Tuesday, 16 July 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας χάρτης με τις τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο του χώρου του βορείου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνέχεια με τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η γειτονική μας χώρα στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων. Τα ελληνικά νησιά που έχουν ακτογραμμές στην περιοχή αυτή είτε αγνοούνται πλήρως, είτε η υφαλοκρηπίδα που θεωρητικά αποδίδεται σε αυτές από τις τουρκικές αρχές, είναι μηδαμινή. Φυσικά ο χάρτης αυτός έχει περιορισμένη, μηδενική θα έλεγα, αξία, γιατί είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς ενέργειας της γείτονος, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, καθώς η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία με τα εμπλεκόμενα μέρη, εν προκειμένω την Ελλάδα προς τα δυτικά, την Κύπρο προς τα ανατολικά, και την Αίγυπτο προς τα νότια.

Η χάραξη, ωστόσο, των οριοθετικών γραμμών στην περιοχή έχει έναν προορισμό, καθώς καταδεικνύει τα όρια των διεκδικήσεων της γείτονος στην Ανατολική Μεσόγειο, και αποτελεί, θεωρητικά, μια πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να επιζητήσουν μιαν άρση της προκληθείσας διαφοράς με διαπραγματεύσεις, που μπορούν να καταλήξουν σε δικαστική επίλυση – αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες, ή αν το αντικείμενό τους είναι εξαρχής η σύναψη ενός συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή που καλύπτει η εικαζόμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει και περιοχές για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκδηλώσει, σε προγενέστερο χρόνο, την πρόθεσή της να είναι στην ελληνική αρμοδιότητα, και να έχει επ' αυτών κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της. Σε κάθε περίπτωση, και ξεχνώντας τις ελληνικές διεκδικήσεις και το εύρος τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός ότι η Τουρκία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα που παράγεται από τις γραμμές βάσης των ακραίων ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κάρπαθος, Κρήτη), που με τα ανατολικά παράλιά τους έχουν σαφώς προβολή στη θάλασσα αυτήν, έστω με περιορισμένη επήρεια, δίνει την αφορμή στην Ελλάδα να αναζητήσει την επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Τα πράγματα θα δυσκολέψουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της να στείλει πλοίο στην περιοχή και να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στον βυθό της θάλασσας, που ταυτόχρονα διεκδικείται και από την Ελλάδα, ως δική της υφαλοκρηπίδα. Και δεν θα πρόκειται, βεβαίως, για πράξη που εξομοιώνεται με εισβολή στο εθνικό έδαφος, απλούστατα γιατί η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί εθνικό έδαφος, αλλά συνιστά περιοχή, που το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά λειτουργικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του, και που η ενέργεια του τουρκικού κράτους συνιστά αγνόηση της αποκλειστικότητας χρήσης, που το Διεθνές Δίκαιο έχει αποδώσει στην Ελλάδα. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν κι αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η περιοχή είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), γιατί και εκεί το παράκτιο κράτος έχει λειτουργικά δικαιώματα, πιο εκτεταμένα ratione materiae, είναι η αλήθεια, από αυτά της υφαλοκρηπίδας, αλλά πάντως περιορισμένα από το γεγονός της λειτουργικότητας που προσδιορίζεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος δεν έχει οριοθετηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, έτσι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του τι ανήκει στον καθένα. Η Ελλάδα στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο της προσφέρει, με την προβολή των ακτών του, ένα μεγάλο τμήμα ΑΟΖ διεκδικεί μια περιοχή που εξικνείται ώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ η Τουρκία στηριζόμενη στο μήκος των ακτών της διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στη θάλασσα αυτήν. Και όπως είπαμε παραπάνω, οι διεκδικήσεις αυτές πάσχουν από μια μονομέρεια, που δεν δημιουργεί δίκαιο. Μόνον η επίλυση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις, πράγμα απίθανο, αν λάβουμε υπόψη μας την οξύτητα των σχέσεων και τις διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες θέσεις των δύο μερών, ή –κάτι που δείχνει ως μονόδρομος, υπό τις σημερινές συνθήκες– η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για μια συνολική λύση, που να περιλαμβάνει και το Αιγαίο, είναι δυνατόν να τερματίσει μια επικίνδυνη εκκρεμότητα. Η οποία παίρνει διαστάσεις, και μπορεί, μέσα από την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, να εκφύγει του ψύχραιμου ελέγχου των αντιτιθέμενων μερών.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι να πεισθεί η Τουρκία για μια προσφυγή στη Χάγη, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή, και, συνακόλουθα, όσο θα διαρκούν αυτές, τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας –η οποία είναι αυτονόητη– ότι τα δύο μέρη θα απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην κρίσιμη περιοχή, που θα δυσχεράνει την ειρηνική εξεύρεση της επιθυμητής λύσης. Πράγμα που θα παρεμποδίσει την Τουρκία στα σχέδιά της να στείλει πλωτά μέσα και να ξεκινήσει εξερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή.

Το κρίσιμο θέμα είναι πώς θα πεισθεί η Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού τόσα χρόνια δεν το έχει πράξει. Μόνη εξαίρεση ήταν το Ελσίνκι, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αφού τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Τουρκία σφόδρα επιθυμούσαν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της δεύτερης με την πρώτη. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και ο μόνος λόγος που μπορεί να πείσει την Τουρκία, είναι η οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. Σε καθεστώς οιονεί χρεοκοπίας, η γειτονική μας χώρα έχει ανάγκη να της δοθεί βοήθεια από την Ε.Ε., στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης, για να ξεπεράσει την κρίση που τη μαστίζει. Ισως αυτό θα ήταν η λύση, με αντάλλαγμα την προσφυγή στο Δικαστήριο, και με τον παραμερισμό των εθνικών εγωισμών και της αλαζονείας της εξουσίας.

Το καίριο ζήτημα είναι η στάση που θα τηρήσει η Ε.Ε. στο θέμα των τουρκικών παραβιάσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί πρόκριμα για το τι μπορεί να συμβεί στην εικαζόμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα, σε περίπτωση προσβολής των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση δεν προσομοιάζει, καθώς η κυπριακή ΑΟΖ είναι οριοθετημένη, και με συμφωνία των ενδιαφερόμενων γειτονικών κρατών. Ενώ η ελληνική υφαλοκρηπίδα είναι προϊόν απλών εκτιμήσεων των ελληνικών αρχών, ως προς την έκτασή της. Ωστόσο, μια δυναμική στάση της Ε.Ε. στο ζήτημα της Κύπρου, ίσως αποθαρρύνει την Τουρκία από το να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά στην περιοχή μας, και να μην μπούμε στην περιπέτεια των μέτρων, που θα κριθούν απαραίτητα τη στιγμή εκείνη. Πάντως, αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη να υπάρξει μια οριστική συνολική λύση, μια οριοθέτηση, που προφανώς μπορεί να επιβληθεί από την Ε.Ε., με το δέλεαρ της οικονομικής ενίσχυσης της Τουρκίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/7/2019. 

Το νέο περιτύλιγμα του παλιού

Εχω πάει πολλές φορές στην κόλαση, κι ήταν φοβερά.
Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος

Το πρώτο μετά τις εκλογές είναι η μακροημέρευση των έμμονων εστιών βαθείας ψύξης της ελληνικής κοινωνίας. Κατά πάσα πιθανότητα, η μετανεωτερικότητα θα ισορροπεί με την προνεωτερικότητα. Θα χωνεύει, με όρους «κανονικότητας» ή με όρους «επιστροφής στην κανονικότητα» (που περιλαμβάνει άνετα και τον θρησκευτικό όρκο και οικογενειακά κάδρα), την ένταση μεταξύ των λεγόμενων αναλλοίωτων του ελληνικού τρόπου (του πολύ παλιού) και όλων αυτών που θα πρέπει να αλλάξουν (του νέου).

Από την άποψη αυτή, η ζητούμενη άμεση πρόοδος της κοινωνίας θα παραμένει ανολοκλήρωτη, μάλλον φορμαλιστική και προσχηματική. Απλώς, προστίθεται τώρα και ο κάματος εξαερισμού του Μεγάρου Μαξίμου από το ... χασισοντουμάνι.

Το τελευταίο, έχει να κάνει με τον συντηρητισμό της νέας κυβέρνησης συν την ανοησία ορισμένων «νέων» στελεχών της. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν εμφανίζεται τόσο ως «τεχνοκρατική κυβέρνηση» αλλά, στο περίπου, ως όχημα ειδικού σκοπού.

Ανεξάρτητα από το ευάριθμο των εξωκοινοβουλευτικών «ειδικών», οι προτεραιότητες δείχνουν την κατεύθυνση τύπου «μπλε τεχνικών διακυβέρνησης», μάλλον συγκεντρωτικών και κατασταλτικών και, πάντως, σε απόλυτη ρήξη με τον «φιλελευθερισμό» ‒ δηλαδή, σε αντίθεση με το βαρύ σκέλος των ανοιχτών πολιτικών που υπόσχεται να υπηρετήσει το σχήμα Μητσοτάκη.

Όλοι οι νέοι υπουργοί ‒αν αυτό σημαίνει κάτι‒ λένε ακριβώς ότι είχε πει ο αρχηγός τους προεκλογικά. Δεκτό και θεμιτό. Άρα, το αποτέλεσμά τους ήδη εξαρτάται από τις εμμονές του πρωθυπουργού στο μείγμα πολιτικής που, ως προς το οικονομικό της σκέλος, είναι από αναποτελεσματικό, αμφισβητήσιμο, έως συζητήσιμο. Το τελευταίο, είναι εμπειρικό συμπέρασμα.

Εφόσον το ελληνικό κοινοβούλιο και οι προηγούμενες εθνικές κυβερνήσεις είχαν μετατραπεί από το 2010 σε απλούς εκτελεστές επιλογών και προθεσμιών που αποφασίζονταν αλλού, δηλαδή, εφόσον κινούνταν έξω από το πλαίσιο αυτού που κατ' ευφημισμό ονομάζεται «εθνική κυριαρχία», τότε, με βάση την προηγούμενη αντιπολιτευτική στάση της σημερινής κυβέρνησης, η αποτυχημένη Ελλάδα (πριν από μία εβδομάδα) παραμένει –και για άδηλο μέλλον‒ μια οικονομία στο όριο του εκβιασμού.

Ετσι, ανεξάρτητα από τα περιθώρια επιλογών και ελιγμών της νέας κυβέρνησης, αυτό που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι, περισσότερο, υπηρετούνται οι εμμονικές απόψεις που, ως μη όφειλαν, τραγουδάνε στο ρυθμό των λάθος συμφερόντων – πάντως, όχι του κοινωνικού συνόλου.

Αν ο ειδοποιός λόγος και προϋπόθεση της ικανοποίησης του νεωτερικού συλλογικού συμφέροντος είναι η ένταξη των Ελλήνων σε αναγκαία, επιβεβλημένη και ιστορικά προδιαγεγραμμένη πορεία αλλαγής, τότε, θα έπρεπε να είχε γίνει μέσω των μνημονίων.

Δεν έγινε, γιατί οι θεσμοί που θα μπορούσαν να την ενεργοποιήσουν –η κυβέρνηση και τα πρόσωπα της κυβέρνησης‒ δεν το έκαναν και δεν το κάνουν (μιλάω για όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις). Τοιουτοτρόπως, το κυρίως πιάτο θα είναι η αδιαφάνεια, η απληστία και ο άμοραλισμός∙ χωρίς διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική των σκοπών (το νέο που θα ήθελε η κοινωνία) και στις υποχρεώσεις προς τη δυστοπική ολιγαρχία, τους χρηματοδότες και τους κολλητούς (το πολύ παλιό).

Ας προσθέσουμε, εδώ, τις «ανασφάλειες» της παγκοσμιοποίησης, τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και την ευρωπαϊκή ακηδία. Ας δούμε τους νέους εμπορικούς πολέμους και τους νέους δασμούς, τις εθνικές και διεθνείς αναδιπλώσεις, την άνοδο των διμερών σχέσεων και την πτώση της πολυμέρειας, τους περιορισμούς στη μετακίνηση ανθρώπων κ.λπ. Ας δούμε, τέλος, τα σήματα για παγκόσμια ύφεση κ.λπ.

Το όλο πακέτο, πριμοδοτεί τα αλληλοεπικαλυπτόμενα πεδία του διεφθαρμένου (Crony capitalism) αλλά και του καθαρά μαφιόζικου καπιταλισμού (Mafia capitalism). Προς το παρόν, η αισιοδοξούσα κοινωνία φαντασιώνεται μια κυβέρνηση που είναι κάτι σαν αποτελεσματικό ασθενοφόρο: που βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος που το ίδιο προκάλεσε.

Τα ιδιαίτερα κουσούρια της Ελλάδας δεν άλλαξαν. Και αυτό, προ πολλού, είναι γνωστό στην Ευρώπη, όπως και το συμπέρασμα ως προς το εσωτερικό ζήτημα του κουσουρλή: στιλ διακυβέρνησης, εκτελεστική εξουσία και, κυρίως, πολιτική τάξη. Η χρεοκοπία δεν ήταν απλά οικονομική.

Ήταν και είναι κυρίως χρεοκοπία της πολιτικής τάξης. Δηλαδή; Κουλτούρες ανεντιμότητας, ανυπαρξία οραμάτων, ιδιοτέλειες, ρητορικές αυτάρεσκων πολιτικών κ.λπ. Άλλοι μεταμελημένοι, άλλοι κυνικοί ή αρπακτικοί, συμπεριφέρονται σα να μισούν την πολιτική και την κοινωνία τους. Κομματικές σημαίες, έωλα προγράμματα, αυτοδυναμίες ή συνεργασίες ευκαιρίας για τη νομή της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων του αξιώματος∙ στην ουσία, διαφορετικές «σχολές σκέψης», χωρίς ορατό μέλλον και κυρίως, δίχως συλλογικό-εθνικό σχέδιο.

Το δεύτερο των εκλογικών αποτελεσμάτων, βέβαια είναι η εδραίωση του λατρεμένου δικομματισμού. Ωστόσο, η εμμονή να θεραπευτεί ο λάθος ασθενής ‒η κοινωνία έναντι των πολιτικών θεσμών και του κράτους-λάφυρου‒ είναι γενικευμένη και διαιωνίζει το παλαιό.

Από 'κει και πέρα, η διαφορά της εκτροπής θα είναι τάξης μεγέθους: τζίτζικες, δόλιοι, φτωχοδιάβολοι κι απελπισμένοι από τη φτώχεια θα «κοκκινίζουν» για 200 ή 300 ευρώ και θα τιμωρούνται. Όμως, «οι κολλητοί με τα περιλαίμια» πάνε για τα δισεκατομμύρια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/7/2019. 

Μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε μια πολύ μεγάλη νίκη, που δεν είναι απλώς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ισχυρή ψήφος και η αυτοδυναμία του επιτρέπουν να διαμορφώσει την επόμενη μέρα για τη Ν.Δ. και για τη χώρα με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από κομματικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Το αποτέλεσμα τερματίζει την περίοδο του κομματικού κατακερματισμού και της ρευστοποίησης των ακραίων συνθηκών της κρίσης. Τα δύο μεγάλα κόμματα αθροίζουν ξανά πάνω από 70%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιημένο ως τον νέο πόλο αριστερά του κέντρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Το ποσοστό του είναι κατά λίγες ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 35,5% του Σεπτεμβρίου 2015. Ο Τσίπρας παραμένει ισχυρός ηγέτης του κόμματός του, με σαφές πλάνο επιστροφής στην εξουσία.

Το μήνυμα του Κυρ. Μητσοτάκη εξέπεμπε την αίσθηση επείγοντος που ήδη αναπέμπουν η κοινωνία και η οικονομία. Το Κοινοβούλιο θα παραμείνει ανοιχτό το καλοκαίρι, ψηφίζοντας τα νέα νομοσχέδια που έχει επεξεργαστεί η Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έρχεται στην εξουσία ως ο καλύτερα προετοιμασμένος πρωθυπουργός της πρόσφατης περιόδου. Η επινίκια ομιλία του σηματοδοτεί ένα διακριτό ήθος και ύφος μετριοπάθειας. Η νίκη του δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την απήχηση του ίδιου στον κεντρώο χώρο, που του επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς.

Οι προτεραιότητές του είναι σαφείς: μείωση φόρων, διαπραγμάτευση χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, ψηφιακός εκσυγχρονισμός της διοίκησης, έμφαση στην επιστροφή της γενιάς του brain drain. Μια γενιά που τον ψήφισε με συντριπτικά ποσοστά.

Είναι αισθητά οι πρώτες εκλογές μετά την κρίση –απουσίασαν οι άμετρες υποσχέσεις και η ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εθνικές εκλογές– με εξαίρεση τη μουδιασμένη αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Η νέα κανονικότητα έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά: περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού και αλληλεξάρτησης στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, τερματισμό της ιδιότυπης ελληνικής «εξαίρεσης». Το ποσοστό του καθιστά τον Μητσοτάκη έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς. Η θέση του στο ΕΛΚ σημαίνει ότι ξεκινά με δεδομένο κεφάλαιο αναγνώρισης. Δεν θα χρειαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, όπως ο προκάτοχός του, προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή των εταίρων. Eχει ισχυρές πιθανότητες να κερδίσει τον δημοσιονομικό χώρο που διεκδικεί, ιδίως εφόσον προτάξει μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2019. 

Ακούγοντας και διαβάζοντας

Τελικά δεν είχε και πολλές δυσκολίες να ακούσει κανείς, ουσιαστικά και όχι «πολιτικά», τις επισημάνσεις του Eurogroup για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας βάσει της συζήτησης της 3ης ΄Έκθεσης Ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Συζήτησης με την οποία η Ευρώπη υποδέχθηκε την νέα Κυβέρνηση. Άλλωστε 15/16 Ιουλίου θα έχουμε στην Αθήνα και τον Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM, και τον Ντέκλαν Κοστέλλο της Επιτροπής, να τα έχουμε από πρώτο χέρι...
Πάντως, κατά Μάριο Σεντένο του Eurogroup «οι δεσμεύσεις είναι δεσμεύσεις»: πιο ήπιο από το pacta sunt servanda του αλήστου μνήμης Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε, αλλά... σαφές. Ο τεθειμένος στόχος πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ παραμένει, καθώς «είναι βασική προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους», (η οποία ήδη δόθηκε στην Ελλάδα, αλλά έχει ενσωματωμένους διακόπτες: το είδαμε αυτό με την μη επιστροφή των κερδών από ANFAs/SMPs στην τελευταία στροφή). Αυτά από Ρέγκλινγκ.
Η διατήρηση της ψηφισμένης μη-μείωσης του αφορολόγητου από /1/2020 μπορεί να συζητηθεί – «δεν είναι χαραγμένο στην πέτρα» το ζήτημα – όμως πρέπει να τεθεί στο τραπέζι από την Κυβέρνηση. Ομοίως η διατήρηση άλλων μέτρων όπως της μισής «13ης σύνταξης», γενικώς όλων όσα έχουν δημοσιονομική επίπτωση και έχουν ψηφισθεί ομόθυμα στην Βουλή των Ελλήνων. Από κει και πέρα, στις μεταρρυθμίσεις έχουν γραφτεί καθυστερήσεις, ενώ «ορισμένες από τις πρόσφατες αποφάσεις» δεν είναι θετικές για την ανάπτυξη και την (διακηρυγμένη) βιωσιμότητα του χρέους. Το Eurogroup, σημειωτέον, απέφυγε να πολυπλησιάσει το θέμα των κόκκινων δανείων: ας μην διαφύγει της προσοχής, όμως, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε μεν σεφτέ ως Πρωθυπουργός συναντώντας Ανδρέα Δρακόπουλο (του Νιάρχειου), κυρίως όμως συνάντησε Andrea Enria του SSM (με Σταϊκούρα και Γ. Ζαββό): οι προτεραιότητες σαφείς.
Για να μην είναι πάντως εντελώς στυφή η γεύση Eurogroup, αναγνωρίστηκε ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από το ΄15 αλλά και την αρχή της Οδύσσειας των Μνημονίων. Και... επί της ουσίας πάμε για φθινόπωρο: Σεπτέμβριο αν όχι Νοέμβριο – μεσολαβεί Προϋπολογισμός, ΔΕΘ, τέτοια πράγματα...
Επειδή στην Ελλάδα την έχουμε την τάση να θεωρούμε τις απόψεις των «έξω» πιο στέρεες από τις δικές μας αναλύσεις, θα άξιζε να έχει καταγράψει κανείς την «παρατήρηση» που έκανε στον Σεντένο για την θέση του απέναντι στην νέα Κυβέρνηση ο Πήτερ Σπήγκελ, των F.T., ο οποίος την έχει παρακολουθήσει από κοντά την Ελληνική υπόθεση αλλά και όλη την κρίση της Ευρωζώνης. Έγραψε στο Tweeter του: «Αστείο! Θυμάστε έναν Πορτογάλο τύπο, ονόματι Μάριο Σεντένο, η πρώτη ενέργεια του οποίου ως υπουργού Οικονομικών ήταν να «σπάσει» τις δεσμεύσεις του προκατόχου του σχετικά με τον Προϋπολογισμό; Περίεργο που οι δυο αυτοί έχουν το ίδιο όνομα».
Όπως αξίζει και να θυμηθεί κανείς την υποδοχή της νέας Κυβέρνησης από την – κατεξοχήν φιλοεπιχειρηματική – Wall Street Journal. Η οποία επεφύλαξε θετικά σχόλια για τις προθέσεις Μητσοτάκη, όμως μην παραλείποντας να εξηγήσει ότι «η εμμονή των πιστωτών για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ αφήνουν μέτρια περιθώρια για περικοπές φόρων» . Ενώ επιστράτευε τον Κύπριο Νομπελίστα Χριστόφορο Πισσαρίδη του LSE να θυμίσει ότι «οι πιστωτές δεν άφησαν την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, όμως δεν έκαναν και πολλά για να διορθώσουν την οικονομία». Όσο για τις προοπτικές αναδιαπραγμάτευσης, ο Πισσαρίδης φρονεί ότι «αν ο Μητσοτάκης πάει σ' αυτούς με ένα καλό σχέδιο, ίσως συμφωνήσουν αυτή την φορά. Όμως ένας χαλαρότερος προϋπολογισμός δεν θα είναι αρκετός για να δώσει αίσθηση στην ανάπτυξη – πρέπει να σκεφθούν σοβαρά πώς θα δαπανήσουν τα χρήματα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κρις Πισσαρίδης εκφράζεται έτσι. Αναζητήσαμε την τοποθέτησή του – στην Οικονομική Επιθεώρηση – τον Νοέμβριο του 2012, όταν είχε προσαράξει το Μνημόνιο-1 και ξεκινούσε το Μνημόνιο-2: «Η Τρόικα θα πρέπει να ξανακοιτάξει αν αυτό που ζητά από την Ελλάδα είναι δίκαιο και εφικτό, με την νέα οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Και η Ελλάδα θα πρέπει να ξανακοιτάξει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, να διακηρύξει ότι θέλει να τις κάνει και να ρωτήσει αν προχωρά σταθερά προς μιαν ευέλικτη οικονομία».
Για τον Πισσαρίδη «λάθος της Τρόικας ήταν η άμεση, απότομη οικονομική διόρθωση, η οποία δεν επέτρεψε στην αγορά εργασίας να εξελιχθεί, καθώς η ύφεση παρακώλυσε την προσαρμογή στον χώρο της εργασίας. Λάθος της Ελλάδας είναι ότι καθυστέρησε, φρέναρε με διάφορους τρόπους την προσαρμογή στην αγορά εργασίας, περιοριζόμενη ακριβώς στην νομοθετική παρέμβαση και παραβλέποντας την διάσταση εφαρμογής των μέτρων που αρκούνταν να νομοθετεί».
Aκούγοντας και διαβάζοντας, λοιπόν. Ακούγοντας και διαβάζοντας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/7/2019. 

Περί αφέλειας και επικοινωνίας

Η αλήθεια είναι ότι τα σημαντικά σημεία της τελευταίας προεκλογικής εβδομάδας για την Ελληνική οικονομία της αρχής του β' 6μήνου του 2019 – με προγραμματισμένη (μέχρι στιγμής) την «Ελληνική υπόθεση» στο Eurogroup της 8ης Ιουλίου, ενώ στην Αθήνα θα μετριούνται ακόμη ψηφοδέλτια... - υπήρξαν δυο.
Η έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας για τα κόκκινα δάνεια/την προστασία της πρώτης κατοικίας, όπως την παρουσίασε ο πιο παραγωγικός στο συγκεκριμένο όλης της περιόδου (μάλλον δίπλα στον Γιώργο Πιτσιλή της ΑΔΑΕ) Φώτης Κουρμούσης, μετά τους μηχανισμούς των 120+120 δόσεων καθώς και τον εξωδικαστικό που διαμορφώθηκαν με δική του τεχνική ευθύνη. Συν, οι επισημάνσεις Γιάννη Στουρνάρα, στην Έκθεση ΤτΕ για την νομισματική πολιτική – όχι τόσο οι επιφυλάξεις που διετύπωσε για τον ρυθμό ανάπτυξης ή το πρωτογενές πλεόνασμα 2019, όσο η στήριξη για την επανασυζήτηση των πλεονασμάτων με τους «εταίρους» και η αποκήρυξη του «γνωστού μότο περί καμένης γης». Υπό κάποια έννοια, στο Eurogroup που θα καταπιαστεί με την 3η Έκθεση της (ενισχυμένης) μεταΜνημονιακής παρακολούθησης αυτά τα δυο σημεία θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο. Μπορεί από κεκτημένη ταχύτητα στην Ελληνική δημόσια συζήτηση να λειτουργεί η μνήμη του «το Eurogroup δέχθηκε»/ «το Eurogroup έσφιξε τα λουριά», όμως στην πραγματικότητα η Ελληνική Δημοκρατία – και όχι η Κυβέρνηση της ώρας – είναι εκείνη που θα βρεθεί υπό συζήτηση. Και τα περιθώρια στα οποία θα μπορέσει να κινηθεί είναι εκείνα που θα ξανακοιταχτούν από τους «εταίρους».
Αυτά, όμως, για την 8η Ιουλίου Η οποία – δεν είναι πολιτικό σχόλιο, είναι ημερολογιακά νομοτελειακό! – ακολουθεί την 7η και τις κάλπες της. Έως τότε, θα προτείνουμε στον αναγνώστη να μας ακολουθήσει πάλι στην δυσάρεστη ξενάγηση στην απουσία ανοιχτών αυτιών και αξιόπιστων διαύλων επικοινωνίας που αναφέραμε στο προηγούμενο σημείωμα, της 1ης Ιουλίου. Ασφαλώς η κορύφωση της μη-επικοινωνίας για την Ελλάδα της δεκαετίας της κρίσης απετέλεσε το πρώτο 7μηνο του 2015. Αποτυπώθηκε αυτό, στην τελική στροφή πριν τις κάλπες από την αφοπλιστική – σ' αυτό τουλάχιστον – συνέντευξη Τσίπρα στον (εκτός εμπάργκο...) ΣΚΑΙ, στο δίδυμο Παπαχελά-Κοσιώνη, με την αναφορά σε αφέλεια. Αφέλεια μπορεί, όμως κυρίως υπήρξε έλλειψη επικοινωνίας. Άρνηση επικοινωνίας. Άρνηση των μηνυμάτων από Βρυξέλλες, Βερολίνο, Παρίσι, ακόμη και Ουάσιγκτων.
Εδώ, αξίζει αληθινά να στραφεί κανείς στο «Η τελευταία μπλόφα» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού. Πρόκειται για ένα μεθοδικό-μέχρις-αδυσώπητο χρονικό της φάσης διακινδύνευσης της πορείας της Ελλάδας στο χείλος του Grexit, το 2015.
Εκείνο που στον αναγνώστη του σήμερα θα φανεί αφήγημα, στα όρια του θρίλερ, και που βασίζεται σε πολύωρες συνεντεύξεις/debriefing δεκάδων πρωταγωνιστών των γεγονότων του 2015 με ισχυρό τον ρόλο των προσώπων που όλοι γνωρίσαμε ή πάντως νομίσαμε ότι παρακολουθούσαμε – τον Γερούν Ντάϊσσελμπλουμ στην θρυλική κόντρα του με τον Γιάνη (ένα «ν») Βαρουφάκη, τον Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε «που είχε ήδη κόψει τα φτερά έξη Ελλήνων υπουργών Οικονομικών», τον Αλέξη Τσίπρα που «μερικά 24ωρα πριν το δημοψήφισμα φαινόταν παραπάνω από πρόθυμος να ακούσει επιχειρήματα της τελευταίας στιγμής», τον τραυματισμένο από την διάψευση των προσπαθειών του Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ – είναι μια διεξοδική, στα όρια της εξουθενωτικής, χρονικογράφηση αυτής της μεγάλης, πεισματικής, αυτοτραυματιστικής έλλειψης επικοινωνίας.
Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού δεν ισχυρίζονται ότι είχαν πρόσβαση σε βαθιά απόρρητα και καλά κρυμμένα μυστικά: ακόμη και το σχέδιο για το ενδεχόμενο Grexit , όσο κι αν ονοματίστηκε «Φάκελος Κροατία» κι αργότερα «Φάκελος Αλβανία» προκειμένου να μην διαρρεύσει ευρύτερα η ανησυχία για την Ελληνική πρόσκρουση στα βράχια (δυο φορές, όχι μια...), ήταν γνωστό ότι υπήρχε. Όμως σταθερά και χωρίς δισταγμούς – ιδίως το υπέρθερμο καλοκαίρι του 2015 – όλα τα μηνύματα και οι πληροφορίες και τα σημάδια αφήνονταν να περνούν χωρίς να τους δίνεται αληθινή σημασία. Και οι ψευδαισθήσεις να κυριαρχούν.
Ανάλογα είχαν προηγηθεί και μετά τους πρώτους μήνες του 2014, όταν η Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα νόμιζε ότι έχει την εμπιστοσύνη/στήριξη των «εταίρων» η οποία χανόταν μέρα-την-μέρα. Και, όσο πικρό κι αν είναι, με αντίστοιχη απόσταση στην επικοινωνία είχε πορευθεί και το 2011 η Ελλάδα – η θρυλική «εκδίωξη» της Τρόικας – αλλά και η ανηφορική διαπραγμάτευση Παπαδήμου και εν συνεχεία Στουρνάρα το 2012. Κι ας υπήρχε εδώ μεγαλύτερη αρχική εμπιστοσύνη των «εταίρων»: τα κανάλια επικοινωνίας δεν έμειναν πάντα ανοιχτά.
Μετά τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, ας μην επαναληφθεί ο αυτοτραυματισμός του «οι δικοί μας από Βρυξέλλες, μας έχουν πει ότι...». Ή το, βαρύτερο, «τους ξέρω εγώ τους Ευρωπαίους». Και το σπαρακτικό «θα καθαρίσει για μας ο Μάνφρεντ Βέμπερ» περασμένων εβδομάδων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/7/2019. 

Πότε και πώς τελειώνει μια κρίση;

Η στερεότυπη φράση «η κρίση της εποχής μας» ανοίγει ομιλίες και κείμενα εδώ και ενάμιση αιώνα, τουλάχιστον. Θα 'λεγε κανείς ότι δεν υπάρχει εποχή που να μην αυτοχαρακτηρίζεται «κρίση». Μόνο εκ των υστέρων, όταν απομακρυνόμαστε, όταν μια εποχή έχει γίνει ιστορία, τότε μπορεί να διακρίνει κανείς πότε υπάρχει κρίση και πότε ξεπερνιέται. Και υπάρχουν κρίσεις μικρές και κρίσεις μεγάλες, κρίσεις εμπεριέχουσες πολλές μικρότερες, και κρίσεις περιεχόμενες σε άλλες μεγαλύτερες. Κρίσεις που εμφανίζονται με οξύτητα και κρίσεις χρόνιες.

Σε αυτές τις εκλογές μιλάμε σαν να έχει τελειώσει η κρίση. Απαλλαχτήκαμε από τα μνημόνια, ξεπεράσαμε την κρίση, είναι το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ· τώρα επιδιώκουμε μια δίκαιη ανάπτυξη που δεν θα ευνοεί τους λίγους, αλλά τους πολλούς. Ανατέλλει μια νέα εποχή με επιχειρηματικότητα, χαμηλή φορολογία, τάξη και ασφάλεια και αριστεία και γαλάζια συννεφάκια, είναι οι υποσχέσεις της Ν.Δ. Και στα δύο αφηγήματα προϋποθέτουν ότι η κρίση βρίσκεται πίσω μας. Είναι όμως έτσι; Πράγματι τέλειωσε η κρίση ώστε να περάσουμε στο επίδικο που είναι ο χαρακτήρας της ανάπτυξης, τα σχέδια για το μέλλον;

Φοβάμαι ότι βρισκόμαστε μακριά από μια παρόμοια προοπτική. Πρώτον, υπάρχει μια κρίση που εμπεριέχει τη δημοσιονομική κρίση του 2010-2018 και, δεύτερον, υπάρχουν οι συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης, οι οποίες θα είναι μπροστά μας για πολλά χρόνια.

Η πρώτη είναι η δίδυμη κατάρρευση του παραγωγικού και του δημογραφικού μοντέλου της χώρας. Παρά την επίφαση ευημερίας και την παραζάλη της δόξας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, το πριόνι που απέκοβε τη χώρα από τις παραγωγικές της ρίζες και μείωνε τον πληθυσμό της δούλευε ακατάπαυστα. Ο παλιός δικομματισμός τίποτε δεν κατάλαβε· κι αν κατάλαβε, δεν τόλμησε να αρθρώσει λόγο επί του πραγματικού.

Η δεύτερη αφορά τη διοχέτευση του παραγωγικού πλεονάσματος της χώρας όχι στην ίδια τη χώρα αλλά στους δανειστές, ακόμη και παρά τον δημοσιονομικό διάδρομο που πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να κατευθύνεται προς την εκπαίδευση, τον ανασχεδιασμό της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, τη θωράκιση απέναντι στις κλιματικές μεταβολές, την εκπαίδευση και την ενσωμάτωση των προσφύγων ώστε να ανασάνει δημογραφικά η χώρα.

Κι όμως, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, ένας τρόπος ανάπτυξης υπάρχει: η επανεπένδυση του πλεονάσματος. Είτε οι άρχουσες τάξεις το αποσπούν βίαια από τους πολλούς για να κάνουν εργοστάσια, είτε οι πολλοί το επανεπενδύουν βελτιώνοντας τις παραγωγικές τους ικανότητες. Αρπαγή πλεονάσματος από τρίτες χώρες για να επενδυθεί στις μητροπόλεις αφορούσε την άγρια πρωταρχική συσσώρευση του καπιταλισμού. Αλλά ανάπτυξη σε συνθήκες όπου πλεόνασμα αφαιμάσσεται συστηματικά από μια χώρα δεν έχει ξανακουστεί.

Εκείνο που σήμερα καθορίζει, περισσότερο από όλα, τα συναισθήματα με τα οποία θα ψηφίσουν οι πολίτες είναι η φορολογία. Αυτό είναι και το κεντρικό θέμα της Ν.Δ. Υποστηρίζει ότι οι φόροι συντηρούν το μεγάλο σπάταλο κράτος και γι αυτό προγραμματίζει περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις. Εκείνο που δεν λέει, όμως, είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι οι φορομειώσεις θα είναι οριακές, εξαιτίας των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας που συγκροτούν μια αδήριτη οροφή. Οι επιπτώσεις τους, όμως, θα έχουν πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στο κοινωνικό κράτος.

Η «στοχευμένη κατεύθυνση των κοινωνικών δαπανών», στη γλώσσα τους, σημαίνει επιστροφή στα πιστοποιητικά απορίας.

Δεύτερον, ότι όσο οι πλούσιοι φοροαπαλλάσσονται και φοροδιαφεύγουν, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας θα το σηκώνουν οι μισθωτοί – δηλαδή οι μεσαίες τάξεις των πόλεων. Αλλά αυτό είναι το ελληνικό φορολογικό μοντέλο, σταθερό για πάνω από έναν αιώνα.

Το σημαντικότερο: καμιά απάντηση δεν δίνει το πρόγραμμα της Ν.Δ. στην αναστροφή της διπλής καθίζησης της χώρας, δηλαδή της παραγωγικής και της δημογραφικής. Αυτή είναι όμως η περιέχουσα κρίση, η οποία κάνει τη χώρα να είναι δημοσιονομικά εξαιρετικά ευάλωτη, χωρίς εφεδρείες σταθεροποίησης. Γι' αυτό άλλωστε η δημοσιονομική κρίση είχε τόσο βαριές επιπτώσεις και μεγάλη διάρκεια.

Επομένως, αν συνδυάσουμε τις δύο παρατηρήσεις, το μέλλον που υπόσχεται το πρόγραμμα της Ν.Δ. δεν είναι καθόλου σταθερό. Γιατί στην πολύ λεπτή ισορροπία που θέλει να εγκαθιδρύσει ανάμεσα στη φορολογία, στις δανειακές υποχρεώσεις και τις κοινωνικές δαπάνες, η μόνη μεταβλητή είναι η τρίτη. Όσο δεν αντιμετωπίζεται η περιέχουσα διπλή καθίζηση, η μόνη δυνατότητα προσαρμογών αφορά πάλι τη συμπίεση των κοινωνικών δαπανών. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό θα προκαλέσει μεγάλες αναστατώσεις, κοινωνικές και στη συνέχεια πολιτικές.

Η κρίση του 1929-1932 έσκασε στα χέρια του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το τέλος της κρίσης σήμανε και το τέλος του βενιζελισμού. Μπορεί η βιομηχανία να ανέκαμψε, οι πιο αιματηροί όμως κοινωνικοί αγώνες του Μεσοπολέμου και η πολιτική αστάθεια ακολούθησαν ακριβώς στα επόμενα χρόνια. Την ίδια εποχή ο άξονας της πολιτικής και της ιδεολογίας μετακινούνταν όλο και πιο δεξιά και ισορρόπησε στη δικτατορία του Μεταξά.

Η Ιστορία φυσικά δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συνήθως τις οικονομικές κρίσεις τις ακολουθούν πολιτικές κρίσεις, και η παλινόρθωση ποτέ δεν σταματά στο πρώτο σκαλί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" την 1/7/2019. 

Η αδήριτη επιτακτικότητα του τώρα

Στις εκλογές της Κυριακής, ο ιστορικός χρόνος της Ελλάδας συναντάται με τον ευρωπαϊκό, τα εθνικά διακυβεύματα τέμνονται με τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής συγκυρίας.

Σύγκρουση με τον εθνικολαϊκισμό. Η Ευρώπη περνάει ήδη στην εποχή του μετα-λαϊκισμού. Οχι επειδή νίκησε τον εθνικολαϊκισμό (η μάχη συνεχίζεται), αλλά διότι σωρεύονται ήδη τα θλιβερά πεπραγμένα των λαϊκιστών. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν ο πρώτος λαϊκιστικός συνασπισμός που ανήλθε στην εξουσία, προ Σαλβίνι, προ Brexit, προ Τραμπ. Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα ανέδειξε τα αδιέξοδα του αριστερού λαϊκισμού – οι Ισπανοί τον ευγνωμονούν που τους έσωσε από το Ποδέμος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν από τους πρώτους στο κόμμα του που αντιτάχθηκαν στον εθνικολαϊκισμό – όταν η Ν.Δ. φλέρταρε ακόμα με τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό. Ως υποψήφιος πρωθυπουργός πολιτεύθηκε κατά κανόνα με αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια. Με την εμπειρία του υπαρκτού λαϊκισμού, οι ψηφοφόροι επανεκτιμούν τώρα την αξία της ικανότητας, της κατάρτισης κι ενός πολιτικού λόγου που ερείδεται σε πραγματικά δεδομένα κι όχι φρέσκο αέρα ιδεοληψιών.
Ιδεολογική αποσαφήνιση. Η ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά ταλανίζεται στη σχέση της με την ατζέντα της Ακροδεξιάς. Πολιτικοί όπως ο Αυστριακός καγκελάριος συνεργάστηκαν μαζί της. Αλλοι, όπως ο Μητσοτάκης, απαίτησαν την εκδίωξη του Ορμπαν από το ΕΛΚ. Παρά την ένταση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα, ο Μητσοτάκης δεν υπέκυψε στον πειρασμό μιας ξενοφοβικής ατζέντας. Στις εκλογές αυτές συγκρούεται με δύο κόμματα της Ακροδεξιάς και δεν προσπάθησε να τα ενσωματώσει, όπως άλλοι κεντροδεξιοί ομόλογοί του στην Ευρώπη.

Μέρος της αποσαφήνισης αφορά την πραγματική προστασία της ελεύθερης έκφρασης στα πανεπιστήμια. Η ενσωμάτωση των ΑΕΙ στο κράτος δικαίου της φιλελεύθερης δημοκρατίας προϋποθέτει κατάργηση του απαρχαιωμένου θεσμού του ασύλου. Η προστασία του δημόσιου χώρου και των ιδιωτικών περιουσιών από τους μπαχαλάκηδες της αυθαιρεσίας και της ανομίας είναι στοιχειώδης υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας στους πολίτες της.

Ευρύτερες συναινέσεις. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες κατακερματίζονται από κοινωνικοοικονομικές εντάσεις, πόλωση και διαιρέσεις, τις οποίες παροξύνουν τα social media. Ο Μητσοτάκης επεδίωξε τη δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου αντιπολίτευσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογή του ως αρχηγού της Ν.Δ. εξέφρασε ένα διάχυτο αίτημα ανανέωσης, κινητοποιώντας πολίτες στα αριστερά της Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό κυβερνητικό εταίρο, επέμεινε να συνομιλεί με το προοδευτικό Κέντρο και τη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά, ενσωματώνοντας τον φιλελεύθερο χώρο σε μια στρατηγική διεύρυνσης κι εξωστρέφειας.

Μετάβαση από τη λιτότητα σε μεταρρυθμίσεις που προωθούν την ανάπτυξη. Γίνεται πλέον πλειοψηφική στην Ευρώπη η κριτική στη λιτότητα και η έμφαση σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Τσίπρας, αντιλαμβάνεται ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο των υπερβολικών πλεονασμάτων είναι αντιαναπτυξιακό. Όμως, αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης έχει κατανοήσει ότι η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου με τη συμφωνία των εταίρων προϋποθέτει όχι ηρωικές επικλήσεις αλλά κυβερνητικά πεπραγμένα μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και την ελκυστικότητα της οικονομίας σε ιδιωτικές επενδύσεις. Αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης μπορεί να το πραγματοποιήσει – λόγω πεποιθήσεως, εμπειρίας, και ικανότητας.

Ανταπόκριση στην παγκόσμια πρόκληση του ανταγωνισμού. Για να διατηρήσει η Ευρώπη τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», πρέπει να παραμείνει ανταγωνιστική. Για να επιβιώσει η Ελλάδα στο παγκόσμιο περιβάλλον, χρειάζονται δραστικές βελτιώσεις διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, άμεση αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης και του brain drain, προσαρμογή στις προκλήσεις της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της κλιματικής αλλαγής. Δεν γίνεται η Κίνα να εισάγει την τεχνητή νοημοσύνη στα σχολεία κι εμείς να συζητάμε ακόμα αν θα υπάρχουν πρότυπα σχολεία ή μη κρατικά πανεπιστήμια. Δεν γίνεται ο κόσμος να τρέχει κι εμείς να λύνουμε ακόμα τους λογαριασμούς του Εμφυλίου, κραυγάζοντας ρυθμικά «η χούντα δεν τελείωσε το '73».

Η επείγουσα πρόκληση του ιστορικού χρόνου απαιτεί μια Ελλάδα πλήρως συγχρονισμένη με την ευρωπαϊκή απάντηση στις παγκόσμιες προκλήσεις. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαρωτική η σύγκριση με έναν ΣΥΡΙΖΑ που όψιμα αποφοίτησε από το ευρωπαϊκό αριστερό περιθώριο, που ταλανίζεται από ιδεολογικές αναστολές στη σχέση του με τη σοσιαλδημοκρατία, που βλέπει στον Μαδούρο τον ομογάλακτο ιδεολογικό του αδελφό. Ήταν αυτή η παράταξη που, το πρώτο εξάμηνο του 2015, μετατράπηκε από την εμπρηστικότερη αντιπολίτευση στην καταστροφικότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Ποτέ στο παρελθόν η οίηση και άγνοια τόσων λίγων ανθρώπων δεν προκάλεσε τόση μεγάλη ζημιά, σε τόσο σύντομο χρόνο, σε τόσους πολλούς. Για τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας μετά το 2015, για την επείγουσα ευκαιρία τώρα της Ελλάδας να συγχρονιστεί ξανά ισότιμα με την Ευρώπη, να κυβερνηθεί αυτοδύναμα, η ψήφος της Κυριακής δεν πρέπει να αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 6/7/2019. 

Λόης Λαμπριανίδης: Η παραγωγική αναβάθμιση δεν γίνεται με εύκολες λύσεις

Το διακύβευμα της επόμενης τετραετίας ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας;

Από τη μία, να μπορέσουμε να διατηρήσουμε την κατεύθυνση που έχουμε πάρει. Δηλαδή, την εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, που υπάρχει πια, που είναι από μόνη της ένα μεγάλο βήμα, και μας δείχνει την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε για μια ανάπτυξη βιώσιμη και συμπεριληπτική, με τον άνθρωπο στο επίκεντρο και βέβαια με την «κοινωνία όρθια». Αυτό δεν φαίνεται ότι είναι πολύ εύκολο. Υπάρχουν προβλήματα που πρέπει να πάρουμε υπόψιν μας, όπως ότι οι διεθνείς συγκυρίες δεν είναι ευνοϊκές. Υπάρχει μια επιβράδυνση της αναπτυξιακής πορείας στην Ευρώπη, και ίσως και στον κόσμο, υπάρχει ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας κ.ο.κ. Είναι σε μεγάλο βαθμό και εσωτερικό θέμα. Χρειάζεται επιτάχυνση, αλλά και εμβάθυνση των αναπτυξιακών μέτρων που πήραμε. Η κατεύθυνση είναι σωστή, αλλά η απόσταση που πρέπει να διανυθεί μέχρι τον τελικό στόχο είναι μεγάλη και ανηφορική. Από την άλλη, πρέπει να μπορέσουμε να κάνουμε τις κινήσεις εκείνες που θα μας επιτρέψουν να κάνουμε το «άλμα προς τα εμπρός», λαμβάνοντας υπόψιν τις διεθνείς συνθήκες που προκαλεί η 4η βιομηχανική επανάσταση. Δυστυχώς, όμως, στο εσωτερικό της χώρας δεν μιλάμε καθόλου γι' αυτά τα ζητήματα και για την τεχνολογική μετάβαση. Στις άλλες χώρες έχει αρχίσει η συζήτηση για το ποιες κινήσεις στήριξης πρέπει να γίνουν και για το προς τα πού πρέπει να στραφεί η οικονομία, σε ποιες αλυσίδες αξίας, ώστε η Ευρώπη να γίνει ανταγωνιστική έναντι της Κίνας και των ΗΠΑ κυρίως, όπως και της Ιαπωνίας.

Υπήρξαν περιθώρια να ασχοληθεί η κυβέρνηση με αυτή τη συζήτηση ή δόθηκε μεγαλύτερη έμφαση στα βάρη που κληρονομήθηκαν;

Η συγκυρία το 2015 ήταν πολύ κακή. Παραλάβαμε όντως μία πτωχευμένη χώρα, εξαιτίας και του ίδιου του αναπτυξιακού υποδείγματος που ακολουθήθηκε σε όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά και των μνημονίων που επιβλήθηκαν. Έπειτα, σε εκείνη τη συγκυρία, οι θεσμοί για δικούς τους πολιτικούς λόγους , ήθελαν να παραδειγματίσουν τη χώρα και κυρίως την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να δοθεί μήνυμα και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, πρωτίστως στην Ισπανία. Αυτά τα στοιχεία, όπως και τα μνημόνια, ενέτειναν τα προβλήματα της ανάπτυξης που προϋπήρχαν. Παράλληλα, βρεθήκαμε αντιμέτωποι και με άλλα σημαντικά ζητήματα για τα οποία έπρεπε να διαθέσουμε δυνάμεις, όπως το προσφυγικό -που θεωρώ πως το αντιμετωπίσαμε όσο καλύτερα γινόταν- αλλά και να κρατήσουμε την κοινωνία όρθια. Μην ξεχνάμε ότι το '14 ακόμα υπήρχαν ουρές έξω από τα κοινωνικά ιατρεία, τα συσσίτια, οι άνθρωποι που έτρωγαν από τα σκουπίδια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πού ήμασταν και τι αλλαγές κατάφερε να κάνει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί έχουμε άλλη λογική και αξίες, όχι μόνο στα κοινωνικά ζητήματα, αλλά και στην οικονομία, που τώρα ανακάμπτει.

Μέχρι τώρα ποιο ήταν το παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας και πώς συνετέλεσε στο να φθάσουμε στην κρίση;

Μετά τη μεταπολίτευση θα μπορούσαμε να πούμε ότι διαμορφώνεται μια δεύτερη «Μεγάλη Ιδέα», που είναι ότι θέλουμε να γίνουμε Ευρώπη και να είμαστε κοντά στις αναπτυγμένες χώρες της ΕΕ. Αν δούμε τα γενικά στοιχεία, φαίνεται ότι μεταπολιτευτικά είχαμε προσεγγίσει κατά μέγιστο το 60% του μέσου όρου της ΕΕ ως προς το ΑΕΠ κατά κεφαλήν, και όλοι οι οικονομικοί δείκτες (εξαγωγές, ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, ανεργία κλπ) ήταν πολύ κακοί. Ως προς την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων ήμασταν πολύ πίσω. Και ξαφνικά έρχεται η αντιπολίτευση και κουνάει το δάχτυλο στο ΣΥΡΙΖΑ, γιατί δεν άλλαξε αυτή την κατάσταση δεκαετιών μέσα σε 4 χρόνια. Μάλιστα, η αποτυχία αυτή ήρθε παρά την τεράστια βοήθεια που προσφέρθηκε από την ΕΕ. Μετά το '81, λοιπόν, βλέπουμε να δίνεται ένας πακτωλός χρημάτων, ώστε να συγκλίνουμε με την ΕΕ. Μόνο τα κονδύλια για τη συνοχή ήταν 95 δισ., πέραν των άλλων ενισχύσεων (επιδοτήσεων για τους αγρότες κτλ.). Αυτά τα κονδύλια δεν δόθηκαν τυχαία, αναγνωριζόταν ότι όταν μια φτωχή χώρα μπαίνει σε ένα κλαμπ πλουσίων, θα πρέπει να κάνει τις απαραίτητες κινήσεις, ώστε να γίνει ανταγωνιστική. Τελικά, όμως, η χώρα μας απέτυχε να τα αξιοποιήσει παραγωγικά, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση της στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Βρίσκοντας αυτή την κατάσταση, εσείς τι προσπαθήσατε να κάνετε για να την αλλάξετε;

Προσπαθήσαμε να μπολιάσουμε με τη λογική προγραμματισμού, που ενθαρρύνει και η ΕΕ, τη διοικητική κουλτούρα, που πριν έλειπε. Το κράτος μπορεί και πρέπει να αποτελέσει σημαντικό αναπτυξιακό εργαλείο. Γι' αυτό θα πρέπει να είναι ένα «επιτελικό κράτος», που να γνωρίζει όλα τα δεδομένα, να μπορεί να σχεδιάζει βάσει αυτών, να διαθέτει «συλλογική αναλυτική δυνατότητα» (thinking capacity). Πρέπει να βλέπει τι γίνεται διεθνώς και να δείχνει προς τα πού πρέπει να οδηγηθούμε, να διασφαλίζει ότι δεν θα υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός και να προωθεί την κοινωνική πολιτική. Συγκεκριμένα, αυτό που κάναμε στην Γραμματεία Ιδιωτικών και Στρατηγικών Επενδύσεων, ήταν να φτιάξουμε ένα νέο Αναπτυξιακό Νόμο που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι σαν ΕΣΠΑ για σχετικά μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις. Περίπου το 15% των μεγάλων επενδυτικών σχεδίων που γίνονται στη χώρα, κινητροδοτούνται από τους αναπτυξιακούς νόμους, κι αυτό έχει τη σημασία του. Ο αναπτυξιακός νόμος, δηλαδή, όπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, δεν επηρεάζει το σύνολο της οικονομίας, αλλά λειτουργεί τροχιοδεικτικά, δίνει μια κατεύθυνση για το προς τα πού θεωρεί η πολιτεία ότι πρέπει να κινηθούμε. Όταν ήρθαμε στο υπουργείο, βρήκαμε πάνω από 6. 100 επενδυτικά σχέδια που είχαν ενταχθεί στους παλαιότερους αναπτυξιακούς νόμους και δεν είχαν ολοκληρωθεί. Σε αυτά υπήρχε εγγεγραμμένη οφειλή του κράτους 5,4 δισ. Παράλληλα, η Κομισιόν είχε άρει τη δυνατότητα να δίνονται χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά κονδύλια σε αυτά τα σχέδια, ακριβώς γιατί είχαν γνώση ότι τα κονδύλια σπαταλιόταν με αδιαφανή τρόπο, άρα μιλάμε για οφειλές που έπρεπε να δοθούν αποκλειστικά από εθνικούς πόρους. Από αυτά πια έχουν απομείνει σε εκκρεμότητα 2.400. Επίσης, σύμφωνα με την Έκθεση του επιθεωρητή διοίκησης, το 2014 η υπηρεσία ήταν κυριολεκτικά διαβρωμένη και διαλυμένη. Αυτό που κάναμε εμείς, λοιπόν, γι' αυτή την κατάσταση, ήταν να μελετήσουμε τους τρεις προηγούμενους νόμους και να δούμε πού απέτυχαν. Απ' ό,τι φάνηκε, δεν είχαν κανένα σχεδιασμό και καμία συγκεκριμένη στόχευση. Εξ αποτελέσματος φάνηκε ότι το 95% των επενδυτικών σχεδίων ήταν χαμηλής και σχετικά χαμηλής τεχνολογίας, το 46,5% των σχεδίων και το 72,2% του προϋπολογισμού ήταν για φωτοβολταϊκά, κυρίως, και για τουριστικά σε μικρότερο βαθμό. Τέλος το 4,2% των επενδυτικών σχεδίων πήρε το 43,6% των επιχορηγήσεων. Έξι επενδυτικοί όμιλοι σε σύνολο 14.500 επενδυτικών σχεδίων πήραν το 8,1% των συνολικών επιχορηγήσεων. Ήταν μια πολιτική, δηλαδή, που έδινε χρήματα σε λίγους μεγάλους και χωρίς κανένα όριο. Έδινε «ζεστό» χρήμα, κάποια περίοδο έδινε 100% προκαταβολή, γεγονός που οδήγησε κάποιες πολύ μεγάλες επιχειρήσεις να πάρουν εκατομμύρια για να κάνουν επενδύσεις τις οποίες ποτέ δεν έκαναν, και έτσι επέστρεψαν τα χρήματα αυτά, αφού όμως τα αξιοποίησαν για αρκετά χρόνια.

Ο δικός σας αναπτυξιακός νόμος, λοιπόν, που διαφέρει;

Πρώτα απ' όλα, θέσαμε όρια. Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να πάρει πάνω από 5 εκατ. ανά επενδυτικό σχέδιο, 10 εκατ. ανά επιχείρηση και 20 εκατ. ανά επενδυτικό όμιλο. Αυτό γίνεται, ώστε να μοιραστούν τα χρήματα σε περισσότερους, να δοθεί η ευκαιρία σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις να αναπτυχθούν. Προσπαθήσαμε επίσης να μετακινηθούμε από την πολιτική χορήγησης κινήτρων με τη μορφή «ζεστού» χρήματος στην πολιτική της φοροαπαλλαγής. Με αυτόν τον τρόπο οι επενδύσεις επιβραβεύονται όταν αποδείξουν στην ελληνική κοινωνία, που δίνει τα χρήματά της, ότι τα αξιοποιούν σε επενδύσεις οι οποίες είναι κερδοφόρες.

Αυτό, όμως, μπορεί να δεχθεί κριτική ότι δεν βοηθούνται οι επιχειρήσεις στην εκκίνηση...

Όχι, γιατί αυτό δεν είναι γενικευμένο. Λαμβάνονται υπόψιν οι ειδικές ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Για τις μικρές επιχειρήσεις, τις νέες, αυτές που είναι εγκατεστημένες σε λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (ορεινές, μικρά νησιά, παραμεθόριες κλπ), καθώς και τις επιχειρήσεις στους κλάδους της αγροδιατροφής και της πληροφορικής, υπάρχει η δυνατότητα να πάρουν ζεστό χρήμα. Τα διαφορετικά καθεστώτα ενίσχυσης του αναπτυξιακού νόμου μας ανταποκρίνονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά της κάθε επιχείρησης και περιοχής. Επίσης, μειώσαμε το κατώτατο χρηματικό ποσό της επένδυσης που μπορεί να υποβάλλεται στον αναπτυξιακό νόμο. Είναι εντυπωσιακό πως το 40% αυτών που εντάχθηκαν στο νέο αναπτυξιακό νόμο είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις, που πριν δεν μπορούσαν καν να υποβάλλουν αίτηση. Αυτό το κάναμε, γιατί έχουμε μια άλλη λογική: αναγνωρίζουμε ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πολύ σημαντικές για την οικονομία, αλλά και για την «οικονομική δημοκρατία».

Για αυτές τι άλλα μέτρα λάβατε, δηλαδή;

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή αυτές που έχουν λιγότερο από 250 εργαζόμενους, είναι πολύ σημαντικό μέγεθος σε όλες τις χώρες. Ο μέσος όρος των επιχειρήσεων αυτών στις χώρες του ΟΟΣΑ είναι 99,70% και σε εμάς 99,96%. Αυτό δεν είναι το πρόβλημα. Εκεί που έχουμε μεγάλη διαφορά από τον υπόλοιπο κόσμο, είναι στις επιχειρήσεις που απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους, στη χώρα μας είναι το 96,4% ενώ στον ΟΟΣΑ είναι 90,4%. Το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα υποστηρίζει πως αυτές θα πρέπει να απορροφηθούν από τις μεγάλες επιχειρήσεις και να φύγουν από την αγορά. Εμείς, αντίθετα, υποστηρίζουμε ότι πρέπει να τις βοηθήσουμε να μεγαλώσουν και, κυρίως, να προχωρήσουν σε συνεργασίες. Γι' αυτό μέσα από τον αναπτυξιακό νόμο δίνουμε κίνητρα να δημιουργήσουν clusters, να φτιάξουν συνεταιρισμούς, και ενισχύουμε τις συγχωνεύσεις, όχι τις απορροφήσεις/ εξαγορές. Σημαντικό πολιτικό μέτρο στο ζήτημα αυτό είναι η δημιουργία της Δομής Στήριξης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων. Είναι μια συνεργασία του υπουργείου Οικονομίας με όλα τα επιμελητήρια της χώρας, τη ΓΣΕΒΕΕ, την ΕΣΕΕ και το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης. Βάσει αυτού του νέου θεσμού σε κάθε επιμελητήριο της χώρας θα υπάρχουν δομές που θα εξυπηρετούν τις επιχειρήσεις, δίνοντάς τους πληροφορίες για τα χρηματοδοτικά εργαλεία που υπάρχουν γι' αυτούς, για να κατανοήσουν τη θέση τους στην αγορά, ώστε να κάνουν τον κατάλληλο σχεδιασμό κ.α. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί στην παγκοσμιοποιημένη κοινωνία που ζούμε σήμερα, οποιαδήποτε μικρή επιχείρηση ή παραγωγός, για να μπορέσει να πουλήσει, θα πρέπει να πουλά, σε τελευταία ανάλυση σε διεθνώς ανταγωνιστική τιμή.

Στη δημόσια σφαίρα, βέβαια, όλη η συζήτηση για τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εστιάστηκε μόνο στο ζήτημα της φορολογίας. Εσείς πώς εντάσσετε αυτό το θέμα;

Το κεντρικό επιχείρημα της ΝΔ είναι ότι αν υπάρξει μείωση των φορολογικών συντελεστών και ελαστικές συνθήκες εργασίας, θα υπάρξει έκρηξη επενδύσεων και καλύτερες δουλειές. Αυτός ο σχεδιασμός, πέρα από απλοϊκός, έχει αποδειχθεί και αδιέξοδος. Για να το κατανοήσουμε θα πρέπει να μιλήσουμε για τα δύο αναπτυξιακά υποδείγματα που έχουμε μπροστά μας. Σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, η ΝΔ όπως και το ΠΑΣΟΚ, είχαν μία αμφίσημη στάση ως προς το τι οικονομία θέλουμε, ποιους θέλουμε να ανταγωνιζόμαστε και σε ποια θέση θέλουμε να βρισκόμαστε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Θέλουμε να είμαστε ανταγωνιστικοί γιατί παράγουμε φθηνά, με φθηνό κόστος εργασίας, χαμηλή φορολογία; Ή επειδή μπορούμε να παράγουμε προϊόντα που έχουν ενσωματωμένη τεχνολογία, γνώση, αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού; Στην πρώτη περίπτωση, η ανταγωνιστικότητα της χώρας θα στηρίζεται στο φθηνό κόστος, θα δώσει κάποιες κακές θέσεις εργασίας, αλλά δεν θα μας πάει μακριά. Πάντα θα υπάρχει κάποιος φθηνότερος. Άρα δεν γίνεται εκ των πραγμάτων να τους ανταγωνιστούμε, αλλά και ούτε θα έπρεπε να θέλουμε. Τα μεγάλα κέρδη προκύπτουν ως αποτέλεσμα έρευνας και ανάπτυξης και της δημιουργίας επώνυμων προϊόντων.

Σε αυτή την παγκοσμιοποιημένη οικονομία, λοιπόν, μπορεί να υπάρξει αριστερό πρόσημο στην ανάπτυξη;

Προφανώς, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται κάτι εύκολο ή αυτονόητο. Και φυσικά δεν είναι μόνο θέμα τεχνικό ή οικονομικό, αλλά και βαθειά πολιτικό. Εμείς θέλουμε μια ανάπτυξη με επίκεντρο τον άνθρωπο, να μπορούμε να παράγουμε, δηλαδή, προϊόντα και υπηρεσίες με εξειδικευμένους ανθρώπους. Έτσι, τα νέα παιδιά θα καταφέρουν να δουλέψουν στην Ελλάδα και θα αξιοποιήσουν τις γνώσεις τους, κάνοντας τη χώρα ανταγωνιστική βάσει της ποιότητας, όχι της εξαθλίωσης. Υπάρχει, βέβαια, και το άλλο μοντέλο, με δεξιό πρόσημο. Η παγκόσμια βιβλιογραφία, αλλά και διεθνείς οργανισμοί (ΟΟΣΑ κ.ά.) έχουν υποστηρίξει επανειλημμένως ότι οι μεγάλες ανισότητες στο εσωτερικό των χωρών είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη. Η σχετική ισότητα διευκολύνει την παραγωγική και τεχνολογική εμβάθυνση και εν τέλει αναβάθμιση της διεθνούς θέσης μιας χώρας, αλλά απαιτεί εκτεταμένες κρατικές παρεμβάσεις σε εκπαίδευση, υγεία, πρόνοια, και επομένως και φόρους. Το άλλο μοντέλο, που συμμερίζεται η ΝΔ, βλέπουμε πού οδηγεί: σε μεγάλη ανισότητα, υπερχρέωση, κοινωνικές εντάσεις και εν τέλει ακροδεξιές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση η παραγωγική αναβάθμιση την οποία πρεσβεύουμε, δεν είναι «σημαία ευκαιρίας» δεν θα έλθει μέσα από «εύκολες» λύσεις όπως οι φορομειώσεις, όσο και αν είναι και αυτές αναγκαίες, αλλά μέσα από τη συνεργασία κράτους και κοινωνικών εταίρων για τεχνολογική αναβάθμιση, εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού , επίτευξη συνεργασιών, προώθηση εξαγωγών κτλ.

Μια διαχρονική κριτική είναι ότι η γραφειοκρατία σκοτώνει τις επενδύσεις. Για αυτό το ζήτημα τι κάνατε;

Για να θεραπευτεί αυτό το ζήτημα, πρέπει να γίνει αποτελεσματικό το κράτος και να υπάρξει αξιολόγηση των πολιτικών, αλλά και των προσώπων στη δημόσια διοίκηση, και αυτό πρέπει να γίνει με τη μέγιστη κοινωνική και πολιτική συναίνεση για να έχουμε αποτελέσματα. Από την εμπειρία μου, μπορώ να σας πω πως ακόμα και ένας υπάλληλος μπορεί να εμποδίσει μία ολόκληρη ψηφισμένη πολιτική. Αυτό που εννοούμε ως γραφειοκρατία σχετίζεται με το πώς είναι δομημένο το ελληνικό κράτος, που δεν έχει ως πρωταρχικό του στόχο να βοηθήσει τον πολίτη. Αυτή η δομή του κράτους, καθώς και η στελέχωση του από πρόσωπα που συχνά δεν έχουν τα κατάλληλα προσόντα, δεν έγιναν βέβαια επί ΣΥΡΙΖΑ. Τα προβλήματα της γραφειοκρατίας δεν λύνονται με την κατάργηση των ελέγχων, όπως ακούγεται από κάποιους. Είμαστε μια χώρα με πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν και με πολύ σημαντικούς περιβαλλοντικούς πόρους. Θα πρέπει να διασφαλίσουμε πως θα γίνονται οι επενδύσεις, σεβόμενοι και το περιβάλλον και την πολιτιστική μας κληρονομιά.

Είναι όμως συχνή η κριτική ότι με τέτοιος τρόπους, η κυβέρνηση διώχνει τις επενδύσεις. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα σε αυτό τον τομέα;

Αν δείτε τον αναπτυξιακό νόμο και τα στοιχεία, θα διαπιστώσετε πως είμαστε μια κυβέρνηση που ενισχύει τις επενδύσεις που γίνονται από υγιείς επιχειρήσεις και τις επενδύσεις που είναι στρατηγικής σημασίας για την οικονομία. Εμείς θεσπίσαμε σαφείς διαδικασίες που έβαλαν τέλος στο καθεστώς αδιαφάνειας και έχουμε σχέδιο και στόχευση για το τι είδους επενδύσεις χρειαζόμαστε για τη στήριξη της ανάπτυξης: καινοτόμες, εξωστρεφείς που απασχολούν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό επενδύουν στην Ε&Α κλπ. Αν υπάρχει κάποια βάση στο επιχείρημα που αναφέρετε, έχει περισσότερο να κάνει με τη λειτουργία του ίδιου του κράτους, της δημόσιας διοίκησης, με άλλα λόγια και όχι τόσο της κυβέρνησης καθ' εαυτής. Πράγματι, η δημόσια διοίκηση στη χώρα αποτελεί συχνά τροχοπέδη και στην επενδυτική προσπάθεια, και βεβαίως θα πρέπει να συνεχισθούν και επιταχυνθούν οι προσπάθειες αναβάθμισής της.

Έχετε κάποιο προσωπικό σχόλιο από την παραμονή σας σε αυτή τη γραμματεία;

Η παραμονή μου στη θέση του γενικού γραμματέα για πάνω από 4 χρόνια ήταν μια συγκλονιστική εμπειρία, στην οποία προσπάθησα να δώσω τον καλύτερο εαυτό μου. Ήταν μια εμπειρία για την οποία θα ήθελα να ευχαριστήσω πρωτίστως τον τότε υπουργό Γιώργο Σταθάκη, που με επέλεξε για αυτό το ρόλο, αλλά και τους κκ. Παπαδημητρίου και Δραγασάκη για την συνέχιση της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπο μου.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 23/6/2019. 

Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη συμπιέζεται αλλά αντέχει!

H μεσαία τάξη στην Ευρώπη ήταν πάντα περισσότερο από μια στατιστική κατηγορία. Η δημοκρατία στη μεταπολεμική Ευρώπη εμπεδώθηκε σε κοινωνίες διευρυνόμενης, ευημερούσας μεσαίας τάξης. Η συσχέτιση μεσαίας τάξης και δημοκρατίας φθάνει μέχρι τον Μαρξ και τον Αριστοτέλη. Κατά τη διάσημη φράση του Barrington Moore, «χωρίς αστική τάξη δεν υπάρχει δημοκρατία» (no bourgeois, no democracy).

Η διεύρυνση της μεσαίας τάξης κατά τον Ψυχρό Πόλεμο οχύρωσε τη φιλελεύθερη δημοκρατία απέναντι στους εσωτερικούς αντιπάλους της. Επίτευγμα διόλου αμελητέο για το μόνο πολίτευμα που διασφαλίζει πλήρεις ελευθερίες και δικαιώματα στους εχθρούς του. Η αυτοπεποίθηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας θεμελιώθηκε στην ευφυή συνύπαρξη καπιταλισμού και κοινωνικού κράτους. Πριν ο κομμουνισμός ηττηθεί στρατηγικά το 1989, είχε ήδη ηττηθεί πολιτικά. Οι αντίπαλοι της φιλελεύθερης δημοκρατίας παρέμεναν πάντα μικρή μειοψηφία όσο το σύστημα λειτουργούσε για την ευημερία της κοινωνικής πλειονότητας. Γι' αυτό ακριβώς η απειλούμενη συρρίκνωση της μεσαίας τάξης σήμερα εγκυμονεί κινδύνους: ανοίγει έδαφος στους σύγχρονους αντιπάλους της φιλελεύθερης δημοκρατίας, ακροδεξιούς και εθνικολαϊκιστές.

Η μεσαία τάξη απειλείται από την εισοδηματική στασιμότητα και τη διεύρυνση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου ενοχοποιείται από λαϊκιστές όπως ο Τραμπ, μεγαλύτερο ρόλο όμως έχουν οι ροές κεφαλαίων και τεχνολογίας. Ο επιβλαβής φορολογικός ανταγωνισμός, που επιτρέπει σε πολυεθνικές επιχειρήσεις όπως η Facebook να καταβάλλουν ελάχιστους φόρους, υπονομεύει τη φορολογική πολιτική.

Ενας ορισμός εντοπίζει τη μεσαία τάξη στην εισοδηματική κατανομή μεταξύ 2/3 και διπλάσιου του διάμεσου εισοδήματος (ο 50ός στους 100), μετά τους φόρους. Ανω του 70% των ενηλίκων ζει σε νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος στη Δυτική Ευρώπη, έναντι μόλις 60% στις ΗΠΑ. Βέβαια, οι ΗΠΑ αρδεύονται από ροές μεταναστών και αποδέχονται υψηλότερη ανισότητα.

Ευρεία μεσαία τάξη σημαίνει δύο πράγματα: περιορισμένο ποσοστό φτωχών – μηχανισμούς κοινωνικής αναδιανομής που ενσωματώνουν τους αδύναμους. Και προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, αποτρέποντας τη συγκέντρωση υπέρμετρου πλούτου (προνομίων, εξουσίας) στα χέρια ολίγων.

Περισσότερα από ένα μέσο εισόδημα, η μεσαία τάξη είναι φιλοδοξία βελτίωσης βιοτικών συνθηκών και ανοδική κινητικότητα. Είναι αντίληψη ότι μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα με εκπαίδευση, προσπάθεια και δουλειά. Είναι προσήλωση στις αξίες της οικογένειας, της ευμάρειας και της ιδιοκτησίας (στόχοι αιώνιας χλεύης από την εξεγερμένη νεότητα και την επαναστατική Αριστερά). Είναι αντίληψη συλλογικού ανήκειν: είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα, και για να μη βουλιάξουμε χρειαζόμαστε κανόνες του παιχνιδιού. Κοινωνίες ευρείας μεσαίας τάξης δεν αυτοκτονούν προθύμως. Το βροντερό «Οχι» του καθ' ημάς δημοψηφίσματος, τέτοιες μέρες το 2015, ήταν και εκδήλωση απόγνωσης μιας βυθιζόμενης μεσαίας τάξης.

Κατά την περίοδο 1980-2017, το μέσο πραγματικό εισόδημα του χαμηλότερου 50% του πληθυσμού στην Ευρώπη αυξήθηκε κατά 37% έναντι μόλις 3% στις ΗΠΑ (World Inequality Lab). Η ανάπτυξη διαχύθηκε ευρύτερα, παρότι τα πλουσιότερα στρώματα πήραν τη μερίδα του λέοντος. Η μεσαία τάξη στην Ευρώπη αντέχει.

Η πιο χρήσιμη παρατήρηση όμως είναι η εξής: σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, η Ευρώπη διατηρεί το μεγαλύτερο κοινωνικό κράτος και την ευρύτερη μεσαία τάξη. Η Γαλλία των «Κίτρινων Γιλέκων» έχει τις υψηλότερες κοινωνικές δαπάνες στον ΟΟΣΑ, η Γερμανία ήταν η πρώτη που τις εισήγαγε, στη Βρετανία το Εθνικό Σύστημα Υγείας είναι θεσμός που ούτε η Θάτσερ διανοήθηκε να πειράξει. Το πιο ανεπτυγμένο κοινωνικό κράτος και η ευρύτερη μεσαία τάξη συναντώνται στις σκανδιναβικές χώρες του πιο προηγμένου και εξωστρεφούς καπιταλισμού.

Επομένως, η ισχυρή κοινωνική προστασία στην Ευρώπη: (α) συμβαδίζει με μια ευρεία μεσαία τάξη και (β) προϋποθέτει μια διεθνώς ανταγωνιστική, ανεπτυγμένη, εξωστρεφή οικονομία. Σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, η ανάπτυξη του καπιταλισμού δημιούργησε μια ευημερούσα μεσαία τάξη που εμπέδωσε τη δημοκρατία και οικοδόμησε το κοινωνικό κράτος, που διεύρυνε περαιτέρω τη μεσαία τάξη, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή.

Οι λαϊκιστές απαντούν στην αγωνία των μεσαίων και αδύναμων στρωμάτων προτάσσοντας την αναδιανομή εις βάρος της παραγωγής εισοδήματος και πλούτου. Αυτό οδηγεί σε συνολική καθίζηση εισοδήματος και ευημερίας, από την οποία ζημιώνεται κατ' εξοχήν η μεσαία τάξη. Δεν πλήττεται το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού, του οποίου διεθνοποιημένα εισοδήματα και πλούτος συχνά εκφεύγουν της εθνικής φορολογίας. Βελτίωση ανταγωνιστικότητας και προσέλκυση διεθνών επενδύσεων είναι η διορατικότερη στρατηγική μακροπρόθεσμης προστασίας της μεσαίας τάξης για μια χώρα όπως η Ελλάδα!

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 23/6/2019. 

Ένας αρκετά ενοχλητικός θεσμός

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου και λογοδοσίας της ΕΡΤ που απαρτίζονται από ιδιώτες εθελοντές και συλλογικότητες. Η λειτουργία των ΣΚΕ προτάθηκε από τους εργαζόμενους την περίοδο του «μαύρου» και θεσμοθετήθηκε το 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Στόχος των ΣΚΕ είναι να διαβουλεύονται και να καταθέτουν πορίσματα στο ΔΣ σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος και την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας. Πρόκειται για έναν πρωτοποριακό θεσμό, μοναδικό στην Ευρώπη, που ενισχύει τη σχέση αλληλεπίδρασης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με την κοινωνία.

Όπως καταλαβαίνετε, τα ΣΚΕ συγκεντρώνουν αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά. Έλεγχος. Λογοδοσία. Πορίσματα. Αλληλεπίδραση με την κοινωνία... Ποιος τα θέλει όλα αυτά; Και πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να γίνουν ανεκτά στην ΕΡΤ του Κωστόπουλου και του Καλφαγιάννη;

Όταν ο Κωστόπουλος ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο υπεύθυνος για τα ΣΚΕ, δημοσιογράφος Περικλής Βασιλόπουλος, ζήτησε να τον συναντήσει προκειμένου να τον ενημερώσει και να του εκθέσει τις προτάσεις του για την καλύτερη λειτουργία και αξιοποίηση των συμβουλίων προς όφελος της ΕΡΤ. Ο Κωστόπουλος τον αποστόμωσε με τη χαρακτηριστική του ευαισθησία:

- Να τα καταργήσουμε! Δεν έρχεται κανένας. Πέντε άτομα είναι όλα κι όλα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία. Δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Και μας βρίζουν κι από πάνω...

Ο Κωστόπουλος είχε πάρει φόρα και ο δημοσιογράφος δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον διέκοψε για να του εξηγήσει:

- Ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα, κ. Κωστόπουλε; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα. Και αυτό συμβαίνει κάθε μήνα για ενάμιση χρόνο. Έχουμε ένα σχετικά τυχαίο δείγμα πολιτών που υποστηρίζουν την ΕΡΤ και θέλουν να συμμετέχουν εθελοντικά σε ένα πείραμα συμμετοχικής λογοδοσίας για τη βελτίωση της ΕΡΤ και μου λέτε να το διαλύσουμε; Στο εξωτερικό θα πλήρωναν γι' αυτό.

Μα τι λέει ο άνθρωπος; Είναι δυνατόν στο εξωτερικό να ξέρουν καλύτερα από τον γίγαντα Κωστόπουλο; Τέλος πάντων, εκείνη η συζήτηση έκλεισε παγερά με τον Βασιλόπουλο να προειδοποιεί ότι δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ και ότι θα εξαντλούσε όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και των αποφάσεων του ΔΣ της ΕΡΤ. Κακό του κεφαλιού του!

Από τον Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Ιούνιο του 2018 πέντε επιτροπές των ΣΚΕ κατέθεσαν ισάριθμα πορίσματα με τουλάχιστον 35 προτάσεις προς το ΔΣ της ΕΡΤ. Παρά τα επίμονα αιτήματα από το προεδρείο των ΣΚΕ, παρά τις σχετικές επιστολές, παρά τις συνεχείς υπηρεσιακές υπενθυμίσεις προς το γραφείο του Διευθύνοντος, δεν υπήρξε ποτέ καμία απάντηση στα ΣΚΕ ούτε φυσικά προώθηση των πορισμάτων τους στο ΔΣ. Το ίδιο συνέβη και όταν το προεδρείο ζήτησε από τον Κωστόπουλο να απευθύνει έστω και ένα συμβολικό χαιρετισμό στην ολομέλεια. Φαίνεται θα είχε πολλή δουλειά ο Τούμπης και δεν προλάβαινε να απαντήσει.

Ο Βασιλόπουλος όμως και τα ΣΚΕ δεν το έβαλαν κάτω. Με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε να μιλήσει ο Θαλασσινός, ο οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και μια ανοικτή συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ στην ολομέλεια των ΣΚΕ. Υπέροχη ιδέα δεδομένης και της δραματουργικής αξίας, στα όρια της φαρσοκωμωδίας, που είχαν ενίοτε οι συνεδριάσεις του ΔΣ. Και σαν να μην έφτανε η πρόσκληση του Θαλασσινού, πάλι με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε ο Μιχαλίτσης να καταθέσει τις απόψεις του για το νέο οργανόγραμμα κι εγώ για να μοιραστώ την εμπειρία από την επεισοδιακή αποπομπή και επιστροφή μου στην ΕΡΤ.

Κι έτσι μια Τρίτη του Μαΐου βρέθηκα στην ολομέλεια των ΣΚΕ που συνεδρίαζε στο στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου. Στη συζήτηση είχε προσκληθεί για πολλοστή φορά η διοίκηση της ΕΡΤ αλλά δεν πρόκαμε πάλι. Τη διοίκηση θα εκπροσωπούσε ο διευθυντής του γραφείου τύπου, Παναγιώτης Τσολιάς, αλλά την τελευταία στιγμή δεν πρόκαμε ούτε αυτός. Είχε προσκληθεί και η ΠΟΣΠΕΡΤ να καταθέσει τις απόψεις της για το οργανόγραμμα αλλά και εκεί κάποιο μπέρδεμα έγινε.

Τελικά, ένας θηριώδης εκπρόσωπος της ΠΟΣΠΕΡΤ με το όνομα Καρέλλας εμφανίστηκε αφού είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση. Ζήτησε και πήρε αμέσως τον λόγο γιατί είχε έρθει σκαστός από τη βάρδια και έπρεπε να τα πει γρήγορα και να φύγει. Κρατούσε στα χέρια του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα κι ένα πλαστικό κυπελάκι με καφέ. Όταν χρειάστηκε να πάρει το μικρόφωνο, έφερε τυρόπιτα και καφέ στο ένα χέρι και έπιασε το μικρόφωνο με το άλλο. Σιμουλτανέ! Ο Καρέλλας δήλωσε ότι η ΠΟΣΠΕΡΤ ούτε κρύβεται ούτε φοβάται τη συζήτηση για το νέο οργανόγραμμα, και καμία συζήτηση γενικώς, αλλά επειδή δεν προσκλήθηκε εγκαίρως, δε θα συμμετείχε ετούτη τη φορά. Επιφυλασσόταν όμως για μια επόμενη φορά. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος!

Μετά ανέβηκε στο βήμα ο Μιχαλίτσης, ο οποίος ανέλυσε με χειρουργική ακρίβεια τις βασικές αδυναμίες του νέου οργανογράμματος: άσκοπη πολυδιάσπαση των υπηρεσιών της γενικής διεύθυνσης τεχνολογίας, γιγάντωση της γενικής διεύθυνσης νέων μέσων, υποβάθμιση της γενικής διεύθυνσης τηλεόρασης (του ψυχαγωγικού προγράμματος δηλαδή), υποβάθμιση των περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ, αθηνοκεντρικό και δυσλειτουργικό newsroom. Είχε φτιάξει και σχετικά σχεδιαγράμματα που προβάλλονταν σε μια οθόνη από πίσω του. Παρακολουθώντας τον να μιλάει, σκεφτόμουν πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η ΕΡΤ αν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. είχε κάνει το 2015 αποδεκτούς τους όρους του προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση της εταιρείας. Άλλη μια χαμένη ευκαιρία στο μακρύ ιστορικό των χαμένων ευκαιριών της ΕΡΤ.

Μόλις τελείωσε ο Μιχαλίτσης, η πρόεδρος της ολομέλειας με κάλεσε να ανέβω στο βήμα. Η ολομέλεια απαρτιζόταν από καμιά σαρανταριά άτομα όλων των ηλικιών. Οι περισσότεροι με κοίταζαν με ενδιαφέρον, σαν παράξενο τροπικό φρούτο. Ανάμεσά τους διέκρινα και τον Περικλή Βασιλόπουλο, ο οποίος παρακολουθούσε τη διαδικασία χωρίς να παρεμβαίνει. Εξέθεσα την ιστορία της αποπομπής και της επιστροφής μου όσο πιο ψύχραιμα και συνοπτικά μπορούσα. Μετά ήρθε η ώρα των ερωτήσεων.

- Ποια είναι η στρατηγική του προγράμματος;
- Ποιος αποφασίζει για τις νέες παραγωγές;
- Ποιος διαλέγει τις ξένες σειρές;
- Ποιος επέλεξε τις εκπομπές του Ζουγανέλη και του Μητσικώστα;
- Εσάς σας εκφράζει η εκπομπή του Ζουγανέλη;
- Ποιος σας έφερε στην ΕΡΤ;
- Γιατί η θέση σας δεν καλύφθηκε από κάποιο στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης;
- Δεν υπάρχουν άξια στελέχη της ΕΡΤ;
- Γιατί το ΔΣ αγνοεί τις προτάσεις μας;
- Πιστεύετε ότι η ΕΡΤ πρέπει να είναι εμπορική;

Προσπάθησα να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια αλλά και διακριτικότητα. Χωρίς να εκθέτω πρόσωπα αλλά καταστάσεις. Χωρίς να διαχωρίζω τη θέση μου από τη διοίκηση, της οποίας υποτίθεται ότι ήμουν σύμβουλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα. Η επικοινωνιακή διαχείριση, το διπλωματικό κουκούλωμα, τα κατά συνθήκη ψεύδη μου προκαλούσαν πλέον αναγούλα.

Μετά από λίγες μέρες ο Περικλής Βασιλόπουλος ξανασυναντήθηκε με τον Κωστόπουλο στο πλαίσιο των συνεντεύξεων για τον ορισμό νέων Προϊσταμένων. Ας δούμε πώς περιγράφει ο ίδιος αυτή τη συνάντηση σε ένα δημοσίευμα στο tvxs:

«...Έντεκα μήνες μετά την πρώτη συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ και με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ. Δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών των ΣΚΕ (έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. Ήμαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ...»

Ε όχι και ιδιοκτήτης της ΕΡΤ ο Κωστόπουλος! Ιδιοκτήτης της ΕΡΤ είπαμε είναι ο Καλφαγιάννης. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση ανακοινώθηκε στη Διαύγεια η καθαίρεσή του Βασιλόπουλου και ο διορισμός στη θέση του ενός αθλητικογράφου που δεν είχε καμία εμπειρία σε συμμετοχικά εγχειρήματα κοινωνικής ευθύνης. Εκτός από τον Βασιλόπουλο έπρεπε να πληρώσουν και τα ΣΚΕ για την αποκοτιά τους.

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΕΡΤ εν τάφω» του πρώην Εντεταλμένου Συμβούλου Προγράμματος της ΕΡΤ, Σπύρου Κρίμπαλη, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία.

Page 1 of 106