Τρίτη, 14 Ιούλιος 2020

Το δράμα της τραμπικής Αμερικής

Για όποιον παρακολουθεί τις ομιλίες και τα tweets του Ντόναλντ Τραμπ από το 2016, αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Αμερική δεν συνιστά έκπληξη. Ο πρόεδρος Τραμπ αποτέλεσε προϊόν μιας βαθιά πολωμένης Αμερικής. Η αλλοπρόσαλλη θητεία του στον Λευκό Οίκο οδηγήθηκε από την επιδίωξη της βαθύτερης διαίρεσης και οξύτερης πόλωσης, ως συνειδητή στρατηγική επανεκλογής.

Αυτό που συμβαίνει στην Αμερική μας αφορά. Οχι μόνο επειδή η Αμερική παραμένει η απαραίτητη χώρα (the indispensable nation) στον κόσμο. Αλλά διότι η διάβρωση μιας μεγάλης δημοκρατίας στα χέρια ενός δημαγωγού έχει ευρύτερες επιπτώσεις.

Οι σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες τείνουν να συνθέτουν: επιδιώκουν συγκλίσεις, συμβιβάζουν αντιθέσεις, αμβλύνουν, ενσωματώνουν. Ομως ο λόγος του Τραμπ είναι καθαρός και ανόθευτος. Απαλλαγμένος από οτιδήποτε θα μπορούσε να μετριάσει το μείγμα της αλαζονείας, υποκρισίας, εχθροπάθειας, περιφρόνησης στην αλήθεια, κολακείας των κατώτερων ενστίκτων μιας βαθιάς Αμερικής. Τα μελλοντικά αναγνώσματα θα σπεύσουν να τον σκιαγραφήσουν ως απόλυτο villain. Ουράια Χιπ συναντά Γκόρντον Γκέκο συναντά Σάιμον Λεγκρή.

Δεν θα είχε τόση σημασία η προσωπικότητα ενός ηγέτη εάν το αμερικανικό σύστημα δεν είχε εναποθέσει τόση θεσμική εξουσία στο πρόσωπο του προέδρου. Ηταν νομοτελειακό οι προσκλήσεις του Τραμπ σε οπαδούς του να «περιποιηθούν» τους αντιπάλους του, ο εκθειασμός της βίας, οι διαρκείς επιθέσεις στα ΜΜΕ, να υποκινήσουν τη βιαιότητα αστυνομικών προς μειονότητες και δημοσιογράφους.

Ηταν εξίσου αναπόφευκτο η κοχλάζουσα κοινωνική ένταση να οδηγήσει στην έκρηξη των (βίαιων αλλά κυρίως ειρηνικών) διαδηλώσεων διαμαρτυρίας που συγκλονίζουν την Αμερική.

Λένε πολλοί ότι ο Τραμπ είναι προϊόν του «συστήματος». Κι όμως το ίδιο «σύστημα» αμέσως πριν είχε δώσει οκτώ χρόνια Ομπάμα, και 2,8 εκατομμύρια περισσότερες ψήφους στη Χίλαρι Κλίντον το 2016. Πάντοτε υπάρχει η άλλη Αμερική: του Ομπάμα, των Κένεντι, της RBG, των liberal Πανεπιστημίων, της καινοτομίας, του Peace Corps. Των λευκών αστυνομικών που αγκαλιάζονται με μαύρους διαδηλωτές.

Ναι είναι ο Τραμπ προϊόν της Αμερικής, όπως ένα δίκτυο αποχέτευσης είναι προϊόν του πολιτισμού μιας πόλης. Να δούμε τις βαθύτερες αιτίες; Ο συνδυασμός πλειοψηφικού συστήματος, κολεγίου των εκλεκτόρων, και αδύναμων κομματικών οργανισμών ενθαρρύνει την πόλωση, τους τυχοδιώκτες, τους λαϊκιστές. Στο υπόστρωμα, η ακόμα βαθύτερη κοινωνική πόλωση: μια λαϊκή κουλτούρα που αποθεώνει τον αδιανόητο επιδεικτικό πλούτο, τη glamorous «επιτυχία», τους χρυσούς τοίχους του Trump Tower. Που συνυπάρχει με μια πραγματικότητα ραγδαίας διεύρυνσης των ανισοτήτων, ανύπαρκτο δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας, απέραντες μάζες ξεχασμένων και περιθωριοποιημένων.

Ναι, οι δυνάμεις αυτές είναι οι ίδιες που κινούν τα animal spirits, τις μηχανές παραγωγής πλούτου, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και υπεροχή των ΗΠΑ. Ομως η δημοκρατία είναι μια διαρκής επιδίωξη ισορροπίας. Δεν μπορεί να λειτουργήσει με ακραίες ανισότητες, ούτε με αδιάφορους πολίτες – το γνωρίζουμε από την εποχή του Αριστοτέλη.

Η προϊούσα ασθένεια της αμερικανικής δημοκρατίας είναι η αποπολιτικοποίηση, η εγκατάλειψη των civics, η βαθιά πολιτική αποχαύνωση ευρύτατων μεσαίων και χαμηλότερων στρωμάτων. Η ιδιώτευση της μεσαίας τάξης αδυνατίζει το κέντρο, πυλώνα μετριοπάθειας, κι εγκαταλείπει το γήπεδο στους φανατικούς. Είτε στους φονταμενταλιστές της αριστερής πολιτικής ορθότητας και του έξαλλου φυλετισμού. Είτε (κυρίως) στους αφελείς, τους μισαλλόδοξους, τους ρατσιστές της ακροδεξιάς, που συναπαρτίζουν τη θάλασσα της απαιδευσίας και του φανατισμού. Που αδυνατούν να διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε έναν βασιλιά των ριάλιτι κι έναν ηγέτη κατάλληλο να κυβερνήσει μια χώρα.

Η δυτική δημοκρατία που στηρίζεται σε οργανωμένα κόμματα, διαδικασίες, προγράμματα, καταστατικά, είναι ανάχωμα απέναντι σε φαινόμενα πολιτικού τυχοδιωκτισμού όπως ο Τραμπ. Οχι επαρκές ανάχωμα, εάν τα κόμματα καταληφθούν από τους ακραίους, όπως θυμίζει η πτέρυγα Μπόρις Τζόνσον στη Βρετανία. Είναι όμως μια άμυνα. Ιδίως σε εκλογικά συστήματα που συνδυάζουν πλειοψηφικότητα με αναλογικότητα, όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά, υποχρεώνοντας σε αναζήτηση συναινέσεων. Μπορείτε να φανταστείτε τη σύγχρονη γερμανική δημοκρατία να παράγει έναν Τραμπ;

Εχουμε επενδύσει αμέτρητες ώρες μαστιγώνοντας τις δυσλειτουργίες της Ευρώπης, τη βραδύτητα των αποφάσεων, τη δυσκολία των μεταρρυθμίσεων, τις στρεβλώσεις γηρασμένων συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας. Ας αναγνωρίσουμε όμως μια υπεροχή στη μεσότητα και ισορροπία που παράγουν οι δικαιοκρατούμενες δημοκρατίες της Ευρώπης. Στη διαρκή προσπάθεια ενσωμάτωσης των χαμένων και των απέξω, στην άμβλυνση των ακραίων ανισοτήτων που επιτελεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος.

Το σημερινό δράμα της τραμπικής Αμερικής είναι μια υπόμνηση της αξίας της Ευρώπης όπως και των αξιών μιας φιλελεύθερης Αμερικής. Γύρω από τις οποίες επείγει ξανά να συναντηθούμε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 14/6/2020. 

Τι ακόμα χρειάζεται η Ευρώπη για να ξυπνήσει;

«Η ζωή φέρνει τα πάνω-κάτω». Τη μία μέρα η οικονομία ατενίζει το αύριο με αισιοδοξία, το κράτος δανείζεται με μηδενικά επιτόκια, ο τουρισμός ετοιμάζεται για μία ακόμα χρονιά επιτυχίας. Ενα μήνα αργότερα, τα αεροπλάνα έχουν καθηλωθεί στο έδαφος, τα ξενοδοχεία ερημώνουν, ο πληθυσμός παρακολουθεί κάθε απόγευμα στην τηλεόραση το ημερήσιο δελτίο θανάτων.

Η φοβερή νέα κρίση χτυπά όλες τις χώρες της Ευρώπης, σφοδρότερα όμως εκείνες που ξεκινούν από πιο αδύναμη βάση. Προσέξτε τον φαύλο κύκλο. Εξασθενημένες από μακρά προγράμματα προσαρμογής, οι χώρες του Νότου πλήττονται βαρύτερα λόγω τουρισμού, έχουν μειωμένα δημοσιονομικά περιθώρια, δεν μπορούν να ρίξουν στην οικονομία τους όσα οι βόρειες. Μέτρα τόνωσης 126 δισ. έχει λάβει η Γερμανία, μόλις 16 δισ. η Ιταλία (βλ. 5ο Εβδομαδιαίο Δελτίο του ΕΛΙΑΜΕΠ). Οι οικονομίες του Νότου θα βγουν με βαθύτερη ύφεση, υψηλή ανεργία, ακόμα πιο αδύναμες τράπεζες. Το χρέος τους θα φλερτάρει με την υποβάθμιση, οι αγορές θα απαιτούν υψηλότερα επιτόκια για να τις δανείσουν. Αλλοτε υγιέστατες επιχειρήσεις θα χρειάζονται διάσωση, όμως το κράτος δεν θα μπορεί να τις ενισχύσει, την ίδια ώρα που οι επιχειρήσεις των πλούσιων οικονομιών θα ανακεφαλαιοποιούνται από κυβερνήσεις με βαθιές τσέπες.

Από τους χειρότερους κινδύνους της ζωής είναι η περιέλευση σε αυτοτροφοδοτούμενη αδυναμία. Σε έναν τέτοιο φαύλο κύκλο επιδείνωσης, η τοξικότητα περνά από τον ένα τομέα στον άλλο, από την οικονομία, στην κοινωνία, στο πολιτικό σύστημα. Στις τελευταίες πράξεις του δράματος, μελανοχίτωνες εθνικιστές θα καίνε ευρωπαϊκές σημαίες στις πλατείες της Ρώμης και του Μιλάνου.

Γιατί είναι λογική η διάσωση του Νότου από τον Βορρά; Οχι μόνο από αλληλεγγύη, που είναι στο κάτω κάτω μια υποκειμενική ηθική επιλογή. Είναι η (ευφυής) αντίληψη του ίδιου συμφέροντος ως κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος που υπαγορεύει στον Βορρά να βοηθήσει τον Νότο. Η προστασία των κεκτημένων της ενιαίας αγοράς, του κοινού νομίσματος, των κοινών θεσμών, από τα οποία οι πλούσιες χώρες βγαίνουν κατεξοχήν ωφελημένες. Οι μεγάλες οικονομίες μόνες τους, η ίδια η κραταιά Γερμανία, θα ήταν μικρομεσαία μεγέθη στον κόσμο, κλωτσοσκούφι στον ανταγωνισμό ΗΠΑ και Κίνας, χωρίς την Ε.Ε. των «27» πίσω τους.

Σε περιόδους οξείας κρίσης, η Ε.Ε. είναι τόσο αδύναμη όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της. Ενα ασφαλιστικό πρόγραμμα είναι ισχυρό όταν ασφαλίζει και υγιείς ασφαλισμένους – υγιείς οικονομίες. Η Ε.Ε. έχει το μέγεθος και το θεσμικό οπλοστάσιο για να λειτουργεί ως ένας τεράστιος οργανισμός ασφάλισης για τα κράτη-μέλη της.

Αυτός ο επιμερισμός κινδύνων (risk-sharing) δεν είναι καθόλου ξένος στην Ε.Ε. Τον ασκεί η ΕΚΤ με ένα θεόρατο πρόγραμμα αγοράς τίτλων που σώζει εκ νέου την Ευρωζώνη. Αλλά μόνη της δεν φτάνει για να επιμερίσει το κόστος της ανοικοδόμησης. Τα προγράμματα της Ε.Ε. (όπως το SHARE – ασφάλιση απέναντι στην ανεργία) είναι στη σωστή κατεύθυνση. Μια γιγαντιαία έκδοση κοινών ομολόγων από ένα Ταμείο Ανάκαμψης θα έκανε καλύτερα τη δουλειά.

Οι πλουσιότερες χώρες τείνουν να ξεχνούν ότι ούτε ο πλούτος, ούτε η ισχύς, ούτε η καλή τύχη είναι μόνιμες. Κοιτάξτε τη Λομβαρδία, την πλουσιότερη περιφέρεια στην Ιταλία – μία από τις πλουσιότερες στην Ευρώπη. Χρειάστηκε μια πανδημία για να καταρρεύσει. Η Ολλανδία το 2008 χρειάστηκε να διασώσει όλες σχεδόν τις μεγάλες τράπεζές της. Καμία ιταλική τράπεζα τότε δεν βρέθηκε σε παρόμοιο κίνδυνο κατάρρευσης. H Σουηδία πέρασε μία από τις χειρότερες κρίσεις το 1991-92. Οικονομικά στάσιμη, η Γερμανία των αρχών δεκαετίας του 2000 ήταν ο «μεγάλος ασθενής». Την ίδια περίοδο, Ιρλανδία και Ελλάδα αναδύονταν ως τα success stories της Ευρώπης...

Η επιτυχία στα έθνη δεν είναι γραμμική ευθεία οδός, όπως ούτε και στη ζωή. Η ανατροπή, το απρόοπτο, η τυχαιότητα, η έκπληξη, οι κύκλοι της ζωής, είναι κανόνας παρά εξαίρεση.

Η Ε.Ε. έχει τη μοναδική δυνατότητα να λειτουργήσει ως τεράστια δεξαμενή εσωτερικού επιμερισμού κινδύνων. Τι λαμπρότερη ευκαιρία από μια κρίση εξωγενή που ως φυσική καταστροφή χτυπά όλους, αλλά επιδεινώνει θανάσιμα την ευπάθεια των πιο αδύναμων. Αυτή είναι η ευκαιρία για τις ευρισκόμενες σε θετική συγκυρία να θωρακίσουν τις πιο ευάλωτες, μαζί και τον εαυτό τους, επιμερίζοντας το κόστος ανοικοδόμησης για την επόμενη μέρα.

Το 2006 ο δυτικός κόσμος ζούσε μια αυταπάτη ατέρμονης ανάπτυξης. Χρειάστηκαν δύο χρόνια για να καταλάβει ότι βρισκόταν σε μια τεράστια φούσκα. Το 2019 η Ε.Ε. είχε αφήσει πίσω της τις μεγάλες κρίσεις. Χρειάστηκε ένας ιός από την άλλη άκρη του κόσμου για να φέρει τη μεγαλύτερη ύφεση από το '30. To 1910 η Ευρώπη ζούσε τη Belle Epoque της, και το 1938 η Βρετανία ετοιμαζόταν για τη διαρκή ειρήνη (peace for our time). Οι ακραίες κρίσεις όταν αφεθούν ανεξέλεγκτες γίνονται αυτό ακριβώς που η εξέλιξή τους προδιαγράφει: ανεξέλεγκτες. Τι ακόμα χρειάζεται η Ευρώπη για να ξυπνήσει;

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή της Κυριακής" στις 26/4/2020. 

Η αδύναμη καρδιά της Ευρώπης

Η Ευρώπη μιλάει πολλές γλώσσες, αλλά η γλώσσα της παγκόσμιας ισχύος δεν είναι μία από αυτές. Χειρότερα από πολιτική αδυναμία, αυτό συνιστά ιστορική αμέλεια.

Η νέα Κομισιόν, υπό την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έθεσε ψηλά τον πήχυ της διεθνούς φιλοδοξίας, αυτοπροσδιοριζόμενη ως «γεωπολιτική». Η προηγούμενη Επιτροπή Γιούνκερ ήταν «πολιτική», υπονοώντας μια ευφυέστερη διαχείριση των πολλαπλών κρίσεων της Ε.Ε. – με κυριότερη τότε την κρίση της Ελλάδας. Η «πολιτική» Επιτροπή Γιούνκερ ήταν επιτυχής, και τα χειρότερα αποσοβήθηκαν. Θα είναι εξίσου επιτυχής η παρούσα Επιτροπή;

Το ξεκίνημα δεν ήταν το καλύτερο δυνατό. Με το καλημέρα σας, η Ε.Ε. είχε να διαχειριστεί τις συνέπειες των μονομερών πρωτοβουλιών Τραμπ: την εγκατάλειψη των Κούρδων και την εισβολή της Τουρκίας στη Συρία, την κρίση της Λιβύης, όπου η Τουρκία επίσης στέλνει στρατό. Και βέβαια την τυχοδιωκτική δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμανί από αμερικανικό drone, που κονιορτοποίησε ό,τι είχε απομείνει από τη συμφωνία JCPOA για τον έλεγχο των πυρηνικών του Ιράν – από τα σημαντικότερα κοινά επιτεύγματα εξωτερικής πολιτικής της Ε.Ε. με την κυβέρνηση

Ομπάμα. Τώρα το Ιράν βαίνει ακάθεκτο προς ολοκλήρωση του πυρηνικού του προγράμματος, και η Μέση Ανατολή κυλάει σε νέο κύκλο έντασης.

Σε όλα αυτά, η ευρωπαϊκή αντίδραση ήταν υποτονική, όταν δεν ήταν ανύπαρκτη. Ελλείψει συναπόφασης, η Ε.Ε. έχει υποκατασταθεί από σχηματισμούς τύπου Ε3 (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία), που προσπαθούν να διασώσουν κάποια προσχήματα ευρωπαϊκής πολιτικής.

Αυτό είναι κρίμα, γιατί η Ευρώπη παραμένει δύναμη καλού στον πλανήτη. Σε κορυφαία ζητήματα, όπως η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, η Ε.Ε. έχει ηγετικό ρόλο. Η ευρωπαϊκή πράσινη συμφωνία είναι το πιο φιλόδοξα αρθρωμένο πρόγραμμα που έχει διατυπωθεί, εξακτινώνεται σε κάθε τομέα πολιτικής, απαντά στις αγωνίες των Ευρωπαίων πολιτών, κινητοποιεί τις αγορές. Είναι ένα σχέδιο για το οποίο η Ευρώπη δικαιούται να είναι υπερήφανη. Ομως, κατά πολλά άλλα, όπως συχνά συμβαίνει, οι ευγενείς φιλοδοξίες των Βρυξελλών γειώνονται στις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Κεντρικός ανασταλτικός παράγοντας, η δυσλειτουργική πλέον σχέση Παρισιού - Βερολίνου. Η στενή γαλλογερμανική συνεργασία ήταν πάντα η καρδιά της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Κανένα ευρωπαϊκό άλμα δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς οι δύο χώρες να συνεργάζονται στενά.

Ο πρόεδρος Μακρόν, ο μόνος ηγέτης με ευρωπαϊκό όραμα, έχει μείνει χωρίς συνομιλητή. Το Βερολίνο τον κατηγορεί για σπασμωδικές κινήσεις εντυπωσιασμού, αλλά οι ευθύνες ανήκουν κυρίως στο Βερολίνο. Ο Μακρόν προχώρησε σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, αλλά η Γερμανία τον άφησε εκκρεμή στην Ευρωζώνη. Ο προϋπολογισμός της Ευρωζώνης είναι μόνο κατ' όνομα. Η τραπεζική ενοποίηση και το κοινό σύστημα εγγύησης καταθέσεων σέρνεται. Η υιοθέτηση ενός κοινού ευρω-τίτλου (safe asset) βρίσκεται σε βαθιά ψύξη.

Χωρίς περισσότερη ενοποίηση στο ευρώ, η Ε.Ε. θα αδυνατεί να μετατρέψει το εμπορικό της εκτόπισμα σε πολιτική επιρροή και το κοινό της νόμισμα σε εργαλείο οικονομικής ισχύος. Θα μένει ανυπεράσπιστη απέναντι σε κράτη που μεταφράζουν την οικονομική τους υπεροχή σε μοχλό εκβιασμού και το παγκόσμιο νόμισμά τους σε όπλο.

Στη ρίζα του προβλήματος, η αδυναμία της γερμανικής κυβέρνησης. Πρώτον, διότι μετά μακρά περίοδο ανάπτυξης, η οικονομία της επιβραδύνεται. Δεύτερον, διότι η άλλοτε κυρίαρχη του παιχνιδιού καγκελάριος Μέρκελ βρίσκεται σε πορεία εξόδου, με την πολιτική απίσχνανση που αυτό συνεπάγεται. Τρίτον, λόγω αδυναμίας του κυβερνητικού εταίρου, που το μόνο που τον κρατάει είναι ο φόβος ότι μια αποχώρηση θα οδηγούσε σε νέα δεινή ήττα στις εκλογές.

Ακόμα βαθύτερα, πηγή της γερμανικής αδυναμίας είναι το γερμανικό μοντέλο οικονομικής ανταγωνιστικότητας. Βασίζοντας την ανάπτυξή της στον δυναμισμό των εξαγωγών της, η Γερμανία κατέστησε εαυτήν εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωτερικές πιέσεις και διακυμάνσεις του παγκόσμιου εμπορίου. Το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα, σύμβολο του οικονομικού δυναμισμού της Γερμανίας, είναι παραδόξως η πηγή της αδυναμίας της. Και μαζί και ολόκληρης της Ευρώπης.

Οι γερμανικές εξαγωγές και τα εργοστάσια αυτοκινήτων στην Κίνα καθιστούν τη Γερμανία επιρρεπή στην πίεση της Κίνας για το 5G. Το Πεκίνο την απειλεί πως εάν το θεωρήσει κίνδυνο ασφάλειας, θα θεωρήσει κι εκείνο επικίνδυνα τα γερμανικά αυτοκίνητα. Οι τεράστιες εξαγωγές γερμανικών προϊόντων στις ΗΠΑ καθιστούν το Βερολίνο ευάλωτο στους εκβιασμούς Τραμπ, όσο η Γερμανία έχει τα περισσότερα να χάσει από έναν εμπορικό πόλεμο. Και το μέγεθος των γερμανικών εξαγωγών και επενδύσεων στην Τουρκία καθιστούν τη Γερμανία διστακτική σε αυστηρότερες κυρώσεις προς την Αγκυρα, ακόμη κι όταν αυτές απαιτούνται για να ανασχεθεί ο τουρκικός μιλιταρισμός στην περιοχή. Η οικονομική ευρωστία ενίοτε παράγει πολιτική εξάντληση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 19/1/2020. 

Ο Σίσυφος βρήκε ίσιωμα – για την ώρα

Η χώρα μπαίνει στη νέα χρονιά με ορισμένα πολύτιμα κεκτημένα της δύσκολης δεκαετίας που έκλεισε. Ξεχωρίζω τέσσερα, ξεκινώντας από το λιγότερο προφανές.

Φιλελεύθερο κεκτημένο. Τη δεκαετία της κρίσης, οι φιλελεύθερες ιδέες απέκτησαν νέα δυναμική. Αρχικά συνέβαλε η ανανέωση του ΠΑΣΟΚ. Επειτα, το 2014, ένα νέο φιλελεύθερο κόμμα, το Ποτάμι. Μετά το 2015, σημαντικά μέτρα διεύρυνσης ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων προωθήθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ. To 2015, 193 βουλευτές ψήφισαν την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια. Ανάμεσά τους 19 βουλευτές της Ν.Δ., μεταξύ τους και ο σημερινός πρωθυπουργός. Η φιλελεύθερη στροφή της Ν.Δ. εμπεδώθηκε με την εκλογή του στην ηγεσία και στην κυβέρνηση.

Η κοινωνία γίνεται πιο ανεκτική, πιο «ευρωπαϊκή». Πρόσφατο παράδειγμα: Προσβλητικές για τη γυναικεία υπόσταση σεξιστικές αναφορές αποδοκιμάζονται παραχρήμα και ομοθυμαδόν στον δημόσιο διάλογο. Δεν είμαστε βέβαια Σκανδιναβία, και η ατολμία επικρατεί σε αρκετά ζητήματα. Αλλά η πρόοδος είναι ορατή και χτίζει αποτελέσματα. Βοηθά και η γενιά του brain drain, ενεργή στα κοινωνικά μέσα, εισάγοντας μια «δυτική» οπτική ανοιχτής κοινωνίας. Βοηθά και η χρεοκοπία του πελατειακού, κρατικιστικού μοντέλου.

Ποιοι απειλούν το φιλελεύθερο κεκτημένο; Οχι η αποκατάσταση της δημόσιας τάξης και η επιστροφή του κράτους στις μέχρι πρότινος μαύρες τρύπες της ανομίας. Οχι η προσπάθεια απο-γκετοποίησης των Εξαρχείων ή απο-ασυλοποίησης των πανεπιστημίων, όσο κι αν η αντιπολίτευση αρέσκεται σε καρικατούρες κρατικού αυταρχισμού. Μεμονωμένα κρούσματα αστυνομικής αυθαιρεσίας δεν αλλάζουν τη μεγάλη εικόνα.

Το φιλελεύθερο κεκτημένο, όμως, δοκιμάζεται από τη μεταναστευτική κρίση και τις κοινωνικές εντάσεις που αυτή δημιουργεί. Ο φιλελεύθερος ανθρωπισμός συγκρούεται ευθέως με τις αντοχές νησιωτικών κοινωνιών, των οποίων ο κοινωνικός ιστός και η στοιχειώδης κοινωνική ειρήνη διαρρηγνύονται βίαια από τεράστιες εισροές απελπισμένων, ανθρώπων που είναι αδύνατο να ενσωματωθούν. Προστίθεται η βάσιμη ανησυχία δημιουργίας αυριανών νησίδων ριζοσπαστικοποίησης και θρησκευτικού φονταμενταλισμού. Οσο μυωπική είναι η πολιτική ανοιχτών θυρών, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι η εχθροπάθεια και η εμπρηστική ρητορική τροφοδοτούν φαύλους κύκλους φυλετικών εντάσεων και αυτοεκπληρούμενες προφητείες συγκρούσεων.

Κεκτημένο οικονομικής προσαρμογής. Εις πείσμα των μηδενιστών, πολλά έχουν βελτιωθεί στην οικονομία, που ανακάμπτει. Πλήθος μεταρρυθμίσεων συνιστά μια θετική κληρονομιά. Τα ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα περιβάλλονται από ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση, όπως και η πρόταξη της ανταγωνιστικότητας και ελκυστικότητας στις ξένες επενδύσεις.

Ποιοι απειλούν το κεκτημένο της οικονομικής προσαρμογής; Η αρνητική κληρονομιά της αποεπένδυσης και κατάρρευσης της απασχόλησης, που υποσκάπτει την παραγωγική δυνατότητα. Μακροπρόθεσμα η δημογραφική γήρανση. Μια επιδείνωση της διεθνούς οικονομικής συγκυρίας.

Μια μελλοντική χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, άμβλυνση μεταρρυθμιστικού ζήλου, επιστροφή του οικονομικού λαϊκισμού που τόσο στοίχισε στη χώρα.

Κεκτημένο γεωπολιτικής ασφάλειας, μετά τη διακινδύνευση της συμμετοχής μας στο ευρώ και τις τυχοδιωκτικές επιλογές του τραγι(κωμι)κού πρώτου εξαμήνου 2015. Η Ελλάδα είναι ξανά σταθερά στον ευρωπαϊκό πυρήνα. Ομως απειλείται ευθέως από την αναθέρμανση επιθετικότητας του εξ Ανατολών γείτονα.

Κεκτημένο δημοκρατικής ομαλότητας και πολιτικής σταθερότητας. Κύριο οξύτατο πρόβλημα της χώρας από το 2010 ήταν ο πολιτικός κίνδυνος. Η απουσία συναίνεσης από το εκάστοτε κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που μετριάστηκε προσωρινά με την κυβέρνηση συνεργασίας Λουκά Παπαδήμου. Με αξιωματική αντιπολίτευση τον ΣΥΡΙΖΑ, ο πολιτικός κίνδυνος χτύπησε κόκκινο, και η απομάκρυνση επενδυτών κι αποταμιευτών μετατράπηκε σε πανικόβλητη φυγή το 2015, όταν ο κύριος πολιτικός κίνδυνος της χώρας ήταν πλέον η ίδια η κυβέρνηση. Από το 2016 ο πολιτικός κίνδυνος άρχισε να εξασθενεί, με κύριους συντελεστές τη ρεαλιστική στροφή της κυβέρνησης και μια αξιωματική αντιπολίτευση που, για πρώτη φορά, δεν υποσχόταν να σχίσει τα μνημόνια και να αλλάξει τα συμφωνημένα.

Η ένταση με την Τουρκία βρίσκει το πολιτικό σύστημα με ώριμη στάση εθνικής ενότητας και κομματικής αυτοσυγκράτησης. Η κυβέρνηση ενημερώνει την αντιπολίτευση, η οποία απέχει από ακραίες κορώνες. Στην τελετή του EastMed προσκλήθηκαν όλοι οι προηγούμενοι υπουργοί.

Ολα τα παραπάνω είναι δεδομένα, αλλά εύθραυστα. Αν κάτι μάθαμε μετά το 2010 είναι ότι λίγα πράγματα είναι οριστικά και αμετάκλητα. Η Ιστορία δεν είναι γραμμική πρόοδος, αλλά μια λιτανεία ατυχημάτων, παλινδρομήσεων, αποτυχιών. Τα διδάγματα της εμπειρίας αναμετρώνται διαρκώς με την ανθρώπινη σφαλερότητα. Η οδυνηρά κτηθείσα αυτογνωσία με το κακό μας το κεφάλι. Ο Σίσυφος βρήκε ίσιωμα, αλλά ο δρόμος έχει στροφές και δεν ξέρουμε παρακάτω τι κρύβει.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 5/1/2020. 

H κατάρα του νικητή

Κεντρική ειρωνεία της εποχής είναι η εξής: ΗΠΑ και Βρετανία, τις προηγούμενες δεκαετίες κατηγορήθηκαν ότι έφτιαξαν μια διεθνή τάξη στα μέτρα τους. Το μεταπολεμικό δυτικό σύστημα κυβερνήθηκε από τους διεθνείς θεσμούς και οργανισμούς που δημιούργησαν (από το Μπρέτον Γουντς μέχρι το ΝΑΤΟ). Οι ηττημένοι του πολέμου, Γερμανία και Ιαπωνία, ανασυγκροτήθηκαν υπό την αμερικανική κηδεμονία. Η κατάρρευση του κομμουνιστικού μπλοκ επισφράγισε την επικράτηση του φιλελεύθερου καπιταλισμού, τόσο που κάποιοι βιάστηκαν αφρόνως να προεξοφλήσουν το «τέλος της ιστορίας». Η απελευθέρωση του παγκόσμιου εμπορίου και των αγορών χρήματος και κεφαλαίου ήταν κατεξοχήν αγγλοαμερικανικό εγχείρημα. Επιπλέον, κομβικές επιλογές της Ευρώπης (ενιαία αγορά, ανατολική διεύρυνση, ατζέντα Λισσαβώνας) συνιστούσαν κατεξοχήν προϊόν βρετανικής επιρροής, η οποία άλλωστε είχε εξαιρεθεί από κάθε πτυχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης που την ενοχλούσε, από το ευρώ μέχρι το Σένγκεν.

Μέχρι την κρίση του 2008, οι ειδικοί μιλούσαν για θρίαμβο του «αγγλοαμερικανικού καπιταλισμού». Στην είσοδο του 21ου αιώνα είχε ήδη απαντηθεί και το ερώτημα «πώς θα συνεννοείται ο κόσμος»: στα αγγλικά! Γλώσσα, αξίες, «κουλτούρα» που συναρτώνται με την παγκόσμια lingua franca συνιστούν «ήπια ισχύ» (soft power), την οποία οι διεθνολόγοι αναγνωρίζουν ως πολύτιμο όπλο διεθνούς υπεροχής.

Η κεντρική ειρωνεία λοιπόν είναι ότι, ενώ οι στρατηγικές επιλογές των ΗΠΑ και της Βρετανίας ιστορικά επικράτησαν, οι σημερινές κυβερνήσεις τους (αντανακλώντας εσωτερικούς πολιτικούς και ιδεολογικούς συσχετισμούς) αναθεωρούν τώρα θεμελιώδεις σταθερές του διεθνούς συστήματος που οι χώρες τους καθοριστικά και επ' ωφελεία τους διαμόρφωσαν.

Η πολύτιμη ευρωατλαντική συμμαχία υπονομεύεται με αλλοπρόσαλλα tweets. Το ΝΑΤΟ αμφισβητείται. Διεθνείς πολυμερείς συνθήκες (από το παγκόσμιο κλίμα μέχρι τη Συνθήκη INF για τα πυρηνικά) εγκαταλείπονται μονομερώς. Και η Βρετανία του Brexit αποχωρεί από την Ε.Ε., μέσα από την οποία (εκμεταλλευόμενη και την ειδική σχέση με τις ΗΠΑ) μπορούσε να ευημερεί εσωτερικά και να ακτινοβολεί στον κόσμο.

Σε μια κορύφωση ιστορικής ειρωνείας, η ανάκτηση εθνικής κυριαρχίας μέσω του Brexit απειλεί το Ηνωμένο Βασίλειο με εσωτερική διάλυση, ενώ η επιδίωξη εμπορικής αυτονομίας συμπίπτει ακριβώς με την περίοδο κατά την οποία το δικαστήριο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου έχει παραλύσει, με ευθύνη του Τραμπ. Η αδυναμία εκδίκασης εμπορικών διαφορών ανάμεσα στα 165 μέλη του ΠΟΕ αφήνει τους αδύναμους έρμαιο των ισχυρών και πάντως καταλύει τη λειτουργία ενός παγκόσμιου συστήματος εμπορίου βασισμένου σε πολυμερείς θεσμούς και κανόνες. Ελλείψει εμπορικών συμφωνιών μετά το Brexit, η Βρετανία θα βρίσκεται σε δεινή διαπραγματευτική θέση.

Στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία είναι γνωστή η «κατάρα του νικητή» (winner's curse). Κερδίζει η δική του προσφορά, το δικό του σχέδιο, το δικό του πρόγραμμα, αλλά αμέσως μετά ανακαλύπτει ότι οι υπολογισμοί του δεν ήταν ακριβείς, αυτό που αγόρασε έχει τελικά μικρότερη αξία ή το σχέδιό του που επικράτησε θα του στοιχίσει τελικά περισσότερο. Ή απλώς έτσι νομίζει.

Ο Αγγλος ιστορικός Γκίμπον είχε μιλήσει για τον παραλογισμό (follies) ως συστατικό της ανθρώπινης ιστορίας. Μια εκδοχή του είναι η ευκολία με την οποία μια ιστορική αποτυχία μπορεί να πακετάρεται ως πολιτική επιτυχία. Δεν αναφέρομαι μόνο στο προφανές ενός προέδρου που έχει ζημιώσει όσο κανείς τη χώρα του, αλλά εμφανίζει σημαντικές πιθανότητες να βγει ενισχυμένος από τη διαδικασία καθαίρεσής του και να επανεκλεγεί. Αναφέρομαι και στο αμοιβαία ζημιογόνο Brexit. Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή η βρετανική οικονομία (έπειτα από συμπίεση ετών) θα τρέχει και θα έχει καλύτερες χρονιές από την Ε.Ε. Ορισμένοι τότε θα σπεύσουν να μιλήσουν για δικαίωση του Brexit. Ενα εθνικό φιάσκο όχι μόνο θα αναβαπτιστεί σε επιτυχία, αλλά θα εμπνεύσει και επίδοξους μιμητές στις εθνικολαϊκιστικές δυνάμεις της Ευρώπης που προσώρας έχουν καταπιεί τη γλώσσα τους.

Πρώτα έρχονται οι παρενέργειες της λειτουργίας ενός συστήματος που (με εγχώρια πολιτική ευθύνη) αποτυγχάνει να αποζημιώσει τους χαμένους. Επειτα οι λαϊκιστές πολιτικοί αποδίδουν τις δικές τους αποτυχίες στο «σύστημα» και στους «κανόνες που είναι στημένοι» (the game is rigged). Ετσι υπονομεύεται το κύρος των διεθνών κανόνων, θεσμών και οργανισμών, που σιγά σιγά υποχωρούν. Οι ισχυροί μένουν με την ψευδαίσθηση της ισχύος, αλλά κρατική ισχύς χωρίς συλλογικό σύστημα καταλήγει στην αταξία, που στοιχίζει πολύ περισσότερο. Ο χομπσιανός κόσμος είναι ιστορικός αναχρονισμός σε ευημερούσες κοινωνίες αντιμέτωπες με οικουμενικές προκλήσεις (κλίμα, ασφάλεια, οικονομικές κρίσεις). Ο ορθολογισμός επιτάσσει αμοιβαία ωφέλεια, αμοιβαίους συμβιβασμούς, συνεργασία. Η λογική του μηδενικού αθροίσματος (το κέρδος σου, ζημιά μου) είναι να καταλήγει σε αρνητικό άθροισμα: όλοι χάνουν – αν και ομολογουμένως όχι στον ίδιο βαθμό.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 22/12/2019. 

Οι δύο όψεις του brain drain

Στα βάθη της κρίσης, μια ταλαντούχα φοιτήτρια που είχε μόλις αποφοιτήσει με επισκέφθηκε στο γραφείο μου. «Ηρθα να σας πω ότι φεύγω για να ψάξω δουλειά στις Βρυξέλλες». «Εχεις κάποια βάση, ξέρεις πού να πας;» τη ρώτησα. «Εχω μια φίλη που σπουδάζει. Θα με φιλοξενήσει όσο χρειάζεται. Εχει έναν καναπέ για να κοιμάμαι».

Παρόμοιες ιστορίες έχουμε ζήσει όσοι διδάσκουμε στο πανεπιστήμιο. Το πρόγραμμα ελληνικής διασποράς της Οξφόρδης εκτιμά ότι περίπου 500.000 Ελληνες μετανάστευσαν από το 2010 (τα δύο τρίτα εργαζόμενοι υψηλών προσόντων), εκ των οποίων μόλις 100.000 έχουν επιστρέψει.

Κανείς δεν φεύγει εάν μπορεί να ευημερήσει στη χώρα του. Φεύγει διότι αντιμετωπίζει περιορισμένες προοπτικές εξέλιξης, φεύγει διότι τα καθαρά του εισοδήματα δεν εξασφαλίζουν επαρκή ευημερία σε μια κοινωνία ευρέων (ακόμη και μετά την κρίση) μεσοστρωμάτων. Ή φεύγει γιατί απλώς «δεν βγαίνει». Είναι μια άσκηση ελευθερίας ως προϊόν αναγκαιότητας.

Η μαζική «διαρροή εγκεφάλων» είναι απώλεια πολλών δισ. που επένδυσε η χώρα στην εκπαίδευση των γιατρών, μηχανικών, επιστημόνων της. Είναι μείωση της μελλοντικής της παραγωγικής δυνατότητας, και των φόρων και εισφορών που χρηματοδοτούν το κοινωνικό κράτος και τις αυριανές συντάξεις. Εάν παγιωθεί, μπορεί να εγκλωβίσει μια οικονομία σε μακροχρόνια αποανάπτυξη και φτώχεια.

Μπορεί το brain drain να μετατραπεί σε ευκαιρία για τη χώρα προέλευσης; Μπορεί, εάν καταφέρει να τους επανεντάξει στο εργατικό της δυναμικό. Το καθαρό όφελος τότε (από την αυξημένη τεχνογνωσία, εξωστρέφεια, δικτύωση) θα υπερβαίνει την ωφέλεια του να μην είχαν φύγει. Αλλωστε, σε πολλές περιπτώσεις, δεν φεύγουν πλήρως: μετακινούνται διαρκώς, παραμένουν συνδεδεμένοι, επιστρέφουν. Η σύγχρονη εργασία ξεπερνά τους περιορισμούς της φυσικής παρουσίας. Μπορείς να γράφεις προγράμματα για ολλανδικές εταιρείες ατενίζοντας το Αιγαίο.

Η απονομή δυνατότητας ψήφου στους Ελληνες του εξωτερικού βοηθά να διατηρηθεί ο ζωτικός δεσμός. Οπως γράφει ο Αντώνης Καμάρας (Books Journal, 6.10.2019) «αυτά που δεν ξέρει η διασπορά για την Ελλάδα που έχουμε τα αποζημιώνει με αυτά που ξέρει για την Ελλάδα που θέλουμε να αποκτήσουμε, καθώς συγκεντρώνεται στις πιο επιτυχημένες χώρες».

Τείνει να μας διαφεύγει η πανευρωπαϊκή κλίμακα του φαινομένου. Ρουμάνοι, Πολωνοί, Πορτογάλοι, Ιταλοί και Βούλγαροι αποτελούν το 50% της ενδοευρωπαϊκής μετανάστευσης. Κάποιοι θα έλεγαν ότι συνιστά μια μαζική μεταβίβαση πόρων από την περιφέρεια προς τις ανεπτυγμένες οικονομίες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης.

Η φωτεινή πλευρά της μετανάστευσης (ακριβέστερα: μετακίνησης) στο εσωτερικό της Ε.Ε. είναι ότι συνιστά άσκηση θεμελιώδους ελευθερίας, χρήση ενός πολύτιμου κεκτημένου της ενιαίας αγοράς και της ιδιότητας του Ευρωπαίου πολίτη. Η κινητικότητα διορθώνει τις ατέλειες της νομισματικής ένωσης, εξομαλύνει τα υψηλά επίπεδα κυκλικής ανεργίας σε μια χώρα. Αρκεί να μη συνιστά μόνιμη εκροή της «κρέμας» του εργατικού της δυναμικού.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτοι που έσπευσαν να αξιοποιήσουν αυτή την ελευθερία ήταν οι εγκλωβισμένοι σε δεκαετίες στέρησης λαοί της Ανατολικής Ευρώπης. Οι νέοι έφυγαν μαζικά. Η απώλεια παραγωγικού κεφαλαίου δεν ήταν η μόνη ζημιά. Η μετανάστευση της γενιάς των ανοιχτών συνόρων άφησε πίσω τους νοσταλγούς των παρωχημένων εθνικισμών.

Η ανάκτηση δεν είναι φενάκη. Υστερα από μεγάλη διαρροή εργαζομένων στην κορύφωση της ανεργίας, η Ισπανία ζει τώρα μια θεαματική αύξηση πληθυσμού. Επαναπατρίζεται η γενιά της κρίσης, αλλά και νέοι ισπανόφωνοι μετανάστες από τη Λατινική Αμερική. Μεταξύ άλλων με πλατφόρμες, στο Διαδίκτυο, που συνδέουν εκπατρισμένους Ισπανούς με ισπανικές επιχειρήσεις. Και στοχευμένη προσέλκυση ερευνητών από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα. Κύριος μοχλός, βέβαια, οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης της ισπανικής οικονομίας. Nothing succeeds like success.

Η εσωτερική μετανάστευση στην Ευρώπη είναι μία ακόμη περίπτωση άσκησης ατομικής ελευθερίας που μπορεί να οδηγεί σε αρνητικά (για την εθνική οικονομία) αποτελέσματα. Η απάντηση δεν είναι ούτε να αρνηθούμε την πραγματικότητα (όπως ενίοτε υπαγορεύει ο φιλοευρωπαϊκός μας ζήλος) ούτε να κατηγορούμε τους Γερμανούς και Ολλανδούς ότι μας κλέβουν τους επιστήμονες (όπως πράττουν διάφοροι κήρυκες του εθνικού αναχωρητισμού). Ούτε βέβαια και να περιστείλουμε το πολύτιμο κεκτημένο της ελεύθερης εγκατάστασης στην Ευρώπη. Η απάντηση είναι να αυξήσουμε τις εθνικές δυνατότητες, να δουλέψουμε για να καταστήσουμε την Ελλάδα συνολικά ελκυστικότερη για τα παιδιά της, αλλά και για δημιουργικούς ανθρώπους από άλλες, φτωχότερες χώρες. Και σε επίπεδο Ε.Ε. να συμβάλουμε, μαζί με άλλα κράτη, στην επεξεργασία νέων πολιτικών συνοχής, που θα ενισχύουν τον παραγωγικό δυναμισμό και τη δημογραφική προοπτική της περιφέρειας.

ΥΓ.: Η φοιτήτριά μου κλείνει σύντομα δεκαετία επιτυχούς καριέρας στις Βρυξέλλες.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Καθημερινή" στις 27/10/2019. 

Αμετακίνητες πεποιθήσεις, μεταβαλλόμενα δεδομένα

Είναι γνώρισμα του ανθρώπινου εγκεφάλου η ταχύτητα προσαρμογής του στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον να υπολείπεται της ταχύτητας με την οποία το περιβάλλον αυτό μεταβάλλεται. Τείνουμε να διατηρούμε μια παγιωμένη εικόνα των πραγμάτων ακόμη κι όταν η φύση τους έχει αλλάξει. Αναμασάμε στερεότυπα που έχουν προ πολλού ξεπεραστεί. Πόσοι αριστεροί παλαιότερης κοπής δαιμονοποιούν συλλήβδην τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως «Δεξιά», «Γκοτζαμάνηδες» και «ταγματασφαλίτες»; Και πόσοι δεξιοί αποκαλούν τους δικούς τους αντιπάλους «κομμουνιστές», παραπέμποντας σε κάποια δήθεν αναλλοίωτη «ουσία» που συνδέει τους σύγχρονους αριστερούς με τους λενινιστές ενός άλλου κόσμου;

Είναι γνωστή στην ψυχολογία η «γνωσιακή ασυμφωνία» (cognitive dissonance): όταν πέφτουμε σε δεδομένα που αντικρούουν τις πεποιθήσεις μας, αναζητούμε τρόπους να λειάνουμε τη σύγκρουση. Προσαρμόζουμε τα νέα δεδομένα στις προϋπάρχουσες πεποιθήσεις (και όχι το αντίστροφο) ή τις δικαιολογούμε για να αποφύγουμε να τις αλλάξουμε.

Προκειμένου να συνεχίζω να καπνίζω, εις πείσμα των στατιστικών δεδομένων ότι βλάπτω την υγεία μου, υποβαθμίζω τη σημασία των δεδομένων.

Τα λέω αυτά, γιατί αφθονούν γύρω μας οι ιδεολογικές, στερεοτυπικές αναγνώσεις, που παραβλέπουν ουσιώδεις μεταβολές της πραγματικότητας, που την έχουν περιαγάγει σε ασυμφωνία με προϋπάρχουσες πεποιθήσεις. Επίκαιρο παράδειγμα ήρθε αυτές τις μέρες από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Οι Ε. Saez και G. Zucman (The Triumph of Injustice) έδειξαν ότι το 2018 στις ΗΠΑ οι πλουσιότερες 400 οικογένειες είχαν μέσο πραγματικό φορολογικό συντελεστή 23%, χαμηλότερο από το φτωχότερο 50% των νοικοκυριών (24,2%). Ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής των «πλουσιότερων 400» ήταν 47% το 1980 και 56% το 1960. Κατά την περίοδο αυτή, τα εισοδήματα του πλουσιότερου 1% πολλαπλασιάστηκαν, αλλά το χαμηλότερο 50% έμεινε στάσιμο. Επομένως η υπεράσπιση του status quo με τα επιχειρήματα προηγούμενων δεκαετιών (ότι η μείωση της φορολόγησης στην κορυφή θα χρηματοδοτήσει ανάπτυξη, επενδύσεις και εισοδήματα για όλους) αποκαλύπτει ιδεολογικές πεποιθήσεις που δεν έχουν ενημερωθεί από τα νεότερα δεδομένα.

Αντίστροφα στα καθ' ημάς, κάποιοι στην Αριστερά χρησιμοποιούν το επιχείρημα της εισοδηματικής ανισότητας στις ΗΠΑ, υποστηρίζοντας τη δραστική αύξηση των (υψηλών) φορολογικών συντελεστών για τα ανώτερα κλιμάκια στην Ελλάδα. Ξεχνούν ότι τα μεγέθη είναι διαφορετικά (στις ΗΠΑ μιλάμε για δισεκατομμυριούχους), οι συνθήκες διαφορετικές (η Ελλάδα αντιμετωπίζει έντονο φορολογικό ανταγωνισμό), οι ανάγκες διαφορετικές (προσέλκυση επενδύσεων, πολυεθνικών, κεφαλαίων και υψηλών εισοδημάτων). Επομένως, στο ζήτημα αυτό (όπως και σε πολλά άλλα) είναι απόλυτα συνεπές να υποστηρίζεις μια «αριστερή» οικονομική πολιτική στις ΗΠΑ και μια «δεξιά» πολιτική στην Ελλάδα. «Οταν τα δεδομένα αλλάζουν, αλλάζω γνώμη», έλεγε ο Κέινς.

Οι σύγχρονες προκλήσεις καλούν σε πραγματιστική αντιμετώπιση, πέρα από ιδεολογικά στερεότυπα. Σε πολλές, η «ιδεολογική» απάντηση συνιστά διανοητική οκνηρία. Πάρτε τη διάκριση κράτους - αγοράς, με τις ιδεολογικές εκατέρωθεν προκαταλήψεις που χτίστηκαν πάνω της. Πιστεύει κανείς ότι η μετάβαση στην 4η βιομηχανική επανάσταση ή στη μεταλιγνιτική εποχή μπορεί να είναι μόνο δουλειά του ιδιωτικού τομέα, χωρίς να επιβάλλεται ένας καίριος στρατηγικός και επενδυτικός ρόλος του κράτους; Ή (άλλο θέμα) οι μονοπωλιακοί κολοσσοί του Ιντερνετ, που εκμεταλλεύονται τον φορολογικό ανταγωνισμό, δεν απαιτούν ισχυρό ρόλο των κυβερνήσεων (και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής) για την προστασία του ανταγωνισμού και τη δίκαιη φορολόγησή τους;

Αντίστοιχα, πίεση στην Αριστερά ασκούν οι προκλήσεις της μετανάστευσης. Ποιο είναι το όριο αντοχής μιας κοινωνίας (των κοινωνικών και οικονομικών της δομών) στη μαζική εισροή μετανάστευσης; Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί ένα όριο (όμως, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει) μετά το οποίο η έλευση περισσότερων μεταναστών είναι αδύνατη χωρίς να καταλήξουν σε συνθήκες γκετοποίησης και εξαθλίωσης, διαρρηγνύοντας την κοινωνική συνοχή της χώρας υποδοχής. Οποιαδήποτε «απόλυτη» ιδεολογική απάντηση στο ζήτημα αυτό, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη μεγέθη και κλίμακα, είναι αντιπαραγωγική.

Υπάρχουν έννοιες και αξίες στις οποίες η προσήλωση οφείλεται σταθερή και αμετάβλητη; Ναι: τα ανθρώπινα δικαιώματα, η επιλογή της φιλελεύθερης δημοκρατίας έναντι των διαφόρων «εναλλακτικών», ιδίως σε μια εποχή που αυξάνεται η προσφορά καθεστώτων αυταρχικού εθνικολαϊκισμού, που πωλούν «αποτελεσματικές» λύσεις. Μια σειρά χωρών, από την Κίνα και την Τουρκία ώς την Ουγγαρία, τη Βραζιλία και την Ινδία, ολισθαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ενίοτε υπό τις επιδοκιμασίες δυνάμεων που θα έπρεπε να αποτελούν πυλώνες του φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος. Στα θεμελιώδη ζητήματα αρχής, οι πεποιθήσεις παραμένουν αμετακίνητες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 13/10/2019. 

Αυτό το βουνό δεν έλιωσε

Συμβαίνουν πράγματα στον κόσμο. Οι πάγοι στην Αρκτική λιώνουν ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν. Οι ακραίες κλιματικές μεταπτώσεις είναι ορατές ακόμα και σε κείνους που η ορατότητά τους σκιάζεται από το κόκκινο καπελάκι MAGA. Η ισχυρότερη χώρα στον κόσμο βρίσκεται στο έλεος του πιο απρόβλεπτου προέδρου που έχει ποτέ κατοικήσει στον Λευκό Οίκο, ένας εμπορικός πόλεμος κλιμακώνεται, μια διεθνής ύφεση πιθανόν ελλοχεύει. Δεν πάμε πολύ καλά.

Σε αυτό το γεμάτο κινδύνους παγκόσμιο περιβάλλον, οι διεθνείς θεσμοί μπάζουν νερά, περισσότερα κι από όσα παράγουν τα τηκόμενα παγόβουνα της Γροιλανδίας. Η απόσταση ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού εξακολουθεί να διευρύνεται, όταν τα παγκόσμια προβλήματα επιτάσσουν στενό συντονισμό και κοινές προσεγγίσεις. Τουλάχιστον η τελευταία διάσκεψη του G7 ανέδειξε έναν διεθνή ηγέτη στο πρόσωπο του φιλελεύθερου ευρωπαϊστή Μακρόν, που ακτινοβολεί αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση. Τουλάχιστον η επίμονη ευρωπαϊκή ενότητα (παρά τις πολλαπλές ρωγμές) αντέχει, τελευταία άμυνα μιας ιστορικής συνείδησης που επιτάσσει ορθολογική συνεργασία και κοινούς θεσμούς για τις προκλήσεις που υπερβαίνουν τα εθνικά μεγέθη.

Οι βασικές σταθερές του φιλελεύθερου διεθνούς συστήματος (κοινοβουλευτική δημοκρατία, διατλαντική συνεργασία, πολυμερείς θεσμοί, ανοικτό εμπόριο) σφυροκοπούνται από δημαγωγούς. Ο στενόμυαλος εθνικισμός δεν αποδυναμώνει μόνο τα συλλογικά διεθνή αγαθά, πλήττει πρώτα την ίδια την εθνική δημοκρατία, όπως δείχνει ο κατήφορος του Brexit.

Το Brexit ξεκίνησε από μια λογική αδυνατότητα: είναι αδύνατη η πλήρης έξοδος του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ε.Ε. χωρίς τη δημιουργία ενός σκληρού εξωτερικού συνόρου είτε μεταξύ Ιρλανδίας και Βόρειας Ιρλανδίας (άρα καταρρέει η ειρήνη στη Βόρεια Ιρλανδία) είτε μεταξύ Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (άρα διασπάται το Ηνωμένο Βασίλειο). Πλέον, η πορεία προς τον παραλογισμό συναντά τον θεσμικό εκτροχιασμό.

Είναι διαπεραστική η ειρωνεία του Brexit, που ψηφίστηκε υποτίθεται για να αποκατασταθεί η κυριαρχία του βρετανικού Κοινοβουλίου έναντι των Βρυξελλών. Το δημοψήφισμα αποτέλεσε το πρώτο βήμα απομείωσης της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας. Το δράμα συνεχίζεται με έναν (μη εκλεγμένο) πρωθυπουργό που, για να μην καταπέσει η πολιτική του στο Κοινοβούλιο, προτιμά να κλείσει τη Βουλή των Κοινοτήτων για πέντε εβδομάδες.

Είθισται στη δημοκρατική Ευρώπη τα κοινοβούλια να καταργούν τον πρωθυπουργό κι όχι το αντίστροφο. Παρατηρούμε τον κατήφορο μιας ιστορικής δημοκρατίας υπό το βάρος μιας ιδεοληπτικής εμμονής. Η χρόνια δαιμονοποίηση της Ε.Ε. κατέληξε σε εθνική αυτοχειρία. Ενα μεγάλο έθνος οδηγείται σε παρακμή και διχασμό στα χέρια αλαζόνων δημαγωγών.

Είναι ευτύχημα ότι, στην παγκόσμια καταιγίδα, η χώρα μας έχει βρει το ασφαλέστερο δυνατό λιμάνι. Σε μια Ευρώπη που οι αξίες της συνεχίζουν να συγκινούν και τα συμφέροντά της να συμβαδίζουν με την αλληλεγγύη και τη συνοχή.

Η ελληνική δημοκρατία δοκιμάστηκε βάναυσα τα χρόνια της κρίσης, αλλά άντεξε. Κυβερνήσεις υποχρεώθηκαν υπό την πίεση των οικονομικών συνθηκών να νομοθετούν χωρίς επαρκή χρόνο κοινοβουλευτικής διαβούλευσης. Ενα τυχοδιωκτικό, ψευδεπίγραφο δημοψήφισμα έφερε την κοινωνία στα πρόθυρα εμφύλιου διχασμού και τη χώρα σε προθανάτια εμπειρία. Ομως η χώρα άντεξε, κι οι δημοκρατικοί θεσμοί βγήκαν δυνατότεροι. Παρά την ακραία δοκιμασία, η κοινωνία παρήγαγε την ευρύτερη διακομματική συναίνεση στην ολοκλήρωση των μνημονίων. Τα κόμματα ωρίμασαν βίαια σε σχέση με το υπερφίαλο παρελθόν τους, καθώς αναγκάστηκαν (σε διαφορετικές στιγμές) να καταπιούν τα παχιά λόγια και να αναλάβουν οδυνηρές ευθύνες για να αποτρέψουν τα χειρότερα.

Οι εκλογές του Ιουλίου παρέδωσαν ένα από τα πιο φιλοευρωπαϊκά και μετριοπαθή κοινοβούλια στην Ε.Ε. Είναι θετική εξέλιξη για τη χώρα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αναζητεί τη νέα του ταυτότητα στη γειτονιά της ευρύτερης φιλοευρωπαϊκής Αριστεράς. Είναι ακόμα θετικότερο ότι η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε με υψηλό νομοθετικό δυναμισμό, μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα και (ως επί το πλείστον) αξιοκρατικές επιλογές, υπό έναν πρωθυπουργό που επικοινωνεί με τους ομολόγους του ως ίσος προς ίσον.

Η Ελλάδα δίνει το παράδειγμα μιας ευρωπαϊκής χώρας που πέρασε από τα χειρότερα και άντεξε. Μπήκε πρώτη στην κρίση, είχε την πρώτη γνήσια λαϊκιστική κυβέρνηση κι είναι η πρώτη που δείχνει ότι υπάρχει ζωή μετά την κρίση και μετά τον λαϊκισμό. Οι κίνδυνοι βέβαια δεν έχουν φύγει από τον ορίζοντα. Όμως η χώρα δικαιούται μια ανάσα ικανοποίησης και υπερηφάνειας. Δοκιμαστήκαμε και βγήκαμε με το μέτωπο ψηλά. Αυτό το βουνό δεν έλιωσε στις ακραίες θερμοκρασίες.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/9/2019. 

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Μια εποχή έχει φτάσει στο τέλος της όταν οι βασικές ψευδαισθήσεις της έχουν εξαντληθεί, έγραφε ο Αρθουρ Μίλερ. Στην ταραγμένη δεκαετία 2010-19 οι Ελληνες δοκίμασαν τα πάντα. Αρχικά την απόλυτη άρνηση, έπειτα την τυφλή οργή. Οι «Αγανακτισμένοι» πλημμύρισαν τις πλατείες. Κάτω ακόνιζαν το δημαγωγικό τους ταλέντο οι μεθαυριανοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, πάνω το αγριεμένο ακροατήριο της Ακροδεξιάς. Παράλληλα, δοκίμαζε την τύχη του ένας ηπιότερος κεντροδεξιός λαϊκισμός, με γενεσιουργό μύθο την τάχα διογκωμένη καταγραφή του ελλείμματος του 2009 που τάχα επέφερε το μνημόνιο. Ηταν ο προθάλαμος του ακραίου αντιμνημονιακού λαϊκισμού που επρόκειτο να εκτοξεύσει στην εξουσία τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στις εκλογές του 2012 η λαϊκή ψήφος ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα κι έβαλε στη Βουλή τους νεοναζί. Η κυβέρνηση των «Σαμαροβενιζέλων» συνέχισε την προσαρμογή Παπανδρέου-Παπαδήμου, και το φως άρχισε να φαίνεται στο βάθος του τούνελ: πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, ανάκαμψη το 2014. Ομως το φως ήταν το τρένο των έξαλλων ψευδαισθήσεων, που έφερε ένα άτακτο ασκέρι νεομαρξιστών, κομμουνιστών, ακροδεξιών και φανφαρόνων να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας. (Με ανατριχιαστική ακρίβεια καταγράφουν τις μέρες εκείνες οι Ελ. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού στην «Τελευταία μπλόφα»). Τον Σεπτέμβριο 2015, αφού η χώρα κράσαρε στον τοίχο, οι ψηφοφόροι ζαλισμένοι έδωσαν άλλη μία ευκαιρία.

Αφού τα δοκίμασαν όλα οι πολίτες, στις 7 Ιουλίου είπαν να πειραματιστούν με την εγγύτερη εκδοχή μιας σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκλεισε μια εποχή εξαντλημένων ψευδαισθήσεων, ανοίγοντας μια τετραετία, παρά ταύτα, υψηλών προσδοκιών. Οι πρώτες κινήσεις υποδεικνύουν την ορθολογικότερα συγκροτημένη πρόταση για τη χώρα από την αρχή της κρίσης.

Δεν είναι μόνο η αναδιάταξη προτεραιοτήτων σε τομείς που ο συνδυασμός ιδεοληψίας και ανεπάρκειας των προκατόχων είχε παραμελήσει: Τη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και στη μεσαία τάξη. Τη διεκδίκηση δημοσιονομικού χώρου στη βάση πραγματικών μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Τον συνολικό μετασχηματισμό του Δημοσίου, ώστε να υπηρετεί την προτεραιότητα των ιδιωτικών επενδύσεων. Το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Τον ψηφιακό, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του κράτους. Είναι η ανάδειξη των προτεραιοτήτων αλλά και των διοικητικών προϋποθέσεων επίτευξής τους: η δημιουργία επιτελικού κέντρου γύρω από τον πρωθυπουργό, η δραστική ενίσχυση του κυβερνητικού συντονισμού. Η μετακόμιση από το κέλυφος του Μαξίμου στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας ως πραγματικό κέντρο εργασίας δείχνει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση με τους όρους λειτουργίας ενός σύγχρονου Γραφείου Πρωθυπουργού.

Βέβαια, κάθε νέα περίοδος εμπεριέχεται στην προηγούμενη και εγκυμονεί την επόμενη. Η ευρεία, την τελευταία τετραετία, απομυθοποίηση της Αριστεράς στο πεδίο των πολιτικών συμβόλων, κι όχι μόνο της διακυβέρνησης, επιτρέπει καινοτομίες που δέκα χρόνια πριν θα φάνταζαν παράτολμες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πρώτη που προχωρεί στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τα σημερινά συμφραζόμενα συνδέουν το άσυλο όχι με ηρωικούς αντιδικτατορικούς αγώνες αλλά με αυθαίρετους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν δημόσια περιουσία χλευάζοντας τον κόπο του φορολογουμένου.

Το σημαντικότερο στοίχημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η αύξηση της απασχόλησης, η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, ο επαναπατρισμός του brain drain, προσδιορίζεται κι εκείνο από μια γενεαλογική αντικατάσταση. Στα 10+ χρόνια της κρίσης (ο Δεκέμβριος 2008 ήταν ο προάγγελος του σεισμού), βαθιές μεταβολές συντελέστηκαν. Παιδιά του δημοτικού τότε, διέτρεξαν τη μαθητική τους ζωή στο περιβάλλον κρίσης, ανεργίας, φτωχοποίησης. Αλλοι εισήλθαν στην παραγωγική ηλικία αδυνατώντας να βρουν δουλειά, αναζητώντας κατά χιλιάδες διέξοδο στην άτυπη οικονομία ή στο εξωτερικό. Ανθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους έχουν υποστεί τη σαρωτική ματαίωση της μακροχρόνιας ανεργίας.

Η νέα κυβέρνηση έχει μια συγκροτημένη στρατηγική απασχόλησης, που στηρίζεται στη λογική των αναπτυξιακών κινήτρων και ευκαιριών αντί των επιδομάτων. Θα κριθεί από τα αποτελέσματα, και θα κριθεί αυστηρά.

Ο επιφανέστερος συνδυασμός καινοτομίας και συνέχειας εκπροσωπείται από την ίδια την πολιτική προσωπικότητα του νέου πρωθυπουργού. Ένας φιλελεύθερος εκσυγχρονιστής, μεταρρυθμιστής στην παράταξή του, συσπείρωσε γύρω του μια κρίσιμη μάζα προοδευτικών πολιτών, με πρόθεση να κυβερνήσει από το Κέντρο, ως επικεφαλής ωστόσο ενός γηρασμένου, αμαρτωλού κόμματος, που ο κορμός του βρίσκεται στη λαϊκή Δεξιά. Το εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη αντλείται από το γεγονός ότι έφερε τη Ν.Δ. στην εξουσία, κατάγοντας μια πολύ μεγάλη εκλογική νίκη. Δεν είναι απεριόριστο το κεφάλαιο αυτό, και ο ζωτικός του πολιτικός χρόνος πολύ βραχύτερος από το σύνολο μιας κυβερνητικής τετραετίας. Είναι όμως εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι η κυβέρνησή του ήρθε έτοιμη και με επίγνωση του ιστορικά επείγοντος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/7/2019. 

Μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε μια πολύ μεγάλη νίκη, που δεν είναι απλώς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ισχυρή ψήφος και η αυτοδυναμία του επιτρέπουν να διαμορφώσει την επόμενη μέρα για τη Ν.Δ. και για τη χώρα με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από κομματικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Το αποτέλεσμα τερματίζει την περίοδο του κομματικού κατακερματισμού και της ρευστοποίησης των ακραίων συνθηκών της κρίσης. Τα δύο μεγάλα κόμματα αθροίζουν ξανά πάνω από 70%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιημένο ως τον νέο πόλο αριστερά του κέντρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Το ποσοστό του είναι κατά λίγες ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 35,5% του Σεπτεμβρίου 2015. Ο Τσίπρας παραμένει ισχυρός ηγέτης του κόμματός του, με σαφές πλάνο επιστροφής στην εξουσία.

Το μήνυμα του Κυρ. Μητσοτάκη εξέπεμπε την αίσθηση επείγοντος που ήδη αναπέμπουν η κοινωνία και η οικονομία. Το Κοινοβούλιο θα παραμείνει ανοιχτό το καλοκαίρι, ψηφίζοντας τα νέα νομοσχέδια που έχει επεξεργαστεί η Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έρχεται στην εξουσία ως ο καλύτερα προετοιμασμένος πρωθυπουργός της πρόσφατης περιόδου. Η επινίκια ομιλία του σηματοδοτεί ένα διακριτό ήθος και ύφος μετριοπάθειας. Η νίκη του δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την απήχηση του ίδιου στον κεντρώο χώρο, που του επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς.

Οι προτεραιότητές του είναι σαφείς: μείωση φόρων, διαπραγμάτευση χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, ψηφιακός εκσυγχρονισμός της διοίκησης, έμφαση στην επιστροφή της γενιάς του brain drain. Μια γενιά που τον ψήφισε με συντριπτικά ποσοστά.

Είναι αισθητά οι πρώτες εκλογές μετά την κρίση –απουσίασαν οι άμετρες υποσχέσεις και η ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εθνικές εκλογές– με εξαίρεση τη μουδιασμένη αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Η νέα κανονικότητα έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά: περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού και αλληλεξάρτησης στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, τερματισμό της ιδιότυπης ελληνικής «εξαίρεσης». Το ποσοστό του καθιστά τον Μητσοτάκη έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς. Η θέση του στο ΕΛΚ σημαίνει ότι ξεκινά με δεδομένο κεφάλαιο αναγνώρισης. Δεν θα χρειαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, όπως ο προκάτοχός του, προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή των εταίρων. Eχει ισχυρές πιθανότητες να κερδίσει τον δημοσιονομικό χώρο που διεκδικεί, ιδίως εφόσον προτάξει μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2019. 

Σελίδα 1 από 7