Τρίτη, 12 Νοέμβριος 2019

Οι δύο όψεις του brain drain

Στα βάθη της κρίσης, μια ταλαντούχα φοιτήτρια που είχε μόλις αποφοιτήσει με επισκέφθηκε στο γραφείο μου. «Ηρθα να σας πω ότι φεύγω για να ψάξω δουλειά στις Βρυξέλλες». «Εχεις κάποια βάση, ξέρεις πού να πας;» τη ρώτησα. «Εχω μια φίλη που σπουδάζει. Θα με φιλοξενήσει όσο χρειάζεται. Εχει έναν καναπέ για να κοιμάμαι».

Παρόμοιες ιστορίες έχουμε ζήσει όσοι διδάσκουμε στο πανεπιστήμιο. Το πρόγραμμα ελληνικής διασποράς της Οξφόρδης εκτιμά ότι περίπου 500.000 Ελληνες μετανάστευσαν από το 2010 (τα δύο τρίτα εργαζόμενοι υψηλών προσόντων), εκ των οποίων μόλις 100.000 έχουν επιστρέψει.

Κανείς δεν φεύγει εάν μπορεί να ευημερήσει στη χώρα του. Φεύγει διότι αντιμετωπίζει περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης, φεύγει διότι τα καθαρά του εισοδήματα δεν εξασφαλίζουν επαρκή ευημερία σε μια κοινωνία ευρέων (ακόμη και μετά την κρίση) μεσοστρωμάτων. Ή φεύγει γιατί απλώς «δεν βγαίνει». Είναι μια άσκηση ελευθερίας ως προϊόν αναγκαιότητας.

Η μαζική «διαρροή εγκεφάλων» είναι απώλεια πολλών δισ. που επένδυσε η χώρα στην εκπαίδευση των γιατρών, μηχανικών, επιστημόνων της. Είναι μείωση της μελλοντικής της παραγωγικής δυνατότητας, και των φόρων και εισφορών που χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος και τις αυριανές συντάξεις. Εάν παγιωθεί, μπορεί να εγκλωβίσει μια οικονομία σε μακροχρόνια αποανάπτυξη και φτώχεια.

Μπορεί το brain drain να μετατραπεί σε ευκαιρία για τη χώρα προέλευσης; Μπορεί, εάν καταφέρει να τους επανεντάξει στο εργατικό της δυναμικό. Το καθαρό όφελος τότε (από την αυξημένη τεχνογνωσία, εξωστρέφεια, δικτύωση) θα υπερβαίνει την ωφέλεια του να μην είχαν φύγει. Αλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, δεν φεύγουν πλήρως: μετακινούνται διαρκώς, παραμένουν συνδεδεμένοι, επιστρέφουν. Η σύγχρονη εργασία ξεπερνά τους περιορισμούς της φυσικής παρουσίας. Μπορείς να γράφεις προγράμματα για ολλανδικές εταιρείες ατενίζοντας το Αιγαίο.

Η απονομή δυνατότητας ψήφου στους Ελληνες του εξωτερικού βοηθά να διατηρηθεί ο ζωτικός δεσμός. Οπως γράφει ο Αντώνης Καμάρας (Books Journal, 6.10.2019) «αυτά που δεν ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που έχουμε τα αποζημιώνει με αυτά που ξέρει για την Ελλάδα που θέλουμε να αποκτήσουμε, καθώς συγκεντρώνεται στις πιο επιτυχημένες χώρες».

Τείνει να μας διαφεύγει η πανευρωπαϊκή κλίμακα του φαινομένου. Ρουμάνοι, Πολωνοί, Πορτογάλοι, Ιταλοί και Βούλγαροι αποτελούν το 50% της ενδοευρωπαϊκής μετανάστευσης. Κάποιοι θα έλεγαν ότι συνιστά μια μαζική μεταβίβαση πόρων από την περιφέρεια προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Η φωτεινή πλευρά της μετανάστευσης (ακριβέστερα: μετακίνησης) στο εσωτερικό της Ε.Ε. είναι ότι συνιστά άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας, χρήση ενός πολύτιμου κεκτημένου της ενιαίας αγοράς και της ιδιότητας του Ευρωπαίου πολίτη. Η κινητικότητα διορθώνει τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης, εξομαλύνει τα υψηλά επίπεδα κυκλικής ανεργίας σε μια χώρα. Αρκεί να μη συνιστά μόνιμη εκροή της «κρέμας» του εργατικού της δυναμικού.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που έσπευσαν να αξιοποιήσουν αυτή την ελευθερία ήταν οι εγκλωβισμένοι σε δεκαετίες στέρησης λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νέοι έφυγαν μαζικά. Η απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου δεν ήταν η μόνη ζημιά. Η μετανάστευση της γενιάς των ανοιχτών συνόρων άφησε πίσω τους νοσταλγούς των παρωχημένων εθνικισμών.

Η ανάκτηση δεν είναι φενάκη. Υστερα από μεγάλη διαρροή εργαζομένων στην κορύφωση της ανεργίας, η Ισπανία ζει τώρα μια θεαματική αύξηση πληθυσμού. Επαναπατρίζεται η γενιά της κρίσης, αλλά και νέοι ισπανόφωνοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική. Μεταξύ άλλων με πλατφόρμες, στο Διαδίκτυο, που συνδέουν εκπατρισμένους Ισπανούς με ισπανικές επιχειρήσεις. Και στοχευμένη προσέλκυση ερευνητών από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Κύριος μοχλός, βέβαια, οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της ισπανικής οικονομίας. Nothing succeeds like success.

Η εσωτερική μετανάστευση στην Ευρώπη είναι μία ακόμη περίπτωση άσκησης ατομικής ελευθερίας που μπορεί να οδηγεί σε αρνητικά (για την εθνική οικονομία) αποτελέσματα. Η απάντηση δεν είναι ούτε να αρνηθούμε την πραγματικότητα (όπως ενίοτε υπαγορεύει ο φιλοευρωπαϊκός μας ζήλος) ούτε να κατηγορούμε τους Γερμανούς και Ολλανδούς ότι μας κλέβουν τους επιστήμονες (όπως πράττουν διάφοροι κήρυκες του εθνικού αναχωρητισμού). Ούτε βέβαια και να περιστείλουμε το πολύτιμο κεκτημένο της ελεύθερης εγκατάστασης στην Ευρώπη. Η απάντηση είναι να αυξήσουμε τις εθνικές δυνατότητες, να δουλέψουμε για να καταστήσουμε την Ελλάδα συνολικά ελκυστικότερη για τα παιδιά της, αλλά και για δημιουργικούς ανθρώπους από άλλες, φτωχότερες χώρες. Και σε επίπεδο Ε.Ε. να συμβάλουμε, μαζί με άλλα κράτη, στην επεξεργασία νέων πολιτικών συνοχής, που θα ενισχύουν τον παραγωγικό δυναμισμό και τη δημογραφική προοπτική της περιφέρειας.

ΥΓ.: Η φοιτήτριά μου κλείνει σύντομα δεκαετία επιτυχούς καριέρας στις Βρυξέλλες.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Καθημερινή" στις 27/10/2019. 

Αμετακίνητες πεποιθήσεις, μεταβαλλόμενα δεδομένα

Είναι γνώρισμα του ανθρώπινου εγκεφάλου η ταχύτητα προσαρμογής του στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον να υπολείπεται της ταχύτητας με την οποία το περιβάλλον αυτό μεταβάλλεται. Τείνουμε να διατηρούμε μια παγιωμένη εικόνα των πραγμάτων ακόμη κι όταν η φύση τους έχει αλλάξει. Αναμασάμε στερεότυπα που έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Πόσοι αριστεροί παλαιότερης κοπής δαιμονοποιούν συλλήβδην τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως «Δεξιά», «Γκοτζαμάνηδες» και «ταγματασφαλίτες»; Και πόσοι δεξιοί αποκαλούν τους δικούς τους αντιπάλους «κομμουνιστές», παραπέμποντας σε κάποια δήθεν αναλλοίωτη «ουσία» που συνδέει τους σύγχρονους αριστερούς με τους λενινιστές ενός άλλου κόσμου;

Είναι γνωστή στην ψυχολογία η «γνωσιακή ασυμφωνία» (cognitive dissonance): όταν πέφτουμε σε δεδομένα που αντικρούουν τις πεποιθήσεις μας, αναζητούμε τρόπους να λειάνουμε τη σύγκρουση. Προσαρμόζουμε τα νέα δεδομένα στις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις (και όχι το αντίστροφο) ή τις δικαιολογούμε για να αποφύγουμε να τις αλλάξουμε.

Προκειμένου να συνεχίζω να καπνίζω, εις πείσμα των στατιστικών δεδομένων ότι βλάπτω την υγεία μου, υποβαθμίζω τη σημασία των δεδομένων.

Τα λέω αυτά, γιατί αφθονούν γύρω μας οι ιδεολογικές, στερεοτυπικές αναγνώσεις, που παραβλέπουν ουσιώδεις μεταβολές της πραγματικότητας, που την έχουν περιαγάγει σε ασυμφωνία με προϋπάρχουσες πεποιθήσεις. Επίκαιρο παράδειγμα ήρθε αυτές τις μέρες από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Οι Ε. Saez και G. Zucman (The Triumph of Injustice) έδειξαν ότι το 2018 στις ΗΠΑ οι πλουσιότερες 400 οικογένειες είχαν μέσο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 23%, χαμηλότερο από το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών (24,2%). Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής των «πλουσιότερων 400» ήταν 47% το 1980 και 56% το 1960. Κατά την περίοδο αυτή, τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% πολλαπλασιάστηκαν, αλλά το χαμηλότερο 50% έμεινε στάσιμο. Επομένως η υπεράσπιση του status quo με τα επιχειρήματα προηγούμενων δεκαετιών (ότι η μείωση της φορολόγησης στην κορυφή θα χρηματοδοτήσει ανάπτυξη, επενδύσεις και εισοδήματα για όλους) αποκαλύπτει ιδεολογικές πεποιθήσεις που δεν έχουν ενημερωθεί από τα νεότερα δεδομένα.

Αντίστροφα στα καθ' ημάς, κάποιοι στην Αριστερά χρησιμοποιούν το επιχείρημα της εισοδηματικής ανισότητας στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας τη δραστική αύξηση των (υψηλών) φορολογικών συντελεστών για τα ανώτερα κλιμάκια στην Ελλάδα. Ξεχνούν ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά (στις ΗΠΑ μιλάμε για δισεκατομμυριούχους), οι συνθήκες διαφορετικές (η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο φορολογικό ανταγωνισμό), οι ανάγκες διαφορετικές (προσέλκυση επενδύσεων, πολυεθνικών, κεφαλαίων και υψηλών εισοδημάτων). Επομένως, στο ζήτημα αυτό (όπως και σε πολλά άλλα) είναι απόλυτα συνεπές να υποστηρίζεις μια «αριστερή» οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ και μια «δεξιά» πολιτική στην Ελλάδα. «Οταν τα δεδομένα αλλάζουν, αλλάζω γνώμη», έλεγε ο Κέινς.

Οι σύγχρονες προκλήσεις καλούν σε πραγματιστική αντιμετώπιση, πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα. Σε πολλές, η «ιδεολογική» απάντηση συνιστά διανοητική οκνηρία. Πάρτε τη διάκριση κράτους - αγοράς, με τις ιδεολογικές εκατέρωθεν προκαταλήψεις που χτίστηκαν πάνω της. Πιστεύει κανείς ότι η μετάβαση στην 4η βιομηχανική επανάσταση ή στη μεταλιγνιτική εποχή μπορεί να είναι μόνο δουλειά του ιδιωτικού τομέα, χωρίς να επιβάλλεται ένας καίριος στρατηγικός και επενδυτικός ρόλος του κράτους; Ή (άλλο θέμα) οι μονοπωλιακοί κολοσσοί του Ιντερνετ, που εκμεταλλεύονται τον φορολογικό ανταγωνισμό, δεν απαιτούν ισχυρό ρόλο των κυβερνήσεων (και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) για την προστασία του ανταγωνισμού και τη δίκαιη φορολόγησή τους;

Αντίστοιχα, πίεση στην Αριστερά ασκούν οι προκλήσεις της μετανάστευσης. Ποιο είναι το όριο αντοχής μιας κοινωνίας (των κοινωνικών και οικονομικών της δομών) στη μαζική εισροή μετανάστευσης; Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ένα όριο (όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει) μετά το οποίο η έλευση περισσότερων μεταναστών είναι αδύνατη χωρίς να καταλήξουν σε συνθήκες γκετοποίησης και εξαθλίωσης, διαρρηγνύοντας την κοινωνική συνοχή της χώρας υποδοχής. Οποιαδήποτε «απόλυτη» ιδεολογική απάντηση στο ζήτημα αυτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη μεγέθη και κλίμακα, είναι αντιπαραγωγική.

Υπάρχουν έννοιες και αξίες στις οποίες η προσήλωση οφείλεται σταθερή και αμετάβλητη; Ναι: τα ανθρώπινα δικαιώματα, η επιλογή της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των διαφόρων «εναλλακτικών», ιδίως σε μια εποχή που αυξάνεται η προσφορά καθεστώτων αυταρχικού εθνικολαϊκισμού, που πωλούν «αποτελεσματικές» λύσεις. Μια σειρά χωρών, από την Κίνα και την Τουρκία ώς την Ουγγαρία, τη Βραζιλία και την Ινδία, ολισθαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ενίοτε υπό τις επιδοκιμασίες δυνάμεων που θα έπρεπε να αποτελούν πυλώνες του φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος. Στα θεμελιώδη ζητήματα αρχής, οι πεποιθήσεις παραμένουν αμετακίνητες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 13/10/2019. 

Αυτό το βουνό δεν έλιωσε

Συμβαίνουν πράγματα στον κόσμο. Οι πάγοι στην Αρκτική λιώνουν ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν. Οι ακραίες κλιματικές μεταπτώσεις είναι ορατές ακόμα και σε κείνους που η ορατότητά τους σκιάζεται από το κόκκινο καπελάκι MAGA. Η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο βρίσκεται στο έλεος του πιο απρόβλεπτου προέδρου που έχει ποτέ κατοικήσει στον Λευκό Οίκο, ένας εμπορικός πόλεμος κλιμακώνεται, μια διεθνής ύφεση πιθανόν ελλοχεύει. Δεν πάμε πολύ καλά.

Σε αυτό το γεμάτο κινδύνους παγκόσμιο περιβάλλον, οι διεθνείς θεσμοί μπάζουν νερά, περισσότερα κι από όσα παράγουν τα τηκόμενα παγόβουνα της Γροιλανδίας. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού εξακολουθεί να διευρύνεται, όταν τα παγκόσμια προβλήματα επιτάσσουν στενό συντονισμό και κοινές προσεγγίσεις. Τουλάχιστον η τελευταία διάσκεψη του G7 ανέδειξε έναν διεθνή ηγέτη στο πρόσωπο του φιλελεύθερου ευρωπαϊστή Μακρόν, που ακτινοβολεί αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον η επίμονη ευρωπαϊκή ενότητα (παρά τις πολλαπλές ρωγμές) αντέχει, τελευταία άμυνα μιας ιστορικής συνείδησης που επιτάσσει ορθολογική συνεργασία και κοινούς θεσμούς για τις προκλήσεις που υπερβαίνουν τα εθνικά μεγέθη.

Οι βασικές σταθερές του φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος (κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατλαντική συνεργασία, πολυμερείς θεσμοί, ανοικτό εμπόριο) σφυροκοπούνται από δημαγωγούς. Ο στενόμυαλος εθνικισμός δεν αποδυναμώνει μόνο τα συλλογικά διεθνή αγαθά, πλήττει πρώτα την ίδια την εθνική δημοκρατία, όπως δείχνει ο κατήφορος του Brexit.

Το Brexit ξεκίνησε από μια λογική αδυνατότητα: είναι αδύνατη η πλήρης έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. χωρίς τη δημιουργία ενός σκληρού εξωτερικού συνόρου είτε μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας (άρα καταρρέει η ειρήνη στη Βόρεια Ιρλανδία) είτε μεταξύ Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (άρα διασπάται το Ηνωμένο Βασίλειο). Πλέον, η πορεία προς τον παραλογισμό συναντά τον θεσμικό εκτροχιασμό.

Είναι διαπεραστική η ειρωνεία του Brexit, που ψηφίστηκε υποτίθεται για να αποκατασταθεί η κυριαρχία του βρετανικού Κοινοβουλίου έναντι των Βρυξελλών. Το δημοψήφισμα αποτέλεσε το πρώτο βήμα απομείωσης της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας. Το δράμα συνεχίζεται με έναν (μη εκλεγμένο) πρωθυπουργό που, για να μην καταπέσει η πολιτική του στο Κοινοβούλιο, προτιμά να κλείσει τη Βουλή των Κοινοτήτων για πέντε εβδομάδες.

Είθισται στη δημοκρατική Ευρώπη τα κοινοβούλια να καταργούν τον πρωθυπουργό κι όχι το αντίστροφο. Παρατηρούμε τον κατήφορο μιας ιστορικής δημοκρατίας υπό το βάρος μιας ιδεοληπτικής εμμονής. Η χρόνια δαιμονοποίηση της Ε.Ε. κατέληξε σε εθνική αυτοχειρία. Ενα μεγάλο έθνος οδηγείται σε παρακμή και διχασμό στα χέρια αλαζόνων δημαγωγών.

Είναι ευτύχημα ότι, στην παγκόσμια καταιγίδα, η χώρα μας έχει βρει το ασφαλέστερο δυνατό λιμάνι. Σε μια Ευρώπη που οι αξίες της συνεχίζουν να συγκινούν και τα συμφέροντά της να συμβαδίζουν με την αλληλεγγύη και τη συνοχή.

Η ελληνική δημοκρατία δοκιμάστηκε βάναυσα τα χρόνια της κρίσης, αλλά άντεξε. Κυβερνήσεις υποχρεώθηκαν υπό την πίεση των οικονομικών συνθηκών να νομοθετούν χωρίς επαρκή χρόνο κοινοβουλευτικής διαβούλευσης. Ενα τυχοδιωκτικό, ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα έφερε την κοινωνία στα πρόθυρα εμφύλιου διχασμού και τη χώρα σε προθανάτια εμπειρία. Ομως η χώρα άντεξε, κι οι δημοκρατικοί θεσμοί βγήκαν δυνατότεροι. Παρά την ακραία δοκιμασία, η κοινωνία παρήγαγε την ευρύτερη διακομματική συναίνεση στην ολοκλήρωση των μνημονίων. Τα κόμματα ωρίμασαν βίαια σε σχέση με το υπερφίαλο παρελθόν τους, καθώς αναγκάστηκαν (σε διαφορετικές στιγμές) να καταπιούν τα παχιά λόγια και να αναλάβουν οδυνηρές ευθύνες για να αποτρέψουν τα χειρότερα.

Οι εκλογές του Ιουλίου παρέδωσαν ένα από τα πιο φιλοευρωπαϊκά και μετριοπαθή κοινοβούλια στην Ε.Ε. Είναι θετική εξέλιξη για τη χώρα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί τη νέα του ταυτότητα στη γειτονιά της ευρύτερης φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς. Είναι ακόμα θετικότερο ότι η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε με υψηλό νομοθετικό δυναμισμό, μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα και (ως επί το πλείστον) αξιοκρατικές επιλογές, υπό έναν πρωθυπουργό που επικοινωνεί με τους ομολόγους του ως ίσος προς ίσον.

Η Ελλάδα δίνει το παράδειγμα μιας ευρωπαϊκής χώρας που πέρασε από τα χειρότερα και άντεξε. Μπήκε πρώτη στην κρίση, είχε την πρώτη γνήσια λαϊκιστική κυβέρνηση κι είναι η πρώτη που δείχνει ότι υπάρχει ζωή μετά την κρίση και μετά τον λαϊκισμό. Οι κίνδυνοι βέβαια δεν έχουν φύγει από τον ορίζοντα. Όμως η χώρα δικαιούται μια ανάσα ικανοποίησης και υπερηφάνειας. Δοκιμαστήκαμε και βγήκαμε με το μέτωπο ψηλά. Αυτό το βουνό δεν έλιωσε στις ακραίες θερμοκρασίες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/9/2019. 

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Μια εποχή έχει φτάσει στο τέλος της όταν οι βασικές ψευδαισθήσεις της έχουν εξαντληθεί, έγραφε ο Αρθουρ Μίλερ. Στην ταραγμένη δεκαετία 2010-19 οι Ελληνες δοκίμασαν τα πάντα. Αρχικά την απόλυτη άρνηση, έπειτα την τυφλή οργή. Οι «Αγανακτισμένοι» πλημμύρισαν τις πλατείες. Κάτω ακόνιζαν το δημαγωγικό τους ταλέντο οι μεθαυριανοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, πάνω το αγριεμένο ακροατήριο της Ακροδεξιάς. Παράλληλα, δοκίμαζε την τύχη του ένας ηπιότερος κεντροδεξιός λαϊκισμός, με γενεσιουργό μύθο την τάχα διογκωμένη καταγραφή του ελλείμματος του 2009 που τάχα επέφερε το μνημόνιο. Ηταν ο προθάλαμος του ακραίου αντιμνημονιακού λαϊκισμού που επρόκειτο να εκτοξεύσει στην εξουσία τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στις εκλογές του 2012 η λαϊκή ψήφος ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα κι έβαλε στη Βουλή τους νεοναζί. Η κυβέρνηση των «Σαμαροβενιζέλων» συνέχισε την προσαρμογή Παπανδρέου-Παπαδήμου, και το φως άρχισε να φαίνεται στο βάθος του τούνελ: πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, ανάκαμψη το 2014. Ομως το φως ήταν το τρένο των έξαλλων ψευδαισθήσεων, που έφερε ένα άτακτο ασκέρι νεομαρξιστών, κομμουνιστών, ακροδεξιών και φανφαρόνων να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας. (Με ανατριχιαστική ακρίβεια καταγράφουν τις μέρες εκείνες οι Ελ. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού στην «Τελευταία μπλόφα»). Τον Σεπτέμβριο 2015, αφού η χώρα κράσαρε στον τοίχο, οι ψηφοφόροι ζαλισμένοι έδωσαν άλλη μία ευκαιρία.

Αφού τα δοκίμασαν όλα οι πολίτες, στις 7 Ιουλίου είπαν να πειραματιστούν με την εγγύτερη εκδοχή μιας σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκλεισε μια εποχή εξαντλημένων ψευδαισθήσεων, ανοίγοντας μια τετραετία, παρά ταύτα, υψηλών προσδοκιών. Οι πρώτες κινήσεις υποδεικνύουν την ορθολογικότερα συγκροτημένη πρόταση για τη χώρα από την αρχή της κρίσης.

Δεν είναι μόνο η αναδιάταξη προτεραιοτήτων σε τομείς που ο συνδυασμός ιδεοληψίας και ανεπάρκειας των προκατόχων είχε παραμελήσει: Τη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και στη μεσαία τάξη. Τη διεκδίκηση δημοσιονομικού χώρου στη βάση πραγματικών μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Τον συνολικό μετασχηματισμό του Δημοσίου, ώστε να υπηρετεί την προτεραιότητα των ιδιωτικών επενδύσεων. Το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Τον ψηφιακό, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του κράτους. Είναι η ανάδειξη των προτεραιοτήτων αλλά και των διοικητικών προϋποθέσεων επίτευξής τους: η δημιουργία επιτελικού κέντρου γύρω από τον πρωθυπουργό, η δραστική ενίσχυση του κυβερνητικού συντονισμού. Η μετακόμιση από το κέλυφος του Μαξίμου στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας ως πραγματικό κέντρο εργασίας δείχνει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση με τους όρους λειτουργίας ενός σύγχρονου Γραφείου Πρωθυπουργού.

Βέβαια, κάθε νέα περίοδος εμπεριέχεται στην προηγούμενη και εγκυμονεί την επόμενη. Η ευρεία, την τελευταία τετραετία, απομυθοποίηση της Αριστεράς στο πεδίο των πολιτικών συμβόλων, κι όχι μόνο της διακυβέρνησης, επιτρέπει καινοτομίες που δέκα χρόνια πριν θα φάνταζαν παράτολμες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πρώτη που προχωρεί στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τα σημερινά συμφραζόμενα συνδέουν το άσυλο όχι με ηρωικούς αντιδικτατορικούς αγώνες αλλά με αυθαίρετους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν δημόσια περιουσία χλευάζοντας τον κόπο του φορολογουμένου.

Το σημαντικότερο στοίχημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η αύξηση της απασχόλησης, η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, ο επαναπατρισμός του brain drain, προσδιορίζεται κι εκείνο από μια γενεαλογική αντικατάσταση. Στα 10+ χρόνια της κρίσης (ο Δεκέμβριος 2008 ήταν ο προάγγελος του σεισμού), βαθιές μεταβολές συντελέστηκαν. Παιδιά του δημοτικού τότε, διέτρεξαν τη μαθητική τους ζωή στο περιβάλλον κρίσης, ανεργίας, φτωχοποίησης. Αλλοι εισήλθαν στην παραγωγική ηλικία αδυνατώντας να βρουν δουλειά, αναζητώντας κατά χιλιάδες διέξοδο στην άτυπη οικονομία ή στο εξωτερικό. Ανθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους έχουν υποστεί τη σαρωτική ματαίωση της μακροχρόνιας ανεργίας.

Η νέα κυβέρνηση έχει μια συγκροτημένη στρατηγική απασχόλησης, που στηρίζεται στη λογική των αναπτυξιακών κινήτρων και ευκαιριών αντί των επιδομάτων. Θα κριθεί από τα αποτελέσματα, και θα κριθεί αυστηρά.

Ο επιφανέστερος συνδυασμός καινοτομίας και συνέχειας εκπροσωπείται από την ίδια την πολιτική προσωπικότητα του νέου πρωθυπουργού. Ένας φιλελεύθερος εκσυγχρονιστής, μεταρρυθμιστής στην παράταξή του, συσπείρωσε γύρω του μια κρίσιμη μάζα προοδευτικών πολιτών, με πρόθεση να κυβερνήσει από το Κέντρο, ως επικεφαλής ωστόσο ενός γηρασμένου, αμαρτωλού κόμματος, που ο κορμός του βρίσκεται στη λαϊκή Δεξιά. Το εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη αντλείται από το γεγονός ότι έφερε τη Ν.Δ. στην εξουσία, κατάγοντας μια πολύ μεγάλη εκλογική νίκη. Δεν είναι απεριόριστο το κεφάλαιο αυτό, και ο ζωτικός του πολιτικός χρόνος πολύ βραχύτερος από το σύνολο μιας κυβερνητικής τετραετίας. Είναι όμως εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι η κυβέρνησή του ήρθε έτοιμη και με επίγνωση του ιστορικά επείγοντος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/7/2019. 

Μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε μια πολύ μεγάλη νίκη, που δεν είναι απλώς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ισχυρή ψήφος και η αυτοδυναμία του επιτρέπουν να διαμορφώσει την επόμενη μέρα για τη Ν.Δ. και για τη χώρα με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από κομματικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Το αποτέλεσμα τερματίζει την περίοδο του κομματικού κατακερματισμού και της ρευστοποίησης των ακραίων συνθηκών της κρίσης. Τα δύο μεγάλα κόμματα αθροίζουν ξανά πάνω από 70%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιημένο ως τον νέο πόλο αριστερά του κέντρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Το ποσοστό του είναι κατά λίγες ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 35,5% του Σεπτεμβρίου 2015. Ο Τσίπρας παραμένει ισχυρός ηγέτης του κόμματός του, με σαφές πλάνο επιστροφής στην εξουσία.

Το μήνυμα του Κυρ. Μητσοτάκη εξέπεμπε την αίσθηση επείγοντος που ήδη αναπέμπουν η κοινωνία και η οικονομία. Το Κοινοβούλιο θα παραμείνει ανοιχτό το καλοκαίρι, ψηφίζοντας τα νέα νομοσχέδια που έχει επεξεργαστεί η Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έρχεται στην εξουσία ως ο καλύτερα προετοιμασμένος πρωθυπουργός της πρόσφατης περιόδου. Η επινίκια ομιλία του σηματοδοτεί ένα διακριτό ήθος και ύφος μετριοπάθειας. Η νίκη του δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την απήχηση του ίδιου στον κεντρώο χώρο, που του επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς.

Οι προτεραιότητές του είναι σαφείς: μείωση φόρων, διαπραγμάτευση χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, ψηφιακός εκσυγχρονισμός της διοίκησης, έμφαση στην επιστροφή της γενιάς του brain drain. Μια γενιά που τον ψήφισε με συντριπτικά ποσοστά.

Είναι αισθητά οι πρώτες εκλογές μετά την κρίση –απουσίασαν οι άμετρες υποσχέσεις και η ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εθνικές εκλογές– με εξαίρεση τη μουδιασμένη αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Η νέα κανονικότητα έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά: περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού και αλληλεξάρτησης στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, τερματισμό της ιδιότυπης ελληνικής «εξαίρεσης». Το ποσοστό του καθιστά τον Μητσοτάκη έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς. Η θέση του στο ΕΛΚ σημαίνει ότι ξεκινά με δεδομένο κεφάλαιο αναγνώρισης. Δεν θα χρειαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, όπως ο προκάτοχός του, προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή των εταίρων. Eχει ισχυρές πιθανότητες να κερδίσει τον δημοσιονομικό χώρο που διεκδικεί, ιδίως εφόσον προτάξει μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2019. 

Η αδήριτη επιτακτικότητα του τώρα

Στις εκλογές της Κυριακής, ο ιστορικός χρόνος της Ελλάδας συναντάται με τον ευρωπαϊκό, τα εθνικά διακυβεύματα τέμνονται με τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής συγκυρίας.

Σύγκρουση με τον εθνικολαϊκισμό. Η Ευρώπη περνάει ήδη στην εποχή του μετα-λαϊκισμού. Οχι επειδή νίκησε τον εθνικολαϊκισμό (η μάχη συνεχίζεται), αλλά διότι σωρεύονται ήδη τα θλιβερά πεπραγμένα των λαϊκιστών. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν ο πρώτος λαϊκιστικός συνασπισμός που ανήλθε στην εξουσία, προ Σαλβίνι, προ Brexit, προ Τραμπ. Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα ανέδειξε τα αδιέξοδα του αριστερού λαϊκισμού – οι Ισπανοί τον ευγνωμονούν που τους έσωσε από το Ποδέμος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν από τους πρώτους στο κόμμα του που αντιτάχθηκαν στον εθνικολαϊκισμό – όταν η Ν.Δ. φλέρταρε ακόμα με τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό. Ως υποψήφιος πρωθυπουργός πολιτεύθηκε κατά κανόνα με αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια. Με την εμπειρία του υπαρκτού λαϊκισμού, οι ψηφοφόροι επανεκτιμούν τώρα την αξία της ικανότητας, της κατάρτισης κι ενός πολιτικού λόγου που ερείδεται σε πραγματικά δεδομένα κι όχι φρέσκο αέρα ιδεοληψιών.
Ιδεολογική αποσαφήνιση. Η ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά ταλανίζεται στη σχέση της με την ατζέντα της Ακροδεξιάς. Πολιτικοί όπως ο Αυστριακός καγκελάριος συνεργάστηκαν μαζί της. Αλλοι, όπως ο Μητσοτάκης, απαίτησαν την εκδίωξη του Ορμπαν από το ΕΛΚ. Παρά την ένταση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα, ο Μητσοτάκης δεν υπέκυψε στον πειρασμό μιας ξενοφοβικής ατζέντας. Στις εκλογές αυτές συγκρούεται με δύο κόμματα της Ακροδεξιάς και δεν προσπάθησε να τα ενσωματώσει, όπως άλλοι κεντροδεξιοί ομόλογοί του στην Ευρώπη.

Μέρος της αποσαφήνισης αφορά την πραγματική προστασία της ελεύθερης έκφρασης στα πανεπιστήμια. Η ενσωμάτωση των ΑΕΙ στο κράτος δικαίου της φιλελεύθερης δημοκρατίας προϋποθέτει κατάργηση του απαρχαιωμένου θεσμού του ασύλου. Η προστασία του δημόσιου χώρου και των ιδιωτικών περιουσιών από τους μπαχαλάκηδες της αυθαιρεσίας και της ανομίας είναι στοιχειώδης υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας στους πολίτες της.

Ευρύτερες συναινέσεις. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες κατακερματίζονται από κοινωνικοοικονομικές εντάσεις, πόλωση και διαιρέσεις, τις οποίες παροξύνουν τα social media. Ο Μητσοτάκης επεδίωξε τη δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου αντιπολίτευσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογή του ως αρχηγού της Ν.Δ. εξέφρασε ένα διάχυτο αίτημα ανανέωσης, κινητοποιώντας πολίτες στα αριστερά της Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό κυβερνητικό εταίρο, επέμεινε να συνομιλεί με το προοδευτικό Κέντρο και τη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά, ενσωματώνοντας τον φιλελεύθερο χώρο σε μια στρατηγική διεύρυνσης κι εξωστρέφειας.

Μετάβαση από τη λιτότητα σε μεταρρυθμίσεις που προωθούν την ανάπτυξη. Γίνεται πλέον πλειοψηφική στην Ευρώπη η κριτική στη λιτότητα και η έμφαση σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Τσίπρας, αντιλαμβάνεται ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο των υπερβολικών πλεονασμάτων είναι αντιαναπτυξιακό. Όμως, αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης έχει κατανοήσει ότι η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου με τη συμφωνία των εταίρων προϋποθέτει όχι ηρωικές επικλήσεις αλλά κυβερνητικά πεπραγμένα μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και την ελκυστικότητα της οικονομίας σε ιδιωτικές επενδύσεις. Αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης μπορεί να το πραγματοποιήσει – λόγω πεποιθήσεως, εμπειρίας, και ικανότητας.

Ανταπόκριση στην παγκόσμια πρόκληση του ανταγωνισμού. Για να διατηρήσει η Ευρώπη τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», πρέπει να παραμείνει ανταγωνιστική. Για να επιβιώσει η Ελλάδα στο παγκόσμιο περιβάλλον, χρειάζονται δραστικές βελτιώσεις διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, άμεση αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης και του brain drain, προσαρμογή στις προκλήσεις της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της κλιματικής αλλαγής. Δεν γίνεται η Κίνα να εισάγει την τεχνητή νοημοσύνη στα σχολεία κι εμείς να συζητάμε ακόμα αν θα υπάρχουν πρότυπα σχολεία ή μη κρατικά πανεπιστήμια. Δεν γίνεται ο κόσμος να τρέχει κι εμείς να λύνουμε ακόμα τους λογαριασμούς του Εμφυλίου, κραυγάζοντας ρυθμικά «η χούντα δεν τελείωσε το '73».

Η επείγουσα πρόκληση του ιστορικού χρόνου απαιτεί μια Ελλάδα πλήρως συγχρονισμένη με την ευρωπαϊκή απάντηση στις παγκόσμιες προκλήσεις. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαρωτική η σύγκριση με έναν ΣΥΡΙΖΑ που όψιμα αποφοίτησε από το ευρωπαϊκό αριστερό περιθώριο, που ταλανίζεται από ιδεολογικές αναστολές στη σχέση του με τη σοσιαλδημοκρατία, που βλέπει στον Μαδούρο τον ομογάλακτο ιδεολογικό του αδελφό. Ήταν αυτή η παράταξη που, το πρώτο εξάμηνο του 2015, μετατράπηκε από την εμπρηστικότερη αντιπολίτευση στην καταστροφικότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Ποτέ στο παρελθόν η οίηση και άγνοια τόσων λίγων ανθρώπων δεν προκάλεσε τόση μεγάλη ζημιά, σε τόσο σύντομο χρόνο, σε τόσους πολλούς. Για τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας μετά το 2015, για την επείγουσα ευκαιρία τώρα της Ελλάδας να συγχρονιστεί ξανά ισότιμα με την Ευρώπη, να κυβερνηθεί αυτοδύναμα, η ψήφος της Κυριακής δεν πρέπει να αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 6/7/2019. 

Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη συμπιέζεται αλλά αντέχει!

H μεσαία τάξη στην Ευρώπη ήταν πάντα περισσότερο από μια στατιστική κατηγορία. Η δημοκρατία στη μεταπολεμική Ευρώπη εμπεδώθηκε σε κοινωνίες διευρυνόμενης, ευημερούσας μεσαίας τάξης. Η συσχέτιση μεσαίας τάξης και δημοκρατίας φθάνει μέχρι τον Μαρξ και τον Αριστοτέλη. Κατά τη διάσημη φράση του Barrington Moore, «χωρίς αστική τάξη δεν υπάρχει δημοκρατία» (no bourgeois, no democracy).

Η διεύρυνση της μεσαίας τάξης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο οχύρωσε τη φιλελεύθερη δημοκρατία απέναντι στους εσωτερικούς αντιπάλους της. Επίτευγμα διόλου αμελητέο για το μόνο πολίτευμα που διασφαλίζει πλήρεις ελευθερίες και δικαιώματα στους εχθρούς του. Η αυτοπεποίθηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας θεμελιώθηκε στην ευφυή συνύπαρξη καπιταλισμού και κοινωνικού κράτους. Πριν ο κομμουνισμός ηττηθεί στρατηγικά το 1989, είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά. Οι αντίπαλοι της φιλελεύθερης δημοκρατίας παρέμεναν πάντα μικρή μειοψηφία όσο το σύστημα λειτουργούσε για την ευημερία της κοινωνικής πλειονότητας. Γι' αυτό ακριβώς η απειλούμενη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης σήμερα εγκυμονεί κινδύνους: ανοίγει έδαφος στους σύγχρονους αντιπάλους της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ακροδεξιούς και εθνικολαϊκιστές.

Η μεσαία τάξη απειλείται από την εισοδηματική στασιμότητα και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου ενοχοποιείται από λαϊκιστές όπως ο Τραμπ, μεγαλύτερο ρόλο όμως έχουν οι ροές κεφαλαίων και τεχνολογίας. Ο επιβλαβής φορολογικός ανταγωνισμός, που επιτρέπει σε πολυεθνικές επιχειρήσεις όπως η Facebook να καταβάλλουν ελάχιστους φόρους, υπονομεύει τη φορολογική πολιτική.

Ενας ορισμός εντοπίζει τη μεσαία τάξη στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος (ο 50ός στους 100), μετά τους φόρους. Ανω του 70% των ενηλίκων ζει σε νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος στη Δυτική Ευρώπη, έναντι μόλις 60% στις ΗΠΑ. Βέβαια, οι ΗΠΑ αρδεύονται από ροές μεταναστών και αποδέχονται υψηλότερη ανισότητα.

Ευρεία μεσαία τάξη σημαίνει δύο πράγματα: περιορισμένο ποσοστό φτωχών – μηχανισμούς κοινωνικής αναδιανομής που ενσωματώνουν τους αδύναμους. Και προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, αποτρέποντας τη συγκέντρωση υπέρμετρου πλούτου (προνομίων, εξουσίας) στα χέρια ολίγων.

Περισσότερα από ένα μέσο εισόδημα, η μεσαία τάξη είναι φιλοδοξία βελτίωσης βιοτικών συνθηκών και ανοδική κινητικότητα. Είναι αντίληψη ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα με εκπαίδευση, προσπάθεια και δουλειά. Είναι προσήλωση στις αξίες της οικογένειας, της ευμάρειας και της ιδιοκτησίας (στόχοι αιώνιας χλεύης από την εξεγερμένη νεότητα και την επαναστατική Αριστερά). Είναι αντίληψη συλλογικού ανήκειν: είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα, και για να μη βουλιάξουμε χρειαζόμαστε κανόνες του παιχνιδιού. Κοινωνίες ευρείας μεσαίας τάξης δεν αυτοκτονούν προθύμως. Το βροντερό «Οχι» του καθ' ημάς δημοψηφίσματος, τέτοιες μέρες το 2015, ήταν και εκδήλωση απόγνωσης μιας βυθιζόμενης μεσαίας τάξης.

Κατά την περίοδο 1980-2017, το μέσο πραγματικό εισόδημα του χαμηλότερου 50% του πληθυσμού στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 37% έναντι μόλις 3% στις ΗΠΑ (World Inequality Lab). Η ανάπτυξη διαχύθηκε ευρύτερα, παρότι τα πλουσιότερα στρώματα πήραν τη μερίδα του λέοντος. Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη αντέχει.

Η πιο χρήσιμη παρατήρηση όμως είναι η εξής: σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ευρώπη διατηρεί το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος και την ευρύτερη μεσαία τάξη. Η Γαλλία των «Κίτρινων Γιλέκων» έχει τις υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες στον ΟΟΣΑ, η Γερμανία ήταν η πρώτη που τις εισήγαγε, στη Βρετανία το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι θεσμός που ούτε η Θάτσερ διανοήθηκε να πειράξει. Το πιο ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και η ευρύτερη μεσαία τάξη συναντώνται στις σκανδιναβικές χώρες του πιο προηγμένου και εξωστρεφούς καπιταλισμού.

Επομένως, η ισχυρή κοινωνική προστασία στην Ευρώπη: (α) συμβαδίζει με μια ευρεία μεσαία τάξη και (β) προϋποθέτει μια διεθνώς ανταγωνιστική, ανεπτυγμένη, εξωστρεφή οικονομία. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η ανάπτυξη του καπιταλισμού δημιούργησε μια ευημερούσα μεσαία τάξη που εμπέδωσε τη δημοκρατία και οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος, που διεύρυνε περαιτέρω τη μεσαία τάξη, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή.

Οι λαϊκιστές απαντούν στην αγωνία των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων προτάσσοντας την αναδιανομή εις βάρος της παραγωγής εισοδήματος και πλούτου. Αυτό οδηγεί σε συνολική καθίζηση εισοδήματος και ευημερίας, από την οποία ζημιώνεται κατ' εξοχήν η μεσαία τάξη. Δεν πλήττεται το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, του οποίου διεθνοποιημένα εισοδήματα και πλούτος συχνά εκφεύγουν της εθνικής φορολογίας. Βελτίωση ανταγωνιστικότητας και προσέλκυση διεθνών επενδύσεων είναι η διορατικότερη στρατηγική μακροπρόθεσμης προστασίας της μεσαίας τάξης για μια χώρα όπως η Ελλάδα!

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/6/2019. 

Γιώργος Παγουλάτος: Περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ

Πως κρίνετε τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών για τα κράτη μέλη; Είναι ενθαρρυντικά για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης;

Οι Ευρωεκλογές παρήγαγαν μεικτά αποτελέσματα, όπου τα θετικά υπερτερούν των αρνητικών. Στα θετικά συγκαταλέγεται η εκλογική συμμετοχή ρεκόρ (50,5%), που αυξάνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, παρότι η συμμετοχή σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παραμένει πολύ χαμηλή.
Tα χειρότερα σενάρια για την επίδοση των εθνικιστικών και ακραία ευρωφοβικών δυνάμεων δεν επιβεβαιώθηκαν. Νίκησε στη Γαλλία η Λεπέν, στην Ιταλία ο Σαλβίνι, στην Πολωνία και στην Ουγγαρία το PIS και ο Ορμπάν. Αλλά σε άλλες χώρες (όπως η Ολλανδία, Ισπανία, Ιρλανδία, Δανία, Πορτογαλία, Σουηδία, Γερμανία) τα αντιευρωπαϊκά κόμματα είδαν τα ποσοστά τους να μειώνονται σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογικές τους επιδόσεις. Και το μεγάλο «πλεονέκτημα» των ακροδεξιών εθνικιστών είναι ότι δύσκολα συνεργάζονται, άρα οι πολιτικές τους ομάδες στο ΕΚ δύσκολα θα συνενωθούν.
Οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις διατήρησαν τη μεγάλη πλειοψηφία των εδρών στο ΕΚ, ακόμα κι αν ΕΛΚ και Σοσιαλιστές και Δημοκράτες δεν σχηματίζουν απόλυτη πλειοψηφία. Πολύ θετική η άνοδος των Φιλελευθέρων (λόγω κυρίως των ευρωβουλευτών που εξέλεξε ο Μακρόν) και των Πρασίνων. Ενας από τους δυο ή και οι δυο θα χρειαστούν για τον μεγάλο συνασπισμό πλειοψηφίας στο ΕΚ. Και οι δύο θα παίξουν σημαντικό ρόλο στο επόμενο ΕΚ. Οι Πράσινοι ειδικότερα συνέβαλαν στο να αναχθεί η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής σε κορυφαίο ζήτημα της Ευρωπαϊκής ατζέντας, με διακομματική συναίνεση.
Σε επίπεδο συσχετισμών μεταξύ κρατών-μελών μετά τις Ευρωεκλογές η γερμανική κυβέρνηση βγήκε αποδυναμωμένη (καθώς τα δυο κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού υπέστησαν σοβαρές απώλειες), ενισχυμένος ο Μακρόν (τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στη Γαλλία συρρικνώθηκαν σε μονοψήφια ποσοστά), και ακόμα πιο ενισχυμένος ο Σάντσεθ. Αυτό είναι καλό για τις χώρες του Νότου, όπως η Ελλάδα, αν και θα αργήσουμε να δούμε απτά αποτελέσματα, ιδίως στο Eurogroup, όπου η τελευταία συμφωνία υπήρξε μάλλον απογοητευτική.

Σας ανησυχεί η συνεχής άνοδος της ακροδεξιάς τόσο σε Ευρώπη όσο και παγκοσμίως (Βραζιλία, Αμερική);

Η άνοδος των ακροδεξιών εθνικιστών δημαγωγών είναι ένα εξαιρετικά ανησυχητικό σύμπτωμα, οι αιτίες προϋπάρχουν. Δεν είμαι έτοιμος να αποδώσω την άνοδό τους μόνο στις αυξανόμενες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες, και την αποδυνάμωση της ευημερίας, την εισοδηματική στασιμότητα, τη διευρυνόμενη ανασφάλεια των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων. Είναι προφανές ότι όλα αυτά συνιστούν ένα σημαντικό παράγοντα, αλλά όχι τον μόνο. Οι πολλαπλές ανασφάλειες (κοινωνικές, εργασιακές, γνωσιακές, ανασφάλειες που τροφοδοτούνται και από κύματα μετανάστευσης) κινητοποιούν την αναζήτηση «σωτήρων» και ψευδοπροφητών. Και η σφαίρα επικοινωνίας, που κυριαρχείται από τα social media των echo chambers, στα οποία ακούει κανείς πολλαπλάσια ενισχυμένη τη φωνή του, τις ανησυχίες του, την αγανάκτησή του, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά στα μηνύματα των ακροδεξιών λαϊκιστών. Οι απλοϊκές λύσεις που τοκίζουν στην οργή και στο θυμικό τείνουν συχνά να έχουν ένα πλεονέκτημα απέναντι στον ψύχραιμο και ισορροπημένο λόγο, ιδίως όταν οι άνθρωποι αισθάνονται πραγματική ανησυχία και φόβο και θεωρούν ότι «το σύστημα» τους έχει ξεχάσει.
Το βολικό σχήμα «λαός εναντίον των ελίτ» έχει μεγάλη δύναμη στα χέρια επιδέξιων δημαγωγών. Υπάρχει μια εξασθένιση της ιστορικής μνήμης, μια αποενοχοποίηση του ακροδεξιού και μισαλλόδοξου λόγου, όταν βλέπει κανείς να αναβιώνει εθνικιστική και μισαλλόδοξη ρητορική που παραπέμπει στη δεκαετία του '30. Όλα αυτά είναι εξαιρετικά ανησυχητικά.

Στα εγχώρια, πού οφείλεται η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και η επάνοδος της Νέα Δημοκρατίας (με βάση τις ευρωεκλογές); Μπαίνουμε σε μια νέα πορεία δικομματισμού στην Ελλάδα;

Ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρείται με καθυστέρηση, στην πρώτη εκλογική ευκαιρία μετά το 2015, για τα ψέματα που είπε και τις υπερφίαλες υποσχέσεις που μοίρασε το 2015, αλλά και για την υπερφορολόγηση που επέβαλε μετά την ψήφιση του 3ου Μνημονίου. Τιμωρείται επίσης για τα δυο, εντελώς περιττά, χρόνια ύφεσης 2015-16, αποτέλεσμα των καταστροφικών χειρισμών της κυβέρνησης Τσίπρα το πρώτο εξάμηνο 2015, αλλά και για την αδύναμη ανάκαμψη μετά το 2017, που είναι απογοητευτική μετά από τόσο μακρά και βαθιά ύφεση. Τιμωρείται επίσης για το πλήθος κυβερνητικών αποτυχιών, με κορυφαία την περσινή τραγωδία στο Μάτι. Υφίσταται επίσης ο ΣΥΡΙΖΑ, για να είμαστε ειλικρινείς, το πολιτικό κόστος της γενικά επωφελούς για τη χώρα Συμφωνίας των Πρεσπών.
Πράγματι η ισχυρή επάνοδος της ΝΔ αλλά και η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ συνιστούν ένδειξη ενδυνάμωσης του μέχρι πρότινος «μικρού δικομματισμού». Συνιστούν επίσης μια επιστροφή στην πολιτική κανονικότητα, μέρος της οποίας είναι και η άμβλυνση του πάλαι ποτέ οξύτατα λαϊκιστικού λόγου του ΣΥΡΙΖΑ. Το μήνυμα του Κυριάκου Μητσοτάκη (ενός πολιτικού που προέρχεται από τη φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική πτέρυγα της ΝΔ) και η προοπτική της πρωθυπουργίας του έχουν θετική απήχηση στην κοινή γνώμη, και αυτό δείχνει ότι μετά από μια δεκαετία περιπέτειας η χώρα θα αναζητήσει την ασφάλεια και σταθερότητα στην πλήρη επανασύνδεση με την ευρωπαϊκή πολιτική κανονικότητα.

Θα αλλάξει θεωρείτε το οικονομικό περιβάλλον και ο σχεδιασμός στη χάραξη πολιτικής στη χώρα με μια νέα κυβέρνηση;

Οι αγορές δείχνουν να εμπιστεύονται σε βαθμό ενθουσιασμού τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Οι θετικές προσδοκίες αντανακλώνται στην πτώση των ομολόγων, που θα επιτρέψουν φθηνότερο κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία. Είναι σαφές ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνωρίζει τις αγορές και τους επενδυτές, ξέρει πώς να τους εμπνεύσει εμπιστοσύνη. Το γεγονός ότι ο ίδιος (σε αντίθεση με τον Αλέξη Τσίπρα) έχει άμεση γνώση κι εμπειρία της οικονομίας και του διεθνούς περιβάλλοντος, αλλά και η προεργασία οικονομικής διακυβέρνησης που έχει κάνει όλο το προηγούμενο διάστημα, σημαίνει ότι θα ξεκινήσει με υψηλές ταχύτητες. Άλλωστε, ξέρει ότι πρέπει να «εκπλήξει θετικά» και άμεσα. Η στρατηγική Μητσοτάκη είναι η ταχεία οικοδόμηση αξιοπιστίας με επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, μεταρρυθμίσεις και αύξηση της εισροής ξένων επενδύσεων, προκειμένου σε δεύτερη φάση να διαπραγματευθεί ένα χαλαρότερο δημοσιονομικό πλαίσιο. Η στρατηγική αυτή μου φαίνεται πειστική και είναι σε θέση να αυξήσει το ρυθμό ανάπτυξης και την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας.

Πιστεύετε πώς θα επαναληφθεί το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών και στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου (Νίκη ΝΔ με τέτοια διαφορά);

Πιστεύω ότι καθώς προχωράμε προς τις εθνικές εκλογές η συσπείρωση θα αυξάνεται και μαζί και η υποστήριξη στην ανάγκη την επόμενη μέρα να υπάρξει μια ισχυρή (δηλαδή άνετα αυτοδύναμη κοινοβουλευτικά) κυβέρνηση της ΝΔ. Μαζί θα αυξάνεται και η συσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Επομένως περιμένω η ψαλίδα να ανοίξει ακόμα περισσότερο υπέρ της ΝΔ.

Υπάρχει ενδεχόμενο να σας δούμε με κάποιο σχηματισμό στις εκλογές;

Όχι, αλλά ευχαριστώ που ρωτάτε.

*Δημοσιεύτηκε στο insider.gr στις 20/6/2019. 

Μήνυμα σταθερότητας και ωριμότητας

Ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρήθηκε με μια μεγάλη ήττα, η Ν.Δ. έχει υψηλά ποσοστά εμπιστοσύνης που της επιτρέπουν μια ασφαλή προοπτική διακυβέρνησης για την επόμενη μέρα, η Ακροδεξιά συρρικνώνεται, το ΚΙΝΑΛ διασώζεται. Η Ελλάδα είναι από τις λίγες χώρες της Ε.Ε. που το βράδυ των ευρωεκλογών μπορεί να εκπέμπει ένα μήνυμα πολιτικής σταθερότητας – θα έλεγα και ωριμότητας.

Για μια χώρα που βρέθηκε με σφοδρότητα στο επίκεντρο των δύο μεγαλύτερων κρίσεων της Ε.Ε. (κρίση της Ευρωζώνης και κρίση του προσφυγικού-μεταναστευτικού) και διατηρεί ακόμα ποσοστά ανεργίας στην περιοχή του 18%, ο μη κατακερματισμός, η αντοχή του κομματικού συστήματος είναι ένα εξαιρετικά ευπρόσδεκτο αποτέλεσμα για την αντοχή της δημοκρατίας. Η ισχυρή πλειονότητα των 21 Ελλήνων αντιπροσώπων που θα στελεχώσουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα ανήκουν σε κόμματα του φιλοευρωπαϊκού τόξου – συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, που ωστόσο δεν έχει δηλώσει την προτίμησή του για επόμενο πρόεδρο της Κομισιόν. Ακόμα και το γεγονός ότι από όλα τα μικρά αριστερά κόμματα που προέκυψαν από τον ΣΥΡΙΖΑ προτιμήθηκε το κόμμα Βαρουφάκη είναι θετικό. Παρά την καταστροφική συμβολή του ίδιου στην ελληνική οικονομία, το κόμμα του έχει προτάσεις για την Ε.Ε. που αξίζει να συζητηθούν.

Δικαιώθηκε η επένδυση του Κυριάκου Μητσοτάκη στον μεσαίο χώρο (παρά τους υψηλούς τόνους για τις Πρέσπες) και το κεντρώο και μετριοπαθές πολιτικό του στίγμα. Κατά το διάστημα μέχρι τις εκλογές θα μπορεί να διευρύνει ακόμα περισσότερο την απήχησή της η Ν.Δ. και να συγκρατήσει τις όποιες εκδηλώσεις ρεβανσισμού ορισμένων οπαδών της. Η μεγάλη απειλή αφορά την επιδείνωση της οικονομίας στον δρόμο για τις επόμενες εκλογές. Χωρίς ένα ελάχιστο κυβερνητικής αυτοσυγκράτησης σε περαιτέρω προεκλογικές παροχές και χαλάρωση, η οικονομία κινδυνεύει να κατρακυλήσει και η χώρα να ξαναζήσει το μαρτύριο του Σισύφου. Η σημασία της ελληνικής πολιτικής σταθερότητας αυξάνεται εάν τη δει κανείς σε σύγκριση με τα αποτελέσματα σε πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε.

Η ήττα Μακρόν από τη Λεπέν στη Γαλλία ήταν ίσως το βαρύτερα αρνητικό αποτέλεσμα, κυρίως σε επίπεδο συμβολισμού. Αλλά στην πολιτική ο συμβολισμός είναι ουσία, και το πολιτικό κεφάλαιο που θα έχει στη διάθεσή του ο Μακρόν για την προώθηση των μεταρρυθμίσεων, στη Γαλλία και στην Ευρώπη, θα είναι αποδυναμωμένο.

Το απογοητευτικό αποτέλεσμα των Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία καθιστά τη διάδοχο της Μέρκελ στην ηγεσία του κόμματος πιο αδύναμη από ό,τι ήταν. Αυτό είναι κακό για την Ευρώπη, που χρειάζεται μια Γερμανία που θα είναι σε θέση να λάβει τολμηρές πρωτοβουλίες. Ενα εθνικά εσωστρεφές δίδυμο Γερμανίας-Γαλλίας θα ήταν πολύ κακή εξέλιξη για την Ε.Ε. Η άνοδος των ευρωσκεπτικιστών ενισχύει το μπλοκ της αντίδρασης σε πρωτοβουλίες στενότερης ενοποίησης στην Ευρωζώνη. Ο Σαλβίνι αναδεικνύεται σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στον χώρο των εθνικολαϊκιστικών και ευρωφοβικών δυνάμεων. Η παρουσία του κάνει τις βόρειες χώρες να κουμπώνονται ακόμα περισσότερο απέναντι στην προοπτική στενότερης αλληλεγγύης με τον Νότο.

Η αφύπνιση των νέων Ευρωπαίων πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος είναι ελπιδοφόρο γεγονός. Η επόμενη Επιτροπή θα έχει πολλή δουλειά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 27/5/2019. 

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του αντι-νεοφιλελευθερισμού

Ανθρωποι της Κεντροαριστεράς, ορισμένους εκ των οποίων εκτιμώ, συναντήθηκαν για να ανοίξουν «Γέφυρες» στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα σχολιάσω εδώ το πολιτικό εγχείρημα με το οποίο ευθέως διαφωνώ. Θέλω να σταθώ στον διμέτωπο αγώνα που κήρυξαν, όχι μόνο εναντίον του εθνικισμού (εδώ συμφωνούμε), αλλά κι εναντίον του «νεοφιλελευθερισμού».

Τί είναι ακριβώς ο νεοφιλελευθερισμός και πώς συνιστά απειλή στην Ελλάδα σήμερα; Και τι δικαιολογεί, από αυτή τη γωνιά της Ευρώπης, το προσκλητήριο καταπολέμησής του;

Θα ήταν κατανοητή η εκστρατεία εάν βρισκόμασταν στις ΗΠΑ. Εκεί τις τελευταίες δεκαετίες ο πλούτος του πλουσιότερου 1% αυξήθηκε αλματωδώς, ενώ τα εισοδήματα μεσαίων και εργατικών στρωμάτων παραμένουν στάσιμα ή συρρικνώνονται. Η οργή των στρωμάτων αυτών συνέβαλε στην τερατογένεση του λαϊκισμού που εκπροσωπεί ο σημερινός ένοικος του Λευκού Οίκου. Εκεί η Γουόλ Στριτ που προκάλεσε το κραχ του 2008 απορρυθμίζεται ξανά, οι πλουσιότεροι λαμβάνουν νέες μειώσεις φόρων, την ώρα που εκατομμύρια Αμερικανοί παραμένουν ανασφάλιστοι, και οι κανονισμοί περιβαλλοντικής προστασίας καταργούνται για να αυξηθούν τα περιθώρια κέρδους. Εκεί θα είχε νόημα μια εκστρατεία εναντίον του ακραίου κανιβαλικού ατομικισμού.

Σε μια διεθνή συγκυρία επιστροφής του προστατευτισμού, όταν ο εθνικιστής Τραμπ κατεδαφίζει τους φιλελεύθερους θεσμούς του παγκόσμιου εμπορίου και του πολυμερισμού, όταν οι σχέσεις με εμπορικούς εταίρους αντιμετωπίζονται με όρους στρατηγικής απειλής κι όταν το σύνθημα «για μια Ευρώπη που προστατεύει» ενώνει τους φιλελεύθερους ανά την Ευρώπη, τόσο ώστε να θέτει σε αμφισβήτηση τους κανόνες ανταγωνισμού της ενιαίας αγοράς, σε μια τέτοια συγκυρία είναι μάλλον ανεπίκαιρο ο πρώτος αντίπαλος να είναι ο «νεοφιλελευθερισμός». Το αίτημα της φορολογικής δικαιοσύνης, ο έλεγχος του αθέμιτου διασυνοριακού φορολογικού ανταγωνισμού, όλα αυτά είναι σημαντικά. Αποτελούν ήδη επίσημη πολιτική της Κομισιόν και κυβερνήσεων όπως του Μακρόν.

Είναι η Ελλάδα ένας παράδεισος του laissez faire και του παγκόσμιου καπιταλισμού για να φοβάται τον «νεοφιλελευθερισμό»; Ο διεθνής καπιταλισμός μάς αποφεύγει συστηματικά, όπως δείχνουν τα γλίσχρα ποσοστά άμεσων ξένων επενδύσεων. Εχουμε τον έκτο υψηλότερο φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων στην Ε.Ε. και μέσο φορολογικό βάρος στην εργασία 41% έναντι 36% της Ε.Ε. Οι εταιρείες ξοδεύουν πάνω από τον διπλάσιο χρόνο για φορολογική συμμόρφωση σε σχέση με την Ε.Ε. Είμαστε μήπως η χώρα των ανεξέλεγκτων χρηματοπιστωτικών αγορών, όπου τα σπίτια των ανθρώπων εκπλειστηριάζονται κατά χιλιάδες; Καλά καλά δεν έχουμε τράπεζες, και χιλιάδες στρατηγικοί κακοπληρωτές βρήκαν χρόνια θαλπωρή στις προστατευτικές διατάξεις των οποίων η τροποποίηση ακόμα καρκινοβατεί.

Το μεγαλύτερο πρόβλημά μας δεν είναι οι ασύδοτες αγορές αλλά οι κλειστές αγορές και η ασφυκτική γραφειοκρατία. Παραμένουμε η χώρα χωρίς κεφαλαιοποιητικό και ανταποδοτικό πυλώνα συνταξιοδοτικού, όπου μια τεράστια χοάνη καταπίνει υπέρμετρες εισφορές παραγωγικών ανθρώπων με την προοπτική απόδοσης συντάξεων πείνας. Γιατί ένα σύστημα κρατικά προστατευόμενων πελατειακών ομάδων, που συνταξιοδοτούνταν στα 55 με παχυλά εφάπαξ και συντάξεις μεγαλύτερες του τελευταίου μισθού, χρεοκόπησε το ασφαλιστικό και τη χώρα.

Πράγματι, οι ανισότητες στην Ελλάδα είναι υψηλές και η κρίση αύξησε δραματικά τη φτώχεια. Ομως η επιδείνωση συνδέεται με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, που έπληξε κατ' εξοχήν νοικοκυριά με ένα εργαζόμενο μέλος. Γιατί η Ελλάδα προ κρίσης, λόγω στρεβλώσεων στις αγορές εργασίας (σίγουρα όχι λόγω υπερβολικού νεοφιλελευθερισμού), είχε και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας νέων και γυναικών, παρά την ταχεία ανάπτυξη. Η εργασιακή ευελιξία σήμερα βοηθάει την ταχεία μείωση της ανεργίας. Οι νέες δουλειές δεν είναι καλές – αλλά γι' αυτό χρειάζονται καλύτερης ποιότητας επενδύσεις. Και το «νεοφιλελεύθερο» ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα παρέχει ένα δίχτυ ασφαλείας.

Δεν είμαστε οικονομία ανεξέλεγκτης συσσώρευσης πλούτου προς επίλυση του ζητήματος αναδιανομής. Είμαστε μια οικονομία που κατέρρευσε από την πελατειακή αναδιανομή και αγωνιά να επιστρέψει σε διατηρήσιμη εξωστρεφή ανάπτυξη. Ηταν λάθος η ταχεία πιστωτική επέκταση στην πρώτη δεκαετία του ευρώ – όμως η χώρα χρεοκόπησε από τη διόγκωση του δημόσιου χρέους, όχι του ιδιωτικού. Πλέον η εξυπηρέτηση αυτού του δημόσιου χρέους στραγγαλίζει την οικονομία. Η μόνη βιώσιμη στρατηγική ελάφρυνσης των υπέρογκων πρωτογενών πλεονασμάτων περνάει από την πραγματοποίηση εμβληματικών αποκρατικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων φιλελεύθερου προσανατολισμού, και όχι το αντίθετο.

Η Ελλάδα ήταν πάντα κοντύτερα σε μια κρατικιστικού τύπου «μεσογειακή» οικονομία παρά σε αγγλοσαξονικού τύπου «νεοφιλελευθερισμό». Χρειαζόμαστε περισσότερη αγορά, απελευθέρωση των επιχειρηματικών δυνάμεων, των animal spirits, χωρίς να θυσιάσουμε την κοινωνική αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή. Είναι μια λεπτή ισορροπία, που υπηρετείται με ευφυείς και ικανούς δημόσιους θεσμούς, όχι με ιδεολογικές σκιαμαχίες.

H πρόκληση των καιρών, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, είναι μια οικονομική ανάπτυξη που ενσωματώνει το σύνολο της κοινωνίας (Inclusive Growth). Αυτό συμβαίνει να είναι και το κεντρικό θέμα του φετινού 4ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, από όπου γράφεται αυτό το άρθρο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/3/2019. 

Σελίδα 1 από 6