Tuesday, 16 January 2018

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Αριστερός εκσυγχρονισμός

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών (μοντέρνων, νεωτερικών ή καπιταλιστικών σύμφωνα με τους όρους του) ήταν για τον Μαξ Βέμπερ η απομάγευση. Με τον όρο εννοούσε δύο πράγματα. Οι σύγχρονες κοινωνίες και τα μέλη τους λειτουργούσαν λιγότερο με γνώμονα την παράδοση και περισσότερο με την έλλογη κρίση. Από την άλλη, οι κοινωνίες οργανώνονται με βάση ορθολογικούς κανόνες.

Γνώριζε, βέβαια, ότι η απομάγευση δεν ήταν δεδομένη ακόμη και στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες της εποχής του. Ετσι, σε αντιδιαστολή με το σύγχρονος, επινοήθηκε ο όρος εκσυγχρονισμός που υποδηλώνει τη δυναμική διαδικασία μετάβασης στη συνθήκη της απομάγευσης.

Ο εκσυγχρονισμός απέκτησε τη δική του μαγεία εφόσον κάθε κοινωνία επιδιώκει να γίνει μοντέρνα. Αλλού (Μεγάλη Βρετανία) ο εκσυγχρονισμός ήταν έργο της αστικής τάξης, αλλού (Γερμανία) συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων με το κράτος, αλλού (Νότια Ευρώπη) έργο πολιτικών δυνάμεων στηριγμένων στο κράτος.

Από τις ιδιαιτερότητες της Νότιας Ευρώπης, ο όποιος εκσυγχρονισμός ήταν λιγότερο έργο συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και περισσότερο προοδευτικών, κυρίως των σοσιαλιστών, γεγονός που εξηγεί και τη σημαντική τους εκλογική απήχηση.

Στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς, βασικοί φορείς του εκσυγχρονισμού αποδείχτηκαν «προοδευτικές» δυνάμεις, μετά το 1974 το ΠΑΣΟΚ. Η ατολμία των συντηρητικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το πελατειακό κράτος έδωσαν τη δυνατότητα στο ΠΑΣΟΚ να λειτουργήσει ως εκσυγχρονιστική δύναμη δύο φορές: μία ως ριζοσπαστική πολιτική παράταξη υπό τον Αν. Παπανδρέου και μία δεύτερη ως «μετριοπαθές» κόμμα των αστικών στρωμάτων των πόλεων υπό τον Κ. Σημίτη.

Την πρώτη φορά, παρά τα ριζοσπαστικά πρώτα μέτρα, η διαδικασία έμεινε μετέωρη, καθώς ο φορέας της δεν κατάφερε να διαχειριστεί οράματα και διακυβέρνηση. Τη δεύτερη, παρά τους όρκους πίστης στον εκσυγχρονισμό, αδυνάτισε να κυβερνήσει και οδήγησε στα ακριβώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Επέτρεψε σε οργανωμένες ομάδες, μέσα και έξω από το κράτος, να αυτονομηθούν και να ωθήσουν σε μια κατακερματισμένη συντεχνιακή κοινωνία. Στη συνθήκη αυτή ο όρος εκσυγχρονισμός απαξιώθηκε σε βαθμό εξαφάνισης από τον πολιτικό λόγο.

Μπορεί ο εκσυγχρονισμός να μην περνά στον πολιτικό λόγο, είναι όμως, ιδιαίτερα μετά την κρίση, πανταχού παρών: στην οικονομία, τους θεσμούς, το κράτος, τη διοίκηση, την εκπαίδευση - ιδιαίτερα την τριτοβάθμια. Στο ασφυκτικό πλαίσιο των μνημονιακών της δεσμεύσεων η κυβέρνηση με τη σειρά της εκλογικεύει θεσμούς, ώστε να είναι πιο λειτουργικοί, πιο δίκαιοι, πιο αποτελεσματικοί. Δεν είναι διόλου παράδοξο ότι, παρά τις αστοχίες, τα καταφέρνει καλύτερα από προηγούμενες κυβερνήσεις. Γιατί δεν έχει τα πελατειακά δίκτυα των προηγούμενων, τις δεσμεύσεις τους, είναι πιο δοσμένη στην άσκηση της διακυβέρνησης.

Η εκλογίκευση, αστικός εκσυγχρονισμός λένε κάποιοι, εξηγεί σ' έναν βαθμό και την ανθεκτικότητα του κυβερνητικού συνασπισμού. Σ' αυτό βοηθούν ασφαλώς και η απαξίωση των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα από το 1974 ώς το 2015 και η κραυγαλέα αδυναμία τους να αρθρώσουν λόγο για τα τελούμενα και τα μελλούμενα. Αυτά αποτυπώνονται γλαφυρά στις μετρήσεις της κοινής γνώμης, παρά τη σφοδρότατη κριτική αντιπολίτευσης και φίλα προσκείμενων ΜΜΕ στη συμπολίτευση. Πολλοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ αποστασιοποιήθηκαν από αυτόν, αλλά λίγοι στράφηκαν σε άλλα κόμματα. Την ίδια στιγμή οι βασικότεροι ανταγωνιστές του ελάχιστα αποκομίζουν εκλογικά.

Πέρα από την προσμονή, στην αναμονή των ψηφοφόρων βαραίνει και το περιεχόμενο του επιχειρούμενου εκσυγχρονισμού. Ο τεχνοκράτης, σημείωνε ο Βέμπερ, ξέρει πώς να κάνει κάτι, αλλά οι επιλογές μιας κοινωνίας είναι δική της δουλειά, μέσω του πολιτικού. Μπορεί το εφικτό ή μη τεχνικά ενός πράγματος να περιορίζει τις δυνατότητες επιλογής, αλλά αυτή δεν είναι πάντα μία. Αρα το περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού και η υλοποίησή του δεν είναι μονοσήμαντα, είναι, αντίθετα, κοινωνικά χρωματισμένα. Με την έννοια αυτή ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός μπορεί να ονομαστεί αριστερός γιατί εστιάζει σε έννοιες συστατικές της ταυτότητας της Αριστεράς, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα, τα κοινωνικά δικαιώματα...

Ο επιχειρούμενος αριστερός εκσυγχρονισμός είναι από τους βασικότερους λόγους που κρατά το ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα, σε αναμονή. Η στάση αυτή είναι το κλειδί για τις ερχόμενες εκλογές. Αν συνεχίσει στον δρόμο του αριστερού εκσυγχρονισμού, αποφεύγοντας τα αυτογκόλ, είναι πολύ πιθανό ότι θα τις κερδίσει και θα αλλάξει προς το καλύτερο τη χώρα. Και τα δύο εξαρτώνται κυρίως από αυτόν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2018. 

Μακεδονικό: Τώρα δεν συζητάμε όπως τότε, συζητάμε κάτω από τη βαριά σκιά του τότε

Διαβάζοντας τα ρεπορτάζ στον Τύπο και τις σχετικές συζητήσεις μελαγχολεί κανείς, ύστερα από τόσα που πάθαμε και μάθαμε, να χρησιμοποιούνται κατά κόρον ο όρος «Σκοπιανός», «Σκόπια, «κράτος των Σκοπίων» και να εννοούν την FYROM κ.τ.λ. Συνεχίζεται δηλαδή, το καθεστώς της επιβολής «μιας απαξιωτικής και υποτιμητικής πολιτογράφησης» όπως την ονόμαζε ο Ελεφάντης. Μήπως πρέπει να ξαναμιλήσουμε για το πώς τίθενται αυτά τα ζητήματα, πως κρίνεται –αρνητικά– η στάση μας ως χώρας διεθνώς; Υπάρχει, εξάλλου, η καταδίκη της χώρας από το Δικαστήριο της Χάγης.

Ποιες είναι οι συντεταγμένες του προβλήματος; Πρώτο, το δικαίωμα του εθνικού αυτοπροσδιορισμού και αυτοκαθορισμού είναι μια από τις θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής νεωτερικότητας, και πριν 200 χρόνια η ελληνική επανάσταση υπήρξε σταθμός σε αυτή την πορεία. Θεωρείται αδιανόητο, διεθνώς, ότι μια χώρα εγείρει αξιώσεις για το πώς θα ονομάζεται μια άλλη, και μάλιστα όταν ήδη ονομάζεται επί 70 χρόνια (ως ομόσπονδο και στη συνέχεια ως ανεξάρτητο κράτος) της ζητά να αλλάξει το όνομά της. Δεύτερο, 130 χώρες και ανάμεσά τους οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία, αποκαλούν τη χώρα με το συνταγματικό της όνομα. Τρίτο, το θέμα ήλθε τώρα, ως προς το ΝΑΤΟ. Ζητούν από την Ελλάδα να άρει τις αντιρρήσεις που σχετίζονται με το όνομα. Πρόκειται για μια εκκρεμότητα που πρέπει να λήξει.

Δεν υπάρχουν όμως και ευαισθησίες από την πλευρά των Ελλήνων διαμορφωμένες επίσης δεκαετίες;

Ναι, πολλοί φοβούνται ότι το σκέτο Μακεδονία, ενδέχεται να υποθηκεύσει την ελληνική Μακεδονία. Ωστόσο, υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα γειτονικών περιοχών που μοιράζονται με παραλλαγές το ίδιο όνομα, π.χ. Μεξικό – Νέο Μεξικό, Ιρλανδία –Βόρεια Ιρλανδία, Βρετανία-Βρετάνη κλπ. χωρίς η μία να απειλείται από την άλλη. Ούτε είναι οι «σφετερισμοί» ονομάτων που οδηγούν σε «αλυτρωτικές» βλέψεις. Άλλωστε, οι σφετερισμοί ονομάτων είναι συνηθισμένοι στην ιστορία. Και ο όρος Ρωμιοσύνη-Ρωμιοί, Ρουμανία, Ρούμελη, Λατινική Αμερική, σφετερισμοί από τους Ρωμαίους είναι και παράγωγα του ονόματός τους. Το ζήτημα θα μπορούσε να μείνει εκεί αν δεν είχε υπάρξει η κληρονομιά των συλλαλητηρίων και η έκρηξης του εθνικισμού από τις αρχές του 1990, και μην ξεχνάτε ότι σ' αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε η ακροδεξιά στην Ελλάδα. Στα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό πρωτοεμφανίστηκε δημόσια και σε μαζικές συγκεντρώσεις η Χρυσή Αυγή. Όλα αυτά άφησαν ιδεολογικά καθιζήματα στο μυαλό πολλών. Τώρα δεν συζητάμε όπως τότε, συζητάμε κάτω από τη βαριά σκιά του τότε.

Αντιπολιτευτική μικρόνοια

Ήταν αναμενόμενο, νομίζω, το Μακεδονικό ζήτημα, εφόσον επανήλθε στο τραπέζι, να περάσει γρήγορα στην εσωτερική πολιτική. Με τα ως τώρα δεδομένα, πόσο, θεωρείς ότι θα δυσκολέψει αυτό να ωριμάσει και να βρεθεί λύση;

Η σύνδεση των εθνικών προβλημάτων με την εσωτερική πολιτική είναι κανόνας. Να σημειώσουμε όμως δυο πράγματα. Πρώτο, ότι από την Μεταπολίτευση και έπειτα, όλα τα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, αποδέχονται τους βασικούς προσανατολισμούς της εξωτερικής πολιτικής, με μικρές και συγκυριακές διαφορές. Δεν ήταν δηλαδή διαφορές που να εκφράζουν και να προκαλούν την αλληλεξάρτηση εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Το δεύτερο είναι ότι το Μακεδονικό ήταν εξαρχής φορτισμένο ζήτημα και στην εσωτερική πολιτική. Λ.χ. στον Μεσοπόλεμο, οι περισσότεροι από όσους Σλαβομακεδόνες δεν είχαν εκδιωχθεί και επεδίωκαν την ένταξή τους στην Ελλάδα, εντάχθηκαν στο αντιβενιζελικό-φιλομοναρχικό στρατόπεδο. Την ίδια εποχή το ΚΚΕ είχε θέσει θέμα αυτονόμησης της Μακεδονίας, πράγμα που είχε προκαλέσει τεράστια αντίδραση. Την εποχή του εμφυλίου πολέμου, οι αριστεροί καταδιώκονταν ως «εαμοσλάβοι». Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε ένα πολιτικό προσωπικό που διεκδικούσε την κληρονομιά των «μακεδονομάχων» σε όλα τα κόμματα. Στη Βόρεια Ελλάδα αυτή ήταν η ραχοκοκαλιά του αστισμού της. Το ΠΑΣΟΚ σήκωσε πολύ ψηλά το θέμα και το έκανε θέμα εσωτερικής πολιτικής, ακολουθώντας μια φιλοσερβική πολιτική και παίζοντας το χαρτί του ονόματος με το εμπάργκο της ΠΓΔΜ το 1994. O Σαμαράς ανέτρεψε την κυβέρνηση Μητσοτάκη καιροσκοπώντας στη δημιουργία ενός ούλτρα εθνικιστικού κόμματος, της Πολιτικής Άνοιξης. Σήμερα εκπλήσσει μεν ότι ο υιός Μητσοτάκης αρνείται την κληρονομιά του πατρός, αλλά στόχος της αντιπολίτευσης είναι να ανατραπεί η κυβέρνηση με κάθε τρόπο. Ακόμη και σε βάρος των μακροπρόθεσμων λύσεων που θα ωφελούσαν την ίδια την αντιπολίτευση όταν θα έρθει η ώρα της να κυβερνήσει, όπως συμβαίνει στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Γιατί αν η ΝΔ δεν συναινέσει τώρα στη λύση του προβλήματος θα το βρει μπροστά της όταν θα έρθει η σειρά της να κυβερνήσει. Και με χειρότερους όρους. Είναι δυνατό να επικρατεί τόση μικρόνοια, ώστε το μείζον και διαρκές να θυσιαστεί στο έλασσον άμεσο;

Η ΝΔ δυσκολεύεται να τοποθετηθεί με σαφήνεια, ή με βάση πιο αυστηρούς όρους. Πόσο κατά την γνώμη σου αυτό έχει μικροπολιτική στόχευση και πόσο έχει ιδεολογική βάση;

Είναι και τα δυο. Η ΝΔ προσπαθεί να ζεύξει δυο τάσεις, αφενός τη συντηρητική παραδοσιακή, ένα ακροατήριο άλλωστε που διεκδικούν και τα άλλα δεξιά ή δεξιότερα κόμματα, και ένα νεοφιλελεύθερο με δυσανεξία ως προς τα παραδοσιακά ερείσματα, πέραν όσων μπορεί να χρησιμοποιήσει εργαλειακά: νόμος και τάξη, νεοδαρβινισμός. Η ηγεσία ξέρει και καταλαβαίνει τις διαστάσεις του προβλήματος, αλλά στοιχηματίζει σε πιθανότητες. Βέβαια, το παιχνίδι αυτό δεν είναι αβλαβές, γιατί χρησιμοποιείται η δημαγωγία. Εύκολα βγαίνει από το μπουκάλι, αλλά δύσκολα μαζεύεται. Η πλειοδοσία στα εθνικά είναι η χειρότερη μορφή της. Ενδημική στην Ελλάδα, αλλά με ιδιαίτερη δυναμική σε μια εποχή που ευνοεί τη ροπή προς τον ακροδεξιό εθνικισμό. Και επειδή τα τελευταία χρόνια εκτοξευόταν προς την Αριστερά η κατηγορία του Εθνολαϊκισμού, τώρα καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για free floating signifier (ελεύθερα κυμαινόμενο σημαίνον).

Οι μεταβολές της εποχής

Σημειώνεις στο άρθρο σου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ότι όλες τις πολιτικές δυνάμεις τέμνει μια διαχωριστική γραμμή που αφορά τα εθνικά θέματα. Πόσο άλλαξε αυτό σε σχέση με το 1992; Δεν δυσκολεύει αυτό και σήμερα περισσότερο την ΝΔ;

Η διαχωριστική γραμμή γύρω από τα εθνικά θέματα τέμνει οριζοντίως τα κόμματα, αλλά και την ελληνική κοινωνία. Είναι ιστορικά ενδιαφέρον γιατί συμβαίνει αυτή η τομή. Ο Φίλιππος Ηλιού, όταν είχε ξεσπάσει το νέο Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του '90 μιλούσε για τις «αρχαϊκότητες» της ελληνικής κοινωνίας. Πράγματι, το εθνικιστικό κύμα της δεκαετίας του 1990 προκάλεσε έκπληξη σε μια Ελλάδα που βρισκόταν ακόμη στο προοδευτικό πνεύμα της μεταπολίτευσης και των αλλαγών που πράγματι είχε προωθήσει το ΠΑΣΟΚ. 'Η που νόμιζε ότι βρισκόταν εκεί. Αλλά στις σχεδόν τρεις δεκαετίες από τότε, είδαμε στην Ευρώπη τον εθνικισμό και την άκρα δεξιά να καλπάζει. Δεν ήταν η αναβίωση των ιδεολογικών αρχαϊκοτήτων, αλλά μια ισχυρή αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση και στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό που διαλύει τις κανονικότητες του μεταπολεμικού συμβολαίου και τις νοοτροπίες που βασίζονταν σε αυτές. Στο βαθμό που το κράτος πρόνοιας βασιζόταν στο εθνικό κράτος, τα απεικάσματα της εθνικής κυριαρχίας, η αναδίπλωση στην εθνική ιδεολογία λειτούργησε ως μορφή ψυχολογικής υπεραναπλήρωσης. Θα πρέπει να δούμε τις αρχαϊκότητες όχι ως επιβιώσεις, αλλά ως αντιδράσεις στις μεταβολές της εποχής. Αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν κόσμο που ανήκει σε όλα τα μαζικά κόμματα. Η εθνικιστική αναδίπλωση εκφράστηκε και τότε σε όλα τα κόμματα, και συνεχίζει να εκφράζεται σήμερα γιατί έχει πλέον εγκατασταθεί στο κέντρο του ιδεολογικού αστερισμού. Η κρίση άλλωστε βιώθηκε κυρίως ως προσβολή της εθνικής αξιοπρέπειας. Και ήταν προσβολή του αισθήματος αξιοπρέπειας που διεύρυνε το ακροατήριο όσων μιλούσαν για επιβουλή εναντίον της Ελλάδας. Τι είναι π.χ. η λαϊκή δεξιά, ένα μέρος της οποίας ανήκει στη ΝΔ, ένα άλλο στους ΑΝΕΛ; Και στην Αριστερά αναπτύχθηκαν ισχυρές παρόμοιες τάσεις. Από την άλλη πλευρά, έχει αναπτυχθεί το κίνημα των δικαιωμάτων, η υποστήριξη του αυτοπροσδιορισμού, η κριτική στους παραδοσιακούς ρόλους των φύλων, η κριτική στην οικογένεια, στις παραδοσιακές ιεραρχημένες κοινωνικότητες. Και αυτή η τάση είναι διάχυτη στα κόμματα. Σε άλλα κόμματα ως έκφραση του νεοφιλελευθερισμού, σε άλλα, όπως στα κόμματα και στους σχηματισμούς της αριστεράς, συνδεδεμένη με την κριτική στο νεοφιλελευθερισμό. Πολλές φορές οι ιδεολογικές συγγένειες σε ορισμένα ζητήματα είναι περισσότερο στενές σε ομάδες ανάμεσα στα κόμματα, παρά εντός του ίδιου κόμματος. Υπάρχουν, όμως, ζητήματα στα οποία οι ιδεολογικές συγγένειες διασπώνται. Το κοινωνικό ζήτημα, η υποστήριξη των φτωχών τάξεων και των μεταναστών αφενός, τα δικαιώματα αυτοπροσδιορισμού, ο αντι-εθνικισμός, ο φεμινισμός και τα κινήματα που διεκδικούν τον σεξουαλικό αυτοπροσδιορισμό αφετέρου, τέμνονται, δημιουργώντας τουλάχιστον τέσσερις βασικές υποκατηγορίες, και πολλές μικρότερες αποχρώσεις, οι οποίες έχουν διασπαρθεί σε όλες ανεξαιρέτως τις πολιτικές δυνάμεις, και στην Αριστερά.

Και η Αριστερά για το Μακεδονικό, τι ευθύνες έχει;

Η Αριστερά στην Ελλάδα έμαθε το μάθημα από τις προηγούμενες θέσεις της στο Μακεδονικό, που την είχαν απομονώσει ως προδοτική, και στα 1990 ήταν εξαιρετικά επιφυλακτική. Το μεν ΚΚΕ ξέφευγε με γενικότητες, το δε ΚΚΕ εσ. τότε απέφευγε τη διαφοροποίηση από τα άλλα κόμματα. Διαφοροποιήθηκε στη συνέχεια, και νομίζω ότι κομβική στιγμή ήταν η συγκέντρωση που οργάνωσε το περιοδικό Πολίτης στο Πάντειο, 6 Μαίου 1992 (ομιλητές: Φ. Ηλιού, Αγγ. Ελεφάντης, Σπ. Ασδραχάς, Β. Παναγιωτόπουλος, και εγώ) η διακήρυξη των 169 και η αρθρογραφία που ακολούθησε (βλ. και «Ο Ιανός του Εθνικισμού και η ελληνική βαλκανική πολιτική» εκδ. Πολίτης 1993) Στη συνέχεια διαφοροποιήθηκαν και οι κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι της.

Ο γεωπολιτικός παράγοντας είναι παρών

Έχεις υποστηρίξει ότι το ζήτημα της επιδίωξης λύσης στο Μακεδονικό συνδέεται με την στρατηγική που πρέπει να έχει η Ελλάδα στην παγκόσμια σκακιέρα μετά την κρίση. Το ίδιο ισχύει, όπως εδώ, και για τα Βαλκάνια. Πώς μεταφράζεται αυτό σε πρωτοβουλίες από την πλευρά της Ελλάδας;

Κοιτάξτε τον σημερινό χάρτη της περιοχής: Κατακερματισμός μικρών κρατών της πρώην Γιουγκοσλαβίας: Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο, Κόσσοβο, ΠΓΔΜ με προβληματική οικονομική βιωσιμότητα, αλλά μεγάλες μειονότητες και σχεδόν αγεφύρωτες εθνοτικές διαφορές με προϊστορία εχθροτήτων. Τι πρέπει όμως να κάνει μια χώρα σαν την Ελλάδα; Η ύπαρξη ενός σταθερού γεωγραφικού περιβάλλοντος, η οικονομική αναβάθμιση της περιοχής, η ενίσχυση έργων στην περιοχή που να συνδέουν την Ελλάδα με την κεντρική και ανατολική Ευρώπη, συνεπάγονται μια πολιτική φιλική προς τους γείτονες, μια πολιτική σταθεροποίησης και δημιουργίας αισθήματος ασφάλειας. Μικροπροβλήματα πάντοτε υπάρχουν μεταξύ γειτόνων, το ζήτημα είναι οι μείζονες επιδιώξεις. Γι αυτό μιλάμε για στρατηγική.

Μπορούμε να πούμε, ότι όταν άρχισε το ζήτημα, το 1992, υπήρχε η «εθνική αφύπνιση» στην Ευρώπη, ενώ τώρα έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα τα γεωπολιτικά, οικονομικά;

Και τότε και τώρα ο γεωπολιτικός παράγοντας είναι παρών. Βέβαια τότε το επίδικο ήταν το κενό που άφησε η ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Σήμερα, τα διακυβεύματα έχουν μετατοπιστεί, στα σύνορα Ουκρανίας-Ρωσίας, στη Συρία και στην κοιλάδα του Ευφράτη. Υπάρχουν επίσης καινούργια, όπως το μεταναστευτικό ρεύμα. Ειδικότερα ως προς τα Βαλκάνια από όπου διέρχεται αυτό το ρεύμα, υπάρχουν δύο επιλογές: Πλησιέστερα προς τις χώρες του Βίσεγκραντ ( Τσεχία, Ουγγαρία, Πολωνία , Σλοβακία), ή προς την Ευρώπη του Νότου (Ελλάδα-Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος και Μάλτα); Εδώ η Ελλάδα έχει να παίξει ένα μείζονα ρόλο.

Υπάρχει το έδαφος σήμερα για μεγάλα συλλαλητήρια ή για συγκρότηση ενός τόξου εθνο-πατριωτικού; Άρχισε να κινείται και η Εκκλησία. Η ΝΔ θα μπορέσει να «παίξει» με ένα τέτοιο ρεύμα χωρίς να χάσει τα πιο μετριοπαθή στρώματα;

Η άκρα δεξιά έπαιξε με τρία κόμματα που εμφανίστηκαν διαδοχικά: την Πολιτική Άνοιξη, το ΛΑΟΣ και τη Χρυσή Αυγή. Δεν είναι μικρό το ποσοστό της τελευταίας. Νέο κόμμα, τύπου «Λίγκα του Βορρά», δεν βλέπω. Φυσικά παραμένει το άγχος της ΝΔ πώς δεν θα χάσει στο ζήτημα αυτό τα στρώματα που γαλουχήθηκαν με τις ιδέες του Μακεδονικού. Όσο για την ελλαδική εκκλησία υιοθετεί τη θέση της σερβικής εκκλησίας. Ενδοεκκλησιατικές έριδες ορίων και δικαιοδοσίας που επενδύονται με εθνική ρητορική. Ξένα προς το γράμμα και το πνεύμα του χριστιανισμού.

Η προϋπόθεση της λύσης

Ο Ελεφάντης σε ένα του άρθρο στον «Πολίτη» (τεύχος 120) ανησυχούσε για το «εθνικό άγχος» που τότε είχε διαμορφωθεί, τον υπορρέοντα ή και δηλωμένο εθνικισμό λόγω του Μακεδονικού με κίνδυνο να οδηγήσει και στην εθνική ταπείνωση. Αυτό πόσο έχει ξεπεραστεί τώρα;

Έχουμε διέλθει από την εθνική ταπείνωση στη διάρκεια της κρίσης, χωρίς να απαλλαγούμε από το «εθνικό άγχος». Η προϋπόθεση της λύσης είναι η διασφάλιση της αμοιβαιότητας και του αισθήματος αξιοπρέπειας. Αλλά προϋπόθεση της προϋπόθεσης είναι να αναγνωρίσουμε πώς έχουν τα πράγματα. Το όνομα Νέα Μακεδονία, αν υποθέσουμε ότι έχει γίνει αποδεκτό και από τις δυο πλευρές, φαίνεται πως θα μπορούσε να εξασφαλίσει αυτή την αμοιβαιότητα.

Η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική
Μία ιστορική αναδρομή

Ο Φίλιππος Ηλιού σε μια συνέντευξή του, στον Νίκο Φίλη, στην «Εποχή» (21/2/1993) –όπου, θυμίζω, διατύπωσε τη γνωστή του θέση ότι η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική τον διανυόμενο αιώνα– διατύπωσε την ιδέα ότι η χώρα μας, στην κρίση τότε, «θα μπορούσε να έχει, όχι έναν ανώτερο ρόλο, αλλά έναν πρόσκαιρο οδηγητικό, υπό τον όρο ότι θα έπαιζε το παιχνίδι της σύγκλισης και του σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων και όχι το παιχνίδι της αντιπαλότητας». Αυτή η ιδέα δεν μας χρειάζεται ως οδηγός και σήμερα; Υπάρχουν διατυπώσεις ανώτατων εκπροσώπων της κυβέρνησης που εκφράζουν αυτό το πνεύμα, αλλά και άλλες που απομακρύνονται από αυτό όπως ότι δημιουργείται «νέα δυναμική για την χώρα μας στην ευρύτερη περιοχή».

Τι σημαίνει «η ελληνική Μακεδονία έγινε ελληνική»; Ιστορικά, η Μακεδονία ήταν μια γεωγραφική περιοχή στην καρδιά των Βαλκανίων με ασαφή όρια στην οποία, στη διάρκεια της ιστορίας, συνεμείχθησαν πολλοί λαοί. Οι υπήκοοι του Φίλιππου και του Αλεξάνδρου με τις φυλές που κατέκτησαν, οι έποικοι από άλλες ελληνικές πόλεις και οι Ρωμαίοι, οι Σλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Αλβανοί, οι Οθωμανοί ,οι Βλάχοι, οι Εβραίοι και πολλοί άλλοι. Στις πόλεις ακούγονταν κυρίως ελληνικά, τούρκικα, λαντίνο. Στα χωριά κυρίως σλάβικα, αλβανικά και βλάχικα. Υπήρχαν χωριά χριστιανικά, χωριά μουσουλμανικά και μεικτά. Οι ελληνικοί πληθυσμοί ήταν πυκνότεροι προς το νότο και τα παράλια του Αιγαίου, σπάνιζαν στο Βορρά. Στην ίδια τη Θεσσαλονίκη οι Έλληνες ήταν το ένα τρίτο του πληθυσμού. Ακόμη λιγότεροι οι σλαβόφωνοι. Καθώς αναπτύχθηκαν εθνικά κράτη γύρω από τη Μακεδονία, τα τέλη του 19ου αιώνα και κυρίως στους Βαλκανικούς πολέμους, έγινε μια σκληρή και πολύνεκρη διαμάχη για την απόκτηση της Μακεδονίας και για τον προσδιορισμό της ταυτότητας των κατοίκων της. Η Ελλάδα πήρε την νότια Μακεδονία, η Βουλγαρία την ανατολική, η Σερβία την κεντρική και βόρεια. Οι Έλληνες κατέβαλαν σύντονες προσπάθειες να εξελληνίσουν την νότια Μακεδονία, και το κατάφεραν μεταφέροντας εκεί τους πρόσφυγες του Πόντου και της Μικρασίας, και οι Βούλγαροι κατάφεραν αντίστοιχα να εκβουλγαρίσουν το ανατολικό κομμάτι της. Στην Μακεδονία που περιήλθε στην Γιουγκοσλαβία, δημιουργήθηκε ένα εθνικό κίνημα Μακεδόνων το οποίο είχε ρίζες στις αρχές του 20ου αιώνα, μέσα από πολύπλοκες σχέσεις με το βουλγαρικό εθνικό κίνημα. Μέσα από την ομοσπονδιακή διαίρεση του κράτους, στα 1990 προέκυψε η σημερινή Δημοκρατία της Μακεδονίας με δυο συνιστώσες, την σλαβόφωνη-χριστιανική και την αλβανόφωνη-μουσουλμανική. Επομένως, η ελληνική Μακεδονία δεν ήταν, αλλά έγινε ελληνική, όπως η βουλγαρική Μακεδονία έγινε βουλγαρική. Έτσι, και η δημοκρατία της Μακεδονίας έγινε μακεδονική. Αλλά το κυριότερο εθνολογικής φύσεως πρόβλημα της είναι η εθνική ενοποίηση των δύο συνιστωσών, της, δηλαδή της σλαβόφωνης-ορθόδοξης πλειονότητας και της αλβανόφωνης-μουσουλμανικής μειονότητας. Η υιοθέτηση εθνικών ονομάτων οφείλει να υπηρετεί τη σταθερότητα και τη συμφιλίωση, τη δημιουργία ενός, κατά το εφικτόν, «εθνικού εμείς» που να χωράει όλους. Για το λόγο αυτό η έμφαση σε γεωγραφικούς και όχι εθνοτικούς προσδιορισμούς (όπως λ.χ. σλαβομακεδόνες κλπ). Μια παρόμοια αντίληψη φαίνεται να καλλιεργεί και η μνημειακή και μουσειακή πολιτική στην ΠΓΔΜ. Θεωρούμε δικό μας ό,τι άνθισε και πέρασε από τον τόπο αυτό, από την προϊστορία έως σήμερα. Αυτή η θέση κυριαρχεί και στο μεγάλο μουσείο στο κέντρο της πόλης, αλλά και στον μνημειακό της διάκοσμο. Σε αντίθεση λ.χ. με το παλιότερης σύλληψης εθνολογικό μουσείο, ή την παλιά γειτονιά όπου κυριαρχούν οι οθωμανικές –μουσουλμανικές κληρονομιές. Το ζήτημα επομένως δεν είναι αν θα αποκαθηλώσουν τον Αλέξανδρο, άλλωστε πολλές χώρες στην κεντροανατολική Ευρώπη μοιράζονται σύμβολα και προσωπικότητες, αλλά να ενσωματώσουν επίσης οθωμανικές και αλβανικές κληρονομιές. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι το ουσιαστικότερο για τη σταθερότητα της χώρας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 14/1/2018. 

Ασφαλιστικού παραλειπόμενα

Η παρακολούθηση του 2018 ξεκινάει με την κατάθεση στην Βουλή του Πολυνομοσχεδίου για τα προαπαιτούμενα της τρίτης αξιολόγησης, με την προσμονή του «κλίματος» στο EuroWorking Group και τα πρόδρομα σημάδια προθέσεων του Eurogroup και των οίκων πιστοληπτικής αξιολόγησης και των αποδόσεων/yields των Ελληνικών ομολόγων. Ο αναγνώστης όμως θα μας επιτρέψει να οδηγήσουμε την συζήτηση αλλού. Σε ένα θέμα «λησμονημένο»– το Ασφαλιστικό.
Το Ασφαλιστικό Κατρούγκαλου – όπως έμεινε – με πολιτικά αποδοτική πονηρία «άφησε για το 2019» την τελευταία (;) μείωση συντάξεων. Γιατί να το ανακινούμε τώρα; Δεν αρκούν πλειστηριασμοί, stress tests των τραπεζών, συνδικαλιστικός νόμος για να τσακωνόμαστε;
Δείτε μια διαδοχή λόγων που καθιστούν δυσάρεστα επίκαιρο το Ασφαλιστικό, αρχές 2018. Πρώτον, για φέτος είναι υπεσχημένο («υπάρχει μνημονιακή δέσμευση») να γίνει ο πλήρης επανυπολογισμός των συντάξεων, με βάση τους αλγορίθμους της μεθόδου Κατρούγκαλου: στο τέλος αυτής της διαδικασίας, λέει, κάθε ήδη συνταξιούχος θα λαμβάνει ραβασάκι, που θα του θυμίζει τι παίρνει σήμερα. τι έχει λαμβάνειν με τον νέο τρόπο υπολογισμού (με βάση το σύνολο του ασφαλιστικού του βίου). ποια θα είναι η «προσωπική διαφορά» - δηλαδή τι θα χάσει από 1/1/2019 , με πλαφόν ένα -18%. Αν και εσύ, φίλε αναγνώστη, ψυχανεμίζεσαι ότι «θα ζητηθεί μια παράταση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας», μάλλον καλά κάνεις. Μην έχει και ήδη ζητηθεί ένα 6μηνο, που θα΄φερνε την ημερομηνία συνάντησης των συνταξιούχων με το μοιραίο στα μέσα του 2019! [Αν τώρα βλέπεις επανυπολογισμό και των εκλογικών μας σεναρίων, με δεδομένο ότι ...οι Ευρωεκλογές του Μαΐου 2019 δεν μετακινούνται, δική σου υπόθεση].
Υπάρχει και δεύτερος λόγος, που ενώ είναι ήδη ενεργός περιέργως δεν πολυσυζητιέται: με σειρά προσφυγών έχουν φτάσει στο ΣτΕ και πορεύονται – μετά από αναβολές – κομμάτια ολόκληρα των ρυθμίσεων Κατρούγκαλου, οι τρόποι υπολογισμού, τα ποσοστά αναπλήρωσης, η δομή των συντάξεων. Από το ΣτΕ που κατά το παρελθόν στήριξε σε υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος τις μνημονιακές περικοπές – όχι βέβαια όταν απειλείται το δικαίωμα τμημάτων του σκληρού πυρήνα του Κράτους (δικαστών σίγουρα λόγω Μισθοδικείου, ενστόλων από κοντά, πανεπιστημιακών + γιατρών ΕΣΥ) σε «αξιοπρεπή διαβίωση»: «όλα τα ζώα είναι ίσα, όμως μερικά είναι πιο ίσα από τα άλλα» κατά Τζωρτζ Όργουελ – εκπορεύονται εδώ και καιρό πρόδρομοι κραδασμοί για την Κατουγκαλιάδα. [Ορισμένοι θυμούνται την στάση του Πορτογαλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, που είχε επαναφέρει περικοπείσες συντάξεις. Τότε, είχαν απαιτηθεί από την δική τους Τρόικα αντισταθμιστικά μέτρα. Όμως εν συνεχεία η «Πορτογαλική έξοδος» βασίστηκε σε μερική απόσυρση μνημονιακών ρυθμίσεων – με ανοχή Βρυξελλών].
Δεν θέλει ιδιαίτερη ευαισθησία, να φαντασθεί κανείς πόσο αυτά που ακούγονται σαν παραλειπόμενα του Ασφαλιστικού μπορεί να φέρουν διαταραχή, αν ενεργοποιηθούν. Άλλωστε, δεν παραβλέπεται εύκολα ο συνολικός αριθμός των συνταξιούχων στην Ελλάδα του 2017 – πάνω από 2.650.000 άτομα/ψηφοφόροι (και αυτοί συνήθως δεν απέχουν από την κάλπη) – ούτε κι ότι η συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του καταταλαιπωρημένου Ελληνικού ΑΕΠ θα παραμένει άνω του 14%, μετά από ένα πλαφόν 17,4% στα τέλη 2016 (με μέσο όρο ΕΕ 11,1%).
Ουδείς λόγος να πάει κανείς πίσω στην Έκθεση Σπράου (1997) ή στην χαμένη ευκαιρία του Νομοσχεδίου Γιαννίτση (2001) για αναλογισθεί τι έχουμε κάνει με το Ασφαλιστικό, ώστε ακόμη και τώρα να λειτουργεί ως Ερινύα. Έγραφε στην «Οικονομική Επιθεώρηση», άνοιξη του 2010 – στην αρχή της κρίσης – ο Πλάτων Τήνιος: «Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του Ασφαλιστικού είναι η αδράνεια. [Χρειάζεται] να υπάρξει πραγματικός διάλογος την κοινωνία, και όχι μόνο μεταξύ αξιωματούχων που έχουν επενδύσει στην διαιώνισή του».
Αντί για κάτι τέτοιο, υπήρξαν... Μνημόνια και Τρόικα!
Επεσήμαινε επιπλέον ο Τήνιος: «Γνωρίζουμε ότι όλο και μεγαλύτερο τμήμα του Ελληνικού ελλείμματος θα χρηματοδοτεί συντάξεις. Είναι οξύμωρο η Ελλάδα να ζητά βοήθεια επειδή αρνείται τις ίδιες πολιτικά επώδυνες αλλαγές, στις οποίες έχουν ήδη προβεί αυτοί που την χρηματοδοτούν». Αυτή ακριβώς η διάσταση έφερε την πιο άγαρμπη/σφαγιαστική προσαρμογή – ενώ η πρακτική του να αγοράζεται (πολιτικός) χρόνος με πρόωρες συνταξιοδοτήσεις μέσα στην κρίση επιδείνωσε χαρωπά την κατάσταση (πριν την κρίση, η δαπάνη για συντάξεις ήταν στο 8,5% του ΑΕΠ).
«Η συνολική επιτυχία του εγχειρήματος [αντιμετώπισης του Ασφαλιστικού] θα κριθεί από την εξασφάλιση της απαιτούμενης ηρεμίας, ώστε να υπάρξει επεξεργασία των τεχνικών λύσεων, να υπολογιστεί το κόστος αλλά και το όφελος των αλλαγών [...]. Αλλιώς είναι σίγουρο ότι το Ασφαλιστικό της νέας δεκαετίας θα έχει την τύχη των προκατόχων του». Εδώ κάπου είμαστε, στο τέλος της διαδρομής.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 12/1/2018. 

«Υπάρχει σημαντικό περιθώριο διαπραγμάτευσης στο τέλος του προγράμματος»

Μπαίνουμε, νομίζω συμφωνείς, σε έναν κρίσιμο χρόνο.

Ναι. Αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι είναι η δεύτερη-τρίτη φορά στο τελευταίο δεκαοκτάμηνο που θεωρούμε ότι είναι κρίσιμος ο χρόνος και ότι μπορεί να υπάρξει θετική προοπτική. Τις προηγούμενες φορές, ήταν με το ξεκίνημα συζήτησης για τη ουσιώδη μείωση του χρέους ή για την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Τα θετικά σημάδια που είχαν δοθεί, αποσύρθηκαν. Αυτό ας το θυμόμαστε!

Καμιά αντίρρηση. Ας πάρουμε πρώτα το διάστημα έως τον Αύγουστο. Πόσο ανηφορικός θα είναι ο δρόμος;

Να το σπάσουμε στα δυο. Είναι το άμεσο, τον Γενάρη - Φλεβάρη, όπου είναι λογικό να ολοκληρωθεί η ταχύτερη παρά ποτέ τρίτη αξιολόγηση. Μην ξεχνάμε ότι η επίσημη ορολογία είναι review, δηλαδή κοιτάμε τι έγινε. Υπερβάλλοντας εμείς λιγάκι ,το λέμε «αξιολόγηση», κάπως σαν να μας βαθμολογούν. Ε, αυτή τη φορά ήταν πραγματικά review, μάλλον θα πάει γρήγορα. Μετά, όμως, υπάρχει υπέρ-ενισχυμένη αξιολόγηση και λιγάκι αμφιλεγόμενη η έναρξη της συζήτησης για ουσιαστική ελάφρυνση του χρέους. Συζήτηση, όχι απόφαση και ασφαλώς όχι υλοποίηση! Αυτά έχουν μεγάλη σημασία, γιατί άμα συμπληρώσουν όσα ήδη έγιναν με τις αγορές, από τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) με τη βοήθεια των Γάλλων συμβούλων της Rothschild - δηλαδή ότι βγάλαμε μικρό ομόλογο 3 δισ. που ρόλαρε παλαιότερο και μετά ξαναρίξαμε στην αγορά καλύτερα διαμορφωμένα τα ομόλογα του PSI - δείχνει ότι άμα υπάρξει θετική συζήτηση για την περαιτέρω βελτίωση των όρων του ελληνικού χρέους, τότε θα είναι ευκολότερες οι επόμενες έξοδοι στις αγορές. Αυτό λοιπόν, θα μας οδηγεί τον βηματισμό για μετά τον Αύγουστο. Αν υπάρξουν σοβαρά σημάδια ότι η συζήτηση οδηγεί σε μια έκτακτη μεσοπρόθεσμη αναδιάρθρωση του χρέους, αυτό θα μας αποδεσμεύσει, θα μας πάει στην μετά τον Αύγουστο περίοδο με καλύτερη αξιοπιστία.

Επίσημες πηγές λένε - το αναφέρει θετικά και το ΔΝΤ - ότι και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα πήγαν καλύτερα του αναμενόμενου.

Αυτό είναι αλήθεια. Βελτιώνει, θεωρώ, και τις προοπτικές των μέτρων των επόμενων μηνών μετά τον Γενάρη – Φλεβάρη. Η τέταρτη και τελική αξιολόγηση, καθώς και η μικρή του ΔΝΤ που είναι για Μάρτη – Απρίλη αν το Ταμείο παραμείνει στο πρόγραμμα, θα είναι πιο ρηχές. Δηλαδή, δεν θα ενσωματώνουν την απαίτηση αποδεδειγμένης εφαρμογής. Στο παρελθόν, κυρίως το 2016, παρόμοιες απαιτήσεις μας πήγαιναν πολλές φορές πίσω. Το δε 2014 οι αυξημένες απαιτήσεις των «εταίρων» κατέστρεψαν τις προσπάθειες Σαμαρά - Στουρνάρα. Αυτή τη φορά, λοιπόν, η «πετυχημένη πρόοδος» των πραγμάτων – στη λογική, βεβαίως, των δανειστών, ότι, πχ, ξεκινάνε οι πλειστηριασμοί με δακρυγόνα, ότι υπογράφεται το Ελληνικό κ.τ.λ. —τα σημάδια δηλαδή ότι δεν ισχύει το κατενάτσιο που εφάρμοζαν οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις στα μη-οριζόντια μέτρα (διότι τα οριζόντια είναι «απλά») θα βελτιώσει τους επόμενους μήνες. Νομίζω, επίσης, ότι αν η Κυβέρνηση – η Κυβέρνηση της χώρας !– αισθανθεί ότι προχωρεί το πράγμα τότε και αυτή θα δώσει τα θετικά σημάδια που θα «επιτρέψουν» στους δανειστές να μετακινηθούν από την ορθοδοξία.

Πoύ στηρίζεις αυτό το συμπέρασμα;

Δυο πρόσθετες επισημάνσεις. Η πρώτη, αφορά την μεγάλη επιτυχία που λέγεται Πορτογαλία. Μιλάω ως δανειστής, τώρα!. Εκεί τι έγινε; Μια βαθύτατα ενοχλητική, όπως και η Ελληνική, Κυβέρνηση, με Σοσιαλιστές και σε συνεργασία με ένα ορθόδοξο Κ.Κ. με το Μπλόκο και υπεύθυνο τον Σεντένο, (που τώρα τον έκαναν Ντάισελμπλουμ στη θέση του Ντάισελμπλουμ) ήπια αλλά σταθερά προσπερνούσε συμφωνημένα με την Τρόικα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, πχ, απέρριψε τις περικοπές στις συντάξεις. Απαίτησαν, τότε, ισοδύναμα μέτρα στον ίδιο τομέα, όμως οι Πορτογάλοι παρέκαμψαν. Επειδή περπατούσαν τα υπόλοιπα, οι Ευρωπαίοι και ιδίως ο Σόιμπλε τα άφηναν να περνάνε! Η οικονομία, στη συνέχεια, μ' αυτή τη μικρή δόση ηπιότερης – αν όχι μη-λιτότητας, πήρε απάνω της. Οι αντιρρήσεις των Τροϊκανών σταμάτησαν. Είδαν να «πηγαίνουν» οι ιδιωτικές επενδύσεις, να ανεβαίνουν οι ρυθμοί ανάπτυξης, αντίθετα από τις προσδοκίες της ορθοδοξίας τους. Ο Σεντένο, βεβαίως, δεν αποτελεί, ως πρόεδρος του Eurogroup, αλλαγή υποδείγματος, η Ευρώπη είναι πολύ αργό καράβι, αλλά δείχνει, συμβολικά, ότι ενδέχεται να γίνει ανεκτή και μια ζήτηση. Οι Κύπριοι, πάλι, τελειώνοντας το μνημόνιό τους είχαν εμβληματικά θέματα μη-ολοκληρωμένα, πχ την ιδιωτικοποίηση των Τηλεπικοινωνιών τους, ή την «μεταρρύθμιση» της δημόσιας υπηρεσίας. Αυτά δεν τα ολοκλήρωσαν: Ευρωπαίοι και ΔΝΤ είπαν μεν «πολύ κακό, αυτό» αλλά και δεν επέμειναν. Και η Κύπρος προχωρεί τον δικό της δρόμο. Ας τα έχουμε αυτά υπόψη μας τους επόμενους μήνες...

Ένα είδος ελαστικότητας είδαμε κι εμείς, από τους δανειστές, στην τελευταία αξιολόγηση.

Τα δεδομένα είναι δυο. Πρώτον, το οικονομικό, οι μικρό-χαλαρώσεις. Θυμίζω την περσινή λεγόμενη 13η σύνταξη. Που δόθηκε, με άτσαλο μεν τρόπο, αλλά εισπράχθηκε πολιτικά και λειτούργησε ως ενίσχυση της ζήτησης. Αυτό που γίνεται τώρα, πιο στοχευμένα, με το λεγόμενο κοινωνικό μέρισμα, κ.τ.λ., είναι ενίσχυση της ρευστότητας. Αλλιώς, ας μου επιτραπεί να το πω, θα αρχίσει να ξανα-σκοντάφτει η ανάπτυξη. Δεύτερον, το πολιτικό. Οι Ευρωπαίοι «εταίροι» για δικούς τους λόγους θέλουν να δοθεί η αίσθηση ότι πετυχαίνει και το ελληνικό μνημόνιο! Δεν είμαι απόλυτα βέβαιος ότι θα λειτουργήσει τελικά για το καλό της Ελληνικής οικονομίας αλλά αυτή τη στιγμή υπάρχει η αίσθηση «άντε να τη σπρώξουμε παρακάτω». Η αξιολόγηση που τώρα ολοκληρώνεται δεν είναι παρά μια σφραγίδα που αν τεθεί εύκολα, θα μπει ευκολότερα και η επόμενη.

Η στάση, πάντως, της Κυβέρνησης δείχνει ότι δεν παίζει με τους στόχους. Αυτό το υπολογίζουν στην Ευρώπη.

Το υπολογίζουν, αλλ' επειδή υπήρξαν οι υπέρ-αποδόσεις των δημοσιονομικών στόχων. Δεν είναι μόνο που η Κυβέρνηση, δυο φορές, επέμεινε να πιάσει τους στόχους αλλά, αφού επέμεινε, τους ξεπέρασε. Τους δανειστές ενδιαφέρει μήπως από την υπέρ-πίεση που ασκείται, λυγίσει τελείως η ανάπτυξη και δεν πιαστούν οι στόχοι ΑΕΠ την επόμενη χρονιά. Σ' εμάς, νομίζω, το πράγμα είναι ζυγιασμένο. υφιστάμεθα την πίεση, όμως διαφορετικά διαστρωματωμένα από ό,τι στο παρελθόν. Η Κυβέρνηση, έχοντας κάνει την επιλογή να διαταράξει τη διαστρωμάτωση της οικονομικής πίεσης έκανε μια βαρύτατα κοινωνική επιλογή. Αυτό που λέει «μεροληψία». Αν θα της βγει αυτό στην κάλπη, άλλη υπόθεση.

Την παρέμβαση Στουρνάρα, πώς την κρίνεις, πού εντάσσεται;

Υπάρχουν δυο σχολές σκέψης όσον αφορά την έξοδο από την εποχή των Μνημονίων. Η μια λέει, «έχουν βελτιωθεί οι γενικές συνθήκες». Η Γερμανία το 2012 δανειζόταν με μικρό επιτόκιο, σήμερα όμως την πληρώνεις εσύ για να δεχθεί κεφάλαιά σου! Η Πορτογαλία δανειζόταν τότε με επιτόκιο 3% - 4% σήμερα βγαίνει με 2%. Το ελληνικό ομόλογο υπόσχεται απόδοση από 4%. Άρα αυτή τη στιγμή την Ελλάδα μπορούν να τη στηρίξουν οι διεθνείς συνθήκες για τα περιορισμένα ποσά των αναγκών της έως και το 2021. Η άλλη πλευρά, την οποία εξέφρασε πρώτος ο Μάριο Ντράγκι - και ψαχνόμασταν όταν έκανε τη σιβυλλική δήλωση ότι αν στην Ελλάδα εκτιμήσουν ότι χρειάζεται κάποια στήριξη «εμείς πρόθυμοι να βοηθήσουμε, με πρόγραμμα στήριξης» - εδώ το διογκώσαμε, ότι είπε «νέο μνημόνιο», ενώ δεν το είπε. Σκεφθήκαμε τότε μήπως φοβάται τίποτε στον χώρο των τραπεζών, ενόψει των stress tests. Όταν, με τον θεσμικότερο δυνατό τρόπο, καταθέτοντας την Ενδιάμεση 'Έκθεση, ο Γ. Στουρνάρας είπε, ότι θα ήταν καλύτερο, η κυβέρνηση να επιδιώξει ένα πρόσθετο πρόγραμμα στήριξης, κάνοντας ένα κλικ ακόμη πιο πέρα από τον Ντράγκι, το πράμα βάρυνε. Γιατί η Τράπεζα της Ελλάδας που είναι «αντένα» της ΕΚΤ στην Ελλάδα, είπε κάτι με πολιτικό περιεχόμενο. Δεν ήταν η καταλληλότερη στιγμή να ειπωθεί αυτό επειδή στην Ελλάδα αρχίζει να υπάρχει η γλυκιά γεύση της επιτυχίας: όλοι γνωρίζουμε ότι μόλις μια πλευρά πει κάτι, η απέναντι θα την καταγγείλει! Παρ΄ όλα αυτά, νομίζω, ο Στουρνάρας έδρασε εντελώς εντός του πλαισίου των Κεντρικο-τραπεζικών αρμοδιοτήτων του. Η επίθεση που του έγινε με αυστηρότητα απ΄ την κυβέρνηση και μερίδα του Τύπου, απλώς και μόνο ανέβασε ένα θέμα που δεν ήταν παρά μια τεχνική πρόταση.

Ποιο το κλίμα, ως προς το ζήτημα του είδους της εξόδου, εκτός συνόρων;

Η κατεύθυνση να βγει η Ελλάδα χωρίς υποχρεώσεις αρχίζει να είναι αρκετά ισχυρή στους ξένους. Κινδυνεύουμε να δούμε, ας πούμε, τη Γερμανική Κυβέρνηση να είναι οπαδός του να αφεθεί η Ελλάδα να πλεύσει μόνη της: απόλυτο μπέρδεμα οι πιο σκληροί οπαδοί του να μείνει η Ελλάδα γονατιστή σ' όλη τη διάρκεια των μνημονίων να δεχθούν να φύγει χωρίς καμιά στήριξη! Επιμένω ότι τεχνική της εξόδου από τα μνημόνια είναι ένα πράγμα, η πολιτική της εξόδου είναι ένα άλλο. Θα ήταν καλό να μένουν χωριστά! Αν ο Γ. Στουρνάρας πριν γίνει Διοικητής δεν ήταν Υπουργός Οικονομικών της πελώριας προσπάθειας που έγινε στη διαπραγμάτευση του 2012 και εν συνεχεία της προσπάθειας να εφαρμοσθεί το τερατάκι που προέκυψε, ως Μνημόνιο-2, αλλά ήταν ένας πανεπιστημιακός ή τραπεζίτης, τότε θα είχαν προκύψει λιγότερα αγκαθάκια από την τωρινή τοποθέτησή του! Επειδή όμως είχε προηγούμενα πολιτική θέση ( όχι ακριβώς πολιτική, βέβαια) έγινε αυτός ο γύρος της συζήτησης. Θα ήταν, λοιπόν, προτιμότερο να μείνουν ξεχωριστά τα τεχνικά και τα πολιτικά. Εάν τον Ιούνιο του 2018, πχ, η κυβέρνηση αποφασίσει το άλμα με τις ελάχιστες δυνατές προστασίες, εγώ που έχω τα συμφέροντά μου εδώ, θέλω να πετύχει όχι πολιτικά, αλλά οικονομικά. Ως πολίτης στην κάλπη, θα κρίνω τι θα κάνω.

Υπάρχουν, βέβαια, κι όσοι υποστηρίζουν την επιλογή δανεισμού – δηλαδή φθηνού – από τον ESM άρα και νέο μνημόνιο.

Όσοι το θέτουν – και το ακούω με πολύ μαχητικό τρόπο και από νυν αντιπολιτευόμενους – πρέπει να είναι ειλικρινείς και να λένε «θέλουμε να μείνουμε ακόμη σε μνημόνια» ώστε να δανειζόμαστε από τον ΕSM. Και να συνεχίσουν λέγοντας «και θέλουμε το Γερμανικό Κοινοβούλιο να αποφασίσει για μας». Ο ESM, εντωμεταξύ, δεν είναι μηχανισμός που δανείζει κράτη τα οποία μπορούν να περπατάνε μόνα τους. Δανείζει βαριά τραυματισμένες οικονομίες...

Να έλθουμε στην πραγματική οικονομία. Τα έσοδα υστέρησαν, το ΑΕΠ δεν πήγε κατά τις προβλέψεις, οι ιδιωτικές επενδύσεις μένουν ακόμη στους σχεδιασμούς. Ποια η εκτίμησή σου;

Εάν είναι κάτι που θα με ανησυχούσε, και που θα έπρεπε να ανησυχεί την Κυβέρνηση και να μην το βλέπει μόνον πολιτικά, αυτό είναι ότι το περιώνυμο υπερσυμπιεσμένο ελατήριο, που συνεχίζει να είναι η ελληνική οικονομία, δεν επανέρχεται όσο γρήγορα ελπιζόταν. Αν δεν είχε υπάρξει στο τέλος του 2016 και του 2017 η «καταραμένη» εκείνη ένεση στα κατώτατα εισοδήματα —αλλά με γρήγορο πολλαπλασιαστή— δεν θα είχαμε, ίσως, θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Γίνεται, λοιπόν, μια προσπάθεια το καημένο το ελατήριο να πάρει μπροστά.
Ο πρώτος αναφερθείς στο ελατήριο, ήταν ο Γιάννης Στουρνάρας! Ο Πρωθυπουργός απ' αυτόν νομίζω ότι το δανείστηκε. Σ΄ όλες τις οικονομίες – στην Κυπριακή, την Πορτογαλική – πρώτα πήρε μπρος η οικονομία και μετά άρχισαν να φαίνονται οι υποτιθέμενες ωφέλειες από τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις. Η δική μας οικονομία, ακόμη το κοιτάει. Οι επενδύσεις – κάποτε ας σταματήσει αυτή η τρομακτική συζήτηση ότι επενδύσεις ίσον Ελληνικό και Χρυσός! - παίρνουν μεν μπροστά, αλλά δυστυχώς είναι κυρίως τον τουριστικό τομέα, τομέα ευεπηρέαστο από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Πάντως παίρνουν μπροστά. Δυστυχώς, όμως, ακόμη και αυτές έχουν το περιβόητο lag, τη χρονική υστέρηση μέχρι να μεταφρασθούν στην απασχόληση και στα έσοδα. Μεγάλο θέμα, αυτό, γιατί αν αφεθεί να υπάρχει η δέσμευση ότι η ελληνική οικονομία θα δίνει 3,5% πρωτογενές πλεόνασμα αλλά δεν έχει ανάπτυξη (αληθινή, όχι προϋπολογιζόμενη) τότε δεν θα περπατήσει εύκολα το πράγμα. Ταυτόχρονα οι αντοχές του κόσμου και η ανοχή - που είναι η πολιτική μετάφραση των αντοχών—, αντοχές εκπληκτικές κατά την αντίληψή μου μετά τις περιπέτειες του 2015 - μπορεί να μας φέρουν σε εκπλήξεις. Γι αυτό, λιγότερα λόγια και περισσότερες συμβολικές κινήσεις . Οι περιώνυμες «μεταρρυθμίσεις» δεν θα δώσουν αποτέλεσμα στον κοντινό ορίζοντα. Τι εννοώ με το συμβολικό; Εννοώ, και έρχομαι στο τρίτο θέμα που έθεσες, στη δημοσιονομική ανταπόκριση, δηλαδή στο ότι ο κοσμάκης πληρώνει φόρους. Ειλικρινά πιστεύω ότι αυτή εδώ η Κυβέρνηση θα πρεπε να κάνει κάτι εξαιρετικά πρωτότυπο: να βγει και με λεβεντιά - την Πρωτοχρονιά έπρεπε, αλλά έστω τα Φώτα! - να πει ένα μεγάλο ένα συγκινημένο ευχαριστώ στις εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που πάνε και πληρώνουν, που πάμε και πληρώνουμε. Η αναφορά ότι εξαντλείται η φοροδοτική ικανότητα - την οποία μονίμως βγάζουμε οι δημοσιογράφοι με ένα άγχος - δεν πρέπει να κρύβει ότι υπάρχει φορολογική συμμόρφωση. Αν σωθεί το ελληνικό παιχνίδι, γι' αυτό είναι που θα σωθεί!

Προκύπτει νομίζω, συνολικά από την ανάλυσή σου ότι έχει έδαφος μια επαναδιαπραγμάτευση για μέτρα συμφωνημένα όπως η περικοπή των φορολογικών συντελεστών το 2020, ενδεχομένως με έναν τρόπο, και των πρόσθετων επικείμενων φορολογικών επιβαρύνσεων. Διότι το ζήτημα της επείγουσας ανάγκης τόνωσης της ζήτησης, απ' όλους ορατό, ενδιαφέρει και τους δανειστές.

Μακριά από μένα το γνωστό μας «αν ήμουν πρωθυπουργός» προς μια Κυβέρνηση που διαπραγματεύεται και θα διαπραγματεύεται. Με την ευκαιρία, θα ήταν καλό οι πολίτες να κάνουν ένα μικρό δωράκι στον Ευκλείδη Τσακαλώτο. Είναι εύκολο να λες «μα εσύ ήσουν κάποτε επικεφαλής των 53+ , πώς λοιπόν μπαίνεις στις μνημονιακές υποχρεώσεις κτλ», αλλά ο Ευκλείδης διαπραγματεύεται. Πολύ δύσκολο είναι να καταλάβει ο Έλληνας (εμείς δηλαδή) ότι «διαπραγματεύομαι» σημαίνει παίρνω κάποιες αρχικές θέσεις, χάνω σε κάποια για να κερδίσω σε άλλα. Νομίζω ότι υπάρχει, και μάλιστα σημαντικό, περιθώριο διαπραγμάτευσης. Υπάρχει περιθώριο ουσιαστικής, διαπραγμάτευσης στο θέμα του σφαγιασμού των συντάξεων – που φαίνεται να ανησυχεί και το Συμβούλιο της Επικρατείας.... Προσοχή όμως: αν ανέβουμε στα κεραμίδια πάλι και βγάλουμε το μεγάλο φλάμπουρο από την Αγία Λαύρα και το σηκώσουμε και πούμε να νικήσουμε τους εχθρούς της πατρίδας που λύγισαν τον λαό κτλ, λέγοντας θα γυρίσουμε τις συντάξεις όπου ήταν πριν, αυτό θα ήταν ένα τρομακτικό ατόπημα. Τότε θα βγαίναμε πιο ηττημένοι από ότι θα΄πρεπε. Ας το πάμε κάπου προς τη γκρίζα προσέγγιση των Πορτογάλων, με συνεχή επισήμανση προς τους Ευρωπαίους ότι αν στραγγίξει τελείως η οικονομία τότε θα επανέλθουν τα αδιέξοδα. Η Κυβέρνηση την κρίσιμη στιγμή της διαπραγμάτευσης θα μπορούσε να ζαλωθεί τρία όπλα. Αξιωματική Αντιπολίτευση λέει ότι το 3,5% πλεόνασμα δεν πιάνεται, χρειάζεται 2%. Ο κεντρικός τραπεζίτης της χώρας λέει ότι πρέπει να πάει στο 2%. Και ένας τρίτος συντελεστής, ο Νίκος Χριστοδουλάκης, παλιότερος αλλά πάντα ουσιαστικός, το πάει παρακάτω: να υπάρξει δέσμευση να πηγαίνει προς τη μεριά των επενδύσεων το 1% - 1,5% από το 3,5%.

Αυτό το έθεσε στη διαπραγμάτευση της δεύτερης αξιολόγησης, επίμονα, ο Ε. Τσακαλώτος. Απορρίφθηκε, δεν το υποστήριξαν ούτε οι Γάλλοι.

Να επανέλθει! Τώρα, στο κλείσιμο. Συνολικά, νομίζω ότι υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης και ότι αυτό πρέπει, όπως υπονόησες, να είναι μάλλον προς τη μεριά των συντάξεων και όχι της φορολογίας.

Συμπεριλαμβάνεις και το 3,5% του πλεονάσματος ως δυνητικά διαπραγματεύσιμο;

Πιστεύω ότι αν το 3,5% δεν μπει «μαχητικά» αλλά τεχνικά, θα μπορούσε να καμφθεί. Επιμένω ότι σε βάθος χρόνου μέχρι και το 2022 είναι έξω από οποιαδήποτε λογική. Αλλά εγώ δεν είμαι πολιτικός...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 6/1/2018. 

«Καθαρή έξοδος», καθαρή απάτη

Τ​​ον Αύγουστο 2018, ο κ. Τσίπρας ετοιμάζεται να πανηγυρίσει το τέλος των μνημονίων, ανεμίζοντας το δικό του success story. Η έξοδος δεν θα είναι ανέφελη. Τα προαπαιτούμενα για την τέταρτη αξιολόγηση είναι βαριά, το ΔΝΤ δεν έχει πει την τελευταία λέξη και οι εταίροι δεν δείχνουν διάθεση για σοβαρές παραχωρήσεις στο χρέος. Το κυριότερο, αναζητούν το πλαίσιο εκείνο που θα εξασφαλίσει ότι η κυβέρνηση δεν θα αρχίσει να ξηλώνει μεταρρυθμίσεις, να διορίζει πελάτες στο Δημόσιο, να μοιράζει λεφτά μόλις χαλαρώσει ο έλεγχος. Κανονικά η προοπτική περαιτέρω μειώσεων χρέους θα έπρεπε να συνιστά επαρκές κίνητρο παραμονής στον δρόμο της προσαρμογής. Ομως υπάρχουν πολιτικοί που θα προτιμούσαν τα πρόσκαιρα κέρδη της εξαγοράς ψήφων από την ωφέλεια μιας ελάφρυνσης χρέους. Μετά το τρίτο μνημόνιο ο κ. Τσίπρας μπαίνει σε εκλογική τροχιά (είτε για το 2018 είτε για το 2019), και αυτό εντείνει την ανησυχία.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιδευτεί σε ένα περιοριστικό πλαίσιο, χωρίς σημαντική μείωση χρέους και χωρίς το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των μνημονίων, δηλαδή το φτηνό κόστος χρηματοδότησης. Μετά το τρίτο μνημόνιο, η οικονομία θα πρέπει να προσαρμοστεί σε επιτόκια αγοράς πολύ υψηλότερα από εκείνα που εξασφαλίζει ο ευρωπαϊκός δανειακός μηχανισμός. Προς το παρόν η χώρα απολαμβάνει τις θετικές συνέπειες της μείωσης των επιτοκίων, που αποδεικνύει πόσο σημαντικό είναι η κυβέρνηση να κλείνει τις αξιολογήσεις, αλλά και το χρέος να διαχειρίζονται ικανοί επαγγελματίες όπως ο απερχόμενος επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ, Στέλιος Παπαδόπουλος.

Η κυβερνητική επαγγελία της «καθαρής εξόδου» παράγει την εσφαλμένη προσδοκία ότι τον Αύγουστο 2018 η χώρα απεμπλέκεται από υποχρεώσεις και εποπτεία. Λάθος. Η ελληνική οικονομία θα παραμείνει υπό στενή εποπτεία μέχρι να αποπληρώσει το 75% των δανείων που έχει λάβει από την Ε.Ε. «Ενισχυμένη» εποπτεία συνεπάγεται στενή παρακολούθηση, τακτικές επισκέψεις των θεσμών και τριμηνιαίες εκθέσεις προόδου.

Το σημαντικότερο όλων είναι ότι η «καθαρή έξοδος» την οποία επιδιώκει η κυβέρνηση θα ήταν ζημιογόνος και επικίνδυνη για τη χώρα. Η κυβέρνηση επιδιώκει να αποφύγει την προστατευτική προληπτική πιστωτική γραμμή που προσφέρει η Ευρωζώνη προς οικονομίες που παραμένουν εύθραυστες.

Υποτίθεται, τον Αύγουστο 2018 θα υπάρχει ένα μαξιλάρι ρευστότητας που θα καλύπτει τις δανειακές ανάγκες του 2019, ίσως και πρώτους μήνες του 2020. Ομως το απόθεμα αυτό των κεφαλαίων έχει προέλθει από την υπερφορολόγηση των Ελλήνων ή στερώντας πόρους από την οικονομία. Επίσης, δεν συνιστά επαρκή διασφάλιση. Η Ελλάδα θα παρέμενε ο αδύναμος κρίκος, ευάλωτη σε οποιαδήποτε εσωτερική ή εξωτερική διαταραχή.

Θα ήταν επωφελέστερη και ασφαλέστερη για τη χώρα η υιοθέτηση, μετά τον Αύγουστο 2018, ενός προγράμματος προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL). Ενα πρόγραμμα PCCL θα επέτρεπε στη χώρα να προσφύγει στην πιστωτική γραμμή, εάν χρειαζόταν. Θα εξασφάλιζε φθηνότερη χρηματοδότηση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, αυξάνοντας την εμπιστοσύνη των αγορών και διευκολύνοντας την εισροή επενδύσεων.

Οπως ορθά εξηγεί ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος στην ενδιάμεση έκθεση, η χρήση προληπτικής υπό προϋποθέσεις πιστωτικής γραμμής (PCCL) έχει το μεγάλο πλεονέκτημα ότι προστατεύει τη δυνατότητα τα ελληνικά ομόλογα να χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις στην τακτική χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ, καθώς επίσης και να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ. Και τα δύο ενισχύουν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, μειώνοντας σημαντικά το κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας. Χωρίς αυτά, χωρίς PCCL, η χώρα θα μπορούσε εύκολα ξανά να κατρακυλήσει.

Πόσο αποτιμάται η ωφέλεια του PCCL; Πολλά δισ. – αν και όχι τόσα όσα τα 85-100 δισ. που στοίχισαν οι τυχοδιωκτισμοί Βαρουφάκη-Τσίπρα το 2015. Θα μπορούσαν να μειωθούν φόροι, να τονωθεί η οικονομία.

Γιατί τότε η κυβέρνηση δεν θέλει PCCL, αφού ούτως ή άλλως θα είμαστε σε πλαίσιο στενής εποπτείας; Διότι απλούστατα το PCCL προϋποθέτει μνημόνιο συνεργασίας με τους θεσμούς και αυτή η κυβέρνηση θέλει να ξαναβρεί τους ψηφοφόρους του 2015, που περίμεναν τον κ. Τσίπρα να σκίσει τα μνημόνια.

Η «καθαρή έξοδος» του 2018 είναι προπαγανδιστικό εύρημα αντίστοιχο της «περήφανης διαπραγμάτευσης» του 2015. Παράγει στιγμιαία πολιτική ευφορία προς άμεση εκλογική εξαργύρωση. Οπως η εμπειρία του 2015 κατέδειξε, η στιγμιαία ευφορία των Ελλήνων πληρώθηκε πολύ ακριβά με την οικονομική τους εξόντωση από την εφορία (φτηνό λογοπαίγνιο, αρμόζον στην ευτελή πολιτική ιδιοτέλεια της «καθαρής εξόδου»).

Η ακόμα κυνικότερη ερμηνεία είναι ότι ο κ. Τσίπρας σχεδιάζει να διαφύγει μέσω εκλογών το φθινόπωρο, κληροδοτώντας στην επόμενη κυβέρνηση το πρόβλημα, την αστάθεια, τον ακριβό δανεισμό, τον εγκλωβισμό, την υποτροπή σε νέα κρίση. Αλλά αυτό, βέβαια, δεν μπορεί να ισχύει. Ολος ο κόσμος ξέρει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ βάζει πάντοτε το συμφέρον της χώρας πάνω από το κομματικό συμφέρον...

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 27/12/2017. 

Η σύγκλιση ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς ευνοεί και τους δύο

Η βαθιά κρίση του κομματικού συστήματος ξεκίνησε με την περίφημη «επανίδρυση του κράτους» που σήμαινε τη μετατροπή του χρώματος του κρατικού μηχανισμού από το πασοκικό πράσινο στο νεοδημοκρατικό γαλάζιο. Αυτή η μεταμόρφωση κόστισε πολύ ακριβά. Εκτίναξε το δημόσιο χρέος σε πρωτοφανή ύψη και έκανε τη χώρα το μαύρο πρόβατο της ΕΕ. Η βόμβα δεν έσκασε στα χέρια των υπευθύνων. Έσκασε στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου. Έτσι, η ΝΔ απέφυγε την κατάρρευση, ενώ το ΠΑΣΟΚ «πλήρωσε τα σπασμένα». Συρρικνώθηκε και το κενό που δημιουργήθηκε κατελήφθη από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ριζοσπαστική αριστερά κατόρθωσε, στη βάση μιας τακτικίστικου τύπου συνεργασίας με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ, να γίνει η «πρώτη αριστερή κυβέρνηση.

Η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτή η ριζική αλλαγή του συστήματος οδήγησε την ΝΔ, αλλά και την κεντροαριστερά, σε μια πρωτοφανή δαιμονοποίηση της νέας κυβέρνησης. Με δυο λόγια, η αντίδραση ήταν: ποιοι είναι αυτοί οι άσχετοι νεαροί που τολμούν να καταλάβουν έναν χώρο που δικαιωματικά μας ανήκει; Πιο συγκεκριμένα, τα μέλη της κομματικής ηγεσίας χαρακτηρίστηκαν ως επαγγελματίες ακτιβιστές, αμόρφωτοι, ανεπανόρθωτα δογματικοί και εντελώς ανίκανοι να κυβερνήσουν. Βέβαια, ο Αλέξης Τσίπρας στην προεκλογική περίοδο, αλλά όχι μόνο, έδωσε υποσχέσεις που είτε το ήξερε είτε όχι, ήταν αδύνατον να υλοποιηθούν. Επιπλέον, έχοντας άγνοια του πώς λειτουργεί η ΟΝΕ και ποια ήταν η ισορροπία δύναμης μεταξύ της κυβέρνησης και των εταίρων μας, έκανε μια σειρά από λάθη (διαχειριστικού, οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα), λάθη που οδήγησαν στη σοβαρή πιθανότητα ενός grexit. Όμως όταν ο πρωθυπουργός αντελήφθη τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας επιστροφής στην δραχμή, με αμφιθυμία αλλά και θάρρος αποφάσισε να δεχτεί ένα εξαιρετικά τιμωρητικό νέο μνημόνιο υφεσιακού χαρακτήρα.

Η στροφή προς τον ευρωπαϊκό δρόμο

Στην αρχή τα βήματα της υλοποίησης ήταν διστακτικά. Οι αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις έμπαιναν συχνά κάτω από το χαλί, ενώ πολλές άλλες προχωρούσαν με ρυθμούς χελώνας. Όμως σήμερα πολλές από τις αλλαγές που η τρόικα απαιτούσε έχουν υλοποιηθεί. Αυτή την στιγμή η κυβέρνηση φαίνεται να τα καταφέρνει. Παρατηρούμε την σταδιακή έξοδο από την ύφεση και πλησιάζουμε στο τέλος της αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου. Βέβαια, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έπαυσε να ζητά εκλογές «εδώ και τώρα» με το επιχείρημα πως μόνο μια κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη θα μπορέσει να σώσει τη χώρα από τον επερχόμενο γκρεμό. Αυτό το επιχείρημα δεν έχει βάση. Μια κυβέρνηση νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού θα οδηγούσε σε λαϊκές εξεγέρσεις που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστεί ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος της ΝΔ.
Παρόλο που σήμερα, όπως διατυπώνεται από έγκυρες πηγές του εξωτερικού, έχουν υλοποιηθεί πολλές αλλαγές και το τρίτο μνημόνιο θα λήξει σίγουρα το 2018, η δαιμονοποίηση της κυβέρνησης συνεχίζεται ακάθεκτη. Στην τωρινή φάση της εστιάζει λιγότερο στα ψέματα και στις «κωλοτούμπες» και περισσότερο στον επερχόμενο αυταρχικό καθεστώς που σίγουρα θα έρθει. Οι διαφόρου τύπου Κασσάνδρες προβλέπουν την εμπέδωση ενός τσαβικού/μανδουρικού συστήματος στη χώρα. Δεν λείπουν βέβαια και οι κριτικές από τον αριστερό χώρο. Ο Τσίπρας και αυτοί που τον στηρίζουν έχουν πάψει να είναι «πραγματικοί αριστεροί». Είναι οπορτουνιστές που ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση της εξουσίας. Βέβαια αυτού του είδους η κριτική δεν μας δείχνει με ποιον τρόπο ένας «γνήσιος αριστερός» θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το δίλημμα grexit ή δραχμή. Δυστυχώς υπάρχουν περιπτώσεις που η διατήρηση της «πραγματικής» αριστεροσύνης οδηγεί στην καταστροφή μιας χώρας.

Η σχέση κεντροαριστεράς-ΣΥΡΙΖΑ

Πιο συγκεκριμένα τώρα, η ηγεσία (με μερικές εξαιρέσεις) και η πλειοψηφία των οπαδών του νέου κεντροαριστερού σχηματισμού εξακολουθούν να κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για λάθη που τον είχαν οδηγήσει εκτός του «δημοκρατικού τόξου». Κατηγορούν όμως ένα κόμμα που σήμερα δεν υπάρχει πια. Μετά την έξοδο της αριστερής πλατφόρμας και την απόρριψη των απίθανων προτάσεων του Γιάνη Βαρουφάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ (όπως όλα τα φιλοευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα) ακολουθεί στρατηγικές σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Όπως και ο αρχηγός του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Μάρτιν Σουλτς που στοχεύει να προχωρήσει σε μια ομοσπονδιακή κοινότητα βασισμένη όχι μόνο στην ανάπτυξη αλλά και στην αλληλεγγύη. Μια ευρωπαϊκή κοινότητα με μικρότερες ανισότητες και πιο αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Μια Ευρώπη ικανή να αντιδράσει αποτελεσματικά στο νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο πλαίσιο. Σε τι περισσότερο στοχεύει ο ΣΥΡΙΖΑ; Στην πραγματικότητα και ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής έχουν σήμερα παρόμοιους στόχους.

Το μέλλον

Όποτε και αν έρθουν οι εκλογές και ανεξάρτητα ποιο θα είναι το πρώτο κόμμα, η Φώφη Γεννηματά θα πρέπει να επιλέξει αν θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ ή την ΝΔ. Επειδή η πλειοψηφία των πολιτών σίγουρα δεν θα θέλει ξανά εκλογές, η συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς θα οδηγήσει το νέο κόμμα σε μια συνεργασία με την ΝΔ. Άρα το Κίνημα Αλλαγής θα αναγκαστεί να στηρίξει μια νεοφιλελεύθερη αλλαγή. Το ίδιο δεν είναι σίγουρο πως θα συμβεί αν ο Σουλτς συμμαχήσει ανά με την Μέρκελ. Γιατί ο αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών μπορεί να απαιτήσει και να πετύχει σε κάποιο βαθμό την άμβλυνση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των Χριστιανοδημοκρατών. Δυστυχώς η πρόεδρος του νέου σχηματισμού στη χώρα μας δεν έχει τη δύναμη που ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος, παρ' όλη την εκλογική κατολίσθηση του κόμματος του, εξακολουθεί να έχει. Ο τελευταίος μπορεί να βοηθήσει στο πέρασμα από μια νεοφιλελεύθερη σε μια σοσιαλδημοκρατική Γερμανία. Η πρόεδρος της ελληνικής Κεντροαριστεράς δεν μπορεί να καταφέρει κάτι παρόμοιο. Θα αναγκαστεί να γίνει όντως το δεκανίκι της ΝΔ. Αυτό βέβαια θα οδηγήσει σίγουρα στην κάθοδο του νέου κόμματος.
Από την άλλη μεριά, αν η κεντροαριστερά σταματούσε τη δαιμονοποίηση, αν συμμαχούσε με τον ΣΥΡΙΖΑ, και οι δυο παρατάξεις θα είχαν σημαντικά οφέλη. Ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να απαλλαγεί από τους ΑΝΕΛ και η Φώφη Γεννηματά θα απέφευγε τον θανάσιμο εναγκαλισμό με την ΝΔ. Τα δύο κόμματα μαζί θα αποτελούσαν ένα σοβαρό αντίβαρο στη νεοφιλελεύθερη ΝΔ. Επιπλέον, το Κίνημα Αλλαγής θα μπορούσε όχι να αντικαταστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά να γίνει ο τρίτος σοβαρός παίκτης του κομματικού συστήματος. Έτσι, αντί για το παρόν διπολικό σύστημα (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ), θα μπορούσε η χώρα να περάσει μεσοπρόθεσμα σε ένα τριπολικό σύστημα. Ένα σύστημα που θα οδηγούσε στον παραπέρα εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος.
Αυτού του είδους το σενάριο δεν φαίνεται να είναι σήμερα δυνατό. Το πιο πιθανό είναι πως στο 2018 θα εξακολουθούμε να έχουμε δύο μόνο σοβαρούς πόλους – την ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ – με ένα αποδυναμωμένο κέντρο. Αυτό το γκρίζο σενάριο θα αποτελέσει μια σοβαρή ήττα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Μακάρι η παραπάνω πρόβλεψη να διαψευσθεί από τις μελλοντικές εξελίξεις».

*Δημοσιεύτηκε στην "Νέα Σελίδα" στις 30/12/2017. 

Στον αστερισμό του γκρίζου

Στον ευρωπαϊκό χώρο όλα εξαρτώνται από το αποτέλεσμα των τρεχουσών διαπραγματεύσεων μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία. Τουλάχιστον το βραχυπρόθεσμο μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων. Αρχικά, ως γνωστόν, ο Μάρτιν Σουλτς αποφάσισε, μετά την εκλογική κατάρρευση του κόμματός του, να μη δεχθεί για ακόμα μία φορά τον σχηματισμό «μεγάλου συνασπισμού». Ομως, επειδή (όπως στη χώρα μας) οι ψηφοφόροι απεχθάνονται τις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών δέχθηκε ξανά να συζητήσει με τη γερμανίδα καγκελάριο τις πιθανότητες συνεργασίας.
Αν τελικά επιτευχθεί συμφωνία, η Ανγκελα Μέρκελ μάλλον θα ενδώσει σε κοινωνικά θέματα (π.χ., μισθοί, ασφάλεια).

Θα απαιτήσει όμως να έχει το πεδίο ελεύθερο στα θέματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης που θα αρχίσουν να συζητούνται σοβαρά τον χρόνο που έρχεται. Σε αυτόν τον χώρο η Μέρκελ προτιμά τη βήμα προς βήμα ενοποίηση με στόχο τη διατήρηση του γερμανοκρατικού status quo. Δηλαδή τη διατήρηση του χάσματος μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου που οδηγεί στη συσσώρευση πλεονασμάτων στις ανταγωνιστικές οικονομίες (κυρίως στη γερμανική) και ελλειμμάτων στις λιγότερο αναπτυγμένες. Καθώς και τη διατήρηση της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ της κυρίαρχης Γερμανίας και της οικονομικά προβληματικής Γαλλίας. Σε αυτού του είδους το γερμανικό όραμα, αυτή τη στιγμή ούτε ο πρόεδρος Μακρόν, ο οποίος έχει σοβαρά εμπόδια στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει τη γαλλική οικονομία, ούτε οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες δεν έχουν κοινή πολιτική έναντι της γερμανικής στρατηγικής, δεν μπορούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά.

Συμπερασματικά, είτε επιτευχθεί ο μεγάλος συνασπισμός είτε ξαναγίνουν εκλογές, το σχεδόν σίγουρο είναι πως η αρχική τουλάχιστον ενοποιητική διαδικασία θα πάρει λιγότερο μακρονική και περισσότερο μερκελική μορφή. Το όραμα των πατέρων της ΕΕ καθώς και όλων των ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών για μια πολιτικά πιο δημοκρατική και κοινωνικά πιο αλληλέγγυα Ευρώπη θα περιθωριοποιηθεί. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια πως, τελικά, το γερμανικό σχέδιο θα επικρατήσει. Μια συντονισμένη προσπάθεια ενός νοτιοευρωπαϊκού μετώπου με στόχο τη δημιουργία σοβαρών αναδιανεμητικών μηχανισμών, καθώς και μια συνεργασία της νοτιοευρωπαϊκής περιφέρειας με τη Γαλλία του Μακρόν, μπορεί να ανατρέψει το σχέδιο της γερμανίδας καγκελαρίου. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν θα συμβεί στη χρονιά που έρχεται αλλά μπορεί να συμβεί μεσο-μακροπρόθεσμα.

Η ελληνική περίπτωση

Κατά τη γνώμη μου οι επόμενες εκλογές δεν θα γίνουν το 2018. Ο Πρωθυπουργός έχει σκοπό, εκτός απρόοπτων εξελίξεων, να ολοκληρώσει την τετραετία. Αν η αξιολόγηση επιτευχθεί στα μέσα του 2018, πράγμα πολύ πιθανό, και αν η πορεία της οικονομίας συνεχίσει την ανοδική πορεία της, μπορεί στα τέλη του επόμενου χρόνου ο αριθμός των ξένων επενδύσεων να αυξηθεί σημαντικά. Αντίθετα με τις απόψεις της αντιπολίτευσης, η χώρα θα προχωρήσει προς την «κανονικότητα». Οσο για τις σχέσεις μεταξύ κομμάτων, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές και όποιο κόμμα και αν κερδίσει, μάλλον δεν θα αποκτήσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Η συνεργασία του νικητή με άλλο ή άλλα κόμματα θα είναι αναγκαία. Αρα το βασικό θέμα είναι ο ρόλος που θα παίξει σε αυτή τη συγκεκριμένη κατάσταση ο νέος κομματικός μηχανισμός της Κεντροαριστεράς, το Κίνημα Αλλαγής. Το νεοσχηματιζόμενο κόμμα, όταν φτάσει η ώρα της εκλογικής αντιπαράθεσης, θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής τονίζει συνεχώς πως δεν πρόκειται το κόμμα της να γίνει δεκανίκι ούτε του ΣΥΡΙΖΑ ούτε της ΝΔ. Θα οδηγηθεί όμως στο εξής αδιέξοδο: Σε περίπτωση που ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ πετύχουν αυτοδυναμία, θα αναγκαστεί να στραφεί προς τη ΝΔ, για δύο λόγους.

Πρώτον, ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας να αντιμετωπίσει το δίλημμα «Grexit ή δραχμή;», επέλεξε τον ευρωπαϊκό δρόμο. Η δαιμονοποίηση όμως της ριζοσπαστικής Αριστεράς από την Κεντροαριστερά συνεχίστηκε εναντίον ενός κόμματος που δεν υπάρχει πια. Δηλαδή του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ήταν μέλος της ηγεσίας και η Ζωή Κωνσταντοπούλου πρόεδρος της Βουλής. Παρ' όλο όμως που ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να δεχθεί ένα τιμωρητικό και υφεσιακό μνημόνιο, η δαιμονοποίηση δεν σταμάτησε. Απλώς άλλαξε μορφή. Δόθηκε λιγότερη έμφαση στα ψέματα και στις «κωλοτούμπες», και περισσότερη στον επερχόμενο κίνδυνο να οδηγηθεί η χώρα σε ένα αυταρχικό καθεστώς τσαβικού/μανδουρικού τύπου - αφού ο Πρωθυπουργός και μερικοί στενοί συνεργάτες του εξακολουθούν να έχουν στο «DNA» τους έναν αντισυστημικό, αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Αρα όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στην εξουσία τα θεμέλια της ελληνικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας κινδυνεύουν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Κίνημα Αλλαγής θα βρεθεί σε αδιέξοδο σε περίπτωση που οι επόμενες εκλογές δεν οδηγήσουν σε αυτοδυναμία είναι πως οι ψηφοφόροι δεν θα ήθελαν πάλι εκλογές. Αν η Φώφη Γεννηματά αρνηθεί να στηρίξει μια νεοδημοκρατική κυβέρνηση, θα θεωρηθεί υπεύθυνη για το χάος που οι νέες εκλογές θα δημιουργήσουν. Αρα στο δίλημμα «συνεργασία με τη ΝΔ ή εκλογική κάθοδος;» η πρόεδρος του κόμματος θα αναγκαστεί να επιλέξει τη συνεργασία. Σε μια τέτοια περίπτωση το Κίνημα Αλλαγής μπορεί να έχει την ίδια τύχη με το ΠαΣοΚ όταν συμμάχησε με την κυβέρνηση Σαμαρά - δηλαδή, αν όχι την κατάρρευση, τη ραγδαία καθοδική πορεία. Με δυο λόγια, «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», αυτό θα είναι το αδιέξοδο του Κινήματος Αλλαγής στις επόμενες εκλογές.

Ποιο θα μπορούσε να είναι ένα πιο αισιόδοξο αλλά λιγότερο πιθανό σενάριο; Επειδή υπάρχουν πολλά μέλη αλλά και στελέχη που είναι υπέρ της υπέρβασης του «τείχους» που χωρίζει την Κεντροαριστερά από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο θανάσιμος εναγκαλισμός με τη ΝΔ θα μπορούσε να αποφευχθεί. Αν συμβεί αυτό, όπως έχω ήδη υποστηρίξει από αυτές τις στήλες, η συνεργασία μεταξύ Κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής Αριστεράς θα είναι ωφέλιμη και για τις δύο παρατάξεις. Θα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για την απαγκίστρωση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ. Θα έδινε επίσης την ευκαιρία ανανέωσης του ηγετικού δυναμικού του. Από την άλλη μεριά, θα δώσει τη δυνατότητα στο Κίνημα Αλλαγής να αποφύγει την εκλογική καθίζηση.

Ενα τέτοιο σενάριο είναι εφικτό γιατί και το νέο κόμμα και η ριζοσπαστική Αριστερά έχουν στη σημερινή συγκυρία πολλούς κοινούς στόχους: τη μείωση των συνεχώς εντεινόμενων ανισοτήτων, την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, την πολιτικοοικονομική αλλά και κοινωνική ενοποίηση της Ευρώπης και την αντίθεσή τους στην κυριαρχία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού-«καζίνου». Αν οι δύο παρατάξεις συνεργαστούν, υπάρχει περίπτωση να περάσει η χώρα σε μια τροχιά ανάπτυξης με ανθρώπινο πρόσωπο. Υπάρχει, επίσης, περίπτωση το Κίνημα Αλλαγής να γίνει όχι του χρόνου αλλά μεσοπρόθεσμα ο τρίτος βασικός πόλος του κομματικού συστήματος. Ετσι θα περνούσαμε από τον τωρινό διπολισμό (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-αδύνατο Κέντρο) σε ένα τριπολικό σύστημα που θα κάνει πιο δημοκρατικό το πολίτευμα της χώρας.

Συμπέρασμα

Βραχυπρόθεσμα οι εξελίξεις και στην Ευρώπη και στη χώρα μας φαίνονται μάλλον γκρίζες. Στη Γερμανία η Ανγκελα Μέρκελ θα έχει τη δύναμη να επιβάλει τον δικό της δρόμο προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση - τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Ενώ το Κίνημα Αλλαγής δεν φαίνεται διατεθειμένο να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό μάλλον θα οδηγήσει στο να γίνει δεκανίκι της ΝΔ, πράγμα που θα οδηγήσει στην εκλογική κάθοδο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 30/12/2017. 

«Ζούμε στην εποχή της αλληλεγγύης χωρίς πολιτική»

Ο ΟΗΕ ενδιαφέρεται κατά βάση για τα likes και τα shares των social media, αλλά δεν προσβλέπει σε μια πιο ουσιαστική ανάμειξη των πολιτών με τα ζητήματα αλληλεγγύης που θέτει, ούτε ενδιαφέρεται για τη διατύπωση μιας πρότασης για πιο ριζική κοινωνική αλλαγή.

Θυμάστε τον τραγουδιστή του πανκ-ροκ Μπομπ Γκέλντοφ, εμπνευστή του Live Aid το 1985; Ηταν η μαραθώνια συναυλία για την ανακούφιση του λιμού στην Αιθιοπία, που γύρισε την πλάτη στις κούφιες υποσχέσεις των πολιτικών και συγκέντρωσε 30 εκατ. δολάρια σε δωρεές και 120 εκατ. στερλίνες από πωλήσεις αναμνηστικών.

Ποια είναι η διαφορά εκείνης της ανθρωπιστικής πρωτοβουλίας από αυτήν της Αντζελίνα Τζολί για τους πρόσφυγες ή του Χαβιέ Μπαρδέμ που συμμετείχε στην καμπάνια «Ούρλιαξε Τώρα» των Γιατρών Χωρίς Σύνορα;

Η Λίλυ Χουλιαράκη, στο συναρπαστικό δοκίμιό της «Ο ειρωνικός θεατής. Η αλληλεγγύη χτες και σήμερα» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Νήσος), παρακολουθεί τη σχέση ανάμεσα στο «Πώς νιώθω» και στο «Τι μπορώ να κάνω» για να εκφράσω την αλληλεγγύη μου στους ευάλωτους «άλλους».

Διερευνά πώς έχουν αλλάξει κατά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες οι επικοινωνιακές πρακτικές του ανθρωπισμού (ειδικότερα οι εκκλήσεις, οι διασημότητες, οι συναυλίες, οι ειδήσεις) και επισημαίνει ότι έχει αναδυθεί μια ατομικιστική ηθική ως κίνητρο του πράττειν.

Σήμερα που η άνιση διανομή των πόρων και οι σχέσεις εξουσίας Δύσης-Νότου αναπαράγουν την ευημερία της πρώτης και διαιωνίζουν τη φτώχεια του δεύτερου, η Δύση, σημειώνει η συγγραφέας, μετατρέπεται σε ειρωνικό θεατή της οδύνης όσων υποφέρουν. Ο αναπτυγμένος κόσμος μας, με άλλα λόγια, μετατρέπεται σε έναν δημόσιο δρώντα που στέκει με σκεπτικισμό (και όχι πια με οίκτο) απέναντι σε κάθε έκκληση για αλληλέγγυα δράση, ενώ την ίδια στιγμή παραμένει ανοιχτός σε έναν λαϊφστάιλ αλτρουισμό.

Καθηγήτρια ΜΜΕ και Επικοινωνίας στο London School of Economics (LSE), με πολλές έρευνες πεδίου στο ενεργητικό της, η Χουλιαράκη ασκεί δριμύτατη κριτική στις δημόσιες εκφάνσεις της «ειρωνικής αλληλεγγύης» που δεν αποβλέπει σε καμία παρέμβαση στις πολιτικές συνθήκες της ανθρώπινης τρωτότητας. Παράλληλα, όμως, εκθέτει και την αμφισημία που χαρακτηρίζει τη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία στην ηθική του ανθρωπισμού. Ζούμε, εξηγεί, στην εποχή μιας νέας φιλανθρωπίας, η όποια έχει επαναπροσδιορίσει τη σχέση ανάμεσα στην αλληλεγγύη και την αγορά.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο «Ειρωνικός θεατής» («The ironic spectator» - η μελέτη γράφηκε στα αγγλικά) έχει βραβευθεί το 2015 από τη Διεθνή Ενωση Επικοινωνίας ICA. Αυτό το καίριο βιβλίο προχωρά ένα βήμα πέρα από την εμβριθή ανάλυση. Υπερασπίζεται σθεναρά μια επιστροφή στο θέατρο ως καταλληλότερη επικοινωνιακή δομή του ανθρωπισμού και θέτει ευθέως ένα κρίσιμο ερώτημα: Μήπως τελικά, αντί να συνεχίσουμε να αποφεύγουμε τη σχέση του ανθρωπισμού με την πολιτική, είναι καλύτερο να αναγνωρίσουμε αυτή τη σχέση πλήρως;

Μήπως, λέει η Χουλιαράκη, «αντί να καταφεύγουμε στην αγορά και τις λογικές της, ήρθε η ώρα να συζητήσουμε ανοιχτά τα πολιτικά προβλήματα της αλληλεγγύης –δηλαδή τα δύσκολα προβλήματα της αιτιότητας (τι ή ποιος φταίει;), της δικαιοσύνης (ποιο είναι το δίκαιο;) και της ετερότητας (ποιοι είναι οι "άλλοι";)– ως κοινωνία των πολιτών και όχι ως καταναλωτές ή χρήστες του twitter;».

Σε οικονομικό επίπεδο, οι οργανώσεις αρωγής κυρίως, αλλά και δικαιωμάτων, αποφεύγουν την πολιτική και καταφεύγουν σε εταιρικές μορφές διαχείρισης του ανθρώπινου πόνου και σε σύγχρονες στρατηγικές επικοινωνίας-μάρκετινγκ του ανθρωπιστικού τους έργου (δεν είναι τυχαία η συνεργασία της Διεθνούς Αμνηστίας με τα μεγάλα διαφημιστικά γραφεία υπεύθυνα για «responsible advertising»). Πουλάνε δηλαδή το brand τους ως ένα προϊόν που δεν έχει σχέση με την πολιτική, αλλά που μπορεί να παρέμβει επιχειρησιακά ώστε να επιτύχει «αποτελέσματα»

Ο Μπομπ Ντίλαν όταν τραγουδά το «Hurricane» το 1975 ενάντια στον ρατσισμό της αμερικανικής Δικαιοσύνης δεν είναι «ειρωνικός θεατής», ούτε ο Πίτερ Γκάμπριελ όταν τραγουδά το 1980 το «Biko», ενάντια στο απαρτχάιντ. Τι τους διαφοροποιεί από την Αντζελίνα Τζολί;

Σωστά. Ούτε ο Μπομπ Ντίλαν ούτε ο Πίτερ Γκάμπριελ ήταν τότε «ειρωνικοί θεατές». Δεν είναι ίδιες όλες οι μορφές αλληλεγγύης των διασημοτήτων, και είναι σημαντικό να τις διαφοροποιήσουμε με βάση δύο χαρακτηριστικά: Το πρώτο είναι το ευρύτερο μήνυμα στο οποίο είναι ενταγμένη η αλληλεγγύη των διασημοτήτων και το δεύτερο είναι η σχέση των διασημοτήτων με την κοινωνία των πολιτών. Ο Ντίλαν και ο Γκάμπριελ, λ.χ., υπήρξαν, κατά κάποιο τρόπο, ακτιβιστές της εποχής τους. Είχαν, δηλαδή, ένα πολιτικό αφήγημα κοινωνικής κριτικής και μιλούσαν ως καλλιτέχνες σ' ένα επίπεδο κινηματικό.

Η Αντζελίνα Τζολί είναι μέρος μιας μεγάλης καμπάνιας «mutual branding» για τον ΟΗΕ. Προσδίδει, δηλαδή, στον Οργανισμό το «συμβολικό» κεφάλαιο του παγκοσμίως γνωστού ονόματός της και κερδίζει η ίδια «ηθικό» κεφάλαιο από τον ΟΗΕ, φτιάχνοντας ένα ισχυρό ανθρωπιστικό προφίλ.

Το μήνυμά της όμως δεν απευθύνεται σε εμάς ως πολίτες του κόσμου αλλά ως καταναλωτές της εμπορικής κουλτούρας των διασημοτήτων. Ο ΟΗΕ ενδιαφέρεται κατά βάση για τα likes και τα shares των social media, αλλά δεν προσβλέπει σε μια πιο ουσιαστική ανάμειξη των πολιτών με τα ζητήματα αλληλεγγύης που θέτει, ούτε ενδιαφέρεται για τη διατύπωση μιας πρότασης για πιο ριζική κοινωνική αλλαγή. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν και ο ίδιος ο Οργανισμός και οι διασημότητες που τον στηρίζουν είναι μέρος του υπάρχοντος συστήματος διακυβέρνησης...

Ηταν δηλαδή... λιγότερο αλληλέγγυα η Αντζελίνα Τζολί προς το δράμα των προσφύγων, όταν προσγειώθηκε στη Μυτιλήνη;

Η προσφορά της Τζολί είναι σημαντική. Η ίδια (όπως και άλλοι) έχει κάνει τη διαφορά και έχει βελτιώσει τη ζωή πληθυσμών με μεγάλες και επείγουσες ανάγκες. Ομως υπάρχει άλλη μία διάσταση σε αυτή την υπόθεση: η νέα αλληλεγγύη της Τζολί, του Κλούνεϊ και άλλων σύγχρονων διασημοτήτων αποτελεί μέρος μιας νέας, πραγματιστικής «κουλτούρας της αλληλεγγύης», η οποία έχει συμβιβαστεί με την εργαλειακή διαχείριση της παγκόσμιας φτώχειας και προκρίνει τον ακτιβισμό του twitter, χωρίς όραμα δίκαιης ανακατανομής του παγκόσμιου πλούτου και κοινωνικής αλλαγής.

Αυτή είναι η αλληλεγγύη που στον «Ειρωνικό θεατή» αποκαλώ «αλληλεγγύη του μετα-ανθρωπισμού».

Η Δύση αμφιταλαντεύεται λοιπόν απέναντι στους ευάλωτους άλλους (είτε είναι εντός είτε εκτός δυτικού κόσμου). Παρ' όλα αυτά, πλήθος διεθνείς οργανισμοί, σταρ, καλλιτεχνικά γεγονότα, δημοσιογραφικές παρεμβάσεις πριμοδοτούν ανθρωπιστικές πρακτικές στο όνομά τους. Ολα αυτά δεν ανοίγουν άραγε τον δρόμο για πολιτικές και θεσμικές αλλαγές;

Το ερώτημα αυτό δεν επιδέχεται μια απλή απάντηση του «ναι» ή «όχι». Το ανθρωπιστικό κίνημα, δηλαδή οι οργανώσεις αρωγής και ανάπτυξης (aid and development) και προοδευτικά οι οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων (human rights), σίγουρα αποτελεί αυτή τη στιγμή τον κύριο υπερ-εθνικό μηχανισμό διαφύλαξης των βασικών αναγκών και δικαιωμάτων των ευάλωτων πληθυσμών ανά τον κόσμο.

Το υπερ-πολιτικό θεσμικό αυτό πλαίσιο έχει εν πολλοίς «εξανθρωπίσει» ένα σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης που στηριζόταν αποκλειστικά στην ωμή εξουσία των ισχυρών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι θεσμοί αυτοί του ανθρωπισμού βρίσκονται έξω από το πλέγμα εξουσίας που κατά κάποιο τρόπο εξανθρωπίζουν. Τουναντίον, βρίσκονται στο κέντρο του συστήματος αυτού, ενισχύοντας τη σχέση τους μαζί του σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Σε πολιτικό επίπεδο, οι παρεμβάσεις των οργανώσεων αυτών, από την αλληλεγγύη σε σεισμόπληκτους ώς τα δικαιώματα των προσφυγικών πληθυσμών, είναι ζωτικές και απαραίτητες. Ταυτόχρονα, όμως, βλέπουμε και φαινόμενα γραφειοκρατικοποίησης, αδυναμίας παρέμβασης, έλλειψης πολιτικής βούλησης ή και ακόμη συνεργασίας με διεφθαρμένα καθεστώτα που σήμερα έχουν εν πολλοίς υπονομεύσει τον χαρακτήρα αυτών των οργανώσεων ως «υπερ-πολιτικών» δομών που δρουν για το καλό της ανθρωπότητας.

Αυτές οι πρακτικές έχουν αναδείξει την αναπόφευκτη (και συχνά ύποπτη) σχέση του ανθρωπισμού, ως θεσμού και ιδεολογίας, με την πολιτική και αυτό ακριβώς αντιμετωπίζουν ως πρόβλημα οι οργανώσεις αυτές σήμερα.

Σε οικονομικό επίπεδο, λοιπόν, οι οργανώσεις αρωγής κυρίως, αλλά και δικαιωμάτων, αποφεύγουν την πολιτική και καταφεύγουν σε εταιρικές μορφές διαχείρισης του ανθρώπινου πόνου και σε σύγχρονες στρατηγικές επικοινωνίας-μάρκετινγκ του ανθρωπιστικού τους έργου (δεν είναι τυχαία η συνεργασία της Διεθνούς Αμνηστίας με τα μεγάλα διαφημιστικά γραφεία υπεύθυνα για «responsible advertising»).

Πουλάνε δηλαδή το brand τους ως ένα προϊόν που δεν έχει σχέση με την πολιτική, αλλά που μπορεί να παρέμβει επιχειρησιακά ώστε να επιτύχει «αποτελέσματα». Αυτός ο απο-πολιτικοποιημένος πραγματισμός της αλληλεγγύης είναι το αντικείμενο κριτικής του «Ειρωνικού θεατή».

Στην Ελλάδα της κρίσης (...και της παράδοσης των θεσμικά ευνοημένων ευεργετών) πολλοί εξακολουθούν να περιμένουν τη λύση από τον φιλάνθρωπο καπιταλισμό. Πού χωλαίνει αυτή η υπόθεση;

Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να θέσουμε είναι: Ποια είναι τα όρια και το κόστος αυτής της μορφής φιλανθρωπίας που οι Bishop and Green (2010) αποκαλούν «φιλάνθρωπο καπιταλισμό»; Το βασικό κόστος είναι ακριβώς αυτό που χαρακτηρίζεται όφελος της φιλανθρωπίας: ότι δηλαδή οι παρεμβάσεις που κάνει είναι διορθωτικές αλλά όχι θεσμικές.

Αρκείται δηλαδή η φιλανθρωπία στην ευεργεσία, που συνήθως πρόκειται για ένα συγκείμενο έργο σε πεπερασμένο χρονικό διάστημα, και παραβλέπει τα μεγάλα δομικά ζητήματά του γιατί δεν υπάρχουν (και πώς θα μπορέσουν να διαμορφωθούν) οι προϋποθέσεις για μια πιο ισότιμη κατανομή και διαχείριση του πλούτου και για μια πραγματική αναγκο-κεντρική ρύθμιση του πλούτου για όλους τους πολίτες (όπως παρατηρεί ο Πικετί το 2014 στη μελέτη του για τις δυναμικές συσσώρευσης του παγκόσμιου πλούτου).

Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς άλλωστε, αφού ο εταιρικός και προσωπικός πλούτος της φιλανθρωπίας συσσωρεύεται υπό συνθήκες που κάνουν την ατομική ευημερία των πολλών δύσκολη έως αδύνατη υπόθεση.

Η φιλανθρωπία, από αυτή την άποψη, μπορεί να θεωρηθεί η καλοκάγαθη όψη του μετα-ανθρωπιστικού καπιταλισμού, ο όποιος κερδίζει έπαινο και προβολή στη δημόσια σφαίρα επειδή στρατεύεται στην υπόθεση της ανθρώπινης τρωτότητας και των αναγκών της, αλλά δεν ενδιαφέρεται να αλλάξει τις συνθήκες παραγωγής ανισοτήτων και τρωτότητας στην κοινωνία. Θέλει μόνο να την ανακουφίσει περιστασιακά.

Ποιες ζωές μετράνε περισσότερο στις οθόνες μας;

Η επικοινωνία της τρωτότητας είναι ένα πρόβλημα που παραμένει ανοικτό. Η Λίλυ Χουλιαράκη ήδη από το 2013 κατέδειξε στο «Θέαμα της οδύνης» (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) ότι το πρόβλημα του ευρωκεντρισμού είναι βασικό σε όλες τις εθνικές τηλεοράσεις. Πρόσφατα διηύθυνε μαζί με τη Μύριαμ Γεωργίου μια μελέτη του LSE για τον τρόπο με τον οποίο ο ευρωπαϊκός Τύπος σε οκτώ χώρες της Ε.Ε. κάλυψε την προσφυγική κρίση του 2015 (http://www.lse.ac.uk/media-and-communications/research/research-projects...). Και το νέο της βιβλίο επικεντρώνεται στις ψηφιακές μορφές μαρτυρίας από τις πολεμικές ζώνες της Μέσης Ανατολής. Σχολιάζει λοιπόν:

«Η θεσμική δημοσιογραφία διέπεται από δύο αντιφατικές "οικονομίες". Την οικονομία της "ενημέρωσης" και την οικονομία της "προστασίας" (της αισθητικής και της αξιοπρέπειας) των θεατών. Οταν πρόκειται για "δικούς μας", δηλαδή Ευρωπαίους ή γενικότερα Δυτικούς, τότε έχουμε πλήρη κάλυψη, ή ακόμη και συνεχή ροή, αποφεύγουμε να δείχνουμε σκληρές εικόνες και φροντίζουμε να μνημονεύσουμε ή ακόμη και να τιμήσουμε τα θύματα.

»Οταν όμως πρόκειται για κρίσεις εκτός της Δύσης, τότε μετά βίας έχουμε είδηση, σχεδόν ποτέ δεν έχουμε συνεχή ροή, έχουμε ελάχιστη και αποσπασματική πληροφόρηση και ποτέ δεν έχουμε "προσωποποίηση" των νεκρών, δηλαδή ποτέ δεν μαθαίνουμε κάτι γι' αυτούς. Αντιθέτως, η είδηση συχνά επικεντρώνεται σε μια "πορνογραφία" του ανθρώπινου πόνου, όπου σκληρές εικόνες γίνονται μέρος του συγκινησιακού φορτίου των ειδήσεων με σκοπό την τηλεθέαση αλλά όχι τη βαθύτερη κατανόηση ή τη συναίσθηση της οδύνης αυτών των ανθρώπων.

»Ετσι η διακίνηση της είδησης υπόκειται σε διαστρωματώσεις "προστασίας" του θεατή που διαμορφώνουν μια ιεραρχία της ανθρώπινης τρωτότητας και εν τέλει "κλειδώνουν" έξω από τον δικό μας κόσμο όλους όσοι δεν ανήκουν γεωγραφικά και πολιτισμικά στην Ευρώπη, στη Δύση. Αυτό το συμβολικό σύνορο είναι αποτέλεσμα του τρόπου με τον όποιο οι δύο ειδησεογραφικές οικονομίες οργανώνουν την αφήγηση της είδησης με βάση εγωκεντρικές, και συχνά ξενοφοβικές, πολιτικές και πολιτισμικές προτεραιότητες που αναπαράγουν στερεότυπα για "εμάς" και τους "άλλους".

»Τα social media απ' την πλευρά τους έχουν βοηθήσει πολύ στην πιο ελεύθερη διακίνηση των ειδήσεων από χώρες εκτός Δύσης. Από την "αραβική άνοιξη" ώς τον πόλεμο της Σύριας, οι ειδήσεις κινημάτων διαμαρτυρίας, κρίσεων και πολεμικών συγκρούσεων γίνονται πιο πολυφωνικές και πολύπλοκες.

»Παρ' όλα αυτά, οι αφηγηματικές οικονομίες (π.χ. τα μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα) που επιλέγουν ποιες ζωές μετράνε περισσότερο στις οθόνες μας, αξιοποιούν τις νέες πηγές πληροφορίας και εικόνας προς το συμφέρον τους, ενώ παράλληλα τις καθυποτάσσουν στις δικές τους προτεραιότητες. Ετσι οι ειδήσεις συνεχίζουν να διαχωρίζουν τον κόσμο βάσει των γνωστών κατηγοριών ανάμεσα σε "εμάς" και στους "άλλους"».

 *Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 28/12/2017.

Πύκνωση των εξελίξεων

Με ψηφισμένο, λοιπόν, και τον Προϋπολογισμό 2018 – «τελευταίο Προϋπολογισμό των Μνημονίων» κατά την κυβερνητική ανάγνωση, προϋπολογισμό που θα ζήσει «την μετάβαση σε ένα Μνημόνιο-4», όπως κι αν αυτό ονοματισθεί, κατά την αντιπολιτευτική – και με την γαλοπούλα επί θύραις, φθάνουμε ούτως ή άλλως σε μια φάση πύκνωσης των εξελίξεων. Το ίδιο το σκηνικό επιψήφισης του Προϋπολογισμού, με πρωτόγνωρη ταχύτητα (και με τόσα κενά έδρανα ώστε να ... διακοπεί για ένα 2ωρο η συνεδρίαση ελλείψει ομιλητών) και με την κυβερνητική πλειοψηφία να έχει κερδίσει «μιαν ακόμη ψόφο από τον διάδρομο» (της ήδη αποσυρθείσης από την Ένωση Κεντρώων κυρίας Μεγαλοοικονόμου), χτίζει την εντύπωση αυτή.
Αφήνουμε κατά μέρος το στρώσιμο της σκηνής με εντεινόμενη οξύτητα – μαθημένα τα βουνά από χιόνια! Με συχνές-πυκνές βουτιές στο παρελθόν και την αναζήτηση ευθυνών, οι τόνοι και οι προσωπικές αντεγκλήσεις ανέβηκαν. Προσπερνούμε και ένα άλλο: την οριστική, ως φαίνεται, επιλογή του Ευκλείδη Τσακαλώτου να ομιλεί με παραβολές, όπως με τις Δέκα Πληγές του Φαραώ. δηλαδή να μπολιάζει με χιούμορ αν μη με σαρκασμό την δημόσια συζήτηση. Πιο σοβαρά, όμως, ο Ευκλείδης (ο οποίος σιγά-σιγά εντάσσεται κι αυτός στην μικρή ομάδα πολιτικών που ο κόσμος αναφέρεται σ' αυτούς με το μικρό τους όνομα: σημειώστε το) φόρτωσε τον λόγο του με νούμερα. με πολλά νούμερα. και με ημερομηνίες, με αναφορές σε κεκτημένα αναγνώρισης των βημάτων των τελευταίων μηνών από τις αγορές κοκ. Στην ίδια λογική προσείλκυσε και τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος κι αυτός προσέφυγε σε νούμερά και στοιχεία για να αντιπαρατεθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη οποίος είχε ήδη ξεκινήσει σ' αυτόν τον δρόμο (κάνοντας ένα στραβοπάτημα στα στοιχεία για την απασχόληση).
Γιατί τα συγκρατούμε, αυτά; Επειδή αυτή η ευθέως προεκλογική στην φύση της - όσο κι αν αφεθεί/υποχρεωθεί από τις εξελίξεις να διαρκέσει – περίοδος προκύπτει ότι θα έχει τρία συστατικά που θα την χρωματίσουν: πολύ-πολύ παρελθόν. ένταση μέχρις υβρεολόγιου. και σωρούς από νούμερα και στοιχεία. Τα τελευταία, όπως π.χ. οι αποδόσεις των ομολόγων, οι προβολές για τους ρυθμούς ανάπτυξης ή τα πρωτογενή πλεονάσματα ή την ταμειακή εκτέλεση του Προϋπολογισμού, τα επίπεδα απασχόλησης και την κατανομή της σε πλήρη και μερική, όλα αυτά δίνουν την ευκαιρία να ερμηνεύει κανείς όπως επιθυμεί. Ακόμη-ακόμη και να παράγει, να διακινεί και να αποδέχεται «τα δικά του» στοιχεία. Πέφτουν ταχύτατα οι αποδόσεις του Ελληνικού χαρτιού; Είναι καλύτερα τα επιτόκια που θα πιάσει η επόμενη έκδοση νωρίς τον Φεβρουάριο του 2018, σε σχέση π.χ. με εκείνες του Απριλίου και Ιουλίου 2014; Μα δεν συγκρίνονται με των Πορτογάλων ή των Κυπρίων! Ή πάλι: η σημερινή πλημμυρίδα κεφαλαίων διεθνώς έχει προ πολλού προσπεράσει την προ 4ετίας κατάσταση. Και ούτω καθεξής.
Προσέξτε όμως και το άλλο: ο ίδιος ο Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, από έδρας, άδραξε την ευκαιρία να παινέψει ως δημιουργό της ΕΡΓΑΝΗΣ – της πλατφόρμας, ακριβώς, δεδομένων για την απασχόληση – τον Γιάννη Βρούτση, των Κυβερνήσεων Σαμαρά (Βέβαια το έκανε γιατί ο Κυριάκος είχε αυτοτρικλοποδιαστεί με τα στοιχεία μερικής απασχόλησης). Όμως και από πλευράς Τσακαλώτου υπήρξε διεξοδική αναφορά στον – υπό αποχώρηση με λήξη της θητείας του – διευθυντή του ΟΔΔΗΧ Στέλιο Παπαδόπουλο, επιλογή Στουρνάρα/Σαμαρά που διετηρήθη στην εξαιρετικά ευαίσθητη και υπεύθυνη θέση του και, αφού έστησε το ομόλογο/roll-over του φετινού Ιουλίου και το ήδη καρποφόρο swap των 25 δις του Νοεμβρίου, φεύγει για Λονδίνο. (Προερχόμενος από Citigroup και εν συνεχεία ΒΝΡ/Paribas, και με την ιδιαιτερότητα για τον χρηματοοικονομικό τομέα Γαλλικών σπουδών/Paris-Dauphine, ο Στ. Παπαδόπουλος είχε κινήσει ζήλιες για το επίπεδο αμοιβών του. Βρέθηκε στα πράγματα πριν 5 χρόνια, με πρώτη έκθεσή του στην φωτιά το PSI-2, το buy-back ομολόγων που είχε τότε εισηγηθεί/επιβάλει το ΔΝΤ. Α, ναι, «Γάλλος» ο Στ. Παπαδόπουλος αισθανόταν εξ ίσου άνετα με Lazard και με Rothschild...).
Σημειώστε, πάντως, ότι ερωτώμενος γιατί δεν παραμένει μέχρι και την ολοκλήρωση του τρέχοντος Προγράμματος ο Στ. Παπαδόπουλος έδειχνε να μην θεωρεί, καθόλου, ότι ο δρόμος αυτός και το 2018-19 θα είναι στρωμένος με ρόδα...
Πύκνωση των εξελίξεων, λοιπόν: πουθενά αλλού δεν συμβαίνει αυτό πιο έντονα απ' ό,τι στο μέτωπο των τραπεζών. των «κόκκινων δανείων» των χαρτοφυλακίων. των stress tests τους. Σκηνική έκφραση αυτού του γεγονότος ήταν η παρουσία «των τραπεζιτών» στο Μαξίμου, την περασμένη βδομάδα. Σημειώστε όμως και την αναφορά Τσακαλώτου, από βήματος Βουλής/Προϋπολογισμού στην καβάντζα 22 δις (από πού; πώς; τι;) που διαθέτουν οι τράπεζες για την τωρινή φάση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 21/12/2017. 

Ποιος σώζει τον κόσμο;

Στην εκπληκτική μυθιστορία «Μέλμοθ ο Περιπλανώμενος» του Ιρλανδού ρομαντικού Τσαρλς Μάτσουριν (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg), στη σελίδα 80 υπάρχει ένα σπαρταριστό σχέδιο σωτηρίας των χριστιανών μέσω του εκχριστιανισμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διά της μεθόδου της πυραμίδας. Η έκθεση υποτίθεται ότι ανασύρθηκε από μια μουχλιασμένη λονδρέζικη βιβλιοθήκη με τίτλο «Μια σεμνή πρόταση για τη διάδοση του χριστιανισμού σε ξένες χώρες, με σκοπό να εξαπλωθεί σε όλο τον κόσμο».

Αυτή η σεμνή πρόταση είχε ως κύρια ιδέα τον προσηλυτισμό των Τούρκων πρέσβεων (που βρίσκονταν στο Λονδίνο) με την επιλογή να τους στραγγαλίσουν επιτόπου ή να γίνουν χριστιανοί. Φυσικά ο συγγραφέας της έκθεσης έκρινε ότι θα επέλεγαν τον εύκολο δρόμο και έτσι φρόντισε να προσθέσει ακόμα έναν σκληρό όρο.

Οι πρέσβεις έπρεπε να πάρουν όρκο μπροστά σε δικαστή ότι θα προσηλύτιζαν είκοσι μουσουλμάνους την ημέρα όταν θα επέστρεφαν στην Τουρκία. Στην υπόλοιπη φυλλάδα ο συγγραφέας επιχειρηματολογούσε λέγοντας ότι αυτοί οι είκοσι θα προσηλύτιζαν άλλους είκοσι ο καθένας και ότι οι τετρακόσιοι νεοφώτιστοι θα προσηλύτιζαν τον αντίστοιχο αριθμό μέχρι που όλη η Τουρκία θα προσηλυτιζόταν προτού το πάρει είδηση ο σουλτάνος κ.λπ., κ.λπ. Υποτίθεται ότι το σχέδιο ήταν η σωτηρία του κόσμου από τον «δικό μας θεό».

Οσο παράλογο κι αν φαίνεται, το κεντρικό ερώτημα ήταν αν θα μπορεί να υπάρξει εξιλέωση για τις καταδικασμένες ψυχές. Αλλά πάντα οι καταδικασμένες ψυχές ήταν εκείνες που ήταν κοινωνικά, πολιτικά και πάντα διά της ισχύος καταδικασμένες – και όχι από κάποιον θεό.

Οπως και οι ιδέες ποιητικών κύκλων γύρω από τον Ερασμο που, μπροστά στην ορμή της στρατιάς του Σουλεϊμάν, είχαν προτείνει στον Κάρολο Κουίντο σχέδιο μετακίνησης όλων των χριστιανών από την Ευρώπη στον Νέο Κόσμο, γιατί πίστευαν ότι εκεί θα έβρισκαν μικρή αντίσταση από τους γηγενείς Ινδιάνους. Αλλωστε, οι Ισπανοί είχαν προσφέρει τη σωτηρία σε πολλές ψυχές «παγανιστών», αφανίζοντας ή καίγοντας το σώμα τους.

Τη μεγαλύτερη σωτηρία την προσέφερε ο ναύαρχος Κολόμβος, που ονόμασε το πρώτο νησί της κατάκτησής του San Salvador – που σημαίνει «ο Σωτήρας μας». Ολοι οι Ινδιάνοι έμαθαν ποιος ήταν «ο Σωτήρας μας». Οσοι σε μερικά χρόνια δεν το είχαν μάθει ήταν ήδη νεκροί ή θα πέθαιναν σύντομα.

Τι δείχνουν οι παραπάνω από τις χιλιάδες παράλογες ιστορίες; Κάτι πολύ γνωστό. Οτι υπήρχε πάντα αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Μιας πραγματωμένης επί γης, και όχι ουράνιας μετά θάνατον, κατάστασης που θα μοιάζει με αυτό που θα λέγαμε παράδεισο.

Αυτόν τον παράδεισο, που δεν τον βρήκαν οι σταυροφόροι, μην περιμένετε να τον κατανοήσουν τα ιερατεία των Εκκλησιών και, βέβαια, ο Τραμπ και οι δισεκατομμυριούχοι του Τραμπ. Αυτοί μαζί με το 1% ζουν στον παράδεισο∙ όπως και ο διάδοχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, που αγόρασε έναντι 450 εκατομμυρίων δολαρίων το έργο του Λεονάρντο ντα Βίντσι «Salvator Mundi» (Σωτήρας του Κόσμου), το οποίο απεικονίζει τον Χριστό, για να στολίσει το Μουσείο του Λούβρου στο Αμπου Ντάμπι.

Η πόλη –και δεν αναφέρομαι στο Αμπου Ντάμπι, τη Βιέννη, την Κωνσταντινούπολη, τη Ρώμη ή την Ιερουσαλήμ– από την αρχαιότητα αποτελούσε αγαπημένο προορισμό όσων αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή, στοιχειώνοντας τα όνειρα και τους εφιάλτες, τις ελπίδες και τους φόβους, τις ουτοπίες και τις δυστοπίες τους.

Οι αρχαίες πόλεις, μάλιστα, ξεκίνησαν ως θρησκευτικά κέντρα, όπου ιερείς και αξιωματούχοι αποσπούσαν τα πλεονάσματα της αγροτικής παραγωγής. Οι ταπεινοί βωμοί αντικαταστάθηκαν σταδιακά από κτίρια μνημειακής αρχιτεκτονικής: ναούς, πυραμίδες, ανάκτορα και δικαστήρια.

Ειδικά στην Ιερουσαλήμ, είναι εμφανής η «ιερή προέλευση». Ο Αγγλος ζωγράφος Εντουαρντ Λιρ έκανε μια υπέροχη ειδυλλιακή απεικόνιση της μεγαλόπρεπης Ιερουσαλήμ τον 19ο αιώνα. Ηταν μια εικόνα γνωστή τότε, όπως τώρα, σε πολλούς εβραίους, χριστιανούς και μουσουλμάνους: η Ιερουσαλήμ, η ουράνια πόλη, η πόλη της ειρήνης, η Αγία Πόλη. Αλλά, ακόμη και ο Λιρ ήξερε μαζί με τους άλλους προσκυνητές πως πρόκειται για μια εξιδανικευμένη Αγία Πόλη.

Η παραμονή στην Ιερουσαλήμ σήμερα είναι ακόμα μια αμφίθυμη εμπειρία. Οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες τη θεωρούν ιερή. Ομως, καμία πόλη δεν έχει παρόμοια ιστορία σφαγής, καταστροφής, πολέμου και... πολιτισμικό «φαντασιακό». Τι έμαθε ο Μπους όταν ρωτούσε «γιατί μας μισούν» μετά την 11η Σεπτεβρίου 2001; Τίποτε.

Γιατί και τότε τα «ιερά», οι Δίδυμοι Πύργοι στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, είχαν στοχοποιηθεί ένεκα του συμβολικού τους νοήματος – δηλαδή, του πλούτου και της ισχύος της Αμερικής και του δυτικού καπιταλισμού. Τώρα, στην Ιερουσαλήμ όπου όλα διεγείρουν τις φαντασίες ως σύμβολα διχόνοιας; Σε τέτοιες περιπτώσεις, το συμβολικό, το σωτηριολογικό, μετατρέπεται σε εφιάλτη.

«Ου γαρ αργύρω και χρυσώ μακάριον το θείον ουδέ βρονταίς και κεραυνοίς ισχυρόν, αλλ' επιστήμη και φρονήσει» έλεγε ο ιστορικός Πλούταρχος. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον Τραμπ, τους στρατηγιστές Ισραηλινούς και τους Σαουδάραβες και... την πληρώνουν οι Παλαιστίνιοι. Ποιος θεός τους σώζει αυτούς;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 13/12/2017. 

Page 1 of 81