Σάββατο, 23 Μάρτιος 2019

Μετά τις Πρέσπες, ας δούμε τις ευκαιρίες

Η αντιπαράθεση γύρω από τη συμφωνία των Πρεσπών υπήρξε πολιτικά τραυματική και κοινωνικά διχαστική. Μετά την κύρωση της συμφωνίας, η χώρα έχει ανάγκη να γυρίσει σελίδα και να καταστήσει τη νέα πραγματικότητα εθνικά επωφελή.
Μια αναπόφευκτη συνέπεια της κύρωσης είναι ότι αλλάζει το σημείο εστίασης. Πολλές περίπλοκες νομικές πτυχές απομένουν βέβαια να διευθετηθούν, με τον διάβολο να κρύβεται στις λεπτομέρειες. Όμως, η επέλευση των κύριων έννομων συνεπειών της συμφωνίας δεν μπορεί πλέον να αποτραπεί. Άρα αυτό που μένει ως σημείο εθνικής σύγκλισης είναι να αξιοποιήσουμε τις όποιες θετικές δυνατότητες, ελαχιστοποιώντας τους κινδύνους.
Η μεγάλη εικόνα και η συνολική δυναμική μπορεί να υπερισχύσει των επιμέρους επώδυνων για μας παραχωρήσεων, όπως η αναγνώριση «μακεδονικής» ιθαγένειας και γλώσσας. Αλλά όχι από μόνη της, και όχι εάν δεν εργαστούμε γι' αυτό.
Τα θετικά της συμφωνίας προσφέρονται. Ο κόσμος θα σταματήσει να αναφέρεται επισήμως στη χώρα αυτή ως «Μακεδονία», η διμερής διένεξη μπορεί να λήξει, η γειτονική χώρα να αποκτήσει ευρωπαϊκή πορεία, που εγγυάται μεγαλύτερη σταθερότητα. Η «Βόρεια Μακεδονία» θα είναι μια μικρή χώρα εξαρτημένη από την Ελλάδα και στραμμένη προς τη Θεσσαλονίκη.
Όμως η όποια θετική δυναμική είναι ενδογενής και όχι δεδομένη. Τα αποτελέσματά της θα καθοριστούν κυρίως από τις πράξεις ή παραλείψεις του ισχυρότερου μέρους, που είμαστε εμείς. Έχουμε απέναντί μας μια χώρα της οποίας δεν είμαστε ο φτωχός συγγενής αλλά ο πλούσιος γείτονας.
Θα τους αντιμετωπίσουμε με γενναιοδωρία, θα τους αγκαλιάσουμε με την αυτοπεποίθηση που γεννά η υπεροχή; Ή θα κρατήσουμε μια φοβική και μίζερη στάση αδικημένου κακομοίρη που περιμένει την κατάλληλη στιγμή να πάρει το αίμα του πίσω; Θα λύσουμε λογαριασμούς του εικοστού αιώνα, ή θα αντλήσουμε τις ωφέλειες του εικοστού πρώτου;
Περιττεύει να πούμε ποια στάση ωφελεί περισσότερο τα εθνικά μας συμφέροντα. Και αυτό ισχύει εξίσου για όσους υποστήριξαν τη συμφωνία όσο και για κείνους που την απέρριψαν ως εθνικά ζημιογόνα.
Χρήσιμο είναι επίσης να ανακτήσουμε μια αίσθηση ιστορικού μέτρου. Αν ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1930 μπορούσε να υπογράψει σύμφωνο φιλίας με τον Κεμάλ Ατατούρκ, αν η Γαλλία του '50 μπορούσε να δημιουργήσει ευρωπαϊκή κοινότητα μαζί με τη Γερμανία, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς του Πολέμου νωπούς ακόμα στο έδαφός της, τότε σίγουρα μπορεί και η Ελλάδα, από θέση ισχύος, να εγκαινιάσει μια περίοδο στενής συνεργασίας με τον βόρειο γείτονά της.

Η ένταξη της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ απομακρύνει (χωρίς να εξαλείφει) την αποσταθεροποιητική ρωσική επιρροή. Η Τουρκία θα εξακολουθήσει να επιδιώκει την εμπέδωση των ερεισμάτων της, όμως εμείς κρατάμε τα κλειδιά της ευρωπαϊκής τους προοπτικής. Πολύ σωστά υπενθύμισε ο Κ. Μητσοτάκης ότι η ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία του βόρειου γείτονα θα εξαρτάται από τη δική μας έγκριση.
Δεν είναι πρωτόγνωρο στην Ευρώπη οι ευεργετικές συνέπειες μιας διακρατικής σύμβασης να εξαρτώνται πλήρως από το πώς τα μέρη θα αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες που δημιουργεί. Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, που πυροδότησε την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, θα είχε ελάχιστη σημασία εάν οι επιχειρήσεις δεν είχαν ανοίξει τον δρόμο της ενοποίησης με διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές, εάν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές δεν είχαν σπεύσει να ωφεληθούν, εάν οι Ευρωπαίοι πολίτες, φοιτητές και εργαζόμενοι δεν είχαν κινηθεί να αξιοποιήσουν τις ελευθερίες μετακίνησης και εγκατάστασης.
Έτσι κι εδώ. Αγαπά ή μισεί κανείς τη συμφωνία των Πρεσπών, θα μπορέσει να λειτουργήσει επωφελώς για την Ελλάδα εάν δουλέψουμε για να επεκτείνουμε την επιρροή μας στη χώρα αυτή. Εάν καλλιεργήσουμε τη μελέτη της ελληνικής γλώσσας, της αρχαίας Μακεδονίας, του ελληνικού πολιτισμού στη γειτονική χώρα, προσελκύσουμε σπουδαστές τους στα ελληνικά πανεπιστήμια. Εάν εμπεδώσουμε εμπορικές συνεργασίες, που καθιστούν μονόδρομο τη θετική αλληλεξάρτηση και σύγκλιση συμφερόντων. Εάν προσεταιριστούμε αυτή τη χώρα ως σταθερό φίλο και σύμμαχο στο ΝΑΤΟ και (μελλοντικά) στην Ε.Ε. Εάν ξεπεράσουμε πικρίες του παρελθόντος χάριν των ευκαιριών του μέλλοντος. Και αυτά δεν είναι αφελείς Καντιανές φαντασιώσεις «αιώνιας ειρήνης», αλλά τα ιστορικά διδάγματα έξι δεκαετιών ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Και βέβαια τα Σκόπια δείχνουν αποφασιστικότητα στην προσέλκυση επενδύσεων και στη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις επιχειρήσεις. Ο φορολογικός τους συντελεστής, όπως και στη Βουλγαρία, είναι 10%, ενώ στην Ελλάδα 29%. Η ελληνική κυβέρνηση απαντά στην πρόκληση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης με προεκλογικές αυξήσεις του ελάχιστου μισθού πέρα από τις αντοχές της οικονομίας – ενώ θα μπορούσε να συνδυάσει χαμηλότερη αύξηση με μείωση ασφαλιστικών εισφορών.
Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι μια αριστερή κυβέρνηση (με τρόπο ενίοτε αδίστακτο και κυνικό) πέρασε αυτή τη συμφωνία. Αλλά μια κυβέρνηση οικονομικά φιλελεύθερη θα είναι πολύ πιο κατάλληλη για να αξιοποιήσει και να διευρύνει τις εθνικές ευκαιρίες που δημιουργεί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/2/2019. 

Μαζευτείτε

Την περασμένη βδομάδα το Κοινοβούλιο, η χώρα, έζησαν στιγμές αθλιότητας. Για την ακρίβεια, ξανάζησαν την περίοδο των πρώτων δύο μνημονίων. Μόνο με τους ρόλους αντεστραμμένους.

Η μία όψη της παρακμής ήταν στο Κοινοβούλιο των παλαιοκομματικών μεταγραφών. Βουλευτές της εθνικολαϊκιστικής Δεξιάς, που έχτισαν καριέρες στην πατριδοκαπηλία και στα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία, αίφνης ανακάλυψαν τη γοητεία των Πρεσπών και της Αριστεράς, ως μετωνυμία για τη γοητεία της εξουσίας. Πηδώντας σαν μελισσούλες από κόμμα σε κόμμα.

Η δεύτερη όψη ήταν ορισμένα ΜΜΕ. Με υστερικούς συλλήβδην χαρακτηρισμούς για «αλήτες», «πουλημένους» και «προδότες», ακόμα και τάχα ευπρεπή ΜΜΕ του σύγχρονου αυριανισμού παραβίασαν τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την οξεία κριτική από τη χυδαία ανθρωποφαγία.

Στο κλίμα της εξαλλοσύνης προσαρμόστηκε ενθουσιωδώς το πεζοδρόμιο. Φωτογραφίες βουλευτών κρεμάστηκαν στις κολόνες της ΔΕΗ με τη λεζάντα «προδότες». Αλλοι προπηλακίζονται τακτικά από θυμωμένους πολίτες στις πλατείες και στις ρούγες της βόρειας Ελλάδας.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που σήμερα υφίστανται τις επιπτώσεις της πολιτικής εχθροπάθειας, ήταν προφανώς οι πρώτοι διδάξαντες. Το 2010-11 ανακοίνωναν τις μετακινήσεις βουλευτών του ΠΑΣΟΚ σε περιφερόμενους τραμπούκους «για να τους την πέσουν». Κρεμούσαν στα μανταλάκια πολιτικούς των μνημονίων, τους φώναζαν «ναζί» και «Τσολάκογλου».

Δικαιολογούσαν τις επιθέσεις ως «δίκαιη οργή του λαού» ή σχετικοποιούσαν την πολιτική βία με το εξίσου άθλιο «και το μνημόνιο βία είναι». Με το δημοψήφισμα του 2015 έφεραν την κοινωνία σε προεμφυλιακή ρήξη προκειμένου να δραπετεύσουν από τα βαθιά κομματικά και προγραμματικά τους αδιέξοδα.

Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διέπρεψαν στον πολιτικό κυνισμό και αμοραλισμό. Η θητεία τους εξακολουθεί επιμόνως να διακινεί ένα θηριώδες ψέμα. Οτι τάχα η χώρα καταστράφηκε από τις πολιτικές των δύο μνημονίων και σώθηκε από τον Τσίπρα. Οι Ροβεσπιέροι της αριστερής ηθικής κυβέρνησαν αρμονικά, αδελφικά, επί τέσσερα χρόνια με τους ψεκασμένους της Ακροδεξιάς. Το ύφος του πολιτικού κουτσαβακισμού το ανέχθηκαν, το αγκάλιασαν και το αξιοποίησαν εναντίον των πολιτικών τους αντιπάλων. Τώρα (ω της ειρωνείας) το εισπράττουν στον σβέρκο τους.

Επομένως, «τα 'θελαν και τα 'παθαν», θα μπορούσε κάποιος να πει, και χαμογελώντας να προσπεράσει. Ελκυστική η λογική των συμψηφισμών. Αλλά και επικίνδυνη. Το τζίνι του πολιτικού φανατισμού δεν μαζεύεται εύκολα, όπως οι ίδιοι οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ανακάλυψαν. Η ιστορία των εθνικών διχασμών και των εμφύλιων συγκρούσεων δείχνει ότι ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία είναι ένα τοξικό εκκρεμές, όπου οι ρόλοι εναλλάσσονται. Το σημερινό θύμα είναι ο χθεσινός θύτης, πιθανόν κι ο αυριανός. Οταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε λασπομαχία δεν κερδίζουν τα πειστικότερα επιχειρήματα αλλά τα δυνατότερα κροσέ. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν η ακραία πόλωση εξυπηρετεί την αντιπολίτευση ή, αντιθέτως, θα καταλήξει να συσπειρώσει τη βάση του ΣΥΡΙΖΑ και να ενισχύσει τα άκρα. Οι άνεμοι της εχθροπάθειας επιστρέφουν ως θύελλες.

Στο κλίμα του πολωμένου φανατισμού υπάρχουν και ορισμένες φωτεινές εξαιρέσεις πολιτικού θάρρους και ευθυκρισίας. Οι βουλευτές του Ποταμιού που καταψήφισαν την κυβέρνηση και θα ψηφίσουν τις Πρέσπες συνιστούν ένα τέτοιο παράδειγμα. Ακόμη κι αν διαφωνήσει κανείς με την επιλογή τους, η στάση τους είναι πεντακάθαρη και τολμάει να πηγαίνει κόντρα στο ρεύμα. Θα είναι ένας τιμητικός επίλογος, πριν από τη διάλυση.

Είναι ξεκάθαροι οι λόγοι για τους οποίους η κυβέρνηση Τσίπρα πρέπει να ηττηθεί πολιτικά. Για το μέγεθος της εξαπάτησης, για την έκταση της ζημιάς. Διότι η παραμονή τους στην εξουσία παρατείνει την παραλυτική εκκρεμότητα και αδράνεια στην οικονομία, επισωρεύοντας νέους κινδύνους. Αλλά η ήττα τους δεν πρέπει να συντελεστεί στα ερείπια ενός νέου διχασμού, με το πλήθος να κραυγάζει εν χορώ: «Προδότες».

Στην Πολωνία, ένας μετριοπαθής δήμαρχος έπεσε θύμα του πολιτικού μίσους. Η Βρετανία ζει τον δικό της εθνικό διχασμό, πληρώνοντας το βαρύ τίμημα του εθνικισμού και του φανατισμού. Βουλευτές υποστηρικτές του Remain απειλούνται και προπηλακίζονται σε κάθε ευκαιρία. Στη Γαλλία, κάθε Σάββατο εκατοντάδες αγανακτισμένοι με κίτρινα γιλέκα σπάνε, δέρνουν και καταστρέφουν. Στη Θεσσαλονίκη, πέρυσι, είδαμε όλοι στις οθόνες τον ξυλοδαρμό του δημάρχου Μπουτάρη από έναν φασίζοντα μαινόμενο όχλο. Η δυστοπική βία δεν είναι τόσο μακριά μας.

Οι αντίπαλοι των Πρεσπών, η πλειοψηφία, πρέπει να κάνουν ένα βήμα πίσω. Να δεχθούν ότι υπάρχουν Έλληνες που υπερασπίζονται τη συμφωνία χωρίς να είναι ούτε προδότες, ούτε εθνομηδενιστές, ούτε εξωνημένοι, με την ίδια λαχτάρα να δουν την πατρίδα τους να προκόβει, αλλά με μια διαφορετική στάθμιση του τι συνιστά εθνικό συμφέρον. Εάν δεν μπορούν να συνδιαλλαγούν μαζί τους, τουλάχιστον ας τους σεβαστούν ως αντιπάλους.

Το ύφος στην πολιτική είναι ήθος και μήνυμα. Οι λέξεις χτυπάνε, πονάνε, δέρνουν, διαιρούν, φανατίζουν. Ας κάνουμε όλοι ένα βήμα πίσω, πριν η κατάσταση ξεφύγει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 20/1/2019. 

Δύο δημοφιλείς πλάνες για τους ηγέτες και τις ελίτ

Δ​​ύο δημοφιλείς πλάνες ανθούν στην Ευρώπη του παρδαλού λαϊκισμού και των μειωμένων προσδοκιών.

Η μία διατείνεται ότι το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρόβλημα ηγεσιών. Απουσιάζουν, λέει, προσωπικότητες μεγέθους ενός Κολ, Μιτεράν, Ντελόρ. Η ιστορική απόσταση τείνει να «ψηλώνει» και να εξιδανικεύει τους ηγέτες του παρελθόντος. Στην εποχή τους, οι επικριτές στηλίτευαν τον επαρχιωτισμό του Κολ, τον οικονομικό αναλφαβητισμό του Μιτεράν, την ατολμία του Ντελόρ.

Η πλάνη παραβλέπει τις ουσιώδεις αιτίες. Η βαθύτερα ενοποιημένη Ευρώπη των «28» είναι και βαθύτερα διαιρεμένη. Τις «σιωπηρές συναινέσεις» του παρελθόντος έχουν διαδεχθεί οι «θορυβώδεις διαφωνίες» της νεότερης περιόδου. Η διακυβέρνηση σήμερα είναι διαρκής διαχείριση κρίσεων με ευρείς, οδυνηρούς συμβιβασμούς. Ο Κολ δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από τη Μέρκελ. Η μετάθεση της ευθύνης στα πρόσωπα εμποδίζει τη συζήτηση να εστιαστεί εκεί που πρέπει: στη διάσταση εθνικών συμφερόντων, στις διευρυνόμενες ανισότητες και αποκλίσεις. Που απαιτούν πολιτικές ενσωμάτωσης, γενναίων συναινέσεων, μεγάλων συμβιβασμών και υπερεθνικών λύσεων.

Η δεύτερη πλάνη είναι ακόμα πιο διαδεδομένη. Οπως έγραφε ο Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή, «δυστυχώς, το αφήγημα των αποκομμένων και αλαζονικών ελίτ κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη, συχνά μάλιστα μέσα στις ίδιες τις ελίτ, κυρίως λόγω πνευματικής οκνηρίας που οδηγεί στην υιοθεσία των κάθε είδους κλισέ».

Το κλισέ των αποκομμένων ελίτ εκτός από λαϊκίστικο είναι και ανιστόρητο. Ποτέ στο παρελθόν οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες δεν παρακολουθούσαν τόσο στενά τις αντιλήψεις και διαθέσεις της κοινής γνώμης. Ποτέ οι ελίτ στη φιλελεύθερη Δύση δεν βρίσκονταν τόσο ανοιχτά εκτεθειμένες στην αμφισβήτηση και την αποδομητική κριτική, όχι απλώς από μια δράκα επικριτικών ΜΜΕ αλλά από εκατομμύρια «ελεύθερους σκοπευτές» του Διαδικτύου και των social media.

Ποτέ στο παρελθόν οι ηγεσίες δεν υποχρεώνονταν σε επιδείξεις ταπεινοφροσύνης όπως σήμερα – κι αυτό είναι σπουδαίο. Ο πρόεδρος Μακρόν έσπευσε να υπαναχωρήσει αναφωνώντας mea culpa για την εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων» – δεν θυμάται κανείς τον Ντε Γκωλ, τον Ζισκάρ ή τον Μιτεράν να αυτομαστιγώνονται με τέτοια προθυμία.

Απομόνωση των ελίτ; Παραδοσιακά οι ηγέτες διαμόρφωναν υψηλή πολιτική σε κλειστό κύκλο. Ο Λίντον Τζόνσον έστειλε εκατομμύρια νεαρούς Αμερικανούς σε έναν μισητό πόλεμο στις ζούγκλες του Βιετνάμ – εκατοντάδες χιλιάδες επέστρεψαν νεκροί και σακατεμένοι. Σήμερα ο Τραμπ ασκεί εξωτερική πολιτική ασφάλειας εκτοξεύοντας tweets, μαζεύοντας likes και δυναμιτίζοντας συμμαχίες δεκαετιών, ενάντια στη γνώμη όλων των ειδικών, με οδηγό το πολιτικό του ένστικτο και την ανάγκη διατήρησης της εκλογικής του βάσης. Η raison d' état, πολιτική εθνικού συμφέροντος, έχει δώσει τη θέση της στη vox populi, όπως καταδεικνύει το αργό ναυάγιο του δημοψηφισματικού Brexit. Aκόμη και σε σοβαρές κυβερνήσεις, όπου ο υπουργός Αμυνας δεν ντύνεται καταδρομέας προς άγραν «πατριωτικών» ψήφων.

Δεν υπάρχουν σήμερα πολιτικοί που να μη συμβουλεύονται δημοσκόπους και focus groups για κάθε σημαντική κίνηση. Η περίφημη «παράσταση νίκης» ενεργοποιεί αυτοεκπληρούμενες προφητείες, όπου ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος ακολουθεί το ρεύμα. Το δημοσκοπικό ρεύμα δεν οδηγεί πάντα σε εθνικά επωφελείς λύσεις, αλλά οι πολιτικοί σήμερα έχουν λιγότερη δύναμη να του αντισταθούν.

Κάποιες φορές πρέπει οι ελίτ να είναι αποκομμένες. Η καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν θα γινόταν αίτημα του «λαού» εάν οι πολίτες έπρεπε να εγκαταλείψουν βολικές συνήθειες και να πληρώνουν όταν ρυπαίνουν. Κάποιες ελίτ επιστημόνων χτύπησαν το καμπανάκι, κάποιες ελίτ δημοσιογράφων το ανέβασαν, κάποιες ελίτ πολιτικών συνεργάστηκαν, διαπραγματεύθηκαν, κάποιες προοδευτικές ελίτ οικολογικών κινημάτων τούς στήριξαν, για να φτάσουν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα. Αντίθετα, τα «Κίτρινα Γιλέκα» εξεγέρθηκαν ενάντια στον φόρο στη βενζίνη, υπό τα χειροκροτήματα των Τραμπ, Πούτιν και Λεπέν. Και οι οδηγοί των SUV στις ΗΠΑ καταδημαγωγούνται ευχαρίστως από τον Τραμπ και τις πετρελαϊκές για να αρνούνται τα αδιάσειστα ευρήματα της επιστήμης.

Αλλες φιλελεύθερες ελίτ προστάτεψαν πρόσφυγες από την τυφλή οργή των «απειλούμενων πλειοψηφιών» (που γράφει ο Ιβάν Κράστεφ). Εφτιαξαν συντάγματα προστασίας των δικαιωμάτων από την τυραννία της πλειοψηφίας και την αυθαιρεσία της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Οι μειοψηφίες, οι αδύναμοι, ο πλανήτης οφείλουν πολλά σε κάποιες προοδευτικές ελίτ και στους φιλελεύθερους θεσμούς, που δεν περίμεναν λαϊκή στήριξη για να δράσουν.

Ασφαλώς και υπάρχουν ελίτ αλαζονικές, υπεροπτικές, αποκομμένες από την πλειοψηφία. Αλλά η οικοδόμηση πολιτικής σε αυτό το ιδεολόγημα παράγει πολιτικές τυφλής οργής, όπου κάνουν πάρτι οι ακραίοι και δημαγωγοί. Μειώνει την πολιτική σε μια πρωτόγονη, αυταρχικών τάσεων σύγκρουση μέχρις εσχάτων, «να φύγουν αυτοί να έρθουμε εμείς».

Το θέμα δεν είναι οι ελίτ. Το θέμα είναι να είναι αξιοκρατικές, να έχουν κοινωνική συνείδηση, να υπηρετούν πολιτικές δημόσιου συμφέροντος και να ελέγχονται δημοκρατικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/12/2018. 

Μάχες οπισθοφυλακής, και οι τρεις προκλήσεις του μέλλοντος

Βυθισμένη στην αυτοαναφορικότητα της κομματικής αντιπαράθεσης, η χώρα βλέπει τα τρένα να περνούν. Στη δημόσια συζήτηση λύνουμε λογαριασμούς του Ψυχρού Πολέμου (Εμφύλιος, κομμουνισμός, Πινοσέτ), όταν δεν ανασύρουμε το έπος του Μακεδονικού. Ο ορίζοντας φτάνει, βία, μέχρι τις επόμενες εκλογές. Οποτε το μέλλον εισέρχεται στη συζήτηση είναι εσχατολογικά ή προσχηματικά. Σπάνια απαντάται το ερώτημα: πώς προετοιμαζόμαστε;
Πάρτε την κλιματική αλλαγή. Μέχρι τα μέσα του 21ου αιώνα οι ημέρες με καύσωνα θα αυξηθούν κατά 10-15 ετησίως, και τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα είναι συχνότερα. Το κόστος ενέργειας θα αυξηθεί σημαντικά, οι δασικές πυρκαγιές θα γίνουν συχνότερες, παράκτιες περιοχές θα καλυφθούν από θάλασσα, όπως δείχνει πρόσφατη μελέτη της διαΝΕΟσις. Πώς προετοιμάζονται οι φορείς του κράτους; Πώς δρομολογούν την απεξάρτηση από τη χρήση ορυκτών καυσίμων στις επόμενες δεκαετίες; Πώς επεξεργάζονται σχέδια αντιμετώπισης επιπτώσεων σε κλάδους όπως η αγροτική παραγωγή και ο τουρισμός; Πώς θα διευκολύνουν την προσαρμογή της κτιριακής υποδομής; Πώς θα προσελκύσουν μελλοντικές επενδύσεις σε τομείς, όπως η επέκταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ανάπτυξη ψυχρών δομικών υλικών, η αναβάθμιση λιμανιών;
Δείτε μετά την πρόκληση της δημογραφικής γήρανσης. Εως το 2050 η μείωση του πληθυσμού υπολογίζεται να κυμανθεί μεταξύ 800.000 και 2,5 εκατομμυρίων ανθρώπων, με αντίστοιχη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού. Η τάση είναι τρομακτική για τη δυνατότητα της οικονομίας να διαφυλάξει ένα ελάχιστο ευημερίας, για την επιβίωση του κράτους πρόνοιας, για την εθνική ακεραιότητα. Θα αναμέναμε έναν εθνικό διάλογο πέραν των επικλήσεων στα αναπαραγωγικά ένστικτα του ελληνισμού.
Εκτός από το ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων στο δημογραφικό υπάρχει και το ισοζύγιο της μετανάστευσης. Ποιες πολιτικές θα ανακόψουν τη φυγή παραγωγικού δυναμικού ή θα διευκολύνουν τον επαναπατρισμό του; Και επειδή αυτές δεν θα έχουν θεαματικά αποτελέσματα, πρέπει η συζήτηση να στραφεί σε μια συστηματική, οργανωμένη σε πολλαπλά επίπεδα και σε βάθος χρόνου πολιτική μαζικής προσέλκυσης και ενσωμάτωσης ξένων μεταναστών που θα αποτελέσουν, αυτοί και τα παιδιά τους, Ελληνες πρώτης γενιάς. Η Αμερική το κάνει αιώνες τώρα – ο δυναμισμός της εθνικής ταυτότητας της επιτρέπει να είναι το απόλυτο χωνευτήρι. Η Γερμανία της Μέρκελ επιδίωξε το ίδιο με την ενσωμάτωση προσφύγων από τη Συρία – οι κοινωνικές της δομές τής επιτρέπουν να βάζει τον πήχυ της δυσκολίας ψηλά. Η Ελλάδα θα μπορούσε να προσελκύσει πληθυσμούς όμορους πολιτισμικά, γεωγραφικά, θρησκευτικά, που η ενσωμάτωσή τους θα είναι ευχερέστερη σε μια χώρα ανεπαρκών κοινωνικών θεσμών.
Τρίτη κορυφαία πρόκληση, η μακροπρόθεσμη αύξηση της παραγωγικότητας. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας από το ’90 μέχρι την κρίση ήταν πολύ ικανοποιητικός. Ομως μετά την κρίση η οικονομία πέρασε σε ραγδαία αποεπένδυση και μείωση της απασχόλησης, που επηρεάζουν αρνητικά την παραγωγική δυνατότητα. Δεν είναι μόνο η αύξηση της απασχόλησης και η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων που πρέπει να προταχθούν. Είναι και οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν τη συνολική παραγωγικότητα, όπως οι δεκάδες δείκτες του World Economic Forum και της World Bank. Είναι η βελτίωση της ποιότητας του ανθρώπινου δυναμικού. Οι απόφοιτοί μας είναι φορτωμένοι τυπικές γνώσεις και πτυχία, αλλά έχουν χαμηλές δεξιότητες (επικοινωνία, γλωσσομάθεια, προσαρμοστικότητα). Οι δεξιότητες του μέλλοντος απαιτούν αναπροσανατολισμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων και επέκταση της διά βίου εκπαίδευσης. Πρέπει να ξεπεράσουμε την κατάργηση των Λατινικών και να συζητάμε για γλώσσες υπολογιστών.
Η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην Ε.Ε. στην ψηφιοποίηση: συνδεσιμότητα, ανθρώπινο κεφάλαιο, χρήση Διαδικτύου, ενσωμάτωση ψηφιακής τεχνολογίας και ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Υστερούμε και στα πέντε, και η όποια πρόοδος είναι πολύ αργή, διευρύνοντας την ψηφιακή μας απόκλιση. Η ψηφιακή οικονομία επηρεάζει την αυριανή παραγωγή και απασχόληση. Ο συνδυασμός ψηφιοποίησης, μηχανημάτων που λειτουργούν με αλγόριθμους και τεχνητής νοημοσύνης σημαίνει ότι δυνητικά όλα τα είδη εργασίας μπορούν να αυτοματοποιηθούν. Διαδίκτυο των πραγμάτων, τρισδιάστατη εκτύπωση και εικονική πραγματικότητα αλλάζουν τη φύση επαγγελμάτων από την ιατρική μέχρι την αρχιτεκτονική. Ο συντονισμός ανάμεσα σε πλατφόρμες (από Amazon μέχρι Beat), η χρήση ψηφιακών δικτύων για τον συντονισμό οικονομικών συναλλαγών με αλγοριθμικό τρόπο αλλάζει τα δεδομένα.
Χωρίς τα αναγκαία άλματα, η Ελλάδα, η οποία 60 χρόνια πριν ήταν μια «αναπτυσσόμενη» οικονομία, 60 χρόνια αργότερα μπορεί να έχει καταλήξει μια νεόπτωχη χώρα. Οι καθοδικές πορείες δεν είναι ασυνήθεις. Η Αργεντινή που δεκαετίες τώρα παραδέρνει από τη μία κρίση στην άλλη με μια φτωχοποιημένη μεσαία τάξη, στις αρχές του 20ού είχε εισόδημα υψηλότερο από της Γαλλίας και της Γερμανίας. Αντίστροφα, ο μισθός στην Εσθονία, πρωτοπόρο του e-government, είναι σήμερα 1.320 ευρώ, έναντι 7,5 το 1991. Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα εθνών που κέρδισαν το στοίχημα με το μέλλον και άλλων που έμειναν πίσω να σκιαμαχούν με το παρελθόν.
 
*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 30/9/2018.

Οι εχθροί της Ευρώπης δεν κατοικούν εδώ

K​​ορυφαία στιγμή της εβδομάδας που πέρασε ήταν η ισχυρή πλειοψηφία 448 μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ενεργοποίηση του άρθρου 7 εναντίον της αυταρχικής και διεφθαρμένης κυβέρνησης Ορμπαν. Μια ισχυρή συμμαχία Αριστεράς, Οικολόγων, Σοσιαλιστών, Φιλελευθέρων, και πολλών Κεντροδεξιών (μεταξύ των οποίων η ηγεσία του ΕΛΚ και η Ν.Δ.) είπαν «ώς εδώ» στις φαλκιδεύσεις δικαστικής ανεξαρτησίας, στις παραβιάσεις ελευθερίας του Τύπου και ακαδημαϊκής ελευθερίας, στην καταπίεση μειονοτήτων και μεταναστών και σε άλλες πρακτικές του καθεστώτος Ορμπαν.

Ο Ορμπαν δεν είναι Ασιάτης τύραννος σε παράκρουση όπως ο Ερντογάν. Δεν κλείνει διά της βίας τα ΜΜΕ της αντιπολίτευσης, βάζει τον συνέταιρό του να τα αγοράσει. Δεν φυλακίζει ακαδημαϊκούς και πρυτάνεις πανεπιστημίων, εκδίδει νομοθεσία που απαγορεύει τη λειτουργία τους.

Είναι υπόγειος και παίζει στα δάχτυλα το εγχειρίδιο του σύγχρονου αυταρχισμού. Βέβαια η παραπομπή της Ουγγαρίας δεν θα ευδοκιμήσει (ομοφωνία δεν υπάρχει) και βέβαια ο κατάλογος της ντροπής δεν τελειώνει με την Ουγγαρία και την Πολωνία – στη Σλοβακία και στη Μάλτα δολοφονήθηκαν δημοσιογράφοι που διερευνούσαν κυβερνητική διαφθορά. Ομως η Ε.Ε. επιβεβαίωσε τις δημοκρατικές της αξίες. Ακόμα και το ΕΛΚ, η ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά, της οποίας ο Ορμπαν είναι μέλος, ψήφισε εναντίον του, και η Ν.Δ. (που υπό τον Κ. Μητσοτάκη έχει συχνά αντιπαρατεθεί με τον Ορμπαν) βρήκε μία ακόμα ευκαιρία υπενθύμισης του φιλελεύθερου ευρωπαϊσμού της. Θλιβερή εξαίρεση οι Γάλλοι Ρεπουμπλικανοί, που υπό τη νέα δεξιά ηγεσία τους αποδεικνύουν πόσο αναγκαίος είναι ο Μακρόν για τη χώρα του και την Ευρώπη.

Η σημασία των παραπάνω συνοψίστηκε στο άλλο βαρύνον γεγονός της βδομάδας, την ομιλία του προέδρου Γιούνκερ για την «κατάσταση της Ενωσης». Η ομιλία Γιούνκερ ήταν ένας ύμνος στην ανάγκη της ευρωπαϊκής ενότητας, απαραίτητη λόγω των εσωτερικών της διαιρέσεων. Οση ενότητα μπορεί να σφυρηλατήσει σήμερα η Ε.Ε., είναι κυρίως χάρη στους διακηρυγμένους εχθρούς της. Τον επιθετικό εθνικισμό «που απορρίπτει και απεχθάνεται τους άλλους, που αναζητεί ενόχους αντί να αναζητεί λύσεις οι οποίες θα μας επιτρέψουν να συμβιώσουμε καλύτερα». Τα κόμματα της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς (που προστατεύει και η Ρωσία του Πούτιν και ο Μπάνον του Τραμπ) και το οπλοστάσιο των fake news.

Ο πρόεδρος Γιούνκερ αναφέρθηκε στις προκλήσεις αυτές, σημειώνοντας ακόμα πόσο σημαντική θα ήταν η απεξάρτηση των διεθνών συναλλαγών (ακόμα και μεταξύ ευρωπαϊκών οικονομιών!) από το δολάριο. Η Κομισιόν, άλλωστε, ηρωικά κωπηλατεί για την εμβάθυνση του ευρώ – όμως τα μέλη έχουν διαφορετικές προτιμήσεις. Ο Γιούνκερ είναι σημαντικός πρόεδρος, όχι γιατί κατόρθωσε τα μεγάλα (όπως ένας Χόλσταϊν ή ένας Ντελόρ), αλλά διότι στη χειρότερη περιδίνηση της Ευρώπης, όταν «η Ιστορία εισέβαλε στη ζωή της», απέτρεψε τα χειρότερα. Ο λόγος του εκπέμπει πάθος – με την αυξημένη πειθώ που προσδίδουν οι ανθρώπινες ατέλειές του. Η εικόνα του Γιούνκερ, όπως βαδίζει με μικρά, αγκυλωμένα, ασταθή βήματα, συνοψίζει τη σημερινή Ευρώπη: ένα κουρασμένο γεροντικό σώμα, που όμως οι ιδέες του εξακολουθούν να ακτινοβολούν ορθολογική ευφυΐα, ιστορική ενσυναίσθηση και αξιακή υπεροχή.

Θα πρότεινα κοιτώντας την Ευρώπη να αισιοδοξούμε για την κατάσταση της Ελλάδας. Ναι μεν τα οικονομικά δεδομένα εμπνέουν μεσοπρόθεσμη κατάθλιψη και μακροπρόθεσμο τρόμο – συνδυαζόμενα με το τέρας της δημογραφικής γήρανσης. Εντούτοις, στο πολιτικό επίπεδο είμαστε σε γραμμή βελτίωσης και όχι επιδείνωσης: ο ακραίος λαϊκισμός που το 2010-15 καταβρόχθιζε τη χώρα, βρίσκεται σε αποδρομή (κουρασμένος από την τετραετή άσκηση της εξουσίας). Γνωρίζω ότι η επίδειξη απαισιοδοξίας είναι η καλλισθενική γυμναστική του κάθε σχολιαστή, όμως θα τολμήσω να πω ότι η Ελλάδα δεν είναι πια μέρος του ευρωπαϊκού προβλήματος, και η κρίση της δυτικής δημοκρατίας αφορά πρωτίστως άλλους και όχι εμάς.

Τι να πει μια ένδοξη κοινοβουλευτική δημοκρατία σαν το Ηνωμένο Βασίλειο, που δύο χρόνια τώρα χορεύει στον ρυθμό του Φάρατζ και του Μπόρις; Τι να πει η μπλοκαρισμένη Ιταλία, που από ιδρυτικό μέλος έχει μεταβληθεί στην πιο ευρωφοβική οικονομία της Ευρώπης; Τι να πουν οι φιλελεύθεροι πολίτες στην Πολωνία και στην Ουγγαρία, ανίσχυροι απέναντι στις κυβερνητικές τους πλειοψηφίες; Τι να πουν και οι συνταγματικοί πατριώτες και liberals της Αμερικής, ζώντας την καθημερινή δυστοπία ενός κακού ριάλιτι στον Λευκό Οίκο;

Η αυτομαστίγωση μιας Ελλάδας τάχα παγκόσμιας εξαίρεσης είναι δημοφιλές άθλημα. Όμως, σε πολλά σημαντικά ζητήματα, όπως στη μεγάλη για την Ευρώπη απειλή του επιθετικού εθνικισμού, στην ανάδυση του αυταρχισμού και στην ιδεολογικοποίησή του στο όνομα ενός δήθεν εναλλακτικού «μοντέλου» ανελεύθερης «δημοκρατίας», η Ελλάδα, ως πολιτικό σύστημα, βρίσκεται, κατά βάση, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Η χώρα αυτή πέρασε πολλά, έκανε μοιραία λάθη, εξέθρεψε ακραίους λαϊκισμούς, τους πληρώνει ακόμα ακριβά. Όμως, στην παρούσα συγκυρία, επιβαίνουμε στο βαγόνι της ευρωπαϊκής ενότητας. Οι εχθροί της Ευρώπης, προσώρας, δεν κατοικούν εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 16/9/2018. 

Αγιατολάδες και ναιμεναλλάδες

Πρέπει να το αναγνωρίσεις στον Νίκο Μαραντζίδη. Το άρθρο του την περασμένη Κυριακή («Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ...») του δημιούργησε εχθρούς, χωρίς να προσθέσει νέους φίλους. Αυτό όμως είναι το τίμημα της διανοητικής ακεραιότητας και παρρησίας.

Ο Ν.Μ. έχει δίκιο σε πολλά. Κατ' αρχάς στην αμετροέπεια και μισαλλοδοξία με την οποία μέρος της αντιπολίτευσης εκδηλώνει το αντι-ΣΥΡΙΖΑϊκό της μένος, ιδίως στα social media. Κάποιος παρομοίασε τον ΣΥΡΙΖΑ με τους ναζί του '30.

Οποιος επιχειρήσει να διαλεχθεί εντίμως, μετριοπαθώς, ορθολογικά, να αξιολογήσει επιχειρήματα, όψεις και αποχρώσεις, να αναγνωρίσει ίσως και 2 σωστά στα 20 λάθος της κυβέρνησης, καταγγέλλεται ως ασπόνδυλος μειοδότης και εξωνημένος «ναιμεναλλάς» (ναι-μεν-αλλά). Ο λόγος οφείλει να εμφορείται από κατεδαφιστικό πάθος, για να λάβει σφραγίδα έγκρισης των αγιατολάχ του αντισυριζαϊσμού. Ετσι κερδίζονται οι μάχες – και τα likes. Αυτό το είδος της αντιπολιτευτικής υπερβολής είναι γνώριμο: το αποθέωσαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως αντιπολίτευση, καταγγέλλοντας ως μνημονιακό δωσίλογο και συνεργάτη στην εξόντωση του ελληνικού λαού όποιον, έστω και κριτικά, αποδεχόταν μνημονιακές πολιτικές.

Αυτό το κλίμα είναι πολιτικά αλυσιτελές. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω πώς μπορεί κάποιος να ψηφίζει σήμερα τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που κατέληξαν να κάνουν τα αντίθετα αυτών για τα οποία συγκροτήθηκαν. Ομως μπορώ να καταλάβω πώς ο φανατισμός που εκπέμπει ένα μέρος της αντιπολίτευσης, θα κρατήσει τους ψηφοφόρους αυτούς στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρόκειται για θρίαμβο της ετερογονίας των σκοπών.

Τώρα στο περιεχόμενο. Ο Ν.Μ. υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε πορεία μετασχηματισμού από ριζοσπαστικό σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, και ότι η πορεία αυτή είναι αναντίστρεπτη. Επικαλείται τα ιστορικά παραδείγματα σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που μετεξελίχθηκαν από τον επαναστατισμό και τον ριζοσπαστισμό στη συστημική σοσιαλδημοκρατία. Ορθά επίσης, κατά τη γνώμη μου, επισημαίνει την καταλυτική επίδραση του Ιουλίου 2015. Εκ των πραγμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ του Ιανουαρίου 2015 και του τρίτου μνημονίου δεν είναι πλέον το ίδιο πολιτικό ον. Στα κόμματα εξουσίας δεν υπάρχει μια αμετάβλητη πολιτική ουσία. Η δύναμη του οπορτουνισμού αλλάζει πολλά.

Ομως διαφωνώ με την ουσία της εκτίμησης του Ν.Μ. Είχα γράψει το 2014 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (του προγράμματος της Θεσσαλονίκης) θα αντιμετωπίσει μια αδύνατη τριάδα (impossible trinity). Μεταξύ των τριών στόχων του (να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, να κρατήσει την κυβέρνηση και να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ) ο ένας έπρεπε να θυσιαστεί.

Προέβλεψα, όπως και άλλοι, ότι θα θυσίαζε το πρόγραμμά του, περνώντας όμως πρώτα τη χώρα από μια «προθανάτια» εμπειρία, ώστε να μην κατηγορηθεί για «κωλοτούμπα». Στη συνέχεια κατέστη φανερό ότι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν την προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εξωτερική πίεση Ευρώπης και δανειστών, κι η επιθυμία αγκύρωσης στην εξουσία.

Είναι αρκετός ο εξωτερικός καταναγκασμός για να μετασχηματιστεί ένα κόμμα; Η μετεξέλιξη του «τριτοκοσμικού» ΠΑΣΟΚ των '70 και '80 στη σοσιαλδημοκρατία των '90 και '00 επήλθε και ως αποτέλεσμα εσωτερικής ιδεολογικής διαπάλης, όπου η «εκσυγχρονιστική» τάση επικράτησε της παραδοσιακής. Αντίστοιχες διαδικασίες χαρακτήρισαν τη μετεξέλιξη άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Ποιο είναι το εν δυνάμει ηγεμονικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ; Αδυνατώ να το διακρίνω.

Εχει ιδεολογικά αποταχθεί τον ριζοσπαστισμό του ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν φαίνεται. Το μήνυμα προς το κοινό του είναι: Κάνουμε μια τακτική συνθηκολόγηση, μέχρι να καταστούν οι συνθήκες ευνοϊκότερες. Τότε θα επιστρέψουμε στην αληθινή μας φύση (την οποία ποτέ δεν αποκηρύξαμε), του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. Στρατηγικός στόχος παραμένει «η ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών», όπως συχνά αναγράφεται στα κομματικά έντυπα. Οπου αποτυπώνεται η αγωνία ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει κόμμα ριζοσπαστικό, διατηρώντας στο οπλοστάσιό του τη «ρήξη και την ανατροπή». Αν αυτή η οπτική εκφράζει την αριστερή τάση, δεν διακρίνεται ωστόσο κάποιο αντίθετο ιδεολογικό ρεύμα «ρεαλιστικής» μετεξέλιξης που να συγκροτείται στη βάση επεξεργασμένου σοσιαλδημοκρατικού λόγου. Πλην τής, με κάθε μέσο, παραμονής στην εξουσία. Ηρωες του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν ο Τσε, ο Τσάβες και ο Βελουχιώτης –ούτε ο Κέινς, ούτε ο Πάλμε, ούτε ο Χέλμουτ Σμιτ.

Είναι και τα άλλα: η αντίληψη της πολιτικής με συγκρουσιακούς όρους («ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν»). Η περιφρόνηση προς τους αστικούς θεσμούς, που στέκουν εμπόδιο στην «εξουσία του λαού» την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προνομιακά εκφράζει, η αδυναμία να αντιληφθούν ότι η εξουσία αυτή πρέπει να περιστέλλεται και να αντιρροπείται.

Υπάρχει, τέλος, ένα σοβαρό ηθικοπολιτικό δίλημμα. Η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» είναι καλό για τη χώρα και τη δημοκρατία. Ομως, ο δημοκρατικός διάλογος δεν πρέπει να αποδεχθεί ως «κανονικό» το προϊόν μιας τόσο τυχοδιωκτικής διαδρομής. Διότι τότε ενθαρρύνει την πολιτική απάτη ως μέθοδο ανόδου στην εξουσία.

Το πραγματικό τεστ μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα είναι η θητεία του στην αντιπολίτευση. Κατά τον ίδιο τρόπο που η απόδειξη εμπέδωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν η ανεμπόδιστη άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Μέχρι τότε, κάθε συμπέρασμα παραμένει εξαιρετικά πρόωρο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/4/2018. 

Ανεξαρτησία ή προληπτική γραμμή;

Στο πρόσφατο Φόρουμ των Δελφών, το κυβερνητικό στέλεχος και νέος επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής κ. Φ. Κουτεντάκης έθεσε ένα καίριο δίλημμα. Παραθέτω την τοποθέτησή του για να μην την αδικήσω. «Καθαρή έξοδος ή προληπτική πιστοληπτική γραμμή: Η επιλογή είναι αμιγώς πολιτική.

Τα οικονομικά κριτήρια αξιολόγησης της κάθε επιλογής είναι σχετικά. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πολιτικά. Το δίλημμα είναι σαφές: θέλεις φθηνή χρηματοδότηση και να αναλάβεις μια σειρά πολιτικών δεσμεύσεων; Ή θέλεις να απελευθερωθείς από τις πολιτικές δεσμεύσεις τις οποίες είχες εδώ και 8 χρόνια, και οι οποίες έφτασαν στα όρια την έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης; Να αποκαταστήσεις την ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής και αυτό ενδεχομένως να κοστίσει περισσότερες αποπληρωμές; Θα επέλεγα το δεύτερο, κυρίως για λόγους αρχής. Δεν δέχομαι μια λογική ότι έχουμε ένα πολιτικό προσωπικό διεφθαρμένο ή ανίκανο που δεν μπορεί να κάνει κάτι αν δεν έχει μπαμπούλα πάνω από το κεφάλι του».

Η λογική είναι σαφής: η ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής, ως άσκηση εθνικής δημοκρατικής αυτονομίας, είναι προτιμότερη από την υποταγή στον εξωτερικό περιορισμό (των αγορών, της Ε.Ε.) ακόμη κι αν ο δεύτερος εξασφαλίζει μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη.
Ομως η διατύπωση ενός ερωτήματος προκαθορίζει και την απάντηση. Πράγματι, στο δίλημμα «δημοκρατία/λαός ή αγορές/ξένοι», ποια δημοκρατική κυβέρνηση θα τολμούσε να επιλέξει το δεύτερο;

Το δίλημμα δεν είναι «δημοκρατία ή αγορές». Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η άσκηση της οικονομικής πολιτικής θα προσαρμόσει επιτυχώς την οικονομία στους αντικειμενικούς εξωτερικούς περιορισμούς. Η οικονομική επιτυχία φτιάχνει εύρωστες δημοκρατίες.

Κατ' αρχάς, η «πολιτική επιλογή» στην οποία αναφέρεται ο Φ. Κουτεντάκης είναι εξ ορισμού αυτή με την οποία μια κυβέρνηση προωθεί τις πολιτικές της επιδιώξεις, δηλαδή κυρίως τη σκοπιμότητα παραμονής ή επανεκλογής στην εξουσία. Πράγματι, το πολιτικό κόστος μιας πιστοληπτικής γραμμής για λόγους συμβολισμού θα ήταν βαρύ, ακόμη κι αν εξασφάλιζε φθηνότερο δανεισμό για την οικονομία, μεγαλύτερη αξιοπιστία και εισροή επενδύσεων, περισσότερη ανάπτυξη και δουλειές, μεγαλύτερο περιθώριο δημοσιονομικής χαλάρωσης για μείωση φόρων.

Μια υπεύθυνη κυβέρνηση δεν θα επέτρεπε οι πολιτικές της αποφάσεις να συγκρούονται με την οικονομική ωφέλεια της χώρας. Αν η πολιτική σου απόφαση έχει οικονομικό κόστος για τη χώρα, τότε αλλάζεις πολιτική απόφαση.

Αλλά τι ακριβώς σημαίνει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική για μια χώρα σαν την Ελλάδα σήμερα – ή για οποιαδήποτε οικονομία στον σύγχρονο πραγματικό κόσμο; Δεν αναφέρομαι μόνο στη στενή εποπτεία μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του δημόσιου χρέους προς τους θεσμούς, ούτε στις δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2+% έως το 2060. Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η οικονομική πολιτική όταν πρέπει εκ των πραγμάτων να ικανοποιεί τις αξιώσεις των αγορών και των επενδυτών για να μην τραπούν σε φυγή;

Η Ελλάδα, βέβαια, αγόρασε βαθμούς ανεξαρτησίας απέναντι στις αγορές: με 70% του χρέους στα χέρια των θεσμών, προστατεύεται από τις οξείες διακυμάνσεις των αγορών και τον επιτοκιακό κίνδυνο. Το χρέος έχει καθαρή παρούσα αξία πολύ χαμηλότερη και προοπτικές περαιτέρω απομείωσης. Αυτό το πλαίσιο είναι ευνοϊκότερο εκείνου που αντιμετωπίζουν χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ιταλία, που είναι πιο «ανεξάρτητες» αλλά και πιο εκτεθειμένες στα άγρια ένστικτα των αγορών μόλις τα επιτόκια αυξηθούν. Μήπως, τελικά, η πραγματική ανεξαρτησία έγκειται στο μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο που δίνει στη χώρα η στενότερη πρόσδεση στην πειθαρχία και αξιοπιστία του ευρωπαϊκού μηχανισμού;

Πόσο ανεξάρτητη είναι η οικονομική πολιτική όταν υπόκειται στις δυνάμεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού; Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η οικονομική πολιτική απέναντι στους ίδιους τους νόμους της οικονομίας, τους οποίους οι κυβερνήσεις (υπό την πλειοδοσία της αντιπολίτευσης) παραβίασαν κατά συρροή μέχρι το 2009, οδηγώντας την Ελλάδα στη μεγαλύτερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου; Και πόσο δημοκρατική ήταν μια οικονομική πολιτική που (για τις ψήφους και τα χειροκροτήματα της πλατείας) καταδίκασε τις επόμενες γενιές στην υπερφορολόγηση, την ανέχεια και την ανεργία;

Πρέπει προφανώς ένας λαός στη δημοκρατία, μέσω των κυβερνήσεών του, να κάνει τις επιλογές του και να υφίσταται τις συνέπειες. Πώς συμβιβάζεται, όμως, το αυτονόητο πρόταγμα της δημοκρατικής αυτονομίας με την πραγματικότητα της πολιτικής και κυβερνητικής ανευθυνότητας στην άσκησή της;
Και είναι ή όχι δημοκρατικά μελαγχολική η διαπίστωση ότι οι κυβερνήσεις μας αποφάσισαν να συμμαζέψουν την ελληνική οικονομία (να μειώσουν δραστικά ελλείμματα και πληθωρισμό στη δεκαετία του '90, να υλοποιήσουν τις αναγκαίες προσαρμογές μετά το 2010) όποτε ακριβώς ο εξωτερικός περιορισμός ήταν ο ισχυρότερος δυνατός;

Η αισιόδοξη απάντηση θα ήταν: «Μάθαμε από τα λάθη μας». Παρατηρώντας όμως τη βιασύνη της κυβέρνησης να διορίσει, να ελέγξει, την απροκάλυπτη ανυπομονησία να αναιρέσει μεταρρυθμίσεις και να μοιράσει λεφτά, η αισιοδοξία έρχεται με βαριές επιφυλάξεις.

Η απάντηση δεν είναι να εισαγάγουμε έναν εξωτερικό «μπαμπούλα» στη χώρα μας. Η απάντηση είναι να εγκαταστήσουμε, αυτονόμως, μια δική μας τεχνολογία θεσμικής αυτοσυγκράτησης, πολιτικής ευθύνης και αυτοπειθαρχίας στη λειτουργία κράτους και κυβερνήσεων. Οσο εκεί η πρόοδος υπολείπεται, οι «Ευρωπαίοι» θα είναι «μια κάποια λύσις».

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 18/3/2018. 

Περήφανη στρουθοκάμηλος

Π​​αραμονές δημοψηφίσματος 2015, η Ελλάδα ζούσε ξανά την υπερήφανη μέθη συλλαλητηρίων. Το βροντερό «Οχι» είχε λυτρωτική επίδραση, σε μια κοινωνία γονατισμένη από πέντε χρόνια δεινής κρίσης. Πολλοί είχαν καιρό να νιώσουν τόσο βίαιη ευφορία όσο τη θριαμβευτική νύχτα του «Οχι». Ομως πριν καν ανατείλει η αυγή, άρχισαν να αναδύονται οι συνέπειες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία παράγουν την ίδια συλλογική έξαρση. Η αίσθηση της κοινότητας, του ανήκειν, τα θούρια και τα λάβαρα, η μεθυστική ισχύς του παντοδύναμου πλήθους. Η βοή του κυρίαρχου λαού, η εκτόνωση της οργής. Πολλές ομοιότητες με το δημοψήφισμα του 2015 ή με τους «Αγανακτισμένους» του 2011.

Πρώτον, μαξιμαλιστικές και ανέφικτες αξιώσεις. 61% το 2015 θεώρησαν ότι θα απορρίψουμε τα μνημόνια, θα μας «κουρέψουν» το χρέος, και θα παραμείνουμε στο ευρώ. Σήμερα, ένα δημοσκοπικό 65% θεωρεί ότι η ΠΓΔΜ μπορεί και πρέπει να εξαλείψει τον όρο «Μακεδονία» από την ονομασία της. Και ότι αυτή είναι μια μάχη που μπορούμε να κερδίσουμε. Κι ότι αν δεν κερδίσουμε δεν χωρεί καμία υποχώρηση και κανένας συμβιβασμός. Ξεχνούν ότι η διαπραγμάτευση δεν ξεκινά από μηδενική βάση, αλλά από δεκαετίες αναγνώρισης αυτής της χώρας από όλους με τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία της.

Δεύτερον, μάχες που έχουν ήδη χαθεί. Η μάχη της κρίσης χάθηκε στα τεράστια ελλείμματα και στην υπερχρέωση του 2009, χάθηκε στην απόρριψη της μεταρρύθμισης Γιαννίτση. Η μάχη για το όνομα χάθηκε το 1991-92, όταν απορρίψαμε τον συμβιβασμό της μεικτής ονομασίας. Εκτοτε ο υπόλοιπος κόσμος 25 χρόνια έμαθε να ονομάζει «Μακεδονία» την ΠΓΔΜ και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν ως «μακεδονικό».

Τρίτον, παραγνώριση των συσχετισμών. Το 2015 δεν κατανοήσαμε ότι δεν επρόκειτο να κερδίσουμε, αλλά μόνο να χάσουμε ερχόμενοι σε ρήξη με τους εταίρους. Σήμερα οι αντίπαλοι μιας συμφωνίας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι έχουμε εθνικό συμφέρον η ΠΓΔΜ να είναι ασφαλής και ακέραιη, γιατί στέκει ανάχωμα στον αλβανικό αλυτρωτισμό και τον ρωσικό (και τουρκικό) επεκτατισμό. Στο ευρωατλαντικό πλαίσιο σταθεροποιείται. Εκτός, μετατρέπεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της γειτονιάς μας, διεθνούς εγκληματικότητας, ανόδου του ακραίου Ισλάμ. Κυρίως, οι χαμένες ευκαιρίες. Μια χώρα αδύναμη, μικρή, εξαρτημένη οικονομικά από την Ελλάδα, φυσική σύμμαχός μας, εν δυνάμει «προτεκτοράτο» μας – για τους πιο κυνικούς. Μια οριστική συμφωνία, μεικτή ονομασία, erga omnes, άρση των αλυτρωτικών διατάξεων: αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση για την Ελλάδα. Μια δεσμευτική για την ΠΓΔΜ διεθνής σύμβαση υπερκαλύπτει αντίθετες συνταγματικές διατάξεις. Ομως η ορθολογικότητα είναι εξαιρετικά υπερτιμημένη στην πολιτική.

Τέταρτον, τα συναισθήματα (θυμός, υπερηφάνεια, επιθυμία τιμωρητικής εκτόνωσης) οδηγούν την κοινή γνώμη. Η θυμική ψήφος διαρρηγνύει τη λογική σύνδεση μέσου και προσδοκώμενου αποτελέσματος. Οι «Ευρωπαίοι» δεν επρόκειτο να πάθουν κάτι φοβερό από το «Οχι» του δημοψηφίσματος, οι επιπτώσεις θα ήταν όλες δικές μας.

Η «νίκη» μας επί των Σκοπιανών μόνο πύρρειος μπορεί να είναι. Ούτε οι «ξένοι» ούτε η κυβέρνηση Τσίπρα θα τιμωρηθούν. Στη χειρότερη, εάν η κυβέρνηση υπολογίσει ότι το πολιτικό κόστος την υπερβαίνει, θα αφήσει τη συμφωνία για να κρατήσει την εξουσία.

Πέμπτον, διχαστικά δημοψηφίσματα και συλλαλητήρια, πεδίον δόξης λαμπρόν για ακραίους και δημαγωγούς. Χρυσές στιγμές για χουλιγκάνους και Χρυσή Αυγή, άνοδος του πολιτικού υπονόμου. Κρεμάλες για τους «προδότες πολιτικούς», ρατσιστικές χυδαιότητες για τους αντιπάλους. Επίδοξοι δικτατορίσκοι με σύνδρομο εθνικού μεσσία, μισαλλόδοξοι ρασοφόροι, πολιτικοί τσαρλατάνοι, σε πλήρη ανθοφορία, στο φυσικό τους περιβάλλον. Βοηθούν και οι Απόκριες. Το 2015 ζήσαμε ως Βενεζουέλα του Τσάβες, τώρα ξύπνησαν τα φαντάσματα των Βαλκανίων. Παρότι προνομιούχο μέλος των ισχυρότερων κλαμπ, παραμένουμε έθνος με ταυτοτική ανασφάλεια, που δυσφορούμε στην ευρωπαϊκή και δυτική μας φορεσιά.

Εκτον, αναδιάταξη διαιρετικών τομών. Στο δημοψήφισμα του 2015 συνενώθηκαν τα άκρα. Ηταν η κορυφαία στιγμή ιδεολογικής ταύτισης και αγαπητικής συνεύρεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπό τη σκέπη του εθνικολαϊκισμού, μαζί με την άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά. Τώρα τα συλλαλητήρια του Μακεδονικού επαναφέρουν παραδοσιακές διαιρετικές τομές Δεξιάς-Αριστεράς. Αυτή τη φορά η Αριστερά μετακινείται προς το στρατόπεδο του ευρωπαϊσμού και ορθολογισμού και η Δεξιά συναντάται με τα υπόγεια ρεύματα της πατριδοκαπηλίας και του εθνικισμού.

Εβδομον, οι ζημιές της επόμενης μέρας. Το 2015 μάς έφερε στο χείλος της καταστροφής. Τώρα αντιμετωπίζουμε απλώς μία ακόμη χαμένη ευκαιρία. Κάποιοι λένε: δεν είναι τώρα η ώρα. Ομως, αν όχι τώρα, πότε; Είκοσι πέντε χρόνια δεν υπήρξε ποτέ ευνοϊκότερη συγκυρία. Κάποιοι λένε: τα συλλαλητήρια δυναμώνουν τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης. Μακάρι. Αρκεί να μην την αλυσοδένουν.

Χωρίς συμφωνία, η γειτονική χώρα θα συνεχίσει να ονομάζεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας», μονοπωλώντας τον όρο «μακεδονικό». Είναι μια ήττα που θα έπρεπε να απασχολεί κατεξοχήν τους συντελεστές των συλλαλητηρίων, αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Η στρουθοκάμηλος άλλωστε αισθάνεται ωραία με τον εαυτό της όποτε κρύβει το κεφάλι της στην άμμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 5/2/2018. 

Το παρελθόν σφετερίζεται το παρόν

Η λογική ότι η εξωτερική πολιτική θα ήταν εύκολη περίπτωση αν δεν υπήρχε ο απέναντι «Αλλος», δεν υφίσταται για κανέναν. Ούτε για μας ούτε για τους Σκοπιανούς ούτε, καν, για μεγαλύτερες και ισχυρότερες χώρες. Εδώ, βρισκόμαστε ενώπιον ενός διαπραγματευτικού μοντέλου που μοιάζει με τρύπιο δοχείο λαδιού, όπου ο παράγοντας «χρόνος της διαπραγμάτευσης» –καθώς θα χύνεται το λάδι– είναι ο πλέον κρίσιμος για ό,τι θα μοιραστούν δυνητικά οι δύο πλευρές, με βάση τη συμφωνία τους.

Η λύση αυτού του παιγνιοθεωρητικού μοντέλου διαπραγμάτευσης βρίσκεται στην ανάστροφη επαγωγή (backwards induction), από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή, όχι τι θα γίνει όταν θα έχει χυθεί όλο το λάδι (κόστος), αλλά ποια θα ήταν τα οφέλη για τους δύο διαπραγματευόμενους αν είχαν συμφωνήσει από το 1992. Ομως αυτά έχουν ειπωθεί.

Το δεδομένο της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας είναι ότι οι αντιστάσεις σε κάθε απόπειρα άρσης αγκυλώσεων, χρόνιων εθνικών προβλημάτων και η συνακόλουθη συντηρητική σκλήρυνση σε κάθε πρόθεση ή σε κάθε απόπειρα κοινωνικού εκσυχρονισμού συγκαλύπτονταν από το ιδεολόγημα της «εθνικής ταυτότητας», της «εθνικής ιδιαιτερότητας» στην καλύτερη, του «πολιτικού κόστους» στη χειρότερη.

Από την άλλη, το θέμα με τα συλλαλητήρια –δικαιολογημένα σε έναν βαθμό ως προς τις ευαισθησίες μεγάλου μέρος των μετεχόντων– είναι ότι δεν προτείνουν απτές λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα.

Και ενώ δεν έχουμε δει ακόμα τη συνολική πρόταση-πακέτο για την επίλυση του Σκοπιανού, τα συλλαλητήρια γίνονται per se το λάθος μήνυμα∙ δείχνουν φοβικό έθνος, προοικονομούν ήττα, προκαταλαμβάνουν, απορρίπτουν ή εγκρίνουν, γίνονται επικοινωνιακό τρικ, όχημα εύκολης χειραγώγησης από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις που εκτείνονται από τον ακροδεξιό λαϊκιστικό στρατοκρατικό εθνικισμό και φτάνουν στον μηδενιστικό νεοφασισμό. Τέλος, γίνονται τρόπος με τον οποίο το παρελθόν αποικίζει και σφετερίζεται το παρόν.

Πολλοί βλέπουν τον εαυτό τους σαν έναν φανταστικό επισκέπτη σε έναν ρεαλιστικό κόσμο που υπήρξε πριν από ενάμιση αιώνα σε μια δυσοίωνη εποχή βαλκανικής βίας και αποτροπιαστικής αιματοχυσίας. Ομως, υπάρχει διαφορά: τότε η εμπειρία του σύγχρονου κόσμου ήταν αμελητέα για τους Ελληνες.

Σήμερα δεν είναι. «Η χώρα έχει συμφέρον να βρεθεί λύση στην ονομασία της ΠΓΔΜ, γιατί από τη στιγμή που βγαίνουμε από την κρίση θέλουμε να αναπτυχθεί όλη η γύρω περιοχή» και αυτό το συμφέρον δεν είναι μονοσήμαντη λιγούρα των επιχειρηματιών (εισαγωγέων και εξαγωγέων) και των δύο πλευρών.

Το «απ' τα κόκαλα βγαλμένη» είτε το αφήνεις ως σύμβολό σου ως έχει, δίχως να το φέρνεις σε τραπέζια διαπραγματεύσεων, και το τιμάς δίχως καν να το αγγίζεις είτε του δίνεις διασταλτικές σημασίες για κάθε χρήση, οπότε του αποστερείς την απλωσιά και τη συμβολική μαγεία.

Το λέω αυτό γιατί όταν στη δεκαετία του 1930 εκτελούνταν τα έργα αποξήρανσης της λίμνης των Γιαννιτσών (του γνωστού Βάλτου του Μακεδονικού Αγώνα που ύμνησε η Πηνελόπη Δέλτα), οι εκσκαφείς ανέσυραν πολλούς ανθρώπινους σκελετούς μαζί με τα λασπόνερα∙ αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να πει ποια κόκαλα ανήκαν σε Ελληνες και ποια ανήκαν σε Βούλγαρους.

Τα συλλαλητήρια δεν δίνουν απάντηση στον σύγχρονο κόσμο. Κανένα τους δεν σπάει κάποιον από τους πολλούς κώδικες που συνδέονται με το ζήτημα των Σκοπίων. Δίνουν μια περιγραφή του προνεωτερικού φοβικού κράτους, όπως αυτή του Οδυσσέα στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα» του Σέξπιρ: «... η βία θα είναι το δίκαιο –ή, μάλλον, το δίκαιο και τ' άδικο μαζί– κι όσα η δικαιοσύνη υπηρετεί θα χάσουν τ' όνομά τους όπως, άλλωστε, και η δικαιοσύνη.

Τότε, το κάθε τι θα θέλει να έχει συμμετοχή στην εξουσία, η εξουσία θα γίνει θέληση, η θέληση όρεξη, και η όρεξη η παγκόσμια λύκαινα, με αρωγούς της την εξουσία και τη θέληση∙ τελικά θα καταβροχθίσει τα πάντα, μέχρι και τον εαυτό της».

Οι Σλαβομακεδόνες, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι που εθνοτικά συναπαρτίζουν το γειτονικό κράτος, είναι σύγχρονοι άνθρωποι, είναι ομόλογοί μας∙ θέλουν και αυτοί ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία όσο τα θέλουμε και εμείς. Δεν είναι ούτε εχθροί μας ούτε εκ προοιμίου πίθηκοι πάνω στα δένδρα. Σήμερα, είναι συνταξιδιώτες μας στην ίδια κοινή περιπέτεια. Το πολιτικό τους σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου.

Οι πολιτικοί τους χτίζουν καριέρες στον εθνικισμό. Αλλά η βαλκανίλα τους δεν είναι επιχείρημα, γιατί και το δικό μας πολιτικό σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου. Ούτε η εξομολόγηση του Στάλιν το 1945 στον Μίλοβαν Τζίλας συνιστά επίκαιρο επιχείρημα ότι: «Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν να πάρουν την ελληνική Μακεδονία. Θέλουν επίσης την Αλβανία, ακόμα και τμήματα της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Είναι παράλογο. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που δρουν».

Ο Στάλιν είχε τους λόγους του που τα 'λεγε, και δεν δικαιώθηκε. Ούτε καν οι χάρτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα είναι επιχείρημα κατά της προσπάθειας να επιλυθεί το ζήτημα στον 21ο αιώνα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/2/2018. 

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας

Στην έξοχη ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα», ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αμφιταλαντεύεται υπό το φοβερό βάρος του διλήμματος: να προχωρήσει σε πόλεμο με τον Χίτλερ ή να επιδιώξει την ειρήνη; Τα επιχειρήματα υπέρ της δεύτερης είναι ισχυρά: ο αντίπαλος είναι στρατιωτικά κραταιός και προελαύνει στην Ευρώπη, ένας δεύτερος πόλεμος θα κατέστρεφε μία ακόμη γενιά Βρετανών, ίσως και την ίδια τη χώρα.

Ο Τσώρτσιλ παίρνει τελικά την ιστορική απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στον πόλεμο και με μια περίφημη ομιλία ενώνει πίσω του το έθνος. Η πρώτη ανάγνωση οδηγεί σε ένα επιπόλαιο συμπέρασμα: άρα το υψηλό πατριωτικό φρόνημα και μια εμπνευσμένη ηγεσία αρκούν για να οδηγήσουν στη νίκη ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες; Ομως η απόφαση του Τσώρτσιλ δεν ήταν προϊόν παρόρμησης και συναισθηματισμού, ήταν ορθολογικά θεμελιωμένη σε δύο διαπιστώσεις: Πρώτον, σε μια Ευρώπη υποταγμένη στον Χίτλερ, μια φιλελεύθερη Βρετανία θα έμενε μόνη και αδύναμη απέναντι στην κτηνωδία του ναζισμού. Και δεύτερον, οι δυσμενείς συσχετισμοί θα ανατρέπονταν μόλις οι ΗΠΑ έμπαιναν στον πόλεμο, στο πλευρό της Βρετανίας. Ο Τσώρτσιλ δικαιώθηκε. Την πιο κρίσιμη στιγμή, την πιο σκοτεινή ώρα, βρέθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν αμέσως μετά τον Πόλεμο και οι ελληνικές δυνάμεις που κράτησαν τη χώρα στο δυτικό στρατόπεδο, παρά την αντιστασιακή συμβολή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και την ελκυστικότητα του αιτήματος της λαοκρατίας. Η μετέπειτα πορεία των κομμουνιστικών καθεστώτων δικαίωσε τη θέση της Ελλάδας στη Δύση. Εντιμοι ηγέτες της Αριστεράς, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος σε μια ιστορική συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά το 2006, είχαν το θάρρος να αναγνωρίσουν: «Ευτυχώς που δεν νίκησε η επανάστασή μας».

Μετά τη Μεταπολίτευση, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν ξανά τα κόμματα εκείνα (ΚΟΔΗΣΟ, ΚΚΕ εσωτ.) που, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρ. Παπανδρέου, υποστήριξαν την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η απόφαση της ένταξης ήταν αμφιλεγόμενη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν την έθεσε καν υπό συζήτηση στη Ν.Δ. Η ΕΟΚ δεν είχε τα ταμεία και τις πολιτικές συνοχής που απέκτησε αργότερα, και η απειλή του ανταγωνισμού για τις προστατευμένες ελληνικές επιχειρήσεις ήταν υπαρκτή. Ομως ο Καραμανλής (όπως ο Τσώρτσιλ το 1940) διείδε πέρα από τους στενούς συσχετισμούς, τη δυναμική μεγάλη εικόνα. Διέβλεψε τη δυνατότητα συνολικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας υπό τη δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη μετεξέλιξη της ίδιας της Ε.Ε. με τη συμμετοχή των χωρών του Νότου. Η διορατικότητά του δικαιώθηκε.

Τις πρόσφατες δεκαετίες η χώρα βρέθηκε συχνά σε κρίσιμες καμπές, ακόμα κι αν αυτές δεν είχαν το ιστορικό βάρος του διλήμματος του Τσώρτσιλ. Οι δύσκολες αποφάσεις δεν ήταν μόνον εκείνες των οποίων οι συνέπειες δεν μπορούσαν να σταθμιστούν με σαφήνεια. Ηταν κυρίως εκείνες που συνιστούσαν έναν επώδυνο συμβιβασμό, αναγκαίο όμως για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Αποφάσεις, με άλλα λόγια, υψηλού πολιτικού κόστους για τους ηγέτες που τις λάμβαναν, αλλά επιβεβλημένες για το συμφέρον της χώρας.

Σε αρκετές τέτοιες συγκυρίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις, έστω ελλιπώς και με καθυστέρηση, έκαναν το σωστό. Τα προγράμματα σταθεροποίησης της οικονομίας (το 1985-87, το '90) ήταν αντιδημοφιλή, αλλά απαραίτητα για να αποφευχθεί ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Τα μνημόνια μετά το 2010, όπως πλέον διακομματικά γνωρίζουμε, ήταν εξαιρετικά οδυνηρά όμως αναγκαία προκειμένου να γλιτώσει η χώρα την άτακτη χρεοκοπία και πλήρη κατάρρευση. Οι κυβερνήσεις που τα υπέγραψαν λοιδορήθηκαν και μισήθηκαν από την πλειονότητα ίσως της κοινής γνώμης. Βρέθηκαν όμως, για την απόφασή τους αυτή, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Συχνά οι ηγεσίες, υπό το φάσμα του πολιτικού κόστους, απέφυγαν τις αντιδημοφιλείς αποφάσεις, γνωρίζοντας (με τον κυνισμό του πολιτικού επαγγέλματος) ότι οι ψηφοφόροι τείνουν να τιμωρούν τη δράση παρά την αδράνεια. Κάπως έτσι πολιτικοί και κοινωνία ενώθηκαν ενάντια στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, απορρίπτοντας τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001. Κάπως έτσι, αναβάλλοντας για μεθαύριο τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαμε κάνει χθες, βρεθήκαμε υπνοβατώντας στο κραχ του 2010.

Το «Μακεδονικό» συνιστά μια εμβληματική περίπτωση επιτήδειου λαϊκιστικού ακτιβισμού και κυβερνητικής αδράνειας. Επί ένα τέταρτο του αιώνα, πατριδοκαπηλία και μαξιμαλισμός έχτισαν πολιτικές (και εκκλησιαστικές) καριέρες, και στις δύο χώρες. Η εγχώρια συμβατική σοφία υπαγόρευε: «Ασ' το για τον επόμενο».

Αρνούμενη η Ελλάδα τον ρεαλιστικό συμβιβασμό μιας μεικτής ονομασίας για τη γείτονα χώρα (αυτό που αποτυπώθηκε ορθά ως «εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου»), άνοιξε έδαφος στους εθνικιστές της ΠΓΔΜ. Δημιούργησε τις συνθήκες υπό τις οποίες όλος ο υπόλοιπος κόσμος γνωρίζει τη γειτονική χώρα με τη χειρότερη για εμάς ονομασία, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Σήμερα, για πρώτη φορά, οι συνθήκες είναι οι ευνοϊκότερες δυνατές για έναν έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα τον εμποδίσουν, θα δώσουν λογαριασμό στην Ιστορία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/1/2018.

Σελίδα 1 από 5