Saturday, 19 January 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Συνέντευξη με τον οικονομικό αναλυτή, Γιάννη Αγγελή

Να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας από τον έπαινο της κ. Μέρκελ για την οικονομία. Σημείωσε ότι «με την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος προσαρμογής τον περασμένο χρόνο η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο».

Το σχόλιο της κας Μέρκελ για την ελληνική οικονομία έχει μια αλήθεια κι ένα ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, πλέον, η οικονομία είναι εκτός του τρίτου προγράμματος, με ολοκληρωμένο αυτό το πρόγραμμα και τα μέτρα που προέβλεπε και το ψέμα είναι ότι έχει βγει από τον κίνδυνο. Ο κίνδυνος έχει να κάνει με το αν μπορεί αυτή η οικονομία να λειτουργήσει στο διεθνές περιβάλλον. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη δεν μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά και αυτό φαίνεται σε μέτρα που έχουν ληφθεί από τον καιρό των προγραμμάτων και εξακολουθούν να ισχύουν. Υπεύθυνη γι' αυτό είναι η ΕΚΤ π.χ., τα capital controls ή ο εξωστρακισμός της ελληνικής οικονομίας από όλα τα μέτρα στήριξης της οικονομίας που έχει πάρει και εξακολουθεί παρά το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ.

Δάνεια ειδικού σκοπού και η ελληνική περίπτωση

Διάβασα στη «Ναυτεμπορική» ότι η ΕΚΤ ετοιμάζει το μέτρο της χορήγησης φθηνών δανείων μακράς διάρκειας για ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος. Θα ισχύει και για την Ελλάδα;

Πρόκειται για ένα μέτρο ανανέωσης των δανείων ειδικού σκοπού που είχε δώσει η ΕΚΤ, τα περιβόητα T-L TROS, τα οποία ήταν δάνεια μηδενικού κόστους προς ευρωπαϊκές τράπεζες, με την προϋπόθεση ότι ένα μέρος τους θα διοχετευτεί στη χρηματοδότηση της οικονομίας, δηλαδή των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Θα ανανεωθούν το 2019, καθώς μερικά από αυτά λήγουν το 2020 και το 2021 αλλά χρειάζεται να ανακοινωθεί νωρίτερα για να μπορούν να προγραμματίσουν οι τράπεζες. Κανονικά θα πρέπει αυτό να αφορά και την Ελλάδα, αλλά ακόμη δεν έχει γίνει γνωστό. Να τονίσουμε εδώ πως οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να υφίστανται τον περιορισμό της ΕKT από την άνοιξη του 2015, που τους απαγορεύει να ξεπεράσουν ένα ελάχιστο όριο, 8 δισ. ευρώ, αγοράς κρατικών ομολόγων.

Έτσι δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί και η σύνθεση του ελληνικού χρέους, με σοβαρές συνέπειες για την οικονομία.

Το ένα είναι ότι δεν μπορούν να απολαμβάνουν τα υψηλά, σχετικά επιτόκια που έχουν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, να στηρίζουν έτσι την κερδοφορία τους και το δεύτερο είναι ότι αποκλείονται μ΄ αυτό τον τρόπο από τη διαμόρφωση τιμών από τα ελληνικά ομόλογα. Πέρα από την ισχύ των capital controls που κρατούν την ελληνική οικονομία απομονωμένη από τις ελεύθερες συναλλαγές της από το εξωτερικό.

Αναχρηματοδότηση του χρέους

Φαίνεται ότι υπάρχει ένα κλίμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από έξω όπως είδαμε και σε σχόλιο κοινοτικού αξιωματούχου για τη δήλωση Σημίτη και την αναφορά Μέρκελ στην έξοδο στις αγορές.

Πρέπει, νομίζω, να πούμε εδώ το εξής. Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές δεν είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από το πόσο ψηλότερο ή χαμηλότερο είναι το επιτόκιο που θα της ζητηθεί. Έχει να κάνει με κάτι άλλο το οποίο είναι πολύ πιο βασικό και ουσιώδες, αλλά δεν έχει μπει στη συζήτηση. Η ελληνική οικονομία έχει ένα χρέος που εξυπηρετείται με περίπου 15 δισ. ευρώ το έτος, όσον αφορά τους δανειστές της. Είναι ένα χαμηλό ποσοστό στο ΑΕΠ, αν το συγκρίνεις με άλλες χώρες. Από την άλλη όμως αυτά τα χρήματα, ακριβώς επειδή αφορούν ξένους δανειστές –το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, το διακρατικό δάνειο κ.ά.– βγαίνουν όλα έξω. Και αυτή η έξοδος, ως εκροή κεφαλαίων δεν μπορεί να καλυφθεί με τα υπάρχοντα δεδομένα της οικονομίας ούτε από τον τουρισμό ούτε από τις εξαγωγές. Το υπόλοιπο, δηλαδή, που απομένει, γύρω στα 10 δισ. είναι μια τρύπα η οποία δεν μπορεί παρά να καλυφθεί μέσω δανεισμού. Διαφορετικά θα είναι μια περαιτέρω αφαίμαξη της εσωτερικής ρευστότητας η οποία είναι ήδη συρρικνωμένη. Την οποία δεν μπορεί να καλύψει το τραπεζικό σύστημα για τους γνωστούς λόγους. Κατά συνέπεια ναι μεν η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει την κάλυψη του χρέους της μέχρι το 2032, αλλά αυτή η κάλυψη -ακριβώς επειδή αφορά εκροή κεφαλαίων- πρέπει να γίνει με αναχρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές. Γι' αυτό θα είναι λάθος να προσεγγίσει κανείς την έξοδο στις αγορές μόνο από το ύψος του επιτοκίου. Έτσι κι αλλιώς, στην τρέχουσα συγκυρία είναι χαμηλότερο από αυτό άλλων ομολόγων που λήγουν τους επόμενους μήνες. Π.χ., εάν αυτή τη στιγμή βγει στις αγορές η Ελλάδα και πληρώσει για ένα πενταετές ομόλογο 3,6%-3,7% αυτό είναι περίπου μια μονάδα λιγότερο από το αντίστοιχο πενταετές δάνειο της άνοιξης του 2014, την περίοδο του success story. Κατά συνέπεια ναι μεν έχουμε επιτόκιο υψηλότερο των άλλων χωρών της Ευρωζώνης, αλλά είναι πολύ φθηνότερο από όσα ήδη πληρώνει η Ελλάδα. Άρα η αναχρηματοδότηση αυτού του κομματιού του χρέους φαίνεται συμφέρουσα, αν και είναι ακριβή.

Αναμένεται η έκθεση για την ελληνική οικονομία που απορρέει από το καθεστώς αυξημένης εποπτείας. Πολλά, απαισιόδοξα, έχουν γραφτεί. Εσύ τι λες;

Νομίζω ότι το κλίμα που θα συνταχθεί η έκθεση είναι το ίδιο με το οποίο μίλησε η κ. Μέρκελ στο ταξίδι της στην Αθήνα ή εκφράζουν τελευταία κοινοτικοί αξιωματούχοι, ειδικά ο κ. Μοσκοβισί που θα έρθει την επόμενη εβδομάδα στην Αθήνα. Δηλαδή, παρά τις επιμέρους παρατηρήσεις θα είναι μια θετική έκθεση και θα οδηγήσει, εκτός απροόπτου, στην εκταμίευση των 600 εκατ. ευρώ από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που θα αξιοποιηθούν για την κάλυψη χρέους.

Ευνοϊκότερο περιβάλλον στις αγορές

Αναμένεται και αξιολόγηση από τους τρεις οίκους το επόμενο διάστημα.

Ναι, η πρώτη είναι στις 18 Ιανουαρίου, η δεύτερη στις 8 Φεβρουαρίου και η τρίτη την 1η Μαρτίου. Δεν φαίνεται πιθανό να υπάρξει κάποια δραματική βελτίωση. Θα προσεγγίζουν, βαθμιαία, την καλύτερη βαθμολογία που είναι της Moodys, BB– όμως θα απέχουν από το όριο που η ΕΚΤ δέχεται κρατικά ομόλογα ως ενέχυρα. Και εδώ ίσως είναι ένα δεύτερο λεπτό σημείο που αφορά την ΕΚΤ. Από την 1-1-2019 και λόγω του τέλους της ποσοτικής χαλάρωσης η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να επανεπενδύει όλη την ρευστότητα που αποκτά καθώς πωλεί τους τίτλους που έχει αγοράσει στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης. Όμως είναι σαφές, ήδη ότι δεν υπάρχει πληθώρα τίτλων προς αγορά και ενδεχομένως η ΕΚΤ να μπει σε μια συζήτηση για διεύρυνση των τίτλων που μπορεί να αγοράσει. Μπορεί αυτό να ακουμπήσει και τα ελληνικά ομόλογα; Πιθανότατα όχι προς το παρόν, αλλά σίγουρα δημιουργεί ένα περιβάλλον πιο ευνοϊκό στις αγορές.

Είναι και τα επικείμενα μέτρα, στα οποία αναφέρθηκε και ο Πρωθυπουργός στην συνέντευξή του. Πως αυτά θα επιδράσουν στην οικονομία;

Όλα σχεδόν έχουν ένα αποτύπωμα στην κατανάλωση. Είναι κυρίως κοινωνικά μέτρα που οδηγούνται στην κατανάλωση, διότι δημιουργούν εισοδήματα που οι άνθρωποι θέλουν για την επιβίωσή τους όχι για αποταμίευση. Είναι πολύ πιθανόν ότι θα έχουμε μια αποτύπωση στην αύξηση του ΑΕΠ. Είναι σαφές ότι η σύνθεσή τους συνδέεται και με τις επερχόμενες εκλογές αλλά έτσι κι αλλιώς φαίνεται ότι η υπεραπόδοση των μέτρων, φορολογικών και μη, αφήνουν ένα σημαντικό περιθώριο για να επιστρέψουν κατά ένα μέρος στα χαμηλά εισοδήματα και να περάσουν στην κατανάλωση.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 13/1/2019. Την συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός.

Τι θα λείψει από το μενού της μεταΜνημονιακής Τρόικας

Για μιαν ακόμη φορά, παρουσία στην Αθήνα του αρμόδιου για τα οικονομικά και τα δημοσιονομικά Αντιπροέδρου της (απερχόμενης, σιγά-σιγά) Ευρωπαϊκής Επιτροπής Πιερ Μοσκοβισί, του ανθρώπου που τεχνικά «κράτησε» από πλευράς Βρυξελλών τα ηνία των κυλιόμενων διαπραγματεύσεων, πιέσεων, διευκολύνσεων, απειλών, συμβιβασμών, καθησυχασμών της Τροϊκανής εμπειρίας της Ελλάδας – πάντως τα τελευταία 3 χρόνια – λειτουργεί ως προεισαγωγή στην εδώ παρουσία της ίδιας της Τρόικας. H οποία μας καταφθάνει από Δευτέρα, λίγες μέρες μετά την ψήφιση της εμπιστοσύνης στην Βουλή σε εκρηκτικό κλίμα, την επόμενη κυριολεκτικώς του σχεδιαζόμενου συλλαλητηρίου/λαοσύναξης για το Μακεδονικό στο Σύνταγμα: ενδιαφέρον πυρίκαυστο γενικό πλαίσιο.
Ευλόγως θα παρατηρήσει/διορθώσει ο προσεκτικός αναγνώστης ότι Τρόικα δεν υπάρχει πλέον, ότι έχει γίνει Τετραμερής – Quadriga εδώ και πολύ καιρό με την προσθήκη σε ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ και του εκπροσώπου του ESM, «του δανειστή» κατά κύριο λόγο αλλά και άλλαξε φύση/λειτουργία. Αυτό είναι άλλωστε που εγκατέστησε στην δημόσια σκηνή τον συμπαθή εκείνο Κλάους Ρέγκλινγκ, να συναγωνίζεται με τον εαυτό του (και με κάθε άλλον πρόθυμο) σχετικά με το αν το κόστος του τρίτου Μνημονίου είναι 60, 100 ή 200 δις ευρώ και για το ποιες δεσμεύσεις παραμένουν μεταΜνημονιακά – εκείνο δηλαδή που στην εσωτερική μας αντιδικία επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί ως «τέταρτο Μνημόνιο». Όμως, ο Πιερ Μοσκοβισί ο οποίος «τραβάει» προς την άλλη άκρια – εκείνην που λέει και διαβεβαιώνει ότι η εποχή των Μνημονίων έκλεισε, έφυγε, πάει ότι η κανονικότητα επανήλθε στην Ελλάδα (και στην ΕΕ ως προς την Ελλάδα...) – με αποτέλεσμα να επιχειρείται υποτίμησή του από ένα ολόκληρο τμήμα του Ελληνικού πολιτικού σκηνικού, δεν παύει να είναι εκφραστής της επίσημης άποψης της «Ευρώπης» για την Ελληνική περίπτωση.
Και – το πιο σημαντικό – εκφραστής του τι θα κάνει με την Ελληνική περίπτωση η διαβόητη μεταΜνημονιακή ομάδα της ενισχυμένης παρακολούθησης/enhanced surveillance για να μην τσακωνόμαστε με την ορολογία. Ενώ λοιπόν θα ασχολούμαστε όλοι με τα διαμειφθέντα κατά την επίσκεψη Μοσκοβισί, θα προτείνουμε σήμερα στον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει κυρίως τι ΔΕΝ θα περιλάβει το μενού της μεταΜνημονιακής Τρόικας ενόψει της (δεύτερης) Έκθεσής της που θα ωριμάσει κάπου Μάρτιο μεριά στο Eurogroup.
Πράγματι, από τις διαρθρωτικού χαρακτήρα δεσμεύσεις/commitments που είχαν περιληφθεί και που πολλοί τις θεωρούν σχεδόν milestones ενώ δεν είναι, όλοι γνώριζαν ότι θέματα όπως π.χ. η βελτίωση των διαδικασιών στον τομέα της Υγείας (πρωτοβάθμια περίθαλψη, προμήθειες) ή πάλιν η στελέχωση της ΑΑΔΕ, και ακόμη περισσότερο το ξύπνημα του Μεγάλου Ασθενούς (της Δικαιοσύνης...) θα κρατήσει 3μηνα και χρόνια, πολλά: απλώς... κινητικότητα αναζητείται. Στην διαχείριση του χρηματοπιστωτικού τομέα/κόκκινα δάνεια κοκ τρέχει η νέα-νέα προθεσμία Φεβρουαρίου, ενώ στις ιδιωτικοποιήσεις (λιγνιτικά ΔΕΗ, ΔΕΠΑ, Εγνατία, επέκταση σύμβασης Ελ. Βενιζέλου, Ελληνικό) απλώς βήματα μπορεί να επιδειχθούν. Και να θεωρηθεί ότι έγιναν, ή να θεωρηθεί ότι αργούν, πάνε πίσω κοκ. Για δυο-τρία επιλεγμένα μέτωπα – σύμβαση Ελ. Βενιζέλου, ή πάλι νομοθέτηση κατώτατου μισθού – θα μας χρειαστεί και Βουλή εν λειτουργία: σημειώστε το κι αυτό.
Απ' εκεί και πέρα, τα αληθινά σημαντικά και μεγάλα δεν – ΔΕΝ – θα απασχολήσουν την μεταΜνημονιακή Τρόικα. Το αν, δηλαδή το μείγμα πολιτικής/το policy mix που έχει δημιουργηθεί με την τοτεμοποίηση και λατρευτική στάση έναντι του πρωτογενούς πλεονάσματος και του υπερπλενάσματος «βγαίνει πέρα» και αν είναι βιώσιμο – μην ξεχνούμε ότι ο Πιερ Μοσκοβισί είναι αρμόδιος για τα οικονομικά ΚΑΙ τα δημοσιονομικά: το 3,5% επι 5ετία είναι εκείνο που μπαίνει πρώτο στην οθόνη του κομπιούτερ του! – δεν έρχεται άμεσα στην συζήτηση. Ούτε καν το αληθινό δημοσιονομικό παγόβουνο, δηλαδή η μέσω δικαστικών αποφάσεων ανατίναξη του δεύτερου (ήδη!) Μνημονίου, μπορεί να τους απασχολήσει αληθινά – ενώ θα έπρεπε. Η χαμένη ευκαιρία της επίσκεψης Μέρκελ, η άρνηση των κυβερνητικών εδράνων να επωφεληθούν της προσέλευσης της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης/του Κυριάκου Μητσοτάκη στην διαπίστωση Στουρνάρα, Χριστοδουλάκη, ακόμη και Σημίτη ότι το άδειασμα της οικονομίας με πρωτογενή πλεονάσματα επείγει να δώσει την θέση του σε δέσμευση μέρους των πλεονασμάτων για επενδυτική χρήση, αδειάζει και την συζήτηση ουσίας για την μεταΜνημονιακή παρακολούθηση της Ελληνικής οικονομίας.
Οπότε, το ακόμη πιο ουσιαστικό, δηλαδή η κάμψη του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα στο πέρασμα από το 2018 στο 2019, μετά από πολλά 3μηνα βελτίωσης, κάμψη που υπονομεύει σιγά-σιγά την αναπτυξιακή προοπτική, επίσης δεν θα είναι στο μενού.
Όπως όμως θα εξηγούσε και ο Πιέρ Μοσκοβισί, αυτό σημαίνει το τέλος των Μνημονίων. Κάνεις την πολιτική σου, κάνεις τις επιλογές σου – θα δούμε το αποτέλεσμα...

*Δημοσιέυτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/1/2019. 

Τοπία του χειμώνα, εδώ και στην Ευρώπη

Το πρώτο αυταπόδεικτο είναι ότι η επιτυχία για την Ελλάδα δεν εξαρτάται από αυτό που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων. Ούτε από τις ευαρέσκειες της καγκελαρίου Μέρκελ προς την κυβέρνηση για το έργο της, ούτε από την αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού εκ μέρους των δανειστών, ούτε καν από τα παραδεδεγμένα λάθη τους. Εξαρτάται από το πόσο ευτυχισμένοι και αισιόδοξοι είναι οι Ελληνες –και ως Ελληνες και ως Ευρωπαίοι.

Το δεύτερο μείζον έχει να κάνει με το ευρωπαϊκό τοπίο. Για όσο διάστημα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα λειτουργούν σε πολιτικό κενό με αποκλειστικό γνώμονα την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν θα είναι ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά που θα απειλεί την Ε.Ε., αλλά η ίδια η Ε.Ε. που θα δημιουργεί και θα διογκώνει τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό. Η συνέπεια είναι ήδη ορατή: φαύλος κύκλος σε εθνικά επίπεδα που επιτίθεται συνεχώς στις ποιότητες της δημοκρατίας, στον χώρο μιας Ηπείρου που απέτυχε να κάνει τη δημοκρατία χειροπιαστή στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου υποσχόταν άνοιξη και νέα περίοδο για την Ευρώπη το μέλλον της οποίας φάνταζε διαφορετικό, όπως διαφορετικό έδειχνε για κείνη την παγκόσμια στιγμή και το παρελθόν της ‒ παρά το γεγονός ότι το τελευταίο προέκυπτε ματωμένο από τα συντρίμμια του 1945 αλλά και από διαχωρισμούς που, εν τω μεταξύ, παγιώθηκαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και επικυρώθηκαν με την ανέγερση του Τείχους το 1961. Υστερα από τρεις δεκαετίες πολλά έχουν αλλάξει στον «ελεύθερο ευρωπαϊκό κόσμο».

Ομως, παρά το γεγονός του πολιτικού χειμώνα, η ευρωπαϊκή ιδέα παραμένει στο τραπέζι. Ο ιστορικός Τόνι Τζαντ αρχίζοντας τις πρώτες κι όλας σελίδες του magnum opus του «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (εκδ. Αλεξάνδρεια) με σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από τις μεταβολές του 1989, είχε εκφράσει ορισμένες επιφυλάξεις απέναντι στην άκρατη υπεραισιοδοξία που συνόδευε την πλανητική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου ευρωατλαντισμού, για τις οποίες, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε: «Αν η Ευρώπη ακολουθήσει "γερμανική" πορεία... θα παραμείνει απλώς και μόνο το άθροισμα και ο υψηλότερος κοινός παρονομαστής των ξεχωριστών συμφερόντων των μελών της».

Παρ' όλα αυτά, ως κεντροαριστερός, υποδείκνυε ως μείζον για την προοδευτική ευρωπαϊκή παρακαταθήκη, αυτό που συμβατικά αποκαλούσαμε «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Το μοντέλο αυτό, η δική μας τουλάχιστον γενιά Ευρωπαίων, το αντιπαρέθετε στον αμερικανικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και οικονομίας.

Αυτό το μοντέλο είναι που ενώνει τους Ευρωπαίους, ακόμη και όταν αμφισβητούν κριτικά τη μια ή την άλλη πλευρά του. Και αυτό το μοντέλο υπερασπίζεται αυτή τη στιγμή η Αριστερά. Εκ τούτου, η ενσωμάτωση της ευημερίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνον με απλή αναδιανομή εισοδημάτων από τους πλούσιους στους φτωχούς ή από τα πιο παραγωγικά τμήματα της οικονομίας σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς.

Η ενάρετη πολιτική οικονομία του 21ου αιώνα, για να προχωρήσει, δεν θα πρέπει να έχει παγίδες ανισότητας. Κάποτε –όχι πριν από πολλά χρόνια‒ το σύνθημα στα ευρωπαϊκά γραφεία ήταν το «Εver closer union» (στενότερη Ενωση), μάλλον με την έννοια της διεύρυνσης – η οποία συνεχίζεται στις μέρες μας, ειδικότερα στις χώρες της γειτονιάς μας.

Σήμερα, προεκλογικά, στο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τα γραφεία της Κομισιόν στις Βρυξέλλες, κυριαρχεί με μεγάλα γράμματα το σύνθημα «The Future Is Europe» (Το μέλλον είναι η Ευρώπη). Πρόκειται περί πίστης σε έναν τύπο συλλογικής διακυβέρνησης που, στο πρόσφατο παρελθόν, δεν επέδειξε υψηλά επίπεδα πολιτικής υπευθυνότητας – ίσως επειδή, όπως και οι μεγάλες εταιρείες, δεν είναι υπόλογη κυρίως στους λαούς της Ευρώπης.

Αντίθετα, όπως φάνηκε με την Ελλάδα, με το Brexit, όπως φαίνεται με το κίνημα διαμαρτυρίας των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, αλλά και με το θέμα του προϋπολογισμού στην Ιταλία, οι γραμμές που αποκόπτουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και γεννούν τον εθνικισμό πυκνώνουν και δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Τούτων δοθέντων, δεν μένει άλλο παρά αυτή η πίστη να αποτυπωθεί στην πραγματική ευημερία και αυτό το μέλλον να συνοδευτεί από χειροπιαστές δράσεις τόσο στα εθνικά συμφραζόμενα όσο και στο κοινοτικό επίπεδο, σε πλαίσιο δημοκρατίας.

Ούτως ή άλλως, όπως έχουν εξελιχθεί τα πολιτικά πράγματα, πολλοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξυπνούν και νυχτώνουν σε τοπία πολιτικού χειμώνα, με κυρίαρχη την αίσθηση της εγκατάλειψης∙ νοιώθουν άβολα∙ αισθάνονται ευάλωτοι απέναντι στις αυξανόμενες περιβαλλοντικές, οικονομικές και πολιτικές απειλές, με αποτέλεσμα το σύνθημα «The Future Is Europe» να μοιάζει κούφιο και να αμφισβητείται, όσο ποτέ άλλοτε, από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Και τι θα μείνει τελικά στα τοπία της Ευρώπης όταν η δημοκρατία θα σταματήσει πρακτικά να είναι μια πολιτική επιλογή; Δυστοπίες και εθνικιστικές φαντασιώσεις. Οι Βρετανοί –και δεν μιλάμε για κάποιο τελείως ανυπόληπτο έθνος-κράτος‒ βασανίζονται αρκετά στις μέρες μας από την ιδέα ότι «θα είμαστε καλύτεροι μόνοι μας»!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2019. 

Βοήθεια ανάγνωσης

Όταν και η επίσκεψη της Καγκελαρίου Μέρκελ στην Ελλάδα του Ιανουαρίου 2019 - σχεδόν πέντε χρόνια μετά την ανάλογη επίσκεψη του Απριλίου 2014 - θα έχει ολοκληρωθεί, όταν θα έχουμε όλοι (;) διαβάσει και ακούσει τις τοποθετήσεις της για την οικονομική φάση στην οποία βρίσκεται η μεταΜνημονιακή Ελλάδα, ίσως χρειαστεί να κάνομε όλοι (πάλι) ένα βήμα πίσω. Να ξανασκεφθούμε.
Το 2014 από την Καγκελαρία είχε δοθεί «στήριξη στην συνεπή μεταρρυθμιστική πορεία της Κυβέρνησης»,, παράλληλα με μήνυμα ότι «η Γερμανική Κυβέρνηση θα συνεχίσει να στηρίζει τα επιτυχή μέτρα λιτότητας της Ελλάδας» (μάλιστα εν συνεχεία υπήρξε διόρθωση της «λιτότητας» σε «εξυγίανση»). Δυο χρόνια αργότερα, στην επίσκεψη του - Πρωθυπουργού, ήδη - Αλέξη Τσίπρα στο Βερολίνο, η Καγκελάριος είχε φροντίσει να σφραγίσει την συνάντηση με την παρατήρηση «Θα συζητήσουμε και θα δούμε πώς εκτιμά (ο Έλληνας Πρωθυπουργός) την κατάσταση. Όμως εδώ (το Βερολίνο) δεν είναι ο τόπος που λαμβάνονται οι αποφάσεις. Οι διαβουλεύσεις γίνονται με τους Θεσμούς». Ήταν τότε η εποχή του «οι συνομιλίες μας δεν ήταν πάντα εύκολες, όμως διακρίνονται για την ειλικρίνεια και την σταθερότητά τους».
Το 2014, πάλι, η επίσκεψη Μέρκελ είχε ακολουθήσει κατά λίγες μέρες την δοκιμαστική έξοδο της Ελλάδας στις αγορές (του Απριλίου 2014, όταν είχαν σηκωθεί 3 δις για 5ετές, με 4,95%). Άλλωστε η Καγκελαρία είχε συνδέσει την επίσκεψη με την αναγνώριση της - τότε - επιτυχίας εξόδου, μάλιστα για 3 δις ενώ αρχικά ζητώντας 2,5 δις. Ακολούθησαν τρία πράγματα, βέβαια: οι Ευρωεκλογές που εισπράχθηκαν ως πλήγμα. ο «φιλολαϊκός» ανασχηματισμός Σαμαρά που έδιωξε τους τότε μεταρρυθμιστές (Χατζηδάκης - Σκορδάς) έναντι λαϊκής δεξιάς (Γιακουμάτος-Βούλτεψη) και η ταλαίπωρη δεύτερη απόπειρα εξόδου στις αγορές, τον Ιούλιο 2014 (ζητήσαμε 3 δις σε 3ετή ομόλογα με 3,5%, δόθηκαν μόλις 1,5 δις). Βέβαια τότε είχε συμπέσει το «τρακάρισμα» της Πορτογαλικής Banco Espirito Santo...
Γιατί το ταλαιπωρούμε, τώρα, το θέμα αφού – όπως ήδη σημειώσαμε – θα είναι σωστό να περιμείνουμε να ακούσουμε τι θα έχει να πει πάλι η Καγκελάριος Μέρκελ η ίδια – αντί για το γνώριμο σπορ, να προεξοφλούν οι δυο πλευρές της Ελληνικής προεκλογικής πολιτικής σκηνής, η καθεμιά αντιθετικά προς την άλλη, τι θα ειπωθεί και τι θα σημαίνει και τι θα συνεπάγεται; (Και παραβλέπουμε, εδώ, το βαρύτερο μενού του Μακεδονικού στην εδώ παρουσία Μέρκελ. Παραβλέπουμε και το Προσφυγικό/Μεταναστευτικό, που ήταν παρόν και το 2014. Παραβλέπουμε και το αγκάθι των πολεμικών επανορθώσεων, που η Καγκελαρία επεδίωξε να προ-εκτονώσει πριν καν ξεκινήσει η επίσκεψη). Πρώτα-πρώτα, διότι ακριβώς παράλληλα με την επίσκεψη Μέρκελ ξαναρχίζουν οι εργασίες της ενισχυμένης μετα-Μνημονιακής εποπτείας (μας): την ερχόμενη εβδομάδα ξαναέρχονται οι άλλοτε Τροϊκανοί – που, με αφοριστική του δήλωση, ο Στέφανος Μάνος τους κατακεραύνωνε προχθές για πλημμελή αν μη στρεβλή παρακολούθηση -, ενώ ήδη το EuroWorking Group ξανακοιτάζει τι έχει προχωρήσει από τα υπεσχημένα διαρθρωτικά. (Τίποτε το ουσιαστικό πάντως). Κυβερνητικοί που «ανακάλυψαν» την Άνγκελα Μέρκελ και κατεδαφιστές της Αντιπολίτευσης ας το ξαναθυμηθούν: ασφαλώς και ο λόγος του Βερολίνου έχει μεγάλο βάρος, η δε Mutti Άνγκελα καίτοι αποδυναμωμένη είναι ό,τι διαθέτει η «Ευρώπη» του 2019 από εξουσία – όμως το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις είναι άλλη ιστορία. Όχι δε μόνο/όχι τόσο για τα διαβόητα 620 εκατ. ευρώ/πρώτη δόση από τις επιστροφές κερδών ANFAs/SMPs , που είναι εν τέλει σταγόνα στον ωκεανό (π.χ.) των υπερπλεονασμάτων. Αλλά και, για το πολυπόθητο «σήμα προς τις αγορές».
Εδώ, κι άλλη αυτοσυγκράτηση! Καλά τα σήματα εμπιστοσύνης, αλλά δεν αρκούν ακόμη κι αν εκπορεύονται από Βερολίνο. Η επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση – τελευταία, από τον Ευκλείδη Τσακαλώτο – ότι το cash buffer των 25+ δις ευρώ δίνει στην Ελλάδα άνεση να αποφασίσει όποτε το κρίνει σκόπιμο να ξαναδοκιμάσει τις αγορές, δεν είναι βέβαιο ότι λειτουργεί θετικά. Τείνει να δείξει ότι η Ελλάδα του 2019 διαχειρίζεται δια της αναβολής – σας θυμίζει κάτι; Εν τω μεταξύ, η προοπτική 10ετούς φαίνεται να πηγαίνει ακόμη πιο πίσω έτσι όπως οι αποδόσεις έχουν εγκατασταθεί πάνω από το 4%, τα δε CDS/ασφάλιστρα κινδύνου σκαρφαλώνουν και πάλι (βέβαια σε χαμηλούς όγκους). Αναζήτηση ενός μικρού ποσού για 5ετές δεν θα αντιστοιχούσε με την επίσημη επιδίωξη για εξομάλυνση της καμπύλης των επιτοκίων του Ελληνικού χρέους. Ενώ επάνοδος (μνήμη του 2014...) σε «λύση» 3ετούς, το οποίο θα ήταν κάτω από την ομπρέλα της μεσοπρόθεσμης εγγύησης μέτρων χρέους, θα ήταν ανοιχτά προσχηματική. Χώρια που κάθε σύγκριση επιτοκίων θα λειτουργούσε παραπειστικά.
Αυτά, ως βοήθεια ανάγνωσης της επίσκεψης Μέρκελ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 11/1/2019.

Βήματα προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω

Η Ευρώπη

Στη Γαλλία, λόγω της αρτηριοσκληρωτικής οικονομίας, των πολιτικών διαταραχών και της πτώσης της δημοτικότητας του Μακρόν, η ισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα ενταθεί. Ετσι θα κυριαρχήσει όχι το μακρονικό σχέδιο για μια ταχεία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ενοποίηση, αλλά το γερμανικό. Δηλαδή μια πιο αργή, βήμα προς βήμα ενοποίηση βασισμένη στη συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και της γερμανοκρατίας. Αυτό είναι προφανές αν λάβουμε υπ' όψιν μας πως η Γερμανία έχει σήμερα, μεταξύ άλλων συμμάχων, και τη λεγόμενη «ομάδα των οκτώ» (Δανία, Ολλανδία, Σουηδία, Φινλανδία, Τσεχία καθώς και τις Βαλτικές Χώρες). Και οι «οκτώ» στηρίζουν την πολιτική της λιτότητας, εναντιώνονται στους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς πόρων από τον Βορρά προς τον Νότο. Οπως και οι γερμανοί ψηφοφόροι, αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση των «ανεύθυνων» Νοτιοευρωπαίων. Ετσι η κυρίαρχη βορειο-γερμανική συμμαχία θα οδηγήσει στην παραπέρα εκτίναξη των ανισοτήτων (ένδον και διακρατικών), στην περιθωριοποίηση ενός σημαντικού μέρους των χαμένων από την παγκοσμιοποίηση και στην παραπέρα άνοδο του εθνολαϊκισμού. Οι παραπάνω εξελίξεις σημαίνουν πως στον χρόνο που έρχεται το χάσμα Βορρά – Νότου θα ενταθεί, η αξία της αλληλεγγύης θα ξεχαστεί και τα θεμέλια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος θα εξακολουθήσουν να υποσκάπτονται. Ετσι η προοπτική μιας Ενωμένης Ευρώπης ικανής να γίνει, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ο τρίτος βασικός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική αρένα εξαφανίζεται.

Περνώ, τέλος, από την ανισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας στον τρίτο κύριο παίκτη της ευρωζώνης, την Ιταλία. Η λαϊκιστική κυβέρνηση θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Αυτό θα οδηγήσει στην ενδυνάμωση της Ευρώπης-«φρουρίου». Από την άλλη μεριά, σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό αδιέξοδο, η ιταλική κυβέρνηση φαίνεται να υποχωρεί. Μάλλον θα κάνει μια «κωλοτούμπα» ελληνικού τύπου. Δηλαδή θα υποκύψει στις πιέσεις των αγορών και σε αυτές των Βρυξελλών.

Οι δύο υπερδυνάμεις

Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθήσουν να συρρικνώνονται. Ενώ από την άλλη μεριά, η Κίνα μέσω της λεγόμενης «ήπιας δύναμης» (soft power) θα συνεχίσει την επεκτατική πολιτική με μαζικές επενδύσεις στις χώρες που βρίσκονται στον Δρόμο του Μεταξιού και όχι μόνο. Βέβαια, η αμερικανική υπερδύναμη θα διατηρήσει την πρωτοπορία της στην έρευνα, στις τεχνολογίες (κυρίως της ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης) και στις στρατιωτικές επενδύσεις. Σε αυτόν τον τομέα, βέβαια, και οι δύο υπερδυνάμεις ακολουθούν τις νέες τεχνολογίες, κατασκευάζοντας νέου τύπου πυρηνικούς πυραύλους που καμιά από τις δύο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Σε έναν μελλοντικό πυρηνικό πόλεμο θα βλέπαμε παγκόσμιες καταστροφές βιβλικού τύπου. Για τη στιγμή, τέτοιου είδους πόλεμοι δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Το πιο πιθανό είναι η συνέχιση του Ψυχρού Πολέμου που θα βασίζεται σε μια ισορροπία τρόμου. Ισορροπία που κάνει αυτούς που ελέγχουν τα μέσα βίας και κυριαρχίας να αποφεύγουν τα πυρηνικά όπλα και να περιορίζουν τις στρατιωτικές επεμβάσεις ή πιέσεις σε συγκεκριμένα πεδία (π.χ. στη Συρία οι ΗΠΑ και στη Σινική Θάλασσα η Κίνα).

Αν στον στρατιωτικό χώρο υπάρχει ένα είδος ισορροπίας (τρόμου), στον οικονομικό η Κίνα, λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης, έχει κάνει τεράστια βήματα προς τα εμπρός. Στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα έχει πλησιάσει, αν όχι ξεπεράσει, τις ΗΠΑ. Βέβαια, στον τομέα των υψηλών τεχνολογιών οι ΗΠΑ υπερτερούν, αλλά η απόσταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων μικραίνει (βλ. Economist, 20/1/2018). Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Κίνα ανεβαίνει, ενώ οι ΗΠΑ, με τη μερκαντιλική πολιτική του αμερικανού προέδρου ακολουθούν μια καθοδική πορεία. Αυτό σημαίνει πως σε μερικά χρόνια η κινεζική υπερδύναμη θα είναι σε θέση να αμφισβητήσει την αμερικανική ηγεμονία με απρόβλεπτες τεκτονικές αλλαγές στον κόσμο που έρχεται.

Η παγκοσμιοποίηση

Αντίθετα με πολλούς λαϊκιστές ηγέτες που ονειρεύονται την αποπαγκοσμιοποίηση και την επιστροφή στην αυτονομία του κράτους-έθνους, η στροφή προς τα πίσω είναι αδύνατη. Η παγκοσμιοποίηση θα συνεχίσει με απίστευτους ρυθμούς. Θα έχει και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Από τη μια μεριά, θα εξακολουθεί να οδηγεί στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της καπιταλιστικής ημιπεριφέρειας, κυρίως στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Για τη στιγμή, π.χ., πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι (δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας) έχει ξεπεράσει το επίπεδο της απόλυτης φτώχειας. Αυτή η πρωτοφανής αλλαγή θα συνεχιστεί στα χρόνια που έρχονται. Από την άλλη μεριά, οι ανισότητες στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Κίνα συνεχίζουν να εντείνονται. Σε βαθμό που ένας μικρός αριθμός κροίσων ελέγχει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Αν προσθέσουμε την καταστροφή του περιβάλλοντος, την παγκοσμιοποίηση των τρομοκρατικών και εγκληματικών δικτύων και άλλες βαρβαρότητες, το μέλλον φαίνεται εξαιρετικά δυσοίωνο. Αφού δεν υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί έλεγχοι της νεοφιλελεύθερης, αγοροκρατικής παγκοσμιοποίησης, παγκοσμιοποίησης που μοιάζει με μια χωρίς φρένα υπερταχεία αμαξοστοιχία.

Η Ελλάδα

Εδώ θα αναφερθώ τηλεγραφικά σε πέντε μελλοντικές εξελίξεις.

• Η συμφωνία των Πρεσπών. Σίγουρα θα ψηφιστεί. Θα λυθεί επιτέλους ένα πρόβλημα που ταλανίζει τη χώρα για 25 χρόνια. Το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε λυθεί πριν από καιρό με την πρόταση Πινέιρο. Πρόταση που λανθασμένα απορρίφθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση. Στη χρονιά που έρχεται αν, μάλλον απίθανο, η στρατηγική της ΝΔ πετύχει, η ιδέα πως μπορεί να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις από το μηδέν είναι φαντασίωση. Θα χαθεί η μοναδική ευκαιρία που έχουμε. Αφού για γεωπολιτικούς λόγους (ρωσικός επεκτατισμός στα Βαλκάνια), αργά ή γρήγορα, θα αγνοηθεί το ελληνικό βέτο.

•Ο μερικός διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Η συμφωνία Τσίπρα – Ιερωνύμου θα επικυρωθεί, με την κυβέρνηση να ικανοποιεί μερικά από τα αιτήματα των ιερέων. Δεν θα πρόκειται για έναν ριζοσπαστικό διαχωρισμό όπως στη Γαλλία. Θα είναι όμως ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

•Ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τη στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, λόγω της πίεσης από την τρόικα και της προσγείωσης στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Μαζί με τα άλλα φιλοευρωπαϊκά σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην Ευρωβουλή.

•Το ΚΙΝΑΛ. Πήρε μια ανάσα με την παράλογη επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του Κώστα Σημίτη. Αλλά σίγουρα, όπως τα άλλα κεντροαριστερά κόμματα που στράφηκαν προς τα δεξιά, θα συνεχίσει την καθοδική πορεία του. Δυστυχώς αυτό θα εντείνει τον διπολισμό του κομματικού συστήματος. Το ΚΙΝΑΛ θα χάσει την ευκαιρία να γίνει ο σημαντικός τρίτος πόλος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

•Η κομματικοκρατία. Σε ό,τι αφορά τον «πολιτικό πολιτισμό», όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθούν την άκρατη παλαιοκομματική, συγκρουσιακή κουλτούρα. Κοκορομαχίες, απαράδεκτες επιθέσεις/βρισιές, κυριαρχία μικροκομματικών συμφερόντων κ.λπ. Η κομματικοκρατία και το 2019 θα συνεχίσει τον διαβρωτικό της ρόλο. Τα κόμματα θα συνεχίσουν να διεισδύουν σε όλους τους θεσμικούς χώρους, από τα πανεπιστήμια μέχρι τον αθλητισμό, υποσκάπτοντας έτσι την ήδη καχεκτική κοινωνία των πολιτών. Ολα τα παραπάνω προφανώς αδυνατίζουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία της χώρας.

Συμπέρασμα

Βλέπουμε βήματα προς τα εμπρός, αλλά και βήματα προς τα πίσω. Πάντως, ο κασσανδρικός λόγος και η καταστροφολογία της αντιπολίτευσης ούτε πείθουν, ούτε κάνουν καλό στη χώρα. Η Ελλάδα έχει πάψει να είναι το μαύρο πρόβατο της ΟΝΕ. Ο Πρωθυπουργός κατάφερε, κυρίως μέσω της συμφωνίας των Πρεσπών, να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αυτό θα βοηθήσει τη χώρα να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 30/12/2018. 

Δύο δημοφιλείς πλάνες για τους ηγέτες και τις ελίτ

Δ​​ύο δημοφιλείς πλάνες ανθούν στην Ευρώπη του παρδαλού λαϊκισμού και των μειωμένων προσδοκιών.

Η μία διατείνεται ότι το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρόβλημα ηγεσιών. Απουσιάζουν, λέει, προσωπικότητες μεγέθους ενός Κολ, Μιτεράν, Ντελόρ. Η ιστορική απόσταση τείνει να «ψηλώνει» και να εξιδανικεύει τους ηγέτες του παρελθόντος. Στην εποχή τους, οι επικριτές στηλίτευαν τον επαρχιωτισμό του Κολ, τον οικονομικό αναλφαβητισμό του Μιτεράν, την ατολμία του Ντελόρ.

Η πλάνη παραβλέπει τις ουσιώδεις αιτίες. Η βαθύτερα ενοποιημένη Ευρώπη των «28» είναι και βαθύτερα διαιρεμένη. Τις «σιωπηρές συναινέσεις» του παρελθόντος έχουν διαδεχθεί οι «θορυβώδεις διαφωνίες» της νεότερης περιόδου. Η διακυβέρνηση σήμερα είναι διαρκής διαχείριση κρίσεων με ευρείς, οδυνηρούς συμβιβασμούς. Ο Κολ δεν θα τα κατάφερνε καλύτερα από τη Μέρκελ. Η μετάθεση της ευθύνης στα πρόσωπα εμποδίζει τη συζήτηση να εστιαστεί εκεί που πρέπει: στη διάσταση εθνικών συμφερόντων, στις διευρυνόμενες ανισότητες και αποκλίσεις. Που απαιτούν πολιτικές ενσωμάτωσης, γενναίων συναινέσεων, μεγάλων συμβιβασμών και υπερεθνικών λύσεων.

Η δεύτερη πλάνη είναι ακόμα πιο διαδεδομένη. Οπως έγραφε ο Στάθης Καλύβας την περασμένη Κυριακή, «δυστυχώς, το αφήγημα των αποκομμένων και αλαζονικών ελίτ κυριαρχεί στη σημερινή Ευρώπη, συχνά μάλιστα μέσα στις ίδιες τις ελίτ, κυρίως λόγω πνευματικής οκνηρίας που οδηγεί στην υιοθεσία των κάθε είδους κλισέ».

Το κλισέ των αποκομμένων ελίτ εκτός από λαϊκίστικο είναι και ανιστόρητο. Ποτέ στο παρελθόν οι δημοκρατικά εκλεγμένες ηγεσίες δεν παρακολουθούσαν τόσο στενά τις αντιλήψεις και διαθέσεις της κοινής γνώμης. Ποτέ οι ελίτ στη φιλελεύθερη Δύση δεν βρίσκονταν τόσο ανοιχτά εκτεθειμένες στην αμφισβήτηση και την αποδομητική κριτική, όχι απλώς από μια δράκα επικριτικών ΜΜΕ αλλά από εκατομμύρια «ελεύθερους σκοπευτές» του Διαδικτύου και των social media.

Ποτέ στο παρελθόν οι ηγεσίες δεν υποχρεώνονταν σε επιδείξεις ταπεινοφροσύνης όπως σήμερα – κι αυτό είναι σπουδαίο. Ο πρόεδρος Μακρόν έσπευσε να υπαναχωρήσει αναφωνώντας mea culpa για την εξέγερση των «Κίτρινων Γιλέκων» – δεν θυμάται κανείς τον Ντε Γκωλ, τον Ζισκάρ ή τον Μιτεράν να αυτομαστιγώνονται με τέτοια προθυμία.

Απομόνωση των ελίτ; Παραδοσιακά οι ηγέτες διαμόρφωναν υψηλή πολιτική σε κλειστό κύκλο. Ο Λίντον Τζόνσον έστειλε εκατομμύρια νεαρούς Αμερικανούς σε έναν μισητό πόλεμο στις ζούγκλες του Βιετνάμ – εκατοντάδες χιλιάδες επέστρεψαν νεκροί και σακατεμένοι. Σήμερα ο Τραμπ ασκεί εξωτερική πολιτική ασφάλειας εκτοξεύοντας tweets, μαζεύοντας likes και δυναμιτίζοντας συμμαχίες δεκαετιών, ενάντια στη γνώμη όλων των ειδικών, με οδηγό το πολιτικό του ένστικτο και την ανάγκη διατήρησης της εκλογικής του βάσης. Η raison d' état, πολιτική εθνικού συμφέροντος, έχει δώσει τη θέση της στη vox populi, όπως καταδεικνύει το αργό ναυάγιο του δημοψηφισματικού Brexit. Aκόμη και σε σοβαρές κυβερνήσεις, όπου ο υπουργός Αμυνας δεν ντύνεται καταδρομέας προς άγραν «πατριωτικών» ψήφων.

Δεν υπάρχουν σήμερα πολιτικοί που να μη συμβουλεύονται δημοσκόπους και focus groups για κάθε σημαντική κίνηση. Η περίφημη «παράσταση νίκης» ενεργοποιεί αυτοεκπληρούμενες προφητείες, όπου ο αναποφάσιστος ψηφοφόρος ακολουθεί το ρεύμα. Το δημοσκοπικό ρεύμα δεν οδηγεί πάντα σε εθνικά επωφελείς λύσεις, αλλά οι πολιτικοί σήμερα έχουν λιγότερη δύναμη να του αντισταθούν.

Κάποιες φορές πρέπει οι ελίτ να είναι αποκομμένες. Η καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν θα γινόταν αίτημα του «λαού» εάν οι πολίτες έπρεπε να εγκαταλείψουν βολικές συνήθειες και να πληρώνουν όταν ρυπαίνουν. Κάποιες ελίτ επιστημόνων χτύπησαν το καμπανάκι, κάποιες ελίτ δημοσιογράφων το ανέβασαν, κάποιες ελίτ πολιτικών συνεργάστηκαν, διαπραγματεύθηκαν, κάποιες προοδευτικές ελίτ οικολογικών κινημάτων τούς στήριξαν, για να φτάσουν στη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα. Αντίθετα, τα «Κίτρινα Γιλέκα» εξεγέρθηκαν ενάντια στον φόρο στη βενζίνη, υπό τα χειροκροτήματα των Τραμπ, Πούτιν και Λεπέν. Και οι οδηγοί των SUV στις ΗΠΑ καταδημαγωγούνται ευχαρίστως από τον Τραμπ και τις πετρελαϊκές για να αρνούνται τα αδιάσειστα ευρήματα της επιστήμης.

Αλλες φιλελεύθερες ελίτ προστάτεψαν πρόσφυγες από την τυφλή οργή των «απειλούμενων πλειοψηφιών» (που γράφει ο Ιβάν Κράστεφ). Εφτιαξαν συντάγματα προστασίας των δικαιωμάτων από την τυραννία της πλειοψηφίας και την αυθαιρεσία της ανεξέλεγκτης εξουσίας. Οι μειοψηφίες, οι αδύναμοι, ο πλανήτης οφείλουν πολλά σε κάποιες προοδευτικές ελίτ και στους φιλελεύθερους θεσμούς, που δεν περίμεναν λαϊκή στήριξη για να δράσουν.

Ασφαλώς και υπάρχουν ελίτ αλαζονικές, υπεροπτικές, αποκομμένες από την πλειοψηφία. Αλλά η οικοδόμηση πολιτικής σε αυτό το ιδεολόγημα παράγει πολιτικές τυφλής οργής, όπου κάνουν πάρτι οι ακραίοι και δημαγωγοί. Μειώνει την πολιτική σε μια πρωτόγονη, αυταρχικών τάσεων σύγκρουση μέχρις εσχάτων, «να φύγουν αυτοί να έρθουμε εμείς».

Το θέμα δεν είναι οι ελίτ. Το θέμα είναι να είναι αξιοκρατικές, να έχουν κοινωνική συνείδηση, να υπηρετούν πολιτικές δημόσιου συμφέροντος και να ελέγχονται δημοκρατικά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/12/2018. 

Τα καλύτερα και τα χειρότερα για το 2019

Πάντως, από τα μηνύματα για το έτος 2019 το πιο στρογγυλεμένο ήταν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για την Προεδρία, οι μεγάλοι στόχοι μας για το 2019 είναι η πρόοδος του τόπου, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η θωράκιση των εθνικών μας θεμάτων και δικαίων – με την υπόμνηση «να μην επαναλάβουμε επώδυνα λάθη του παρελθόντος, απώτερου και πρόσφατου».

Από κει και πέρα, ωσάν να απουσιάζει η νεότερη πολιτική και κοινωνική θεωρία περί «ορθών» κοινωνικοοικονομικών διευθετήσεων, τα μηνύματα των αρχηγών και οι σημειολογίες διέφεραν∙ θα περίμενε κάποιος πως, από τη διαφορετικότητα, θα μπορούσε να προκύψει μια σύνθεση – μια, έστω, αποδεκτή από όλους και αισιόδοξη για όλους. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ανέλπιδες ευχές, εγωισμοί, αυταρέσκειες με... ελάχιστη έως καθόλου πολιτική.

Ο μεν πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε θετική αποτίμηση για το 2018, αφού «οι αγώνες και οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο». Εκτίμησε ότι το 2019 θα είναι «μία χρονιά ελπίδας, αισιοδοξίας, προσδοκίας και δημιουργικότητας», εφόσον «κερδίσαμε ήδη τη μάχη της επιστροφής της κανονικότητας με 350.000 νέες θέσεις εργασίας...». Μίλησε για χρονιά των μεγάλων και αναγκαίων θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν τόλμησε και για χρονιά μεγάλης αναβάθμισης του διεθνούς κύρους και του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές στερέωμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στη δική του αφήγηση του χειρότερου για το 2018: «... Πολλοί είδαν τη ζωή τους να γίνεται χειρότερη... πολλοί συμπολίτες μας έχασαν άδικα τη ζωή τους από την ανικανότητα του κράτους, οι φόροι εξακολουθούν να πνίγουν τους Ελληνες και ότι η ανομία γεμίζει με ανασφάλεια την καθημερινότητά τους...». Και έκλεισε με το προεκλογικό ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διχασμούς, ούτε άλλη πόλωση. Χρειάζεται ενότητα, αλληλεγγύη και σχέδιο για το αύριο και ότι το 2019 θα πάμε μπροστά.

Το αξίζουμε και το μπορούμε» – υπονοώντας, με το κόμμα του στην εξουσία. Το ΚΚΕ, λ.χ., με την ίδια πίστη ότι για όλα ευθύνεται το προπατορικό αμάρτημα, μας θύμισε πως όλα τα δεινά είναι δημιούργημα του καπιταλισμού που θα εξαφανιστούν με την κατάργησή του.

Αυτά παθαίνει όποιος, από τα πρωτόκολλα και το επάγγελμά του ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, είναι υποχρεωμένος να πει δυο ευχές στους συμπολίτες του∙ να πει πράγματα που δεν τα πολυπιστεύει και όταν, μάλιστα, αυτά τα δυο πράγματα δεν βγαίνουν από την καρδιά του ούτε καν από τη δική του σκέψη.

Τα λόγια και οι ευχές του καταλήγουν σε κοινοτοπίες. Τίποτα για τον φθίνοντα ελληνικό πληθυσμό και τις προβολές του, τίποτα για το περιβάλλον, τίποτα για την ανεργία, τίποτα για τη φτωχοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τίποτα για την πολιτισμική έκπτωση. Τίποτα για τα δύσκολα, αλλά και τίποτα για τα θεμελιώδη: τι χρειαζόμαστε τον πλούτο; Πόσα χρειαζόμαστε για να ζούμε μια καλή ζωή;

Και ενώ τα καταστήματα ήταν γεμάτα από λογής εμπορεύματα, ενώ υπήρξε πληρότητα στους δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς και ενώ οι ειδήσεις είπαν κάτι για αναθέρμανση της αγοράς, ακούμε μαζί και τα παράπονα των εμπόρων για δουλειές που δεν πάνε καλά, ή ότι οι εφημερίδες έχουν χαμηλές πωλήσεις κ.λπ. κ.λπ, σε μια αγορά που ξέρει καλά ότι για να είναι κάποιος αγοραστής, θα πρέπει να έχει δουλειά και μισθό, να ζεσταίνεται και να χορταίνει.

Αλλά γι' αυτά ούτε κουβέντα, σαν να μην υπήρξαν πτήσεις από το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ στην Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ (για την ευέλικτη απασχόληση κατά της ανεργίας), και από το φουτουριστικό «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας» του Τζον Μέιναρντ Κέινς το 1930, στη φτώχεια και την απλήρωτη εργασία της σημερινής κρίσης.

Σε ένα διάσημο ποίημα του 20ού αιώνα –επηρεασμένο από το Τρίτο Ασμα της «Κόλασης» του Δάντη και εξίσου διάσημο όσο και η «Ερημη Χώρα»–, στο «Οι Κούφιοι Ανθρωποι», ο νομπελίστας Τ.Σ. Ελιοτ μιλάει για εκείνους που μένουν ξεροί μπροστά σε ηθικά προβλήματα∙ αναφέρεται στον θάνατο του ευρωπαϊκού πολιτισμού από αυτούς που καθόρισαν τη Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου και τους δήθεν προοδευτικούς χωρίς ριζώματα στην κοινωνία. Οι τελευταίοι στίχοι του είναι και οι πιο γνωστοί στίχοι οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή: «Ετσι τελειώνει ο κόσμος / Οχι με έναν βρόντο / μα μ' ένα λυγμό».

Όμως, τελειώνει ο κόσμος; Μα και βέβαια όχι. Η ζωή συνεχίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, μεταξύ προσδοκιών και διαψεύσεων –όπως τότε στον Μεσοπόλεμο. Αλλά όπως έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ «οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο∙ αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» και, όπως έλεγε και κάποιος άλλος, «ας είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της απαισιοδοξίας». Το βέβαιο είναι ότι το 2019 θα έχει και τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ας σταθούμε εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/1/2019.

Η υπερβολή δεν βοήθησε κανένα

Η πρώτη πρόγνωση/προβολή της χρονιάς, η πρώτη προσμονή και η πρώτη προσδοκία. Η τελευταία είναι η λιγότερο συζητημένη για την ώρα. η πρώτη έχει ήδη πολυσυζητηθεί, όμως ότι η έμφαση δεν δόθηκε σ' εκείνα τα στοιχεία της που έχουν μεγαλύτερη σημασία. η ενδιάμεση υπόσχεται/απειλεί ενδιαφέροντα πολιτικά πυροτεχνήματα.
Εκείνο που ονοματίσαμε πρόγνωση/προβολή μας ήρθε από το κλείσιμο της χρονιάς η οποία μόλις μας εγκατέλειψε – και είναι η δημόσια κατάθεση Κώστα Σημίτη, με την προ-Πρωτοχρονιάτικη συνέντευξή του στο «ΒΗΜΑ». Που περιέλαβε την δίκην προφητείας πρόγνωση ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί στο μέλλον (δεν διευκρινίστηκε ο χρονικός ορίζοντας, όμως αυτό είναι ίδιον των προφητειών: το φλου του χρονικού στοιχείου) να προσφύγει και πάλι για στήριξη - στον ESM αντί του ΔΝΤ αυτήν την φορά. Εκείνο που «κρατήθηκε» (από κάθε πλευρά με την δική της λογική: από Κυβέρνηση απόρριψη/ξορκισμός, από Αξιωματική Αντιπολίτευση αίσθηση δικαίωσης των δυσμενών διαγνώσεων, από ελάσσονα Αντιπολίτευση/ακραίο Κέντρο «εξ ημών το φως [...] λαμψάτω έμπροσθεν των ανθρώπων») ήταν το δυσοίωνο του σεναρίου. Εκείνο που, για μας, θ' άξιζε περισσότερο να προσεχθεί είναι ότι αυτή την φορά ο μηχανισμός στον οποίο γίνεται αναφορά – ο ESM με την ολοκληρωμένη διαδικασία στήριξης που αυτός διαλαμβάνει, με στοιχεία αυτοματισμού – είναι λιγότερο τραυματικός και συνεπάγεται λιγότερη αναστάτωση και απ' εκείνον του 2010/12 και απ' ό,τι ήταν διαθέσιμο το 2015/16. Α, ναι, και είναι διαθέσιμος όχι μόνο για στήριξη του Κράτους αλλά και για διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αν και εφόσον: κρατήστε το, αυτό, καθώς η Ισπανική εμπειρία αλλά και η Ιταλική εμπλοκή δείχνουν προς αυτήν την κατεύθυνση.
Όμως, ειλικρινά, εκείνο που μας παραξένεψε το πόσο λίγο συζητήθηκε από την τοποθέτηση Σημίτη, είναι η έμφαση που έδωσε ο συλλογισμός του στο ανέφικτο των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, το 3,5+% μέχρι το 2022, το 2,2% μέχρι να μην υπάρχει αύριο.
Η ευθυγράμμιση του επιχειρήματος με εκείνο που έχουμε εδώ και καιρό ακούσει/διαβάσει από Γιάννη Στουρνάρα, από Νίκο Χριστοδουλάκη και τελευταίως από Κυριάκο Μητσοτάκη έχει το ενδιαφέρον της. Ακόμη περισσότερο όμως θα μετρούσε, κατά την άποψή μας, το ότι και η «Κιβωτός του Ευρωπαϊσμού» (έτσι λειτουργεί για την Ελλάδα του 2019 ο Κ. Σημίτης, όχι;) στοιχείται πίσω από την γραμμή του να διατίθεται μέρος του πλεονάσματος – το πάνω από 1-1,5% - σε επενδυτικούς σκοπούς. Αν είναι, δηλαδή, να ξεκολλήσει κάποτε η Ελληνική οικονομία! Αν, μάλιστα, προσέξει κανείς ότι ο Κ. Σημίτης ρητώς αναφέρεται σε επενδύσεις δημόσιες, κι αν περαιτέρω συσχετίσει με το κατατιθέμενο στο ίδιο «ΒΗΜΑ» σχέδιο/πρόταση Αλέκου Παπαδόπουλου για εθνικό πρόγραμμα 2020-2030, νομιμοποιείται κανείς να ανακαθίσει. Να ήταν εδώ η σπορά μιας – απαγορευμένη λέξη; - επαναδιαπραγμάτευσης με τους Ευρωπαίους «εταίρους»; Εδώ θα επικεντρώναμε, και έτσι θα διαβάζαμε την άλλη επισήμανση Σημίτη, ότι δηλαδή τυχόν νέα προσφυγή στον ESM θα διελάμβανε νέες δεσμεύσεις οικονομικής πολιτικής για την Κυβέρνηση που θα χρειαστεί να την κουβαλήσει. (Δεν γίνεται να μην έχει σοκαριστεί ο ίδιος – όπως άλλωστε και ο Αλ. Παπαδόπουλος, για να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό – με την συγκινητική ομοψυχία Κυβέρνησης-Αξιωματικής Αντιπολίτευσης-ακραίου Κέντρου ως προς την πολιτική παροχών, την ινδαλματοποίηση των συντάξεων κοκ.).
Έτσι περνούμε σ' εκείνο που προαναγγίξαμε ως πρώτη προσμονή της χρονιάς. Αυτή είναι η υπεσχημένη/προεξαγγελλόμενη επίσκεψη Μέρκελ στην Αθήνα. Βέβαια ... πρώτα να την δούμε να επισυμβαίνει. Άμα η Ελλάδα του 2019 υποδεχθεί την Καγκελάριο «που κράτησε την χώρα στην Ευρωζώνη», θα ήταν ιδανικές οι συνθήκες για να ξεκινούσε -με την βάση βέβαια, ότι υπήρξε επιτυχής έξοδος της Ελληνικής οικονομίας από τα Μνημόνια – ένας de facto επαναπροσδιορισμός πολιτικής. Στην κατεύθυνση χαλάρωσης, σιγά-σιγά και με δεσμεύσεις, και στροφής προς την ανάπτυξη. Θεμελιωμένα και όχι διακηρυγμένα. Αντ' αυτού...
...Αντί αυτού, μάλλον θα έχουμε την δυσάρεστη αναφορά-με-τσακωμό γύρω από την (επαίσχυντη, κατάπτυστη κοκ) Συμφωνία των Πρεσπών, που αποτελεί την απόλυτη προτεραιότητα για τους Γερμανούς, συν την διαχείριση του προσφυγικού. Με τις άσοφες αιχμές περί συναλλαγής, αν μη «ξεπουλήματος» για τις συντάξεις κοκ. Σπατάλη, σπατάλη δυνάμεων. Τουλάχιστον... πορείες διαμαρτυρίας κατά Μέρκελ δεν αναμένονται.
Και έτσι φθάνουμε στο τρίτο βήμα, την προσδοκία. Την προσδοκία να υπάρξουν συνθήκες, στο πρώτο 3μηνο της χρονιάς, οι οποίες να επιτρέπουν μια μίνι-έξοδο στις αγορές. Με άγγιγμα ενός 4% σε απόδοση έκδοσης, ας πούμε, ενός ρηχού 5ετούς.
Σε όλα αυτά, από την Μήδεια, «Τα δ' υπερβάλλοντ' ουδένα καιρόν δύναται θνητοίς»/Η υπερβολή ουδόλως βοηθάει τους θνητούς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/1/2019.

Ετοιμάζοντας το άλμα στο 2019

Αναγνώστης της στήλης, τέλος χρονιάς που βρισκόμαστε/μέρες υποδοχής του 2019, μας ρωτούσε πώς και δεν σταθήκαμε τον τελευταίο καιρό στις προοπτικές έκδοσης ομολόγων της Ελλάδας, ως «απόδειξη» της επανόδου στην κανονικότητα. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι όλο και «κάτι» ζουζουνίζει γύρω από την θεματική αυτή: οι αποδόσεις των ομολόγων και η πρόσβαση ή μη στις αγορές κοντεύουν να γίνουν θέμα των πολιτικών αντιπαραθέσεων στην Βουλή και του καυγά στα τηλεπαράθυρα. Διστακτικά, ανταποκρινόμαστε:
Είναι πάντα παρακινδυνευμένο, να βγάζει κανείς συμπεράσματα – και μάλιστα να επιχειρεί προβολές σε έστω και κοντινό μέλλον – με βάση την κίνηση στις αγορές ομολόγων. Οι οποίες, ούτως ή άλλως, ενσωματώνουν περισσότερους παράγοντες απ' όσους συνήθως βλέπουμε να «αξιοποιούνται» από τους αναλυτές. (Και μάλιστα όταν πρόκειται για αγορές ρηχές και εύκολα επηρεάσιμες όπως εκείνες των Ελληνικών χαρτιών).
Όμως η – προσώρας – εκτόνωση της Ιταλικής κρίσης/αντιπαράθεσης με τις Βρυξέλλες, και η σχετικά γρήγορη αντανάκλαση στις αποδόσεις των Ιταλικών ομολόγων (τα 10ετή είχαν ξεπεράσει εκεί το 3,55% προ εβδομάδων ενώ ήδη «πέρασαν κάτω» από το 3%, γύρω στο 2,8% - με spread έναντι του γερμανικού Bund σχεδόν στα 250 bps, όταν είχαν βρεθεί και στα 310 bps) στρέφει όντως αναγκαστικά τα μάτια και στα Ελληνικά χαρτιά. Τα οποία, με μια σχετική διστακτικότητα, ακολούθησαν: πέρασαν τα 10ετή μας σε επίπεδα και κάτω από 4,3%, ενώ είχαν φθάσει και το 4,65%, με spread έναντι του Bund κάτω από 410 bps.Το κακότυχο 7ετές μας, που είχε εκδοθεί τον Φεβρουάριο στο 3,5%, αντλώντας 3 δις (εν μέρει από επενδυτές οι οποίοι διακρατούσαν τότε 10ετές που «έγραφε» 3,6% και πούλησαν προκειμένου να δοκιμάσουν το φρέσκο 7ετές...) ξαναγύρισε κάτω από το 4%, ενώ είχε κοντέψει μια στιγμή να πιάσει σε απόδοση ένα επικίνδυνο 4,40% - «τσουρουφλίζοντας» και εγκλωβίζοντας όσους το είχαν αποτολμήσει.
Ξαναλέμε ότι το να ψειρίζει κανείς τις αποδόσεις σε μια αγορά με περιορισμένο βάθος δεν είναι κάτι πολύ υπεύθυνο. Και ασφαλώς η πορεία που θα ακολουθήσει η διστακτική επάνοδος της Ελλάδας «στις αγορές, στις αγορές!» – όπως κοντεύει να γίνει το νέο πολιτικό σύνθημα – περιορισμένα μόνον εξαρτάται απ' αυτήν την όψη των πραγμάτων. Έναντι των κάπου 7 δις ευρώ που αναμένεται να σηκώσει η χώρα μέσα στο – προεκλογικό, σωστά; – 2019, κατά τον ΟΔΔΗΧ και την Rothschild, ανάλογο ποσό θα επιδιωχθεί να προκύψει από το πρωτογενές πλεόνασμα που χτίστηκε και προσδοκαται ότι θα συνεχίσει να χτίζεται. Ενώ, ροκανίζοντας το cash buffer (με πλήρη συναίνεση των δανειστών, σημειωτέον ), θα επισπευσθεί η εξόφληση του «ακριβού» δανεισμού από ΔΝΤ κατά 4 δις ευρώ για λήξεις μέχρι και 2020. Εδώ, θυμόμαστε κάτι: ότι η άντληση/draw-down από το cash buffer για εξόφληση χρέους προς ΔΝΤ (αλλά και προς την ΕΚΤ), έτσι όπως «σβήνει» οφειλές δεν αλλάζει την συνολική εικόνα του χρέους. Όμως μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης και αναπροσαρμόζει λήξεις.
Πάντως η συνολικότερη επιβάρυνση του κλίματος στις αγορές – η Ιταλία, που είχε συγκεντρώσει τους προβολείς, ή και η διατάραξη από το Brexit, αποτελεί μια μόνο πτυχή: η σταδιακή αλλαγή πλεύσης στο μέτωπο της ποσοτικής χαλάρωσης/ΕΚΤ (η περίοδος επανεπένδυσης δεν μας αφορά, αφού ο Μάριο Ντράγκι ούτε στην τελική ευθεία αγόρασε Ελληνικό χαρτί) αλλά και η έστω διστακτική κίνηση της FED στην σκακιέρα των επιτοκίων (παρά την αντίδραση Τραμπ, ο Τζερόμ Πάουελ έφτασε το βασικό επιτόκιο της Fed στο 2,5%. το Αμερικανικό 10ετές έχει εν τω μεταξύ απόδοση κάπου στο 2,5%) – ένα πάντως δείχνει: ότι η πίεση θα είναι βασικό παρακολούθημα στο ορατό μέλλον. Έτσι θα πορευόμαστε όλοι...
Ενώ λοιπόν ο ΟΔΔΗΧ θα οριστικοποιεί τους σχεδιασμούς για το ξεκίνημα του 2019, θα συνεχίζονται οι πιεστικές ερωτήσεις προς ΕΚΤ/SSM για το πότε θα αφεθούν οι Ελληνικές συστημικές τράπεζες να επενδύσουν περισσότερο σε εγχώριο χαρτί, πράγμα που θα διευκόλυνε αισθητά την πρώτη έξοδο στις αγορές. Η οποία, ούτως ή άλλως, μόνο «προ-κανονισμένη» θα επιχειρηθεί άμα όντως γίνει στο πρώτο δίμηνο του χρόνου. Επιπλέον, ενώ παλιότερα οι σχεδιασμοί επικεντρώνονταν στην έκδοση 10ετους, τώρα όλοι θα είναι ευτυχείς με ένα προσεκτικότερο 5ετές ως αρχική κίνηση.
Αν, λοιπόν – καταλήγουμε – θεωρεί κανείς ότι η συζήτηση γύρω από την επάνοδο «στις αγορές, στις αγορές!» είναι πρόσφορο θέμα για πολιτική συζήτηση, μάλλον λάθος κάνει. Αλλού/αλλιώς θα είναι το άλμα στο 2019, αν δεν είναι απλώς σούρσιμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 27/12/2018. 

Νίκος Μουζέλης: «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός,σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος»

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων θα βρίσκεται σε μερικές ημέρες το νέο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Στις σελίδες του πραγματεύεται θέματα όπως οι ανισότητες, ο νεοφιλελευθερισμός, η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα των απόψεων που εκθέτει στο βιβλίο του ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του London School of Economics.

Εθνολαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

«Οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, της φιλοευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς καθώς και άλλων κεντρώων δυνάμεων που θα έχουν σαν στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Γιατί οι δύο αυτές τάσεις αλληλοσυνδέονται. Αφού είναι κυρίως οι ανισότητες και η περιθωριοποίηση που ο νεοφιλελευθερισμός ενέτεινε – οδηγώντας, σε συνδυασμό με το προσφυγικό, στην ενδυνάμωση του εθνολαϊκισμού. Σε τελική ανάλυση, είναι ο συνδυασμός των εντεινόμενων ανισοτήτων και της επακόλουθης θεαματικής ανόδου του λαϊκισμού που υποσκάπτουν περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα τα θεμέλια της δημοκρατίας. Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., ο νεοφιλελευθερισμός από τη μια μεριά και ο λαϊκισμός από την άλλη είναι οι δύο κύριες διαλυτικές δυνάμεις, δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή της».

Το θέμα της σύγκλισης

«Για μερικούς αναλυτές, η έλλειψη σοβαρών πολιτικών ελέγχων θα οδηγήσει στην κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αυτοί που ισχυρίζονται πως όχι μόνο δε θα υπάρξει κατάρρευση αλλά πως, αντίθετα, η λογική και οι παγκόσμιοι θεσμοί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού θα διεισδύσουν σε όλες τις εθνικές οικονομίες, περιθωριοποιώντας σταδιακά τα μη νεοφιλελεύθερα, κρατικιστικά χαρακτηριστικά τους. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που το οικονομικό υπερισχύει του πολιτικού σε πλανητικό επίπεδο, από τη στιγμή που το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει νεοφιλελεύθερη μορφή, οι παγκόσμιες αγορές διεισδύουν και εντάσσουν στον παγκόσμιο χώρο τους πάντες. Αυτό θα ενισχύσει την τάση για μια "νεοφιλελευθεροποίηση" του κόσμου. Αρα θα οδηγήσει σε μια σταδιακή σύγκλιση.

Η παραπάνω θέση όμως δεν υπολογίζει πως το παγκόσμιο σύστημα είναι μεν νεοφιλελεύθερο αφού οι πολιτικοί έλεγχοι των παγκόσμιων αγορών (ιδίως των χρηματοπιστωτικών) είναι εξαιρετικά καχεκτικοί. Ταυτόχρονα όμως αποτελείται από τρία υποσυστήματα που λειτουργούν και εντάσσονται διαφορετικά στις παγκόσμιες αγορές: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα του οποίου το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, ο αυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας και ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός της βορειοδυτικής Ευρώπης που, παρά τις τωρινές νεοφιλελεύθερες τάσεις, παραμένει στην ουσία σοσιαλδημοκρατικός.

Αν εξετάσουμε τα δύο πρώτα υποσυστήματα, είναι προφανές πως το νεοφιλελεύθερο αμερικανικό υποσύστημα έχει διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές δομές από αυτές του αυταρχικού κινεζικού. Στο τελευταίο οι ελέγχοντες τα μέσα κυριαρχίας ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα και τα μέσα παραγωγής. Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό υποσύστημα, μπορεί να μη συμβαίνει το αντίθετο (όπως υποστηρίζουν πολλοί μαρξιστές), αλλά σίγουρα η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη που έχει η κινεζική, όχι μόνο στο εγχώριο αλλά και στο ξένο κεφάλαιο που επενδύεται στη χώρα. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε σε βάθος το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα με μια πολιτική οικονομία που δεν λαμβάνει υπόψη της το αυταρχικό καπιταλιστικό υποσύστημα της Κίνας, ένα σύστημα που έχει πάνω από ένα δισεκατομμύριο πληθυσμό και που η γεωγραφική του έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη από το σύνολο της έκτασης Ευρώπης, ΗΠΑ και Ιαπωνίας!

Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως η ταχεία κινεζική ανάπτυξη δημιουργεί ραγδαία μια μεσαία τάξη που αργά ή γρήγορα θα πιέσει για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Αντίθετα με αυτό που συνέβη στη Νότια Κορέα, η ραγδαία κινεζική ανάπτυξη δεν φαίνεται να οδηγεί σε έναν καχεκτικό έστω εκδημοκρατισμό. Γιατί στη Νότια Κορέα η ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής κυβέρνησης που, με τη βοήθεια τεχνοκρατών, οδήγησε την οικονομία προς τις εξαγωγές. Σε αυτή την περίπτωση, η δημιουργία μεσαίων στρωμάτων (μαζί με άλλους ευνοϊκούς παράγοντες) είχε σαν αποτέλεσμα το δημοκρατικό άνοιγμα.

Η διαφορά με την Κίνα είναι πως το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει ρίζες και έλεγχο του πληθυσμού που η κορεατική δικτατορία δεν είχε. Κατά τον Economist (31/3/2018), η ταχεία οικονομική ανάπτυξη και ο κινεζικός επεκτατισμός (ο περίφημος "δρόμος τους μεταξιού") οδηγούν όχι στην πολιτική δύναμη των μεσαίων τάξεων, αλλά στην ενδυνάμωση του κινεζικού αυταρχισμού. Με άλλα λόγια, η ταχεία ανάπτυξη και η μείωση της απόλυτης φτώχειας έχει νομιμοποιήσει σε έναν μεγάλο βαθμό τον κομμουνιστικό έλεγχο του κράτους. Επιπλέον, ο σοβιετικός τύπος οργάνωσης του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και, πιο γενικά, η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και της κομφουκιανής παράδοσης που δίνει έμφαση στην αρμονία και την τάξη, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια μεγάλη σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

Συμπερασματικά, η θεωρία της σύγκλισης δεν είναι πειστική. Η λογική του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού θα παραμείνει διαφορετική από αυτή του νεοφιλελεύθερου. Αν αυτό ισχύει, θεωρίες που αναφέρονται γενικά σε μια παγκόσμια υπερεθνική τάξη χωρίς να διαφοροποιούν αυτή που συνδέεται με τις δυτικές πολυεθνικές και αυτή που συνδέεται με το εγχώριο (ξένο και κινεζικό) κεφάλαιο, καθώς και με τις κινεζικές πολυεθνικές που ελέγχονται από το κράτος δεν είναι πειστικές».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018. 

Page 1 of 99