Τετάρτη, 16 Ιανουάριος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Τοπία του χειμώνα, εδώ και στην Ευρώπη

Το πρώτο αυταπόδεικτο είναι ότι η επιτυχία για την Ελλάδα δεν εξαρτάται από αυτό που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων. Ούτε από τις ευαρέσκειες της καγκελαρίου Μέρκελ προς την κυβέρνηση για το έργο της, ούτε από την αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού εκ μέρους των δανειστών, ούτε καν από τα παραδεδεγμένα λάθη τους. Εξαρτάται από το πόσο ευτυχισμένοι και αισιόδοξοι είναι οι Ελληνες –και ως Ελληνες και ως Ευρωπαίοι.

Το δεύτερο μείζον έχει να κάνει με το ευρωπαϊκό τοπίο. Για όσο διάστημα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα λειτουργούν σε πολιτικό κενό με αποκλειστικό γνώμονα την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν θα είναι ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά που θα απειλεί την Ε.Ε., αλλά η ίδια η Ε.Ε. που θα δημιουργεί και θα διογκώνει τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό. Η συνέπεια είναι ήδη ορατή: φαύλος κύκλος σε εθνικά επίπεδα που επιτίθεται συνεχώς στις ποιότητες της δημοκρατίας, στον χώρο μιας Ηπείρου που απέτυχε να κάνει τη δημοκρατία χειροπιαστή στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου υποσχόταν άνοιξη και νέα περίοδο για την Ευρώπη το μέλλον της οποίας φάνταζε διαφορετικό, όπως διαφορετικό έδειχνε για κείνη την παγκόσμια στιγμή και το παρελθόν της ‒ παρά το γεγονός ότι το τελευταίο προέκυπτε ματωμένο από τα συντρίμμια του 1945 αλλά και από διαχωρισμούς που, εν τω μεταξύ, παγιώθηκαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και επικυρώθηκαν με την ανέγερση του Τείχους το 1961. Υστερα από τρεις δεκαετίες πολλά έχουν αλλάξει στον «ελεύθερο ευρωπαϊκό κόσμο».

Ομως, παρά το γεγονός του πολιτικού χειμώνα, η ευρωπαϊκή ιδέα παραμένει στο τραπέζι. Ο ιστορικός Τόνι Τζαντ αρχίζοντας τις πρώτες κι όλας σελίδες του magnum opus του «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (εκδ. Αλεξάνδρεια) με σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από τις μεταβολές του 1989, είχε εκφράσει ορισμένες επιφυλάξεις απέναντι στην άκρατη υπεραισιοδοξία που συνόδευε την πλανητική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου ευρωατλαντισμού, για τις οποίες, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε: «Αν η Ευρώπη ακολουθήσει "γερμανική" πορεία... θα παραμείνει απλώς και μόνο το άθροισμα και ο υψηλότερος κοινός παρονομαστής των ξεχωριστών συμφερόντων των μελών της».

Παρ' όλα αυτά, ως κεντροαριστερός, υποδείκνυε ως μείζον για την προοδευτική ευρωπαϊκή παρακαταθήκη, αυτό που συμβατικά αποκαλούσαμε «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Το μοντέλο αυτό, η δική μας τουλάχιστον γενιά Ευρωπαίων, το αντιπαρέθετε στον αμερικανικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και οικονομίας.

Αυτό το μοντέλο είναι που ενώνει τους Ευρωπαίους, ακόμη και όταν αμφισβητούν κριτικά τη μια ή την άλλη πλευρά του. Και αυτό το μοντέλο υπερασπίζεται αυτή τη στιγμή η Αριστερά. Εκ τούτου, η ενσωμάτωση της ευημερίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνον με απλή αναδιανομή εισοδημάτων από τους πλούσιους στους φτωχούς ή από τα πιο παραγωγικά τμήματα της οικονομίας σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς.

Η ενάρετη πολιτική οικονομία του 21ου αιώνα, για να προχωρήσει, δεν θα πρέπει να έχει παγίδες ανισότητας. Κάποτε –όχι πριν από πολλά χρόνια‒ το σύνθημα στα ευρωπαϊκά γραφεία ήταν το «Εver closer union» (στενότερη Ενωση), μάλλον με την έννοια της διεύρυνσης – η οποία συνεχίζεται στις μέρες μας, ειδικότερα στις χώρες της γειτονιάς μας.

Σήμερα, προεκλογικά, στο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τα γραφεία της Κομισιόν στις Βρυξέλλες, κυριαρχεί με μεγάλα γράμματα το σύνθημα «The Future Is Europe» (Το μέλλον είναι η Ευρώπη). Πρόκειται περί πίστης σε έναν τύπο συλλογικής διακυβέρνησης που, στο πρόσφατο παρελθόν, δεν επέδειξε υψηλά επίπεδα πολιτικής υπευθυνότητας – ίσως επειδή, όπως και οι μεγάλες εταιρείες, δεν είναι υπόλογη κυρίως στους λαούς της Ευρώπης.

Αντίθετα, όπως φάνηκε με την Ελλάδα, με το Brexit, όπως φαίνεται με το κίνημα διαμαρτυρίας των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, αλλά και με το θέμα του προϋπολογισμού στην Ιταλία, οι γραμμές που αποκόπτουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και γεννούν τον εθνικισμό πυκνώνουν και δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Τούτων δοθέντων, δεν μένει άλλο παρά αυτή η πίστη να αποτυπωθεί στην πραγματική ευημερία και αυτό το μέλλον να συνοδευτεί από χειροπιαστές δράσεις τόσο στα εθνικά συμφραζόμενα όσο και στο κοινοτικό επίπεδο, σε πλαίσιο δημοκρατίας.

Ούτως ή άλλως, όπως έχουν εξελιχθεί τα πολιτικά πράγματα, πολλοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξυπνούν και νυχτώνουν σε τοπία πολιτικού χειμώνα, με κυρίαρχη την αίσθηση της εγκατάλειψης∙ νοιώθουν άβολα∙ αισθάνονται ευάλωτοι απέναντι στις αυξανόμενες περιβαλλοντικές, οικονομικές και πολιτικές απειλές, με αποτέλεσμα το σύνθημα «The Future Is Europe» να μοιάζει κούφιο και να αμφισβητείται, όσο ποτέ άλλοτε, από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Και τι θα μείνει τελικά στα τοπία της Ευρώπης όταν η δημοκρατία θα σταματήσει πρακτικά να είναι μια πολιτική επιλογή; Δυστοπίες και εθνικιστικές φαντασιώσεις. Οι Βρετανοί –και δεν μιλάμε για κάποιο τελείως ανυπόληπτο έθνος-κράτος‒ βασανίζονται αρκετά στις μέρες μας από την ιδέα ότι «θα είμαστε καλύτεροι μόνοι μας»!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2019. 

Βοήθεια ανάγνωσης

Όταν και η επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα του Ιανουαρίου 2019 - σχεδόν πέντε χρόνια μετά την ανάλογη επίσκεψη του Απριλίου 2014 - θα έχει ολοκληρωθεί, όταν θα έχουμε όλοι (;) διαβάσει και ακούσει τις τοποθετήσεις της για την οικονομική φάση στην οποία βρίσκεται η μεταΜνημονιακή Ελλάδα, ίσως χρειαστεί να κάνομε όλοι (πάλι) ένα βήμα πίσω. Να ξανασκεφθούμε.
Το 2014 από την Καγκελαρία είχε δοθεί «στήριξη στην συνεπή μεταρρυθμιστική πορεία της Κυβέρνησης»,, παράλληλα με μήνυμα ότι «η Γερμανική Κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει τα επιτυχή μέτρα λιτότητας της Ελλάδας» (μάλιστα εν συνεχεία υπήρξε διόρθωση της «λιτότητας» σε «εξυγίανση»). Δυο χρόνια αργότερα, στην επίσκεψη του - Πρωθυπουργού, ήδη - Αλέξη Τσίπρα στο Βερολίνο, η Καγκελάριος είχε φροντίσει να σφραγίσει την συνάντηση με την παρατήρηση «Θα συζητήσουμε και θα δούμε πώς εκτιμά (ο Έλληνας Πρωθυπουργός) την κατάσταση. Όμως εδώ (το Βερολίνο) δεν είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Οι διαβουλεύσεις γίνονται με τους Θεσμούς». Ήταν τότε η εποχή του «οι συνομιλίες μας δεν ήταν πάντα εύκολες, όμως διακρίνονται για την ειλικρίνεια και την σταθερότητά τους».
Το 2014, πάλι, η επίσκεψη Μέρκελ είχε ακολουθήσει κατά λίγες μέρες την δοκιμαστική έξοδο της Ελλάδας στις αγορές (του Απριλίου 2014, όταν είχαν σηκωθεί 3 δις για 5ετές, με 4,95%). Άλλωστε η Καγκελαρία είχε συνδέσει την επίσκεψη με την αναγνώριση της - τότε - επιτυχίας εξόδου, μάλιστα για 3 δις ενώ αρχικά ζητώντας 2,5 δις. Ακολούθησαν τρία πράγματα, βέβαια: οι Ευρωεκλογές που εισπράχθηκαν ως πλήγμα. ο «φιλολαϊκός» ανασχηματισμός Σαμαρά που έδιωξε τους τότε μεταρρυθμιστές (Χατζηδάκης - Σκορδάς) έναντι λαϊκής δεξιάς (Γιακουμάτος-Βούλτεψη) και η ταλαίπωρη δεύτερη απόπειρα εξόδου στις αγορές, τον Ιούλιο 2014 (ζητήσαμε 3 δις σε 3ετή ομόλογα με 3,5%, δόθηκαν μόλις 1,5 δις). Βέβαια τότε είχε συμπέσει το «τρακάρισμα» της Πορτογαλικής Banco Espirito Santo...
Γιατί το ταλαιπωρούμε, τώρα, το θέμα αφού – όπως ήδη σημειώσαμε – θα είναι σωστό να περιμείνουμε να ακούσουμε τι θα έχει να πει πάλι η Καγκελάριος Μέρκελ η ίδια – αντί για το γνώριμο σπορ, να προεξοφλούν οι δυο πλευρές της Ελληνικής προεκλογικής πολιτικής σκηνής, η καθεμιά αντιθετικά προς την άλλη, τι θα ειπωθεί και τι θα σημαίνει και τι θα συνεπάγεται; (Και παραβλέπουμε, εδώ, το βαρύτερο μενού του Μακεδονικού στην εδώ παρουσία Μέρκελ. Παραβλέπουμε και το Προσφυγικό/Μεταναστευτικό, που ήταν παρόν και το 2014. Παραβλέπουμε και το αγκάθι των πολεμικών επανορθώσεων, που η Καγκελαρία επεδίωξε να προ-εκτονώσει πριν καν ξεκινήσει η επίσκεψη). Πρώτα-πρώτα, διότι ακριβώς παράλληλα με την επίσκεψη Μέρκελ ξαναρχίζουν οι εργασίες της ενισχυμένης μετα-Μνημονιακής εποπτείας (μας): την ερχόμενη εβδομάδα ξαναέρχονται οι άλλοτε Τροϊκανοί – που, με αφοριστική του δήλωση, ο Στέφανος Μάνος τους κατακεραύνωνε προχθές για πλημμελή αν μη στρεβλή παρακολούθηση -, ενώ ήδη το EuroWorking Group ξανακοιτάζει τι έχει προχωρήσει από τα υπεσχημένα διαρθρωτικά. (Τίποτε το ουσιαστικό πάντως). Κυβερνητικοί που «ανακάλυψαν» την Άνγκελα Μέρκελ και κατεδαφιστές της Αντιπολίτευσης ας το ξαναθυμηθούν: ασφαλώς και ο λόγος του Βερολίνου έχει μεγάλο βάρος, η δε Mutti Άνγκελα καίτοι αποδυναμωμένη είναι ό,τι διαθέτει η «Ευρώπη» του 2019 από εξουσία – όμως το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις είναι άλλη ιστορία. Όχι δε μόνο/όχι τόσο για τα διαβόητα 620 εκατ. ευρώ/πρώτη δόση από τις επιστροφές κερδών ANFAs/SMPs , που είναι εν τέλει σταγόνα στον ωκεανό (π.χ.) των υπερπλεονασμάτων. Αλλά και, για το πολυπόθητο «σήμα προς τις αγορές».
Εδώ, κι άλλη αυτοσυγκράτηση! Καλά τα σήματα εμπιστοσύνης, αλλά δεν αρκούν ακόμη κι αν εκπορεύονται από Βερολίνο. Η επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση – τελευταία, από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο – ότι το cash buffer των 25+ δις ευρώ δίνει στην Ελλάδα άνεση να αποφασίσει όποτε το κρίνει σκόπιμο να ξαναδοκιμάσει τις αγορές, δεν είναι βέβαιο ότι λειτουργεί θετικά. Τείνει να δείξει ότι η Ελλάδα του 2019 διαχειρίζεται δια της αναβολής – σας θυμίζει κάτι; Εν τω μεταξύ, η προοπτική 10ετούς φαίνεται να πηγαίνει ακόμη πιο πίσω έτσι όπως οι αποδόσεις έχουν εγκατασταθεί πάνω από το 4%, τα δε CDS/ασφάλιστρα κινδύνου σκαρφαλώνουν και πάλι (βέβαια σε χαμηλούς όγκους). Αναζήτηση ενός μικρού ποσού για 5ετές δεν θα αντιστοιχούσε με την επίσημη επιδίωξη για εξομάλυνση της καμπύλης των επιτοκίων του Ελληνικού χρέους. Ενώ επάνοδος (μνήμη του 2014...) σε «λύση» 3ετούς, το οποίο θα ήταν κάτω από την ομπρέλα της μεσοπρόθεσμης εγγύησης μέτρων χρέους, θα ήταν ανοιχτά προσχηματική. Χώρια που κάθε σύγκριση επιτοκίων θα λειτουργούσε παραπειστικά.
Αυτά, ως βοήθεια ανάγνωσης της επίσκεψης Μέρκελ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/1/2019.

Βήματα προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω

Η Ευρώπη

Στη Γαλλία, λόγω της αρτηριοσκληρωτικής οικονομίας, των πολιτικών διαταραχών και της πτώσης της δημοτικότητας του Μακρόν, η ισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα ενταθεί. Ετσι θα κυριαρχήσει όχι το μακρονικό σχέδιο για μια ταχεία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ενοποίηση, αλλά το γερμανικό. Δηλαδή μια πιο αργή, βήμα προς βήμα ενοποίηση βασισμένη στη συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και της γερμανοκρατίας. Αυτό είναι προφανές αν λάβουμε υπ' όψιν μας πως η Γερμανία έχει σήμερα, μεταξύ άλλων συμμάχων, και τη λεγόμενη «ομάδα των οκτώ» (Δανία, Ολλανδία, Σουηδία, Φινλανδία, Τσεχία καθώς και τις Βαλτικές Χώρες). Και οι «οκτώ» στηρίζουν την πολιτική της λιτότητας, εναντιώνονται στους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς πόρων από τον Βορρά προς τον Νότο. Οπως και οι γερμανοί ψηφοφόροι, αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση των «ανεύθυνων» Νοτιοευρωπαίων. Ετσι η κυρίαρχη βορειο-γερμανική συμμαχία θα οδηγήσει στην παραπέρα εκτίναξη των ανισοτήτων (ένδον και διακρατικών), στην περιθωριοποίηση ενός σημαντικού μέρους των χαμένων από την παγκοσμιοποίηση και στην παραπέρα άνοδο του εθνολαϊκισμού. Οι παραπάνω εξελίξεις σημαίνουν πως στον χρόνο που έρχεται το χάσμα Βορρά – Νότου θα ενταθεί, η αξία της αλληλεγγύης θα ξεχαστεί και τα θεμέλια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος θα εξακολουθήσουν να υποσκάπτονται. Ετσι η προοπτική μιας Ενωμένης Ευρώπης ικανής να γίνει, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ο τρίτος βασικός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική αρένα εξαφανίζεται.

Περνώ, τέλος, από την ανισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας στον τρίτο κύριο παίκτη της ευρωζώνης, την Ιταλία. Η λαϊκιστική κυβέρνηση θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Αυτό θα οδηγήσει στην ενδυνάμωση της Ευρώπης-«φρουρίου». Από την άλλη μεριά, σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό αδιέξοδο, η ιταλική κυβέρνηση φαίνεται να υποχωρεί. Μάλλον θα κάνει μια «κωλοτούμπα» ελληνικού τύπου. Δηλαδή θα υποκύψει στις πιέσεις των αγορών και σε αυτές των Βρυξελλών.

Οι δύο υπερδυνάμεις

Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθήσουν να συρρικνώνονται. Ενώ από την άλλη μεριά, η Κίνα μέσω της λεγόμενης «ήπιας δύναμης» (soft power) θα συνεχίσει την επεκτατική πολιτική με μαζικές επενδύσεις στις χώρες που βρίσκονται στον Δρόμο του Μεταξιού και όχι μόνο. Βέβαια, η αμερικανική υπερδύναμη θα διατηρήσει την πρωτοπορία της στην έρευνα, στις τεχνολογίες (κυρίως της ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης) και στις στρατιωτικές επενδύσεις. Σε αυτόν τον τομέα, βέβαια, και οι δύο υπερδυνάμεις ακολουθούν τις νέες τεχνολογίες, κατασκευάζοντας νέου τύπου πυρηνικούς πυραύλους που καμιά από τις δύο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Σε έναν μελλοντικό πυρηνικό πόλεμο θα βλέπαμε παγκόσμιες καταστροφές βιβλικού τύπου. Για τη στιγμή, τέτοιου είδους πόλεμοι δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Το πιο πιθανό είναι η συνέχιση του Ψυχρού Πολέμου που θα βασίζεται σε μια ισορροπία τρόμου. Ισορροπία που κάνει αυτούς που ελέγχουν τα μέσα βίας και κυριαρχίας να αποφεύγουν τα πυρηνικά όπλα και να περιορίζουν τις στρατιωτικές επεμβάσεις ή πιέσεις σε συγκεκριμένα πεδία (π.χ. στη Συρία οι ΗΠΑ και στη Σινική Θάλασσα η Κίνα).

Αν στον στρατιωτικό χώρο υπάρχει ένα είδος ισορροπίας (τρόμου), στον οικονομικό η Κίνα, λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης, έχει κάνει τεράστια βήματα προς τα εμπρός. Στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα έχει πλησιάσει, αν όχι ξεπεράσει, τις ΗΠΑ. Βέβαια, στον τομέα των υψηλών τεχνολογιών οι ΗΠΑ υπερτερούν, αλλά η απόσταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων μικραίνει (βλ. Economist, 20/1/2018). Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Κίνα ανεβαίνει, ενώ οι ΗΠΑ, με τη μερκαντιλική πολιτική του αμερικανού προέδρου ακολουθούν μια καθοδική πορεία. Αυτό σημαίνει πως σε μερικά χρόνια η κινεζική υπερδύναμη θα είναι σε θέση να αμφισβητήσει την αμερικανική ηγεμονία με απρόβλεπτες τεκτονικές αλλαγές στον κόσμο που έρχεται.

Η παγκοσμιοποίηση

Αντίθετα με πολλούς λαϊκιστές ηγέτες που ονειρεύονται την αποπαγκοσμιοποίηση και την επιστροφή στην αυτονομία του κράτους-έθνους, η στροφή προς τα πίσω είναι αδύνατη. Η παγκοσμιοποίηση θα συνεχίσει με απίστευτους ρυθμούς. Θα έχει και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Από τη μια μεριά, θα εξακολουθεί να οδηγεί στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της καπιταλιστικής ημιπεριφέρειας, κυρίως στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Για τη στιγμή, π.χ., πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι (δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας) έχει ξεπεράσει το επίπεδο της απόλυτης φτώχειας. Αυτή η πρωτοφανής αλλαγή θα συνεχιστεί στα χρόνια που έρχονται. Από την άλλη μεριά, οι ανισότητες στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Κίνα συνεχίζουν να εντείνονται. Σε βαθμό που ένας μικρός αριθμός κροίσων ελέγχει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Αν προσθέσουμε την καταστροφή του περιβάλλοντος, την παγκοσμιοποίηση των τρομοκρατικών και εγκληματικών δικτύων και άλλες βαρβαρότητες, το μέλλον φαίνεται εξαιρετικά δυσοίωνο. Αφού δεν υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί έλεγχοι της νεοφιλελεύθερης, αγοροκρατικής παγκοσμιοποίησης, παγκοσμιοποίησης που μοιάζει με μια χωρίς φρένα υπερταχεία αμαξοστοιχία.

Η Ελλάδα

Εδώ θα αναφερθώ τηλεγραφικά σε πέντε μελλοντικές εξελίξεις.

• Η συμφωνία των Πρεσπών. Σίγουρα θα ψηφιστεί. Θα λυθεί επιτέλους ένα πρόβλημα που ταλανίζει τη χώρα για 25 χρόνια. Το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε λυθεί πριν από καιρό με την πρόταση Πινέιρο. Πρόταση που λανθασμένα απορρίφθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση. Στη χρονιά που έρχεται αν, μάλλον απίθανο, η στρατηγική της ΝΔ πετύχει, η ιδέα πως μπορεί να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις από το μηδέν είναι φαντασίωση. Θα χαθεί η μοναδική ευκαιρία που έχουμε. Αφού για γεωπολιτικούς λόγους (ρωσικός επεκτατισμός στα Βαλκάνια), αργά ή γρήγορα, θα αγνοηθεί το ελληνικό βέτο.

•Ο μερικός διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Η συμφωνία Τσίπρα – Ιερωνύμου θα επικυρωθεί, με την κυβέρνηση να ικανοποιεί μερικά από τα αιτήματα των ιερέων. Δεν θα πρόκειται για έναν ριζοσπαστικό διαχωρισμό όπως στη Γαλλία. Θα είναι όμως ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

•Ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τη στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, λόγω της πίεσης από την τρόικα και της προσγείωσης στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Μαζί με τα άλλα φιλοευρωπαϊκά σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην Ευρωβουλή.

•Το ΚΙΝΑΛ. Πήρε μια ανάσα με την παράλογη επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του Κώστα Σημίτη. Αλλά σίγουρα, όπως τα άλλα κεντροαριστερά κόμματα που στράφηκαν προς τα δεξιά, θα συνεχίσει την καθοδική πορεία του. Δυστυχώς αυτό θα εντείνει τον διπολισμό του κομματικού συστήματος. Το ΚΙΝΑΛ θα χάσει την ευκαιρία να γίνει ο σημαντικός τρίτος πόλος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

•Η κομματικοκρατία. Σε ό,τι αφορά τον «πολιτικό πολιτισμό», όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθούν την άκρατη παλαιοκομματική, συγκρουσιακή κουλτούρα. Κοκορομαχίες, απαράδεκτες επιθέσεις/βρισιές, κυριαρχία μικροκομματικών συμφερόντων κ.λπ. Η κομματικοκρατία και το 2019 θα συνεχίσει τον διαβρωτικό της ρόλο. Τα κόμματα θα συνεχίσουν να διεισδύουν σε όλους τους θεσμικούς χώρους, από τα πανεπιστήμια μέχρι τον αθλητισμό, υποσκάπτοντας έτσι την ήδη καχεκτική κοινωνία των πολιτών. Ολα τα παραπάνω προφανώς αδυνατίζουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία της χώρας.

Συμπέρασμα

Βλέπουμε βήματα προς τα εμπρός, αλλά και βήματα προς τα πίσω. Πάντως, ο κασσανδρικός λόγος και η καταστροφολογία της αντιπολίτευσης ούτε πείθουν, ούτε κάνουν καλό στη χώρα. Η Ελλάδα έχει πάψει να είναι το μαύρο πρόβατο της ΟΝΕ. Ο Πρωθυπουργός κατάφερε, κυρίως μέσω της συμφωνίας των Πρεσπών, να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αυτό θα βοηθήσει τη χώρα να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 30/12/2018. 

Δύο δημοφιλείς πλάνες για τους ηγέτες και τις ελίτ

Δ​​ύο δημοφιλείς πλάνες ανθούν στην Ευρώπη του παρδαλού λαϊκισμού και των μειωμένων προσδοκιών.

Η μία διατείνεται ότι το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρόβλημα ηγεσιών. Απουσιάζουν, λέει, προσωπικότητες μεγέθους ενός Κολ, Μιτεράν, Ντελόρ. Η ιστορική απόσταση τείνει να «ψηλώνει» και να εξιδανικεύει τους ηγέτες του παρελθόντος. Στην εποχή τους, οι επικριτές στηλίτευαν τον επαρχιωτισμό του Κολ, τον οικονομικό αναλφαβητισμό του Μιτεράν, την ατολμία του Ντελόρ.

Η πλάνη παραβλέπει τις ουσιώδεις αιτίες. Η βαθύτερα ενοποιημένη Ευρώπη των «28» είναι και βαθύτερα διαιρεμένη. Τις «σιωπηρές συναινέσεις» του παρελθόντος έχουν διαδεχθεί οι «θορυβώδεις διαφωνίες» της νεότερης περιόδου. Η διακυβέρνηση σήμερα είναι διαρκής διαχείριση κρίσεων με ευρείς, οδυνηρούς συμβιβασμούς. Ο Κολ δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από τη Μέρκελ. Η μετάθεση της ευθύνης στα πρόσωπα εμποδίζει τη συζήτηση να εστιαστεί εκεί που πρέπει: στη διάσταση εθνικών συμφερόντων, στις διευρυνόμενες ανισότητες και αποκλίσεις. Που απαιτούν πολιτικές ενσωμάτωσης, γενναίων συναινέσεων, μεγάλων συμβιβασμών και υπερεθνικών λύσεων.

Η δεύτερη πλάνη είναι ακόμα πιο διαδεδομένη. Οπως έγραφε ο Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή, «δυστυχώς, το αφήγημα των αποκομμένων και αλαζονικών ελίτ κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη, συχνά μάλιστα μέσα στις ίδιες τις ελίτ, κυρίως λόγω πνευματικής οκνηρίας που οδηγεί στην υιοθεσία των κάθε είδους κλισέ».

Το κλισέ των αποκομμένων ελίτ εκτός από λαϊκίστικο είναι και ανιστόρητο. Ποτέ στο παρελθόν οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες δεν παρακολουθούσαν τόσο στενά τις αντιλήψεις και διαθέσεις της κοινής γνώμης. Ποτέ οι ελίτ στη φιλελεύθερη Δύση δεν βρίσκονταν τόσο ανοιχτά εκτεθειμένες στην αμφισβήτηση και την αποδομητική κριτική, όχι απλώς από μια δράκα επικριτικών ΜΜΕ αλλά από εκατομμύρια «ελεύθερους σκοπευτές» του Διαδικτύου και των social media.

Ποτέ στο παρελθόν οι ηγεσίες δεν υποχρεώνονταν σε επιδείξεις ταπεινοφροσύνης όπως σήμερα – κι αυτό είναι σπουδαίο. Ο πρόεδρος Μακρόν έσπευσε να υπαναχωρήσει αναφωνώντας mea culpa για την εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων» – δεν θυμάται κανείς τον Ντε Γκωλ, τον Ζισκάρ ή τον Μιτεράν να αυτομαστιγώνονται με τέτοια προθυμία.

Απομόνωση των ελίτ; Παραδοσιακά οι ηγέτες διαμόρφωναν υψηλή πολιτική σε κλειστό κύκλο. Ο Λίντον Τζόνσον έστειλε εκατομμύρια νεαρούς Αμερικανούς σε έναν μισητό πόλεμο στις ζούγκλες του Βιετνάμ – εκατοντάδες χιλιάδες επέστρεψαν νεκροί και σακατεμένοι. Σήμερα ο Τραμπ ασκεί εξωτερική πολιτική ασφάλειας εκτοξεύοντας tweets, μαζεύοντας likes και δυναμιτίζοντας συμμαχίες δεκαετιών, ενάντια στη γνώμη όλων των ειδικών, με οδηγό το πολιτικό του ένστικτο και την ανάγκη διατήρησης της εκλογικής του βάσης. Η raison d' état, πολιτική εθνικού συμφέροντος, έχει δώσει τη θέση της στη vox populi, όπως καταδεικνύει το αργό ναυάγιο του δημοψηφισματικού Brexit. Aκόμη και σε σοβαρές κυβερνήσεις, όπου ο υπουργός Αμυνας δεν ντύνεται καταδρομέας προς άγραν «πατριωτικών» ψήφων.

Δεν υπάρχουν σήμερα πολιτικοί που να μη συμβουλεύονται δημοσκόπους και focus groups για κάθε σημαντική κίνηση. Η περίφημη «παράσταση νίκης» ενεργοποιεί αυτοεκπληρούμενες προφητείες, όπου ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος ακολουθεί το ρεύμα. Το δημοσκοπικό ρεύμα δεν οδηγεί πάντα σε εθνικά επωφελείς λύσεις, αλλά οι πολιτικοί σήμερα έχουν λιγότερη δύναμη να του αντισταθούν.

Κάποιες φορές πρέπει οι ελίτ να είναι αποκομμένες. Η καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν θα γινόταν αίτημα του «λαού» εάν οι πολίτες έπρεπε να εγκαταλείψουν βολικές συνήθειες και να πληρώνουν όταν ρυπαίνουν. Κάποιες ελίτ επιστημόνων χτύπησαν το καμπανάκι, κάποιες ελίτ δημοσιογράφων το ανέβασαν, κάποιες ελίτ πολιτικών συνεργάστηκαν, διαπραγματεύθηκαν, κάποιες προοδευτικές ελίτ οικολογικών κινημάτων τούς στήριξαν, για να φτάσουν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα. Αντίθετα, τα «Κίτρινα Γιλέκα» εξεγέρθηκαν ενάντια στον φόρο στη βενζίνη, υπό τα χειροκροτήματα των Τραμπ, Πούτιν και Λεπέν. Και οι οδηγοί των SUV στις ΗΠΑ καταδημαγωγούνται ευχαρίστως από τον Τραμπ και τις πετρελαϊκές για να αρνούνται τα αδιάσειστα ευρήματα της επιστήμης.

Αλλες φιλελεύθερες ελίτ προστάτεψαν πρόσφυγες από την τυφλή οργή των «απειλούμενων πλειοψηφιών» (που γράφει ο Ιβάν Κράστεφ). Εφτιαξαν συντάγματα προστασίας των δικαιωμάτων από την τυραννία της πλειοψηφίας και την αυθαιρεσία της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Οι μειοψηφίες, οι αδύναμοι, ο πλανήτης οφείλουν πολλά σε κάποιες προοδευτικές ελίτ και στους φιλελεύθερους θεσμούς, που δεν περίμεναν λαϊκή στήριξη για να δράσουν.

Ασφαλώς και υπάρχουν ελίτ αλαζονικές, υπεροπτικές, αποκομμένες από την πλειοψηφία. Αλλά η οικοδόμηση πολιτικής σε αυτό το ιδεολόγημα παράγει πολιτικές τυφλής οργής, όπου κάνουν πάρτι οι ακραίοι και δημαγωγοί. Μειώνει την πολιτική σε μια πρωτόγονη, αυταρχικών τάσεων σύγκρουση μέχρις εσχάτων, «να φύγουν αυτοί να έρθουμε εμείς».

Το θέμα δεν είναι οι ελίτ. Το θέμα είναι να είναι αξιοκρατικές, να έχουν κοινωνική συνείδηση, να υπηρετούν πολιτικές δημόσιου συμφέροντος και να ελέγχονται δημοκρατικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/12/2018. 

Τα καλύτερα και τα χειρότερα για το 2019

Πάντως, από τα μηνύματα για το έτος 2019 το πιο στρογγυλεμένο ήταν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για την Προεδρία, οι μεγάλοι στόχοι μας για το 2019 είναι η πρόοδος του τόπου, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η θωράκιση των εθνικών μας θεμάτων και δικαίων – με την υπόμνηση «να μην επαναλάβουμε επώδυνα λάθη του παρελθόντος, απώτερου και πρόσφατου».

Από κει και πέρα, ωσάν να απουσιάζει η νεότερη πολιτική και κοινωνική θεωρία περί «ορθών» κοινωνικοοικονομικών διευθετήσεων, τα μηνύματα των αρχηγών και οι σημειολογίες διέφεραν∙ θα περίμενε κάποιος πως, από τη διαφορετικότητα, θα μπορούσε να προκύψει μια σύνθεση – μια, έστω, αποδεκτή από όλους και αισιόδοξη για όλους. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ανέλπιδες ευχές, εγωισμοί, αυταρέσκειες με... ελάχιστη έως καθόλου πολιτική.

Ο μεν πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε θετική αποτίμηση για το 2018, αφού «οι αγώνες και οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο». Εκτίμησε ότι το 2019 θα είναι «μία χρονιά ελπίδας, αισιοδοξίας, προσδοκίας και δημιουργικότητας», εφόσον «κερδίσαμε ήδη τη μάχη της επιστροφής της κανονικότητας με 350.000 νέες θέσεις εργασίας...». Μίλησε για χρονιά των μεγάλων και αναγκαίων θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν τόλμησε και για χρονιά μεγάλης αναβάθμισης του διεθνούς κύρους και του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές στερέωμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στη δική του αφήγηση του χειρότερου για το 2018: «... Πολλοί είδαν τη ζωή τους να γίνεται χειρότερη... πολλοί συμπολίτες μας έχασαν άδικα τη ζωή τους από την ανικανότητα του κράτους, οι φόροι εξακολουθούν να πνίγουν τους Ελληνες και ότι η ανομία γεμίζει με ανασφάλεια την καθημερινότητά τους...». Και έκλεισε με το προεκλογικό ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διχασμούς, ούτε άλλη πόλωση. Χρειάζεται ενότητα, αλληλεγγύη και σχέδιο για το αύριο και ότι το 2019 θα πάμε μπροστά.

Το αξίζουμε και το μπορούμε» – υπονοώντας, με το κόμμα του στην εξουσία. Το ΚΚΕ, λ.χ., με την ίδια πίστη ότι για όλα ευθύνεται το προπατορικό αμάρτημα, μας θύμισε πως όλα τα δεινά είναι δημιούργημα του καπιταλισμού που θα εξαφανιστούν με την κατάργησή του.

Αυτά παθαίνει όποιος, από τα πρωτόκολλα και το επάγγελμά του ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, είναι υποχρεωμένος να πει δυο ευχές στους συμπολίτες του∙ να πει πράγματα που δεν τα πολυπιστεύει και όταν, μάλιστα, αυτά τα δυο πράγματα δεν βγαίνουν από την καρδιά του ούτε καν από τη δική του σκέψη.

Τα λόγια και οι ευχές του καταλήγουν σε κοινοτοπίες. Τίποτα για τον φθίνοντα ελληνικό πληθυσμό και τις προβολές του, τίποτα για το περιβάλλον, τίποτα για την ανεργία, τίποτα για τη φτωχοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τίποτα για την πολιτισμική έκπτωση. Τίποτα για τα δύσκολα, αλλά και τίποτα για τα θεμελιώδη: τι χρειαζόμαστε τον πλούτο; Πόσα χρειαζόμαστε για να ζούμε μια καλή ζωή;

Και ενώ τα καταστήματα ήταν γεμάτα από λογής εμπορεύματα, ενώ υπήρξε πληρότητα στους δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς και ενώ οι ειδήσεις είπαν κάτι για αναθέρμανση της αγοράς, ακούμε μαζί και τα παράπονα των εμπόρων για δουλειές που δεν πάνε καλά, ή ότι οι εφημερίδες έχουν χαμηλές πωλήσεις κ.λπ. κ.λπ, σε μια αγορά που ξέρει καλά ότι για να είναι κάποιος αγοραστής, θα πρέπει να έχει δουλειά και μισθό, να ζεσταίνεται και να χορταίνει.

Αλλά γι' αυτά ούτε κουβέντα, σαν να μην υπήρξαν πτήσεις από το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ στην Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ (για την ευέλικτη απασχόληση κατά της ανεργίας), και από το φουτουριστικό «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας» του Τζον Μέιναρντ Κέινς το 1930, στη φτώχεια και την απλήρωτη εργασία της σημερινής κρίσης.

Σε ένα διάσημο ποίημα του 20ού αιώνα –επηρεασμένο από το Τρίτο Ασμα της «Κόλασης» του Δάντη και εξίσου διάσημο όσο και η «Ερημη Χώρα»–, στο «Οι Κούφιοι Ανθρωποι», ο νομπελίστας Τ.Σ. Ελιοτ μιλάει για εκείνους που μένουν ξεροί μπροστά σε ηθικά προβλήματα∙ αναφέρεται στον θάνατο του ευρωπαϊκού πολιτισμού από αυτούς που καθόρισαν τη Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου και τους δήθεν προοδευτικούς χωρίς ριζώματα στην κοινωνία. Οι τελευταίοι στίχοι του είναι και οι πιο γνωστοί στίχοι οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή: «Ετσι τελειώνει ο κόσμος / Οχι με έναν βρόντο / μα μ' ένα λυγμό».

Όμως, τελειώνει ο κόσμος; Μα και βέβαια όχι. Η ζωή συνεχίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, μεταξύ προσδοκιών και διαψεύσεων –όπως τότε στον Μεσοπόλεμο. Αλλά όπως έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ «οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο∙ αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» και, όπως έλεγε και κάποιος άλλος, «ας είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της απαισιοδοξίας». Το βέβαιο είναι ότι το 2019 θα έχει και τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ας σταθούμε εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/1/2019.

Η υπερβολή δεν βοήθησε κανένα

Η πρώτη πρόγνωση/προβολή της χρονιάς, η πρώτη προσμονή και η πρώτη προσδοκία. Η τελευταία είναι η λιγότερο συζητημένη για την ώρα. η πρώτη έχει ήδη πολυσυζητηθεί, όμως ότι η έμφαση δεν δόθηκε σ' εκείνα τα στοιχεία της που έχουν μεγαλύτερη σημασία. η ενδιάμεση υπόσχεται/απειλεί ενδιαφέροντα πολιτικά πυροτεχνήματα.
Εκείνο που ονοματίσαμε πρόγνωση/προβολή μας ήρθε από το κλείσιμο της χρονιάς η οποία μόλις μας εγκατέλειψε – και είναι η δημόσια κατάθεση Κώστα Σημίτη, με την προ-Πρωτοχρονιάτικη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ». Που περιέλαβε την δίκην προφητείας πρόγνωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί στο μέλλον (δεν διευκρινίστηκε ο χρονικός ορίζοντας, όμως αυτό είναι ίδιον των προφητειών: το φλου του χρονικού στοιχείου) να προσφύγει και πάλι για στήριξη - στον ESM αντί του ΔΝΤ αυτήν την φορά. Εκείνο που «κρατήθηκε» (από κάθε πλευρά με την δική της λογική: από Κυβέρνηση απόρριψη/ξορκισμός, από Αξιωματική Αντιπολίτευση αίσθηση δικαίωσης των δυσμενών διαγνώσεων, από ελάσσονα Αντιπολίτευση/ακραίο Κέντρο «εξ ημών το φως [...] λαμψάτω έμπροσθεν των ανθρώπων») ήταν το δυσοίωνο του σεναρίου. Εκείνο που, για μας, θ' άξιζε περισσότερο να προσεχθεί είναι ότι αυτή την φορά ο μηχανισμός στον οποίο γίνεται αναφορά – ο ESM με την ολοκληρωμένη διαδικασία στήριξης που αυτός διαλαμβάνει, με στοιχεία αυτοματισμού – είναι λιγότερο τραυματικός και συνεπάγεται λιγότερη αναστάτωση και απ' εκείνον του 2010/12 και απ' ό,τι ήταν διαθέσιμο το 2015/16. Α, ναι, και είναι διαθέσιμος όχι μόνο για στήριξη του Κράτους αλλά και για διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αν και εφόσον: κρατήστε το, αυτό, καθώς η Ισπανική εμπειρία αλλά και η Ιταλική εμπλοκή δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όμως, ειλικρινά, εκείνο που μας παραξένεψε το πόσο λίγο συζητήθηκε από την τοποθέτηση Σημίτη, είναι η έμφαση που έδωσε ο συλλογισμός του στο ανέφικτο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, το 3,5+% μέχρι το 2022, το 2,2% μέχρι να μην υπάρχει αύριο.
Η ευθυγράμμιση του επιχειρήματος με εκείνο που έχουμε εδώ και καιρό ακούσει/διαβάσει από Γιάννη Στουρνάρα, από Νίκο Χριστοδουλάκη και τελευταίως από Κυριάκο Μητσοτάκη έχει το ενδιαφέρον της. Ακόμη περισσότερο όμως θα μετρούσε, κατά την άποψή μας, το ότι και η «Κιβωτός του Ευρωπαϊσμού» (έτσι λειτουργεί για την Ελλάδα του 2019 ο Κ. Σημίτης, όχι;) στοιχείται πίσω από την γραμμή του να διατίθεται μέρος του πλεονάσματος – το πάνω από 1-1,5% - σε επενδυτικούς σκοπούς. Αν είναι, δηλαδή, να ξεκολλήσει κάποτε η Ελληνική οικονομία! Αν, μάλιστα, προσέξει κανείς ότι ο Κ. Σημίτης ρητώς αναφέρεται σε επενδύσεις δημόσιες, κι αν περαιτέρω συσχετίσει με το κατατιθέμενο στο ίδιο «ΒΗΜΑ» σχέδιο/πρόταση Αλέκου Παπαδόπουλου για εθνικό πρόγραμμα 2020-2030, νομιμοποιείται κανείς να ανακαθίσει. Να ήταν εδώ η σπορά μιας – απαγορευμένη λέξη; - επαναδιαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους «εταίρους»; Εδώ θα επικεντρώναμε, και έτσι θα διαβάζαμε την άλλη επισήμανση Σημίτη, ότι δηλαδή τυχόν νέα προσφυγή στον ESM θα διελάμβανε νέες δεσμεύσεις οικονομικής πολιτικής για την Κυβέρνηση που θα χρειαστεί να την κουβαλήσει. (Δεν γίνεται να μην έχει σοκαριστεί ο ίδιος – όπως άλλωστε και ο Αλ. Παπαδόπουλος, για να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό – με την συγκινητική ομοψυχία Κυβέρνησης-Αξιωματικής Αντιπολίτευσης-ακραίου Κέντρου ως προς την πολιτική παροχών, την ινδαλματοποίηση των συντάξεων κοκ.).
Έτσι περνούμε σ' εκείνο που προαναγγίξαμε ως πρώτη προσμονή της χρονιάς. Αυτή είναι η υπεσχημένη/προεξαγγελλόμενη επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα. Βέβαια ... πρώτα να την δούμε να επισυμβαίνει. Άμα η Ελλάδα του 2019 υποδεχθεί την Καγκελάριο «που κράτησε την χώρα στην Ευρωζώνη», θα ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να ξεκινούσε -με την βάση βέβαια, ότι υπήρξε επιτυχής έξοδος της Ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια – ένας de facto επαναπροσδιορισμός πολιτικής. Στην κατεύθυνση χαλάρωσης, σιγά-σιγά και με δεσμεύσεις, και στροφής προς την ανάπτυξη. Θεμελιωμένα και όχι διακηρυγμένα. Αντ' αυτού...
...Αντί αυτού, μάλλον θα έχουμε την δυσάρεστη αναφορά-με-τσακωμό γύρω από την (επαίσχυντη, κατάπτυστη κοκ) Συμφωνία των Πρεσπών, που αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για τους Γερμανούς, συν την διαχείριση του προσφυγικού. Με τις άσοφες αιχμές περί συναλλαγής, αν μη «ξεπουλήματος» για τις συντάξεις κοκ. Σπατάλη, σπατάλη δυνάμεων. Τουλάχιστον... πορείες διαμαρτυρίας κατά Μέρκελ δεν αναμένονται.
Και έτσι φθάνουμε στο τρίτο βήμα, την προσδοκία. Την προσδοκία να υπάρξουν συνθήκες, στο πρώτο 3μηνο της χρονιάς, οι οποίες να επιτρέπουν μια μίνι-έξοδο στις αγορές. Με άγγιγμα ενός 4% σε απόδοση έκδοσης, ας πούμε, ενός ρηχού 5ετούς.
Σε όλα αυτά, από την Μήδεια, «Τα δ' υπερβάλλοντ' ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς»/Η υπερβολή ουδόλως βοηθάει τους θνητούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/1/2019.

Ετοιμάζοντας το άλμα στο 2019

Αναγνώστης της στήλης, τέλος χρονιάς που βρισκόμαστε/μέρες υποδοχής του 2019, μας ρωτούσε πώς και δεν σταθήκαμε τον τελευταίο καιρό στις προοπτικές έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας, ως «απόδειξη» της επανόδου στην κανονικότητα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι όλο και «κάτι» ζουζουνίζει γύρω από την θεματική αυτή: οι αποδόσεις των ομολόγων και η πρόσβαση ή μη στις αγορές κοντεύουν να γίνουν θέμα των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην Βουλή και του καυγά στα τηλεπαράθυρα. Διστακτικά, ανταποκρινόμαστε:
Είναι πάντα παρακινδυνευμένο, να βγάζει κανείς συμπεράσματα – και μάλιστα να επιχειρεί προβολές σε έστω και κοντινό μέλλον – με βάση την κίνηση στις αγορές ομολόγων. Οι οποίες, ούτως ή άλλως, ενσωματώνουν περισσότερους παράγοντες απ' όσους συνήθως βλέπουμε να «αξιοποιούνται» από τους αναλυτές. (Και μάλιστα όταν πρόκειται για αγορές ρηχές και εύκολα επηρεάσιμες όπως εκείνες των Ελληνικών χαρτιών).
Όμως η – προσώρας – εκτόνωση της Ιταλικής κρίσης/αντιπαράθεσης με τις Βρυξέλλες, και η σχετικά γρήγορη αντανάκλαση στις αποδόσεις των Ιταλικών ομολόγων (τα 10ετή είχαν ξεπεράσει εκεί το 3,55% προ εβδομάδων ενώ ήδη «πέρασαν κάτω» από το 3%, γύρω στο 2,8% - με spread έναντι του γερμανικού Bund σχεδόν στα 250 bps, όταν είχαν βρεθεί και στα 310 bps) στρέφει όντως αναγκαστικά τα μάτια και στα Ελληνικά χαρτιά. Τα οποία, με μια σχετική διστακτικότητα, ακολούθησαν: πέρασαν τα 10ετή μας σε επίπεδα και κάτω από 4,3%, ενώ είχαν φθάσει και το 4,65%, με spread έναντι του Bund κάτω από 410 bps.Το κακότυχο 7ετές μας, που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο στο 3,5%, αντλώντας 3 δις (εν μέρει από επενδυτές οι οποίοι διακρατούσαν τότε 10ετές που «έγραφε» 3,6% και πούλησαν προκειμένου να δοκιμάσουν το φρέσκο 7ετές...) ξαναγύρισε κάτω από το 4%, ενώ είχε κοντέψει μια στιγμή να πιάσει σε απόδοση ένα επικίνδυνο 4,40% - «τσουρουφλίζοντας» και εγκλωβίζοντας όσους το είχαν αποτολμήσει.
Ξαναλέμε ότι το να ψειρίζει κανείς τις αποδόσεις σε μια αγορά με περιορισμένο βάθος δεν είναι κάτι πολύ υπεύθυνο. Και ασφαλώς η πορεία που θα ακολουθήσει η διστακτική επάνοδος της Ελλάδας «στις αγορές, στις αγορές!» – όπως κοντεύει να γίνει το νέο πολιτικό σύνθημα – περιορισμένα μόνον εξαρτάται απ' αυτήν την όψη των πραγμάτων. Έναντι των κάπου 7 δις ευρώ που αναμένεται να σηκώσει η χώρα μέσα στο – προεκλογικό, σωστά; – 2019, κατά τον ΟΔΔΗΧ και την Rothschild, ανάλογο ποσό θα επιδιωχθεί να προκύψει από το πρωτογενές πλεόνασμα που χτίστηκε και προσδοκαται ότι θα συνεχίσει να χτίζεται. Ενώ, ροκανίζοντας το cash buffer (με πλήρη συναίνεση των δανειστών, σημειωτέον ), θα επισπευσθεί η εξόφληση του «ακριβού» δανεισμού από ΔΝΤ κατά 4 δις ευρώ για λήξεις μέχρι και 2020. Εδώ, θυμόμαστε κάτι: ότι η άντληση/draw-down από το cash buffer για εξόφληση χρέους προς ΔΝΤ (αλλά και προς την ΕΚΤ), έτσι όπως «σβήνει» οφειλές δεν αλλάζει την συνολική εικόνα του χρέους. Όμως μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης και αναπροσαρμόζει λήξεις.
Πάντως η συνολικότερη επιβάρυνση του κλίματος στις αγορές – η Ιταλία, που είχε συγκεντρώσει τους προβολείς, ή και η διατάραξη από το Brexit, αποτελεί μια μόνο πτυχή: η σταδιακή αλλαγή πλεύσης στο μέτωπο της ποσοτικής χαλάρωσης/ΕΚΤ (η περίοδος επανεπένδυσης δεν μας αφορά, αφού ο Μάριο Ντράγκι ούτε στην τελική ευθεία αγόρασε Ελληνικό χαρτί) αλλά και η έστω διστακτική κίνηση της FED στην σκακιέρα των επιτοκίων (παρά την αντίδραση Τραμπ, ο Τζερόμ Πάουελ έφτασε το βασικό επιτόκιο της Fed στο 2,5%. το Αμερικανικό 10ετές έχει εν τω μεταξύ απόδοση κάπου στο 2,5%) – ένα πάντως δείχνει: ότι η πίεση θα είναι βασικό παρακολούθημα στο ορατό μέλλον. Έτσι θα πορευόμαστε όλοι...
Ενώ λοιπόν ο ΟΔΔΗΧ θα οριστικοποιεί τους σχεδιασμούς για το ξεκίνημα του 2019, θα συνεχίζονται οι πιεστικές ερωτήσεις προς ΕΚΤ/SSM για το πότε θα αφεθούν οι Ελληνικές συστημικές τράπεζες να επενδύσουν περισσότερο σε εγχώριο χαρτί, πράγμα που θα διευκόλυνε αισθητά την πρώτη έξοδο στις αγορές. Η οποία, ούτως ή άλλως, μόνο «προ-κανονισμένη» θα επιχειρηθεί άμα όντως γίνει στο πρώτο δίμηνο του χρόνου. Επιπλέον, ενώ παλιότερα οι σχεδιασμοί επικεντρώνονταν στην έκδοση 10ετους, τώρα όλοι θα είναι ευτυχείς με ένα προσεκτικότερο 5ετές ως αρχική κίνηση.
Αν, λοιπόν – καταλήγουμε – θεωρεί κανείς ότι η συζήτηση γύρω από την επάνοδο «στις αγορές, στις αγορές!» είναι πρόσφορο θέμα για πολιτική συζήτηση, μάλλον λάθος κάνει. Αλλού/αλλιώς θα είναι το άλμα στο 2019, αν δεν είναι απλώς σούρσιμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 27/12/2018. 

Νίκος Μουζέλης: «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός,σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος»

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων θα βρίσκεται σε μερικές ημέρες το νέο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Στις σελίδες του πραγματεύεται θέματα όπως οι ανισότητες, ο νεοφιλελευθερισμός, η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα των απόψεων που εκθέτει στο βιβλίο του ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του London School of Economics.

Εθνολαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

«Οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, της φιλοευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς καθώς και άλλων κεντρώων δυνάμεων που θα έχουν σαν στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Γιατί οι δύο αυτές τάσεις αλληλοσυνδέονται. Αφού είναι κυρίως οι ανισότητες και η περιθωριοποίηση που ο νεοφιλελευθερισμός ενέτεινε – οδηγώντας, σε συνδυασμό με το προσφυγικό, στην ενδυνάμωση του εθνολαϊκισμού. Σε τελική ανάλυση, είναι ο συνδυασμός των εντεινόμενων ανισοτήτων και της επακόλουθης θεαματικής ανόδου του λαϊκισμού που υποσκάπτουν περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα τα θεμέλια της δημοκρατίας. Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., ο νεοφιλελευθερισμός από τη μια μεριά και ο λαϊκισμός από την άλλη είναι οι δύο κύριες διαλυτικές δυνάμεις, δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή της».

Το θέμα της σύγκλισης

«Για μερικούς αναλυτές, η έλλειψη σοβαρών πολιτικών ελέγχων θα οδηγήσει στην κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αυτοί που ισχυρίζονται πως όχι μόνο δε θα υπάρξει κατάρρευση αλλά πως, αντίθετα, η λογική και οι παγκόσμιοι θεσμοί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού θα διεισδύσουν σε όλες τις εθνικές οικονομίες, περιθωριοποιώντας σταδιακά τα μη νεοφιλελεύθερα, κρατικιστικά χαρακτηριστικά τους. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που το οικονομικό υπερισχύει του πολιτικού σε πλανητικό επίπεδο, από τη στιγμή που το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει νεοφιλελεύθερη μορφή, οι παγκόσμιες αγορές διεισδύουν και εντάσσουν στον παγκόσμιο χώρο τους πάντες. Αυτό θα ενισχύσει την τάση για μια "νεοφιλελευθεροποίηση" του κόσμου. Αρα θα οδηγήσει σε μια σταδιακή σύγκλιση.

Η παραπάνω θέση όμως δεν υπολογίζει πως το παγκόσμιο σύστημα είναι μεν νεοφιλελεύθερο αφού οι πολιτικοί έλεγχοι των παγκόσμιων αγορών (ιδίως των χρηματοπιστωτικών) είναι εξαιρετικά καχεκτικοί. Ταυτόχρονα όμως αποτελείται από τρία υποσυστήματα που λειτουργούν και εντάσσονται διαφορετικά στις παγκόσμιες αγορές: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα του οποίου το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, ο αυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας και ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός της βορειοδυτικής Ευρώπης που, παρά τις τωρινές νεοφιλελεύθερες τάσεις, παραμένει στην ουσία σοσιαλδημοκρατικός.

Αν εξετάσουμε τα δύο πρώτα υποσυστήματα, είναι προφανές πως το νεοφιλελεύθερο αμερικανικό υποσύστημα έχει διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές δομές από αυτές του αυταρχικού κινεζικού. Στο τελευταίο οι ελέγχοντες τα μέσα κυριαρχίας ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα και τα μέσα παραγωγής. Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό υποσύστημα, μπορεί να μη συμβαίνει το αντίθετο (όπως υποστηρίζουν πολλοί μαρξιστές), αλλά σίγουρα η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη που έχει η κινεζική, όχι μόνο στο εγχώριο αλλά και στο ξένο κεφάλαιο που επενδύεται στη χώρα. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε σε βάθος το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα με μια πολιτική οικονομία που δεν λαμβάνει υπόψη της το αυταρχικό καπιταλιστικό υποσύστημα της Κίνας, ένα σύστημα που έχει πάνω από ένα δισεκατομμύριο πληθυσμό και που η γεωγραφική του έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη από το σύνολο της έκτασης Ευρώπης, ΗΠΑ και Ιαπωνίας!

Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως η ταχεία κινεζική ανάπτυξη δημιουργεί ραγδαία μια μεσαία τάξη που αργά ή γρήγορα θα πιέσει για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Αντίθετα με αυτό που συνέβη στη Νότια Κορέα, η ραγδαία κινεζική ανάπτυξη δεν φαίνεται να οδηγεί σε έναν καχεκτικό έστω εκδημοκρατισμό. Γιατί στη Νότια Κορέα η ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής κυβέρνησης που, με τη βοήθεια τεχνοκρατών, οδήγησε την οικονομία προς τις εξαγωγές. Σε αυτή την περίπτωση, η δημιουργία μεσαίων στρωμάτων (μαζί με άλλους ευνοϊκούς παράγοντες) είχε σαν αποτέλεσμα το δημοκρατικό άνοιγμα.

Η διαφορά με την Κίνα είναι πως το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει ρίζες και έλεγχο του πληθυσμού που η κορεατική δικτατορία δεν είχε. Κατά τον Economist (31/3/2018), η ταχεία οικονομική ανάπτυξη και ο κινεζικός επεκτατισμός (ο περίφημος "δρόμος τους μεταξιού") οδηγούν όχι στην πολιτική δύναμη των μεσαίων τάξεων, αλλά στην ενδυνάμωση του κινεζικού αυταρχισμού. Με άλλα λόγια, η ταχεία ανάπτυξη και η μείωση της απόλυτης φτώχειας έχει νομιμοποιήσει σε έναν μεγάλο βαθμό τον κομμουνιστικό έλεγχο του κράτους. Επιπλέον, ο σοβιετικός τύπος οργάνωσης του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και, πιο γενικά, η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και της κομφουκιανής παράδοσης που δίνει έμφαση στην αρμονία και την τάξη, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια μεγάλη σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

Συμπερασματικά, η θεωρία της σύγκλισης δεν είναι πειστική. Η λογική του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού θα παραμείνει διαφορετική από αυτή του νεοφιλελεύθερου. Αν αυτό ισχύει, θεωρίες που αναφέρονται γενικά σε μια παγκόσμια υπερεθνική τάξη χωρίς να διαφοροποιούν αυτή που συνδέεται με τις δυτικές πολυεθνικές και αυτή που συνδέεται με το εγχώριο (ξένο και κινεζικό) κεφάλαιο, καθώς και με τις κινεζικές πολυεθνικές που ελέγχονται από το κράτος δεν είναι πειστικές».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018. 

Η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου

Κληρονόμος της κριτικής θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο 89χρονος σήμερα Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους ζώντες φιλοσόφους. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Χάμπερμας τον περασμένο Μάιο στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

Καθηγητή Χάμπερμας, θεωρείτε ότι η παρακμή της μορφής του δημόσιου διανοούμενου είναι μια πραγματικότητα ή είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης μεταξύ διανοουμένων; Δεν υπάρχει μια ορισμένη δόση μελαγχολίας όταν γίνεται λόγος γι' αυτήν;

Η μορφή του διανοούμενου, όπως τη γνωρίζουμε παραδειγματικά στη Γαλλία, από τον Ζολά ώς τον Σαρτρ και τον Μπουρντιέ, αναδύθηκε σε μια δημόσια σφαίρα της οποίας οι εύθραυστες δομές σήμερα διαλύονται.
Κακώς τίθεται το νοσταλγικό ερώτημα «γιατί δεν υπάρχουν πλέον διανοούμενοι;». Δεν μπορούν πλέον να υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει ένα κοινό αναγνωστών στο οποίο να απευθυνθούν με τα επιχειρήματά τους.

Θεωρείτε ότι το διαδίκτυο έχει αποδυναμώσει εκείνη τη δημόσια σφαίρα την οποία εξασφάλιζαν τα παραδοσιακά μεγάλα μέσα επικοινωνίας και ότι αυτό είχε «πραγματικές» (και όχι προσωρινές ή φαινομενικές) επιπτώσεις στους φιλοσόφους, τους στοχαστές κ.λπ.;

Ναι, η ιστορική μορφή του διανοούμενου αναπτύχθηκε, από τον καιρό του Χάινριχ Χάινε, με την κλασική διαμόρφωση ενός φιλελεύθερου κοινού. Αυτή η μορφή όμως ζει υπό δυσεύρετες πολιτισμικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών, αλλά κυρίως την ύπαρξη μιας δημοσιογραφίας που επαγρυπνεί, αξιόπιστων μέσων επικοινωνίας και ενός μαζικού τύπου ικανού να προσανατολίζει το ενδιαφέρον της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών προς τα λίγα θέματα που είναι σημαντικά για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Περιλαμβάνουν επίσης ένα κοινό που ενδιαφέρεται για την πολιτική, καλά μορφωμένο, εκπαιδευμένο στη συγκρουσιακή διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ένα κοινό που διαθέτει χρόνο για να διαβάζει τις ανεξάρτητες και ποιοτικές εφημερίδες. Σήμερα αυτή η υποδομή δεν είναι πλέον ακέραιη. Ο κατακερματισμός που προκαλεί το διαδίκτυο έχει περιθωριοποιήσει τον ρόλο των παραδοσιακών μέσων, τουλάχιστον στις νεότερες γενιές.

Ήδη προτού εκδηλωθούν οι κεντρόφυγες και διαλυτικές τάσεις των νέων μέσων, η αποδιάρθρωση του πολιτικού κοινού είχε αρχίσει με την εμπορευματοποίηση της δημόσιας προσοχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την αποκλειστική κυριαρχία της ιδιωτικής τηλεόρασής τους, είναι ένα προειδοποιητικό παράδειγμα. Στο μεταξύ, τα νέα μέσα επιδιώκουν μια πολύ πιο δόλια εμπορευματοποίηση. Ο στόχος δεν είναι ευθέως η προσοχή των καταναλωτών, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση των ιδιωτικών προφίλ των χρηστών. Από τους «πελάτες», χωρίς αυτοί να το συνειδητοποιούν, κλέβουν τα προσωπικά τους δεδομένα, έτσι ώστε να μπορούν να τους χειραγωγούν καλύτερα, μερικές φορές ακόμη και για πολιτικά «μαφιόζικους» σκοπούς, όπως μάθαμε πρόσφατα από το σκάνδαλο του Facebook.

Δεν νομίζετε ότι το διαδίκτυο, πέρα από τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά του, ευνόησε μια νέα μορφή αναλφαβητισμού;

Εννοείτε τις πομφόλυγες και τα fake news των tweets του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν μπορούμε καν να πούμε ότι αυτό το πρόσωπο είναι κάτω από το επίπεδο πολιτικής κουλτούρας της χώρας του. Απλώς αυτός καταστρέφει διαρκώς αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, από την εφεύρεση της τυπογραφίας, που κατέστησε όλα τα πρόσωπα δυνητικούς αναγνώστες, χρειάστηκαν αιώνες προκειμένου να μάθει να διαβάζει όλος ο πληθυσμός.

Το διαδίκτυο, που μας μετατρέπει όλους σε δυνητικούς συγγραφείς, υπάρχει εδώ και λίγες δεκαετίες. Είναι πιθανό με τον καιρό να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πολιτισμένο τρόπο. Το διαδίκτυο έχει ήδη ανοίξει εκατομμύρια χρήσιμους ιστότοπους, όπου είναι δυνατό να ανταλλάσσονται αξιόπιστες πληροφορίες και τεκμηριωμένες γνώμες.

Σκεφτείτε τα blogs επιστημόνων που εντατικοποιούν με αυτόν τον τρόπο την ακαδημαϊκή τους εργασία, αλλά και τους πάσχοντες από μια σπάνια ασθένεια που επικοινωνούν με άλλους ομοιοπαθείς από τη μια ήπειρο στην άλλη, για να βοηθηθούν με την ανταλλαγή συμβουλών και εμπειριών. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικά επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, που δεν χρησιμεύουν μόνο για να αυξάνουν την ταχύτητα των συναλλαγών και της κερδοσκοπίας στις χρηματιστηριακές αγορές.

Το διαδίκτυο αυτό καθεαυτό είναι μια πρόοδος. Με την επινόηση της γραφής γεννήθηκαν αναπτυγμένοι πολιτισμοί, με την επινόηση της τυπογραφίας η προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η γενική εκπαίδευση και η αστική δημόσια σφαίρα. Είμαι πολύ γέρος για να κρίνω την πολιτισμική ώθηση που θα πυροδοτήσουν τα νέα μέσα. Αυτό που με ενοχλεί είναι το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη μιντιακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας που υπηρετεί κυρίως οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς σκοπούς.

Ποια ίχνη απομένουν από την παλιά μαρξιστική σας ένταξη; Ο Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρεί ακόμα τον εαυτό του αριστερό;

Η πολιτική οικονομία δεν είναι το θέμα των ερευνών μου, αλλά εργάστηκα και πάλεψα υποστηρίζοντας αριστερές θέσεις στο πανεπιστήμιο και στη δημόσια σφαίρα επί εξήντα πέντε χρόνια.

Αν εδώ και είκοσι πέντε χρόνια υποστηρίζω μια πολιτική εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το κάνω με την ιδέα ότι μόνον αυτό το ηπειρωτικό καθεστώς θα μπορούσε σοβαρά να αποκτήσει τη δύναμη να δαμάσει έναν καπιταλισμό που έχει γίνει άγριος.

Δεν εγκατέλειψα ποτέ την κριτική του καπιταλισμού, αλλά διατηρούσα πάντα την επίγνωση ότι οι γενικευτικές διαγνώσεις της εποχής μας, που διατυπώνονται μάλιστα αβασάνιστα, δεν αρκούν. Δεν είμαι ένας από εκείνους τους διανοούμενους που πυροβολούν χωρίς να σκοπεύουν.

Βρίσκω θαυμαστή τη δική σας υπεράσπιση του «συνταγματικού πατριωτισμού». Με αυτή την έννοια εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας πατριώτη;

Αισθάνομαι πατριώτης μιας χώρας η οποία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέλους εγκαθίδρυσε μια σταθερή δημοκρατία και στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών πολιτικής πόλωσης εδραίωσε μια φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το λέω με δισταγμό και το κάνω για πρώτη φορά, αλλά με αυτή την έννοια είμαι ένας Γερμανός πατριώτης.

Θα μου προξενούσε έκπληξη αν, στο εξωτερικό, δεν αναγνωριζόμουν εκ πρώτης όψεως ως ένα προϊόν της γερμανικής κουλτούρας, με τη δική μου διανοητική σφραγίδα και όλες τις πνευματικές μου συνήθειες. Είμαι μάλιστα υπερήφανος γι' αυτή την κουλτούρα, όταν η δεύτερη ή η τρίτη γενιά Τούρκων, Ιρανών, Ελλήνων ή όποιας άλλης εθνικής προέλευσης μεταναστών εμφανίζονται ξαφνικά στη δημόσια σφαίρα ως οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, ως οι πιο ικανοί ηγέτες και γιατροί ή οι καλύτεροι συγγραφείς, πολιτικοί, μουσικοί ή δάσκαλοι.

Πρόκειται για μια χειροπιαστή απόδειξη της δύναμης και της αναγεννητικής ικανότητας της κουλτούρας μας. Μια κουλτούρα παραμένει ζωντανή μόνον όσο πείθει τις μελλοντικές γενιές ότι αξίζει τον κόπο να οικειοποιηθούν ερμηνευτικά το παρελθόν και να την προεκτείνουν στο μέλλον.

Παίρνοντας υπόψη μας τις αμοιβαίες αδιαλλαξίες, έχουμε μια (νέα) σύγκρουση πολιτισμών;

Νομίζω ότι αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη θέση. Οι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν από τη μεταφυσική και από τις παγκόσμιες θρησκείες, που μελέτησε ο Μαξ Βέμπερ.

Όλοι τους διέθεταν ένα οικουμενικό δυναμικό και επομένως ασπάζονταν το άνοιγμα και τη συμπερίληψη. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι ένα νεότερο φαινόμενο και ανάγεται στον κοινωνικό ξεριζωμό που συντελέστηκε -και συνεχίζεται ακόμα- εξαιτίας της αποικιοκρατίας, της αποαποικιοποίησης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. 

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/12/2018. (Απόδοση: Θανάσης Γιαλκέτσης). 

Να φτιάξουμε ανάχωμα στην Ακροδεξιά...

Μαζί με το Brexit είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για την εξέλιξη της Ευρώπης - Πολ Μέισον: Χρειάζεται ευρεία συνεργασία του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη - Στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Υπέρ της ανάγκης για συγκρότηση μιας ευρείας συνεργασίας των κομμάτων του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη (από τους σοσιαλιστές και τους ριζοσπάστες αριστερούς έως τους πράσινους) με στόχο τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας τάχθηκε ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτειολόγος Πολ Μέισον σε συνέντευξή του στην ισπανική ιστοσελίδα ctxt.es, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε την Ε.Ε. και θα ύψωνε ένα ανάχωμα στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ο γνωστός για την υποστήριξή στον αγώνα της Ελλάδας κατά των Μνημονίων δημοσιογράφος και εκ των συντακτών του προγράμματος του ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν στη μακροσκελή συνέντευξή του αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη όχι μόνο από την επέλαση των νέων μορφών εργασίας και οικονομικής απορρύθμισης που μεταφέρουν στην εξάπλωσή τους η παγκοσμιοποίηση και χρηματοοικονομικοποίηση (financialization) της πολιτικής, αλλά και από τους κινδύνους που εγκυμονούν για την εξέλιξη της ηπείρου το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς - αμφότερα απόρροιες της άφρονος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες στα χρόνια της κρίσης όπως λέει.

Οι Εργατικοί και το Brexit

Αναφορικά με την ερώτηση για το εάν η Ε.Ε. δυνητικά θα αντιστρατευόταν με κάθε δύναμη τα μέτρα που θα λάμβανε μια υποθετική κυβέρνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν, με εθνικοποιήσεις και αποκατάσταση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού κράτους, ο Μέισον επεκτάθηκε τονίζοντας πως μια νίκη του Κόρμπιν, σε συνδυασμό με τη στήριξη των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και σε έναν μετασχηματισμό της Ε.Ε. με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό.

Συγκεκριμένα, ο Π. Μέισον τόνισε: «Υπάρχουν ψηφοφόροι των Εργατικών που υποστηρίζουν το Lexit (ένα είδος Brexit της Αριστεράς), όμως ο Τζέρεμι Κόρμπιν δεν είναι ένας από αυτούς. Εκείνος αντιλήφθηκε γρήγορα πως μια έξοδος από την Ε.Ε. θα ευνοούσε τους δεξιούς -που είναι υπέρ της απορρύθμισης, των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και φιλοατλαντιστές- για να οδηγήσουν τη Βρετανία υπό τον αμερικανικό μανδύα προστασίας. Αυτό θα ήταν ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα.

Σχέδιο για δεύτερο δημοψήφισμα

"Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων μας στήριξαν το Brexit και πως εξακολουθούν να το στηρίζουν. Οι πενήντα έδρες που έχει ανάγκη η Αριστερά για να κατακτήσει την εξουσία ψήφισαν υπέρ του Brexit. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε: Ναι, θα κάνουμε το Brexit. Δεν μας αρέσει, όμως εσείς το ψηφίσατε. Αυτό θα τους ανοίξει την πόρτα.

Θα πάμε σε μια έξοδο που θα αφήσει ανέγγιχτες τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανία, αρκετά ηπιότερη από εκείνο που σχεδιάζει η Τερέζα Μέι. Αυτή δεν είναι ικανή να κλείσει μια συμφωνία με το Κοινοβούλιο, πράγμα που θα προκαλέσει επανάσταση στους κόλπους της Δεξιάς όταν θα χρειαστεί να συμπήξουν με την Ε.Ε. μια συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, με ελεύθερη διακίνηση. Αυτή η διαίρεση θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου θα ψηφίσουμε να παραμείνουμε".

Συμμαχία για αναθεώρηση της Λισσαβώνας

"Εάν καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τούτο το σχέδιο, το επόμενο βήμα θα είναι να πάμε στις Βρυξέλλες και να ζητήσουμε τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Κι ευελπιστώ πως και η κυβέρνηση της Ισπανίας, εάν συνεχίσει να υφίσταται η άτυπη συμμαχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ με τον ηγέτη των Unidos Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας, θα μας στηρίξει. Εάν υπολογίσουμε τον Κόρμπιν, ελπίζοντας και στον Σάντσεθ και αναμφίβολα αν οι Πορτογάλοι του Αντόνιο Κόστα και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα ζητήσουν τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου, τότε θα έχουμε μια διαφορετική Ευρώπη».

Κύριος αντίπαλος η Ακροδεξιά

Ερωτηθείς για το ποια είναι η γνώμη του σχετικά με την ευρωπαϊκή πρόταση της Diem25 του Γ. Βαρουφάκη ως εναλλακτική παρουσία της Αριστεράς στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Πολ Μέισον απάντησε: «Είναι μια ενδιαφέρουσα χειρονομία, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Αυτό που πραγματικά θα με ενθουσίαζε θα ήταν μια συμμαχία της Αριστεράς του Ευρωκοινοβουλίου (GUE/NGL) με τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους Πράσινους.

Ο κύριος αντίπαλος δεν είναι πλέον ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός. Είναι η
Ακροδεξιά. Και σε ορισμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος να υπερισχύσουν. Κι όπως έχω πει, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ακροδεξιά να συμμαχήσει με τους συντηρητικούς. Επίσης, είναι σύμμαχοι και με τη Ρωσία του Πούτιν, συνεπώς υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι για τη χειραγώγηση των ευρωεκλογών προκειμένου να δοθεί ώθηση στη Δεξιά και να προκληθεί θεσμική κρίση εάν ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ούτε και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές επιτύχουν αυτοδυναμία. Εκείνο που εγώ θα πρότεινα στους Σάντσεθ, Ιγκλέσιας, στον Κόρμπιν, στο Σιν Φέιν στην Ιρλανδία και στο Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα -που έχει δύναμη μόλις 4%-, είναι να συμπήξουν μια κόκκινο/πράσινη συμμαχία».

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 18/12/2018. 

Σελίδα 1 από 99