Παρασκευή, 19 Ιανουάριος 2018

«Καθαρή έξοδος», καθαρή απάτη

Τ​​ον Αύγουστο 2018, ο κ. Τσίπρας ετοιμάζεται να πανηγυρίσει το τέλος των μνημονίων, ανεμίζοντας το δικό του success story. Η έξοδος δεν θα είναι ανέφελη. Τα προαπαιτούμενα για την τέταρτη αξιολόγηση είναι βαριά, το ΔΝΤ δεν έχει πει την τελευταία λέξη και οι εταίροι δεν δείχνουν διάθεση για σοβαρές παραχωρήσεις στο χρέος. Το κυριότερο, αναζητούν το πλαίσιο εκείνο που θα εξασφαλίσει ότι η κυβέρνηση δεν θα αρχίσει να ξηλώνει μεταρρυθμίσεις, να διορίζει πελάτες στο Δημόσιο, να μοιράζει λεφτά μόλις χαλαρώσει ο έλεγχος. Κανονικά η προοπτική περαιτέρω μειώσεων χρέους θα έπρεπε να συνιστά επαρκές κίνητρο παραμονής στον δρόμο της προσαρμογής. Ομως υπάρχουν πολιτικοί που θα προτιμούσαν τα πρόσκαιρα κέρδη της εξαγοράς ψήφων από την ωφέλεια μιας ελάφρυνσης χρέους. Μετά το τρίτο μνημόνιο ο κ. Τσίπρας μπαίνει σε εκλογική τροχιά (είτε για το 2018 είτε για το 2019), και αυτό εντείνει την ανησυχία.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα περιοριστικό πλαίσιο, χωρίς σημαντική μείωση χρέους και χωρίς το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των μνημονίων, δηλαδή το φτηνό κόστος χρηματοδότησης. Μετά το τρίτο μνημόνιο, η οικονομία θα πρέπει να προσαρμοστεί σε επιτόκια αγοράς πολύ υψηλότερα από εκείνα που εξασφαλίζει ο ευρωπαϊκός δανειακός μηχανισμός. Προς το παρόν η χώρα απολαμβάνει τις θετικές συνέπειες της μείωσης των επιτοκίων, που αποδεικνύει πόσο σημαντικό είναι η κυβέρνηση να κλείνει τις αξιολογήσεις, αλλά και το χρέος να διαχειρίζονται ικανοί επαγγελματίες όπως ο απερχόμενος επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ, Στέλιος Παπαδόπουλος.

Η κυβερνητική επαγγελία της «καθαρής εξόδου» παράγει την εσφαλμένη προσδοκία ότι τον Αύγουστο 2018 η χώρα απεμπλέκεται από υποχρεώσεις και εποπτεία. Λάθος. Η ελληνική οικονομία θα παραμείνει υπό στενή εποπτεία μέχρι να αποπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει από την Ε.Ε. «Ενισχυμένη» εποπτεία συνεπάγεται στενή παρακολούθηση, τακτικές επισκέψεις των θεσμών και τριμηνιαίες εκθέσεις προόδου.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η «καθαρή έξοδος» την οποία επιδιώκει η κυβέρνηση θα ήταν ζημιογόνος και επικίνδυνη για τη χώρα. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει την προστατευτική προληπτική πιστωτική γραμμή που προσφέρει η Ευρωζώνη προς οικονομίες που παραμένουν εύθραυστες.

Υποτίθεται, τον Αύγουστο 2018 θα υπάρχει ένα μαξιλάρι ρευστότητας που θα καλύπτει τις δανειακές ανάγκες του 2019, ίσως και πρώτους μήνες του 2020. Ομως το απόθεμα αυτό των κεφαλαίων έχει προέλθει από την υπερφορολόγηση των Ελλήνων ή στερώντας πόρους από την οικονομία. Επίσης, δεν συνιστά επαρκή διασφάλιση. Η Ελλάδα θα παρέμενε ο αδύναμος κρίκος, ευάλωτη σε οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική διαταραχή.

Θα ήταν επωφελέστερη και ασφαλέστερη για τη χώρα η υιοθέτηση, μετά τον Αύγουστο 2018, ενός προγράμματος προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL). Ενα πρόγραμμα PCCL θα επέτρεπε στη χώρα να προσφύγει στην πιστωτική γραμμή, εάν χρειαζόταν. Θα εξασφάλιζε φθηνότερη χρηματοδότηση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αυξάνοντας την εμπιστοσύνη των αγορών και διευκολύνοντας την εισροή επενδύσεων.

Οπως ορθά εξηγεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεση, η χρήση προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL) έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι προστατεύει τη δυνατότητα τα ελληνικά ομόλογα να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στην τακτική χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ, καθώς επίσης και να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ. Και τα δύο ενισχύουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, μειώνοντας σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Χωρίς αυτά, χωρίς PCCL, η χώρα θα μπορούσε εύκολα ξανά να κατρακυλήσει.

Πόσο αποτιμάται η ωφέλεια του PCCL; Πολλά δισ. – αν και όχι τόσα όσα τα 85-100 δισ. που στοίχισαν οι τυχοδιωκτισμοί Βαρουφάκη-Τσίπρα το 2015. Θα μπορούσαν να μειωθούν φόροι, να τονωθεί η οικονομία.

Γιατί τότε η κυβέρνηση δεν θέλει PCCL, αφού ούτως ή άλλως θα είμαστε σε πλαίσιο στενής εποπτείας; Διότι απλούστατα το PCCL προϋποθέτει μνημόνιο συνεργασίας με τους θεσμούς και αυτή η κυβέρνηση θέλει να ξαναβρεί τους ψηφοφόρους του 2015, που περίμεναν τον κ. Τσίπρα να σκίσει τα μνημόνια.

Η «καθαρή έξοδος» του 2018 είναι προπαγανδιστικό εύρημα αντίστοιχο της «περήφανης διαπραγμάτευσης» του 2015. Παράγει στιγμιαία πολιτική ευφορία προς άμεση εκλογική εξαργύρωση. Οπως η εμπειρία του 2015 κατέδειξε, η στιγμιαία ευφορία των Ελλήνων πληρώθηκε πολύ ακριβά με την οικονομική τους εξόντωση από την εφορία (φτηνό λογοπαίγνιο, αρμόζον στην ευτελή πολιτική ιδιοτέλεια της «καθαρής εξόδου»).

Η ακόμα κυνικότερη ερμηνεία είναι ότι ο κ. Τσίπρας σχεδιάζει να διαφύγει μέσω εκλογών το φθινόπωρο, κληροδοτώντας στην επόμενη κυβέρνηση το πρόβλημα, την αστάθεια, τον ακριβό δανεισμό, τον εγκλωβισμό, την υποτροπή σε νέα κρίση. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να ισχύει. Ολος ο κόσμος ξέρει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ βάζει πάντοτε το συμφέρον της χώρας πάνω από το κομματικό συμφέρον...

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 27/12/2017. 

Ένα Σύμφωνο υψηλών προσδοκιών για την Ευρώπη

Π​​ώς πρέπει να προχωρήσει η Ε.Ε. για να ξεπεράσει την «πολυκρίση» των τελευταίων ετών; Ποιοι αμοιβαίοι συμβιβασμοί απαιτούνται; Ποια ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν τον άξονα μιας «μεγάλης συμφωνίας»; Ποιο πρέπει να είναι το μέλλον της Ευρώπης;

Ενα δίκτυο ιδρυμάτων και «δεξαμενών σκέψης», υπό το «Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη» (New Pact for Europe), απαντά στα ερωτήματα αυτά, έχοντας ολοκληρώσει μια ευρεία διαβούλευση που κράτησε πέντε χρόνια. Μεταξύ 2013-17 διοργανώθηκαν περισσότερες από 120 συναντήσεις σε 17 κράτη-μέλη της Ε.Ε., εμπλέκοντας διαμορφωτές πολιτικής, ειδικούς, οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών και πολίτες. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν στο εσωτερικό των κρατών-μελών, μεταξύ εθνικών ομάδων προβληματισμού, και πανευρωπαϊκά. Τα συμπεράσματα αποτυπώθηκαν σε επιμέρους εκθέσεις. Στο τελικό στάδιο, μια Ευρωπαϊκή Ομάδα Προβληματισμού επεξεργάστηκε τη σύνθεσή τους σε διήμερα πυκνών συζητήσεων. Το τελικό προϊόν αυτής της μακράς διαβούλευσης παρουσιάστηκε την εβδομάδα που πέρασε (Re-energising Europe: A package deal for the EU27).

Η έκθεση ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας δεν είναι ιδεολογία: είναι μια αναγκαιότητα, σε έναν κόσμο αλληλεξάρτησης όπου τα εθνικά κράτη μόνα τους είναι αδύναμα να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τις αξίες και τα συμφέροντά τους. Ακόμα και οι ισχυρότερες χώρες, η Γερμανία ή η Γαλλία, είναι μεσαία κράτη στην παγκόσμια κλίμακα, με συρρικνούμενο μερίδιο ισχύος και επιρροής. Επομένως η ενότητα της Ευρώπης προβάλλει ως η ευφυέστερη εθνική επιλογή για τα μέλη της, σε έναν κόσμο όπου το κέντρο ισχύος μετατοπίζεται προς την Ασία και ο εταίρος της άλλης πλευράς του Ατλαντικού είναι ασταθής και απρόβλεπτος.

Ποιοι είναι οι τομείς όπου «περισσότερη Ευρώπη» θα είχε ωφέλειες για τα κράτη-μέλη; Ή αντίστοιχα εκείνοι όπου η απουσία περαιτέρω ενοποίησης θα οδηγούσε σε συλλογική οπισθοδρόμηση;

Η έκθεση ξεχωρίζει τρία πεδία, υψηλής πολιτικής προτεραιότητας: την οικονομική και κοινωνική πολιτική με επίκεντρο την Ευρωζώνη, τη μετανάστευση, και την ασφάλεια. Η Ε.Ε. είναι πολωμένη μεταξύ Βορρά-Νότου στο θέμα της οικονομικής πολιτικής. Και είναι διαιρεμένη μεταξύ Δυτικής και Κεντροανατολικής Ευρώπης στα ζητήματα της μετανάστευσης.

Η έκθεση προτείνει μια ευρεία σύνθεση, έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο αντίπαλες «σχολές σκέψης» όσον αφορά τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές στην Ευρωζώνη. Από τη μια πλευρά βρίσκονται εκείνοι (κυβερνήσεις και παρατάξεις) που υπερασπίζονται το δίπτυχο της «υπευθυνότητας και ανταγωνιστικότητας», υποστηρίζοντας την αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων, πειθαρχία στα κελεύσματα των αγορών, αποφυγή διάσωσης κρατών-μελών, αποκλειστική έμφαση στις εθνικές μεταρρυθμίσεις. Και από την άλλη, η σχολή σκέψης που υποστηρίζει περισσότερη αλληλεγγύη και κοινωνική προστασία, πιο ευέλικτους κανόνες, μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια, επιμερισμό των κινδύνων, περισσότερη ευρω-στήριξη στις εθνικές προσπάθειες μεταρρυθμίσεων, χώρο για δημόσιες επενδύσεις, και μείωση των μεγάλων ανισορροπιών. Σε κάθε προσέγγιση εγγράφονται συγκεκριμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις, που αλληλοεξισορροπούνται: για παράδειγμα, η ενίσχυση με ευρωπαϊκές επενδύσεις των οικονομιών σε ύφεση, με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητά τους.

Αντίστοιχα για τη μετανάστευση, η προτεινόμενη συμφωνία επιδιώκει να εξισορροπήσει ασφάλεια και αλληλεγγύη, προωθώντας μια «Ευρώπη που προστατεύει» τους πολίτες της, χωρίς όμως να καταλήγει σε «Ευρώπη φρούριο». Θέλει να συγκεράσει την ασφάλεια των πολιτών απέναντι σε ανεξέλεγκτες εισροές μετανάστευσης, με την ανάγκη αλληλέγγυας στάσης μεταξύ των κρατών-μελών, απέναντι στους απελπισμένους που κρούουν τις πύλες της Ευρώπης, απέναντι στις χώρες διέλευσης και προέλευσης των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Τέλος στον τομέα της ασφάλειας, η προστιθέμενη αξία της Ενωσης μεγιστοποιείται με την εμβάθυνση της συνεργασίας στην εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, στην αμυντική συνεργασία και αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Ο μέγας αντίπαλος της Ευρώπης δεν είναι ο λαϊκισμός, αλλά οι πολλαπλές όψεις φόβου και ανασφάλειας που τρέφουν τον λαϊκισμό. Ανασφάλεια κοινωνική και οικονομική, τεχνολογική, ανασφάλεια ταυτότητας, ανασφάλεια απέναντι στην τρομοκρατία και τις εξωτερικές απειλές. Η συλλογική αποτυχία της Ευρώπης θα σήμαινε την περαιτέρω άνοδο αυταρχικών και εθνικολαϊκιστικών δυνάμεων, που έχασαν τη μάχη αλλά όχι και τον πόλεμο.

Είναι υπερβολικά φιλόδοξα όλα αυτά; Πιθανόν. Οι διαπραγματεύσεις της «Τζαμάικα» στο Βερολίνο κατέρρευσαν όταν οι ευρωσκεπτικιστές του FDP αρνήθηκαν την αλλαγή status quo της Ευρωζώνης με διεύρυνση του ρόλου του ESM. Η προγραμματική συμφωνία της ολλανδικής κυβέρνησης απαγορεύει την ενίσχυση του ESM. Ο Μακρόν αναζητά απεγνωσμένα συνομιλητές. Μόνο ένας μεγάλος γερμανικός συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες θα μπορούσε να υποστηρίξει τις μεταρρυθμίσεις – αλλά και τότε, άλλες χώρες θα μπορούσαν να εναντιωθούν. Το παράθυρο ευκαιρίας θα κλείσει σύντομα, καθώς οι κρίσιμες εκλογές στην Ιταλία τον Μάρτιο απειλούν να ρίξουν την Ε.Ε. σε νέα περιδίνηση. Μεγάλα τα εμπόδια λοιπόν. Αλλά η Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε στον αστερισμό των χαμηλών προσδοκιών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 26/11/2017.

Γιατί θα ψηφίσω την Κυριακή

Ε​​ίναι δύσκολο να ενθουσιαστεί κανείς με τις εκλογές ανάδειξης αρχηγού στην Κεντροαριστερά. Είναι ευκολότερη η ανία και αδιαφορία. «Μικρομεσαίοι υποψήφιοι», «στερεότυπες τοποθετήσεις», «υπόθεση για περιορισμένο κύκλο οπαδών», είναι ορισμένα από όσα έχουν ειπωθεί.

Ο κυνισμός είναι ένα βολικό καταφύγιο, αλλά η διαρκής προσφυγή στη θαλπωρή του είναι ομολογία πνευματικής οκνηρίας. O κυνισμός συγκατοικεί με την αντιδημοκρατική νοοτροπία όσων βλέπουν τις εκλογές ως ανούσιο θέατρο. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία χρειάζεται το οξυγόνο της μαζικής συμμετοχής. Αλλιώς ανοίγει ο δρόμος για τους δημαγωγούς που επικαλούνται έλλειψη νομιμοποίησης των δημοκρατικών θεσμών, και καλούν τον λαό «να βροντοφωνάξει» σε τυχοδιωκτικά δημοψηφίσματα. Τα είδαμε στην Καταλωνία, τη Βρετανία, την Ελλάδα του 2015.

Δεύτερον, η διαδικασία εκλογής αρχηγού της Κεντροαριστεράς αφορά τον χώρο του πολιτικού κέντρου, χώρο συνώνυμο με τον ορθολογισμό και τη μετριοπάθεια. Η γενική εμπειρία διδάσκει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί που δεν ασκούνται ατροφούν, και όποτε οι μετριοπαθείς πολίτες κάθονται σπίτι, το παιχνίδι κερδίζουν οι ακραίοι και οι λαϊκιστές. Ας το δούμε λοιπόν οι πολίτες του προοδευτικού κέντρου σαν άσκηση εγρήγορσης, που θα ενδυναμώσει τους δημοκρατικούς μυώνες απέναντι στις ταξιαρχίες της επαναστατικής γυμναστικής.

Ενα ισχυρό προοδευτικό κέντρο είναι αναγκαίο για τη χώρα. Είναι μακροπρόθεσμα χρήσιμο και για τα δυο μαζικά κόμματα εξουσίας, τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οχι από τη σκοπιά του βραχυπρόθεσμου εκλογικού ορίζοντα. Αλλά από κείνη της μετέπειτα κυβερνητικής σταθερότητας. Θα αύξανε και τον θετικό ανταγωνισμό για τη Ν.Δ., βοηθώντας την να γίνεται καλύτερη – ένας φιλελεύθερος δεν θα μπορούσε να πιστεύει διαφορετικά.

Ενα ισχυρό κέντρο σταθεροποιεί τη δημοκρατία. Το βλέπουμε στην Ισπανία, όπου Ciudadanos και PSOE πιέζουν για διάλογο στη διευθέτηση του Καταλανικού. Το είδαμε στην Ελλάδα τον δραματικό Ιούλιο 2015, όταν η καταλυτική παρουσία δύο μικρότερων κομμάτων του κέντρου κράτησε τη χώρα όρθια.

Είναι γεγονός ότι το πολιτικό μας σύστημα είναι σήμερα πιο κεντρομόλο παρά ποτέ. Ομως αυτή η εξέλιξη είναι απόρροια δύο συγκεκριμένων παραγόντων. Της απρόθυμης, συγκυριακής μετακίνησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κεντροαριστερά, όταν βρέθηκε αναγκασμένος να εφαρμόζει πολιτικές μνημονίου. Και του γεγονότος ότι η Ν.Δ. υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει την πιο φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική ηγεσία επί δεκαετίες.

Ομως στη Ν.Δ. η φιλελεύθερη πτέρυγα εκ των πραγμάτων συγκατοικεί με τη συντηρητική. Ετσι είναι τα κεντροδεξιά κόμματα εξουσίας. Η Μέρκελ κυβερνώντας από το κέντρο είναι κόκκινο πανί για πολλούς συντηρητικούς του CDU/CSU, που θεωρούν ότι τους πρόδωσε. Ο κεντρώος πραγματισμός της Μέρκελ έχει εδραιώσει την παράταξή της να κυβερνά ανελλιπώς από το 2005, προετοιμάζοντας την τέταρτη κατά σειρά κυβέρνηση. Το κέντρο είναι ο πόλος της κυβερνητικής σταθερότητας.

Ενα ισχυρό προοδευτικό κέντρο προσφέρει τον αναγκαίο ενδιάμεσο φορέα ιδεολογικής μετριοπάθειας και σύγχρονων φιλελεύθερων αξιών. Λειτουργεί ως επισπεύδων για την επέκταση δικαιωμάτων, από το σύμφωνο συμβίωσης και τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών μέχρι τη θεραπευτική χρήση της κάνναβης, το δικαίωμα στον αξιοπρεπή θάνατο, την εμπέδωση της ανεξιθρησκίας. Αλλά και ως φυτώριο αμφιλεγόμενων προτάσεων που μπολιάζουν δημιουργικά τη δημόσια συζήτηση (εισαγωγή της αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας του κράτους;).

Στις ακραίες εξάρσεις το προοδευτικό κέντρο προσφέρει φωνή καταλλαγής, και στη μεταρρυθμιστική ατολμία των μαζικών κομμάτων, την καθαρή φωνή μικρότερων κομμάτων με την πολυτέλεια της τόλμης. Στην εξωτερική πολιτική, θα διευκόλυνε αναγκαίους επωφελείς συμβιβασμούς ενάντια σε παρωχημένες αγκυλώσεις, όπως στο θέμα του ονόματος της γειτονικής χώρας. Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη υπήρξε ένα τέτοιο κόμμα, και η παρουσία του λειτούργησε ανανεωτικά στο κουρασμένο κομματικό σύστημα. Αλλά και ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης συνεισέφερε μια παρόμοια δυναμική. Δεν υπάρχει δυτική κοινωνία όπου οι φιλελεύθερες αξίες να μη διαθέτουν πολιτική εκπροσώπηση.

Τον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν μπορεί βέβαια να εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αυτάρεσκες διακηρύξεις του. Οχι μόνο διότι ο λαϊκισμός και η αρμονική του συμβίωση με τους ΑΝΕΛ του στερούν το δικαίωμα. Αλλά διότι ο ΣΥΡΙΖΑ στεγάζει έναν αριστερίστικο «δικαιωματισμό» που κλείνει το μάτι στην πολιτική βία, υποθάλπει παραβιάσεις του κράτους δικαίου και χαϊδεύει τους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν περιουσίες και χτυπούν αστυνομικούς.

Η στροφή του εκλογικού συστήματος στο αναλογικότερο θα επιβάλλει διακομματικές συνεργασίες. Ενας ισχυρός κεντρώος πόλος λειαίνει το έδαφος για αναγκαίες συγκλίσεις, εμπεδώνει κουλτούρα διαλόγου, συμβιβασμών, συναινέσεων.

Η έκβαση της ανάδειξης του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς θα καθορίσει εάν η αυριανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα έχει ως δυνητικό εταίρο ένα προοδευτικό κόμμα με μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό ή ένα κόμμα-χυλό που επιδιώκει απλώς να επαναπατρίσει προδομένους Πασόκους από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Επομένως, θα ψηφίσω την Κυριακή. Χωρίς ενθουσιασμό, αλλά με ισχυρή συναίσθηση ότι η υπόθεση αυτή αφορά ένα φάσμα πολύ ευρύτερο από τη στενή κομματική βάση της Κεντροαριστεράς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 12/11/2017. 

Τι έκαναν οι επόμενες γενιές για εμάς;

Η​​ μεγαλύτερη ίσως γνωσιακή πρόκληση είναι να τοποθετήσεις το παρόν στον περιβάλλοντα ιστορικό χρόνο. Να διακρίνεις εάν η παρούσα συγκυρία είναι απλώς μια στιγμή στην ταλάντωση του εκκρεμούς ή αντίθετα μέρος μιας διαρκέστερης μακροχρόνιας τάσης.

Πάρτε την άνοδο του εθνικισμού και λαϊκισμού. Η Ε.Ε. μετράει ήδη δύο κυβερνήσεις (Πολωνία και Ουγγαρία) στα χέρια εθνικιστών ηγετών που δεν κρύβουν τη δυσφορία τους με το φιλελεύθερο κράτος δικαίου και τη συμπάθειά τους προς το heavy-handed μοντέλο ηγεσίας Πούτιν και Ερντογάν. Είναι πολιτικός κύκλος ή η αρχή μιας μακράς σκοτεινής περιόδου;

Πάρτε την Καταλωνία. Είναι η ανάσυρση του εθνοτικού εθνικισμού (ethnic nationalism) από τα αραχνιασμένα υπόγεια της ιστορίας προάγγελος μιας μακράς ανατροπής; Απειλούνται με κατακερματισμό τα σύγχρονα πλουραλιστικά κράτη που συστεγάζουν διαφορετικές εθνογλωσσικές συνιστώσες και μειονότητες (στη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, κ.λπ.); Ή ο παροξυσμός του στενού εθνικισμού θα οδηγήσει ξανά την πλειοψηφία στην αναζήτηση της ασφάλειας και σταθερότητας του φιλελεύθερου status quo;

Πάρτε την προεδρία Τραμπ. Είναι ο Τραμπ μια δυστοπική εικόνα από το μέλλον μιας μεγάλης δημοκρατίας; Είναι η αρχή μιας μακράς περιόδου παρακμής των ΗΠΑ και διευρυνόμενου χάσματος με την Ευρώπη; Ή είναι απλώς ένα ιστορικό ατύχημα, που θα διορθωθεί στην επόμενη ευκαιρία;

Πάρτε την άνοδο της Κίνας. Ζούμε τον αιώνα της Κίνας; Για όποιον παρακολούθησε το 19ο Συνέδριο του ΚΚΚ που επισφράγισε την παντοδυναμία του Σι Τζινπίνγκ, είναι σαφής η εικόνα ενός κράτους που εξαπλώνει συστηματικά την οικονομική του επιρροή, με όχημα την παγκοσμιοποίηση. Και πλέον εκμεταλλεύεται το κενό αμερικανικής ηγεσίας για να εξαγάγει και παγκόσμια πολιτισμική επιρροή, soft power. Πολλοί αναλυτές βέβαια επιχείρησαν παρόμοιες προβολές στο μέλλον, και διαψεύσθηκαν. Το 1989 ο Πολ Κένεντι (The Rise and Fall of the Great Powers) προέβλεψε ότι το μέλλον ανήκει στην Ιαπωνία. Λίγα χρόνια αργότερα η Ιαπωνία βυθίστηκε στη στασιμότητα από την οποία δεν έχει ανακάμψει. Μήπως και η Κίνα έχει μπροστά της ένα πλατό οικονομικής επιβράδυνσης; Οπως θα έλεγε κι ο Τσου Εν Λάι, «είναι πολύ νωρίς για να πούμε».

Πάρτε την Ευρώπη. Η Ευρωζώνη βρίσκεται στην ισχυρότερη κυκλική ανάκαμψη από το 2008. Εξίσου κυκλική είναι και η σταθερότητα που εκπέμπει η Ευρωζώνη: την κρίση διαδέχεται η σταθεροποίηση, αλλά η κρίση κάποια στιγμή θα αναβιώσει – ελπίζουμε μόνο να μην έχει ξανά επίκεντρο την Ελλάδα. Ομως ορισμένες μακροχρόνιες τάσεις εξελίσσονται γραμμικά, όχι κυκλικά. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, η μείωση του μεριδίου στην παγκόσμια οικονομία, οι χαμηλοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας, η υπερχρέωση, το διογκούμενο κόστος του κράτους πρόνοιας: όλα αυτά συνιστούν μακροπρόθεσμες τάσεις για τις οποίες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προειδοποιούν και οι κυβερνήσεις (σε διαφορετικούς βαθμούς) προετοιμάζονται.

Πάρτε τώρα την ελληνική οικονομία. ΑΕΠ και ανεργία επιτέλους ανακάμπτουν – μετά οκτώ χρόνια ύφεσης ήταν πια καιρός. Ομως πόσο αυτή η αδύναμη κυκλική ανάκαμψη εμπεριέχει προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης; Πού είναι οι πολιτικές που θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν, θα κλείσουν το τεράστιο κενό αποεπένδυσης, θα αποτρέψουν την περαιτέρω φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου και επιχειρήσεων υπό το βάρος υπέρογκων φόρων και εισφορών; Πού είναι η στόχευση στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις της δημογραφικής απίσχνανσης, των χαμηλών ρυθμών βελτίωσης της παραγωγικότητας, της αναπτυξιακής αναιμίας;

Δουλειά των κυβερνήσεων είναι να αντισταθμίζουν τον αρνητικό κύκλο και να θωρακίζουν απέναντι στη μακροχρόνια επιδείνωση. Να φροντίζουν η αρνητική συγκυρία να μην αφήνει πίσω της αναντίστρεπτες επιπτώσεις.

Η Ελλάδα θα είχε πολλά να μάθει από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διαβάστε το Πρόγραμμα Δράσης 2018, για το πώς μια οιονεί κυβέρνηση συγκεράζει την αντιμετώπιση των άμεσων προκλήσεων με τη διατύπωση μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων και την ανάληψη μακρόπνοων πρωτοβουλιών για το μέλλον της Ευρώπης. Διδακτικό, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια κυβερνάται με ορίζοντα την επόμενη αξιολόγηση των «θεσμών» – που πάντως είναι καλύτερο από το να κυβερνάται με βάση την τελευταία δημοσκόπηση...

Η κυβερνητική μυωπία, η υποτίμηση του μακροπρόθεσμου, είναι εύκολη και πολιτικά προσοδοφόρος. «Γιατί να ενδιαφερθώ για τις επόμενες γενιές; Τι έκαναν αυτές για μένα;» είχε πει ένας Βρετανός βουλευτής.

Υποχρεωθήκαμε από την Ε.Ε. να κάνουμε κάτι για το ασφαλιστικό. Από τις εκθέσεις του ΔΝΤ μαθαίνουμε για τη μακροχρόνια επίπτωση του δημογραφικού, της χαμηλής παραγωγικότητας, των συνταξιοδοτικών δαπανών, που απειλούν να αφήσουν πίσω μια οικονομία ζόμπι.

Χρειαζόμαστε ισχυρούς ανεξάρτητους θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που να μπορούν να χτυπάνε τον συναγερμό. Χρειαζόμαστε να ενισχύσουμε παρόμοιους εθνικούς θεσμούς. Και χρειαζόμαστε κυβερνήσεις και κόμματα που να βλέπουν πέρα από τις επόμενες εκλογές, στο βάθος του ορίζοντα. Και να προετοιμάζουν τη χώρα γι' αυτό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/10/2017.

Lessons for the eurozone from Greece’s painful crisis years

Greece is finally growing again. But it has been arguably the eurozone's greatest failure. Catapulted into a debt crisis with a 15 per cent government spending deficit in 2009, the country suffered eight years of economic contraction. Unemployment is still 23 per cent, youth unemployment 45 per cent. Greece's "Great Depression" has been as deep as that of the US in the early 1930s, but twice as long.

Can Europe learn from the country's painful experience? A first lesson is to reform at the top of the cycle. Greece had to adjust in recession because it failed to do so in its pre-crisis boom. Reforms should always be adopted in times of growth, when people are confident and losers can be compensated. An upswing can buy time to implement reforms, but should not be invoked as evidence that reforms are unnecessary. The eurozone is now in its strongest period of post-crisis recovery. But it should avoid complacency. Reforms are necessary for the long-term viability of the monetary union. We need a stabilisation budget and joint-borrowing capacity; greater risk sharing; and financial union to break the doom loop between banks and government.

After September's election in Germany, and assuming Emmanuel Macron delivers domestic reforms in France, Europe will be at the top of its political cycle. This is the time to push ahead with eurozone reforms. They will require painful concessions: the Germans refuse joint deposit insurance or a fiscal backstop, the French are not keen to surrender control over the national budget and the Italians reject ceilings on bank exposure to sovereign debt. But something must give.

The second lesson is to use a balanced economic policy mix. There must be breathing space from restrictive policies. Since 2010, fiscal and incomes policies in Greece were heavily contractionary. Monetary expansion by the European Central Bank did not reach the periphery. Greece pursued a near mission impossible, relying on recessionary internal devaluation to regain competitiveness while having to grow to reduce debt relative to gross domestic product. The country needed support from a eurozone demand stimulus, eurozone inflation close to 2 per cent or proper risk sharing in the bloc. None of this was available.

A third lesson is to address financial fragmentation. The banks were brought down by an illiquid or insolvent government — a situation aggravated by capital flight. Companies tried to offset the prohibitive cost of capital by suppressing wages, while productivity was shrinking through disinvestment. This is no way to run a monetary union. A true banking union would limit banks-to-sovereign contagion. A joint deposit insurance scheme would assure depositors that Europe was behind them.

Fourth, expand non-bank financing. Fifth, deal with non-performing loans. Action to tackle Greek NPLs was too little, too late.

Sixth, focus on real not just nominal convergence. Greece eradicated its fiscal and current account deficits. Yet the crisis leaves a debilitating legacy. Between 2009 and 2016, real potential output declined by 13.7 percentage points. Investment has shrunk from 22 to 12 per cent of GDP. Instead of replicating this disaster, investment spending in the eurozone should be protected from recession and fiscal consolidation cuts. Raising productivity and potential growth should be the emphasis.

Finally, keep sight of the big picture. Greece's greatest challenge is to shift to export-oriented growth, raise productivity, increase labour participation and improve its dismal, ageing demographic trend. The ageing eurozone must also address its slowing productivity growth. It must focus on real convergence, devising adjustment strategies that do not deprive the eurozone periphery of their best and brightest.

Δημοσιεύτηκε στους "Financial Times" στις 7/8/2017.

Η Κύπρος βγαίνει, η Ελλάδα βυθίζεται

Τρία χρόνια πριν, η Κύπρος ατένιζε την άβυσσο. Το θεόρατο μέγεθος του τραπεζικού της τομέα και η μόλυνση από την ελληνική κρίση, η δημοσιονομική χαλαρότητα και η μοιραία αναβλητικότητα της κυβέρνησης Χριστόφια, που καθυστέρησε να λάβει τα αναγκαία μέτρα, όλα οδήγησαν στα δραματικά γεγονότα του Μαρτίου 2013. Χιλιάδες καταθέτες, τραπεζικοί επενδυτές και επιχειρήσεις καταστράφηκαν. Οι εκθέσεις προειδοποιούσαν για εφιαλτική συρρίκνωση της οικονομίας. Εθνικιστές και τσαρλατάνοι ζούσαν στιγμές δόξας, κραυγάζοντας ότι οι Ευρωπαίοι οδήγησαν την Κύπρο στην καταστροφή για να βάλουν χέρι στον φυσικό της πλούτο.

Τρία χρόνια αργότερα, ο φυσικός πλούτος της Κύπρου εξακολουθεί να της ανήκει. Με σοβαρές φιλοευρωπαϊκές ηγεσίες (Αναστασιάδης – Ακιντζί), το νησί βρίσκεται ένα βήμα πριν από την επανένωση. Οι Κασσάνδρες διαψεύστηκαν, η ύφεση αποδείχθηκε ηπιότερη, η Κύπρος βγήκε στις αγορές, πέρασε στην ανάπτυξη πέρυσι, νωρίτερα από ό,τι προέβλεπε το μνημόνιο. Τα ελλείμματα εξαλείφθηκαν, οι τράπεζες σταθεροποιήθηκαν προσελκύοντας κεφάλαια επενδυτών. Και τώρα η Κύπρος βγαίνει επιτυχώς από το μνημόνιο, έχοντας χρειαστεί μόνο 3/4 από τη συνολική χρηματοδότηση. Αφήνοντας πίσω την Ελλάδα, ως τη μόνη χώρα που εξακολουθεί να παλεύει με έναν ακόμη χρόνο ύφεσης και το τρίτο κατά σειρά μνημόνιο.

Οι πορείες υπήρξαν παράλληλες σε πολλά – σε άλλα πάλι όχι. Εζησε και η Κύπρος το δικό της περήφανο, ηχηρό και καταστροφικό «Οχι», τη δική της «άνοιξη» (όπως θα έλεγαν οι ανόητοι εμπνευστές του δικού μας ιουλιανού δημοψηφίσματος), τη δική της εμπειρία εφαρμοσμένου λαϊκισμού, το κυπριακό «SYRIZA moment» – που άλλωστε πανηγυρίστηκε δεόντως από τις οικείες λαϊκιστικές δυνάμεις εδώ στην Ελλάδα.

Ηταν όταν το κυπριακό Κοινοβούλιο απέρριψε βροντερά την αρχική απόφαση του Eurogroup για μια ήπια φορολόγηση καταθέσεων με μονοψήφια ποσοστά (κακό προηγούμενο μεν – αλλά θα αναιρούσε απλώς τις υψηλές επιτοκιακές αποδόσεις 1 ή 2 ετών). Η ευφορία της αυταπάτης κράτησε λίγα 24ωρα. Η επόμενη απόφαση του Eurogroup ήταν πολύ χειρότερη από την προηγούμενη (όπως άλλωστε η ίδια η ιστορία του Κυπριακού), με πολύ βαθύτερο «κούρεμα» των ανασφάλιστων καταθέσεων και ολέθριες συνέπειες.

Η Ελλάδα έζησε την παρατεταμένη εμπειρία εφαρμοσμένου λαϊκισμού μέχρι τον Ιούλιο 2015. Ηταν αρκετή για να διαλύσει μια εύθραυστη οικονομία και να μετατρέψει την αδύναμη ανάκαμψη του 2014 σε νέα ύφεση, το μικρό πλεόνασμα σε νέο έλλειμμα.

Τα κόμματα της Κύπρου έδειξαν ωριμότητα και αυτοσυγκράτηση. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη δεν αναλώθηκε σε διχαστικές επιθέσεις εναντίον της αντιπολίτευσης. Αντιθέτως, φρόντισε να περνάνε πάντοτε από τη Βουλή τα μνημονιακά νομοσχέδια, σε συνεργασία με το ΔΗΚΟ και με υπεύθυνη στάση από το ΑΚΕΛ.

Στην Ελλάδα αντίθετα, η Ν.Δ. αρνήθηκε να ψηφίσει το πρώτο μνημόνιο (για το οποίο οι πολιτικές της κυβέρνησης Καραμανλή έφεραν μεγάλη ευθύνη) και προσέδωσε «αστική» νομιμοποίηση στην αντιμνημονιακή αντιπολίτευση, που απέκτησε τον πιο αδίστακτο εκφραστή της στο λαϊκιστικό δίδυμο ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Η σημερινή κυβέρνηση Τσίπρα το πρωί ζητάει τη στήριξη της αντιπολίτευσης και το βράδυ στήνει καβγάδες εναντίον της.

Μετά τον τρομερό Μάρτιο 2013, η κυβέρνηση της Κύπρου ανασκουμπώθηκε, ανέβασε τα μανίκια, ρίχτηκε στη δουλειά. Οπως κάνουν οι σοβαρές οικογένειες ή οι σοβαρές χώρες όταν βρίσκονται αντιμέτωπες με μια συμφορά. Βάζουν στην άκρη τις διαφορές τους, σταματούν να γκρινιάζουν, δουλεύουν περισσότερο, σκληρότερα, σιωπηρότερα. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη δεν κατέβηκε στους δρόμους να διαδηλώνει ενάντια στους δανειστές, δεν άρχισε να απειλεί με Κούγκι, ούτε να φοβερίζει ότι θα γεμίσει τζιχαντιστές την Ευρώπη. Ο Κύπριος υπουργός Οικονομικών Χάρης Γεωργιάδης, με σεμνότητα και αυτογνωσία για το μέγεθος της χώρας που εκπροσωπεί, επένδυσε στο να κατακτήσει, βήμα βήμα, την εκτίμηση των ομολόγων του με τη σοβαρότητα και αξιοπιστία του, μετατρέποντάς τη σε εμπιστοσύνη για τη χώρα του. Δεν επιδίωξε να προκαλεί με τις εμφανίσεις του, ούτε χρησιμοποίησε το αξίωμά του για να τραβήξει τις κάμερες στο πρόσωπό του ή για να αποκτήσει προσωπικό celebrity status ως τάχα ήρωας υπουργός μιας μικρής αδικημένης χώρας, αλλά εις βάρος της χώρας του. Κράταγε το πουκάμισό του μέσα και τις ιδεολογικές του αποσκευές απ' έξω.

Θέλω να σταθώ στο τελευταίο. Η κυπριακή κυβέρνηση ανέλαβε την «ιδιοκτησία» του μνημονίου. Το υπερασπίστηκε στην κοινή γνώμη. Το εφάρμοσε με ζήλο και αφοσίωση, για να μπορέσει να αποφοιτήσει επιτυχώς το ταχύτερο δυνατόν.

Αντίθετα, η κυβέρνηση Τσίπρα δεν χάνει ευκαιρία να υπενθυμίζει ότι είναι κυβέρνηση της Αριστεράς, και άρα οφείλει να εφαρμόσει μια πολιτική Αριστεράς. Ετσι επιχειρεί να δικαιολογήσει τον κλεφτοπόλεμο με τους δανειστές, τις υπαναχωρήσεις, τη ναρκοθέτηση της εφαρμογής των συμφωνημένων (όπως με αποκρατικοποιήσεις που το ΤΑΙΠΕΔ κλείνει και οι υπουργοί ξηλώνουν, όπως με την αντικατάσταση αξίων στελεχών του Δημοσίου από κομματικούς εγκάθετους, όπως με τις καμπάνιες εναντίον μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων που η χώρα απεγνωσμένα έχει ανάγκη). Τα στελέχη της παραμένουν τόσο απορροφημένα από την ιδεολογία τους, που η πραγματικότητα τους διαφεύγει.

Η Κύπρος δείχνει πώς ένα πολιτικό σύστημα και μια κοινωνία μπορούν να ωριμάζουν ταχύτατα υπό την απειλή της εθνικής καταστροφής. Η Ελλάδα, από την άλλη, δείχνει πώς η καταστροφή επέρχεται ταχύτερα από την ωρίμανση.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 6/3/2016.

Εγκλωβισμένοι εκτός των τειχών

Τ​​ο 2015 η «κρίση του ευρώ» συρρικνώθηκε ξανά σε «ελληνική κρίση». Πολλοί προοδευτικοί αναλυτές τα προηγούμενα χρόνια εργάστηκαν φιλότιμα για να πείσουν τους συντηρητικούς κύκλους ότι αυτό που ξεκίνησε το 2010 ως κρίση χρέους της Ελλάδας δεν αφορούσε μόνο βαριές ελληνικές αποτυχίες αλλά και καίρια λάθη και αδυναμίες αρχιτεκτονικής της ΟΝΕ. Η είσοδος και άλλων χωρών σε μνημόνια επέτρεψε να μιλάμε για ευρύτερη κρίση της ΟΝΕ και των οικονομιών του Νότου. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία πέρυσι τέτοιες μέρες για να διεθνοποιήσει το ελληνικό πρόβλημα ύφεσης και χρέους και να εξαγάγει ριζοσπαστικοποίηση στην Ευρώπη. Τελικά κατάφερε να επιδεινώσει και την ύφεση και το χρέος, και να επαναφέρει την αίσθηση ότι η Ελλάδα είναι περίπου ένα προβληματικό, σάπιο μέλος, που εν ανάγκη μπορεί να ακρωτηριαστεί για να μην απλωθεί η γάγγραινα στο υπόλοιπο σώμα. Το ελληνικό πρόβλημα (ή μάλλον: η Ελλάδα ως πρόβλημα) χάρη στην «τηλεγένεια» του κ. Βαρουφάκη διεθνοποιήθηκε: ως παγκόσμιο υπερθέαμα, γενεσιουργό αισθημάτων αποστροφής, αγανάκτησης, οίκτου και απορίας. Ομως η ευρωκρίση έγινε πάλι κρίση της Ελλάδας, κι η Ελλάδα κατέστη ξανά το μοναδικό μέλος του ευρώ σε ύφεση το 2015 και 2016. Οσο για την εξαγωγή της επανάστασης: η διδακτική εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ έστρεψε το Podemos προς μετριοπαθέστερες θέσεις και τη νέα αριστερή πορτογαλική κυβέρνηση σε δέσμευση τήρησης των δημοσιονομικών κανόνων του ευρώ.

Το 2015 η κρίση ξανάγινε ελληνική. Το 2016 το πολιτικό ρίσκο απομακρύνεται προσώρας από την Ελλάδα κι απλώνεται στην υπόλοιπη Νότια Ευρώπη. Η Ισπανία πιθανόν να παραπαίει στην ακυβερνησία το πρώτο εξάμηνο 2016, μέχρι να ξαναπάει σε εκλογές. Η Πορτογαλία έχει κυβέρνηση σοσιαλιστών-αριστεράς-κομμουνιστών, εύθραυστη και ασταθή: πρέπει να ελίσσεται όχι μόνο ανάμεσα στα εμπόδια των περιορισμών της Ευρωζώνης και της μεταμνημονιακής εποπτείας, αλλά και στις ιδεολογικές εμμονές των αριστερών κομμάτων που τη στηρίζουν. Και στο βάθος η Ιταλία: η πραγματική αχίλλειος πτέρνα της Ευρωζώνης. Μια οικονομία μπλοκαρισμένη, πολύ μεγάλη για να αφεθεί να αποτύχει αλλά και πολύ μεγάλη για να μπορεί να διασωθεί. Που μόλις ξανάρχισε να κινείται έπειτα από στασιμότητα δεκαπενταετίας, αλλά που αν η ανάκαμψη το 2016 παραμείνει αδύναμη, τα πάντα θα βρεθούν στον αέρα. Με ένα κομματικό σύστημα απείρως προβληματικότερο του δικού μας, με μια κυβέρνηση «τελευταίας ευκαιρίας» και με ένα κρίσιμο δημοψήφισμα τον Οκτώβριο, που θα μετατραπεί σε ψήφο εμπιστοσύνης και στοίχημα επιβίωσης για τον Ρέντσι.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Για λίγο ακόμα θα μπορέσουμε να ανασάνουμε, καθώς οι διεθνείς προβολείς απομακρύνονται από την Ελλάδα. Θα είναι όμως έτοιμοι να επιστρέψουν εάν η πολιτική κρίση επανακάμψει στην Ελλάδα, αυτή τη φορά ως αδυναμία της κυβέρνησης να περάσει από τη Βουλή τα μέτρα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης. Είναι σαφές ότι η οικονομία είναι εξαιρετικά εύθραυστη για να αντέξει ακόμα έναν κύκλο παράτασης και αγωνίας στη διαπραγμάτευση με τους πιστωτές, όπως με έκδηλη ανησυχία επισήμανε στο πρόσφατο άρθρο του στην «Καθημερινή» ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας.

Στην περίπτωση μιας νέας αντιπαράθεσης με τους θεσμούς, οι συσχετισμοί δεν είναι ευνοϊκοί. Ναι, βρισκόμαστε εντός μνημονίου, άρα η ρευστότητα των τραπεζών δεν κινδυνεύει. Ναι, η Ευρώπη έχει πολλούς νέους μπελάδες, με κυριότερο το μεταναστευτικό, που αναβιώνει εθνικισμούς, λαϊκισμούς και ανασφάλειες. Κανείς δεν επιθυμεί να προσθέσει έναν νέο πονοκέφαλο με την αναβίωση του Grexit. Ομως, από την άλλη πλευρά, οι κρίσιμοι παίκτες δεν είναι πια σε θέση να αφιερώσουν περαιτέρω πολιτικό κεφάλαιο για την Ελλάδα. Η Μέρκελ είναι αποδυναμωμένη απέναντι στην εσωτερική αμφισβήτηση της πολιτικής της στο προσφυγικό. Ο Ολάντ διανύει μακρά περίοδο εθνικής εσωστρέφειας, προετοιμαζόμενος για τις εκλογές του 2017. Επίσης, όπως κατέστησε εμμέσως σαφές και ο πρόεδρος του Eurogroup, η Ευρωζώνη μπορεί να περιμένει, εβδομάδες και μήνες, μέχρι να κλείσει η αξιολόγηση. Η ελληνική οικονομία δεν έχει αυτή την πολυτέλεια.

Και το διαπραγματευτικό μας πλεονέκτημα, ως πύλης εισόδου των μεταναστευτικών κυμάτων προς την Ευρώπη; Αυτό ταχύτατα μετατρέπεται σε μειονέκτημα. Οι δεκάδες χιλιάδες εγκλωβισμένοι στη χώρα μας μετανάστες δεν είναι πρόβλημα για την Ευρώπη, είναι κυρίως πρόβλημα για την Ελλάδα. Αντί να χρησιμοποιεί την προσφυγική κρίση για να διεκδικεί εκπτώσεις στην εφαρμογή του μνημονίου, η κυβέρνηση Τσίπρα έπρεπε να είχε κάνει ακριβώς το αντίστροφο: να χρησιμοποιήσει την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή του μνημονίου για να διεκδικήσει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή στήριξη στην αντιμετώπιση του προσφυγικού.

Ο μεγάλος κίνδυνος για το 2016 είναι η παγίωση μιας αυτοτροφοδοτούμενης επιδείνωσης, την οποία το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν θα έχει το πολιτικό θάρρος να αποτρέψει και η Ευρώπη δεν θα έχει κανένα ισχυρό κίνητρο να εμποδίσει. Τότε η Ελλάδα μπορεί να ανακαλύψει ότι βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια ευρωπαϊκή κρίση η οποία όχι μόνο έχει μεταβληθεί σε ελληνική, αλλά αφορά μονάχα την Ελλάδα και κανέναν άλλο. Ο συνδυασμός των αναχωμάτων (firewalls) της ΕΚΤ, που προστατεύουν τη λοιπή Ευρωζώνη από τη μετάδοση της κρίσης, και πραγματικών φραγμάτων που σταματούν τις ροές της μετανάστευσης στην Ελλάδα μπορεί να οδηγήσει σε έναν ιδιότυπο εγκλωβισμό. Τα τείχη ως γνωστόν εξασφαλίζουν μια αίσθηση ασφάλειας, μέχρι τη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι εκείνος που βρίσκεται κλεισμένος απέξω είσαι εσύ.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 10/1/2016.

 

Θα έπρεπε να στηριχθεί ο Τσίπρας στο ασφαλιστικό;

Σ​​ε ορισμένους κύκλους της αντιπολίτευσης κυκλοφορεί μια μεγάλη παρεξήγηση. Θεωρούν ότι η διακομματική ψήφιση του τρίτου μνημονίου ήταν πολιτικό λάθος. Ηταν η κορυφαία τους στιγμή, κι ούτε καν το κατάλαβαν. Οι ίδιοι θεωρούν ότι, χάρη στην ψήφιση του μνημονίου από την αντιπολίτευση, ο Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές. Λάθος πάλι – οι ψηφοφόροι δεν μεταστρέφονται τόσο γρήγορα.

Ας θέσουμε ένα όχι τόσο υποθετικό ερώτημα. Εάν η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού απειληθεί με καταψήφιση, βυθίζοντας ξανά τη χώρα στην αβεβαιότητα, βαθαίνοντας την ύφεση, θα έπρεπε ή όχι τα κόμματα της αντιπολίτευσης να στηρίξουν;

To ερώτημα έχει βαθύτερες προεκτάσεις. Πόσο οφείλει η αντιπολίτευση να στηρίξει μια ανεπαρκή, δημαγωγική κυβέρνηση, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να αποτραπεί μια καταστροφική αποσταθεροποίηση; Δεν είναι αυτό επιβράβευση του τακτικισμού; Δεν ενθαρρύνει λαϊκιστές να ανέλθουν στην εξουσία με ψέματα, για να τους ξελασπώσει την κρίσιμη στιγμή ο πατριωτισμός των πολιτικών τους αντιπάλων;

Εάν πρόκειται για το ασφαλιστικό, υπάρχουν σημαντικοί λόγοι γιατί η αντιπολίτευση οφείλει να στηρίξει. Πρώτον, είναι η εμβληματική μεταρρύθμιση που αφορά ένα κοινωνικό συμβόλαιο με τις επόμενες γενιές, και σε πολλές δημοκρατίες προχώρησε με ευρύτερες συναινέσεις. Θα εδραίωνε τη μεταρρύθμιση, διευρύνοντας τη νομιμοποίησή της. Δεύτερον, τουλάχιστον τα δύο κόμματα Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ έχουν βαριά συμβολή στη δημιουργία του προβλήματος. Αυτό που τα υποχρεώνει να μοιραστούν το πολιτικό κόστος για την ψήφιση του ασφαλιστικού είναι όχι μόνο η ευθύνη τους για το μέλλον, αλλά κι οι ευθύνες τους για το παρελθόν. Το ΠΑΣΟΚ γιγάντωσε το συνταξιοδοτικό κόστος και απέρριψε κάθε μεταρρύθμιση μέχρι το 2010. Το ότι μετά το 2010 το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε γενναιότερα από κάθε άλλο κόμμα τις ευθύνες του, και εξαερώθηκε πολιτικά για να μην εξαερωθεί η χώρα, είναι σημαντικό, δεν το απαλλάσσει όμως από τις ιστορικές του ευθύνες. Η Ν.Δ., από την πλευρά της, βαρύνεται για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό 2007-09, αλλά και για τη στάση της την περίοδο 2010-11, τα «Ζάππεια» και τον δεξιό λαϊκισμό, που παρείχε αστική νομιμοποίηση στους ακραίους, τους αγανακτισμένους, τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

Η κυβέρνηση Τσίπρα περιφέρει ένα γιγάντιο ψέμα, ότι τάχα το PSI διέλυσε τα ασφαλιστικά ταμεία – στα οποία το κράτος είχε συνεισφέρει 200 δισ. τα τελευταία 15 χρόνια, 100 δισ. μόνο το 2009-15. Αλλά για σταθείτε: 200 δισ. για να έχουμε συνταξιούχους στα 50, συντάξεις μεγαλύτερες από τον τελευταίο μισθό, εφάπαξ των 100.000; Κι οι παλαιότερες κυβερνήσεις δεν έχουν πολιτική ευθύνη γι' αυτά;

Κι αν στηρίξει στο ασφαλιστικό, δεν παραιτείται από τον ρόλο της αντιπολίτευσης; Πάλι όχι. Η αντιπολίτευση μπορεί να συνεχίσει να σφυροκοπά την κυβέρνηση σε όλα τα άλλα πεδία όπου εκδηλώνεται η κραυγαλέα ανεπάρκειά της.

Η μόνη λύση με αυτή την κακή κυβέρνηση είναι να φύγει, λένε κάποιοι. Θα ήμουν έτοιμος να συμφωνήσω, εάν δεν υπήρχαν οι παρακάτω ουσιώδεις ενστάσεις:

Πρώτον, αυτή η καταστροφική κατά την πρώτη της θητεία κυβέρνηση έχει ωστόσο νωπή λαϊκή εντολή. Κάποια πλειοψηφία την ψήφισε, μόλις τρεις μήνες πριν.

Δεύτερον, είναι η πρώτη κυβέρνηση από το 2009 που εκλέχθηκε με πρόγραμμα να εφαρμόσει το μνημόνιο. Κι ώς τώρα υλοποιεί τα συμφωνημένα.

Τρίτον, οποιαδήποτε πτώση του ΣΥΡΙΖΑ στη φάση αυτή οδηγεί σε παρατεταμένη ακυβερνησία, που θα έδινε τελειωτικό χτύπημα στην οικονομία αναβιώνοντας το Grexit. Κι η αντιπολίτευση δεν είναι ακριβώς έτοιμη να κυβερνήσει...

Τέταρτον, τι θα γινόταν με τον λαό του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή την αντιμνημονιακή και όψιμα νεομνημονιακή κοινωνική πλειονότητα; Το τέρας του λαϊκισμού δεν εξοντώνεται, μόνο ενσωματώνεται στην επικράτεια της λογικής. Χωρίς ο Τσίπρας να συνδέεται με τις αξίες της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οδηγεί ωστόσο σταδιακά αυτή την εθνικολαϊκιστική, κομμουνιστογενή αριστερά στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Ηδη βρίσκεται κοντύτερα στους Σοσιαλιστές του Ολάντ και του Ρέντσι από ό,τι στους παλαιούς του συντρόφους της Λίνκε και του Μελανσόν, οι οποίοι θα πρέπει να περιοριστούν στην παρέα του Λαφαζάνη και του Βαρουφάκη.

Να με συγχωρούν οι φίλοι του ΠΑΣΟΚ, αλλά ο Τσίπρας έκανε την αναγκαστική στροφή στον ρεαλισμό ταχύτερα από ό,τι ο Ανδρέας Παπανδρέου τη στροφή του ΠΑΣΟΚ στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Τα κόμματα του ευρωπαϊκού τόξου εκπροσωπούν κοινωνικές ομάδες που έχουν πολλά να χάσουν. Ανήκουν στις παραγωγικές δυνάμεις που επένδυσαν στην Ελλάδα, με την ευρύτερη έννοια, ως επιστήμονες, επιχειρηματίες, επαγγελματίες, ανήκουν στα μεσαία στρώματα, στην «αστική τάξη» (που θα έλεγε με ανυπόκριτη περιφρόνηση ο Ευκλ. Τσακαλώτος στις παλιές φλογερές κόκκινες ημέρες του). Εχουν δουλειές, επιχειρήσεις, αποταμιεύσεις, απασχολούν εργαζόμενους, είναι δεσμευμένοι στην ελληνική οικονομία, έχουν υποστεί τις συνέπειες του τυχοδιωκτισμού αυτό το annus horribilis 2015, έχουν καεί από τα capital controls, έχουν χάσει πελάτες και απολύσει εργαζόμενους προσπαθώντας να περιορίσουν τις ζημιές τους, έχουν περάσει νύχτες αγωνίας για το μέλλον των ανθρώπων τους.

Αυτοί λοιπόν είναι δικαίως οργισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απαιτούν πρωτίστως πολιτική σταθερότητα. Και αυτήν οφείλουν τα φιλοευρωπαϊκά κόμματα (σε ό,τι περνάει από το χέρι τους) να εξασφαλίσουν. Ακόμα κι αν χρειαστεί με ζημιά τους να καλύψουν το έλλειμμα επάρκειας και υπευθυνότητας που τόσο γενναιόδωρα παράγει αυτή η κυβέρνηση.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 13/12/2015

Γιατί ήρθε η ώρα της συναίνεσης στο ασφαλιστικό

Ο​​ πρωθυπουργός κάλεσε την αντιπολίτευση σε διάλογο για το ασφαλιστικό. Είναι μέγας ο πειρασμός για τα κόμματα της αντιπολίτευσης να απαντήσουν στον κ. Τσίπρα «όπως έστρωσες θα κοιμηθείς» και να τον αφήσουν να κουβαλήσει μόνος του τον σταυρό. Μετά τους οχετούς δημαγωγίας, μετά την καταστροφική κυβέρνηση Τσίπρα Ι, την ισοπεδωτική αντιπολίτευση πέντε ετών, θα ήταν μια δίκαιη και κατανοητή αντίδραση. Δίκαιη, κατανοητή και λανθασμένη.

Είναι εξαιρετικά πιθανό, εάν τα κόμματα της αντιπολίτευσης προσέλθουν σε μια διαδικασία συναίνεσης για το ασφαλιστικό, ο Τσίπρας να τη μετατρέψει σε πλεονέκτημα. Είναι όμως βέβαιο ότι, εάν δεν προσέλθουν, κι αφήσουν το ασφαλιστικό να εξαρτάται μόνο από τον ισχνό συνασπισμό ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αυτό θα είναι ζημιά για όλους. Αν ο Τσίπρας, ελλείψει συναίνεσης, απαντήσει στο πρόβλημα με ημίμετρα, το μεταθέσει για το μέλλον, τότε αυτό απλώς θα σκάσει στα χέρια του επόμενου. Αν η κυβέρνηση χάσει την πλειοψηφία λόγω ασφαλιστικού, τότε τα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) θα αναγκαστούν ούτως ή άλλως να συμπράξουν. Αν το ασφαλιστικό περάσει με μειωμένη πλειοψηφία επί των παρόντων, τότε η μεταρρύθμιση θα είναι θνησιγενής, κι η αντιπολίτευση θα έχει χάσει το τεκμήριο υπευθυνότητας.

Εχουμε φύγει από την εποχή που η αντιπολίτευση μπορούσε να κεφαλαιοποιεί ως κέρδη τις απώλειες της κυβέρνησης. Κάθε αποτυχία της κυβέρνησης δεν συνεπάγεται αντίστοιχη ωφέλεια για την αντιπολίτευση, η σχέση δεν είναι πια μηδενικού αθροίσματος. Η αποτυχία της κυβέρνησης βαρύνει πια ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, είναι αρνητικού αθροίσματος για τη δημοκρατία και συλλήβδην τα κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου. Κάθε αποτυχία πριονίζει το κλαδί από όπου όλοι κρεμόμαστε, δουλεύει μόνο για τους μπαχαλάκηδες, τους δραχμιστές και τους νεοναζί.

Εάν το ασφαλιστικό δεν γίνει βιώσιμο για τα επόμενα 2, 10, 20 και 30 χρόνια, θα μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα απέραντο γηροκομείο εξαθλιωμένων συνταξιούχων, γιατί οι δημιουργικοί άνθρωποι θα έχουν μεταναστεύσει. Η συντήρηση αυτού του γερασμένου συστήματος θα απομυζά τόσους πόρους από την οικονομία και θα συνεπάγεται τέτοιο βάρος στις παραγωγικές δυνάμεις, που η χώρα θα ερημώσει. Το Grexit ήδη συντελείται για χιλιάδες επιχειρήσεις που μεταναστεύουν μαζικά.

Είναι η πρώτη φορά τα τελευταία 25 χρόνια που υπάρχουν ευνοϊκές προϋποθέσεις εθνικής συναίνεσης για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού. Πρώτον, ένα δεσμευτικό μνημόνιο, που ψηφίστηκε υπεύθυνα από πέντε κόμματα (σήμερα 256 έδρες). Δεύτερον, πλήθος αναλύσεων και μελετών που αποτυπώνουν το πρόβλημα. Τρίτον, οι θέσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (παρά την έντεχνη ασάφεια) βρίσκονται για πρώτη φορά τόσο κοντά. Τέταρτον, η κυβέρνηση είναι αδύναμη και περιδεής μπροστά στον όγκο όσων πρέπει να νομοθετήσει, αλλά κι η αντιπολίτευση (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι) δεν χαίρει ακριβώς άκρας υγείας. Η αμοιβαία αδυναμία λειτουργεί ενοποιητικά, ξυρίζοντας όποια ψήγματα αλαζονείας. Πέμπτον, οι συνθήκες είναι ευνοϊκές, διότι κυβέρνηση είναι η αριστερά (ή, αν προτιμάτε, μια λαϊκιστική συμμαχία αριστεροδεξιάς) και αντιπολίτευση τα μετριοπαθέστερα κόμματα του κέντρου. Εκτον, είμαστε στην αρχή της θητείας, χωρίς άμεση προοπτική νέων εκλογών. Εβδομον, η χώρα λίγους μήνες πριν έζησε μια προθανάτια εμπειρία χρεοκοπίας, που δεν επιθυμεί να επαναλάβει.

Η αντιπολίτευση πρέπει όχι απλώς να ανταποκριθεί στην πρόσκληση για συναίνεση, αλλά να διευρύνει την ατζέντα. Να συμπεριλάβει την αξιοκρατική στελέχωση του κράτους, όπου η κυβέρνηση εκδιώκει ικανά κι επιτυχημένα στελέχη για να διορίσει κομματικούς εγκάθετους. Να συμπεριλάβει τη συνέχιση της μεταρρύθμισης στα ΑΕΙ, αντί της οπισθοδρόμησης που επιχειρεί το αρμόδιο υπουργείο, φληναφώντας περί «εκδημοκρατισμού». Αυτά, άλλωστε, είναι κοινές δεσμεύσεις υπό το τρίτο μνημόνιο. Να θέσει τις βάσεις για μια εθνική συμφωνία, για ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, που, μεταξύ άλλων, θα περιλαμβάνει ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο, με εγγυήσεις ασφάλειας στους επενδυτές.

Στη Γερμανία το 1989 και το 1992, στην Ιταλία το 1997, στη Σουηδία, στην Αυστρία το 1993 και το 1997, στην Ολλανδία το '80 και το '90, στην Ιρλανδία το '90, στην Ισπανία το 1995-97: σε όλες αυτές τις χώρες, και σε άλλες, η ασφαλιστική μεταρρύθμιση πέρασε με συναινέσεις. «Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα της Ε.Ε. που δεν κατάφερε να οργανώσει μια διαδικασία διακομματικής συναίνεσης για την απαιτούμενη ασφαλιστική μεταρρύθμιση στην περίοδο της μεταπολίτευσης», διαπίστωνε η πρόσφατη έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων. Η Ελλάδα ήταν επίσης η μόνη χώρα που είχε απορρίψει κάθε απόπειρα σοβαρής μεταρρύθμισης μέχρι το 2010, κι εκείνη με το λιγότερο βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα. Και τέλος, η χώρα που αναγκάστηκε, μετά το 2010, στις οδυνηρότερες μειώσεις συντάξεων. Βρείτε τη σχέση.

Ο συνδετικός αρμός είναι ένα ανώριμο πολιτικό σύστημα. Μετά τη βίαιη ωρίμανση ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ. στην κυβέρνηση το 2010 και 2012, ήρθε η σειρά του πλέον ανώριμου διδύμου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αν δεν κλείσει οριστικά αυτός ο κύκλος που θέλει τα κόμματα να παλιμπαιδίζουν ξανά ως μειωμένης ευθύνης όταν βρεθούν στην αντιπολίτευση, η χώρα δεν θα σπρώχνει απλώς τον βράχο του ασφαλιστικού σαν νέος Σίσυφος.

Θα καταπλακωθεί οριστικά από αυτόν.

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 29/11/2015

Τι είδε ο Αλέξης Τσίπρας

Το 2015 θα έκλεινε με ανάπτυξη 2,5-3%, το ίδιο και το 2016. Η ανεργία θα μειωνόταν γοργά. Θα είχαμε υπογράψει μια μικρή δανειακή σύμβαση για να καλυφθεί το χρηματοδοτικό κενό, και θα έμπαινε μπροστά μια συμφωνία ελάφρυνσης του χρέους με επιμηκύνσεις και άλλες «δημιουργικές» παρεμβάσεις. Ούτως ή άλλως το χρέος δεν αποτελούσε πρόβλημα μέχρι το 2022. Από μια βάση αξιοπιστίας (ως η χώρα με δημοσιονομική προσαρμογή ρεκόρ μέχρι το 2014) θα διαπραγματευόμασταν μείωση του στόχου των πρωτογενών πλεονασμάτων, που εξυπηρετούνται άνετα όταν η οικονομία αναπτύσσεται. Θα μπαίναμε στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, που θα διευκόλυνε την πρόσβαση στις αγορές και τον φθηνό δανεισμό του ιδιωτικού τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις θα άρχιζαν να αποδίδουν σε συνθήκες ανάκαμψης, και θα διευκόλυναν τις νέες μεταρρυθμίσεις, πολλές από τις οποίες περιέχονται στο 3ο Μνημόνιο. Θα ήμασταν ξανά μια φυσιολογική ευρωπαϊκή χώρα, με αξιοπρέπεια. Θα είχαμε θέση και φωνή στη μεγάλη Ευρωπαϊκή συζήτηση για την προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, αντί να είμαστε «η χώρα-πρόβλημα» και επίμονο τσιμπούρι στον σβέρκο των εταίρων μας. Ομως αυτά δεν συνέβησαν, και τη συνέχεια την ξέρουμε.

Μόνο τον Ιούλιο χάθηκαν 17.000 θέσεις εργασίας. Το να δημιουργείς ανέργους στην υφεσιακή προσπάθεια μείωσης των τεράστιων ελλειμμάτων του 2009-13 είναι μια εν μέρει αναπόφευκτη τραγωδία. Το να προσθέτεις νέους ανέργους όταν είσαι ήδη σε πλεόνασμα μετά από μια εξαετή ύφεση μοιάζει με απροσεξία (για να παραφράσω αδέξια τον Oscar Wilde). Ή με τυχοδιωκτική ελαφρότητα, εφόσον έχει πάνω του τα δακτυλικά αποτυπώματα της περήφανης διαπραγμάτευσης και του μεγαλειώδους δημοψηφίσματος που το έθνος πάντοτε θα οφείλει στον Γιάνη Βαρουφάκη. Και στον Αλέξη Τσίπρα και τα στελέχη του – για να μην ξεχνιόμαστε. Που άφησαν τη χώρα έρμαιο του φοβερού σχεδίου «50-50» (κατά ομολογία Τσίπρα), δηλαδή 50 να πιάσει η μπλόφα, 50 να τιναχτεί η χώρα στον αέρα.

Είναι ωστόσο γεγονός ότι η στροφή Τσίπρα έχει συντελεστεί. Ο Ρουβίκωνας είναι πίσω του. Για τους δυο μήνες που συντάραξαν τη χώρα, Ιούλιο και Αύγουστο, η χώρα απέκτησε ένα υπεύθυνο πολιτικό σύστημα όπου κυβέρνηση και αντιπολίτευση στήριξαν από κοινού το οικονομικό πρόγραμμα που κρατάει τη χώρα στο ευρώ. Αν είχε γίνει νωρίτερα, θα είχαμε βγει από την κρίση μια ώρα αρχύτερα.

Από το 2010, το μείζον πρόβλημα της χώρας ήταν λιγότερο οι κυβερνήσεις της και περισσότερο η εκάστοτε μείζων αντιπολίτευση. (Κατά τη σύντομη κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας υπό τον Λουκά Παπαδήμο, πραγματική μείζων αντιπολίτευση ήταν ήδη ο ΣΥΡΙΖΑ). Αυτή καλλιεργούσε αυταπάτες ανώδυνης προσαρμογής, υπονόμευε κάθε μεταρρύθμιση, όξυνε τον διχασμό, διέσυρε πολιτικούς της αντιπάλους ως δωσίλογους και γερμανοτσολιάδες. Η πενταετία της δημαγωγίας πολλαπλασίασε το κόστος εφαρμογής των μνημονίων. Πάγωσε την οικονομική δραστηριότητα και έδιωξε μακριά επενδύσεις, αφού κανείς δεν ρίσκαρε να αναλάβει δεσμεύσεις σε μια χώρα της οποίας η εν αναμονή κυβέρνηση υποσχόταν να σχίσει τα μνημόνια. Η ανευθυνότητα της αντιπολίτευσης, που ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ οδήγησαν σε καινοφανή ύψη, εκτόξευσε το πολιτικό ρίσκο, και οι αγορές το μετέφρασαν σε κίνδυνο Grexit. Το πληρώσαμε με βαθύτερη ύφεση, βαρύτερα μέτρα, σκληρότερη ανεργία.

Είναι αλήθεια ότι η ωρίμανση της υπερφίαλης και εξωπραγματικής αριστεράς του Αλ. Τσίπρα δεν συντελέστηκε ούτε στα πεζοδρόμια και τις διαδηλώσεις, ούτε στα «διαρκή συνέδρια» του κόμματος και των συνιστωσών του, που ολοκλήρωναν την παραισθησιογόνο επικράτηση του απόλυτου ιδεολογικού μικρόκοσμου επί της περιβάλλουσας πραγματικότητας. Εγινε στα Eurogroup και στα Συμβούλια και στις σκληρές διαπραγματεύσεις με εταίρους και πιστωτές. Εκεί διαπιστώθηκε τι παλεύεται, τι διασώζεται, τι ήταν καιρός να εγκαταλειφθεί. Εγινε αφού πρώτα δοκιμάστηκε η πρόσκρουση με την πραγματικότητα, με τη χώρα να βιώνει μια προθανάτια εμπειρία.

Μπορεί ο Τσίπρας να μετασχηματίσει τη ριζοσπαστική του αριστερά σε μια πραγματικά ευρωπαϊκή αριστερά; Ούτε ο Τσίπρας είναι Ανδρέας Παπανδρέου, ούτε τα στελέχη του είναι σοσιαλιστές έτοιμοι να προσχωρήσουν στη σοσιαλδημοκρατία. Ομως από την άλλη, η ανάγκη παραμονής στο ευρώ –για να μη μείνουμε καρυδότσουφλο στις θύελλες των παγκόσμιων αγορών και της επικίνδυνης περιοχής μας– είναι πανίσχυρη. Αυτή η αδήριτη πίεση της εξωτερικής πραγματικότητας (αυτό που η συριζαϊκή βουλγκάτα ονομάζει «εκβιασμό των δανειστών» και «το πιστόλι στον κρόταφο») είναι μια ακατανίκητη δύναμη ρεαλιστικής προσαρμογής.

Θα είναι η στροφή του Τσίπρα διατηρήσιμη εάν βρεθεί ξανά στα στάσιμα και βαλτώδη νερά της αντιπολίτευσης, που τις παθογένειες της εθνικολαϊκιστικής αριστεράς τείνουν να πολλαπλασιάζουν; Ή θα επιστρέψουμε ξανά στον ΣΥΡΙΖΑ του 2014, καταδικασμένοι στο αιώνιο μαρτύριο του Σίσυφου;

Εξίσου σημαντικό με το τι κυβέρνηση θα έχουμε την επομένη των εκλογών είναι τι πολιτικό σύστημα θα έχουμε. Το ένα: μια κυβέρνηση που θα εφαρμόσει γρήγορα και αποτελεσματικά το μνημόνιο που έχει υπογράψει η χώρα, για να βγούμε το ταχύτερο δυνατό στην ανάκαμψη. Το δεύτερο: ένα πολιτικό σύστημα δύο αντίπαλων φιλοευρωπαϊκών πόλων, κεντροαριστεράς-κεντροδεξιάς, που θα μπορούν να απορροφήσουν τους κοινωνικούς κραδασμούς δύο ακόμα ετών ύφεσης, εναλλασσόμενα στην εξουσία, μέσα από διαφορετικές κυβερνήσεις συνεργασίας: φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση vs φιλοευρωπαϊκή αντιπολίτευση. Εξασφαλίζοντας συνέχεια, σταθερότητα και ευρωπαϊκή προοπτική. Θα τα έχουμε;

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή της Κυριακής στις 6/9/2015

Σελίδα 1 από 4