Κυριακή, 19 Νοέμβριος 2017

Τι έκαναν οι επόμενες γενιές για εμάς;

Η​​ μεγαλύτερη ίσως γνωσιακή πρόκληση είναι να τοποθετήσεις το παρόν στον περιβάλλοντα ιστορικό χρόνο. Να διακρίνεις εάν η παρούσα συγκυρία είναι απλώς μια στιγμή στην ταλάντωση του εκκρεμούς ή αντίθετα μέρος μιας διαρκέστερης μακροχρόνιας τάσης.

Πάρτε την άνοδο του εθνικισμού και λαϊκισμού. Η Ε.Ε. μετράει ήδη δύο κυβερνήσεις (Πολωνία και Ουγγαρία) στα χέρια εθνικιστών ηγετών που δεν κρύβουν τη δυσφορία τους με το φιλελεύθερο κράτος δικαίου και τη συμπάθειά τους προς το heavy-handed μοντέλο ηγεσίας Πούτιν και Ερντογάν. Είναι πολιτικός κύκλος ή η αρχή μιας μακράς σκοτεινής περιόδου;

Πάρτε την Καταλωνία. Είναι η ανάσυρση του εθνοτικού εθνικισμού (ethnic nationalism) από τα αραχνιασμένα υπόγεια της ιστορίας προάγγελος μιας μακράς ανατροπής; Απειλούνται με κατακερματισμό τα σύγχρονα πλουραλιστικά κράτη που συστεγάζουν διαφορετικές εθνογλωσσικές συνιστώσες και μειονότητες (στη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, κ.λπ.); Ή ο παροξυσμός του στενού εθνικισμού θα οδηγήσει ξανά την πλειοψηφία στην αναζήτηση της ασφάλειας και σταθερότητας του φιλελεύθερου status quo;

Πάρτε την προεδρία Τραμπ. Είναι ο Τραμπ μια δυστοπική εικόνα από το μέλλον μιας μεγάλης δημοκρατίας; Είναι η αρχή μιας μακράς περιόδου παρακμής των ΗΠΑ και διευρυνόμενου χάσματος με την Ευρώπη; Ή είναι απλώς ένα ιστορικό ατύχημα, που θα διορθωθεί στην επόμενη ευκαιρία;

Πάρτε την άνοδο της Κίνας. Ζούμε τον αιώνα της Κίνας; Για όποιον παρακολούθησε το 19ο Συνέδριο του ΚΚΚ που επισφράγισε την παντοδυναμία του Σι Τζινπίνγκ, είναι σαφής η εικόνα ενός κράτους που εξαπλώνει συστηματικά την οικονομική του επιρροή, με όχημα την παγκοσμιοποίηση. Και πλέον εκμεταλλεύεται το κενό αμερικανικής ηγεσίας για να εξαγάγει και παγκόσμια πολιτισμική επιρροή, soft power. Πολλοί αναλυτές βέβαια επιχείρησαν παρόμοιες προβολές στο μέλλον, και διαψεύσθηκαν. Το 1989 ο Πολ Κένεντι (The Rise and Fall of the Great Powers) προέβλεψε ότι το μέλλον ανήκει στην Ιαπωνία. Λίγα χρόνια αργότερα η Ιαπωνία βυθίστηκε στη στασιμότητα από την οποία δεν έχει ανακάμψει. Μήπως και η Κίνα έχει μπροστά της ένα πλατό οικονομικής επιβράδυνσης; Οπως θα έλεγε κι ο Τσου Εν Λάι, «είναι πολύ νωρίς για να πούμε».

Πάρτε την Ευρώπη. Η Ευρωζώνη βρίσκεται στην ισχυρότερη κυκλική ανάκαμψη από το 2008. Εξίσου κυκλική είναι και η σταθερότητα που εκπέμπει η Ευρωζώνη: την κρίση διαδέχεται η σταθεροποίηση, αλλά η κρίση κάποια στιγμή θα αναβιώσει – ελπίζουμε μόνο να μην έχει ξανά επίκεντρο την Ελλάδα. Ομως ορισμένες μακροχρόνιες τάσεις εξελίσσονται γραμμικά, όχι κυκλικά. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, η μείωση του μεριδίου στην παγκόσμια οικονομία, οι χαμηλοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας, η υπερχρέωση, το διογκούμενο κόστος του κράτους πρόνοιας: όλα αυτά συνιστούν μακροπρόθεσμες τάσεις για τις οποίες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προειδοποιούν και οι κυβερνήσεις (σε διαφορετικούς βαθμούς) προετοιμάζονται.

Πάρτε τώρα την ελληνική οικονομία. ΑΕΠ και ανεργία επιτέλους ανακάμπτουν – μετά οκτώ χρόνια ύφεσης ήταν πια καιρός. Ομως πόσο αυτή η αδύναμη κυκλική ανάκαμψη εμπεριέχει προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης; Πού είναι οι πολιτικές που θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν, θα κλείσουν το τεράστιο κενό αποεπένδυσης, θα αποτρέψουν την περαιτέρω φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου και επιχειρήσεων υπό το βάρος υπέρογκων φόρων και εισφορών; Πού είναι η στόχευση στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις της δημογραφικής απίσχνανσης, των χαμηλών ρυθμών βελτίωσης της παραγωγικότητας, της αναπτυξιακής αναιμίας;

Δουλειά των κυβερνήσεων είναι να αντισταθμίζουν τον αρνητικό κύκλο και να θωρακίζουν απέναντι στη μακροχρόνια επιδείνωση. Να φροντίζουν η αρνητική συγκυρία να μην αφήνει πίσω της αναντίστρεπτες επιπτώσεις.

Η Ελλάδα θα είχε πολλά να μάθει από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διαβάστε το Πρόγραμμα Δράσης 2018, για το πώς μια οιονεί κυβέρνηση συγκεράζει την αντιμετώπιση των άμεσων προκλήσεων με τη διατύπωση μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων και την ανάληψη μακρόπνοων πρωτοβουλιών για το μέλλον της Ευρώπης. Διδακτικό, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια κυβερνάται με ορίζοντα την επόμενη αξιολόγηση των «θεσμών» – που πάντως είναι καλύτερο από το να κυβερνάται με βάση την τελευταία δημοσκόπηση...

Η κυβερνητική μυωπία, η υποτίμηση του μακροπρόθεσμου, είναι εύκολη και πολιτικά προσοδοφόρος. «Γιατί να ενδιαφερθώ για τις επόμενες γενιές; Τι έκαναν αυτές για μένα;» είχε πει ένας Βρετανός βουλευτής.

Υποχρεωθήκαμε από την Ε.Ε. να κάνουμε κάτι για το ασφαλιστικό. Από τις εκθέσεις του ΔΝΤ μαθαίνουμε για τη μακροχρόνια επίπτωση του δημογραφικού, της χαμηλής παραγωγικότητας, των συνταξιοδοτικών δαπανών, που απειλούν να αφήσουν πίσω μια οικονομία ζόμπι.

Χρειαζόμαστε ισχυρούς ανεξάρτητους θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που να μπορούν να χτυπάνε τον συναγερμό. Χρειαζόμαστε να ενισχύσουμε παρόμοιους εθνικούς θεσμούς. Και χρειαζόμαστε κυβερνήσεις και κόμματα που να βλέπουν πέρα από τις επόμενες εκλογές, στο βάθος του ορίζοντα. Και να προετοιμάζουν τη χώρα γι' αυτό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/10/2017.

Lessons for the eurozone from Greece’s painful crisis years

Greece is finally growing again. But it has been arguably the eurozone's greatest failure. Catapulted into a debt crisis with a 15 per cent government spending deficit in 2009, the country suffered eight years of economic contraction. Unemployment is still 23 per cent, youth unemployment 45 per cent. Greece's "Great Depression" has been as deep as that of the US in the early 1930s, but twice as long.

Can Europe learn from the country's painful experience? A first lesson is to reform at the top of the cycle. Greece had to adjust in recession because it failed to do so in its pre-crisis boom. Reforms should always be adopted in times of growth, when people are confident and losers can be compensated. An upswing can buy time to implement reforms, but should not be invoked as evidence that reforms are unnecessary. The eurozone is now in its strongest period of post-crisis recovery. But it should avoid complacency. Reforms are necessary for the long-term viability of the monetary union. We need a stabilisation budget and joint-borrowing capacity; greater risk sharing; and financial union to break the doom loop between banks and government.

After September's election in Germany, and assuming Emmanuel Macron delivers domestic reforms in France, Europe will be at the top of its political cycle. This is the time to push ahead with eurozone reforms. They will require painful concessions: the Germans refuse joint deposit insurance or a fiscal backstop, the French are not keen to surrender control over the national budget and the Italians reject ceilings on bank exposure to sovereign debt. But something must give.

The second lesson is to use a balanced economic policy mix. There must be breathing space from restrictive policies. Since 2010, fiscal and incomes policies in Greece were heavily contractionary. Monetary expansion by the European Central Bank did not reach the periphery. Greece pursued a near mission impossible, relying on recessionary internal devaluation to regain competitiveness while having to grow to reduce debt relative to gross domestic product. The country needed support from a eurozone demand stimulus, eurozone inflation close to 2 per cent or proper risk sharing in the bloc. None of this was available.

A third lesson is to address financial fragmentation. The banks were brought down by an illiquid or insolvent government — a situation aggravated by capital flight. Companies tried to offset the prohibitive cost of capital by suppressing wages, while productivity was shrinking through disinvestment. This is no way to run a monetary union. A true banking union would limit banks-to-sovereign contagion. A joint deposit insurance scheme would assure depositors that Europe was behind them.

Fourth, expand non-bank financing. Fifth, deal with non-performing loans. Action to tackle Greek NPLs was too little, too late.

Sixth, focus on real not just nominal convergence. Greece eradicated its fiscal and current account deficits. Yet the crisis leaves a debilitating legacy. Between 2009 and 2016, real potential output declined by 13.7 percentage points. Investment has shrunk from 22 to 12 per cent of GDP. Instead of replicating this disaster, investment spending in the eurozone should be protected from recession and fiscal consolidation cuts. Raising productivity and potential growth should be the emphasis.

Finally, keep sight of the big picture. Greece's greatest challenge is to shift to export-oriented growth, raise productivity, increase labour participation and improve its dismal, ageing demographic trend. The ageing eurozone must also address its slowing productivity growth. It must focus on real convergence, devising adjustment strategies that do not deprive the eurozone periphery of their best and brightest.

Δημοσιεύτηκε στους "Financial Times" στις 7/8/2017.

Η Κύπρος βγαίνει, η Ελλάδα βυθίζεται

Τρία χρόνια πριν, η Κύπρος ατένιζε την άβυσσο. Το θεόρατο μέγεθος του τραπεζικού της τομέα και η μόλυνση από την ελληνική κρίση, η δημοσιονομική χαλαρότητα και η μοιραία αναβλητικότητα της κυβέρνησης Χριστόφια, που καθυστέρησε να λάβει τα αναγκαία μέτρα, όλα οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013. Χιλιάδες καταθέτες, τραπεζικοί επενδυτές και επιχειρήσεις καταστράφηκαν. Οι εκθέσεις προειδοποιούσαν για εφιαλτική συρρίκνωση της οικονομίας. Εθνικιστές και τσαρλατάνοι ζούσαν στιγμές δόξας, κραυγάζοντας ότι οι Ευρωπαίοι οδήγησαν την Κύπρο στην καταστροφή για να βάλουν χέρι στον φυσικό της πλούτο.

Τρία χρόνια αργότερα, ο φυσικός πλούτος της Κύπρου εξακολουθεί να της ανήκει. Με σοβαρές φιλοευρωπαϊκές ηγεσίες (Αναστασιάδης – Ακιντζί), το νησί βρίσκεται ένα βήμα πριν από την επανένωση. Οι Κασσάνδρες διαψεύστηκαν, η ύφεση αποδείχθηκε ηπιότερη, η Κύπρος βγήκε στις αγορές, πέρασε στην ανάπτυξη πέρυσι, νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το μνημόνιο. Τα ελλείμματα εξαλείφθηκαν, οι τράπεζες σταθεροποιήθηκαν προσελκύοντας κεφάλαια επενδυτών. Και τώρα η Κύπρος βγαίνει επιτυχώς από το μνημόνιο, έχοντας χρειαστεί μόνο 3/4 από τη συνολική χρηματοδότηση. Αφήνοντας πίσω την Ελλάδα, ως τη μόνη χώρα που εξακολουθεί να παλεύει με έναν ακόμη χρόνο ύφεσης και το τρίτο κατά σειρά μνημόνιο.

Οι πορείες υπήρξαν παράλληλες σε πολλά – σε άλλα πάλι όχι. Εζησε και η Κύπρος το δικό της περήφανο, ηχηρό και καταστροφικό «Οχι», τη δική της «άνοιξη» (όπως θα έλεγαν οι ανόητοι εμπνευστές του δικού μας ιουλιανού δημοψηφίσματος), τη δική της εμπειρία εφαρμοσμένου λαϊκισμού, το κυπριακό «SYRIZA moment» – που άλλωστε πανηγυρίστηκε δεόντως από τις οικείες λαϊκιστικές δυνάμεις εδώ στην Ελλάδα.

Ηταν όταν το κυπριακό Κοινοβούλιο απέρριψε βροντερά την αρχική απόφαση του Eurogroup για μια ήπια φορολόγηση καταθέσεων με μονοψήφια ποσοστά (κακό προηγούμενο μεν – αλλά θα αναιρούσε απλώς τις υψηλές επιτοκιακές αποδόσεις 1 ή 2 ετών). Η ευφορία της αυταπάτης κράτησε λίγα 24ωρα. Η επόμενη απόφαση του Eurogroup ήταν πολύ χειρότερη από την προηγούμενη (όπως άλλωστε η ίδια η ιστορία του Κυπριακού), με πολύ βαθύτερο «κούρεμα» των ανασφάλιστων καταθέσεων και ολέθριες συνέπειες.

Η Ελλάδα έζησε την παρατεταμένη εμπειρία εφαρμοσμένου λαϊκισμού μέχρι τον Ιούλιο 2015. Ηταν αρκετή για να διαλύσει μια εύθραυστη οικονομία και να μετατρέψει την αδύναμη ανάκαμψη του 2014 σε νέα ύφεση, το μικρό πλεόνασμα σε νέο έλλειμμα.

Τα κόμματα της Κύπρου έδειξαν ωριμότητα και αυτοσυγκράτηση. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη δεν αναλώθηκε σε διχαστικές επιθέσεις εναντίον της αντιπολίτευσης. Αντιθέτως, φρόντισε να περνάνε πάντοτε από τη Βουλή τα μνημονιακά νομοσχέδια, σε συνεργασία με το ΔΗΚΟ και με υπεύθυνη στάση από το ΑΚΕΛ.

Στην Ελλάδα αντίθετα, η Ν.Δ. αρνήθηκε να ψηφίσει το πρώτο μνημόνιο (για το οποίο οι πολιτικές της κυβέρνησης Καραμανλή έφεραν μεγάλη ευθύνη) και προσέδωσε «αστική» νομιμοποίηση στην αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, που απέκτησε τον πιο αδίστακτο εκφραστή της στο λαϊκιστικό δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η σημερινή κυβέρνηση Τσίπρα το πρωί ζητάει τη στήριξη της αντιπολίτευσης και το βράδυ στήνει καβγάδες εναντίον της.

Μετά τον τρομερό Μάρτιο 2013, η κυβέρνηση της Κύπρου ανασκουμπώθηκε, ανέβασε τα μανίκια, ρίχτηκε στη δουλειά. Οπως κάνουν οι σοβαρές οικογένειες ή οι σοβαρές χώρες όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με μια συμφορά. Βάζουν στην άκρη τις διαφορές τους, σταματούν να γκρινιάζουν, δουλεύουν περισσότερο, σκληρότερα, σιωπηρότερα. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη δεν κατέβηκε στους δρόμους να διαδηλώνει ενάντια στους δανειστές, δεν άρχισε να απειλεί με Κούγκι, ούτε να φοβερίζει ότι θα γεμίσει τζιχαντιστές την Ευρώπη. Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης, με σεμνότητα και αυτογνωσία για το μέγεθος της χώρας που εκπροσωπεί, επένδυσε στο να κατακτήσει, βήμα βήμα, την εκτίμηση των ομολόγων του με τη σοβαρότητα και αξιοπιστία του, μετατρέποντάς τη σε εμπιστοσύνη για τη χώρα του. Δεν επιδίωξε να προκαλεί με τις εμφανίσεις του, ούτε χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να τραβήξει τις κάμερες στο πρόσωπό του ή για να αποκτήσει προσωπικό celebrity status ως τάχα ήρωας υπουργός μιας μικρής αδικημένης χώρας, αλλά εις βάρος της χώρας του. Κράταγε το πουκάμισό του μέσα και τις ιδεολογικές του αποσκευές απ' έξω.

Θέλω να σταθώ στο τελευταίο. Η κυπριακή κυβέρνηση ανέλαβε την «ιδιοκτησία» του μνημονίου. Το υπερασπίστηκε στην κοινή γνώμη. Το εφάρμοσε με ζήλο και αφοσίωση, για να μπορέσει να αποφοιτήσει επιτυχώς το ταχύτερο δυνατόν.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Τσίπρα δεν χάνει ευκαιρία να υπενθυμίζει ότι είναι κυβέρνηση της Αριστεράς, και άρα οφείλει να εφαρμόσει μια πολιτική Αριστεράς. Ετσι επιχειρεί να δικαιολογήσει τον κλεφτοπόλεμο με τους δανειστές, τις υπαναχωρήσεις, τη ναρκοθέτηση της εφαρμογής των συμφωνημένων (όπως με αποκρατικοποιήσεις που το ΤΑΙΠΕΔ κλείνει και οι υπουργοί ξηλώνουν, όπως με την αντικατάσταση αξίων στελεχών του Δημοσίου από κομματικούς εγκάθετους, όπως με τις καμπάνιες εναντίον μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων που η χώρα απεγνωσμένα έχει ανάγκη). Τα στελέχη της παραμένουν τόσο απορροφημένα από την ιδεολογία τους, που η πραγματικότητα τους διαφεύγει.

Η Κύπρος δείχνει πώς ένα πολιτικό σύστημα και μια κοινωνία μπορούν να ωριμάζουν ταχύτατα υπό την απειλή της εθνικής καταστροφής. Η Ελλάδα, από την άλλη, δείχνει πώς η καταστροφή επέρχεται ταχύτερα από την ωρίμανση.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 6/3/2016.

Εγκλωβισμένοι εκτός των τειχών

Τ​​ο 2015 η «κρίση του ευρώ» συρρικνώθηκε ξανά σε «ελληνική κρίση». Πολλοί προοδευτικοί αναλυτές τα προηγούμενα χρόνια εργάστηκαν φιλότιμα για να πείσουν τους συντηρητικούς κύκλους ότι αυτό που ξεκίνησε το 2010 ως κρίση χρέους της Ελλάδας δεν αφορούσε μόνο βαριές ελληνικές αποτυχίες αλλά και καίρια λάθη και αδυναμίες αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ. Η είσοδος και άλλων χωρών σε μνημόνια επέτρεψε να μιλάμε για ευρύτερη κρίση της ΟΝΕ και των οικονομιών του Νότου. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία πέρυσι τέτοιες μέρες για να διεθνοποιήσει το ελληνικό πρόβλημα ύφεσης και χρέους και να εξαγάγει ριζοσπαστικοποίηση στην Ευρώπη. Τελικά κατάφερε να επιδεινώσει και την ύφεση και το χρέος, και να επαναφέρει την αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι περίπου ένα προβληματικό, σάπιο μέλος, που εν ανάγκη μπορεί να ακρωτηριαστεί για να μην απλωθεί η γάγγραινα στο υπόλοιπο σώμα. Το ελληνικό πρόβλημα (ή μάλλον: η Ελλάδα ως πρόβλημα) χάρη στην «τηλεγένεια» του κ. Βαρουφάκη διεθνοποιήθηκε: ως παγκόσμιο υπερθέαμα, γενεσιουργό αισθημάτων αποστροφής, αγανάκτησης, οίκτου και απορίας. Ομως η ευρωκρίση έγινε πάλι κρίση της Ελλάδας, κι η Ελλάδα κατέστη ξανά το μοναδικό μέλος του ευρώ σε ύφεση το 2015 και 2016. Οσο για την εξαγωγή της επανάστασης: η διδακτική εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ έστρεψε το Podemos προς μετριοπαθέστερες θέσεις και τη νέα αριστερή πορτογαλική κυβέρνηση σε δέσμευση τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων του ευρώ.

Το 2015 η κρίση ξανάγινε ελληνική. Το 2016 το πολιτικό ρίσκο απομακρύνεται προσώρας από την Ελλάδα κι απλώνεται στην υπόλοιπη Νότια Ευρώπη. Η Ισπανία πιθανόν να παραπαίει στην ακυβερνησία το πρώτο εξάμηνο 2016, μέχρι να ξαναπάει σε εκλογές. Η Πορτογαλία έχει κυβέρνηση σοσιαλιστών-αριστεράς-κομμουνιστών, εύθραυστη και ασταθή: πρέπει να ελίσσεται όχι μόνο ανάμεσα στα εμπόδια των περιορισμών της Ευρωζώνης και της μεταμνημονιακής εποπτείας, αλλά και στις ιδεολογικές εμμονές των αριστερών κομμάτων που τη στηρίζουν. Και στο βάθος η Ιταλία: η πραγματική αχίλλειος πτέρνα της Ευρωζώνης. Μια οικονομία μπλοκαρισμένη, πολύ μεγάλη για να αφεθεί να αποτύχει αλλά και πολύ μεγάλη για να μπορεί να διασωθεί. Που μόλις ξανάρχισε να κινείται έπειτα από στασιμότητα δεκαπενταετίας, αλλά που αν η ανάκαμψη το 2016 παραμείνει αδύναμη, τα πάντα θα βρεθούν στον αέρα. Με ένα κομματικό σύστημα απείρως προβληματικότερο του δικού μας, με μια κυβέρνηση «τελευταίας ευκαιρίας» και με ένα κρίσιμο δημοψήφισμα τον Οκτώβριο, που θα μετατραπεί σε ψήφο εμπιστοσύνης και στοίχημα επιβίωσης για τον Ρέντσι.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για λίγο ακόμα θα μπορέσουμε να ανασάνουμε, καθώς οι διεθνείς προβολείς απομακρύνονται από την Ελλάδα. Θα είναι όμως έτοιμοι να επιστρέψουν εάν η πολιτική κρίση επανακάμψει στην Ελλάδα, αυτή τη φορά ως αδυναμία της κυβέρνησης να περάσει από τη Βουλή τα μέτρα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης. Είναι σαφές ότι η οικονομία είναι εξαιρετικά εύθραυστη για να αντέξει ακόμα έναν κύκλο παράτασης και αγωνίας στη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές, όπως με έκδηλη ανησυχία επισήμανε στο πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή» ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Στην περίπτωση μιας νέας αντιπαράθεσης με τους θεσμούς, οι συσχετισμοί δεν είναι ευνοϊκοί. Ναι, βρισκόμαστε εντός μνημονίου, άρα η ρευστότητα των τραπεζών δεν κινδυνεύει. Ναι, η Ευρώπη έχει πολλούς νέους μπελάδες, με κυριότερο το μεταναστευτικό, που αναβιώνει εθνικισμούς, λαϊκισμούς και ανασφάλειες. Κανείς δεν επιθυμεί να προσθέσει έναν νέο πονοκέφαλο με την αναβίωση του Grexit. Ομως, από την άλλη πλευρά, οι κρίσιμοι παίκτες δεν είναι πια σε θέση να αφιερώσουν περαιτέρω πολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Η Μέρκελ είναι αποδυναμωμένη απέναντι στην εσωτερική αμφισβήτηση της πολιτικής της στο προσφυγικό. Ο Ολάντ διανύει μακρά περίοδο εθνικής εσωστρέφειας, προετοιμαζόμενος για τις εκλογές του 2017. Επίσης, όπως κατέστησε εμμέσως σαφές και ο πρόεδρος του Eurogroup, η Ευρωζώνη μπορεί να περιμένει, εβδομάδες και μήνες, μέχρι να κλείσει η αξιολόγηση. Η ελληνική οικονομία δεν έχει αυτή την πολυτέλεια.

Και το διαπραγματευτικό μας πλεονέκτημα, ως πύλης εισόδου των μεταναστευτικών κυμάτων προς την Ευρώπη; Αυτό ταχύτατα μετατρέπεται σε μειονέκτημα. Οι δεκάδες χιλιάδες εγκλωβισμένοι στη χώρα μας μετανάστες δεν είναι πρόβλημα για την Ευρώπη, είναι κυρίως πρόβλημα για την Ελλάδα. Αντί να χρησιμοποιεί την προσφυγική κρίση για να διεκδικεί εκπτώσεις στην εφαρμογή του μνημονίου, η κυβέρνηση Τσίπρα έπρεπε να είχε κάνει ακριβώς το αντίστροφο: να χρησιμοποιήσει την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή του μνημονίου για να διεκδικήσει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στήριξη στην αντιμετώπιση του προσφυγικού.

Ο μεγάλος κίνδυνος για το 2016 είναι η παγίωση μιας αυτοτροφοδοτούμενης επιδείνωσης, την οποία το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν θα έχει το πολιτικό θάρρος να αποτρέψει και η Ευρώπη δεν θα έχει κανένα ισχυρό κίνητρο να εμποδίσει. Τότε η Ελλάδα μπορεί να ανακαλύψει ότι βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ευρωπαϊκή κρίση η οποία όχι μόνο έχει μεταβληθεί σε ελληνική, αλλά αφορά μονάχα την Ελλάδα και κανέναν άλλο. Ο συνδυασμός των αναχωμάτων (firewalls) της ΕΚΤ, που προστατεύουν τη λοιπή Ευρωζώνη από τη μετάδοση της κρίσης, και πραγματικών φραγμάτων που σταματούν τις ροές της μετανάστευσης στην Ελλάδα μπορεί να οδηγήσει σε έναν ιδιότυπο εγκλωβισμό. Τα τείχη ως γνωστόν εξασφαλίζουν μια αίσθηση ασφάλειας, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι εκείνος που βρίσκεται κλεισμένος απέξω είσαι εσύ.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 10/1/2016.

 

Θα έπρεπε να στηριχθεί ο Τσίπρας στο ασφαλιστικό;

Σ​​ε ορισμένους κύκλους της αντιπολίτευσης κυκλοφορεί μια μεγάλη παρεξήγηση. Θεωρούν ότι η διακομματική ψήφιση του τρίτου μνημονίου ήταν πολιτικό λάθος. Ηταν η κορυφαία τους στιγμή, κι ούτε καν το κατάλαβαν. Οι ίδιοι θεωρούν ότι, χάρη στην ψήφιση του μνημονίου από την αντιπολίτευση, ο Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές. Λάθος πάλι – οι ψηφοφόροι δεν μεταστρέφονται τόσο γρήγορα.

Ας θέσουμε ένα όχι τόσο υποθετικό ερώτημα. Εάν η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού απειληθεί με καταψήφιση, βυθίζοντας ξανά τη χώρα στην αβεβαιότητα, βαθαίνοντας την ύφεση, θα έπρεπε ή όχι τα κόμματα της αντιπολίτευσης να στηρίξουν;

To ερώτημα έχει βαθύτερες προεκτάσεις. Πόσο οφείλει η αντιπολίτευση να στηρίξει μια ανεπαρκή, δημαγωγική κυβέρνηση, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να αποτραπεί μια καταστροφική αποσταθεροποίηση; Δεν είναι αυτό επιβράβευση του τακτικισμού; Δεν ενθαρρύνει λαϊκιστές να ανέλθουν στην εξουσία με ψέματα, για να τους ξελασπώσει την κρίσιμη στιγμή ο πατριωτισμός των πολιτικών τους αντιπάλων;

Εάν πρόκειται για το ασφαλιστικό, υπάρχουν σημαντικοί λόγοι γιατί η αντιπολίτευση οφείλει να στηρίξει. Πρώτον, είναι η εμβληματική μεταρρύθμιση που αφορά ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τις επόμενες γενιές, και σε πολλές δημοκρατίες προχώρησε με ευρύτερες συναινέσεις. Θα εδραίωνε τη μεταρρύθμιση, διευρύνοντας τη νομιμοποίησή της. Δεύτερον, τουλάχιστον τα δύο κόμματα Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ έχουν βαριά συμβολή στη δημιουργία του προβλήματος. Αυτό που τα υποχρεώνει να μοιραστούν το πολιτικό κόστος για την ψήφιση του ασφαλιστικού είναι όχι μόνο η ευθύνη τους για το μέλλον, αλλά κι οι ευθύνες τους για το παρελθόν. Το ΠΑΣΟΚ γιγάντωσε το συνταξιοδοτικό κόστος και απέρριψε κάθε μεταρρύθμιση μέχρι το 2010. Το ότι μετά το 2010 το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε γενναιότερα από κάθε άλλο κόμμα τις ευθύνες του, και εξαερώθηκε πολιτικά για να μην εξαερωθεί η χώρα, είναι σημαντικό, δεν το απαλλάσσει όμως από τις ιστορικές του ευθύνες. Η Ν.Δ., από την πλευρά της, βαρύνεται για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό 2007-09, αλλά και για τη στάση της την περίοδο 2010-11, τα «Ζάππεια» και τον δεξιό λαϊκισμό, που παρείχε αστική νομιμοποίηση στους ακραίους, τους αγανακτισμένους, τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η κυβέρνηση Τσίπρα περιφέρει ένα γιγάντιο ψέμα, ότι τάχα το PSI διέλυσε τα ασφαλιστικά ταμεία – στα οποία το κράτος είχε συνεισφέρει 200 δισ. τα τελευταία 15 χρόνια, 100 δισ. μόνο το 2009-15. Αλλά για σταθείτε: 200 δισ. για να έχουμε συνταξιούχους στα 50, συντάξεις μεγαλύτερες από τον τελευταίο μισθό, εφάπαξ των 100.000; Κι οι παλαιότερες κυβερνήσεις δεν έχουν πολιτική ευθύνη γι' αυτά;

Κι αν στηρίξει στο ασφαλιστικό, δεν παραιτείται από τον ρόλο της αντιπολίτευσης; Πάλι όχι. Η αντιπολίτευση μπορεί να συνεχίσει να σφυροκοπά την κυβέρνηση σε όλα τα άλλα πεδία όπου εκδηλώνεται η κραυγαλέα ανεπάρκειά της.

Η μόνη λύση με αυτή την κακή κυβέρνηση είναι να φύγει, λένε κάποιοι. Θα ήμουν έτοιμος να συμφωνήσω, εάν δεν υπήρχαν οι παρακάτω ουσιώδεις ενστάσεις:

Πρώτον, αυτή η καταστροφική κατά την πρώτη της θητεία κυβέρνηση έχει ωστόσο νωπή λαϊκή εντολή. Κάποια πλειοψηφία την ψήφισε, μόλις τρεις μήνες πριν.

Δεύτερον, είναι η πρώτη κυβέρνηση από το 2009 που εκλέχθηκε με πρόγραμμα να εφαρμόσει το μνημόνιο. Κι ώς τώρα υλοποιεί τα συμφωνημένα.

Τρίτον, οποιαδήποτε πτώση του ΣΥΡΙΖΑ στη φάση αυτή οδηγεί σε παρατεταμένη ακυβερνησία, που θα έδινε τελειωτικό χτύπημα στην οικονομία αναβιώνοντας το Grexit. Κι η αντιπολίτευση δεν είναι ακριβώς έτοιμη να κυβερνήσει...

Τέταρτον, τι θα γινόταν με τον λαό του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή την αντιμνημονιακή και όψιμα νεομνημονιακή κοινωνική πλειονότητα; Το τέρας του λαϊκισμού δεν εξοντώνεται, μόνο ενσωματώνεται στην επικράτεια της λογικής. Χωρίς ο Τσίπρας να συνδέεται με τις αξίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οδηγεί ωστόσο σταδιακά αυτή την εθνικολαϊκιστική, κομμουνιστογενή αριστερά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ηδη βρίσκεται κοντύτερα στους Σοσιαλιστές του Ολάντ και του Ρέντσι από ό,τι στους παλαιούς του συντρόφους της Λίνκε και του Μελανσόν, οι οποίοι θα πρέπει να περιοριστούν στην παρέα του Λαφαζάνη και του Βαρουφάκη.

Να με συγχωρούν οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Τσίπρας έκανε την αναγκαστική στροφή στον ρεαλισμό ταχύτερα από ό,τι ο Ανδρέας Παπανδρέου τη στροφή του ΠΑΣΟΚ στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Τα κόμματα του ευρωπαϊκού τόξου εκπροσωπούν κοινωνικές ομάδες που έχουν πολλά να χάσουν. Ανήκουν στις παραγωγικές δυνάμεις που επένδυσαν στην Ελλάδα, με την ευρύτερη έννοια, ως επιστήμονες, επιχειρηματίες, επαγγελματίες, ανήκουν στα μεσαία στρώματα, στην «αστική τάξη» (που θα έλεγε με ανυπόκριτη περιφρόνηση ο Ευκλ. Τσακαλώτος στις παλιές φλογερές κόκκινες ημέρες του). Εχουν δουλειές, επιχειρήσεις, αποταμιεύσεις, απασχολούν εργαζόμενους, είναι δεσμευμένοι στην ελληνική οικονομία, έχουν υποστεί τις συνέπειες του τυχοδιωκτισμού αυτό το annus horribilis 2015, έχουν καεί από τα capital controls, έχουν χάσει πελάτες και απολύσει εργαζόμενους προσπαθώντας να περιορίσουν τις ζημιές τους, έχουν περάσει νύχτες αγωνίας για το μέλλον των ανθρώπων τους.

Αυτοί λοιπόν είναι δικαίως οργισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απαιτούν πρωτίστως πολιτική σταθερότητα. Και αυτήν οφείλουν τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα (σε ό,τι περνάει από το χέρι τους) να εξασφαλίσουν. Ακόμα κι αν χρειαστεί με ζημιά τους να καλύψουν το έλλειμμα επάρκειας και υπευθυνότητας που τόσο γενναιόδωρα παράγει αυτή η κυβέρνηση.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 13/12/2015

Γιατί ήρθε η ώρα της συναίνεσης στο ασφαλιστικό

Ο​​ πρωθυπουργός κάλεσε την αντιπολίτευση σε διάλογο για το ασφαλιστικό. Είναι μέγας ο πειρασμός για τα κόμματα της αντιπολίτευσης να απαντήσουν στον κ. Τσίπρα «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς» και να τον αφήσουν να κουβαλήσει μόνος του τον σταυρό. Μετά τους οχετούς δημαγωγίας, μετά την καταστροφική κυβέρνηση Τσίπρα Ι, την ισοπεδωτική αντιπολίτευση πέντε ετών, θα ήταν μια δίκαιη και κατανοητή αντίδραση. Δίκαιη, κατανοητή και λανθασμένη.

Είναι εξαιρετικά πιθανό, εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσέλθουν σε μια διαδικασία συναίνεσης για το ασφαλιστικό, ο Τσίπρας να τη μετατρέψει σε πλεονέκτημα. Είναι όμως βέβαιο ότι, εάν δεν προσέλθουν, κι αφήσουν το ασφαλιστικό να εξαρτάται μόνο από τον ισχνό συνασπισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αυτό θα είναι ζημιά για όλους. Αν ο Τσίπρας, ελλείψει συναίνεσης, απαντήσει στο πρόβλημα με ημίμετρα, το μεταθέσει για το μέλλον, τότε αυτό απλώς θα σκάσει στα χέρια του επόμενου. Αν η κυβέρνηση χάσει την πλειοψηφία λόγω ασφαλιστικού, τότε τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) θα αναγκαστούν ούτως ή άλλως να συμπράξουν. Αν το ασφαλιστικό περάσει με μειωμένη πλειοψηφία επί των παρόντων, τότε η μεταρρύθμιση θα είναι θνησιγενής, κι η αντιπολίτευση θα έχει χάσει το τεκμήριο υπευθυνότητας.

Εχουμε φύγει από την εποχή που η αντιπολίτευση μπορούσε να κεφαλαιοποιεί ως κέρδη τις απώλειες της κυβέρνησης. Κάθε αποτυχία της κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αντίστοιχη ωφέλεια για την αντιπολίτευση, η σχέση δεν είναι πια μηδενικού αθροίσματος. Η αποτυχία της κυβέρνησης βαρύνει πια ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, είναι αρνητικού αθροίσματος για τη δημοκρατία και συλλήβδην τα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου. Κάθε αποτυχία πριονίζει το κλαδί από όπου όλοι κρεμόμαστε, δουλεύει μόνο για τους μπαχαλάκηδες, τους δραχμιστές και τους νεοναζί.

Εάν το ασφαλιστικό δεν γίνει βιώσιμο για τα επόμενα 2, 10, 20 και 30 χρόνια, θα μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα απέραντο γηροκομείο εξαθλιωμένων συνταξιούχων, γιατί οι δημιουργικοί άνθρωποι θα έχουν μεταναστεύσει. Η συντήρηση αυτού του γερασμένου συστήματος θα απομυζά τόσους πόρους από την οικονομία και θα συνεπάγεται τέτοιο βάρος στις παραγωγικές δυνάμεις, που η χώρα θα ερημώσει. Το Grexit ήδη συντελείται για χιλιάδες επιχειρήσεις που μεταναστεύουν μαζικά.

Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία 25 χρόνια που υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις εθνικής συναίνεσης για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού. Πρώτον, ένα δεσμευτικό μνημόνιο, που ψηφίστηκε υπεύθυνα από πέντε κόμματα (σήμερα 256 έδρες). Δεύτερον, πλήθος αναλύσεων και μελετών που αποτυπώνουν το πρόβλημα. Τρίτον, οι θέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (παρά την έντεχνη ασάφεια) βρίσκονται για πρώτη φορά τόσο κοντά. Τέταρτον, η κυβέρνηση είναι αδύναμη και περιδεής μπροστά στον όγκο όσων πρέπει να νομοθετήσει, αλλά κι η αντιπολίτευση (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) δεν χαίρει ακριβώς άκρας υγείας. Η αμοιβαία αδυναμία λειτουργεί ενοποιητικά, ξυρίζοντας όποια ψήγματα αλαζονείας. Πέμπτον, οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, διότι κυβέρνηση είναι η αριστερά (ή, αν προτιμάτε, μια λαϊκιστική συμμαχία αριστεροδεξιάς) και αντιπολίτευση τα μετριοπαθέστερα κόμματα του κέντρου. Εκτον, είμαστε στην αρχή της θητείας, χωρίς άμεση προοπτική νέων εκλογών. Εβδομον, η χώρα λίγους μήνες πριν έζησε μια προθανάτια εμπειρία χρεοκοπίας, που δεν επιθυμεί να επαναλάβει.

Η αντιπολίτευση πρέπει όχι απλώς να ανταποκριθεί στην πρόσκληση για συναίνεση, αλλά να διευρύνει την ατζέντα. Να συμπεριλάβει την αξιοκρατική στελέχωση του κράτους, όπου η κυβέρνηση εκδιώκει ικανά κι επιτυχημένα στελέχη για να διορίσει κομματικούς εγκάθετους. Να συμπεριλάβει τη συνέχιση της μεταρρύθμισης στα ΑΕΙ, αντί της οπισθοδρόμησης που επιχειρεί το αρμόδιο υπουργείο, φληναφώντας περί «εκδημοκρατισμού». Αυτά, άλλωστε, είναι κοινές δεσμεύσεις υπό το τρίτο μνημόνιο. Να θέσει τις βάσεις για μια εθνική συμφωνία, για ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, που, μεταξύ άλλων, θα περιλαμβάνει ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο, με εγγυήσεις ασφάλειας στους επενδυτές.

Στη Γερμανία το 1989 και το 1992, στην Ιταλία το 1997, στη Σουηδία, στην Αυστρία το 1993 και το 1997, στην Ολλανδία το '80 και το '90, στην Ιρλανδία το '90, στην Ισπανία το 1995-97: σε όλες αυτές τις χώρες, και σε άλλες, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση πέρασε με συναινέσεις. «Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της Ε.Ε. που δεν κατάφερε να οργανώσει μια διαδικασία διακομματικής συναίνεσης για την απαιτούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση στην περίοδο της μεταπολίτευσης», διαπίστωνε η πρόσφατη έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων. Η Ελλάδα ήταν επίσης η μόνη χώρα που είχε απορρίψει κάθε απόπειρα σοβαρής μεταρρύθμισης μέχρι το 2010, κι εκείνη με το λιγότερο βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα. Και τέλος, η χώρα που αναγκάστηκε, μετά το 2010, στις οδυνηρότερες μειώσεις συντάξεων. Βρείτε τη σχέση.

Ο συνδετικός αρμός είναι ένα ανώριμο πολιτικό σύστημα. Μετά τη βίαιη ωρίμανση ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. στην κυβέρνηση το 2010 και 2012, ήρθε η σειρά του πλέον ανώριμου διδύμου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αν δεν κλείσει οριστικά αυτός ο κύκλος που θέλει τα κόμματα να παλιμπαιδίζουν ξανά ως μειωμένης ευθύνης όταν βρεθούν στην αντιπολίτευση, η χώρα δεν θα σπρώχνει απλώς τον βράχο του ασφαλιστικού σαν νέος Σίσυφος.

Θα καταπλακωθεί οριστικά από αυτόν.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 29/11/2015

Τι είδε ο Αλέξης Τσίπρας

Το 2015 θα έκλεινε με ανάπτυξη 2,5-3%, το ίδιο και το 2016. Η ανεργία θα μειωνόταν γοργά. Θα είχαμε υπογράψει μια μικρή δανειακή σύμβαση για να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό, και θα έμπαινε μπροστά μια συμφωνία ελάφρυνσης του χρέους με επιμηκύνσεις και άλλες «δημιουργικές» παρεμβάσεις. Ούτως ή άλλως το χρέος δεν αποτελούσε πρόβλημα μέχρι το 2022. Από μια βάση αξιοπιστίας (ως η χώρα με δημοσιονομική προσαρμογή ρεκόρ μέχρι το 2014) θα διαπραγματευόμασταν μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων, που εξυπηρετούνται άνετα όταν η οικονομία αναπτύσσεται. Θα μπαίναμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που θα διευκόλυνε την πρόσβαση στις αγορές και τον φθηνό δανεισμό του ιδιωτικού τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις θα άρχιζαν να αποδίδουν σε συνθήκες ανάκαμψης, και θα διευκόλυναν τις νέες μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες περιέχονται στο 3ο Μνημόνιο. Θα ήμασταν ξανά μια φυσιολογική ευρωπαϊκή χώρα, με αξιοπρέπεια. Θα είχαμε θέση και φωνή στη μεγάλη Ευρωπαϊκή συζήτηση για την προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, αντί να είμαστε «η χώρα-πρόβλημα» και επίμονο τσιμπούρι στον σβέρκο των εταίρων μας. Ομως αυτά δεν συνέβησαν, και τη συνέχεια την ξέρουμε.

Μόνο τον Ιούλιο χάθηκαν 17.000 θέσεις εργασίας. Το να δημιουργείς ανέργους στην υφεσιακή προσπάθεια μείωσης των τεράστιων ελλειμμάτων του 2009-13 είναι μια εν μέρει αναπόφευκτη τραγωδία. Το να προσθέτεις νέους ανέργους όταν είσαι ήδη σε πλεόνασμα μετά από μια εξαετή ύφεση μοιάζει με απροσεξία (για να παραφράσω αδέξια τον Oscar Wilde). Ή με τυχοδιωκτική ελαφρότητα, εφόσον έχει πάνω του τα δακτυλικά αποτυπώματα της περήφανης διαπραγμάτευσης και του μεγαλειώδους δημοψηφίσματος που το έθνος πάντοτε θα οφείλει στον Γιάνη Βαρουφάκη. Και στον Αλέξη Τσίπρα και τα στελέχη του – για να μην ξεχνιόμαστε. Που άφησαν τη χώρα έρμαιο του φοβερού σχεδίου «50-50» (κατά ομολογία Τσίπρα), δηλαδή 50 να πιάσει η μπλόφα, 50 να τιναχτεί η χώρα στον αέρα.

Είναι ωστόσο γεγονός ότι η στροφή Τσίπρα έχει συντελεστεί. Ο Ρουβίκωνας είναι πίσω του. Για τους δυο μήνες που συντάραξαν τη χώρα, Ιούλιο και Αύγουστο, η χώρα απέκτησε ένα υπεύθυνο πολιτικό σύστημα όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση στήριξαν από κοινού το οικονομικό πρόγραμμα που κρατάει τη χώρα στο ευρώ. Αν είχε γίνει νωρίτερα, θα είχαμε βγει από την κρίση μια ώρα αρχύτερα.

Από το 2010, το μείζον πρόβλημα της χώρας ήταν λιγότερο οι κυβερνήσεις της και περισσότερο η εκάστοτε μείζων αντιπολίτευση. (Κατά τη σύντομη κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας υπό τον Λουκά Παπαδήμο, πραγματική μείζων αντιπολίτευση ήταν ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ). Αυτή καλλιεργούσε αυταπάτες ανώδυνης προσαρμογής, υπονόμευε κάθε μεταρρύθμιση, όξυνε τον διχασμό, διέσυρε πολιτικούς της αντιπάλους ως δωσίλογους και γερμανοτσολιάδες. Η πενταετία της δημαγωγίας πολλαπλασίασε το κόστος εφαρμογής των μνημονίων. Πάγωσε την οικονομική δραστηριότητα και έδιωξε μακριά επενδύσεις, αφού κανείς δεν ρίσκαρε να αναλάβει δεσμεύσεις σε μια χώρα της οποίας η εν αναμονή κυβέρνηση υποσχόταν να σχίσει τα μνημόνια. Η ανευθυνότητα της αντιπολίτευσης, που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδήγησαν σε καινοφανή ύψη, εκτόξευσε το πολιτικό ρίσκο, και οι αγορές το μετέφρασαν σε κίνδυνο Grexit. Το πληρώσαμε με βαθύτερη ύφεση, βαρύτερα μέτρα, σκληρότερη ανεργία.

Είναι αλήθεια ότι η ωρίμανση της υπερφίαλης και εξωπραγματικής αριστεράς του Αλ. Τσίπρα δεν συντελέστηκε ούτε στα πεζοδρόμια και τις διαδηλώσεις, ούτε στα «διαρκή συνέδρια» του κόμματος και των συνιστωσών του, που ολοκλήρωναν την παραισθησιογόνο επικράτηση του απόλυτου ιδεολογικού μικρόκοσμου επί της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Εγινε στα Eurogroup και στα Συμβούλια και στις σκληρές διαπραγματεύσεις με εταίρους και πιστωτές. Εκεί διαπιστώθηκε τι παλεύεται, τι διασώζεται, τι ήταν καιρός να εγκαταλειφθεί. Εγινε αφού πρώτα δοκιμάστηκε η πρόσκρουση με την πραγματικότητα, με τη χώρα να βιώνει μια προθανάτια εμπειρία.

Μπορεί ο Τσίπρας να μετασχηματίσει τη ριζοσπαστική του αριστερά σε μια πραγματικά ευρωπαϊκή αριστερά; Ούτε ο Τσίπρας είναι Ανδρέας Παπανδρέου, ούτε τα στελέχη του είναι σοσιαλιστές έτοιμοι να προσχωρήσουν στη σοσιαλδημοκρατία. Ομως από την άλλη, η ανάγκη παραμονής στο ευρώ –για να μη μείνουμε καρυδότσουφλο στις θύελλες των παγκόσμιων αγορών και της επικίνδυνης περιοχής μας– είναι πανίσχυρη. Αυτή η αδήριτη πίεση της εξωτερικής πραγματικότητας (αυτό που η συριζαϊκή βουλγκάτα ονομάζει «εκβιασμό των δανειστών» και «το πιστόλι στον κρόταφο») είναι μια ακατανίκητη δύναμη ρεαλιστικής προσαρμογής.

Θα είναι η στροφή του Τσίπρα διατηρήσιμη εάν βρεθεί ξανά στα στάσιμα και βαλτώδη νερά της αντιπολίτευσης, που τις παθογένειες της εθνικολαϊκιστικής αριστεράς τείνουν να πολλαπλασιάζουν; Ή θα επιστρέψουμε ξανά στον ΣΥΡΙΖΑ του 2014, καταδικασμένοι στο αιώνιο μαρτύριο του Σίσυφου;

Εξίσου σημαντικό με το τι κυβέρνηση θα έχουμε την επομένη των εκλογών είναι τι πολιτικό σύστημα θα έχουμε. Το ένα: μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει γρήγορα και αποτελεσματικά το μνημόνιο που έχει υπογράψει η χώρα, για να βγούμε το ταχύτερο δυνατό στην ανάκαμψη. Το δεύτερο: ένα πολιτικό σύστημα δύο αντίπαλων φιλοευρωπαϊκών πόλων, κεντροαριστεράς-κεντροδεξιάς, που θα μπορούν να απορροφήσουν τους κοινωνικούς κραδασμούς δύο ακόμα ετών ύφεσης, εναλλασσόμενα στην εξουσία, μέσα από διαφορετικές κυβερνήσεις συνεργασίας: φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση vs φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Εξασφαλίζοντας συνέχεια, σταθερότητα και ευρωπαϊκή προοπτική. Θα τα έχουμε;

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 6/9/2015

Γράμμα στον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα

Κ​​ύριε Πρωθυπουργέ, Σας γράφω με μια αίσθηση μεγαλύτερης οικειότητας από ό,τι στο παρελθόν. Ισως γιατί ανήκω σε εκείνους που είχαν κατανοήσει από το 2010 αυτό που εσείς συνειδητοποιήσατε μετά την αγωνιώδη νύχτα της 5ης Ιουλίου: ότι δεν υπάρχει εναλλακτική. Εσείς το ονομάσατε εκβιασμό, εμείς το είδαμε σαν αναγκαία προσαρμογή της οικονομίας και αναπόφευκτο τίμημα για τη συμμετοχή μας στο ευρώ.

Εχετε μπροστά σας ένα βαρύτατο πρόγραμμα προς τελική συμφωνία. Θα ήταν πολύ ελαφρύτερο εάν δεν είχατε σπαταλήσει έξι μήνες σε μιαν αλλοπρόσαλλη διαπραγμάτευση, που μας οδήγησε τελικά σε πολύ χειρότερους όρους, από πολύ πιο αδύναμη θέση. Οι χειρισμοί Φεβρουαρίου – Ιουνίου έχουν ως αποτέλεσμα το 2015, αντί για ανάπτυξη 2,9% και πρωτογενές πλεόνασμα όπως προβλεπόταν, να είμαστε ξανά σε ύφεση που μπορεί να φτάσει το -4% και νέο πρωτογενές έλλειμμα. Μόνο η τραπεζική αργία και τα capital controls του μοιραίου δημοψηφίσματος πρόσθεσαν άλλα 25 δισ. χρηματοδοτικών αναγκών, αυξάνοντας την εξάρτησή μας από εταίρους και δανειστές. Ελπίζω τα στελέχη σας να έχουν πια κατανοήσει ότι η ρήξη με την πραγματικότητα κοστίζει ακριβά.

Παρά τις ευθύνες σας για την καταστροφική αυτή έκβαση, που φέρει τη σφραγίδα του πρώην υπουργού σας των Οικονομικών, βρήκατε ωστόσο το θάρρος, την ύστατη στιγμή, να λειτουργήσετε ως υπεύθυνος πρωθυπουργός. Συγκρουστήκατε με το κόμμα σας για να σώσετε τη χώρα.

Κάνατε το γενναίο βήμα να αποτρέψετε την ασύντακτη χρεοκοπία και το Grexit. Τώρα όμως πρέπει με κάθε τρόπο να εμποδίσετε τη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που θα μας οδηγήσουν ξανά στο ίδιο σημείο λίγους μήνες αργότερα. Δεν πειράζει που δεν πιστεύετε στη συμφωνία που υπογράψατε. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα ηγετών που ωφέλησαν τη χώρα τους κάνοντας όχι αυτό που η ιδεολογία τους επέτασσε, αλλά αυτό που ήταν αναγκαίο. Εφαρμόστε το πρόγραμμα με αφοσίωση και επαγγελματισμό κι ας μην πιστεύετε σε αυτό.

Πάρτε πάνω σας την υλοποίηση. Στηρίξτε το με τα πολιτικά ταλέντα σας. Εξηγήστε τα πλεονεκτήματα των μεταρρυθμίσεων, για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού, την καλύτερη λειτουργία των αγορών, την προοδευτικότερη κατανομή των βαρών, την επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης. Μόνο αν δουλέψετε για το πρόγραμμα υπάρχει η ελπίδα το πρόγραμμα να δουλέψει για εσάς. Αλλιώς θα επιβεβαιώσετε όσους προεξοφλούν την αποτυχία του. Θα είναι το πολιτικό σας τέλος και η αρχή μιας ολέθριας περιπέτειας της χώρας εκτός ευρώ. Αν το πρόγραμμα αποτύχει, άλλη ευκαιρία δεν θα υπάρξει. Η αποτυχία του θα καταπιεί τη χώρα κι εσάς μαζί.

Αλλάξτε γλώσσα, κ. Πρωθυπουργέ. Πείτε στα στελέχη σας να εγκαταλείψουν το χοντροκομμένο λεξιλόγιο της εφηβικής Αριστεράς: «πραξικόπημα», «εκβιασμός», «ταπείνωση», «τρομοκρατία». Αυτή η γλώσσα συνενώνει τα άκρα, μαζεύει ψήφους για το λόμπι της δραχμής. Στέλνει παντού το μήνυμα ότι θα υπονομεύσετε την υλοποίηση. Αν είστε με την Ευρώπη, δεν μπορείτε να βρίζετε τους ηγέτες της. Αν είστε με το ευρώ, δεν μπορείτε να το εμφανίζετε ως προϊόν εκβιασμού. Και επιτέλους, ας σοβαρευτούμε: δεν έφταιγε η Ευρώπη που εσείς ήρθατε με υπερφίαλες προσδοκίες ή που ο Βαρουφάκης τα τίναξε όλα στον αέρα. Ούτε η δημοκρατία ταυτίζεται με ψευδεπίγραφα δημοψηφίσματα –αντιπροσωπευτική δημοκρατία έχουμε, δηλαδή η κυβέρνηση διαμεσολαβεί, ερμηνεύει εντολή, παίρνει την ευθύνη. Μην τους αφήνετε να αναπαράγουν τις εισαγόμενες ανοησίες περί «πραξικοπήματος», γιατί το μόνο πραξικόπημα που είδαμε ήταν αυτό που προετοίμαζε η Αριστερή Πλατφόρμα.

Ο μόνος τρόπος να πετύχει το πρόγραμμα είναι να εμπνεύσετε εμπιστοσύνη. Στους εταίρους, στις αγορές, στους επενδυτές, στους καταθέτες. Θα είναι τιτάνια η προσπάθεια. Οσοι επένδυσαν στην Ελλάδα κάηκαν. Τα capital controls δυσχεραίνουν ή διαλύουν κάθε σοβαρή επιχείρηση που συναλλάσσεται με το εξωτερικό. Αυτές είναι οι εταιρείες που θα αυξήσουν την παραγωγικότητα, θα φτιάξουν καλές θέσεις εργασίας. Start-ups και εξαγωγικές επιχειρήσεις, που πάλεψαν με θηρία για να φτιαχτούν και να μείνουν ζωντανές, τώρα δεν μπορούν να πάρουν εγγυητικές επιστολές, δεν μπορούν να πληρώσουν παραγγελίες, χάνουν προμηθευτές, μένουν χωρίς πρώτες ύλες, αποβάλλονται από δίκτυα, εγκαταλείπονται από πελάτες. Απολύουν εργαζομένους ή τους στέλνουν σε αργία. Αν είχατε βρει συνεργάτες λιγότερο απορροφημένους με τον εαυτό τους και με τις θεωρητικές τους κατασκευές, θα σας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως. Δουλέψτε τώρα για να το αντιστρέψετε.

Πείτε στον κόσμο σας, δεν είμαστε σε πόλεμο με τη Γερμανία. Εχουμε διαφορετικά συμφέροντα, αλλά συνυπάρχουμε σε μια κοινή Ευρώπη, όπου όλοι έχουν παραιτηθεί από ένα βαθμό εθνικής κυριαρχίας για να απολαμβάνουμε τα κοινά οφέλη. Είμαστε σε μια οικειοθελή ένωση, με κανόνες, υποχρεώσεις, δεσμεύσεις, αμοιβαιότητα, όπου οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. Δεν είμαστε αποικία χρέους και λοιπές ανοησίες, είμαστε μια υπερχρεωμένη χώρα που διαπραγματεύεται με τους πιστωτές και εταίρους της μια καλύτερη συμφωνία. Δεν είναι η Βάρκιζα. Δεν είναι ο Γοργοπόταμος. Δεν είναι η Αλαμάνα. Αρκετά με το έπος της αντίστασης. Αρκετά με την κουλτούρα της θυματοποίησης, που αναπαράγει μια κοινωνία παραιτημένη, θυμωμένη, διαμαρτυρόμενη, τοξική. Αναδείξτε ένα αφήγημα σύγχρονης Αριστεράς: εξωστρέφειας, εθνικής δημιουργίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης. Μπείτε μπροστά σε μια εκστρατεία εθνικής αυτογνωσίας και ωρίμανσης.

Τις τελευταίες δύο βδομάδες, δείξατε αντανακλαστικά υπεύθυνου πρωθυπουργού. Τώρα πρέπει και να ηγηθείτε.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 19/7/2015

Το πιο μεγάλο δίλημμα του Τσίπρα

Το πολιτικό κεφάλαιο του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα είναι εν πολλοίς προϊόν μιας τεράστιας παρεξήγησης. Τους τελευταίους μήνες παραμένει ο δημοφιλέστερος πολιτικός έχοντας πείσει ότι μπορεί να κρατήσει τη χώρα στο ευρώ και να τερματίσει τις «πολιτικές των Μνημονίων». Οπως κάθε μεγάλη συλλογική αυταπάτη (ή, αν προτιμάτε, πολιτική απάτη) έτσι κι αυτή μπορούσε να επιβιώνει προσωρινά στην πολιτική συσκότιση, ή τη «δημιουργική ασάφεια». Δεν αντέχει όμως στο άπλετο, αμείλικτο φως της πραγματικότητας. Κι η ώρα της αλήθειας έχει φτάσει.

Ο κ. Τσίπρας έχει απέναντί του ένα οδυνηρό αλλά αναπόφευκτο πακέτο λιτότητας. Θα βελτιωθεί στα σημεία κατά τις επόμενες μέρες, αλλά κατά βάση αυτό θα είναι. Πρώτον, γιατί αυτή είναι η κρατούσα πολιτική της Ευρώπης, που εφαρμόζουν όλες οι υπόλοιπες χώρες στο εσωτερικό τους. Εχει πίσω της όχι μόνο τον κ. Σόιμπλε αλλά 18 αποφασισμένες κυβερνήσεις. Δεύτερον, γιατί η χώρα έχει δανειστεί από τους εταίρους της, κι έχει δεσμεύσεις. Τρίτον, διότι από τον Ιανουάριο μέχρι σήμερα, με μεγάλη ευθύνη της κυβέρνησης, η οικονομία πέρασε από το θετικό πρόσημο στην ύφεση, διευρύνοντας το δημοσιονομικό κενό. Και από την αρχική διάθεση των εταίρων να βοηθήσουν την Ελλάδα που μάτωσε για να παραμείνει στο ευρώ, περάσαμε στην καταβαράθρωση κάθε εμπιστοσύνης της Ευρώπης απέναντι στο παρδαλό αυτό συνονθύλευμα λαϊκιστών, ταλιμπάν και γραφικών που κουβαλά πίσω του ως κυβέρνηση ο κ. Τσίπρας. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ίδιου να οικοδομήσει μια σχέση επικοινωνίας με τους κύριους παίκτες της Ευρώπης. Το έλλειμμα εμπιστοσύνης πληρώνεται.

Ομως το δίλημμα που έχει μπροστά του ο κ. Τσίπρας είναι πολύ βαθύτερο από το εάν θα αντισταθεί μέχρι τέλους ή όχι στην (αναγκαία) ρήτρα μηδενικού ελλείμματος των επικουρικών συντάξεων και στον (άδικο και υφεσιακό) ΦΠΑ των λογαριασμών της ΔΕΗ. Η τελική απόφαση του κ. Τσίπρα δεν θα κρίνει απλώς το πολιτικό του αύριο, αλλά το αν η Ελλάδα θα παραμείνει ή όχι μια χώρα του δυτικού κόσμου. Αν θα διατηρήσει μια βιώσιμη προσδοκία ανάκαμψης και σύντομα ενσωμάτωσης στην κανονικότητα μιας ευημερούσας και ανεπτυγμένης Ευρώπης. Ή αν θα βυθιστεί στον ενδιάμεσο γκρίζο κόσμο της αέναης αστάθειας και ανασφάλειας, ενός failed state, μιας οικονομίας που θα διαλύεται στην απόγνωση, και μιας κοινωνίας που θα τρώει τις σάρκες της χάνοντας τα καλύτερα παιδιά της.

Η επιλογή της «ρήξης» έχει τη στήριξη των επιτήδειων, των θερμόαιμων και των αδαών, πολύ χειροκρότημα και πατριωτικό ενθουσιασμό. Η συλλογική ανάταση μιας περήφανης απόρριψης του «τελεσιγράφου των δανειστών» θα διαρκούσε λίγες ώρες, ίσως και μέρες. Οσο διήρκεσε η πρόσκαιρη ευφορία ανάμεσα στο βροντερό «Οχι» του Κυπριακού Κοινοβουλίου και την καταστροφή δεκάδων χιλιάδων ανυποψίαστων καταθετών τον Μάρτιο 2013. Οσο περίπου διήρκεσε η μιας εβδομάδας θητεία του προέδρου Σαα της Αργεντινής, τον Δεκέμβριο 2001, αφού ανακοίνωσε το τολμηρό του πρόγραμμα να εισαγάγει νέο νόμισμα και να κηρύξει παύση πληρωμών στους πιστωτές της χώρας, υπό τις ιαχές βουλευτών που κραύγαζαν ρυθμικά «Argentina». Κατέρρευσε λίγες μέρες αργότερα, μόλις ανακοινώθηκαν οι περιορισμοί στις τραπεζικές αναλήψεις (capital controls), υπό τις μαζικές διαδηλώσεις χιλιάδων εξαγριωμένων καταθετών.

Ο κ. Τσίπρας δεν είναι πια μόνο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ. Η επιλογή του έντιμου συμβιβασμού είναι ο ανηφορικός μονόδρομος της ευθύνης που αναλογεί σε έναν πρωθυπουργό. Θα χάσει παλιούς του συντρόφους. Θα υποστεί την οργή προδομένων ψηφοφόρων. Θα μπορέσει όμως να καταστήσει το κόμμα του ηγεμονικό στην ελληνική κι ευρωπαϊκή Αριστερά, αποφοιτώντας από το ευρωπαϊκό περιθώριο. Κι οι δύο επιλογές καταλήγουν στην πολιτική του αποδυνάμωση. Η πρώτη όμως περνάει από μια εθνική καταστροφή.

Ο έξω κόσμος δείχνει ξεκάθαρα τον δρόμο. Είναι τυχερός ο κ. Τσίπρας γιατί η παρούσα συγκυρία δεν προσφέρει ούτε καν ψευδαισθήσεις εναλλακτικών. Η Βενεζουέλα του Τσάβες κατέρρευσε σε χάος, αναρχία και 200% πληθωρισμό. Η Ρωσία οικοδόμησε μια οικονομία υπερεξάρτησης από τους φυσικούς πόρους, εξαιρετικά ευάλωτη στην πτώση των τιμών τους. Το περιβάλλον μας στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή εξάγει βία, πόλεμο, δολοφονίες, εκατομμύρια δυστυχισμένων προσφύγων. Αλλες επιλογές δεν υπάρχουν, ούτε άλλες συμμαχίες κι εναλλακτικές, εκτός από κείνες που εγκαταβιώνουν στο μπερδεμένο μυαλό του κ. Στρατούλη. Σήμερα περισσότερο από ποτέ, είναι «Δύση ή τίποτα».

Στην Ευρώπη το δίλημμα λιτότητα ή ανάπτυξη έχει πια ξεπεραστεί. Για πρώτη φορά οι πολιτικές λιτότητας αντισταθμίζονται από μια πολιτική μηδενικών επιτοκίων της ΕΚΤ, και μια σημαντική επενδυτική τόνωση. Οι επικριτές της λιτότητας, που κατά τα άλλα είχαν δίκιο, έχουν ξεχάσει αυτή την κρίσιμη παράμετρο. Η υπόλοιπη Ευρώπη ανακάμπτει. Η Ισπανία σπάει ρεκόρ δημιουργίας θέσεων εργασίας κάθε μήνα. Οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης προχωρούν σε στενότερη οικονομική ενοποίηση. Θα κρατήσουν μαζί τους όσους θέλουν και μπορούν. (Αλήθεια, μετέχει η ελληνική κυβέρνηση στον διάλογο για τη μεταρρύθμιση της ΟΝΕ;). Οι ευκαιρίες είναι εκεί και περιμένουν την κυβέρνηση. Βροχή χρήματος, αναπτυξιακό πακέτο, ελάφρυνση χρέους. Αρκεί να κρατήσει τη χώρα στον δρόμο της προσαρμογής και των μεταρρυθμίσεων.

Το πιο μεγάλο δίλημμα του Τσίπρα στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Ευρώπη ή τίποτα.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 7/6/2015

Μεταξύ οικονομικού και πολιτικού ντόμινο

Η καταληκτική αναφορά της επινίκιας ομιλίας του Αλ. Τσίπρα στον «ήλιο που ανατέλλει πάνω από την Ελλάδα» δεν ήταν απλώς μια δήλωση αβροφροσύνης προς το παλιό ΠΑΣΟΚ, που συρρέοντας μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλε στη νίκη. Ηταν επίσης μια υπόμνηση της φιλοδοξίας του να αποτελέσει το νέο ΠΑΣΟΚ της επόμενης δεκαετίας, τον νέο ηγεμονικό πόλο της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Το ιστορικό πολιτικό επίτευγμα του Ανδρέα Παπανδρέου είχε στηριχθεί σε ένα μείγμα αλλαγής και συνέχειας, ακόμα κι αν τα στοιχεία της συνέχειας επενδύονταν με μια ρητορική συνολικής ρήξης. Η μετεξέλιξη της χώρας (προς το καλύτερο και το χειρότερο) και του ίδιου το ΠΑΣΟΚ δεν θα είχε καταστεί δυνατή εάν δεν είχε οικοδομηθεί στο στέρεο κεκτημένο της ασφαλούς συμμετοχής στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Χωρίς τις σιδερένιες ράγες της Ευρώπης, το τρένο της αλλαγής θα είχε εκτροχιαστεί.

Ο κ. Τσίπρας έρχεται με μια ρητορική συνολικής ρήξης, σε μια Ευρώπη βαθύτερης ενοποίησης και περιορισμένων βαθμών αυτονομίας σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, με πολύ άγρια και επικίνδυνη την ευρύτερη γειτονιά μας. Η αναμφισβήτητη εκλογική επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαια γέννημα μιας διπλής αποτυχίας. Είναι τεράστια ευθύνη της τρόικας, ότι δεν έδωσε δημοσιονομικές ανάσες στις ελληνικές κυβερνήσεις. Είναι μεγαλύτερη η ευθύνη των κυβερνήσεων, ότι έπαιξαν κρυφτούλι με πολλές μεταρρυθμίσεις που είχαν πολιτικό κόστος. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δημιούργημα του οικονομικού δογματισμού των δανειστών και της ανεπάρκειας των κυβερνώντων. Που, ωστόσο, κάλυψαν πολλή από την προσαρμογή που έπρεπε να πραγματοποιηθεί.

Ερχεται σήμερα η κυβέρνηση Τσίπρα, με την επαγγελία μιας μεγάλης διαπραγμάτευσης για να αμβλύνει τη λιτότητα και να μειώσει το χρέος. Αντιλαμβάνεται, όμως, ακόμη κι αν δεν το λέει, ότι η όποια διαπραγματευτική της δύναμη απορρέει όχι μόνο από τη ζοφερή πραγματικότητα μιας εφιαλτικής ανεργίας, αλλά κυρίως από το κεκτημένο ενός εύρους θετικών μεταρρυθμίσεων και μιας τεράστιας προσαρμογής με την οποία η χώρα μετέτρεψε ένα πρωτογενές έλλειμμα του 10,5% σε πρωτογενές πλεόνασμα, κι ένα θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα σε ισοσκελισμένο ισοζύγιο. Ετσι μόνο θα μπορούσε να διεκδικήσει τη δυνατότητα να πει στους δανειστές ότι «δεν χρειάζομαι τα χρήματά σας».

Οι εταίροι δεν θέλουν να γονατίσουν την κυβέρνηση Τσίπρα, εκτός των άλλων γιατί αυτό θα πολλαπλασίαζε ένα τοξικό αντιευρωπαϊκό αφήγημα εθνικής θυματοποίησης. Δεν θέλουν ούτε να βάζουν άλλα χρήματα φορολογουμένων τους σε ένα βαρέλι χωρίς πάτο, όπως θα είναι η Ελλάδα εάν αντιστραφεί η πορεία σταθεροποίησης και μεταρρυθμίσεων. Δεν θέλουν επίσης να δουν την ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα να καταρρέουν, γιατί η κρίση θα απειλούσε με οικονομικό ντόμινο την υπόλοιπη Ευρωπεριφέρεια, και ο λογαριασμός για την ανοικοδόμηση της Ελλάδας πιθανόν πάλι στην Ευρώπη θα κατέληγε.

Πάνω από όλα, όμως, οι εταίροι δεν θα δεχτούν να φανούν ότι υποκύπτουν σε εκβιασμό. Και δεν θα δέχονταν να χαρίσουν στον Τσίπρα μία νίκη, που θα κατέληγε να ανταμείβει τη στρατηγική της δημαγωγίας και του λαϊκισμού, δίνοντας ώθηση σε άλλες συναφείς ριζοσπαστικές και εξτρεμιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη. Πίσω από τον Τσίπρα περιμένουν άλλοι, από τους «Ποδέμος» και το Σιν Φέιν μέχρι τον αλλοπρόσαλλο Μπέπε Γκριλο και την ακροδεξιά Λεπέν. Ο ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να συσχετιστεί με τους δύο πρώτους, και ο συσχετισμός εγκυμονεί ήδη κινδύνους για τη χώρα.

Η δυνατότητα ενός μεγάλου συμβιβασμού είναι υπαρκτή. Μία τέτοια συμφωνία θα περιλάμβανε σημαντική ελάφρυνση (αλλά όχι «κούρεμα») του χρέους, μείωση του ασφυκτικού στόχου του 4,5% πρωτογενούς πλεονάσματος σε κάτι κοντύτερα στο 2,5%. Δυνατότητα της κυβέρνησης Τσίπρα να εφαρμόσει μεγάλο μέρος του προγράμματος Θεσσαλονίκης, αντισταθμίζοντάς το ίσως με άλλες μεταρρυθμίσεις συμβατές με την ιδεολογία του ΣΥΡΙΖΑ. Θα απαιτούσε όμως από την Ελλάδα έμπρακτη δέσμευση σε δημοσιονομική πειθαρχία και μεταρρυθμίσεις, με αλλαγές στο υπάρχον μείγμα αλλά κυρίαρχο το στοιχείο της συνέχειας.

Το πρόβλημα σε αυτή τη μεγάλη συμφωνία, που είναι εφικτή, είναι οι τεράστιες εσωτερικές αντιστάσεις στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Είναι η συνολική απορριπτικότητα προς θετικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν στην προηγούμενη περίοδο, μαξιμαλισμός που στέλνει επιθετικά μηνύματα στους εταίρους.

Αν η κυβέρνηση βρει το θάρρος να προχωρήσει σε έναν έντιμο συμβιβασμό με τους εταίρους, η Ευρώπη θα ισορροπήσει σε μια λεπτή γραμμή. Εάν η διαπραγμάτευση επιτύχει, στο τέλος της διαπραγμάτευσης δεν θα υπάρχει ούτε νικητής ούτε ηττημένος. Αλλά η ελληνική οικονομία θα έχει καταστεί βιώσιμη στο ευρώ. Και ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι έτοιμος να διακυβερνήσει σε βάθος χρόνου ως ευρωπαϊκή και ηγεμονική αριστερά. Αυτός ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει περιθωριοποιήσει ίσως τα νεοκομμουνιστικά του στοιχεία, και η τυχοδιωκτική συμμαχία με τους ΑΝΕΛ θα είναι πιθανώς παρελθόν. Θα έχει βρει, όμως, άλλους διαρκέστερους και σοβαρότερους εταίρους προς το κέντρο.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ απορρίψει την προσαρμογή και οι κίνδυνοι πραγματοποιηθούν, τότε η ελληνική οικονομία θα καταρρεύσει υπό συνθήκες καταστροφής που θα θυμίζουν Κύπρο στο πολλαπλάσιο. Μαζί θα γκρεμιστεί και το όνειρο ηγεμονίας του ΣΥΡΙΖΑ, υπό την οργή των μεσοστρωμάτων, τη ζωή των οποίων, μέσα στο ευρώ, υποσχέθηκε να βελτιώσει.

* Το άρθρο του Γιώργου Παγουλάτου δημοσιεύτηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 1.2.2015.

 

Σελίδα 1 από 4