Τρίτη, 24 Οκτώβριος 2017

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Σε μερικά δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία

Εάν η ευημερία συνδέεται με επίλυση προβλημάτων, τότε το βασικό ερώτημα είναι τo είδος του οικονομικού συστήματος που –με δημοκρατικές ωθήσεις– θα λύσει τα προβλήματα, για τους περισσότερους, το γρηγορότερο δυνατό.

Η Ελλάδα έχει τέτοια επείγουσα ανάγκη. Υπάρχουν στην ιστορική εμπειρία αποδεικτικά πολιτικών που, όταν δεν είναι αυτοαναφορικές και αυτοθαυμαζόμενες, που όταν –αντίθετα– είναι στραμμένες σε προβλήματα που απασχολούν την πλειονότητα, συμβάλλουν καλύτερα στην επίτευξη υψηλών προτύπων και αποτελεσματικότερων δεικτών ζωής. Λόγου χάρη, αν σήμερα φθίνει η επιρροή της ευρωπαϊκής ιδέας, αυτό οφείλεται ακριβώς στην απουσία τέτοιων πολιτικών.

Επιπλέον, υπάρχει η επίγνωση πως οι πολιτικές δυνάμεις στον πραγματικό κόσμο δεν είναι τα απλά μηχανιστικά συστήματα που πετάγονται από εργαστήρια πολιτικών στοχαστών. Πολύ δε περισσότερο, δεν είναι δυνάμεις που κατασκευάζονται σε γραφεία δημοσκόπων, ευφάνταστων διαφημιστών και ανόητων του πολιτικού μάρκετινγκ. Θα πρέπει να τα φανταστούμε σαν μάλλον πολύπλοκα, προσαρμοστικά κοινωνικά-πολιτικά συστήματα που κάνουν επιλογές, που παίρνουν θέση πάνω στα σημαντικά εγχώρια, περιφερειακά και υπερεθνικά-παγκόσμια ζητήματα.

Στην ευρωπαϊκή εμπειρία, το «ποτέ ξανά» στη φρικωδία του πολέμου και της μεσοπολεμικής Μεγάλης Κρίσης οδήγησε σε συναινέσεις. Σημειώστε, και σε ταξικές συναινέσεις, με τις οποίες ξεπεράστηκαν πολλά στοιχεία της προπολεμικής δυσανεξίας. Και ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που –σε πολλές χώρες– βρέθηκαν στην εξουσία ήταν μεγάλος.

Το υπόδειγμα αυτό της συναίνεσης, ήδη από τη δεκαετία του '80, κατηγορήθηκε ως αντιπαραγωγικό και επικίνδυνο. Η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία στον 21ο αιώνα στράφηκε σε πολιτικές νεοφιλελεύθερης κοπής και νεοσυντηρητισμού.

Κράτησε την εξουσία, αλλά ωσάν να όφειλε να εκπληρώσει συμβόλαια νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Το αποτέλεσμα: στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης, εξαερώθηκε και κατέρρευσε πολιτικά (στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ισπανία, αλλά και στην Ελλάδα κ.α.), προς όφελος της Ακροδεξιάς και της συντηρητικής Δεξιάς.

Οπως πριν, έτσι και σήμερα, η Σοσιαλδημοκρατία-Κεντροαριστερά στέκεται κάπως αμφίθυμη στον ρόλο του κράτους, δίχως να συζητάει κανένα από τα ιδρυτικά της κοινωνικά ζητήματα, αλλά και το δικαίωμα στην εθνική κυριαρχία. Δεν διερευνά καν το περιθώριο της κοινωνικής δημοκρατίας από την πλευρά της Αριστεράς.

Κι αν πράγματι δεν υπάρχει οικονομία χωρίς πολιτική, τότε ποια είναι η πολιτική της Σοσιαλδημοκρατίας στον καπιταλισμό; Αν δούμε τις μορφές οργάνωσης της εξουσίας, τότε κάτι λείπει από την άποψη ότι η δύναμη του εθνικού κράτους, όπως έχει οικοδομηθεί ιστορικά, μειώνεται από την εμβάθυνση και την ορμή της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά, σε τι δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία; Αν ο στόχος είναι να βαδίσουμε πέρα από τον κατακερματισμό κάθε είδους διαμαρτυρίας και να οικοδομήσουμε, εν κοινωνία και δημοκρατία, μια εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τότε δεν το κάνει. Αν όντως χρειάζεται κάποια ρύθμιση ο καπιταλισμός, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη κυρίως τα κοινωνικά συμφέροντα της εργασίας και των αδύναμων. Δεν έχουμε δει κάτι πάνω σ' αυτό.

Αντίθετα, επέμεινε στη διάχυση των οφελών της αγοράς από πάνω προς τα κάτω, διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις μειώσει. Και αν υποθέσουμε ότι η παγκόσμια στρατιωτικοποίηση συνδέεται στενά με τη νεοφιλελεύθερη, διακρατική στρατηγική, τότε, δεν είναι ορατή κάποια στράτευση ενάντια στον πόλεμο ως μέρος κάποιου προγράμματος ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και τις νεοαποικιοκρατίες. Αυτά είναι ορισμένα μόνο ζητήματα στα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Η οικοδόμηση συγκλίσεων με την ποικιλομορφία, με κινήσεις (τοπικές, περιφερειακές και άλλες) που αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τύπους αντίστασης και διαμαρτυρίας, θα μπορούσε να είναι μια ατζέντα πολιτικής και όχι φαντασίας. Το ίδιο και η κριτική στάση στην Ευρώπη, η κριτική του καπιταλισμού, η κριτική στην ιμπεριαλιστική διάστασή του, όπως και η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας. Αυτά τα τελευταία αφορούν εξίσου την Αριστερά.

Στην ουσία –όπως εξελίσσεται η συζήτηση για την αναθέρμανση της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα– πρόκειται μάλλον για μια λιτανεία κάποιου σοσιαλιστικού πράγματος που δεν καταλήγει σε μια αντίληψη για τον καπιταλισμό και την κυριαρχία της αγοράς. Ούτε καν σε μια θέση για την ελληνική κοινωνία∙ το μέλλον.

Η ελληνική Κεντροαριστερά δυσκολεύεται να βρει την κοινωνική δοσολογία ανάμεσα στην υπεροψία της δικής της ελίτ –των πολλών υποψηφίων– και στην προσήνεια των ισότιμων.

Τι είπε δηλαδή ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης που προκάλεσε μύριες αντιδράσεις; Στην ουσία μίλησε για τις πολιτικές φιλοδοξίες μερικών ως νόσο των χορτάτων, για το κάλπικο πολιτικό φλουρί που διώχνει το καλό∙ προειδοποίησε για τον χειμώνα της Ευρώπης∙ μίλησε για στοιχειώδεις πολιτικές ευαισθησίες.

Είπε ότι «η Κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που σήμερα έχουν καθοδική πορεία» και ότι αυτό θα είναι κακό για την Ελλάδα και για την ευρωπαϊκή ιδέα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/10/2017.

Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε…

Η προσοχή είναι στραμμένη στα απόνερα που άφησε – και που επι καιρό θα αναλύονται, θα σχολιάζονται και θα αποτελούν αντικείμενο προβολής στο μέλλον – η επίσημη επίσκεψη Τσίπρα στις ΗΠΑ. Όπως πάντα στα Ελληνικά μας πράγματα, η αξιολόγηση εξαρτάται από το ποια γωνία είναι εκείνη υπό την οποία λέει ο καθένας τα πράγματα. (Βέβαια, εδώ να μην παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι, προτού φύγει ο Πρωθυπουργός για την υπερατλαντική του παρουσία και – κυρίως - για την συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης έκρινε πολιτικά αναγκαίο - για να μην πούμε αναπόφευκτο – να του ευχηθεί διεξοδικά καλή επιτυχία. Είχε μάλιστα προηγηθεί από τον Κυριάκο Μητσοτάκη η Ντόρα Μπακογιάννη, σε τηλεοπτική της τοποθέτηση).
Πάντως, αν κοντοσταθεί κανείς στο πρώτο βήμα της επίσκεψης Τσίπρα στην Ουάσιγκτων - την συνάντηση με την Κριστίν Λαγκαρντ στο ΔΝΤ – άλλοι στην απ' εδώ πλευρά του Ατλαντικού «κράτησαν» το ότι η σύσταση Λαγκάρντ για «έγκαιρη ολοκλήρωση της τρίτης αξιολόγησης» (για την οποία η ίδια και ο Πρωθυπουργός «έχουν δεσμευτεί να συνεργασθούν») συνδέθηκε με την «πλήρη εφαρμογή της συμφωνίας με τους Ευρωπαίους εταίρους για ελάφρυνση του χρέους», καθώς και στην εκφρασθείσα πεποίθηση Τσίπρα ότι «στις συζητήσεις για το χρέος, το ΔΝΤ θα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο». Ενώ άλλοι έδωσαν έμφαση στο ότι η Κριστίν Λαγκάρντ, καίτοι δεν ζήτησε ως Ταμείο «νέα μέτρα», επέμεινε στην αμφισβήτηση επίτευξης του στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος του 3,5% του ΑΕΠ (θεωρώντας ότι, για το 2018, είναι επιτεύξιμο ένα 2,2% μόνον), αλλά επέμεινε «να εφαρμοσθούν όσα έχουν συμφωνηθεί» Και ότι το Ταμείο «θα προσέχει ώστε να τηρούνται οι δεσμεύσεις» (στις οποίες περιλαμβάνεται και το ενδεχόμενο να έρθουν νωρίτερα τα προνομοθετημένα μέτρα για 2019 – μείωση συντάξεων - και 2020 – αύξηση φορολογίας μέσω μείωσης του αφορολόγητου).
Άν τώρα δει κανείς την τοποθέτηση του Προέδρου Τραμπ στην συνάντηση με Τσίπρα – όπου βάρυνε βέβαια η συζήτηση για την αναβάθμιση των F-16 και το κόστος των 2,4 δις δολαρίων... - υπήρξε ασφαλώς η συνηγορία για «credible debt relief»/αξιόπιστη ελάφρυνσης χρέους, προσπερνώντας την παλιότερη δυσπιστία για ανάμειξη του ΔΝΤ στην Ελληνική υπόθεση. Όμως... πού θα μας βγει τελικά η ισορροπία με τους Ευρωπαίους «εταίρους»; (Όσο για τις προοπτικές των ενεργειακών και των επενδυτικών, αναμονή για την ουσία. Αναμονή...).
Πάμε όμως τώρα σε λιγότερο υψηλή πτήση. Στην πάντα προσεγμένη παρουσίαση της Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Οικονομία (γ΄ 3μηνο 2017), η ανάγνωση που επικράτησε ήταν αντίστοιχα ανάλογη με την οπτική του καθενός.. Με φόντο πάντως της ΕΛΣΤΑΤ την αναγνώριση ότι το 2016 έκλεισε με -0,2% , δηλαδή σε ύφεση, η αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,6% στο α΄6μηνο της φετεινής χρονιάς ήρθε ως ανάσα έναντι μείωσης ίδιας έκτασης πέρσι – αλλά η παγκόσμια ανάπτυξη ήταν στο 3,1% για το ίδιο διάστημα, με 2,2% στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Η βάση της αύξησης του ΑΕΠ ήταν αξιόπιστη, αφού το 8μηνο του 2017 είχαμε +5,4% στην βιομηχανική παραγωγή, αλλά και βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών και συνεχιζόμενη αύξηση των εξαγωγών – αλλά οι προσδοκίες για την συνολική ανάπτυξη μένουν κάτω του 1,5% ή μάλλον «στην περιοχή του 1,3%», (την στιγμή που η Τράπεζα της Ελλάδος έκανε λόγο για 1,7%, ο δε Αλέξης Τσίπρας ανέφερε κάτι σαν 2% ως εφικτό).
Βέβαια, λόγος γίνεται για επιτάχυνση της ανάπτυξης το 2018, «στην περιοχή του 2%», με προσδοκίες για διεύρυνση των εξαγωγών κατά 7% (με δεδομένη κλιμάκωση της ανάπτυξης στην ΕΕ, αλλά και συνολικά στο διεθνές εμπόριο) – αλλά, και εδώ, το ΙΟΒΕ μένει πίσω από τις κεντρικές προσδοκίες της Κυβέρνησης.
Όσο για τις επιδόσεις εκτέλεσης του Προϋπολογισμού, ναι μεν καταγράφει το ΙΟΒΕ («παρά τα προβλήματα που παρατηρούνται») ότι κινείται «σε τροχιά επίτευξης των στόχων του τρίτου Προγράμματος Προσαρμογής», αλλά σημειώνεται ότι υπάρχει υπο-εκτέλεση του ΠΔΕ καθώς και ανάγκη εκτέλεσης«στο υπόλοιπο του έτους» των πρωτογενών δαπανών οι οποίες έως τώρα περιορίζονται. Όσο για τον στόχο του 3,57% ως πρωτογενές πλεόνασμα που θέτει για το 2018 ο Προϋπολογισμός «οι στόχοι θεωρούνται φιλόδοξοι». Και τούτο επειδή «κατά κύριο λόγο το πλεόνασμα προγραμματίζεται να επιτευχθεί μέσω του ασφαλιστικού συστήματος» τόσο στην πλευρά των δαπανών (μειώσεις συντάξεων) όσο και των εσόδων (αύξηση εισφοράς). Δίπλα δηλαδή στην φορολογική κόπωση, το ΙΟΒΕ αναδεικνύει την ασφαλιστική κόπωση ως παράγοντα αβεβαιότητας...
Συνεπώς; Έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε – εν γένει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/10/2017.

«Η συνεργασία Κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ είναι κέρδος και για τους δύο»

Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας η υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη;

Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο οι δραματικές επιπτώσεις του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και η μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης εναντίον του προπολεμικού status quo οδήγησε στη δημιουργία μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων. Έτσι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εκείνη την εποχή πήραν σε πολλές χώρες την εξουσία. Κατόρθωσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας, να επεκτείνουν αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Στη συνέχεια όμως το πέρασμα από τη φορντική στη μεταφορντική περίοδο συρρίκνωσε την κύρια εκλογική βάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων - δηλαδή τους βιομηχανικούς εργάτες.
Για να επιβιώσουν εκλογικά οι σοσιαλδημοκράτες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν πολιτικές που τους έφεραν κοντά στις αξίες και πρακτικές της νεοφιλελεύθερης δεξιάς. Μ' αυτή την πολιτική κατόρθωσαν σ' ένα βαθμό να επιστρέψουν στην εξουσία. Στη συνέχεια όμως με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών και την επακόλουθη παγκόσμια κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Έτσι, για παράδειγμα, στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές, κυρίως λόγω της συμμαχίας των σοσιαλδημοκρατικών με τους χριστιανοδημοκράτες, το SPD είχε μεγάλες απώλειες.
Τέλος, ένας τρίτος λόγος για την αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα είναι πως με την παγκοσμιοποίηση η κεϋνσιανή θεωρία έπαψε να λειτουργεί αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας τα κράτη-έθνη έχασαν ένα μέρος της αυτονομίας τους. Για παράδειγμα, σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να ελέγχουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι, κάθε σοβαρός έλεγχος της αγοράς οδηγούσε στη φυγή τους σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και εργατική νομοθεσία εξαιρετικά καχεκτική.
Με δυο λόγια, οι βασικές αιτίες για την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η συρρίκνωση της εργατικής βιομηχανικής τάξης στη μεταφορντική εποχή, η μερική σοσιαλδημοκρατική αποδοχή νεοφιλελεύθερων αξιών και πρακτικών, και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που έκανε την υλοποίηση της κεϋνσιανής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο εξαιρετικά δύσκολη.

Στο σύγχρονο περιβάλλον το βασικό αξιακό σύστημα της σοσιαλδημοκρατίας, η πλήρης απασχόληση δείχνει να ξεπερνιέται από τις σύγχρονες εξελίξεις και τις εργασιακές ανατροπές. Με τι μπορεί να αντικατασταθεί;

Αν όχι βραχυπρόθεσμα, σίγουρα μέσο και μακροπρόθεσμα η ανεργία στον ανεπτυγμένο κόσμο θα εντείνεται συνεχώς λόγω των νέων τεχνολογικών εξελίξεων. Στην πρώιμη βιομηχανική περίοδο η καταστροφή θέσεων εργασίας οδήγησε στη δημιουργία νέων θέσεων - κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Σήμερα όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Οι ψηφιακές τεχνολογίες και η ρομποτική καταστρέφουν πολύ περισσότερες θέσεις από όσες νέες δημιουργούν. Αυτό σημαίνει πως στο μέλλον ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού δεν θα χρειάζεται πια. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαράγεται με πολύ λιγότερους εργαζόμενους. Πολλοί νομίζουν πως η μόνη προοδευτική λύση είναι να δοθεί ένας βασικός μισθός με ασφαλιστικά δικαιώματα σε όλους - εργαζόμενους και μη εργαζόμενους. Νομίζω πως μια τέτοια λύση είναι ουτοπική. Δεν είναι δυνατή στον καπιταλισμό.
Κατά την γνώμη μου η μόνη εφικτή λύση είναι η δημιουργία ενός τρίτου πόλου μεταξύ αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης. Σ' αυτό το χώρο θα εντάσσονται όσοι βρίσκονται εκτός των δύο παραπάνω πόλων. Οι εντός του τρίτου αυτού χώρου θα αμείβονται ικανοποιητικά (μισθός συν ασφαλιστικά και τα άλλα εργατικά δικαιώματα) προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στις τοπικές κοινωνίες στον χώρο της οικολογίας, της υγείας, της βοήθειας στους υπερήλικες, σε άτομα με ειδικές ανάγκες κτλ. Σε ένα τέτοιο σύστημα δεν θα υπάρχουν άτομα που θα «κάθονται» και θα επιβιώνουν με το σύνηθες ανεπαρκές επίδομα ανεργίας. Όλος ο εργατικός πληθυσμός θα κινείται μεταξύ των τριών πόλων: της αγοράς, της εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης και ενός τρίτου τομέα στον οποίον θα προσφέρουν κυρίως (αλλά όχι μόνο) αναγκαίες υπηρεσίες σ' ένα ραγδαία γηράσκοντα πληθυσμό. Υπηρεσίες που το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί πια να προσφέρει ικανοποιητικά.
Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε πολλούς πόρους, αλλά θα οδηγούσε σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα που είτε μας αρέσει είτε όχι, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Επιπλέον θα βοηθούσε σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη λόγω της αυξανόμενης ζήτησης αυτών που σήμερα φυτοζωούν και υποφέρουν από τη δυσθυμία και την κατάθλιψη που η ανεργία αναπόφευκτα δημιουργεί.

Στην Ελλάδα τι μπορεί να συμβάλει στην ανασυγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, είναι εχθρός αυτού του χώρου ο ΣΥΡΙΖΑ ή πρέπει να αντιμετωπισθεί ως συμμαχική δύναμη;

Πολύ σύντομα, νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αντιμετωπισθεί από τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά ως συμμαχική δύναμη. Γιατί από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να ακολουθήσει τον ευρωζωνικό δρόμο, τα κοινά σημεία μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς είναι περισσότερα από αυτά μεταξύ της κεντροαριστεράς και της νεοφιλελεύθερης ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πράγματι, και ο ΣΥΡΙΖΑ όπως και η κεντροαριστερά θέλουν να αλλάξει η Ευρώπη κατά έναν προοδευτικό τρόπο. Θέλουν δηλαδή η Ευρωζώνη να ενοποιηθεί όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Μάχονται για να μειωθεί το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, οι εντεινόμενες ένδο και διακρατικές ανισότητες, καθώς και η κυριαρχία της Γερμανίας στην ΕΕ. Με δυο λόγια, έχουν σαν στόχο τη δημιουργία μιας φεντεραλιστικής Ευρώπης όπου η έμφαση δεν θα είναι μόνο στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.
Όσο για την κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με την ΝΔ. Αν γίνει κάτι τέτοιο θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που σήμερα έχουν καθοδική πορεία.
Συμπέρασμα: Η κεντροαριστερά στη χώρα μας δεν πρέπει να συνεχίσει την δαιμονοποίηση και να στρέφει την πλάτη της στον ΣΥΡΙΖΑ. Μια ουσιαστική συνεργασία θα βοηθούσε και τα δύο κόμματα. Δίνει την ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ να απαλλαγεί από τους ΑΝΕΛ. Δίνει επίσης μια ευκαιρία στην κεντροαριστερά να αποφύγει την καθοδική πορεία της ευρωζωνικής σοσιαλδημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Σελίδα" στις 7/10/2017.

Το μέλλον της Ευρώπης περνάει μέσα από τις περιφέρειες της

Από πολλές απόψεις, οι πρόσφατες κρίσεις της ΕΕ αποτελούν µια κρίση στη σχέση µεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειάς της. Η περιφέρεια της ΕΕ εξακολουθεί να αποτελείται από ανοµοιογενή κοµµάτια που δεν έχουν καταφέρει να οµογενοποιηθούν και να αφοµοιωθούν πλήρως, παρότι βασικό όραµα της ΕΕ ήταν - και παραµένει - η µείωση των οικονοµικών και κοινωνικών ανισοτήτων και η επίτευξη σύγκλισης. Οι αναδιανεµητικές και αντισταθµιστικές πολιτικές της ΕΕ, που θα έπρεπε να θωρακίσουν τις περιφέρειες και να δηµιουργήσουν τις προϋποθέσεις για µια πραγµατική σύγκλιση, οικονοµική και κοινωνική, αλλά και µια σύγκλιση ταυτοτήτων, έχουν αποδειχθεί αδύναµες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πολλαπλές κρίσεις της ΕΕ γίνονται περισσότερο αισθητές στην περιφέρεια - είτε αυτές έχουν προκληθεί από λάθος εθνικούς ή ευρωπαϊκούς χειρισµούς και πολιτικές είτε οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες και στη δυναµική των παγκόσµιων εξελίξεων. Είτε, τέλος, συχνά σε έναν συνδυασµό και των δύο (π.χ. κρίση της ευρωζώνης, µεταναστευτική κρίση). Αυτό που έχει υποτιµηθεί, όµως, είναι ότι οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη στην περιφέρεια επηρεάζει άµεσα τον πυρήνα, τη συνοχή του, την εικόνα του και εντέλει τη γεωπολιτική σηµασία της ΕΕ. Γι' αυτό άλλωστε και µια λύση που θα βασίζεται µόνο στην επίτευξη συµφωνίας εντός του γαλλο-γερµανικού άξονα και που δεν θα αφουγκράζεται την ανησυχία και την αλλαγή του κλίµατος στην περιφέρεια θα είναι επισφαλής και βραχυχρόνια.
Δύο είναι τα ενδεχόµενα σενάρια για το µέλλον της Ευρώπης στην παρούσα χρονική στιγµή. Το ένα αισιόδοξο και το άλλο απαισιόδοξο, αλλά και τα δύο εξίσου πιθανά. Το πρώτο είναι ότι οι πρόσφατες κρίσεις της ΕΕ θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ολοκλήρωση, µέσω µεταρρυθµίσεων των θεσµών της ΕΕ αλλά και µέσω της ταυτόχρονης µείωσης των ανισοτήτων εντός και µεταξύ των κρατών-µελών της. Η κατεύθυνση θα πρέπει να είναι η οµοσπονδιοποίηση της ΕΕ. Μια οµόσπονδη Ευρώπη όµως δεν µπορεί να είναι µια συγκεντρωτική και υδροκέφαλη ΕΕ, αλλά µια ΕΕ που θα επιτρέπει τη διαφορετικότητα των µερών της και ταυτόχρονα θα τους δίνει τα απαραίτητα εργαλεία για µια κοινωνικοοικονοµική και πολιτική σύγκλιση. Ενα τέτοιο σενάριο δεν θα πρέπει να θεωρείται εντελώς απίθανο καθώς τα µεγάλα βήµατα ολοκλήρωσης των ευρωπαϊκών κοινοτήτων συχνά προέκυπταν µέσα από κρίσεις. Οι πρόσφατες συζητήσεις για τη νέα αρχιτεκτονική της ευρωζώνης καθώς και το όραµα Γιούνκερ για το µέλλον της Ευρώπης, που παρουσιάστηκε στα µέσα Σεπτεµβρίου, κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Για να έχουν όµως αποτέλεσµα οποιεσδήποτε θεσµικές µεταρρυθµίσεις και να υπάρξει αλλαγή κλίµατος έναντι της ΕΕ, θα πρέπει η περιφέρεια της Ευρώπης να νιώσει ότι η λύση τη συµπεριλαµβάνει και καταλήγει και σε αυτή. Θα πρέπει, δηλαδή, το όραµα που παρουσίασε ο Γιούνκερ να είναι οικουµενικό µε την πλήρη έννοια του όρου και να αντιµετωπίζει τις περιφέρειες όχι µόνο ως πρόβληµα, αλλά και ως συστατικό της λύσης.

Το δεύτερο σενάριο είναι ότι η ΕΕ θα οδηγηθεί σε περαιτέρω αποδυνάµωση και πιθανή αποσύνθεση. Οι συζητήσεις για µια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων και «συµµαχίες προθύµων» σε τοµείς όπως η άµυνα, που συχνά προωθούνται από ισχυρά κράτη-µέλη όπως η Γερµανία και η Γαλλία, µπορεί να προσφέρουν µια πρόσκαιρη «ανακούφιση» σε κάποιους τοµείς. Είναι πιθανό όµως εντέλει να ενισχύσουν τις φυγόκεντρες δυνάµεις στην περιφέρεια της Ευρώπης, καθώς η παραµονή στην ΕΕ θα µοιάζει όλο και περισσότερο ως µια αναγκαστική συµβίωση παρά ως µια περιπόθητη συνύπαρξη στην οποία αξίζει να επενδύσουν οι εθνικές κυβερνήσεις. Αλλωστε, µια επόµενη κρίση, που και πάλι είναι πιθανό να γίνει πιο αισθητή στην περιφέρεια, δεν θα είναι εύκολο να αποφευχθεί. Μια τέτοια κρίση θα µπορούσε για παράδειγµα να προκληθεί από την περαιτέρω ένταση στις σχέσεις Μαδρίτης - Καταλωνίας. Οι φυγόκεντρες δυνάµεις µπορεί να φτάσουν ακόµα και στον ίδιο τον πυρήνα των ιδρυτικών µελών της ΕΕ, όπου τότε θα µιλάµε πλέον για φαινόµενα απο-ευρωπαϊσµού και για µια πιθανή αποσύνθεση της ΕΕ. Κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα σήµαινε µια νέα τάξη πραγµάτων τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον πλανήτη.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 7/10/2017. 

Το καταραμένο «παραγωγικό κενό»

Πάρτε δυο στιγμιότυπα αυτών των ημερών, από την συνεχιζόμενη προσπάθεια να «δέσει» η Ελληνική οικονομία σε μια σταθερότερη πορεία – μ' εκείνο που ονομάζουμε καμιά φορά «προοπτική».
Το πρώτο: όλοι έχουμε συνειδητοποιήσει ότι, άμα δεν προχωρήσει η εξόφληση των arrears του Δημοσίου προς ιδιώτες, το οφειλόμενο υπόλοιπο της προηγούμενης δόσης (μετά το κλείσιμο της περιπετειώδους δεύτερης αξιολόγησης του Μνημονίου-3, θυμάστε;), δηλαδή η υποδόση των 800 εκατ. ευρώ, όχι μόνον δεν θα εκταμιευθεί από τον ESM αλλά θα μπορούσε και να χαθεί τέλη Οκτωβρίου. Βέβαια, όπως πορεύεται δημοσιονομικά η χρονιά (ο Σεπτέμβριος δείχνει να έχει απορροφήσει την υστέρηση εσόδων Ιουλίου-Αυγούστου) δεν θα ήταν αυτό το κενό που θα έφερνε την καταστροφή: όμως το να αφεθεί ένα τέτοιο κονδύλι να ξεφύγει θα δημιουργούσε κακό προηγούμενο στο ξεκίνημα της τρίτης αξιολόγησης.
Δείτε, λοιπόν, τι συνέβη. Συνειδητοποιώντας ότι το «ευκολότερο» κομμάτι των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου – και, συνάμα, το αμεσότερης επίπτωσης στους κοινούς πολίτες/κανονικούς ανθρώπους - ήταν εκείνο των συντάξεων, που σέρνονται επί μήνες και χρόνια, το αρμόδιο Υπουργείο Εργασίας/Κοινωνικής Ασφάλισης και η Διοίκηση του ΕΦΚΑ απηύθυναν έκκληση στους εργαζόμενους του φορέα – δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή σ' εκείνους που έχουμε μάθει να υποτιμούμε και να τσουβαλιάζουμε, αδιακρίτως – να δουλέψουν υπερωριακά/μέχρι και το περασμένο Σαββατοκύριακο, έτσι ώστε να προωθηθούν «εμβόλιμες» κύριες συντάξεις. Ασφαλώς και τα 12,6 εκατομμύρια που αναλογούν στους 4.200 νέους δικαιούχους δεν είναι παρά σταγόνα στον ωκεανό των 1,44 δις ευρώ που έχουν καταβληθεί για 183.400 νέες συντάξεις (κύριες και επικουρικές, συν εφάπαξ) από την αρχή της χρονιάς. Όμως, να, έδειξαν κάτι που κοντεύει να θεωρηθεί αδιανόητο: όταν θελήσει να ξεκουνηθεί το Δημόσιο, μπορεί! (Φυσικά, αναμένεται η συνέχεια).
Το δεύτερο σημάδι βλέπει προς τα εμπρός: αύριο κανονικά αναμένεται η νέα ετυμηγορία της Moody's για την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελληνικής οικονομίας και – ακόμη περισσότερο – για τις προοπτικές της. Πριν τρεις μήνες η Moody's μας είχε «χαρίσει» μια βαθμίδα, με θετικό μάλιστα outlook. Δεν την ακολούθησε, μεσοκαλόκαιρα, η S&P σε αναβάθμιση αλλά πέρασε και εκείνη σε θετικό outlook. Στο τέλος του καλοκαιρού, ανοδικά αξιολόγησε και η (μικρότερη) Fitch. Και οι «τρεις αδελφές» ανέφεραν ότι μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης η τρίτη προοιωνίζεται πιο ευθύγραμμη: να δούμε.
Να σημειωθεί παράλληλα ότι το ΔΝΤ (στην ετήσια έκθεσή του) μας φιλοδώρησε με ένα κλικ καλύτερη προοπτική ανάπτυξης για το 2018 απ' ό,τι και ο ίδιος ο δικός μας προϋπολογισμός ανέφερε στο προσχέδιό του – ένα 2,6% έναντι 2,4%: βέβαια για φέτος μας αφήνει στο 1,8% (για το μακρότερο, δε, μάλλον θεωρεί ότι «σβήνουμε» σ' ένα 1%).
Αν, τώρα, κάποιος θέλει να αρυσθεί θετικά σημάδια από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, ας σημειώσει την κατά 3 φορές υπερκάλυψη από προσφορές του τριετούς καλυμμένου ομολόγου της Εθνικής (αρχικά ήταν να εκδοθεί για 500 εκατομμύρια, τελικά φαίνεται στα 750: για πρώτη φορά το 2014 ελληνική συστημική τράπεζα προσέρχεται και – φαίνεται να – πιάνει κουπόνι 3%). Αν δε προτιμάτε την πραγματική οικονομία, δείτε την ΕΛΣΤΑΤ να μιλάει για 5,6% αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής τον φετεινό Αύγουστο, έναντι ενός ρηχού +0,5% της περυσινής αντίστοιχης περιόδου. (Βέβαια, υποσημείωση: μια ανάσα πάνω από 3% πήγε η μεταποίηση, με «αστέρι» τα φάρμακα και τα βασικά μέταλλα. ενώ η ταλαιπωρημένη παραγωγή ορυχείων-λατομείων ξεπερνούσε το +6,5%...).
Θα μπορούσαμε να κλείσουμε/να το αφήσουμε εδώ αν στην εκτίμηση του ΔΝΤ που προσπεράσαμε παραπάνω – στα πλαίσια του World Economic Outlook ενόψει της φθινοπωρινής συνόδου ΔΝΤ/Παγκόσμιας Τράπεζας στην Ουάσιγκτων – δεν περιλαμβάνονταν δύο πικρότατα διαγράμματα για την Ελλάδα. Θα μπορούσε να τα περιγράψει κανείς ως «Διαγράμματα της Χαμένης ευκαιρίας». Αυτά βάζουν την Ελλάδα σε σύγκριση με δυο ντουζίνες χώρες σε αναφορά με το output gap/το παραγωγικό κενό που εμφανίζει η οικονομία, την απόσταση δηλαδή εκείνου που πετυχαίνει σε σχέση με εκείνο που θα μπορούσε. Μοναχική η Ελλάδα στην γωνία για το 2017. Μοναχική και η οριακά καλύτερη προοπτική για το 2018... Εκεί, λοιπόν, στηρίζει το Ταμείο και την δυσοίωνη προβολή για τον μακρότερο ορίζοντα – το καταδικαστικό 1% για το παραπέρα. Που δείχνει το αδιέξοδο των ψιλο-παρανοϊκών πλην υπεσχημένων/δεσμευτικών πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% του ΑΕΠ (που λειτουργούν ως «πατητή» και για μετά το 2022). Και του πασίδηλα μη-βιώσιμου δημοσίου χρέους. Πάλι από την αρχή...

Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/10/2017.

Φιλελευθερισμός και νεοφιλελευθερισμός

Οι έννοιες και του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού, όπως όλοι οι βασικοί όροι στις κοινωνικές επιστήμες, είναι πολυσημικές. Δηλαδή αλλάζουν σημασία ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται.

Φιλελευθερισμός

Ο φιλελευθερισμός ως ιδεολογία και πρακτική αναπτύχθηκε στην εποχή του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Κυρίως στον 19ο αιώνα, στην Ευρώπη αλλά και στη Λατινική Αμερική, παρατηρούμε κινήματα και κόμματα που εναντιώνονται στα αυταρχικά καθεστώτα και στην πολιτική καταπίεση πιο γενικά. Δίνουν έμφαση στην ελευθερία του ατόμου και στην εξάπλωση αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Ως ιδεολογία ο φιλελευθερισμός πήρε και συντηρητικές και προοδευτικές μορφές. Στην πρώτη περίπτωση η ελευθερία του ατόμου δεν πρέπει να περιορίζεται στον πολιτικό χώρο μόνο. Στο πλαίσιο των αγορών, τα δρώντα υποκείμενα πρέπει να λειτουργούν ελεύθερα, πρέπει να απαλλαχθούν από περιορισμούς που το κράτος επιβάλλει.

Για παράδειγμα, στο επίπεδο της θεωρίας ο John Stuart Mill, ένας από τους βασικούς θεωρητικούς του κλασικού φιλελευθερισμού, υποστηρίζει στο πρώιμο έργο του τις ελεύθερες αγορές ως μία από τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ατομικών δικαιωμάτων στους υπόλοιπους θεσμικούς χώρους. Στο ύστερο έργο του όμως αλλάζει γνώμη. Η ελευθερία της αγοράς πρέπει να περιοριστεί από ένα παρεμβατικό κράτος, που είναι ο μόνος τρόπος να αμβλυνθούν οι ανισότητες και οι αδικίες που ο οικονομικός φιλελευθερισμός δημιουργεί. Ετσι, στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, βλέπουμε στη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα το κίνημα του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» που ακολουθεί τις ύστερες θέσεις του Mills.

Οσο για τον συντηρητικό φιλελευθερισμό, ένα καλό παράδειγμα είναι οι θέσεις του αρχηγού του φιλελεύθερου κόμματος στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές. Ο τελευταίος είναι υπέρ της επιβολής μιας πιο αυστηρής λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Δεν τον απασχολεί καθόλου το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ της χώρας του που συσσωρεύει έναν τεράστιο όγκο πλεονασμάτων και των συστηματικών ελλειμμάτων των νοτιοευρωπαϊκών οικονομιών. Η λογική του βασίζεται στην ιδέα πως αν υπάρχουν ανισότητες στον χώρο της ευρωζώνης, δεν φταίει η Γερμανία για αυτό, αλλά χώρες όπου ο τρόπος ζωής των πολιτών τους οδηγεί στη χαλαρότητα, στην τάση να ξοδεύει κάποιος περισσότερο από ό,τι κερδίζει και, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, στην τεμπελιά και στην ανευθυνότητα. Επομένως, δεν είναι υποχρεωμένη η χώρα του, με χρήματα του γερμανικού λαού, να βοηθά τους «άσωτους» Νοτιοευρωπαίους.

Στα παραπάνω βλέπουμε τη βασική διαφορά μεταξύ του συντηρητικού και του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διαφορά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε και την πρόσφατη δήλωση του Γιώργου Καμίνη ότι είναι και φιλελεύθερος και αριστερός. Δεν πρόκειται για οξύμωρο σχήμα, αλλά για τον βασικό ορισμό του προοδευτικού, κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Νεοφιλελευθερισμός

Πολλοί απορρίπτουν την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, με το επιχείρημα ότι συχνά δεν τη βρίσκουμε στα επιστημονικά κείμενα των οικονομολόγων. Είναι όμως προφανές ότι σήμερα πρόκειται για μια έννοια που, στον χώρο των κοινωνικών επιστημών αλλά και στον καθημερινό λόγο, χρησιμοποιείται ευρέως, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Είναι λοιπόν απαραίτητο να διευκρινίσουμε πως αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης.

Συχνά συγχέεται η φιλελεύθερη με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία. Αυτό είναι παραπλανητικό. Για παράδειγμα, η φιλελεύθερη οικονομία στον 19ο αιώνα ήταν προφανώς διαφορετική από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του 21ου αιώνα. Μια κύρια διαφορά είναι πως η προηγούμενη παγκοσμιοποίηση (1860-1914) ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Οι επιχειρήσεις με παγκόσμια εμβέλεια δεν μπορούσαν να διεισδύσουν στην περιφέρεια των εθνικών αγορών στον βαθμό που οι πολυεθνικές το πετυχαίνουν σήμερα. Αν σκεφτεί κανείς πως μια επιχείρηση όπως η Siemens έχει υποκαταστήματα σε όλες σχεδόν τις πόλεις του πλανήτη, αντιλαμβάνεται τον βαθμό διείσδυσης του πολυεθνικού κεφαλαίου σήμερα. Κάτι παρόμοιο, για τεχνικούς και άλλους λόγους, ήταν αδύνατον να επιτευχθεί στον 19ο αιώνα. Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που το κράτος-έθνος, μετά το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1980 και μετά, έχασε ένα μέρος της αυτονομίας του - κυρίως τη δυνατότητά του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

Βέβαια, εδώ πρέπει να τονιστεί πως η σημερινή, σε σχέση με την προηγούμενη, παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο επιπτώσεις (π.χ. ανισότητες, οικολογική καταστροφή κ.τ.λ.), αλλά και θετικές συνέπειες. Οπως τονίζουν οι υποστηρικτές της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης οικονομίας, το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών έχει οδηγήσει, κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες, στη θεαματική μείωση της απόλυτης φτώχειας. Αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα οδήγησε πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους σε μια κατάσταση όπου μια κακή σοδειά ή μια οικονομική κρίση δεν οδηγεί πια σε πλήρη εξαθλίωση ή στον θάνατο.

Από την άλλη μεριά, κυρίως η Αριστερά βλέπει μόνο τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αγνοεί πώς είναι το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1990 που οδήγησε εν μέρει στη μείωση της απόλυτης φτώχειας. Υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός γενικά μοιάζει με μια αμαξοστοιχία που δεν έχει φρένα - αφού ο πολιτικός έλεγχος που υπήρχε στη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975) δεν υπάρχει σήμερα. Σύμφωνα με την Αριστερά, όσο ζούμε σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν παγκόσμιοι πολιτικοί μηχανισμοί που να ελέγχουν αποτελεσματικά τον κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό-καζίνο, ο κόσμος οδηγείται σε ένα απερίγραπτο χάος, σε μια συνεχή αβεβαιότητα.

Συμπέρασμα

Για να αποφύγει κανείς τη σύγχυση που και η έννοια του φιλελευθερισμού και αυτή του νεοφιλελευθερισμού δημιουργούν στον δημόσιο χώρο, χρειάζεται να τις εντάξει στο θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν. Ο φιλελευθερισμός από τον 19ο αιώνα ως σήμερα έχει πάρει και τη μορφή που προτείνει τη μη επέμβαση του κράτους στις αγορές, αλλά και τη μορφή ενός παρεμβατικού κράτους που προσπαθεί να ελέγξει τον άναρχο καπιταλισμό. Αρα για να αποφευχθεί ο αποπροσανατολισμός πρέπει πάντα να διακρίνει κανείς τον οικονομικό από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό. Οσο για την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, το πρόθεμα νεο βασίζεται στις ποιοτικές διαφορές μεταξύ της προηγούμενης (1860-1914) και της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Οταν οι παραπάνω διακρίσεις αγνοούνται, έχουμε «ταμπέλες» που αποπροσανατολίζουν.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 8/10/2017.

Συζητήσεις με περιεχόμενο

Η προχθεσινή, νέα απεργία του δημοσιογραφικού κόσμου – σε μια πικρή προσπάθεια να διασωθεί κάτι από την παρεξηγημένη κοινωνικοασφαλιστική κάλυψη του χώρου, που «έλιωσε» χωρίς ούτε αληθινή διαπραγμάτευση να υπάρξει, αλλά και ούτε συνειδητοποίηση από την κοινή γνώμη – άφησε να περάσουν σχεδόν σιωπηλά μια σειρά από συζητήσεις. Οι οποίες όμως φωτίζουν σημαντικές πτυχές του προβληματισμού για την περαιτέρω πορεία της οικονομίας.
Και η μεν προσεκτικότερη εξέταση του τι θα φέρει το προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2018 – με πρόβλεψη πρωτογενούς πλεονάσματος 3,57% του ΑΕΠ (οριακά άνω του στόχου 3,5% του Προγράμματος) σε βάση ρυθμού ανάπτυξης 2,4%, μετά από φετεινή υπέρβαση του στόχου με ελπιζόμενο πλεόνασμα 2,21% (έναντι του συμφωνημένου 1,75%) με ανάπτυξη 1,8% – θα έχει την ευκαιρία να γίνει όσο, τις επόμενες εβδομάδες, το Προσχέδιο θα «ωριμάζει» σε κάτι σαν Προϋπολογισμό. Ήδη η πλευρά της Αντιπολίτευσης μιλά για λογιστικά τρυκ και για χρήση προβολών της διαχείρισης των πόρων και καταβολών της Κοινωνικής Ασφάλισης προκειμένου να καλυφθούν οι υστερήσεις στα κυρίως φορολογικά έσοδα (ιδίως δε στον φόρο φυσικών προσώπων) που παρατηρήθηκαν το 8μηνο . Όμως, ούτως ή άλλως, οι αμέσως επόμενες ημέρες που θα ενσωματώσουν τον Σεπτέμβριο θα δώσουν μια ασφαλέστερη βάση στην συζήτηση – αφήνοντας να εξελίσσεται σε πιο «πολιτικό» επίπεδο η άλλη κουβέντα, περί διάθεσης της υπέρβασης του πλεονάσματος για κοινωνικούς στόχους, ευφυέστερους (ελπίζεται) από την περσινή «13η σύνταξη».
Πάντως υπήρξαν και δυο άλλες δημόσιες συζητήσεις που δεν αισθανόμαστε να καλύφθηκαν αρκετά. Η πρώτη ήταν εκείνη που οργανώθηκε από τους αποφοίτους του Harvard Business School, με συμμετοχή του Daniel Gros (του CEPS και με παρελθόν συμβούλου της Καγκελαρίου Μέρκελ), του Lorenzo Bini-Smaghi (άλλοτε της ΕΚΤ, τώρα Προέδρου της Société Générale), του νέου Γερμανού Πρέσβη στην Αθήνα Jens Ploettner και του Κυριάκου Μητσοτάκη (μεταξύ των alumni του ΗΒS, άλλωστε).
Η δεύτερη ξεκίνησε σαν παρουσίαση του συλλογικού έργου «Beyond Austerity: Reforming the Greek Economy» που κυκλοφορεί στο MIT Press (η Ελληνική εκδοχή θα είναι διαθέσιμη τον Νοέμβριο, στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης), με την συνεργασία του Συνδέσμου Αποφοίτων του LSE και του Γαλλικού Ινστιτούτου. Ειδικά η διοργάνωση περί το «Beyond Austerity» έδωσε την αφορμή σε ευρύτατη ομάδα από Έλληνες οικονομολόγους – από την Ελλάδα και το εξωτερικό – που καλύπτουν το σύνολο των τομέων της οικονομίας: εξωτερικό εμπόριο/ανταγωνιστικότητα, δημοσιονομικά, φορολογία, συνταξιοδοτικό σύστημα, ιδιωτικοποιήσεις, αγορά εργασίας – ακόμη και εκπαίδευση, σύστημα υγείας ή Δικαιοσύνη, πάντως Δημόσιο και λειτουργία του – να δουν με μελλοντοστραφή ματιά τα διδάγματα από την κρίση και να αναζητήσουν/προτείνουν διεξόδους.
Στην συζήτηση του HBS αφέθηκε να ανέβει στην επιφάνεια ο υπορρέων προβληματισμός για τα συσσωρευμένα στο Ελληνικό τραπεζικό σύστημα NPLs και για τις επιπτώσεις της μη-αντιμετώπισης των κόκκινων δανείων. Και ναι μεν ο L. Bini Smaghi θεώρησε τεχνικά απλό το προσπέρασμα του σκοπέλου («αλλάζεις διοίκηση στις τράπεζες – διαγράφεις και πουλάς χαρτοφυλάκια μη-εξυπηρετούμενων δανείων – βγαίνεις στην αγορά για να τα διαθέσεις») , χωρίς να αποκλείει και μια προσέγγιση απευθείας «κουρέματος» των δανείων: αλλά η αληθινή του κατακλείδα ήταν ότι εκείνες οι τράπεζες που έχουν υψηλά NPLs, θα χρειαστούν και περισσότερα κεφάλαια. Ενώ ο D. Gros, που στάθηκε περισσότερο στο ζήτημα του δημοσίου χρέους και της αναχρηματοδότησής του, ιδιαίτερα στην μετά το πάνελ συζήτηση αναφέρθηκε στο υφιστάμενο (ακόμη) στην Ελλάδα μαξιλάρι καταθέσεων: όχι ευχάριστος ο συνειρμός....
Κατά τα άλλα, το συμπέρασμα για την πορεία των Ευρωπαϊκών πραγμάτων «μετά τις Γερμανικές εκλογές» ήταν ότι δεν θα πρέπει να αναμένονται ιδιαίτερες μεταβολές στο συνολικό σκηνικό. Όσον αφορά την ιδιαίτερη πορεία της Ελληνικής διαπραγμάτευσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θεώρησε ότι θα χρειαστεί να υπάρξει αλλαγή της μέχρι τώρα συμφωνίας ώστε να γίνει μείωση του στόχου για τα πλεονάσματα και (παράλληλη) προώθηση των μεταρρυθμίσεων. Με ένα τέτοιο trade-off «δημοσιονομικού χώρου για μεταρρυθμίσεις» θεώρησε ότι θα μπορούσε να «γυρίσει» η οικονομία, πράγμα που με τους τόσο υψηλούς στόχους που έχει τεθεί δεν γίνεται.
Από την συζήτηση τώρα του «Beyond Austerity» (στην οποία θα επανέλθουμε) μια ριζοσπαστική τοποθέτηση προήλθε από το ακροατήριο, και μάλιστα από τον Γιάννη Στουρνάρα. Ο οποίος, όταν τέθηκε σε συζήτηση ποιου είδους Ελληνική πρωτοβουλία θα μπορούσε να «ξεκλειδώσει» αποδοχή δημοσιονομικού χώρου από τους Ευρωπαίους «εταίρους»/μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ευθέως αναφέρθηκε σε κύμα ιδιωτικοποιήσεων το οποίο μάλιστα ποσοτικοποίησε σε τάξη μεγέθους (πρόσθετων 9-12 δις μέσα στην πενταετία)...

*Δημοσιεύτηκε στην Ναυτεμπορική" στις 5/10/2017.

Από τον σουρεαλισμό στην αναζήτηση

Προσλαμβάνει όντως σουρεαλιστικό χαρακτήρα η πορεία της δημόσιας συζήτησης για την πορεία της οικονομίας. Έρχεται στο προσκήνιο με τις προβλέψεις του για το 2018 το Δημοσιονομικό Συμβούλιο, σχολιάζοντας τα διαλαμβανόμενα στο προσχέδιο του Προϋπολογισμού. και «δέχεται» πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,4% (με 1,8% για φέτος – στο όριο) και για αποκλιμάκωση της ανεργίας. όμως δείχνει με μελαγχολία την περαιτέρω μείωση των δημοσίων επενδύσεων – κατά 1,1% – που «απαιτεί», αντισταθμιστικά, κάτι σαν απογείωση των ιδιωτικών επενδύσεων. Προσέρχονται με θετικά/εποικοδομητικά σχόλια «οι ξένοι», εντελώς πρόσφατα ο Βέρνερ Χόγιερ της Ευρ. Τράπεζας Επενδύσεων.
Επόμενο βήμα: αναμένει υπερπροσέλευση επενδύσεων – investment glut – ο Ευκλείδης Τσακαλώτος συνεντευξιαζόμενος με τον Νίκο Χατζηνικολάου. όμως συνεχίζει να αμφιβάλλει για το κλίμα ο Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας στο Ελληνοβρετανικό Επιμελητήριο. Κι αν το πράγμα έως εδώ διατηρεί ένα στοιχείο σοβαρότητας, έρχεται το συνεχιζόμενο έπος του Ελληνικού ως μεγα-αρχαιολογικού χώρου μετά δάσους (με την Κυβέρνηση να ανακαλύπτει – εν έτει 2017 – το «δεν θα αποδεχθεί σκόπιμες κωλυσιεργίες που θα έθεταν σε αμφισβήτηση την δεδηλωμένη βούλησή της»). Ενώ ο σουρεαλισμός απογειώνεται με την απόπειρα απαγόρευσης ιντερνετικών εφαρμογών με την υπόθεση Χρ. Σπίρτζη-Θύμιου Λυμπερόπουλου/ΣΑΤΑ – Taxibeat. σε ανώμαλη προσγείωση η εν λόγω νομοθέτηση με την βοήθεια Στέργιου Πιτσιόρλα : «Πρέπει να αποδεχθούμε τις νέες ιδέες: οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έχουν μπει πια στην ζωή μας σ' όλον τον κόσμο».
Μπροστά, λοιπόν, σ' αυτό το φόντο επιχείρησε να φέρει κάποια στοιχεία έλλογου προβληματισμού το INEPΠΟΣΤ. To Ινστιτούτο Στρατηγικής της Λούκας Κατσέλη και μνήμης Γεράσιμου Αρσένη. Θέμα «Επενδυτική επανεκκίνηση: Τι; Πώς και Από ποιούς;». Η δομή ήταν αρκετά απαιτητική: ιχνηλάτηση του διεθνούς και του Ευρωπαϊκού περιβάλλοντος (ως προωθητικού η ανασχετικού παράγοντα). Ένα πιο τεχνικό μπαράζ αναζητήσεων – ιδίως φορολογικών και χρηματοδοτικών/οργανωτικών. Για να καταλήξει στο «Τι –Πώς – Με Ποιους» όπου και ο επιχειρηματικός κόσμος και η (υποτιθέμενη) επενδυτική κοινότητα έθεσε τις παραμέτρους ζήτησης και προσφοράς: οι επιχειρήσεις «ζητούν» επενδύσεις, οι επενδυτές τις «προσφέρουν» αλλά «ζητούν» κατάλληλες ευκαιρίες. Κλείσιμο πολιτικότερο, με πρέσβεις ξένων χωρών – ΗΠΑ/Γερμανίας/Γαλλίας/Ιταλίας – να επιχειρούν να τοποθετήσουν την Ελλάδα στον παγκόσμιο χάρτη.
ΟΙ συζητήσεις της ημερίδας υπήρξαν πολλαπλά ενδιαφέρουσες. Κάπως αυθαίρετα, θα ξεχωρίσουμε εδώ τρεις εισηγήσεις «της πρακτικής πτέρυγας των πραγμάτων» που ζητούν – θα απαιτούσαν αν ζούσαμε σ' έναν κόσμο αναζήτησης του αποτελέσματος ...– την προσοχή μας. Πρώτον, την εισήγηση της δικηγόρου Ασπασίας Μάλλιου που έφερε την (πικρή) πείρα του φορολογικού/των φορολογικών ελέγχων/της εκδίκασης των φορολογικών υποθέσεων: π.χ. αλλοδαπή τράπεζα ελέγχεται για την χρήση 1994, όμως για τα τέλη του 2017 έχει προσδιορισθεί η.... δεύτερη αναίρεση! ή πάλι η φορολόγηση των αεροπορικών εταιρειών, με την έκτακτη εισφορά επί του κατ' αποκοπήν ποσοστού του τζίρου πήγε να διακόψει την λειτουργία όλων τους εν Ελλάδι έως ότου με «ερμηνευτική διάταξη αναδρομικού χαρακτήρα» αποσύρθηκε. Για να δώσει σήμα κίνδυνου για τα «δεσμευτικά προληπτικά μέτρα» και την δημιουργία παράλληλων ελεγκτικών μηχανισμών στην Οικονομική Εισαγγελία – που υπόσχονται νέο πάγωμα των πάντων εν ονόματι της αυστηροποίησης. Να προειδοποιήσει για τις παρενέργειες της εύκολης ποινικοποίησης και της διεύρυνσης της ευθύνης των διοικούντων.
Πάμε τώρα στην εισήγηση του – πανεπιστημιακής προέλευσης/ LBS – Ηλία Παπαϊωάννου. Βλέποντας την αποτελεσματικότητα του δικαιϊκου, ιδίως του δικαστικού συστήματος της Ελλάδας της Ευρωζώνης να κινείται χαμηλότερα και από χωρών της υποσαχάριας Αφρικής, διαπιστώνοντας και την «μετάσταση των προβλημάτων από τις φορολογικές αρχές και την διοίκηση στα δικαστήρια» μέσα από τις εκκρεμούσες υποθέσεις (με 280.000 υποθέσεις στον αέρα για 30 πρωτόδικους σχηματισμούς, 951 δικαστών και 600 προσωπικού υποστήριξης) αποτόλμησε μια πρόταση. Την πρόσληψη – με διαδικασίες!- 5.000 δικηγόρων. Και στήριξη σ' αυτούς, επί 5ετία, της επέκτασης λειτουργίας των δικαστηρίων και μετά την λήξη του ωραρίου, ενδεχομένως και τα Σάββατα για τις απλούστερες υποθέσεις. Ώστε... αντί να θρηνούμε για τις εκκρεμείς υποθέσεις, να αρχίσουμε να τις απορροφούμε.
Τελευταίο παράδειγμα πρακτικής προσέγγισης, η ανάλυση του – Προέδρου του ΤΕΕ – Γιώργου Στασινού για εκείνο που ονόμασε «χωρική ανασφάλεια» κάθε επενδύσεως, που σημαίνει ότι κανένας επενδυτής στην Ελλάδα και πουθενά δεν μπορεί να υπολογίσει τον χρόνο αδειοδότησης, που εύκολα πάντως φθάνει τους 30 μήνες. Προτείνει λοιπον την δημιουργία ενός One Click Land Info System το οποίο να συγκεντρώνει από τις διάφορες υπηρεσίες τα (διαθέσιμα) στοιχεία. Ώστε να υπάρχει ένας συνολικός ψηφιακός χάρτης που, για κάθε ακίνητο, να μπορεί να καταστεί διοικητική πράξη, και να οδηγεί σε ηλεκτρονικά εκδιδόμενη άδεια. Όνειρα; Αν ναι... αναγκαία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 5/10/2017.

Όχι μια νέα ΝΕΡΙΤ

Η κυβέρνηση δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες ανοίγοντας την ΕΡΤ μετά το "μαύρο", αλλά δυστυχώς η συνέχεια είναι απογοητευτική: η δημόσια ραδιοτηλεόραση παραμένει στο ίδιο ή και χειρότερο σημείο από αυτό που ήταν την ημέρα του κλεισίματος. προς μεγάλη ικανοποίηση των εχθρών της.

Κανονικά ο νέος ιδρυτικός νόμος θα έπρεπε να κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της ΕΡΤ από την πολιτική εξουσία, όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Ενα τέτοιο νομικό καθεστώς θα έκανε δυσκολότερη την άλωση της από επόμενες κυβερνήσεις που θα ήθελαν να την ελέγξουν ή να την κάνουν να σιωπήσει, όπως έκανε η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013.

Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν μια σημαντική συμβολή στην εγκαθίδρυση στη χώρα δημοκρατικών κανόνων, η σημερινή κυβέρνηση επέλεξε τη πεπατημένη των τελευταίων 45 χρόνων. Και αναπόφευκτα πληρώνει το πολιτικό κόστος για την επιλογή της, να διοικήσει δηλαδή ένα χώρο που ούτε γνωρίζει ούτε μπορεί απολύτως να ελέγξει.

Η κυβέρνηση δεν έχει το παραμικρό όραμα για το τι θα έπρεπε να είναι μια δημόσια ραδιοτηλεόραση στη σημερινή εποχή. Και δικαιολογημένα, γιατί δεν είναι δικιά της δουλειά να σχεδιάσει την ραδιοτηλεοπτική στρατηγική. Χωρίς σχέδιο και όραμα, η επιλογή των διοικήσεων γίνεται με άγνωστα κριτήρια και προσωπικά παιχνίδια. Και όταν οι διοικήσεις αποχωρούν, κανείς δεν ξέρει τους λόγους της αποχώρησης.

Γιατί επελέγη ως διευθύνων σύμβουλος και αποχώρησε ο κ. Ταγματάρχης και με ποια κριτήρια βρέθηκε ο αντικαταστάτης του; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο πρόεδρος της ΕΡΤ κ. Τσακνής αποχώρησε καταγγέλλοντας την συνδιοίκηση της ΕΡΤ με συνδικαλιστές. Υποστηρίζεται επίσης ότι του δόθηκαν υποσχέσεις τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, που δεν τηρήθηκαν. Η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις, εκτός και αν πιστεύει ότι ένα δημόσιο αγαθό αποτελεί προσωπική της ιδιοκτησία.

Η ΕΡΤ είναι σήμερα μια Α.Ε που λειτουργεί με κανόνες ΔΕΚΟ και κουβαλά τις παθογένειες του παρελθόντος, θυμίζοντας στιγμές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με αυτούς τους όρους δεν θα γίνουν ποτέ οι ριζοσπαστικές κινήσεις που απαιτούνται για την εξυγίανση της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αγκυλώσεις και τις φοβερές στρεβλώσεις που διέπουν τα προσόντα και τα καθήκοντα του προσωπικού. Που είτε αδιαφορεί, είτε δεν έχει πια το κουράγιο για να ανατρέψει τους συσχετισμούς .

Στα δύο χρόνια που επαναλειτουργεί, η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχασε την τρομερή υποστήριξη του κόσμου που είχε μετά το κλείσιμο της, Δίνει το «πάτημα» σε μια επόμενη κυβέρνηση να καταργήσει ή να συρρικνώσει εκ νέου την ΕΡΤ, όπως προαναγγέλλεται με εμμονή, φτιάχνοντας μια νέα ΝΕΡΙΤ για λίγους«κολλητούς» της.

Αλλά τότε, αν η σημερινή κυβέρνηση δεν κινηθεί επιτέλους σοβαρά και θεσμικά, δεν θα υπάρχει κανείς να διαμαρτυρηθεί.

*Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 6/10/2017.

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, αισιοδοξία;

Πριν από μερικές ημέρες η «Εφ.Συν.» δημοσίευσε τα δημοσκοπικά ευρήματα της ProRata που κατέγραψαν απογοήτευση, θυμό και φόβο. Οι περισσότεροι (80%) δεν πιστεύουν στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια το 2018. Αντίθετα, πιστεύουν ότι θα αργήσει πολύ η ανάκαμψη της οικονομίας. Ενώ οι πολίτες σαφώς ενδιαφέρονται για το πoια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, το 75% είναι απογοητευμένοι από όλα τα κόμματα. Αμφισβητούνται τα αποτελέσματα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της επιτήρησης.

Η αξιολόγηση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στη μεταδημοκρατία συνοψίζεται στη φράση «δυσπιστία στις ελίτ». Παρότι δεν πρόκειται για ελληνική πρωτοτυπία, σε εμάς η κρίση της δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι μία μόνον από τις ζημιές που προκάλεσε η κρίση∙ και στο μέτρο που εκτρέφει απογοητευμένους, θυμωμένους, φοβισμένους τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά, είναι μια ύπουλη κληρονομιά.

Το άλλο σημαντικό που συνδέεται με τη «δυσπιστία στις ελίτ», είναι ο μεγάλος χρονικός ορίζοντας της προβλεπόμενης ανάκαμψης – κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με θεσμικές εκτιμήσεις και προβολές για άμεση βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Η διάρρηξη της σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ ελίτ και κοινωνίας (εμείς αποδεχόμαστε τη δύναμή σας, το κύρος και την καλοπέρασή σας, αλλά μόνον αν ευημερούμε και εμείς), εκτός από πίεση στον πολιτικό χρόνο της παρούσας ή της όποιας μελλοντικής ελληνικής κυβέρνησης, αν μη τι άλλο, δείχνει και ένα ακόμη πιο σημαντικό.

Δείχνει ότι η επαγγελλόμενη ανάκαμψη προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την κοινοτοπία της αύξησης των εθνικών λογαριασμών και ένα χειροπιαστό success story για την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής. Μετά τα αλλεπάλληλα οκταετή σοκ, προϋποθέτει τα δύσκολα: άρση χρόνιων στρεβλώσεων, αδικιών και μείωση κοινωνικών ρηγματώσεων.

Αλλά, για τι πράγμα μιλάμε; Ποιες ήταν οι αποτυχίες; Η ελίτ (πολιτική, επιχειρηματική, διανοητική, τραπεζική και η μιντιακή ελίτ) σε παγκόσμιο επίπεδο υποτίμησε τις συνέπειες της κρίσης αλλά και της μονόδρομης οικονομικής φιλελευθεροποίησης. Το στοίχημα που έπαιξαν οι αγορές με τα δημόσια χρέη στην Ευρώπη, το κρέμασαν στις κυβερνήσεις και το κέρδισαν. Η αντίδραση της ευρωπαϊκής πολιτικής, λόγου χάρη, απέτρεψε τον κίνδυνο μιας συστημικής κατάρρευσης, χωρίς όμως να αποτρέψει φυγόκεντρες δυνάμεις, εθνικισμούς, μηδενισμούς που ανατροφοδοτούν την κρίση.

Η διανοητική-πνευματική ελίτ απαξιώθηκε ένεκα της αποτυχίας της να προβλέψει την κρίση ή, έστω, να συμφωνήσει και να αξιώσει τις δράσεις μετά τη βίαιη εκδήλωσή της. Στην Ελλάδα, λόγου χάρη, η αυτοαναφορική πολιτική ελίτ απαξιώθηκε από την απροθυμία της να αναγνωρίσει τις ευθύνες της, από την προθυμία της να διασωθεί με κάθε κόστος, όμως χρεώνοντας τις δικές της ανικανότητες σε αυτούς που έφεραν τη μικρότερη ευθύνη.

Επιπλέον, η Ευρώπη εκτός από τη θεοποιημένη ελεύθερη αγορά αδυνατεί να κατασκευάσει άλλη λατρευτική εικόνα. Με την αγορά να γίνεται βορά μιας παγκοσμιοποιημένης χρηματοοικονομικής ελίτ όλο και πιο ανεξάρτητης, όλο και πιο κυνικής στις αξιώσεις της (βλέπε πολυεθνικές, βλέπε μεγάλες επενδύσεις), τα μετεκλογικά μοντάζ περί νίκης της δημοκρατίας έναντι των ακροδεξιών δύσκολα γεφυρώνουν τη λογική με το συναίσθημα∙ ούτε ενσαρκώνουν κάποια υπόσχεση αλλαγής.

Η Ευρώπη κινείται στο αυταπόδεικτο της δημοκρατίας, την οποία όμως δείχνει σαν να μην την έχει ανάγκη. Στην ευρωζώνη, η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια των κυβερνήσεων των πιστωτριών χωρών, κυρίως της Γερμανίας, και σε μία τριάδα μη εκλεγμένων γραφειοκρατών, ήτοι, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το αργό, ανομικό σύστημα ανταμοιβών απογοητεύει τους λαούς∙ οι πολιτικοί δείχνουν ανίσχυροι και αναξιόπιστοι.

Και η Ευρώπη πορεύεται με διαβαθμίσεις «περισσότερης ένωσης» η οποία ανάγεται σε αυτόνομο «πολιτικό αγαθό» δίχως πολιτεία και κλείνοντας τα μάτια στις σκανδαλώδεις ατέλειές της, αγγίζοντας τα όρια της πολιτικής εξαπάτησης.

Στην ομηρική έκβαση, ο Οδυσσέας είχε διαλέξει τη Σκύλλα. Είχε απώλειες. Αλλά το «χειρότερα δεν γίνεται» έχει μια νότα αισιοδοξίας. «Οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο. Αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ, αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους», έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ. Οχι με την έννοια ότι υπάρχει κάποιος μαγικός τρόπος εξάλειψης των δεινών, αλλά ως δυνατότητα ταχείας άμβλυνσης των προβλημάτων και βελτίωσης της ευημερίας. Αλλωστε, η Ιστορία ουδέποτε περιέγραψε οριστικές λύσεις παρά μόνο ακμές και παρακμές. Είναι καλό να ξέρουμε τα όρια, τις αδυναμίες και το μη περαιτέρω των μηχανισμών του φαύλου συστήματος.

Στην Ελλάδα απαιτούνται μεγάλες συναινέσεις και όχι στρατηγικές μη συνεργασίας που ευνοούν κόμματα και βλάπτουν το σύνολο. Οι δημοκρατικές δυνάμεις πρέπει να αφήσουν τα πολιτικάντικα παιχνίδια, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και ν' ανταποκριθούν στις ανησυχίες των πολιτών, πριν να είναι αργά. «Πρέπει να συνυπάρχει η απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της θέλησης», έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι, δείχνοντας ταυτόχρονα εκείνες τις πολιτικές οντότητες που έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη στις κοινωνικές διεργασίες αντιστροφής απογοήτευσης και απαισιοδοξίας των δημοσκοπικών υποδειγμάτων και της καθημερινότητας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2017.

Σελίδα 1 από 78