος μοχλός, βέβαια, οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της ισπανικής οικονομίας. Nothing succeeds like success.

Η εσωτερική μετανάστευση στην Ευρώπη είναι μία ακόμη περίπτωση άσκησης ατομικής ελευθερίας που μπορεί να οδηγεί σε αρνητικά (για την εθνική οικονομία) αποτελέσματα. Η απάντηση δεν είναι ούτε να αρνηθούμε την πραγματικότητα (όπως ενίοτε υπαγορεύει ο φιλοευρωπαϊκός μας ζήλος) ούτε να κατηγορούμε τους Γερμανούς και Ολλανδούς ότι μας κλέβουν τους επιστήμονες (όπως πράττουν διάφοροι κήρυκες του εθνικού αναχωρητισμού). Ούτε βέβαια και να περιστείλουμε το πολύτιμο κεκτημένο της ελεύθερης εγκατάστασης στην Ευρώπη. Η απάντηση είναι να αυξήσουμε τις εθνικές δυνατότητες, να δουλέψουμε για να καταστήσουμε την Ελλάδα συνολικά ελκυστικότερη για τα παιδιά της, αλλά και για δημιουργικούς ανθρώπους από άλλες, φτωχότερες χώρες. Και σε επίπεδο Ε.Ε. να συμβάλουμε, μαζί με άλλα κράτη, στην επεξεργασία νέων πολιτικών συνοχής, που θα ενισχύουν τον παραγωγικό δυναμισμό και τη δημογραφική προοπτική της περιφέρειας.

ΥΓ.: Η φοιτήτριά μου κλείνει σύντομα δεκαετία επιτυχούς καριέρας στις Βρυξέλλες.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Καθημερινή" στις 27/10/2019. 

Εκδοχές κανονικότητας

Ωραία λοιπόν: με αναβάθμιση από την Standard&Poor's – σε ΒΒ- από Β, και με σταθερή προοπτική που επιτρέπει προσδοκίες πρόσθετης αναβάθμισης μέσα στο α΄6μηνο του 2020 – μπαίνει η Ελλάδα στην ευθεία της φθινοπωρινής της διαπραγμάτευσης, που προσδοκάται ότι θα την φέρει σε μια θέση ακόμη πλησιέστερα στην «Ευρωπαϊκή κανονικότητα». S&P και Fitch, μας έχουν πλέον τρία κλικ κάτω από την επενδυτική βαθμίδα/investment grade, αλλά και οι αγορές προεξοφλούν ομαλή και επιταχυνόμενη πορεία. Πράγματι, με τις αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου να έχουν αγγίξει το 1,20% (και τα Ιταλικά βέβαια βρίσκονται στο 1%, τα Πορτογαλικά στο 0,2%), με την τελευταία έκδοση/εκ νέου άνοιγμα του 10ετούς στο 1,5% αλλά και με τα εταιρικά ομόλογα να κάνουν πολύ ενδιαφέρουσα πορεία – «πράσινο ομόλογο» της ΤΕΡΝΑ βγήκε με 2,6%, το 5ετές των ΕΛΠΕ με 2% - διαμορφώνεται μια κατάσταση με προοπτικές.
Όμως, το «επεισόδιο διαδρομής» στην ωρίμανση του σχεδιασμού για ξεκοκκίνισμα των ισολογισμών των συστημικών τραπεζών με το Σχέδιο «Ηρακλής» - για μεγάλης έκτασης μείωση των NPLs, όχι με την βήμα-προς-βήμα προσέγγιση των τελευταίων χρόνων... - , ενός σχεδιασμού που στηριζόταν ακριβώς στην δημιουργία περιβάλλοντος χαμηλού κόστους κεφαλαίων και σημαντικής «όρεξης» των αγορών για Ελληνικό κίνδυνο, δείχνει την ανάγκη προσοχής. Υπήρξαν ή όχι επιφυλάξεις του SSM, κι αν ναι γιατί άργησαν να καταγραφούν τόσο, για το zero-risk weight κατά τις τιτλοποιήσεις με βάση την εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου με το χθεσινό/σημερινό/αυριανό credit rating της Ελλάδας; Κι αν ξεπεραστεί αυτό το επεισόδιο – και «πρέπει» να ξεπεραστεί, αφού θα ήταν και για Φρανκφούρτη/Βρυξέλλες επικίνδυνο να μην προχωρήσει ένας σχεδιασμός που ξεκίνησε με σφραγίδα αποδοχής και των δύο – μένει πίσω μια γεύση εκκρεμότητας. Και η εκκρεμότητα ριμάρει άσχημα με την κανονικότητα...
Τι εννοούμε; Ας μείνουμε ακόμη μια στιγμή σε περιβάλλον «Ηρακλή»: όταν επιχειρήθηκε να περάσει ο σχεδιασμός αυτός, με εγγύηση Ελληνικού Δημοσίου κατά 9 δις ευρώ, στο «καλό»/ασφαλές μέρος, την senior tranche των υπό τιτλοποίηση δανείων αλλά χωρίς να υπάρξουν αντιρρήσεις Βρυξελλών για κρατική ενίσχυση, αξιοποιήθηκε στο έπακρο το επιχείρημα ότι με ανάλογη μεθόδευση ξεκίνησε και προχωράει το ξεκοκκίνισμα των Ιταλικών τραπεζών. Όμως, όσο κι αν η Ιταλία βρέθηκε πολύ κοντά σε δικό της αδιέξοδο ανάλογο με των υπολοίπων PIGS – για να θυμηθούμε την απαξιωτική ονομασία των χωρών του Νότου στα πλαίσια της κρίσης χρέους – ποτέ δεν βρέθηκε να λειτουργεί σε μνημονιακό περιβάλλον...
Αφήνοντας κατά μέρος την συζήτηση για το πόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση/στην Ευρωζώνη, «όλα τα ζώα είναι ίσα, όμως ορισμένα είναι πιο ίσα από άλλα», δεν μπορεί πάντως κανείς να παραβλέψει το γεγονός ότι μια χώρα – όπως η Ελλάδα – που έχει περάσει από την υπερενισχυμενη πειθαρχία των Μνημονίων, και βρίσκεται πλέον σε μεταΜνημονιακη μεν, όμως θεσμικά ενισχυμένη παρακολούθηση, συνεχίζει να διαθέτει περιορισμένους βαθμούς ελευθερίας. Ή, να το πούμε αλλιώς, να παρακολουθείται/εποπτεύεται με πιο ισχυρή δόση προσοχής (αν μη καχυποψίας). Ακόμη και για το δικό τους κύρος, οι φορείς Βρυξελλών και Φρανκφούρτης, η μετα-Τρόικα, μένουν πάντα σε επιφυλακή για το φαινόμενο «Ελλάδα». Κινήσεις όπως της αποδοχής πρόωρης εξόφλησης μέρους των δανείων του ΔΝΤ, ή της επιστροφής κερδών ANFAs και SMPs δεν αλλάζουν αυτή την πραγματικότητα.
Καθώς λοιπόν η δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος από πλευράς κόστους χρήματος καλύπτει πλέον, ευθέως, ΚΑΙ την Ελλάδα, εκείνο που προέχει είναι να μην υπάρξουν κραδασμοί διαδρομής. Έτσι, για να μείνουμε στον «Ηρακλή», σημασία έχει να μην υπάρξουν αντανακλαστικά αναστολής: δηλαδή και οι τράπεζες να προσέλθουν με τιτλοποιήσιμα δάνεια σε ύψος που να οδηγεί στην ριζική μείωση του αποθέματος NPLs των 75 δις ευρώ, αλλά και η αγορά να επαληθεύσει την «όρεξη για Ελληνικό κίνδυνο» τώρα, που τα επιτόκια περνούν φάση βύθισης. Μην παραβλέπουμε ότι – σε μια εκδοχή του διλήμματος «η κότα ή το αυγό;» - βασική προϋπόθεση προκειμένου να προχωρήσουν ταχύτερα οι αναβαθμίσεις του Ελληνικού αξιόχρεου είναι ακριβώς... η βελτίωση του περιβάλλοντος κόκκινων δανείων. Βαριά «λεπτομέρεια»: χωρίς να λιώσουν οι κερδοφορίες των τραπεζών. γιατί αλλιώς η πολυπόθητη «χρηματοδότηση της ανάπτυξης» κινδυνεύει να μείνει αυτό: πολυπόθητη.
[Εδώ, μια παρατήρηση: μπορεί οι συστημικές να την πήραν πολύ εύκολα την επιβολή χρεώσεων! Όμως και η εικόνα του νυν Πρωθυπουργού, δίκην Κ. Καραμανλή ή Γερ. Αρσένη, να ορθοτομεί τον λόγον της κοινωνικής ευαισθησίας στους τραπεζίτες άφησε πίσω μια παράξενη αίσθηση. Όπως άλλωστε, και η σταθερή επιδοματική λογική ή πάλιν η κατά προτεραιότητα στήριξη των συνταξιούχων. Αλλ' είπαμε: κανονικότητα].

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" την 1/11/2019. 

Συνέντευξη του Ηλία Μόσιαλου στην εφημερίδα "Ενεργός Πολίτης"

- Κατ' αρχήν είστε υπέρ ή κατά του Brexit;

Είμαι κατά του Brexit κυρίως γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση συγκροτήθηκε για να εξομαλύνει αντιθέσεις μεταξύ παλιών εχθρών και να διαμορφώσει σε βάθος χρόνου μια ισχυρή Ένωση που θα είναι σε θέση να διατηρήσει και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της κάθε χώρας-μέλους. Η Ευρώπη έχει πλέον να ανταγωνισθεί όχι μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και μία νέα υπερδύναμη την Κίνα καθώς και δυνάμεις που αναδύονται όπως η Ινδία, η Βραζιλία, αλλά και σε μερικά χρόνια και άλλες χώρες της Νοτιο-Ανατολικής Ασίας και ακόμη και της Αφρικής. Μόνη της η Βρετανία έχει πολύ μικρό ειδικό βάρος και μικρές διαπραγματευτικές ικανότητες, ενώ στο πλαίσιο της Ε.Ε. θα έπαιζε πρωταγωνιστικό ρόλο.

- Υπάρχουν ομοιότητες με την κατάσταση που έζησε η Ελλάδα το καλοκαίρι του 2015;

Κατά τη γνώμη μου όχι. Στο βρετανικό δημοψήφισμα η διαφορά ήταν οριακή, αλλά ο διχασμός στην κοινωνία παραμένει, ενώ στην Ελλάδα παρότι η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών ψήφισε κατά της συμφωνίας με την Ε.Ε. η αλλαγή στάσης του ΣΥΡΙΖΑ μετά απ' το δημοψήφισμα και οι εκλογές που ακολούθησαν έκλεισαν οριστικά τη συζήτηση για το αν θα πρέπει να είμαστε εντός ή εκτός της νομισματικής ένωσης. Να μην ξεχνάμε βέβαια ότι η Νέα Δημοκρατία στήριξε τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ μετά απ' το δημοψήφισμα.

- Πολλοί παραλληλίζουν τον Βρετανό πρωθυπουργό σαν (με) τον Τσίπρα. Πιστεύετε πως πολιτικά μοιάζουν;

Μιλάμε για δύο χώρες με διαφορετικές πολιτικές παραδόσεις. Στο πλαίσιο αυτό, ο Βρετανός πρωθυπουργός είναι σίγουρα ιδιόμορφη περίπτωση για τα βρετανικά δεδομένα. Ο Αλέξης Τσίπρας πέρασε από μία πολύ γρήγορη φάση πολιτικής ενηλικίωσης και έχει μεγαλύτερο μέλλον απ' ότι ο Μπόρις Τζόνσον. Το ερώτημα βέβαια είναι αν έχει μάθει από τα λάθη της διακυβέρνησής του, έτσι ώστε να ενισχύσει τις θετικές εκδοχές των πολιτικών του.

- Πως βλέπετε την κατάσταση αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα με την ματιά ενός πολιτικού που έπαιξε ρόλο στα δρώμενα της χώρας στο παρελθόν;

Η χώρα πλέον έχει βγει από την κρίση, με πολύ μεγάλες προσπάθειες και θυσίες των Ελλήνων πολιτών. Πάνω από το 80 % της δημοσιονομικής προσαρμογής είχε ήδη γίνει ως τον Δεκέμβριο του 2011, γι' αυτό και ο χώρος της Κεντροαριστεράς πλήρωσε ένα βαρύτατο πολιτικό τίμημα. Χρειάστηκαν 8 χρόνια έκτοτε και 4 διαφορετικές κυβερνήσεις για να ολοκληρωθεί το μικρότερο μέρος της προσαρμογής και να μπει η χώρα σε μια σταθερή πορεία. Είναι ίσως καιρός πλέον να αναρωτηθούμε τι θα μπορούσαμε να είχαμε αποφύγει στη χώρα αν οι πολιτικές δυνάμεις είχαν επιδείξει την ωριμότητα των πολιτικών δυνάμεων της Πορτογαλίας. Θα είχαμε βγει από την κρίση πολύ νωρίτερα και με μικρότερο κόστος.

- Ήταν επιβεβλημένη η αλλαγή κυβέρνησης ή θεωρείτε πως είναι ένα πισωγύρισμα η επανεκλογή της Ν.Δ.;

Το τι είναι επιβεβλημένο ή όχι το κρίνει ο ελληνικός λαός, μέσα από ομαλές εκλογικές διαδικασίες. Η νέα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας είναι η πρώτη μετά απ' το 2009 που δεν θα χρειαστεί να πάρει μέτρα οικονομικής περιστολής, δεν έχει μπροστά της καμία εκλογική διαδικασία την επόμενη τετραετία και ξεκινάει με κλεισμένα ορισμένα από τα πλέον ακανθώδη εθνικά θέματα, όπως το Μακεδονικό. Αντιμετωπίζει βέβαια πιέσεις λόγω του προσφυγικού, που είναι άγνωστο το πώς θα εξελιχθούν. Επομένως, θεωρητικά, διαθέτει όλες τις δυνατότητες να φέρει ένα θετικό αποτέλεσμα, το οποίο το εύχομαι όπως θα το ευχόμουν και για κάθε κυβέρνηση της χώρας μας.

- Το αποτέλεσμα των εκλογών είχε μεγάλο νικητή τη Ν.Δ., τον ΣΥΡΙΖΑ να κρατά ένα πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό παρά το μνημόνιο που πέρασε και να καθίσταται πλέον ο δεύτερος πόλος και το ΚΙΝΑΛ ή ΠΑΣΟΚ αν θέλετε να έχει καθηλωθεί στο 8%; Μπορεί το κόμμα στο οποίο ήσασταν υπουργός, να ξαναμπεί σε τροχιά εξουσίας και αν ναι τι πρέπει να αλλάξει;

Τα θετικά του ΚΙΝΑΛ είναι ότι αύξησε μερικώς το ποσοστό του και έχει συγκρατήσει σημαντικές δυνάμεις στο χώρο των συνδικάτων και της τοπικής αυτοδιοίκησης. Παράλληλα πρέπει να σημειώσουμε ότι διαθέτει και ένα πλούσιο στελεχικό δυναμικό. Αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχει επιρροή και στελέχη στην αυτοδιοίκηση και στα συνδικάτα. Και τα δύο κόμματα όμως, στερούνται πολιτικού αφηγήματος για το μέλλον της χώρας. Το πολιτικό αφήγημα του ΚΙΝΑΛ, που μέχρι στιγμής στηρίζεται στο «ούτε Νέα Δημοκρατία, ούτε ΣΥΡΙΖΑ», όπως και η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να καταλάβει εξ εφόδου το χώρο της δημοκρατικής παράταξης, αποτελούν ασκήσεις πολιτικής γεωγραφίας, αλλά μέχρι στιγμής δεν συμπληρώνονται από προωθητικές προτάσεις για το αύριο της χώρας.

- Βλέπουμε τον Ηλία Μόσιαλο να διαπρέπει ως σύμβουλος σε θέματα υγείας σε χώρες οικονομικούς κολοσσούς. Στην Ελλάδα δεν σας φώναξε κανείς να μεταφέρετε την τεράστια εμπειρία που κουβαλάτε πλέον;

Δεν ισχύει αυτό. Το 1994, με κάλεσαν ο Αντρέας Παπανδρέου και ο τότε υπουργός Υγείας Δημήτρης Κρεμαστινός να συντονίσω μια διεθνή επιτροπή εμπειρογνωμόνων για να επεξεργαστούμε προτάσεις για την αναβάθμιση του ΕΣΥ. Οι προτάσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση σχεδόν όλων των μεταρρυθμίσεων που ακολούθησαν. Το 2000 συνεργάστηκα με τον Αλέκο Παπαδόπουλο και συνέβαλα στη διαμόρφωση των αλλαγών που εισήγαγε, όπως η περιφερειακή διάρθρωση του ΕΣΥ. Δυστυχώς οι μεταρρυθμίσεις δεν ολοκληρώθηκαν, μετά από την αποχώρηση του κ. Παπαδόπουλου από το υπουργείο Υγείας. Η χώρα μας έχει πλέον πολύ αξιόλογα στελέχη στο χώρο της πολιτικής της Υγείας, αλλά δυστυχώς την τελευταία εικοσαετία πολλές επιλογές στις υψηλές διοικητικές θέσεις στο χώρο δεν έγιναν με κριτήρια αποτελεσματικότητας και επάρκειας αλλά επικράτησαν οι προσωπικές και οι κομματικές σχέσεις. Το θετικό είναι ότι υπάρχει ανθρώπινο δυναμικό, που αν αξιοποιηθεί κατάλληλα μπορεί ν' αλλάξει το σύστημα.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα των Τρικάλων "Ενεργός Πολίτης" στις 21/10/2019.

Το ακίνητο σε κίνηση

Κανονικά αυτές τις μέρες τα μάτια είναι προσηλωμένα στο πώς θα (ξανα)αξιολογήσει η S&P την πιστολη-πτική ικανότητα της Ελλάδας μετά και την υποχώρηση των αποδόσεων των Ελληνικών ομολόγων - σχεδόν στο 1,25% το 10ετές, στο 0,5% το 5ετές - και στο πώς θα αρχίσει η ουσιαστική αξιολόγηση του Σχεδίου Προϋπολογισμού 2020 στις Βρυξέλλες, όπου έχει πάντως σημειωθεί η συνέχιση της λογικής των επιδομάτων («carryover αντανακλαστικών από την προηγούμενη Κυβέρνηση» ήταν το σχόλιο), αν και οι προοπτικές είναι ελεγχόμενες.
Μολαταύτα, θα στρέψουμε σήμερα την προσοχή του αναγνώστη σε μια συνολική κίνηση που βρίσκεται σε εξέλιξη. Ο Προϋπολογισμός 2020 ενσωματώνει κάποια στοιχεία της, η προσπάθεια ξεκοκκινίσματος των Τραπεζών ομοίως: Πάντως, η κυρίως κίνηση έρχεται από πιο βαθιά. Ερχόταν ήδη, τώρα επιταχύνει. Αναφε-ρόμαστε στο ακίνητο, στην αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας, στις κατασκευές - ιδίως οικιστικές - , στις επαγγελματικές χρήσεις (από την μετεξέλιξη των τουριστικών καταλυμάτων μέχρι τα κτίρια γραφείων νέας εποχής) στις ανακατασκευές/αναβαθμίσεις.
Πάντα, όταν επανέρχεται στην Ελλάδα η συζήτηση για τα ακίνητα, την οικοδομή - παλιότερα: «το γιαπί» - όλοι θυμούνται την αποστροφή που είχε εισαγάγει στην δημόσια συζήτηση ο Ξενοφών Ζολώτας («ο Καθη-γητής»). Το "quand le batiment va, tout va"/ όταν κινείται θετικά το ακίνητο, όλα προχωρούν στην οικονο-μία. Βέβαια παρόμοιες αναφορές φέρνουν πικρά χαμόγελα, καθώς τόσο τα χρόνια του ΄60 -70 όσο και εκείνα του ΄80-΄90 η οικοδομή όντως απογείωνε την Ελληνική οικονομία (σημείωση: με την επικατάρατη αντι-παροχή στον πυρήνα...), σ' όλο δε το διάστημα ΄80-2006 οι κατασκευές στην υποδομή έφεραν την οικονομία στην νέα της φάση.
«Και ύστερα ήρθαν οι σφήκες». Η προστιθέμενη αξία του κλάδου των κατασκευών πηγε πίσω πάνω από 60% μετά το 2007 - από ένα 9,9% του ΑΕΠ (ευρύτερος κλάδος) η δραστηριότητα έπεσε στο 5,1%, η απασχόληση έπεσε περίπου στο μισό, οι επενδύσεις σε κατοικίες εξαχνώθηκαν (από 24, 8 δις ευρώ το 2007 βρίσκονταν σε 1,1 δις δέκα χρόνια αργότερα...). Κατά 42% υποχώρησαν οι τιμές των διαμερισμάτων - σωρευτικά - στην ίδια περίοδο. κατά 30% οι τιμές των γραφείων και καταστημάτων. Και όλα αυτά, σε μια κλασική εκδήλωση φούσκας που στηρίχθηκε εν πολλοίς - όχι μόνο, όμως - στην πρόσβαση στην χρηματοδότηση τα χρόνια του ευρώ. Ξεκινήσαμε με την σοφία Ζολώτα, όμως μέχρι και την δεκαετία του ΄80 ο δανεισμός για τον τομέα αυτό εθεωρείτο (μνήμες Νομισματικής Επιτροπής...) περίπου «μη-παραγωγή επένδυση». Οπότε, όταν άνοιξαν οι κάνουλες...
Όμως, ήδη, εδώ και δυο χρόνια προκύπτει αρχή αναστροφής της τάσης. Το 2017, υπήρξε ήδη αύξηση του αριθμού οικοδομικών αδειών - κατά σχεδόν 20%: σημαντικό, αν και από εξαιρετικά χαμηλή βάση, ενώ κατά 11% ανέβηκε η οικοδομική δραστηριότητα το α' 5μηνο του 2018. Στο μέτωπο των τιμών τα πράγματα είναι λιγότερο εύκολο να κωδικοποιηθούν, καθώς οι τοπικές και μικρο-τοπικές διαφοροποιήσεις προέχουν. Πά-ντως η τάση γίνεται πάλι ανοδική - και, σε ορισμένες περιοχές του κέντρου των πόλεων έντονα ανοδική, με τις βραχυχρόνιες μισθώσεις τύπου AirBnB να έχουν συμβάλει στην πορεία (μέχρι σημείου να έχουν προκύ-ψει προβλήματα στην «κανονική» αγορά στέγης).
Όπως, δε, προέκυψε και με την 20η Prodexpo που έτρεξε την περασμένη εβδομάδα, βρέθηκαν πλέον να συ-ντονίζονται πολλές παράλληλες τάσεις: η ίδια η λογική του υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου σε λειτουργία, εδώ εξειδικευμένα. οι αστικές αναπλάσεις αλλά και οι εμβληματικές πρωτοβουλίες (από Ελληνικό μέχρι ΔΕΘ και απο Αστέρα μέχρι Πολυτεχνείο/Μουσείο). η ξενοδοχειακή άνθηση που ξεκίνησε ως άμυνα στην κρίση αλλά εξελίσσεται προς διάφορες ιδιαίτερες κατευθύνσεις . η ωρίμανση των Εταιρειών Επενδύσεων Ακίνητης Περιουσίας η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών, μαζί και με την περιβαλλοντική ευαισθησία νέας φάσης . η επαναφορά του επαγγελματικού ακινήτου . η ιδιαίτερη πορεία των logistics, ως μετεξέλιξη των απο-θηκευτικών χώρων, η αργή αλλά υπαρκτή κίνηση στα χαρτοφυλάκια των Τραπεζών . ο αντίστοιχα αργός εξορθολογισμός των φορολογικών επιβαρύνσεων . το ξεπέρασμα - ήδη από την προηγούμενη Κυβέρνηση, όμως τώρα υποτίθεται λιγότερο ιδειολογικοποιημένα - των αναστολών στην αξιοποίηση της ακίνητης περι-ουσίας του Δημοσίου (που από την πληθωρική υπεράσπιση, απλώς... καταπατάται, βολικά). Όλα αυτά, δίνουν μιαν εικόνα του «ακινήτου σε κίνηση».
Άμα τα σχετικώς χαμηλότονα φορολογικά μέτρα - πάγωμα του ΦΠΑ στα νεόδμητα, αλλά και του σαρκα-στικού φόρου υπεραξίας, ορθολογικοποίηση (να την δούμε) των αντικειμενικών, συγκράτηση του ΕΝΦΙΑ, ενίσχυση των επισκευών και περιβαλλοντικών αναβαθμίσεων - λειτουργήσουν σε τέτοιο περιβάλλον, τότε η παράδοξη αυτή διατύπωση, του «ακινήτου σε κίνηση», μπορεί να αποκτήσει ενδιαφέρον περιεχόμενο. Ακόμη και «να οδηγήσει πολιτική» όπως λεγόταν στην Prodexpo.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 25/10/2019. 

Από την Εστέρ Ντυφλό στον Μάριο Ντράγκι

Θα ανήκε λογικά το σημερινό σημείωμα στην φιγούρα και το έργο της Esther Duflo, νεότερου βραβείου Νόμπελ Οικονομικών και μόλις δεύτερης γυναίκας που τιμήθηκε μ' αυτό. Την προσοχή στην περίπτωση της Duflo μονοπώλησε η ενασχόλησή της με το μεγάλο – αλλά συνήθως αγνοημένο από τα Οικονομικά της εποχής – ζήτημα της φτώχειας. όμως εκείνο που αληθινά την ξεχωρίζει είναι το ότι βάσισε την προσέγγισή της.
Όμως είχαμε αποφασίσει να δώσουμε, σήμερα, μια συνέχεια στις αναφορές της στήλης σε έναν οικονομολόγο ένα κλικ πιο κάτω στο ακαδημαϊκό cursus honorum του χώρου, αλλά με μοναδική επιδραστικότητα στην οικονομική πραγματικότητα: τον Μάριο Ντράγκι που διέσωσε την Ευρωζώνη. Τον οποίο ήδη είδαμε στο σημείωμα της 9/10, να προσεγγίζει την πλευρά εκείνη της μαγικής χύτρας της Ευρωζώνης που αφορούσε (και) την Ελληνική περίπτωση. Όμως, από την τοποθέτηση του Σούπερ-Μάριο στην Ακαδημία Αθηνών αξίζει να έχει κανείς κρατήσει μιαν ευρύτερη ανάγνωση του που πορεύεται η Ευρώπη εκεί που μας αφορά, την οποία θα προτείνουμε παρευθύς στον αναγνώστη.
Όμως, σαν εισαγωγική παρατήρηση, μια πρώτη στάση στην ανάλογη τοποθέτησή του, όταν του απονεμήθηκε διδακτορικό επί τιμή από την Universita Cattolica του Μιλάνου. Μιλώντας, εκεί, σε ακόμη πιο οικείο κοινό, ο Ντράγκι απευθύνθηκε σε όσους «σε κάποια στιγμή στην διαδρομή τους θα κληθούν να υπηρετήσουν το Δημόσιο [...]. Η κοινωνία εξαρτάται από τα καλύτερα νέα μυαλά της, να δώσουν την ενεργητικότητά τους στο δημόσιο συμφέρον».
Δείτε όμως και την συνέχεια: «Καθώς οι υπεύθυνοι για την χάραξη πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με σημαντική διάσταση αβεβαιότητας, θα πρέπει να προσπαθούν να βασίζουν τις αποφάσεις τους σε εξειδικευμένη γνώση. [Αντίθετα] είναι εύκολο οι υπεύθυνοι να αντανακλούν απλώς εκείνο που θεωρούν ότι αποζητά η κοινή γνώμη, να αποφεύγουν την ειδική γνώση και να υιοθετούν πιο φατριαστικές στάσεις, να ακολουθούν το ένστικτο αντί για την λογική. Κάτι τέτοιο, συνήθως δεν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον». Με τέτοιες λοιπόν διανοητικές αποσκευές και προθέσεις, αντιμετώπισε ο Ντράγκι την κρίση της Ευρωζώνης απέναντι σε έναν πεισματικό εμπειριστή του τύπου Σόϊμπλε...
Επιστροφή όμως στην Αθήνα, εκεί που είχαμε αφήσει την τελευταία φορά τον Ντράγκι να μιλά για την ανθεκτικότητα της Ευρωζώνης. Πρώτη θεμελιακή του παρατήρηση, η ανάγκη «να υπάρχει επαρκής σύγκλιση μεταξύ των Κρατών μελών, ώστε η νομισματική πολιτική να είναι κατάλληλο για όλα τα μέλη [...] με μηχανισμούς ασφάλισης ώστε τα Κράτη μέλη να διατηρούν την δυνατότητα σταθεροποίησης των οικονομιών τους, όταν οι δικοί τους οικονομικοί κύκλοι αποκλίνουν».
Ενώ λοιπόν σε επίπεδο πραγματικής σύγκλισης χώρας της Ευρωζώνης όπως οι Βαλτικές, η Σλοβακία, η Σλοβενία ή και η Μάλτα μείωσαν την απόκλιση, χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ελλάδα δεν το πέτυχαν. Όμως «είναι θέμα ζωτικής σημασίας να υπάρξουν οι κατάλληλες εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές που θα συμβάλουν στην εκ νέου σύγκλιση [...] ιδίως της Ελλάδας». Όσο για την σύγκλιση του οικονομικού κύκλου, οι διαφορετικές απόψεις που είχαν διατυπωθεί για το πώς θα επενεργούσε η λειτουργία της Ευρωζώνης, έτσι που άλλαξε η πραγματικότητα του διεθνούς (και ενδοΕυρωπαϊκού) εμπορίου με τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας, και την εξειδίκευση [...], δείχνει να προκύπτει συγχρονισμός των οικονομικών κύκλων». Εδώ, για τον Ντράγκι, η λειτουργία της Ευρωζώνης λειτούργησε παράλληλα με την ενιαία αγορά, όμως και πάλι υπάρχουν διαφορές από χώρα σε χώρα.
Γι αυτό, «πρέπει να υπάρχει ασφάλιση σε όλες τις χώρες του ευρώ [...] ωστόσο έχει σημειωθεί πολύ μικρότερη πρόοδος σ' αυτόν τον τομέα». Μόλις το ¼ των τοπικών διαταραχών εξομαλύνονται – κατά Ντράγκι – δια μέσου των χρηματοπιστωτικών αγορών. Και έχει παρατηρηθεί «μικρή ουσιαστική πρόοδος όσον αφορά τον συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής». Μην έχοντας λοιπόν θέσει σε εφαρμογή τον μηχανισμό ασφαλείας του ESM για το ενιαίο ταμείο εξυγίανσης (των τραπεζών) ή Ευρωπαϊκό σύστημα εγγύησης καταθέσεων, η Ευρωζώνη πλέει με βάρκα την ελπίδα (η διατύπωση δική μας, η ανησυχία του Ντράγκι). Το δίλημμα διχάζει την Ευρωζώνη: δημόσια ή ιδιωτική ασφάλιση; «Ιδιωτική ασφάλιση [κινδύνων] δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει πλήρως τον αποτελεσματικό επιμερισμό της στον δημόσιο τομέα». Εδώ, ακριβώς έρχεται η αλλεργία στον ηθικό κίνδυνο/moral hazard.
Όμως «η υποτιθέμενη διαδικασία, ότι η απουσία μηχανισμών ασφάλειας οδηγεί σε οικονομική πειθαρχία τις κυβερνήσεις και, κατ' επέκταση, προάγει τις μεταρρυθμίσεις , δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα».
Να θυμίσουμε ότι τις ημέρες παρουσίας του Μάριο Ντράγκι στην Αθήνα ξεκινούσε ο νέος γύρος συζητήσεων για τα κόκκινα δάνειά «μας»;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/10/2019. 

Αμετακίνητες πεποιθήσεις, μεταβαλλόμενα δεδομένα

Είναι γνώρισμα του ανθρώπινου εγκεφάλου η ταχύτητα προσαρμογής του στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον να υπολείπεται της ταχύτητας με την οποία το περιβάλλον αυτό μεταβάλλεται. Τείνουμε να διατηρούμε μια παγιωμένη εικόνα των πραγμάτων ακόμη κι όταν η φύση τους έχει αλλάξει. Αναμασάμε στερεότυπα που έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Πόσοι αριστεροί παλαιότερης κοπής δαιμονοποιούν συλλήβδην τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως «Δεξιά», «Γκοτζαμάνηδες» και «ταγματασφαλίτες»; Και πόσοι δεξιοί αποκαλούν τους δικούς τους αντιπάλους «κομμουνιστές», παραπέμποντας σε κάποια δήθεν αναλλοίωτη «ουσία» που συνδέει τους σύγχρονους αριστερούς με τους λενινιστές ενός άλλου κόσμου;

Είναι γνωστή στην ψυχολογία η «γνωσιακή ασυμφωνία» (cognitive dissonance): όταν πέφτουμε σε δεδομένα που αντικρούουν τις πεποιθήσεις μας, αναζητούμε τρόπους να λειάνουμε τη σύγκρουση. Προσαρμόζουμε τα νέα δεδομένα στις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις (και όχι το αντίστροφο) ή τις δικαιολογούμε για να αποφύγουμε να τις αλλάξουμε.

Προκειμένου να συνεχίζω να καπνίζω, εις πείσμα των στατιστικών δεδομένων ότι βλάπτω την υγεία μου, υποβαθμίζω τη σημασία των δεδομένων.

Τα λέω αυτά, γιατί αφθονούν γύρω μας οι ιδεολογικές, στερεοτυπικές αναγνώσεις, που παραβλέπουν ουσιώδεις μεταβολές της πραγματικότητας, που την έχουν περιαγάγει σε ασυμφωνία με προϋπάρχουσες πεποιθήσεις. Επίκαιρο παράδειγμα ήρθε αυτές τις μέρες από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Οι Ε. Saez και G. Zucman (The Triumph of Injustice) έδειξαν ότι το 2018 στις ΗΠΑ οι πλουσιότερες 400 οικογένειες είχαν μέσο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 23%, χαμηλότερο από το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών (24,2%). Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής των «πλουσιότερων 400» ήταν 47% το 1980 και 56% το 1960. Κατά την περίοδο αυτή, τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% πολλαπλασιάστηκαν, αλλά το χαμηλότερο 50% έμεινε στάσιμο. Επομένως η υπεράσπιση του status quo με τα επιχειρήματα προηγούμενων δεκαετιών (ότι η μείωση της φορολόγησης στην κορυφή θα χρηματοδοτήσει ανάπτυξη, επενδύσεις και εισοδήματα για όλους) αποκαλύπτει ιδεολογικές πεποιθήσεις που δεν έχουν ενημερωθεί από τα νεότερα δεδομένα.

Αντίστροφα στα καθ' ημάς, κάποιοι στην Αριστερά χρησιμοποιούν το επιχείρημα της εισοδηματικής ανισότητας στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας τη δραστική αύξηση των (υψηλών) φορολογικών συντελεστών για τα ανώτερα κλιμάκια στην Ελλάδα. Ξεχνούν ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά (στις ΗΠΑ μιλάμε για δισεκατομμυριούχους), οι συνθήκες διαφορετικές (η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο φορολογικό ανταγωνισμό), οι ανάγκες διαφορετικές (προσέλκυση επενδύσεων, πολυεθνικών, κεφαλαίων και υψηλών εισοδημάτων). Επομένως, στο ζήτημα αυτό (όπως και σε πολλά άλλα) είναι απόλυτα συνεπές να υποστηρίζεις μια «αριστερή» οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ και μια «δεξιά» πολιτική στην Ελλάδα. «Οταν τα δεδομένα αλλάζουν, αλλάζω γνώμη», έλεγε ο Κέινς.

Οι σύγχρονες προκλήσεις καλούν σε πραγματιστική αντιμετώπιση, πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα. Σε πολλές, η «ιδεολογική» απάντηση συνιστά διανοητική οκνηρία. Πάρτε τη διάκριση κράτους - αγοράς, με τις ιδεολογικές εκατέρωθεν προκαταλήψεις που χτίστηκαν πάνω της. Πιστεύει κανείς ότι η μετάβαση στην 4η βιομηχανική επανάσταση ή στη μεταλιγνιτική εποχή μπορεί να είναι μόνο δουλειά του ιδιωτικού τομέα, χωρίς να επιβάλλεται ένας καίριος στρατηγικός και επενδυτικός ρόλος του κράτους; Ή (άλλο θέμα) οι μονοπωλιακοί κολοσσοί του Ιντερνετ, που εκμεταλλεύονται τον φορολογικό ανταγωνισμό, δεν απαιτούν ισχυρό ρόλο των κυβερνήσεων (και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) για την προστασία του ανταγωνισμού και τη δίκαιη φορολόγησή τους;

Αντίστοιχα, πίεση στην Αριστερά ασκούν οι προκλήσεις της μετανάστευσης. Ποιο είναι το όριο αντοχής μιας κοινωνίας (των κοινωνικών και οικονομικών της δομών) στη μαζική εισροή μετανάστευσης; Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ένα όριο (όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει) μετά το οποίο η έλευση περισσότερων μεταναστών είναι αδύνατη χωρίς να καταλήξουν σε συνθήκες γκετοποίησης και εξαθλίωσης, διαρρηγνύοντας την κοινωνική συνοχή της χώρας υποδοχής. Οποιαδήποτε «απόλυτη» ιδεολογική απάντηση στο ζήτημα αυτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη μεγέθη και κλίμακα, είναι αντιπαραγωγική.

Υπάρχουν έννοιες και αξίες στις οποίες η προσήλωση οφείλεται σταθερή και αμετάβλητη; Ναι: τα ανθρώπινα δικαιώματα, η επιλογή της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των διαφόρων «εναλλακτικών», ιδίως σε μια εποχή που αυξάνεται η προσφορά καθεστώτων αυταρχικού εθνικολαϊκισμού, που πωλούν «αποτελεσματικές» λύσεις. Μια σειρά χωρών, από την Κίνα και την Τουρκία ώς την Ουγγαρία, τη Βραζιλία και την Ινδία, ολισθαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ενίοτε υπό τις επιδοκιμασίες δυνάμεων που θα έπρεπε να αποτελούν πυλώνες του φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος. Στα θεμελιώδη ζητήματα αρχής, οι πεποιθήσεις παραμένουν αμετακίνητες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 13/10/2019. 

Η Ελλάδα μετά το 2021

Τον Μάρτιο του 2021 η Ελλάδα θα γιορτάσει τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Η επέτειος αυτή αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία αναστοχασμού: για τη συλλογική ταυτότητα, τον ρόλο, τους στόχους, τη στρατηγική και το μέλλον της χώρας στο πλαίσιο των προκλήσεων και των ευκαιριών του 21ου αιώνα. Μετά από μια μεγάλη, δεκαετή κρίση που δοκίμασε τα όρια του πολιτικού συστήματος, της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού, το 2021 μάς δίνει την ευκαιρία να κοντοσταθούμε και να πάρουμε μιαν ανάσα· να κλείσουμε το κεφάλαιο της κρίσης και να ανοίξουμε ένα νέο. Είναι σημαντικό να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος· το χρωστάμε αυτό στον εαυτό μας. Είναι σημαντικό η επέτειος αυτή –και η όποια εθνική ανάταση συνδεθεί μαζί της– να βασιστεί σε γερά θεμέλια: να είναι συνειδητοποιημένη, όχι επιπόλαιη· να εκφράζει την εξωστρέφεια, την ήρεμη αυτοπεποίθηση και τον κοσμοπολιτισμό, όχι συμπλέγματα απομόνωσης («έθνος ανάδελφο»), ανωτερότητας (αρχαιοελληνικά μεγαλεία) ή κατωτερότητας (Ψωροκώσταινα)· να τιμά την ιστορία και τον πολιτισμό μας χωρίς να τα χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για ταπείνωση των άλλων ή του σύγχρονου εαυτού μας.

Τα θεμέλια, το «καύσιμο» αυτού του αναστοχασμού της ταυτότητάς μας και της συλλογικής επανεκκίνησης είναι, ουσιαστικά, οι αξίες μας. Παρατηρώντας κάποιος επιφανειακά τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας, την πολιτική συζήτηση και τις κοινωνικές νόρμες, μπορεί να μείνει με την εντύπωση ότι οι αξίες αυτές είναι η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια· οι κώδικες τιμής και αίματος που κληρονομήσαμε κυρίως από την Ανατολή· η ισχύς της φατρίας· ο ασφυκτικός εναγκαλισμός του ατόμου από την οικογένεια και το κράτος. Όλα αυτά σαφώς υπάρχουν. Ωστόσο η πιο πολύτιμη αξία μας –αυτή που είναι περισσότερο απο οποιαδήποτε άλλη χαραγμένη στο «συλλογικό μας DNA»– ήταν και είναι η ελευθερία.

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι,
ποὺ μὲ βιά μετράει τὴν γῆ.

Ἀπ' τὰ κόκκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Η ελευθερία δεν είναι το αίτημα μιας μικρής, πολιτικά περιθωριοποιημένης και ιδεολογικά ομοιογενούς ομάδας θιασωτών του «καθαρού» καπιταλισμού. Η ελευθερία ήταν και είναι η κινητήριος δύναμή μας. Στις 25 Μαρτίου, στις 28 Οκτωβρίου και στις 17 Νοεμβρίου δεν γιορτάζουμε ούτε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ή το Βυζάντιο, ούτε την Εκκλησία· δεν γιορτάζουμε ούτε την ισότητα ή την αδελφοσύνη ή τη δικαιοσύνη ή την πρόνοια ή την ενωμένη Ευρώπη∙ ούτε καν τη δημοκρατία· όλα αυτά είναι οχήματα για το ταξίδι προς την πραγματική Ιθάκη, που είναι η ελευθερία. Τα κείμενα-θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους ύμνησαν την ελευθερία, πάνω απ' όλα.

Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
Παρὰ σαράντα χρόνοι σκλαβιά, καὶ φυλακή.
Τί σ' ὠφελεῖ ἂν ζήσης, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά,
Στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ' ὤραν στὴ φωτιά.

Τι σημαίνει όμως ελευθερία τον 21ο αιώνα; Πώς μπορεί να ικανοποιηθεί πρακτικά αυτό το διαχρονικό εθνικό αίτημα σήμερα; Ποια είναι στην πραγματικότητα τα δεσμά που περιορίζουν ή μπορεί να περιορίσουν στο μέλλον την ελευθερία μας;

Μήπως είναι ένας αέναος κύκλος ταπείνωσης, βίας και αναπαραγωγής τραυμάτων του παρελθόντος; Μήπως είναι ο φόβος της ντροπής και της αμαύρωσης της τιμής – επειδή έχουμε μάθει να βασίζουμε την επιβεβαίωση της ύπαρξης και της αξίας μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι (γείτονες, κυριολεκτικοί και μεταφορικοί) για εμάς; Μήπως επειδή φοβόμαστε το ρίσκο και της αποτυχία, επειδή μια ζωή έχουμε μάθει ότι μετρά μόνο η τελική νίκη και όχι η βελτίωση μέσω της προσπάθειας, που άλλωστε είναι μονόδρομος για την όποια «επιτυχία»; Μήπως εμπόδιο στην πραγματική ελευθερία μας είναι η υστέρηση – στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία της δικαιοσύνης, στην πνευματική ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη συντήρηση και ανάδειξη του δημόσιου χώρου, στις υποδομές και στην παροχή πραγματικά δωρεάν παιδείας και υγείας σε όλους; Μήπως αυτή η υστέρηση οφείλεται εν μέρει στο ότι προτάσσουμε την άμεση, βραχυπρόθεσμη ελευθερία που μας προσφέρει η ελαστική ερμηνεία και εφαρμογή αξιών και νόμων, αντί της συστημικής ελευθερίας που θα μας παρείχε η πειθαρχία σε αυτούς; Η ατομική ελευθερία δεν αποκλείει την ύπαρξη κράτους δικαίου· αντιθέτως, εξαρτάται από αυτήν.

Οἱ νόμοι νά' ν' ὁ πρῶτος, καὶ μόνος ὁδηγός,
Καὶ τῆς πατρίδος ἕνας, νὰ γένη Ἀρχηγός.
Γιατί κ' ἡ ἀναρχία, ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά,
Νὰ ζοῦμε σὰ θηρία, εἶν' πλιὸ σκληρὴ φωτιά.

Η ελευθερία επίσης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις άλλες αξίες: χωρίς την ισότητα –δηλαδή τη δικαιοσύνη– και την αλληλεγγύη· χωρίς την προστασία που προσφέρει η κοινότητα στο δομικά αδύναμο άτομο. Η ελευθερία δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον που είτε επιβάλλει τη μία θρησκευτική πίστη, είτε την απαγορεύει.

Σ' Ἀνατολὴ καὶ Δύσι, καὶ Νότον καὶ Βοριά,
Γιὰ τὴν Πατρίδα ὅλοι, νάχωμεν μία καρδιά.
Στὴν πίστιν του καθ' ἕνας, ἐλεύθερος νὰ ζῆ,
Στὴν δόξαν τοῦ πολέμου, νὰ τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Ἀρβανῆτες, Ἀρμένοι καὶ Ρωμιοί,
Ἀράπιδες, καὶ ἄσπροι, μὲ μία κοινὴ ὁρμή.
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ ζώσωμεν σπαθί,
Πῶς εἶμασθ' ἀντρειωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ.

Η ελευθερία συχνά ταυτίζεται με την εθνική ανεξαρτησία. Είναι αλήθεια ότι οι δύο έννοιες είναι αλληλένδετες. Ωστόσο, πλήρης «ανεξαρτησία» με την έννοια της απόλυτης αυτάρκειας δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε ολοένα και περισσότερο κομμάτι ενός περιφερειακού και παγκόσμιου οικοσυστήματος, μιας ολότητας, που πάντα θα μας επηρεάζει και το οποίο, εάν προσπαθήσουμε, έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε κι εμείς. Η ύπαρξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους οφείλεται εντέλει στη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων – που με τη σειρά της ήταν αποτέλεσμα σωστών διπλωματικών χειρισμών του Καποδίστρια. Η απελευθέρωση ελληνικών κοινοτήτων στις αρχές του 20ού αιώνα οφείλεται εντέλει στη συναίνεση των Μεγάλων Δυνάμεων, που με τη σειρά της ήταν αποτέλεσμα σωστών διπλωματικών χειρισμών του Βενιζέλου, και σε σύμπτωση συμφερόντων. Η απελευθέρωση από τους Ναζί οφείλεται εντέλει στην αντίσταση που προέβαλαν οι (άλλες) Μεγάλες Δυνάμεις – αλλά, και σ' αυτή την περίπτωση, η προετοιμασία και η στάση του Μεταξά, η Εθνική Αντίσταση και η συμβολική σημασία της Ελλάδας έπαιξαν τον ρόλο τους.

Τι σημαίνει ελευθερία στο άναρχο περιβάλλον της νέας παγκόσμιας αταξίας; Ελευθερία τον 21ο αιώνα σημαίνει αυτογνωσία, αυτοβουλία, αυτοδιάθεση. Το να μπορείς να επιλέγεις εσύ τις φιλίες σου με βάση το συμφέρον και τις αξίες σου, και όχι να σου επιβάλλονται αυτές μέσα από διαβρωτικές εκστρατείες επηρεασμού της κοινής γνώμης. Το να έχεις στρατηγικές συμμαχίες και στρατηγική αποτροπής ώστε να μη ζεις με τον φόβο του θερμού επεισοδίου. Το να μπορείς να επιλέγεις εσύ το πώς διαθέτεις και εκμεταλλεύεσαι τους πόρους και τον τόπο σου, αντί να τα ξεπουλάς για προστασία ή για ένα κομμάτι ψωμί. Το να έχεις φωνή και να συμμετέχεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αντί να απομακρύνεσαι από αυτά. Ελευθερία τον 21ο αιώνα είναι η ελευθερία να μπορείς να αναπνέεις καθαρό αέρα, να πίνεις καθαρό νερό και να τρως καθαρό φαγητό· να παράγεις και να καταναλώνεις καθαρότερη ενέργεια ώστε να περιορίσεις εκείνα τα καιρικά, δημογραφικά και γεωπολιτικά φαινόμενα που αύριο θα κάψουν ή θα πλημμυρίσουν το σπίτι σου και θα περιορίσουν την ελευθερία σου. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ελευθερία –ατομική και συλλογική– απαιτεί εμπλοκή, όχι απομόνωση.

Όλα αυτά απαιτούν πραγματική ελευθερία και στο εσωτερικό: κριτική σκέψη, πνευματική άνθηση, αριστεία, ελευθερία ευκαιριών, ανοιχτό μυαλό, εξωστρέφεια, απελευθέρωση από τα φαντάσματα και τους μύθους του παρελθόντος.

Την ελευθερία να ονειρεύεσαι ένα ριζικά καλύτερο αύριο, ένα νέο αύριο, και την ελευθερία να μπορείς να το χτίσεις.

*Δημοσιεύτηκε στο amagi.gr στις 10/10/2019. 

Σελίδα 1 από 110