Κυριακή, 22 Ιούλιος 2018

Αγιατολάδες και ναιμεναλλάδες

Πρέπει να το αναγνωρίσεις στον Νίκο Μαραντζίδη. Το άρθρο του την περασμένη Κυριακή («Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ...») του δημιούργησε εχθρούς, χωρίς να προσθέσει νέους φίλους. Αυτό όμως είναι το τίμημα της διανοητικής ακεραιότητας και παρρησίας.

Ο Ν.Μ. έχει δίκιο σε πολλά. Κατ' αρχάς στην αμετροέπεια και μισαλλοδοξία με την οποία μέρος της αντιπολίτευσης εκδηλώνει το αντι-ΣΥΡΙΖΑϊκό της μένος, ιδίως στα social media. Κάποιος παρομοίασε τον ΣΥΡΙΖΑ με τους ναζί του '30.

Οποιος επιχειρήσει να διαλεχθεί εντίμως, μετριοπαθώς, ορθολογικά, να αξιολογήσει επιχειρήματα, όψεις και αποχρώσεις, να αναγνωρίσει ίσως και 2 σωστά στα 20 λάθος της κυβέρνησης, καταγγέλλεται ως ασπόνδυλος μειοδότης και εξωνημένος «ναιμεναλλάς» (ναι-μεν-αλλά). Ο λόγος οφείλει να εμφορείται από κατεδαφιστικό πάθος, για να λάβει σφραγίδα έγκρισης των αγιατολάχ του αντισυριζαϊσμού. Ετσι κερδίζονται οι μάχες – και τα likes. Αυτό το είδος της αντιπολιτευτικής υπερβολής είναι γνώριμο: το αποθέωσαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ως αντιπολίτευση, καταγγέλλοντας ως μνημονιακό δωσίλογο και συνεργάτη στην εξόντωση του ελληνικού λαού όποιον, έστω και κριτικά, αποδεχόταν μνημονιακές πολιτικές.

Αυτό το κλίμα είναι πολιτικά αλυσιτελές. Δυσκολεύομαι να κατανοήσω πώς μπορεί κάποιος να ψηφίζει σήμερα τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, που κατέληξαν να κάνουν τα αντίθετα αυτών για τα οποία συγκροτήθηκαν. Ομως μπορώ να καταλάβω πώς ο φανατισμός που εκπέμπει ένα μέρος της αντιπολίτευσης, θα κρατήσει τους ψηφοφόρους αυτούς στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρόκειται για θρίαμβο της ετερογονίας των σκοπών.

Τώρα στο περιεχόμενο. Ο Ν.Μ. υποστηρίζει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε πορεία μετασχηματισμού από ριζοσπαστικό σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, και ότι η πορεία αυτή είναι αναντίστρεπτη. Επικαλείται τα ιστορικά παραδείγματα σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που μετεξελίχθηκαν από τον επαναστατισμό και τον ριζοσπαστισμό στη συστημική σοσιαλδημοκρατία. Ορθά επίσης, κατά τη γνώμη μου, επισημαίνει την καταλυτική επίδραση του Ιουλίου 2015. Εκ των πραγμάτων, ο ΣΥΡΙΖΑ του Ιανουαρίου 2015 και του τρίτου μνημονίου δεν είναι πλέον το ίδιο πολιτικό ον. Στα κόμματα εξουσίας δεν υπάρχει μια αμετάβλητη πολιτική ουσία. Η δύναμη του οπορτουνισμού αλλάζει πολλά.

Ομως διαφωνώ με την ουσία της εκτίμησης του Ν.Μ. Είχα γράψει το 2014 ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (του προγράμματος της Θεσσαλονίκης) θα αντιμετωπίσει μια αδύνατη τριάδα (impossible trinity). Μεταξύ των τριών στόχων του (να εφαρμόσει το πρόγραμμά του, να κρατήσει την κυβέρνηση και να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ) ο ένας έπρεπε να θυσιαστεί.

Προέβλεψα, όπως και άλλοι, ότι θα θυσίαζε το πρόγραμμά του, περνώντας όμως πρώτα τη χώρα από μια «προθανάτια» εμπειρία, ώστε να μην κατηγορηθεί για «κωλοτούμπα». Στη συνέχεια κατέστη φανερό ότι οι κύριοι παράγοντες που οδήγησαν την προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ ήταν η εξωτερική πίεση Ευρώπης και δανειστών, κι η επιθυμία αγκύρωσης στην εξουσία.

Είναι αρκετός ο εξωτερικός καταναγκασμός για να μετασχηματιστεί ένα κόμμα; Η μετεξέλιξη του «τριτοκοσμικού» ΠΑΣΟΚ των '70 και '80 στη σοσιαλδημοκρατία των '90 και '00 επήλθε και ως αποτέλεσμα εσωτερικής ιδεολογικής διαπάλης, όπου η «εκσυγχρονιστική» τάση επικράτησε της παραδοσιακής. Αντίστοιχες διαδικασίες χαρακτήρισαν τη μετεξέλιξη άλλων ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων. Ποιο είναι το εν δυνάμει ηγεμονικό σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ; Αδυνατώ να το διακρίνω.

Εχει ιδεολογικά αποταχθεί τον ριζοσπαστισμό του ο ΣΥΡΙΖΑ; Δεν φαίνεται. Το μήνυμα προς το κοινό του είναι: Κάνουμε μια τακτική συνθηκολόγηση, μέχρι να καταστούν οι συνθήκες ευνοϊκότερες. Τότε θα επιστρέψουμε στην αληθινή μας φύση (την οποία ποτέ δεν αποκηρύξαμε), του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος. Στρατηγικός στόχος παραμένει «η ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών», όπως συχνά αναγράφεται στα κομματικά έντυπα. Οπου αποτυπώνεται η αγωνία ο ΣΥΡΙΖΑ να παραμείνει κόμμα ριζοσπαστικό, διατηρώντας στο οπλοστάσιό του τη «ρήξη και την ανατροπή». Αν αυτή η οπτική εκφράζει την αριστερή τάση, δεν διακρίνεται ωστόσο κάποιο αντίθετο ιδεολογικό ρεύμα «ρεαλιστικής» μετεξέλιξης που να συγκροτείται στη βάση επεξεργασμένου σοσιαλδημοκρατικού λόγου. Πλην τής, με κάθε μέσο, παραμονής στην εξουσία. Ηρωες του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν ο Τσε, ο Τσάβες και ο Βελουχιώτης –ούτε ο Κέινς, ούτε ο Πάλμε, ούτε ο Χέλμουτ Σμιτ.

Είναι και τα άλλα: η αντίληψη της πολιτικής με συγκρουσιακούς όρους («ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν»). Η περιφρόνηση προς τους αστικούς θεσμούς, που στέκουν εμπόδιο στην «εξουσία του λαού» την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ προνομιακά εκφράζει, η αδυναμία να αντιληφθούν ότι η εξουσία αυτή πρέπει να περιστέλλεται και να αντιρροπείται.

Υπάρχει, τέλος, ένα σοβαρό ηθικοπολιτικό δίλημμα. Η προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ στην ευρωπαϊκή «κανονικότητα» είναι καλό για τη χώρα και τη δημοκρατία. Ομως, ο δημοκρατικός διάλογος δεν πρέπει να αποδεχθεί ως «κανονικό» το προϊόν μιας τόσο τυχοδιωκτικής διαδρομής. Διότι τότε ενθαρρύνει την πολιτική απάτη ως μέθοδο ανόδου στην εξουσία.

Το πραγματικό τεστ μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ σε ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα είναι η θητεία του στην αντιπολίτευση. Κατά τον ίδιο τρόπο που η απόδειξη εμπέδωσης της δημοκρατίας στην Ελλάδα ήταν η ανεμπόδιστη άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία το 1981. Μέχρι τότε, κάθε συμπέρασμα παραμένει εξαιρετικά πρόωρο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/4/2018. 

Ανεξαρτησία ή προληπτική γραμμή;

Στο πρόσφατο Φόρουμ των Δελφών, το κυβερνητικό στέλεχος και νέος επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής κ. Φ. Κουτεντάκης έθεσε ένα καίριο δίλημμα. Παραθέτω την τοποθέτησή του για να μην την αδικήσω. «Καθαρή έξοδος ή προληπτική πιστοληπτική γραμμή: Η επιλογή είναι αμιγώς πολιτική.

Τα οικονομικά κριτήρια αξιολόγησης της κάθε επιλογής είναι σχετικά. Οι αποφάσεις λαμβάνονται πολιτικά. Το δίλημμα είναι σαφές: θέλεις φθηνή χρηματοδότηση και να αναλάβεις μια σειρά πολιτικών δεσμεύσεων; Ή θέλεις να απελευθερωθείς από τις πολιτικές δεσμεύσεις τις οποίες είχες εδώ και 8 χρόνια, και οι οποίες έφτασαν στα όρια την έννοια της δημοκρατικής νομιμοποίησης; Να αποκαταστήσεις την ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής και αυτό ενδεχομένως να κοστίσει περισσότερες αποπληρωμές; Θα επέλεγα το δεύτερο, κυρίως για λόγους αρχής. Δεν δέχομαι μια λογική ότι έχουμε ένα πολιτικό προσωπικό διεφθαρμένο ή ανίκανο που δεν μπορεί να κάνει κάτι αν δεν έχει μπαμπούλα πάνω από το κεφάλι του».

Η λογική είναι σαφής: η ανεξαρτησία της οικονομικής πολιτικής, ως άσκηση εθνικής δημοκρατικής αυτονομίας, είναι προτιμότερη από την υποταγή στον εξωτερικό περιορισμό (των αγορών, της Ε.Ε.) ακόμη κι αν ο δεύτερος εξασφαλίζει μεγαλύτερα οικονομικά οφέλη.
Ομως η διατύπωση ενός ερωτήματος προκαθορίζει και την απάντηση. Πράγματι, στο δίλημμα «δημοκρατία/λαός ή αγορές/ξένοι», ποια δημοκρατική κυβέρνηση θα τολμούσε να επιλέξει το δεύτερο;

Το δίλημμα δεν είναι «δημοκρατία ή αγορές». Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η άσκηση της οικονομικής πολιτικής θα προσαρμόσει επιτυχώς την οικονομία στους αντικειμενικούς εξωτερικούς περιορισμούς. Η οικονομική επιτυχία φτιάχνει εύρωστες δημοκρατίες.

Κατ' αρχάς, η «πολιτική επιλογή» στην οποία αναφέρεται ο Φ. Κουτεντάκης είναι εξ ορισμού αυτή με την οποία μια κυβέρνηση προωθεί τις πολιτικές της επιδιώξεις, δηλαδή κυρίως τη σκοπιμότητα παραμονής ή επανεκλογής στην εξουσία. Πράγματι, το πολιτικό κόστος μιας πιστοληπτικής γραμμής για λόγους συμβολισμού θα ήταν βαρύ, ακόμη κι αν εξασφάλιζε φθηνότερο δανεισμό για την οικονομία, μεγαλύτερη αξιοπιστία και εισροή επενδύσεων, περισσότερη ανάπτυξη και δουλειές, μεγαλύτερο περιθώριο δημοσιονομικής χαλάρωσης για μείωση φόρων.

Μια υπεύθυνη κυβέρνηση δεν θα επέτρεπε οι πολιτικές της αποφάσεις να συγκρούονται με την οικονομική ωφέλεια της χώρας. Αν η πολιτική σου απόφαση έχει οικονομικό κόστος για τη χώρα, τότε αλλάζεις πολιτική απόφαση.

Αλλά τι ακριβώς σημαίνει ανεξάρτητη οικονομική πολιτική για μια χώρα σαν την Ελλάδα σήμερα – ή για οποιαδήποτε οικονομία στον σύγχρονο πραγματικό κόσμο; Δεν αναφέρομαι μόνο στη στενή εποπτεία μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του δημόσιου χρέους προς τους θεσμούς, ούτε στις δεσμεύσεις για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2+% έως το 2060. Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η οικονομική πολιτική όταν πρέπει εκ των πραγμάτων να ικανοποιεί τις αξιώσεις των αγορών και των επενδυτών για να μην τραπούν σε φυγή;

Η Ελλάδα, βέβαια, αγόρασε βαθμούς ανεξαρτησίας απέναντι στις αγορές: με 70% του χρέους στα χέρια των θεσμών, προστατεύεται από τις οξείες διακυμάνσεις των αγορών και τον επιτοκιακό κίνδυνο. Το χρέος έχει καθαρή παρούσα αξία πολύ χαμηλότερη και προοπτικές περαιτέρω απομείωσης. Αυτό το πλαίσιο είναι ευνοϊκότερο εκείνου που αντιμετωπίζουν χώρες όπως η Πορτογαλία ή η Ιταλία, που είναι πιο «ανεξάρτητες» αλλά και πιο εκτεθειμένες στα άγρια ένστικτα των αγορών μόλις τα επιτόκια αυξηθούν. Μήπως, τελικά, η πραγματική ανεξαρτησία έγκειται στο μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο που δίνει στη χώρα η στενότερη πρόσδεση στην πειθαρχία και αξιοπιστία του ευρωπαϊκού μηχανισμού;

Πόσο ανεξάρτητη είναι η οικονομική πολιτική όταν υπόκειται στις δυνάμεις του παγκόσμιου ανταγωνισμού; Πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η οικονομική πολιτική απέναντι στους ίδιους τους νόμους της οικονομίας, τους οποίους οι κυβερνήσεις (υπό την πλειοδοσία της αντιπολίτευσης) παραβίασαν κατά συρροή μέχρι το 2009, οδηγώντας την Ελλάδα στη μεγαλύτερη ύφεση της μεταπολεμικής περιόδου; Και πόσο δημοκρατική ήταν μια οικονομική πολιτική που (για τις ψήφους και τα χειροκροτήματα της πλατείας) καταδίκασε τις επόμενες γενιές στην υπερφορολόγηση, την ανέχεια και την ανεργία;

Πρέπει προφανώς ένας λαός στη δημοκρατία, μέσω των κυβερνήσεών του, να κάνει τις επιλογές του και να υφίσταται τις συνέπειες. Πώς συμβιβάζεται, όμως, το αυτονόητο πρόταγμα της δημοκρατικής αυτονομίας με την πραγματικότητα της πολιτικής και κυβερνητικής ανευθυνότητας στην άσκησή της;
Και είναι ή όχι δημοκρατικά μελαγχολική η διαπίστωση ότι οι κυβερνήσεις μας αποφάσισαν να συμμαζέψουν την ελληνική οικονομία (να μειώσουν δραστικά ελλείμματα και πληθωρισμό στη δεκαετία του '90, να υλοποιήσουν τις αναγκαίες προσαρμογές μετά το 2010) όποτε ακριβώς ο εξωτερικός περιορισμός ήταν ο ισχυρότερος δυνατός;

Η αισιόδοξη απάντηση θα ήταν: «Μάθαμε από τα λάθη μας». Παρατηρώντας όμως τη βιασύνη της κυβέρνησης να διορίσει, να ελέγξει, την απροκάλυπτη ανυπομονησία να αναιρέσει μεταρρυθμίσεις και να μοιράσει λεφτά, η αισιοδοξία έρχεται με βαριές επιφυλάξεις.

Η απάντηση δεν είναι να εισαγάγουμε έναν εξωτερικό «μπαμπούλα» στη χώρα μας. Η απάντηση είναι να εγκαταστήσουμε, αυτονόμως, μια δική μας τεχνολογία θεσμικής αυτοσυγκράτησης, πολιτικής ευθύνης και αυτοπειθαρχίας στη λειτουργία κράτους και κυβερνήσεων. Οσο εκεί η πρόοδος υπολείπεται, οι «Ευρωπαίοι» θα είναι «μια κάποια λύσις».

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 18/3/2018. 

Περήφανη στρουθοκάμηλος

Π​​αραμονές δημοψηφίσματος 2015, η Ελλάδα ζούσε ξανά την υπερήφανη μέθη συλλαλητηρίων. Το βροντερό «Οχι» είχε λυτρωτική επίδραση, σε μια κοινωνία γονατισμένη από πέντε χρόνια δεινής κρίσης. Πολλοί είχαν καιρό να νιώσουν τόσο βίαιη ευφορία όσο τη θριαμβευτική νύχτα του «Οχι». Ομως πριν καν ανατείλει η αυγή, άρχισαν να αναδύονται οι συνέπειες. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία παράγουν την ίδια συλλογική έξαρση. Η αίσθηση της κοινότητας, του ανήκειν, τα θούρια και τα λάβαρα, η μεθυστική ισχύς του παντοδύναμου πλήθους. Η βοή του κυρίαρχου λαού, η εκτόνωση της οργής. Πολλές ομοιότητες με το δημοψήφισμα του 2015 ή με τους «Αγανακτισμένους» του 2011.

Πρώτον, μαξιμαλιστικές και ανέφικτες αξιώσεις. 61% το 2015 θεώρησαν ότι θα απορρίψουμε τα μνημόνια, θα μας «κουρέψουν» το χρέος, και θα παραμείνουμε στο ευρώ. Σήμερα, ένα δημοσκοπικό 65% θεωρεί ότι η ΠΓΔΜ μπορεί και πρέπει να εξαλείψει τον όρο «Μακεδονία» από την ονομασία της. Και ότι αυτή είναι μια μάχη που μπορούμε να κερδίσουμε. Κι ότι αν δεν κερδίσουμε δεν χωρεί καμία υποχώρηση και κανένας συμβιβασμός. Ξεχνούν ότι η διαπραγμάτευση δεν ξεκινά από μηδενική βάση, αλλά από δεκαετίες αναγνώρισης αυτής της χώρας από όλους με τον όρο «Μακεδονία» στην ονομασία της.

Δεύτερον, μάχες που έχουν ήδη χαθεί. Η μάχη της κρίσης χάθηκε στα τεράστια ελλείμματα και στην υπερχρέωση του 2009, χάθηκε στην απόρριψη της μεταρρύθμισης Γιαννίτση. Η μάχη για το όνομα χάθηκε το 1991-92, όταν απορρίψαμε τον συμβιβασμό της μεικτής ονομασίας. Εκτοτε ο υπόλοιπος κόσμος 25 χρόνια έμαθε να ονομάζει «Μακεδονία» την ΠΓΔΜ και οτιδήποτε σχετίζεται με αυτήν ως «μακεδονικό».

Τρίτον, παραγνώριση των συσχετισμών. Το 2015 δεν κατανοήσαμε ότι δεν επρόκειτο να κερδίσουμε, αλλά μόνο να χάσουμε ερχόμενοι σε ρήξη με τους εταίρους. Σήμερα οι αντίπαλοι μιας συμφωνίας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι έχουμε εθνικό συμφέρον η ΠΓΔΜ να είναι ασφαλής και ακέραιη, γιατί στέκει ανάχωμα στον αλβανικό αλυτρωτισμό και τον ρωσικό (και τουρκικό) επεκτατισμό. Στο ευρωατλαντικό πλαίσιο σταθεροποιείται. Εκτός, μετατρέπεται σε παράγοντα αποσταθεροποίησης της γειτονιάς μας, διεθνούς εγκληματικότητας, ανόδου του ακραίου Ισλάμ. Κυρίως, οι χαμένες ευκαιρίες. Μια χώρα αδύναμη, μικρή, εξαρτημένη οικονομικά από την Ελλάδα, φυσική σύμμαχός μας, εν δυνάμει «προτεκτοράτο» μας – για τους πιο κυνικούς. Μια οριστική συμφωνία, μεικτή ονομασία, erga omnes, άρση των αλυτρωτικών διατάξεων: αυτή θα ήταν η καλύτερη λύση για την Ελλάδα. Μια δεσμευτική για την ΠΓΔΜ διεθνής σύμβαση υπερκαλύπτει αντίθετες συνταγματικές διατάξεις. Ομως η ορθολογικότητα είναι εξαιρετικά υπερτιμημένη στην πολιτική.

Τέταρτον, τα συναισθήματα (θυμός, υπερηφάνεια, επιθυμία τιμωρητικής εκτόνωσης) οδηγούν την κοινή γνώμη. Η θυμική ψήφος διαρρηγνύει τη λογική σύνδεση μέσου και προσδοκώμενου αποτελέσματος. Οι «Ευρωπαίοι» δεν επρόκειτο να πάθουν κάτι φοβερό από το «Οχι» του δημοψηφίσματος, οι επιπτώσεις θα ήταν όλες δικές μας.

Η «νίκη» μας επί των Σκοπιανών μόνο πύρρειος μπορεί να είναι. Ούτε οι «ξένοι» ούτε η κυβέρνηση Τσίπρα θα τιμωρηθούν. Στη χειρότερη, εάν η κυβέρνηση υπολογίσει ότι το πολιτικό κόστος την υπερβαίνει, θα αφήσει τη συμφωνία για να κρατήσει την εξουσία.

Πέμπτον, διχαστικά δημοψηφίσματα και συλλαλητήρια, πεδίον δόξης λαμπρόν για ακραίους και δημαγωγούς. Χρυσές στιγμές για χουλιγκάνους και Χρυσή Αυγή, άνοδος του πολιτικού υπονόμου. Κρεμάλες για τους «προδότες πολιτικούς», ρατσιστικές χυδαιότητες για τους αντιπάλους. Επίδοξοι δικτατορίσκοι με σύνδρομο εθνικού μεσσία, μισαλλόδοξοι ρασοφόροι, πολιτικοί τσαρλατάνοι, σε πλήρη ανθοφορία, στο φυσικό τους περιβάλλον. Βοηθούν και οι Απόκριες. Το 2015 ζήσαμε ως Βενεζουέλα του Τσάβες, τώρα ξύπνησαν τα φαντάσματα των Βαλκανίων. Παρότι προνομιούχο μέλος των ισχυρότερων κλαμπ, παραμένουμε έθνος με ταυτοτική ανασφάλεια, που δυσφορούμε στην ευρωπαϊκή και δυτική μας φορεσιά.

Εκτον, αναδιάταξη διαιρετικών τομών. Στο δημοψήφισμα του 2015 συνενώθηκαν τα άκρα. Ηταν η κορυφαία στιγμή ιδεολογικής ταύτισης και αγαπητικής συνεύρεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, υπό τη σκέπη του εθνικολαϊκισμού, μαζί με την άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά. Τώρα τα συλλαλητήρια του Μακεδονικού επαναφέρουν παραδοσιακές διαιρετικές τομές Δεξιάς-Αριστεράς. Αυτή τη φορά η Αριστερά μετακινείται προς το στρατόπεδο του ευρωπαϊσμού και ορθολογισμού και η Δεξιά συναντάται με τα υπόγεια ρεύματα της πατριδοκαπηλίας και του εθνικισμού.

Εβδομον, οι ζημιές της επόμενης μέρας. Το 2015 μάς έφερε στο χείλος της καταστροφής. Τώρα αντιμετωπίζουμε απλώς μία ακόμη χαμένη ευκαιρία. Κάποιοι λένε: δεν είναι τώρα η ώρα. Ομως, αν όχι τώρα, πότε; Είκοσι πέντε χρόνια δεν υπήρξε ποτέ ευνοϊκότερη συγκυρία. Κάποιοι λένε: τα συλλαλητήρια δυναμώνουν τη διαπραγματευτική θέση της κυβέρνησης. Μακάρι. Αρκεί να μην την αλυσοδένουν.

Χωρίς συμφωνία, η γειτονική χώρα θα συνεχίσει να ονομάζεται «Δημοκρατία της Μακεδονίας», μονοπωλώντας τον όρο «μακεδονικό». Είναι μια ήττα που θα έπρεπε να απασχολεί κατεξοχήν τους συντελεστές των συλλαλητηρίων, αλλά για κάποιο λόγο αυτό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Η στρουθοκάμηλος άλλωστε αισθάνεται ωραία με τον εαυτό της όποτε κρύβει το κεφάλι της στην άμμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 5/2/2018. 

Το παρελθόν σφετερίζεται το παρόν

Η λογική ότι η εξωτερική πολιτική θα ήταν εύκολη περίπτωση αν δεν υπήρχε ο απέναντι «Αλλος», δεν υφίσταται για κανέναν. Ούτε για μας ούτε για τους Σκοπιανούς ούτε, καν, για μεγαλύτερες και ισχυρότερες χώρες. Εδώ, βρισκόμαστε ενώπιον ενός διαπραγματευτικού μοντέλου που μοιάζει με τρύπιο δοχείο λαδιού, όπου ο παράγοντας «χρόνος της διαπραγμάτευσης» –καθώς θα χύνεται το λάδι– είναι ο πλέον κρίσιμος για ό,τι θα μοιραστούν δυνητικά οι δύο πλευρές, με βάση τη συμφωνία τους.

Η λύση αυτού του παιγνιοθεωρητικού μοντέλου διαπραγμάτευσης βρίσκεται στην ανάστροφη επαγωγή (backwards induction), από το τέλος προς την αρχή. Δηλαδή, όχι τι θα γίνει όταν θα έχει χυθεί όλο το λάδι (κόστος), αλλά ποια θα ήταν τα οφέλη για τους δύο διαπραγματευόμενους αν είχαν συμφωνήσει από το 1992. Ομως αυτά έχουν ειπωθεί.

Το δεδομένο της ελληνικής μεταπολιτευτικής εμπειρίας είναι ότι οι αντιστάσεις σε κάθε απόπειρα άρσης αγκυλώσεων, χρόνιων εθνικών προβλημάτων και η συνακόλουθη συντηρητική σκλήρυνση σε κάθε πρόθεση ή σε κάθε απόπειρα κοινωνικού εκσυχρονισμού συγκαλύπτονταν από το ιδεολόγημα της «εθνικής ταυτότητας», της «εθνικής ιδιαιτερότητας» στην καλύτερη, του «πολιτικού κόστους» στη χειρότερη.

Από την άλλη, το θέμα με τα συλλαλητήρια –δικαιολογημένα σε έναν βαθμό ως προς τις ευαισθησίες μεγάλου μέρος των μετεχόντων– είναι ότι δεν προτείνουν απτές λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα.

Και ενώ δεν έχουμε δει ακόμα τη συνολική πρόταση-πακέτο για την επίλυση του Σκοπιανού, τα συλλαλητήρια γίνονται per se το λάθος μήνυμα∙ δείχνουν φοβικό έθνος, προοικονομούν ήττα, προκαταλαμβάνουν, απορρίπτουν ή εγκρίνουν, γίνονται επικοινωνιακό τρικ, όχημα εύκολης χειραγώγησης από τις πιο αντιδραστικές δυνάμεις που εκτείνονται από τον ακροδεξιό λαϊκιστικό στρατοκρατικό εθνικισμό και φτάνουν στον μηδενιστικό νεοφασισμό. Τέλος, γίνονται τρόπος με τον οποίο το παρελθόν αποικίζει και σφετερίζεται το παρόν.

Πολλοί βλέπουν τον εαυτό τους σαν έναν φανταστικό επισκέπτη σε έναν ρεαλιστικό κόσμο που υπήρξε πριν από ενάμιση αιώνα σε μια δυσοίωνη εποχή βαλκανικής βίας και αποτροπιαστικής αιματοχυσίας. Ομως, υπάρχει διαφορά: τότε η εμπειρία του σύγχρονου κόσμου ήταν αμελητέα για τους Ελληνες.

Σήμερα δεν είναι. «Η χώρα έχει συμφέρον να βρεθεί λύση στην ονομασία της ΠΓΔΜ, γιατί από τη στιγμή που βγαίνουμε από την κρίση θέλουμε να αναπτυχθεί όλη η γύρω περιοχή» και αυτό το συμφέρον δεν είναι μονοσήμαντη λιγούρα των επιχειρηματιών (εισαγωγέων και εξαγωγέων) και των δύο πλευρών.

Το «απ' τα κόκαλα βγαλμένη» είτε το αφήνεις ως σύμβολό σου ως έχει, δίχως να το φέρνεις σε τραπέζια διαπραγματεύσεων, και το τιμάς δίχως καν να το αγγίζεις είτε του δίνεις διασταλτικές σημασίες για κάθε χρήση, οπότε του αποστερείς την απλωσιά και τη συμβολική μαγεία.

Το λέω αυτό γιατί όταν στη δεκαετία του 1930 εκτελούνταν τα έργα αποξήρανσης της λίμνης των Γιαννιτσών (του γνωστού Βάλτου του Μακεδονικού Αγώνα που ύμνησε η Πηνελόπη Δέλτα), οι εκσκαφείς ανέσυραν πολλούς ανθρώπινους σκελετούς μαζί με τα λασπόνερα∙ αλλά κανείς δεν ήταν σε θέση να πει ποια κόκαλα ανήκαν σε Ελληνες και ποια ανήκαν σε Βούλγαρους.

Τα συλλαλητήρια δεν δίνουν απάντηση στον σύγχρονο κόσμο. Κανένα τους δεν σπάει κάποιον από τους πολλούς κώδικες που συνδέονται με το ζήτημα των Σκοπίων. Δίνουν μια περιγραφή του προνεωτερικού φοβικού κράτους, όπως αυτή του Οδυσσέα στο «Τρωίλος και Χρυσηίδα» του Σέξπιρ: «... η βία θα είναι το δίκαιο –ή, μάλλον, το δίκαιο και τ' άδικο μαζί– κι όσα η δικαιοσύνη υπηρετεί θα χάσουν τ' όνομά τους όπως, άλλωστε, και η δικαιοσύνη.

Τότε, το κάθε τι θα θέλει να έχει συμμετοχή στην εξουσία, η εξουσία θα γίνει θέληση, η θέληση όρεξη, και η όρεξη η παγκόσμια λύκαινα, με αρωγούς της την εξουσία και τη θέληση∙ τελικά θα καταβροχθίσει τα πάντα, μέχρι και τον εαυτό της».

Οι Σλαβομακεδόνες, οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι που εθνοτικά συναπαρτίζουν το γειτονικό κράτος, είναι σύγχρονοι άνθρωποι, είναι ομόλογοί μας∙ θέλουν και αυτοί ειρήνη, ασφάλεια και ευημερία όσο τα θέλουμε και εμείς. Δεν είναι ούτε εχθροί μας ούτε εκ προοιμίου πίθηκοι πάνω στα δένδρα. Σήμερα, είναι συνταξιδιώτες μας στην ίδια κοινή περιπέτεια. Το πολιτικό τους σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου.

Οι πολιτικοί τους χτίζουν καριέρες στον εθνικισμό. Αλλά η βαλκανίλα τους δεν είναι επιχείρημα, γιατί και το δικό μας πολιτικό σύστημα δεν είναι το καλύτερο του κόσμου τούτου. Ούτε η εξομολόγηση του Στάλιν το 1945 στον Μίλοβαν Τζίλας συνιστά επίκαιρο επιχείρημα ότι: «Οι Γιουγκοσλάβοι θέλουν να πάρουν την ελληνική Μακεδονία. Θέλουν επίσης την Αλβανία, ακόμα και τμήματα της Αυστρίας και της Ουγγαρίας. Είναι παράλογο. Δεν μου αρέσει ο τρόπος που δρουν».

Ο Στάλιν είχε τους λόγους του που τα 'λεγε, και δεν δικαιώθηκε. Ούτε καν οι χάρτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 19ου αιώνα είναι επιχείρημα κατά της προσπάθειας να επιλυθεί το ζήτημα στον 21ο αιώνα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/2/2018. 

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας

Στην έξοχη ταινία «Η πιο σκοτεινή ώρα», ο Ουίνστον Τσώρτσιλ αμφιταλαντεύεται υπό το φοβερό βάρος του διλήμματος: να προχωρήσει σε πόλεμο με τον Χίτλερ ή να επιδιώξει την ειρήνη; Τα επιχειρήματα υπέρ της δεύτερης είναι ισχυρά: ο αντίπαλος είναι στρατιωτικά κραταιός και προελαύνει στην Ευρώπη, ένας δεύτερος πόλεμος θα κατέστρεφε μία ακόμη γενιά Βρετανών, ίσως και την ίδια τη χώρα.

Ο Τσώρτσιλ παίρνει τελικά την ιστορική απόφαση να οδηγήσει τη χώρα στον πόλεμο και με μια περίφημη ομιλία ενώνει πίσω του το έθνος. Η πρώτη ανάγνωση οδηγεί σε ένα επιπόλαιο συμπέρασμα: άρα το υψηλό πατριωτικό φρόνημα και μια εμπνευσμένη ηγεσία αρκούν για να οδηγήσουν στη νίκη ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες; Ομως η απόφαση του Τσώρτσιλ δεν ήταν προϊόν παρόρμησης και συναισθηματισμού, ήταν ορθολογικά θεμελιωμένη σε δύο διαπιστώσεις: Πρώτον, σε μια Ευρώπη υποταγμένη στον Χίτλερ, μια φιλελεύθερη Βρετανία θα έμενε μόνη και αδύναμη απέναντι στην κτηνωδία του ναζισμού. Και δεύτερον, οι δυσμενείς συσχετισμοί θα ανατρέπονταν μόλις οι ΗΠΑ έμπαιναν στον πόλεμο, στο πλευρό της Βρετανίας. Ο Τσώρτσιλ δικαιώθηκε. Την πιο κρίσιμη στιγμή, την πιο σκοτεινή ώρα, βρέθηκε στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν αμέσως μετά τον Πόλεμο και οι ελληνικές δυνάμεις που κράτησαν τη χώρα στο δυτικό στρατόπεδο, παρά την αντιστασιακή συμβολή του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και την ελκυστικότητα του αιτήματος της λαοκρατίας. Η μετέπειτα πορεία των κομμουνιστικών καθεστώτων δικαίωσε τη θέση της Ελλάδας στη Δύση. Εντιμοι ηγέτες της Αριστεράς, όπως ο Λεωνίδας Κύρκος σε μια ιστορική συνέντευξη στον Αλέξη Παπαχελά το 2006, είχαν το θάρρος να αναγνωρίσουν: «Ευτυχώς που δεν νίκησε η επανάστασή μας».

Μετά τη Μεταπολίτευση, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας βρέθηκαν ξανά τα κόμματα εκείνα (ΚΟΔΗΣΟ, ΚΚΕ εσωτ.) που, σε αντίθεση με το ΠΑΣΟΚ του Ανδρ. Παπανδρέου, υποστήριξαν την προσχώρηση της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η απόφαση της ένταξης ήταν αμφιλεγόμενη, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν την έθεσε καν υπό συζήτηση στη Ν.Δ. Η ΕΟΚ δεν είχε τα ταμεία και τις πολιτικές συνοχής που απέκτησε αργότερα, και η απειλή του ανταγωνισμού για τις προστατευμένες ελληνικές επιχειρήσεις ήταν υπαρκτή. Ομως ο Καραμανλής (όπως ο Τσώρτσιλ το 1940) διείδε πέρα από τους στενούς συσχετισμούς, τη δυναμική μεγάλη εικόνα. Διέβλεψε τη δυνατότητα συνολικού εκσυγχρονισμού της Ελλάδας υπό τη δύναμη της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τη μετεξέλιξη της ίδιας της Ε.Ε. με τη συμμετοχή των χωρών του Νότου. Η διορατικότητά του δικαιώθηκε.

Τις πρόσφατες δεκαετίες η χώρα βρέθηκε συχνά σε κρίσιμες καμπές, ακόμα κι αν αυτές δεν είχαν το ιστορικό βάρος του διλήμματος του Τσώρτσιλ. Οι δύσκολες αποφάσεις δεν ήταν μόνον εκείνες των οποίων οι συνέπειες δεν μπορούσαν να σταθμιστούν με σαφήνεια. Ηταν κυρίως εκείνες που συνιστούσαν έναν επώδυνο συμβιβασμό, αναγκαίο όμως για να αποφευχθούν τα χειρότερα. Αποφάσεις, με άλλα λόγια, υψηλού πολιτικού κόστους για τους ηγέτες που τις λάμβαναν, αλλά επιβεβλημένες για το συμφέρον της χώρας.

Σε αρκετές τέτοιες συγκυρίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις, έστω ελλιπώς και με καθυστέρηση, έκαναν το σωστό. Τα προγράμματα σταθεροποίησης της οικονομίας (το 1985-87, το '90) ήταν αντιδημοφιλή, αλλά απαραίτητα για να αποφευχθεί ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός. Τα μνημόνια μετά το 2010, όπως πλέον διακομματικά γνωρίζουμε, ήταν εξαιρετικά οδυνηρά όμως αναγκαία προκειμένου να γλιτώσει η χώρα την άτακτη χρεοκοπία και πλήρη κατάρρευση. Οι κυβερνήσεις που τα υπέγραψαν λοιδορήθηκαν και μισήθηκαν από την πλειονότητα ίσως της κοινής γνώμης. Βρέθηκαν όμως, για την απόφασή τους αυτή, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Συχνά οι ηγεσίες, υπό το φάσμα του πολιτικού κόστους, απέφυγαν τις αντιδημοφιλείς αποφάσεις, γνωρίζοντας (με τον κυνισμό του πολιτικού επαγγέλματος) ότι οι ψηφοφόροι τείνουν να τιμωρούν τη δράση παρά την αδράνεια. Κάπως έτσι πολιτικοί και κοινωνία ενώθηκαν ενάντια στη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, απορρίπτοντας τις προτάσεις Γιαννίτση το 2001. Κάπως έτσι, αναβάλλοντας για μεθαύριο τις μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να είχαμε κάνει χθες, βρεθήκαμε υπνοβατώντας στο κραχ του 2010.

Το «Μακεδονικό» συνιστά μια εμβληματική περίπτωση επιτήδειου λαϊκιστικού ακτιβισμού και κυβερνητικής αδράνειας. Επί ένα τέταρτο του αιώνα, πατριδοκαπηλία και μαξιμαλισμός έχτισαν πολιτικές (και εκκλησιαστικές) καριέρες, και στις δύο χώρες. Η εγχώρια συμβατική σοφία υπαγόρευε: «Ασ' το για τον επόμενο».

Αρνούμενη η Ελλάδα τον ρεαλιστικό συμβιβασμό μιας μεικτής ονομασίας για τη γείτονα χώρα (αυτό που αποτυπώθηκε ορθά ως «εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου»), άνοιξε έδαφος στους εθνικιστές της ΠΓΔΜ. Δημιούργησε τις συνθήκες υπό τις οποίες όλος ο υπόλοιπος κόσμος γνωρίζει τη γειτονική χώρα με τη χειρότερη για εμάς ονομασία, «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Σήμερα, για πρώτη φορά, οι συνθήκες είναι οι ευνοϊκότερες δυνατές για έναν έντιμο και αμοιβαία επωφελή συμβιβασμό. Οι πολιτικές δυνάμεις που θα τον εμποδίσουν, θα δώσουν λογαριασμό στην Ιστορία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/1/2018.

«Καθαρή έξοδος», καθαρή απάτη

Τ​​ον Αύγουστο 2018, ο κ. Τσίπρας ετοιμάζεται να πανηγυρίσει το τέλος των μνημονίων, ανεμίζοντας το δικό του success story. Η έξοδος δεν θα είναι ανέφελη. Τα προαπαιτούμενα για την τέταρτη αξιολόγηση είναι βαριά, το ΔΝΤ δεν έχει πει την τελευταία λέξη και οι εταίροι δεν δείχνουν διάθεση για σοβαρές παραχωρήσεις στο χρέος. Το κυριότερο, αναζητούν το πλαίσιο εκείνο που θα εξασφαλίσει ότι η κυβέρνηση δεν θα αρχίσει να ξηλώνει μεταρρυθμίσεις, να διορίζει πελάτες στο Δημόσιο, να μοιράζει λεφτά μόλις χαλαρώσει ο έλεγχος. Κανονικά η προοπτική περαιτέρω μειώσεων χρέους θα έπρεπε να συνιστά επαρκές κίνητρο παραμονής στον δρόμο της προσαρμογής. Ομως υπάρχουν πολιτικοί που θα προτιμούσαν τα πρόσκαιρα κέρδη της εξαγοράς ψήφων από την ωφέλεια μιας ελάφρυνσης χρέους. Μετά το τρίτο μνημόνιο ο κ. Τσίπρας μπαίνει σε εκλογική τροχιά (είτε για το 2018 είτε για το 2019), και αυτό εντείνει την ανησυχία.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα περιοριστικό πλαίσιο, χωρίς σημαντική μείωση χρέους και χωρίς το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των μνημονίων, δηλαδή το φτηνό κόστος χρηματοδότησης. Μετά το τρίτο μνημόνιο, η οικονομία θα πρέπει να προσαρμοστεί σε επιτόκια αγοράς πολύ υψηλότερα από εκείνα που εξασφαλίζει ο ευρωπαϊκός δανειακός μηχανισμός. Προς το παρόν η χώρα απολαμβάνει τις θετικές συνέπειες της μείωσης των επιτοκίων, που αποδεικνύει πόσο σημαντικό είναι η κυβέρνηση να κλείνει τις αξιολογήσεις, αλλά και το χρέος να διαχειρίζονται ικανοί επαγγελματίες όπως ο απερχόμενος επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ, Στέλιος Παπαδόπουλος.

Η κυβερνητική επαγγελία της «καθαρής εξόδου» παράγει την εσφαλμένη προσδοκία ότι τον Αύγουστο 2018 η χώρα απεμπλέκεται από υποχρεώσεις και εποπτεία. Λάθος. Η ελληνική οικονομία θα παραμείνει υπό στενή εποπτεία μέχρι να αποπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει από την Ε.Ε. «Ενισχυμένη» εποπτεία συνεπάγεται στενή παρακολούθηση, τακτικές επισκέψεις των θεσμών και τριμηνιαίες εκθέσεις προόδου.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η «καθαρή έξοδος» την οποία επιδιώκει η κυβέρνηση θα ήταν ζημιογόνος και επικίνδυνη για τη χώρα. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει την προστατευτική προληπτική πιστωτική γραμμή που προσφέρει η Ευρωζώνη προς οικονομίες που παραμένουν εύθραυστες.

Υποτίθεται, τον Αύγουστο 2018 θα υπάρχει ένα μαξιλάρι ρευστότητας που θα καλύπτει τις δανειακές ανάγκες του 2019, ίσως και πρώτους μήνες του 2020. Ομως το απόθεμα αυτό των κεφαλαίων έχει προέλθει από την υπερφορολόγηση των Ελλήνων ή στερώντας πόρους από την οικονομία. Επίσης, δεν συνιστά επαρκή διασφάλιση. Η Ελλάδα θα παρέμενε ο αδύναμος κρίκος, ευάλωτη σε οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική διαταραχή.

Θα ήταν επωφελέστερη και ασφαλέστερη για τη χώρα η υιοθέτηση, μετά τον Αύγουστο 2018, ενός προγράμματος προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL). Ενα πρόγραμμα PCCL θα επέτρεπε στη χώρα να προσφύγει στην πιστωτική γραμμή, εάν χρειαζόταν. Θα εξασφάλιζε φθηνότερη χρηματοδότηση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αυξάνοντας την εμπιστοσύνη των αγορών και διευκολύνοντας την εισροή επενδύσεων.

Οπως ορθά εξηγεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεση, η χρήση προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL) έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι προστατεύει τη δυνατότητα τα ελληνικά ομόλογα να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στην τακτική χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ, καθώς επίσης και να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ. Και τα δύο ενισχύουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, μειώνοντας σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Χωρίς αυτά, χωρίς PCCL, η χώρα θα μπορούσε εύκολα ξανά να κατρακυλήσει.

Πόσο αποτιμάται η ωφέλεια του PCCL; Πολλά δισ. – αν και όχι τόσα όσα τα 85-100 δισ. που στοίχισαν οι τυχοδιωκτισμοί Βαρουφάκη-Τσίπρα το 2015. Θα μπορούσαν να μειωθούν φόροι, να τονωθεί η οικονομία.

Γιατί τότε η κυβέρνηση δεν θέλει PCCL, αφού ούτως ή άλλως θα είμαστε σε πλαίσιο στενής εποπτείας; Διότι απλούστατα το PCCL προϋποθέτει μνημόνιο συνεργασίας με τους θεσμούς και αυτή η κυβέρνηση θέλει να ξαναβρεί τους ψηφοφόρους του 2015, που περίμεναν τον κ. Τσίπρα να σκίσει τα μνημόνια.

Η «καθαρή έξοδος» του 2018 είναι προπαγανδιστικό εύρημα αντίστοιχο της «περήφανης διαπραγμάτευσης» του 2015. Παράγει στιγμιαία πολιτική ευφορία προς άμεση εκλογική εξαργύρωση. Οπως η εμπειρία του 2015 κατέδειξε, η στιγμιαία ευφορία των Ελλήνων πληρώθηκε πολύ ακριβά με την οικονομική τους εξόντωση από την εφορία (φτηνό λογοπαίγνιο, αρμόζον στην ευτελή πολιτική ιδιοτέλεια της «καθαρής εξόδου»).

Η ακόμα κυνικότερη ερμηνεία είναι ότι ο κ. Τσίπρας σχεδιάζει να διαφύγει μέσω εκλογών το φθινόπωρο, κληροδοτώντας στην επόμενη κυβέρνηση το πρόβλημα, την αστάθεια, τον ακριβό δανεισμό, τον εγκλωβισμό, την υποτροπή σε νέα κρίση. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να ισχύει. Ολος ο κόσμος ξέρει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ βάζει πάντοτε το συμφέρον της χώρας πάνω από το κομματικό συμφέρον...

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 27/12/2017. 

Ένα Σύμφωνο υψηλών προσδοκιών για την Ευρώπη

Π​​ώς πρέπει να προχωρήσει η Ε.Ε. για να ξεπεράσει την «πολυκρίση» των τελευταίων ετών; Ποιοι αμοιβαίοι συμβιβασμοί απαιτούνται; Ποια ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν τον άξονα μιας «μεγάλης συμφωνίας»; Ποιο πρέπει να είναι το μέλλον της Ευρώπης;

Ενα δίκτυο ιδρυμάτων και «δεξαμενών σκέψης», υπό το «Νέο Σύμφωνο για την Ευρώπη» (New Pact for Europe), απαντά στα ερωτήματα αυτά, έχοντας ολοκληρώσει μια ευρεία διαβούλευση που κράτησε πέντε χρόνια. Μεταξύ 2013-17 διοργανώθηκαν περισσότερες από 120 συναντήσεις σε 17 κράτη-μέλη της Ε.Ε., εμπλέκοντας διαμορφωτές πολιτικής, ειδικούς, οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών και πολίτες. Οι συζητήσεις διεξήχθησαν στο εσωτερικό των κρατών-μελών, μεταξύ εθνικών ομάδων προβληματισμού, και πανευρωπαϊκά. Τα συμπεράσματα αποτυπώθηκαν σε επιμέρους εκθέσεις. Στο τελικό στάδιο, μια Ευρωπαϊκή Ομάδα Προβληματισμού επεξεργάστηκε τη σύνθεσή τους σε διήμερα πυκνών συζητήσεων. Το τελικό προϊόν αυτής της μακράς διαβούλευσης παρουσιάστηκε την εβδομάδα που πέρασε (Re-energising Europe: A package deal for the EU27).

Η έκθεση ξεκινάει από τη διαπίστωση ότι η εμβάθυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας δεν είναι ιδεολογία: είναι μια αναγκαιότητα, σε έναν κόσμο αλληλεξάρτησης όπου τα εθνικά κράτη μόνα τους είναι αδύναμα να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τις αξίες και τα συμφέροντά τους. Ακόμα και οι ισχυρότερες χώρες, η Γερμανία ή η Γαλλία, είναι μεσαία κράτη στην παγκόσμια κλίμακα, με συρρικνούμενο μερίδιο ισχύος και επιρροής. Επομένως η ενότητα της Ευρώπης προβάλλει ως η ευφυέστερη εθνική επιλογή για τα μέλη της, σε έναν κόσμο όπου το κέντρο ισχύος μετατοπίζεται προς την Ασία και ο εταίρος της άλλης πλευράς του Ατλαντικού είναι ασταθής και απρόβλεπτος.

Ποιοι είναι οι τομείς όπου «περισσότερη Ευρώπη» θα είχε ωφέλειες για τα κράτη-μέλη; Ή αντίστοιχα εκείνοι όπου η απουσία περαιτέρω ενοποίησης θα οδηγούσε σε συλλογική οπισθοδρόμηση;

Η έκθεση ξεχωρίζει τρία πεδία, υψηλής πολιτικής προτεραιότητας: την οικονομική και κοινωνική πολιτική με επίκεντρο την Ευρωζώνη, τη μετανάστευση, και την ασφάλεια. Η Ε.Ε. είναι πολωμένη μεταξύ Βορρά-Νότου στο θέμα της οικονομικής πολιτικής. Και είναι διαιρεμένη μεταξύ Δυτικής και Κεντροανατολικής Ευρώπης στα ζητήματα της μετανάστευσης.

Η έκθεση προτείνει μια ευρεία σύνθεση, έναν συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο αντίπαλες «σχολές σκέψης» όσον αφορά τις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές στην Ευρωζώνη. Από τη μια πλευρά βρίσκονται εκείνοι (κυβερνήσεις και παρατάξεις) που υπερασπίζονται το δίπτυχο της «υπευθυνότητας και ανταγωνιστικότητας», υποστηρίζοντας την αυστηρότερη εφαρμογή των κανόνων, πειθαρχία στα κελεύσματα των αγορών, αποφυγή διάσωσης κρατών-μελών, αποκλειστική έμφαση στις εθνικές μεταρρυθμίσεις. Και από την άλλη, η σχολή σκέψης που υποστηρίζει περισσότερη αλληλεγγύη και κοινωνική προστασία, πιο ευέλικτους κανόνες, μεγαλύτερη διακριτική ευχέρεια, επιμερισμό των κινδύνων, περισσότερη ευρω-στήριξη στις εθνικές προσπάθειες μεταρρυθμίσεων, χώρο για δημόσιες επενδύσεις, και μείωση των μεγάλων ανισορροπιών. Σε κάθε προσέγγιση εγγράφονται συγκεκριμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις, που αλληλοεξισορροπούνται: για παράδειγμα, η ενίσχυση με ευρωπαϊκές επενδύσεις των οικονομιών σε ύφεση, με αντάλλαγμα μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητά τους.

Αντίστοιχα για τη μετανάστευση, η προτεινόμενη συμφωνία επιδιώκει να εξισορροπήσει ασφάλεια και αλληλεγγύη, προωθώντας μια «Ευρώπη που προστατεύει» τους πολίτες της, χωρίς όμως να καταλήγει σε «Ευρώπη φρούριο». Θέλει να συγκεράσει την ασφάλεια των πολιτών απέναντι σε ανεξέλεγκτες εισροές μετανάστευσης, με την ανάγκη αλληλέγγυας στάσης μεταξύ των κρατών-μελών, απέναντι στους απελπισμένους που κρούουν τις πύλες της Ευρώπης, απέναντι στις χώρες διέλευσης και προέλευσης των μεταναστευτικών ρευμάτων.

Τέλος στον τομέα της ασφάλειας, η προστιθέμενη αξία της Ενωσης μεγιστοποιείται με την εμβάθυνση της συνεργασίας στην εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια, στην αμυντική συνεργασία και αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Ο μέγας αντίπαλος της Ευρώπης δεν είναι ο λαϊκισμός, αλλά οι πολλαπλές όψεις φόβου και ανασφάλειας που τρέφουν τον λαϊκισμό. Ανασφάλεια κοινωνική και οικονομική, τεχνολογική, ανασφάλεια ταυτότητας, ανασφάλεια απέναντι στην τρομοκρατία και τις εξωτερικές απειλές. Η συλλογική αποτυχία της Ευρώπης θα σήμαινε την περαιτέρω άνοδο αυταρχικών και εθνικολαϊκιστικών δυνάμεων, που έχασαν τη μάχη αλλά όχι και τον πόλεμο.

Είναι υπερβολικά φιλόδοξα όλα αυτά; Πιθανόν. Οι διαπραγματεύσεις της «Τζαμάικα» στο Βερολίνο κατέρρευσαν όταν οι ευρωσκεπτικιστές του FDP αρνήθηκαν την αλλαγή status quo της Ευρωζώνης με διεύρυνση του ρόλου του ESM. Η προγραμματική συμφωνία της ολλανδικής κυβέρνησης απαγορεύει την ενίσχυση του ESM. Ο Μακρόν αναζητά απεγνωσμένα συνομιλητές. Μόνο ένας μεγάλος γερμανικός συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες θα μπορούσε να υποστηρίξει τις μεταρρυθμίσεις – αλλά και τότε, άλλες χώρες θα μπορούσαν να εναντιωθούν. Το παράθυρο ευκαιρίας θα κλείσει σύντομα, καθώς οι κρίσιμες εκλογές στην Ιταλία τον Μάρτιο απειλούν να ρίξουν την Ε.Ε. σε νέα περιδίνηση. Μεγάλα τα εμπόδια λοιπόν. Αλλά η Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε στον αστερισμό των χαμηλών προσδοκιών.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 26/11/2017.

Γιατί θα ψηφίσω την Κυριακή

Ε​​ίναι δύσκολο να ενθουσιαστεί κανείς με τις εκλογές ανάδειξης αρχηγού στην Κεντροαριστερά. Είναι ευκολότερη η ανία και αδιαφορία. «Μικρομεσαίοι υποψήφιοι», «στερεότυπες τοποθετήσεις», «υπόθεση για περιορισμένο κύκλο οπαδών», είναι ορισμένα από όσα έχουν ειπωθεί.

Ο κυνισμός είναι ένα βολικό καταφύγιο, αλλά η διαρκής προσφυγή στη θαλπωρή του είναι ομολογία πνευματικής οκνηρίας. O κυνισμός συγκατοικεί με την αντιδημοκρατική νοοτροπία όσων βλέπουν τις εκλογές ως ανούσιο θέατρο. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία χρειάζεται το οξυγόνο της μαζικής συμμετοχής. Αλλιώς ανοίγει ο δρόμος για τους δημαγωγούς που επικαλούνται έλλειψη νομιμοποίησης των δημοκρατικών θεσμών, και καλούν τον λαό «να βροντοφωνάξει» σε τυχοδιωκτικά δημοψηφίσματα. Τα είδαμε στην Καταλωνία, τη Βρετανία, την Ελλάδα του 2015.

Δεύτερον, η διαδικασία εκλογής αρχηγού της Κεντροαριστεράς αφορά τον χώρο του πολιτικού κέντρου, χώρο συνώνυμο με τον ορθολογισμό και τη μετριοπάθεια. Η γενική εμπειρία διδάσκει ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί που δεν ασκούνται ατροφούν, και όποτε οι μετριοπαθείς πολίτες κάθονται σπίτι, το παιχνίδι κερδίζουν οι ακραίοι και οι λαϊκιστές. Ας το δούμε λοιπόν οι πολίτες του προοδευτικού κέντρου σαν άσκηση εγρήγορσης, που θα ενδυναμώσει τους δημοκρατικούς μυώνες απέναντι στις ταξιαρχίες της επαναστατικής γυμναστικής.

Ενα ισχυρό προοδευτικό κέντρο είναι αναγκαίο για τη χώρα. Είναι μακροπρόθεσμα χρήσιμο και για τα δυο μαζικά κόμματα εξουσίας, τη Ν.Δ. και τον ΣΥΡΙΖΑ. Οχι από τη σκοπιά του βραχυπρόθεσμου εκλογικού ορίζοντα. Αλλά από κείνη της μετέπειτα κυβερνητικής σταθερότητας. Θα αύξανε και τον θετικό ανταγωνισμό για τη Ν.Δ., βοηθώντας την να γίνεται καλύτερη – ένας φιλελεύθερος δεν θα μπορούσε να πιστεύει διαφορετικά.

Ενα ισχυρό κέντρο σταθεροποιεί τη δημοκρατία. Το βλέπουμε στην Ισπανία, όπου Ciudadanos και PSOE πιέζουν για διάλογο στη διευθέτηση του Καταλανικού. Το είδαμε στην Ελλάδα τον δραματικό Ιούλιο 2015, όταν η καταλυτική παρουσία δύο μικρότερων κομμάτων του κέντρου κράτησε τη χώρα όρθια.

Είναι γεγονός ότι το πολιτικό μας σύστημα είναι σήμερα πιο κεντρομόλο παρά ποτέ. Ομως αυτή η εξέλιξη είναι απόρροια δύο συγκεκριμένων παραγόντων. Της απρόθυμης, συγκυριακής μετακίνησης του ΣΥΡΙΖΑ προς την Κεντροαριστερά, όταν βρέθηκε αναγκασμένος να εφαρμόζει πολιτικές μνημονίου. Και του γεγονότος ότι η Ν.Δ. υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει την πιο φιλελεύθερη και μεταρρυθμιστική ηγεσία επί δεκαετίες.

Ομως στη Ν.Δ. η φιλελεύθερη πτέρυγα εκ των πραγμάτων συγκατοικεί με τη συντηρητική. Ετσι είναι τα κεντροδεξιά κόμματα εξουσίας. Η Μέρκελ κυβερνώντας από το κέντρο είναι κόκκινο πανί για πολλούς συντηρητικούς του CDU/CSU, που θεωρούν ότι τους πρόδωσε. Ο κεντρώος πραγματισμός της Μέρκελ έχει εδραιώσει την παράταξή της να κυβερνά ανελλιπώς από το 2005, προετοιμάζοντας την τέταρτη κατά σειρά κυβέρνηση. Το κέντρο είναι ο πόλος της κυβερνητικής σταθερότητας.

Ενα ισχυρό προοδευτικό κέντρο προσφέρει τον αναγκαίο ενδιάμεσο φορέα ιδεολογικής μετριοπάθειας και σύγχρονων φιλελεύθερων αξιών. Λειτουργεί ως επισπεύδων για την επέκταση δικαιωμάτων, από το σύμφωνο συμβίωσης και τα δικαιώματα των ομόφυλων ζευγαριών μέχρι τη θεραπευτική χρήση της κάνναβης, το δικαίωμα στον αξιοπρεπή θάνατο, την εμπέδωση της ανεξιθρησκίας. Αλλά και ως φυτώριο αμφιλεγόμενων προτάσεων που μπολιάζουν δημιουργικά τη δημόσια συζήτηση (εισαγωγή της αγγλικής ως δεύτερης επίσημης γλώσσας του κράτους;).

Στις ακραίες εξάρσεις το προοδευτικό κέντρο προσφέρει φωνή καταλλαγής, και στη μεταρρυθμιστική ατολμία των μαζικών κομμάτων, την καθαρή φωνή μικρότερων κομμάτων με την πολυτέλεια της τόλμης. Στην εξωτερική πολιτική, θα διευκόλυνε αναγκαίους επωφελείς συμβιβασμούς ενάντια σε παρωχημένες αγκυλώσεις, όπως στο θέμα του ονόματος της γειτονικής χώρας. Το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη υπήρξε ένα τέτοιο κόμμα, και η παρουσία του λειτούργησε ανανεωτικά στο κουρασμένο κομματικό σύστημα. Αλλά και ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης συνεισέφερε μια παρόμοια δυναμική. Δεν υπάρχει δυτική κοινωνία όπου οι φιλελεύθερες αξίες να μη διαθέτουν πολιτική εκπροσώπηση.

Τον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν μπορεί βέβαια να εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις αυτάρεσκες διακηρύξεις του. Οχι μόνο διότι ο λαϊκισμός και η αρμονική του συμβίωση με τους ΑΝΕΛ του στερούν το δικαίωμα. Αλλά διότι ο ΣΥΡΙΖΑ στεγάζει έναν αριστερίστικο «δικαιωματισμό» που κλείνει το μάτι στην πολιτική βία, υποθάλπει παραβιάσεις του κράτους δικαίου και χαϊδεύει τους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν περιουσίες και χτυπούν αστυνομικούς.

Η στροφή του εκλογικού συστήματος στο αναλογικότερο θα επιβάλλει διακομματικές συνεργασίες. Ενας ισχυρός κεντρώος πόλος λειαίνει το έδαφος για αναγκαίες συγκλίσεις, εμπεδώνει κουλτούρα διαλόγου, συμβιβασμών, συναινέσεων.

Η έκβαση της ανάδειξης του νέου φορέα της Κεντροαριστεράς θα καθορίσει εάν η αυριανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα έχει ως δυνητικό εταίρο ένα προοδευτικό κόμμα με μεταρρυθμιστικό προσανατολισμό ή ένα κόμμα-χυλό που επιδιώκει απλώς να επαναπατρίσει προδομένους Πασόκους από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Επομένως, θα ψηφίσω την Κυριακή. Χωρίς ενθουσιασμό, αλλά με ισχυρή συναίσθηση ότι η υπόθεση αυτή αφορά ένα φάσμα πολύ ευρύτερο από τη στενή κομματική βάση της Κεντροαριστεράς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 12/11/2017. 

Τι έκαναν οι επόμενες γενιές για εμάς;

Η​​ μεγαλύτερη ίσως γνωσιακή πρόκληση είναι να τοποθετήσεις το παρόν στον περιβάλλοντα ιστορικό χρόνο. Να διακρίνεις εάν η παρούσα συγκυρία είναι απλώς μια στιγμή στην ταλάντωση του εκκρεμούς ή αντίθετα μέρος μιας διαρκέστερης μακροχρόνιας τάσης.

Πάρτε την άνοδο του εθνικισμού και λαϊκισμού. Η Ε.Ε. μετράει ήδη δύο κυβερνήσεις (Πολωνία και Ουγγαρία) στα χέρια εθνικιστών ηγετών που δεν κρύβουν τη δυσφορία τους με το φιλελεύθερο κράτος δικαίου και τη συμπάθειά τους προς το heavy-handed μοντέλο ηγεσίας Πούτιν και Ερντογάν. Είναι πολιτικός κύκλος ή η αρχή μιας μακράς σκοτεινής περιόδου;

Πάρτε την Καταλωνία. Είναι η ανάσυρση του εθνοτικού εθνικισμού (ethnic nationalism) από τα αραχνιασμένα υπόγεια της ιστορίας προάγγελος μιας μακράς ανατροπής; Απειλούνται με κατακερματισμό τα σύγχρονα πλουραλιστικά κράτη που συστεγάζουν διαφορετικές εθνογλωσσικές συνιστώσες και μειονότητες (στη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Ρουμανία, κ.λπ.); Ή ο παροξυσμός του στενού εθνικισμού θα οδηγήσει ξανά την πλειοψηφία στην αναζήτηση της ασφάλειας και σταθερότητας του φιλελεύθερου status quo;

Πάρτε την προεδρία Τραμπ. Είναι ο Τραμπ μια δυστοπική εικόνα από το μέλλον μιας μεγάλης δημοκρατίας; Είναι η αρχή μιας μακράς περιόδου παρακμής των ΗΠΑ και διευρυνόμενου χάσματος με την Ευρώπη; Ή είναι απλώς ένα ιστορικό ατύχημα, που θα διορθωθεί στην επόμενη ευκαιρία;

Πάρτε την άνοδο της Κίνας. Ζούμε τον αιώνα της Κίνας; Για όποιον παρακολούθησε το 19ο Συνέδριο του ΚΚΚ που επισφράγισε την παντοδυναμία του Σι Τζινπίνγκ, είναι σαφής η εικόνα ενός κράτους που εξαπλώνει συστηματικά την οικονομική του επιρροή, με όχημα την παγκοσμιοποίηση. Και πλέον εκμεταλλεύεται το κενό αμερικανικής ηγεσίας για να εξαγάγει και παγκόσμια πολιτισμική επιρροή, soft power. Πολλοί αναλυτές βέβαια επιχείρησαν παρόμοιες προβολές στο μέλλον, και διαψεύσθηκαν. Το 1989 ο Πολ Κένεντι (The Rise and Fall of the Great Powers) προέβλεψε ότι το μέλλον ανήκει στην Ιαπωνία. Λίγα χρόνια αργότερα η Ιαπωνία βυθίστηκε στη στασιμότητα από την οποία δεν έχει ανακάμψει. Μήπως και η Κίνα έχει μπροστά της ένα πλατό οικονομικής επιβράδυνσης; Οπως θα έλεγε κι ο Τσου Εν Λάι, «είναι πολύ νωρίς για να πούμε».

Πάρτε την Ευρώπη. Η Ευρωζώνη βρίσκεται στην ισχυρότερη κυκλική ανάκαμψη από το 2008. Εξίσου κυκλική είναι και η σταθερότητα που εκπέμπει η Ευρωζώνη: την κρίση διαδέχεται η σταθεροποίηση, αλλά η κρίση κάποια στιγμή θα αναβιώσει – ελπίζουμε μόνο να μην έχει ξανά επίκεντρο την Ελλάδα. Ομως ορισμένες μακροχρόνιες τάσεις εξελίσσονται γραμμικά, όχι κυκλικά. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης, η μείωση του μεριδίου στην παγκόσμια οικονομία, οι χαμηλοί ρυθμοί αύξησης της παραγωγικότητας, η υπερχρέωση, το διογκούμενο κόστος του κράτους πρόνοιας: όλα αυτά συνιστούν μακροπρόθεσμες τάσεις για τις οποίες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί προειδοποιούν και οι κυβερνήσεις (σε διαφορετικούς βαθμούς) προετοιμάζονται.

Πάρτε τώρα την ελληνική οικονομία. ΑΕΠ και ανεργία επιτέλους ανακάμπτουν – μετά οκτώ χρόνια ύφεσης ήταν πια καιρός. Ομως πόσο αυτή η αδύναμη κυκλική ανάκαμψη εμπεριέχει προϋποθέσεις διατηρήσιμης ανάπτυξης; Πού είναι οι πολιτικές που θα αυξήσουν το δυνητικό προϊόν, θα κλείσουν το τεράστιο κενό αποεπένδυσης, θα αποτρέψουν την περαιτέρω φυγή ανθρώπινου κεφαλαίου και επιχειρήσεων υπό το βάρος υπέρογκων φόρων και εισφορών; Πού είναι η στόχευση στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις της δημογραφικής απίσχνανσης, των χαμηλών ρυθμών βελτίωσης της παραγωγικότητας, της αναπτυξιακής αναιμίας;

Δουλειά των κυβερνήσεων είναι να αντισταθμίζουν τον αρνητικό κύκλο και να θωρακίζουν απέναντι στη μακροχρόνια επιδείνωση. Να φροντίζουν η αρνητική συγκυρία να μην αφήνει πίσω της αναντίστρεπτες επιπτώσεις.

Η Ελλάδα θα είχε πολλά να μάθει από τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Διαβάστε το Πρόγραμμα Δράσης 2018, για το πώς μια οιονεί κυβέρνηση συγκεράζει την αντιμετώπιση των άμεσων προκλήσεων με τη διατύπωση μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων και την ανάληψη μακρόπνοων πρωτοβουλιών για το μέλλον της Ευρώπης. Διδακτικό, σε μια χώρα που τα τελευταία χρόνια κυβερνάται με ορίζοντα την επόμενη αξιολόγηση των «θεσμών» – που πάντως είναι καλύτερο από το να κυβερνάται με βάση την τελευταία δημοσκόπηση...

Η κυβερνητική μυωπία, η υποτίμηση του μακροπρόθεσμου, είναι εύκολη και πολιτικά προσοδοφόρος. «Γιατί να ενδιαφερθώ για τις επόμενες γενιές; Τι έκαναν αυτές για μένα;» είχε πει ένας Βρετανός βουλευτής.

Υποχρεωθήκαμε από την Ε.Ε. να κάνουμε κάτι για το ασφαλιστικό. Από τις εκθέσεις του ΔΝΤ μαθαίνουμε για τη μακροχρόνια επίπτωση του δημογραφικού, της χαμηλής παραγωγικότητας, των συνταξιοδοτικών δαπανών, που απειλούν να αφήσουν πίσω μια οικονομία ζόμπι.

Χρειαζόμαστε ισχυρούς ανεξάρτητους θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, που να μπορούν να χτυπάνε τον συναγερμό. Χρειαζόμαστε να ενισχύσουμε παρόμοιους εθνικούς θεσμούς. Και χρειαζόμαστε κυβερνήσεις και κόμματα που να βλέπουν πέρα από τις επόμενες εκλογές, στο βάθος του ορίζοντα. Και να προετοιμάζουν τη χώρα γι' αυτό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 29/10/2017.

Lessons for the eurozone from Greece’s painful crisis years

Greece is finally growing again. But it has been arguably the eurozone's greatest failure. Catapulted into a debt crisis with a 15 per cent government spending deficit in 2009, the country suffered eight years of economic contraction. Unemployment is still 23 per cent, youth unemployment 45 per cent. Greece's "Great Depression" has been as deep as that of the US in the early 1930s, but twice as long.

Can Europe learn from the country's painful experience? A first lesson is to reform at the top of the cycle. Greece had to adjust in recession because it failed to do so in its pre-crisis boom. Reforms should always be adopted in times of growth, when people are confident and losers can be compensated. An upswing can buy time to implement reforms, but should not be invoked as evidence that reforms are unnecessary. The eurozone is now in its strongest period of post-crisis recovery. But it should avoid complacency. Reforms are necessary for the long-term viability of the monetary union. We need a stabilisation budget and joint-borrowing capacity; greater risk sharing; and financial union to break the doom loop between banks and government.

After September's election in Germany, and assuming Emmanuel Macron delivers domestic reforms in France, Europe will be at the top of its political cycle. This is the time to push ahead with eurozone reforms. They will require painful concessions: the Germans refuse joint deposit insurance or a fiscal backstop, the French are not keen to surrender control over the national budget and the Italians reject ceilings on bank exposure to sovereign debt. But something must give.

The second lesson is to use a balanced economic policy mix. There must be breathing space from restrictive policies. Since 2010, fiscal and incomes policies in Greece were heavily contractionary. Monetary expansion by the European Central Bank did not reach the periphery. Greece pursued a near mission impossible, relying on recessionary internal devaluation to regain competitiveness while having to grow to reduce debt relative to gross domestic product. The country needed support from a eurozone demand stimulus, eurozone inflation close to 2 per cent or proper risk sharing in the bloc. None of this was available.

A third lesson is to address financial fragmentation. The banks were brought down by an illiquid or insolvent government — a situation aggravated by capital flight. Companies tried to offset the prohibitive cost of capital by suppressing wages, while productivity was shrinking through disinvestment. This is no way to run a monetary union. A true banking union would limit banks-to-sovereign contagion. A joint deposit insurance scheme would assure depositors that Europe was behind them.

Fourth, expand non-bank financing. Fifth, deal with non-performing loans. Action to tackle Greek NPLs was too little, too late.

Sixth, focus on real not just nominal convergence. Greece eradicated its fiscal and current account deficits. Yet the crisis leaves a debilitating legacy. Between 2009 and 2016, real potential output declined by 13.7 percentage points. Investment has shrunk from 22 to 12 per cent of GDP. Instead of replicating this disaster, investment spending in the eurozone should be protected from recession and fiscal consolidation cuts. Raising productivity and potential growth should be the emphasis.

Finally, keep sight of the big picture. Greece's greatest challenge is to shift to export-oriented growth, raise productivity, increase labour participation and improve its dismal, ageing demographic trend. The ageing eurozone must also address its slowing productivity growth. It must focus on real convergence, devising adjustment strategies that do not deprive the eurozone periphery of their best and brightest.

Δημοσιεύτηκε στους "Financial Times" στις 7/8/2017.

Σελίδα 1 από 5