Wednesday, 28 October 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Τα κίνητρα του Ερντογάν

«Η ιστορία μας μάς επιβάλλει να παρέμβουμε όπου υπάρχει αδικία στην περιοχή μας» είπε ο Ρ.Τ.Ερντογάν (15/10). Αυτή είναι η κεντρική ιδέα Του Στρατηγικού Βάθους του Α. Νταβούτογλου: Συγκρίνει τη «δυναμική» και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική του Αμντουλχαμήτ Β' με τη συντηρητική του Μουσταφά Κεμάλ και βγάζει το συμπέρασμα ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν «τα οθωμανικά κατάλοιπα» για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς.
Με τον όρο «κατάλοιπα» (bakiye) νοούνται οι μουσουλμανικές μειονότητες στα Βαλκάνια και οι πρώην υπήκοοι του Οθωμανικού Κράτους στη Μέση Ανατολή και Βόρεια Αφρική.
Έκτοτε αυτή η ιδέα των τριών ηπείρων και πολλών θαλασσών άρεσε και εκφράστηκε συχνά στην Τουρκία. Ο ΡΤΕ δεν έχει τα εφόδια για να αναπτύξει και να θεμελιώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά θα μπορούσε να την οικειοποιηθεί και να την εφαρμόσει. Και μάλλον αυτό κάνει. Μόνο που αυτήν τη φορά αυτή η πολιτική βιώνεται ως φάρσα.
Η πολιτική των ύστερων χρόνων του οθωμανικού κράτους ήταν όντως πολυδιάστατη αλλά βασιζόταν σε συμμαχίες. Π.χ., οι Ρώσοι βόηθησαν τους Οθωμανούς για να ανακαταλάβουν τα Επτάνησα από τους Γάλλους (1799) και μετά για να απωθήσουν τον αιγυπτιακό στρατό που προχωρούσε προς την Κων/πολη (1833). Η Αγγλία και Γαλλία πολέμησαν στην Κριμαία κατά των Ρώσων ως σύμμαχοι των Οθωμανών (1853-6). Ο ΡΤΕ έχει μόνο εχθρούς.
Ο Απντουλχαμήτ είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του ισλαμικού κόσμου με την επίκλησή στον Ιερό Πόλεμο, ενώ ο ΡΤΕ έχει γίνει ο βασικός εχθρός του αραβικού κόσμου. Αυτά είναι τα αποτελέσματα όταν οι ευχάριστες αυταπάτες αντικαθιστούν τη γνώση και την κριτική σκέψη.
Μια άλλη ερμηνεία της ακατανόητης συμπεριφοράς του ΡΤΕ είναι ότι - και με την παρότρυνση κάποιων αντιδυτικών κύκλων - παίζει ένα παιχνίδι υπερβολικών απαιτήσεων, που αν στο τέλος δεν επιτύχει θα μπορούσε εναλλακτικά να αλλάξει στρατόπεδο με την απομάκρυνσή του από τη Δύση. Ο ΡΤΕ βλέπει ότι το «μοντέλο» διακυβέρνησης που έχει κατά νου και που θα του εξασφαλίσει την παραμονή του στην εξουσία δεν μπορεί να εφαρμοστεί όντας προσκολλημένος στο Δυτικό Κόσμο.
Οι παράτολμες πρωτοβουλίες του ΡΤΕ δεν συμπίπτουν με τα συμφέρονται της Τουρκίας. Και αυτό είναι κατανοητό. Το καθεστώς είναι προσωποπαγές και η ταύτιση του κράτους με τον ηγέτη απόλυτη. Για να γίνουν κατανοητές οι στρατηγικές της Τουρκίας θα πρέπει πρωτίστως να φανούν τα προσωπικά κίνητρα του ΡΤΕ.
Μια άλλη διάσταση των κινήτρων του ΡΤΕ είναι ότι βρίσκεται δέσμιος των εθνικιστικών συμμάχων του: Των Γκρίζων Λύκων του Μπαχτσελή και των στρατιωτικών με τους οποίους συμμάχησε μετά το πραξικόπημα του 2016. Βέβαια αυτές οι ερμηνείες δεν είναι αλληλοαναιρούμενες. Κάλλιστα θα μπορούσε ο ΡΤΕ να είναι μια σύνθεση αυτών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/10/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Ένα διπλό αδιέξοδο

Στη σημερινή συγκυρία και η κυβέρνηση και η αξιωματική αντιπολίτευση, με διαφορετικό τρόπο, οδηγούν τη χώρα σε ένα αδιέξοδο ως προς τις θέσεις τους για τα ελληνοτουρκικά θέματα. Αδιέξοδο που πολύ πιθανόν να οδηγήσει σε ένα θερμό επεισόδιο και σε στρατιωτική σύγκρουση.

Η κυβέρνηση

Όπως ανέπτυξα σε προηγούμενο άρθρο μου (ΝΕΑ 19/10/20) η θέση της κυβέρνησης είναι πως υπάρχει μια μόνο διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, η διαφορά σε σχέση με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Μπορεί αυτή η θέση να είναι νόμιμη τη βάση της Συνθήκης της Λωζάννης. Σίγουρα όμως κινδυνεύει να οδηγήσει στην αποτυχία των διαπραγματεύσεων, αν βέβαια αυτές ξεκινήσουν. Αυτό σημαίνει πως ο δρόμος προς τη Χάγη δεν θα είναι δυνατός. Πράγμα αρνητικό αφού μόνο μια διαιτησία του Διεθνούς Δικαστηρίου μπορεί να βοηθήσει στη λύση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών. Διαφορών που όντως υπάρχουν (για παράδειγμα η αποστρατικοποίηση των νησιών στην οποία καταφύγαμε λόγω της 4ης τουρκικής στρατιάς στη Σμύρνη, διάφορες βραχονησίδες που και οι δύο χώρες θεωρούν δικές τους).
Με βάση τα παραπάνω, όπως πολλοί πιστεύουν, μόνο η Χάγη μπορεί να βοηθήσει Φυσικά σε αυτή την περίπτωση θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε.
Όσο για το επιχείρημα ότι η Τουρκία δεν είναι διατεθειμένη να προσφύγει στη Χάγη αυτό είναι πιθανό. Αλλά και η δική μας συμπεριφορά τις προηγούμενες δεκαετίες δείχνει πως και εμείς αποφεύγουμε τη Χάγη. Και αυτό διότι σίγουρα δεν θα πετύχουμε τους μαξιμαλιστικούς μας στόχους.

Η αξιωματική αντιπολίτευση

Η πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να επεκτείνει η χώρα τα χωρικά της ύδατα νοτίως της Κρήτης και αργότερα στο Καστελλόριζο είναι επίσης επικίνδυνη. Πολύ απλά ρίχνει λάδι στη φωτιά. Ο Ερντογάν είναι όντως απρόβλεπτος αλλά σε αυτή την περίπτωση για μια επέκταση από τα 6 στα 12 μίλια η αντίδρασή του είναι σίγουρα προβλέψιμη. Με βάση το περίφημο casus belli θα αντιδράσει αμέσως με βίαιο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση η ΕΕ, εντός της οποίας η Γερμανία και άλλα μέλη της, για διάφορους λόγους θέλουν να έχουν καλές σχέσεις με την Τουρκία θα αντιδράσουν στα λόγια αλλά όχι στην πράξη. Το ίδιο θα συμβεί και με τις ΗΠΑ. Όποιος και αν κερδίσει τις επόμενες εκλογές δεν θα μπορέσει να εμποδίσει τη βίαιη αντίδραση του Τούρκου Σουλτάνου.
Όσο για την επιβολή σοβαρών κυρώσεων η ΕΕ δεν έχει δείξει ότι τελικά θα κινηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Αλλά ακόμη και αν ληφθούν κυρώσεις ο Ερντογάν σίγουρα θα τις αγνοήσει. Γιατί εάν δεν το κάνει θα μειωθεί κατακόρυφα η δημοτικότητά του στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αδύνατον να μην αντιδράσει χρησιμοποιώντας βία.
Σίγουρα δεν μας συμφέρει μια ελληνοτουρκική πολεμική σύγκρουση είτε τελικά κερδίσουμε είτε όχι. Ένας πόλεμος θα μας πάει δεκαετίες πίσω οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά. Αλλά το πιο βασικό είναι πως θα χαθούν ανθρώπινες ζωές σε μια διαμάχη που θα μπορούσε να αποτραπεί.

Συμπέρασμα

Και η στρατηγική της κυβέρνησης και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους. Ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης είναι η ΝΔ να μη επιμείνει στη μαξιμαλιστική της θέση. Όσο για το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία πρέπει να ξεχάσει τη θέση περί επέκτασης των χωρικών υδάτων από τα 6-12 μίλια.
Πιο γενικά είναι καιρός οι κύριες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, η ΝΔ, το ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, και το ΚΙΝΑΛ, να συμφωνήσουν σε μια κοινή στρατηγική έναντι της Τουρκίας. Είτε μας αρέσει είτε όχι δεν είναι δυνατόν να αναβάλουμε επ' άπειρον μια σοβαρή προσπάθειας συμφιλίωσης, αναβολή που οδηγεί σε σπατάλη σε εξοπλισμούς. Πρέπει να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα και ο μόνος τρόπος είναι μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση δεν υπάρχει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/10/2020. 

Συζητώντας με τις αγορές

Και με τα δυο συγκριτικά στοιχεία αν φέρει σε αντιπαραβολή κανείς το κόστος του 15ετους ομολόγου που εκδόθηκε την περασμένη βδομάδα από τον ΟΔΔΗΧ – επιτόκιο στην έκδοση του προηγούμενου τέτοιου χαρτιού και απόδοση εκείνου του 15ετούς την παραμονή της νέας έκδοσης – βγάζει θετικό/ευχάριστο συμπέρασμα. Με 1,9% είχε βγει για τέτοια διάρκεια στην αγορά η Ελλάδα στα μέσα Φεβρουαρίου της φετινής χρονιάς, δηλαδή ακριβώς προτού βυθιστούμε στην περιπέτεια του Covid-19, κάτω του 1,2% χρειάστηκε να πληρώσει τώρα για τα δύο δις που άντλησε.
Ενώ στο 1,12% ήταν η απόδοση του 15ετους δυο μέρες πριν την έκδοση (που απετέλεσε εκ νέου άνοιγμα επανέκδοση του τίτλου), που είχε «τσιμπήσει» από ένα εύρος 0,92%-1% των τελευταίων ημερών όσο ακούγονταν οι προοπτικές κίνησης του ΟΔΔΗΧ (και στο 10ετές είχε παρατηρηθεί κινητικότητα, από αποδόσεις κάτω του 0,80% σε 0,91%).
Ασφαλώς όλη αυτή η θετική εικόνα μιας ακόμη προσέλευσης της Ελλάδας στις αγορές κεφαλαίου στην τόσο ευαίσθητη αυτή καμπή της πανδημίας έχει την βασική της εξήγηση στις δυνατότητες που παρέχει ο πελώριος όγκος κεφαλαίων που κινητοποιήθηκε τους τελευταίους μήνες με την αντισυμβατική νομισματική πολιτική και τις δημοσιονομικές παρεμβάσεις ανά τον κόσμο, πάντως στην Ευρώπη, στην προσπάθεια ανάσχεσης της ύφεσης λόγω Covid. Ειδικά στην Ελληνική περίπτωση, η αποδοχή του (ακόμη) junk-rated Ελληνικού χαρτιού στις παρεμβάσεις της ΕΚΤ – έχει σηκώσει περί τα 12 δις Ελληνικών ομολόγων τους τελευταίους μήνες – παίζει καθοριστικό ρόλο. Όμως η σταθερή στάση της Κυβέρνησης, τελικά οι τεχνικοί χειρισμοί του ΟΔΔΗΧ και των διεθνών συμβούλων του, έχουν οδηγήσει σε μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με τις αγορές, που σίγουρα βοηθιέται και με το ότι όσοι «μπήκαν» τα τελευταία δυο χρόνια στο Ελληνικό χαρτί, βρέθηκαν να καταγράφουν ενδιαφέροντα κέρδη κεφαλαίου έχοντας κλειδώσει σχετικά υψηλά επιτόκια. Ακόμη πιο σημαντικό, αν και δεν σχολιάζεται συχνά: την σχετική θέση του Ελληνικού χαρτιού δεν κλόνισε, σε καμιά φάση των τελευταίων μηνών, κάτι σαν αντίληψη πολιτικού κινδύνου των αγορών από την ένταση στην περιοχή μας, ιδίως από την επιδείνωση των Ελληνοτουρκικών.
Με την ευκαιρία αυτή, ας έχουμε σημειώσει ότι την ίδια ώρα που ο Χρήστος Σταϊκούρας καλωσόριζε τα 2 δις ευρώ που άντλησε η Ελλάδα με 8πλάσια εκδήλωση ενδιαφέροντος – διαμορφώνοντας πλέον ένα πουγκί/μαξιλάρι σχεδόν 40 δις ευρώ για τους μήνες αβεβαιότητας μπροστά της: η έκδοση του 15ετούς είναι η πέμπτη για φέτος, καθώς μετά την ανάλογη του Φεβρουαρίου είχαμε 7ετές, συν δυο φορές 10ετές – οι δυο σειρές του από κοινού δανεισμού της ΕΕ με 10ετή και 20ετή διάρκεια (βέβαια με βαθμολογία ΑΑΑ) και στόχο άντλησης 10+7 δις ευρώ για το πρόγραμμα SURE (κάλυψη της απειλής στην αγορά εργασίας) γνώρισαν ενθουσιώδη υπερκάλυψη, στην περιοχή των 230 δις ευρώ, με αρνητικό επιτόκιο ευνοϊκότερο του -0,20%. Η μαζική έξοδος της ΕΕ με αυτά τα «κοινωνικά ομόλογα» (έπονται τους επόμενους μήνες τα «πράσινα ομόλογα» για τον κορμό του Ταμείου Ανάκαμψης) έφερε κάποια προβλήματα, που είδαμε παραπάνω, στις αποδόσεις των ομολόγων του Νότου – και τα δικά μας. Για όσους πάντως θέλουν μιας τάξη μεγέθους της συνολικής κίνησης εκδόσεων ομολόγων στην Ευρωζώνη, φέτος, μέχρι στιγμής έχει ξεπεράσει το 1,5 ΤΡΙΣεκατομμύρια ευρώ.
Επιστρέφοντας στα δικά μας, να σημειώσουμε ότι αυτή η πρακτική της συνεχούς συζήτησης με τις αγορές, με την οποία διαδοχικές εκδόσεις πιέζουν προς τα κάτω το οριακό κόστος του χρέους – ας σημειωθεί και το ότι τα έντοκα γραμμάτια, που από την περιοχή των 10 δις προ Covid αυξήθηκαν κάπου στα 13 δις, με τις διάφορες σειρές να περνούν σταδιακά σε αρνητικά επιτόκια... - και ομαλοποιούν την καμπύλη των αποδόσεων – δείχνει να πετυχαίνει. Την ίδια ώρα που χρηματοδοτεί, με τρέχοντες πόρους, τις απαραίτητες παρεμβάσεις στήριξης λόγω Covid, πολύ προτού αρχίσουν να εισρέουν πόροι από τις Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.

*Δημοσιεύτηκε στο economia.gr στις 24/10/2020. 

Θα βελτιωθεί ή θα στραβώσει το Ταμείο Ανάκαμψης;

Στα χέρια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – της παράδοσής του να παρεμβαίνει στα θέματα της Ε.Ε μέσω του Προϋπολογισμού και των Διαρθρωτικών Ταμείων, αλλά και των πολιτικών ισορροπιών του – βρίσκεται από την περασμένη εβδομάδα το Ταμείο Ανάκαμψης/Next Generation EU (η συντομογραφία «NGEU» κρίθηκε ότι δεν είναι επαρκώς εμπνευστική, οπότε στις Βρυξέλλες της εποχής von der Leyen αναζητείται νέα κωδικοποίηση), με το οποίο και με την από κοινού έκδοση/αμοιβαιοποίηση χρέους της ΕΕ που συνεπάγεται θεωρήθηκε ότι μπήκε σε νέα φάση, το φετινό καλοκαίρι, η πορεία της Ένωσης.
Υπό την πίεση της πραγματικότητας της πανδημίας του κορωνοϊού, που επανέρχεται, καθώς και της συνειδητοποίησης της οικονομικής αποδιάρθρωσης που φέρνει η πανδημία – προσοχή!, τόσο σε κατεύθυνση συνολικής υποχώρησης του ΑΕΠ, όσο και σε επίπεδο επιδείνωσης των ανισοτήτων εντός ΕΕ... - το Συμβούλιο και η Επιτροπή επιτάχυναν την οριστικοποίηση του βασικού κορμού των 750 δις ευρώ που αποτελεί με 672,5 δις ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), μέσα στον οποίο πάνω από τα μισά «δεσμεύονται» για ψηφιακό μετασχηματισμό (20%) και κυρίως για πράσινη μετάβαση (37%). Αυτά τα ποσοστά – όπως φθάνει η πρόταση στο ΕυρωΚοινοβούλιο – θα οφείλουν να αντανακλώνται στα Εθνικά Σχέδια που θα υποδέχεται από 15/10, δηλαδή αύριο, η Επιτροπή, πλην όμως θα μπορούν και να οριστικοποιηθούν μέχρι τις αρχές της άνοιξης 2021.
Από τα υπόλοιπα κονδύλια του ΝGEU, ποσοτική σημασία αλλά και καθοδηγητική λειτουργία θα έχουν τα 47,5 δις ευρώ της Πολιτικής Συνοχής (REACT-EU) και τα ψαλιδισμένα 10 δις του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης (αρχικά προβλέπονταν 40 δις), που μας αφορά στοχευμένα λόγω επιτάχυνσης της απολιγνιτοποίησης.
Γιατί όμως αναφερθήκαμε εξαρχής στον τωρινό ρόλο του Ευρωκοινοβουλίου, καθώς η βασική προσδοκία είναι «να κάνει γρήγορα», ώστε να πλησιάσει η ώρα οριστικοποίησης των νομικών πράξεων που συναπαρτίζουν το NGEU και συνεπώς να ξεκινήσει η πορεία προς υλοποίηση; Η απάντηση είναι ότι από το Κοινοβούλιο αναμενόταν αρχικά μια πολιτική και μόνον «ανάγνωση», υπό την έννοια της επιμονής στους όρους τήρησης θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών των χωρών που θα ζητήσουν ενισχύσεις NGEU. Αυτό το ζήτημα πάντα απασχολεί το ΕυρωΚοινοβούλιο, και επειδή χώρες όπως (μαντέψτε!) Ουγγαρία και Πολωνία θεωρούν ότι πλήττονται απ' αυτήν την συζήτηση, μόνον καθυστέρηση θα μπορούσε να προκύψει – άλλωστε σε χώρες σαν αυτές «απειλείται» και προκύψει πρόβλημα σε επίπεδο κύρωσης των Ευρωπαϊκών τελικών αποφάσεων από τα εθνικά τους Κοινοβούλια.
Όμως, έτσι όπως οριστικοποιήθηκε το πλαίσιο του NGEU από Επιτροπή και Συμβούλιο (για να συντμηθεί ο χρόνος, οι υπουργοί άφησαν την τελική διαμόρφωση σε επίπεδο Μόνιμων Αντιπροσώπων, που τα πήγαν όντως γρήγορα) υπάρχουν ζητήματα λειτουργικότητας. Ορισμένα μας αφορούν, ως Ελλάδα, πολύ άμεσα. Θα θελήσει να ασχοληθεί διορθωτικά το ΕυρωΚοινοβούλιο;
Πρώτο ζήτημα είναι ο συνδυασμός της υποχρέωσης των Εθνικών Σχεδίων να συμμορφώνονται με τις διαρθρωτικές συστάσεις του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου («χρηματοδοτική στήριξη μαζί με μεταρρυθμίσεις», όπως εξαρχής το μάθαμε με την Έκθεση Πισσαρίδη). Και μπορεί αυτό να ακούγεται γενικό, όμως εδώ έρχεται και το ότι η – σταδιακή – εκταμίευση κονδυλίων θα απαιτεί όχι μόνον την, κατά την λογική των Διαρθρωτικών Ταμείων, απόδειξη της υλοποίησης σε εθνικό επίπεδο των έργων και παρεμβάσεων (πληρωμές και φυσικό αντικείμενο) αλλά και την «απόδειξη» ότι επιτυγχάνονται, στα σχετικά ορόσημα/milestones , οι υπεσχημένοι μεταρρυθμιστικοί στόχοι. Αυτός ο μηχανισμός μπορεί να αποδειχθεί δυσάρεστα απαιτητικός: παίρνεις την προβλεπόμενη προκαταβολή του 10% (και αυτή θα επιδιωχθεί, ακούμε, στο Ευρωκοινοβούλιο να βελτιωθεί, με επιχείρημα ότι ήδη «πάμε για δεύτερο 6μηνο του 2021» ενώ οι ανάγκες πανδημίας είναι άμεσες, εδώ και τώρα) αλλά «κολλάς» λίγο παρακάτω.
Τρίτο ζήτημα, οι πολύ περιορισμένες δυνατότητες για τροποποίηση των Εθνικών Σχεδίων, άπαξ και αυτά εγκριθούν: η έλλειψη ελαστικότητας, ιδίως υπό τις συνθήκες ακραίας πίεσης λόγω συνεχιζόμενης πανδημίας, τέθηκε και σε επίπεδο Συμβουλίου, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Θα θελήσει το ΕυρωΚοινοβούλιο να θυμηθεί την τάση που είχε - όταν ξεκινούσαν τα Διαρθρωτικά Ταμεία - να ενδιαφέρεται για την ειλικρινή αποτελεσματικότητα των Ενωσιακών παρεμβάσεων;
Ενώ λοιπόν σ' εμάς η συζήτηση θα συνεχίζεται στο ποιος/πώς θα συμμετάσχει στην πίτα των προσδοκώμενων 32 δις (19,5 grants/12,5 δάνεια) και μάλιστα εμπροσθοβαρώς, το 2021-23 όσο κι αν ο ορίζοντας υλοποίησης φθάνει μέχρι το 2026, δυνητικά σημαντικότερα ζητήματα θα βρεθούν υπό συζήτηση. Αν, βέβαια, το θελήσει το Κοινοβούλιο. Πεδίον δόξης λαμπρόν για τους Έλληνες Ευρωβουλευτές, αν και αυτή την εποχή δεν συγκεντρώνουν τα θέματα συνοχής/περιφερειακής ανάπτυξης/προϋπολογισμού το ενδιαφέρον τους.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 18/10/2020. 

Προϋπολογισμός: μια έννοια με όχι-πάντα-ένδοξο παρελθόν

Είχε επικρατήσει, επί δεκαετίες αυτό, ο Προϋπολογισμός – πάντα ρεαλιστικός, αναπτυξιακός και φιλολαϊκός κατά την (εκάστοτε) Κυβέρνηση, πάντα αντιλαϊκός, αναξιόπιστος και αντιαναπτυξιακός κατά την (αντίστοιχη) Αντιπολίτευση – να αποτελεί κάτι σαν ευχή του πολιτικού συστήματος.
Στην μελέτη των Χαρδούβελη/Σαμπανιώτη/Δαβριδάκη στο κλείσιμο του 2006, είχε καταγραφεί ότι στο διάστημα 1982-2005 κάθε χρόνο το έλλειμμα έπεφτε έξω σε σχέση με το προϋπολογισμένο, κατά έναν σεβαστό μέσο όρο -6,3%. Μάλιστα στην πρώτη περίοδο του 1982-1993 (δυο τετραετίες ΠΑΣΟΚ/Ανδρέα Παπανδρέου ύστερα Οικουμενική και περίοδος Ν.Δ./Μητσοτάκη) το έλλειμμα έπιανε κατά μέσο όρο ένα -8,2% σε αστοχία. Ύστερα, το 1993 μέχρι και το 2005 (οκταετία ΠΑΣΟΚ/Σημίτη, αρχές ΝΔ/Καραμανλή) προσγειώθηκε σε ένα μέσο όρο -3,9%. Βλέπετε, ήταν και η πειθαρχία ενόψει Ευρωζώνης που λειτούργησε, ήταν και το ζεμάτισμα δυο φορές την δεκαετία του΄80, μια στις αρχές του ΄90! Άλλωστε – ήταν και η παράξενη εξαίρεση υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου, όπου η συνεπής εκτέλεση του Προϋπολογισμού έγινε κεντρική αξία: το επισήμαινε τακτικά/θαυμαστικά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πράγμα που δεν έκανε τον Αλ. Παπαδόπουλο προσφιλέστερο στον δικό του χώρο...
Το τι ακολούθησε στο κλείσιμο της περιόδου 2007-09 δεν χρειάζεται πολλή μελέτη – το εισπράξαμε ως εμπειρία με τον σάλο για τα Greek Statistics, είτε κανείς δεχθεί ως έλλειμμα το -15,4%, είτε προτιμήσει το -12,7% με το οποίο μπήκαμε στον χλοερό λειμώνα των Μνημονίων. Από εκεί και πέρα, η δημοσιονομική ισορροπία και μάλιστα η υπεραπόδοση της δημοσιονομικής διαχείρισης προκειμένου να επιτυγχάνονται τα υπεσχημένα δημοσιονομικά πλεονάσματα μετά το Μνημόνιο-2, πειθάρχησε «διαφορετικά» τους Προϋπολογισμούς. Χτίζοντας μέχρι και αντανακλαστικά υπερπλεονασμάτων. Όταν πλέον, μετά το 2018, βρεθήκαμε εκτός Μνημονίων αλλά σε ενισχυμένη εποπτεία, το πρωτογενές πλεόνασμα πήγαινε να γίνει αυτοματισμός.
Όσο για το καημένο τον Προϋπολογισμό του 2020, το προβλεπόμενο αρχικά πρωτογενές πλεόνασμα βούλιαξε ούτως ή άλλως σε πρωτογενές έλλειμμα -1,9% κατά το Πρόγραμμα Σταθερότητας, με το ΔΝΤ να κάνει λόγο για -5,1% λόγω της πανδημίας του Covid-19 και των οικονομικών του επιπτώσεων με τον στραγγαλισμό της δραστηριότητας των επιχειρήσεων και την υποχώρηση των εισοδημάτων. Οπότε η συζήτηση πήγε σε άλλο επίπεδο : πώς θα διατηρηθεί η τόνωση της οικονομίας, ώστε να μην προκύψει μονιμότερη/ανεπίστροφη βλάβη. Όμως...
...Όμως, οι παλιές συνήθειες δεν προσπερνιούνται εύκολα. Πηγαίνοντας πίσω στην μελέτη Χαρδούβελη κ.α., βλέπουμε την διαπίστωση ότι – «σύμφωνα με ενδελεχή οικονομετρική ανάλυση» - οι Κυβερνήσεις τείνουν πρώτα να προϋπολογίζουν τα έσοδα, ύστερα να οριοθετούν τις δαπάνες τους. Στην εκτέλεση του Προϋπολογισμού, πρώτα «φεύγουν» τα έσοδα, ύστερα το ιξώδες των δαπανών φέρνει την αστοχία.
Τώρα, τι έχουμε μπροστά μας; Με πρωτογενές έλλειμμα- 1% του ΑΕΠ – και όχι με τον ισοσκελισμένο Προϋπολογισμό που είχε λίγο-πολύ προανακοινωθεί – ξεκινάει το ΥΠΟΙΚ τον πλου προς την δημοσιονομική διαχείριση του 2021. Και τούτο ενώ και οι υπερατλαντικοί παρατηρητές προτείνουν κάτι στην περιοχή του -2% - όλα αυτά, θυμίζουμε, με την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας λόγω κορωνοϊού και για την επόμενη χρονιά να έχει συμπαρασύρει και την υποχρέωση για πρωτογενές πλεόνασμα. Όσο κι αν ο Κλάους Ρέγκλινγκ καλούσε σε συντηρητική πορεία, επαινώντας την αυτοσυγκράτηση.
«Βγαίνουν» τα νούμερα; Με την επιμονή πρόβλεψης για φετινή ύφεση γύρω στο 8% (8,2% αντί αρχικής πρόβλεψης 7,9%) - και τούτο παρά ένα β΄3μηνο της χρονιάς όπου η βύθιση ξεπέρασε το 15% παρά και την συνέχιση της διάψευσης για μια ανθεκτική τουριστική χρονιά μετά τα μέσα Αυγούστου, παρά και την δυσάρεστη τροπή που πήρε η υγειονομική διάσταση τις τελευταίες εβδομάδες – επιχειρεί το ΥΠΟΙΚ να δείξει/να προσκαλέσει ψυχραιμία για το 2021. Η βάση αυτή, την οποία επιλέγει, θεωρεί ότι επιτρέπουν πρόβλεψη για ανάπτυξη/επαναφορά του ΑΕΠ σε επίπεδο 5,5% για την ερχόμενη χρονιά – και τούτο ακόμη και χωρίς εισροή πόρων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης (αλλιώς, η αισιοδοξία ξεφεύγει τελείως, με πρόσθετες 2 μονάδες ΑΕΠ).
Για τον Προϋπολογισμό 2021, το ΚΙΝΑΛ (δια της Φώφης Γεννηματά) εκτίμησε ότι είναι «απόλυτα εκτός πραγματικότητας και έωλο ως προς τις εκτιμήσεις του», ενώ η πρόβλεψη για ανάπτυξη 7,5% το 2021 χαιρετίζεται με δυο θαυμαστικά (!!) ως υποτιμητική «της νοημοσύνης του Ελληνικού λαού». Για μια φορά, σχετικά πιο συγκρατημένη η τοποθέτηση ΣΥΡΙΖΑ (με δίδυμη ανακοίνωση Έφης Αχτσιόγλου/Ευκλείδη Τσακαλώτου) που μιλούν για «ανεδαφικές και μη-ρεαλιστικές προβλέψεις» οι οποίες θα οδηγήσουν «με μαθηματική ακρίβεια σε επώδυνες αναθεωρήσεις εις βάρος της κοινωνίας», με αναφορά μέχρι και σε «νέα Μνημόνια». Βέβαια οι Χαρδούβελης κ.α. έλεγαν ότι δεν είναι τα λάθη προβλέψεων ρυθμού ανάπτυξης που φέρνουν τον εκτροχιασμό. Θα ισχύσει πάλι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 10/10/2020. 

Συνειδητοποιήσεις στα εργασιακά

Από 1ης Οκτωβρίου, λοιπόν, ισχύει η νέα πρωτοβουλία-πρόγραμμα για επιδότηση της απασχόλησης (λόγω συνεχιζόμενης κρίσης του Covid-19) που αφορά 100.000 νέες - προσδοκώμενες - θέσεις εργασίας. Με δικαιολογημένη, καταρχήν, θετική διάθεση αν μη υπερηφάνεια προβλήθηκε η έναρξη του προγράμματος από την Κυβέρνηση με αναφορά στην προϋπολογισμένη δαπάνη (345.000.000 ευρώ) καθώς και στην ανοιχτή λήξη, «μέχρις εξαντλήσεως των επιδοτουμένων θέσεων εργασίας». Η επιδότηση που προκρίθηκε αφορά την πλήρη κάλυψη των ασφαλιστικών εισφορών - εργοδότη και εργαζομένου - επί ένα 6μηνο (μάλιστα με συμπερίληψη της αναλογίας δώρων/επιδόματος αδείας) , ανεξαρτήτως δε του ύψους του συμφωνούμενου μηνιαίου μισθού (άρθρο 2 της σχετικής ΚΥΑ). Πρόσθετη επιδότηση 200 ευρώ/μήνα προνοείται για την πρόσληψη μακροχρόνια ανέργων.
Υπάρχουν όμως δυο προβλήματα, που θα ήταν εξαρχής χρήσιμο να έχουν συνειδητοποιηθεί. Το πρώτο αφορά το αν και κατά πόσον τώρα-τώρα, στην πιο ριψοκίνδυνη φάση της κρίσης/επανεκκίνησης της πανδημίας και μακράν π.χ. τουριστικής περιόδου, θα εμφανισθεί αληθινή ζήτηση από επιχειρήσεις για νέες προσλήψεις: αυτό, θα το δούμε μέσα στις επόμενες εβδομάδες, άντε μήνες. Το δεύτερο είναι πιο ευαίσθητο και ως εκ τούτου πιο σημαντικό: στην ΚΥΑ αναφέρεται ότι οι νεοπροσλαμβανόμενοι δεν θα πρέπει να απασχολούνται ήδη (λογικό/αυτονόητο), καθώς και ότι η επιχείρηση θα πρέπει να διατηρεί «για το χρονικό διάστημα των 6 μηνών που επιδοτείται» τουλάχιστον ίσο αριθμό εργαζομένων με εκείνον που είχε στα μέσα Σεπτεμβρίου, συν τους νεοπροσλαμβανομένους. Με επιμέλεια η ΚΥΑ (άρθρο 5) εξηγεί πώς μπορούν να υπάρξουν παρεκκλίσεις π.χ. με λήξη παλαιών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ή πάλι καταγγελία της σύμβασης λόγω ακαταλληλότητας του νεοπροσλαμβανομένου. Όμως... το νέο σύστημα παραμένει ανοιχτό (διάτρητο θα έλεγε κάποιος) στην προοπτική μέσω αυτού να γίνει - νομιμότατα - αντικατάσταση «παλιού προσωπικού», υψηλότερου κόστους, που μάλιστα διατηρήθηκε τους μήνες της πανδημίας. Αντικατάσταση όταν θα λήγει το 6μηνο της επιδότησης (οπότε και λήγει η υποχρέωση διατήρησης του συνολικού αριθμού απασχολούμενων) με νεοπροσλαμβανομένους υπό τους τωρινούς όρους των συμπιεσμένων αμοιβών σε μια αγορά διαταραγμένη από τα προγράμματα τύπου ΣΥΝ-Εργασία, ή με τις εκ περιτροπής ή δια τηλεργασίας μορφές εργασίας,. Οπότε η προσδοκία επιδότησης της απασχόλησης κινδυνεύει να καταλήξει μετά από λίγο σε υποχώρηση των επιπέδων αμοιβών, συνολικά.
Τουλάχιστον, όμως, το να βλέπει κανείς τις μελλοντικές εξελίξεις των εργασιακών μέσα από τις προοπτικές ενός προγράμματος κινήτρων για στήριξη της απασχόλησης - έστω και με τις αδυναμίες/παγίδες που είδαμε - είναι ένα πράγμα. Αρκετά διαφορετικό, το να προβάλλει στο μέλλον τις συνέπειες αποφάσεων με πολύ πιο εμφανές το στοιχείο της επιβολής, όπως η νομοθέτηση του 40% των εργαζομένων που από 4 Οκτωβρίου οφείλουν να απασχολούνται με τηλεργασία - στην Αττική, όπου πάντως βρίσκεται η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού , του οποίου η απασχόληση επιδέχεται τηλεργασία. Μετά την ενθουσιώδη προβολή της τηλεργασίας τόσο ως ασπίδας κατά της απειλής του Covid-19 όσο και ως συντελεστή επιτάχυνσης της ψηφιακής μετάβασης, τώρα εγκατασταθήκαμε σε υποχρεωτικότητα.
Πέρα από τις εντελώς πρακτικές πλευρές της υπόθεσης (πώς υπολογίζεται το 40%, ιδίως στις μικρότερες και μεσαίες επιχειρήσεις, των 7 ή των 11 ή των 39 εργαζομένων; ποιος/πώς παρέχει τον εξοπλισμό και την αξιόπιστη σύνδεση για την τηλεργασία; πώς συνδυάζεται η άσκηση εργοδοτικού δικαιώματος με αίτημα προτίμησης του εργαζόμενου που επικαλείται ότι ανήκει σε ευάλωτη ομάδα;) έρχεται στο προσκήνιο ένας διαταρακτικός παράγοντας. Ξεκίνησε/ξεκινάει να ισχύει μια υποχρεωτική ρύθμιση, η οποία μάλιστα ευρύτατα θεωρείται ότι θα προδιαγράψει μέλλον, αλλά το σχετικό μείζον θεσμικό νομοσχέδιο - το «εργασιακό Βρούτση» - θα κατατεθεί κάποτε εντός του Οκτωβρίου! Με υπεσχημένη ανοιχτή διαβούλευση - σωστά; Και ενσωμάτωση στο θεσμικό αυτό πλαίσιο επεξεργασιών των κοινωνικών εταίρων, πράγμα απόλυτα καίριο αν είναι μια τόσο σημαντική ρύθμιση να προχωρήσει με όρους συναίνεσης και εργασιακής ειρήνης.
Όταν όμως ήδη προτάσσεται υποχρεωτική εφαρμογή, πόσο πειστική θα είναι η αυριανή τελική διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου; Αν όντως η εργασιακή πραγματικότητα μορφοποιείται σήμερα, και αφήνεται ανοιχτό το να εγκαθιδρυθεί με βάση πιθανή αντιπαράθεση εργοδοτών - εργαζόμενων και με θεσμική απροσδιοριστία, κάτι λάθος υπάρχει στον υπολογισμό.
Στην «Ναυτεμπορική» της 17ης Σεπτεμβρίου, διερωτώμεθα ήδη τι θα λειτουργήσει ως φόντο της μετακίνησης της εργασίας προς την τηλεργασία και την εργασία από το σπίτι. Ήδη, στην Αντιπολίτευση το θέμα επιδιώκεται να εγκατασταθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, όμως κλίμα για ουσιαστική συζήτηση δεν δείχνει να διαμορφώνεται. Επείγει να συνειδητοποιηθεί ότι στα εργασιακά η πατερναλιστική προσέγγιση κινδυνεύει να δυσλειτουργήσει – άσχημα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 3/10/2020. 

Το προσφυγικό

Με την τραγωδία της Μόριας, το μεταναστευτικό βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των συζητήσεων στα ΜΜΕ. Είναι όμως βασικές διαστάσεις του προβλήματος που αγνοούνται ή δεν τονίζονται αρκετά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Το κακό ξεκινάει από την Ευρώπη. Τα περισσότερα μέλη της ΕΕ αρνούνται να πάρουν τον αριθμό προσφύγων που τους αναλογεί. Οι δικαιολογίες είναι πολλές. Από τον φόβο του Ισλάμ και της διείσδυσης τζιχαντιστών μέχρι την πεποίθηση πως οι πρόσφυγες υπονομεύουν την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα των επιμέρους χωρών. Αλλά με αυτή την στάση το πρόβλημα δυστυχώς εντείνεται. Αφού λόγω της παγκοσμιοποίησης οι μεταναστευτικές ροές είναι αναπόφευκτες.
Ως γνωστόν, στην ΕΕ οι χώρες που έχουν τα περισσότερα προβλήματα βρίσκονται στον Νότο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, τις θεωρούν οι μετανάστες γέφυρες για το πέρασμα στις πιο αναπτυγμένες, χώρες του Βορρά. Δυστυχώς οι ευρωπαϊκές κοινοτικές αρχές δεν προσπαθούν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση που μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Με τη δικαιολογία πως τα αυστηρά μέτρα που πρέπει να ληφθούν μπορεί να οδηγήσουν στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται να δεχτούν τη δίκαιη κατανομή του βάρους. Πρόκειται όμως για μια υποκριτική δικαιολογία. Σήμερα, λόγω της συμφωνίας Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του ταμείου κοινωνικής στήριξης, ο κίνδυνος μιας κατάρρευσης της ΕΕ έχει εξαφανιστεί. Το αντίθετο. Οι ενοποιητικές διαδικασίες προχωρούν ενώ η ΕΕ, μετά τις ΗΠΑ και τη Κίνα, τείνει να γίνει ο τρίτος βασικός παίκτης – αν όχι στο γεωπολιτικό, σίγουρα στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Είναι για αυτόν τον λόγο που μετά το Brexit καμιά χώρα δεν επιθυμεί να αποχωρήσει από την ΕΕ.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσουν να πάρουν πολύ πιο σοβαρά μέτρα έναντι αυτών που σφυρίζουν αδιάφορα όταν τους τίθεται το θέμα της δίκαιης κατανομής του προσφυγικού βάρους. Με αυτό τον τρόπο όλο το βάρος μετατοπίζεται μόνο στις χώρες του Νότου. Χώρες που είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά.

Η ελληνική κυβέρνηση

Σε ό,τι αφορά την Μόρια, η ΝΔ είχε να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Σε ένα νησί όπου οι εγκαταστάσεις για τους πρόσφυγες μπορούσε να στεγάσει δύο με τρεις χιλιάδες ανθρώπους, αυτή την στιγμή υπάρχουν πάνω από δώδεκα χιλιάδες. Αυτό κάνει τη ζωή αφόρητη, όχι μόνο για τους πρόσφυγες αλλά και για τους ντόπιους. Είναι προφανές πως ο μεταναστευτικός πληθυσμός της Λέσβου, καθώς και των άλλων νησιών με παρόμοια προβλήματα, έπρεπε να διασπαρθεί ισομερώς σε όλους τους δήμους της χώρας. Μόνο έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί η συσσώρευση ανθρώπων σε ένα πλαίσιο απόλυτης εξαθλίωσης.
Αυτή η κίνηση ήταν αρχικά δύσκολη. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία υπαγόρευε να παραμείνουν οι πρόσφυγες στον αρχικό χώρο εισόδου. Στην πράξη αυτή η συμφωνία έπαψε να ισχύει. Η κυβέρνηση όμως, γι μικροκομματικούς λόγους, δεν προχώρησε έγκαιρα και αποτελεσματικά στη μετακίνηση των προσφύγων στον ηπειρωτικό χώρο. Η πλειοψηφία των δημάρχων που στηρίζουν την ΝΔ αρνήθηκαν να βοηθήσουν στην αποσυμφόρηση των νησιών. Το ίδιο και η πλειοψηφία των κατοίκων του κάθε δήμου που δεν θέλουν «φασαρίες» στον τόπο τους. Από παπάδες, χρυσαυγήτες αλλά και μη ακροδεξιούς πολίτες, η πλειονότητα θέλει την ησυχία της.
Η κυβέρνηση δικαιολογεί αυτή την κατάσταση με το επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να πάει εναντίον στην πλειοψηφία των κατοίκων που αρνούνται να ακολουθήσουν τον πιο δίκαιο και δημοκρατικό τρόπο κατανομής των προσφυγικών βαρών. Αλλά οι κρατικές ελίτ δεν πρέπει να δέχονται άκριτα μια κατασκευασμένη από τα τωρινά ΜΜΕ «κοινή γνώμη». Μια κοινή γνώμη που δεν θέλει να δεχτεί κατά δίκαιο τρόπο τα βάρη του προσφυγικού. Οι πραγματικοί ηγέτες όμως δεν κρύβονται πίσω από κάθε είδους κοινής γνώμης. Προσπαθούν να την διαμορφώσουν και να την αλλάξουν με δημοκρατικό τρόπο. Όταν αποφεύγουν αυτή τη δύσκολη διαδικασία, λαϊκίζουν. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το κομματικό και λιγότερο για το εθνικό συμφέρον.
Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως δεν είναι μόνο οι ηγέτες της ΕΕ αλλά και οι νεοδημοκράτες δήμαρχοι που «σφυρίζουν αδιάφορα». Αν θέλουμε όμως να αποφύγουμε και άλλες Μόριες, αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα.

Ο δρόμος προς τα μπρος

Όταν ήρθε η κυβέρνηση της ΝΔ στην εξουσία, υποσχέθηκε πως θα λύσει το μεταναστευτικό γρήγορα. Στην αρχή κατάργησε το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Είχε όμως το θάρρος να παραδεχθεί το λάθος της και να το επανασυστήσει. Σήμερα όμως οι ισχυρές δυνάμεις εντός και εκτός κόμματος απαιτούν μια οπισθοδρομική αυταρχική πολιτική. Προτείνουν τον πολλαπλασιασμό των χώρων αποκλεισμού. Μιλούν ακόμα και για την εγκατάσταση μεταναστών σε ξερονήσια. Αλλά μια τέτοια στρατηγική αυταρχικού τύπου θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.
Συμπέρασμα: Με δεδομένη την ακινησία της ΕΕ, πρέπει να αντιληφθούμε πως οι περισσότεροι μετανάστες θα παραμείνουν στη χώρα μόνιμα. Άρα θα πρέπει και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών πόρων να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό σφαιρικοί σχέδιο ένταξης των προσφύγων στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό/εκπαιδευτικό χώρο. Αυτό θα πάρει πολύ χρόνο και θα απαιτήσει σημαντικούς πόρους. Από την άλλη μεριά η ένταξη θα αμβλύνει τη γήρανση του πληθυσμού και, μέσο/μακροπρόθεσμα, θα βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με δύο λόγια, η ανθρώπινη ένταξη των μεταναστών είναι η μόνη δημοκρατική, προοδευτική λύση. Κάθε άλλη λύση θα μας πάει προς τα πίσω.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 27/9/2020. 

Αντιστοιχίζοντας Πισσαρίδη με Βρυξέλλες

Είναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς πόσο οι πρώτες εξειδικεύσεις που διακινούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προκειμένου να οργανώσουν τα Κράτη-μέλη την υποβολή των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης (και Ανθεκτικότητας) ενόψει του ξεκλειδώματος των πόρων του Next Generation EU, βρίσκονται σε παραλληλία με τις προτάσεις της Ενδιάμεσης Έκθεσης Πισσαρίδη.
Ήδη οι δυο πρώτες από αυτές τις κατευθύνσεις ήταν γνωστές, δεδομένες, συζητημένες ως προτεραιότητες της ΕΕ εδώ και καιρό. Αναφερόμαστε στην ψηφιακή μετάβαση, και μάλιστα με έμφαση σε μέτωπα που γνωρίζουμε παρ' ημίν ως απαρχή επιτυχίας («φαινόμενο Πιερρακάκη») αλλά και ως επείγουσα ανάγκη βελτίωσης: ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης και βασικών δημοσίων υπηρεσιών από την μια πλευρά, βελτίωση της υποδομής (οπτικές ίνες 5G) και παράλληλη προώθηση ψηφιακών δεξιοτήτων. Η έμφαση στην ανάπτυξη προηγμένων ψηφιακών τεχνολογιών αντιστοιχεί ήδη στην πρωτοβουλία του υπουργείου Ψηφιακής Πολιτικής για διοχέτευση μέρους των εσόδων από την δημοπρασία του δικτύου 5G για την ανάπτυξη (μέσω του ταμείου «Φαιστός») νέων, προωθημένων εφαρμογών, ή πάλι την διάθεση ορισμένων συχνοτήτων απευθείας για έρευνα και ανάπτυξη, παράλληλα με απογραφειοκρατικοποίηση των ερευνητικών κέντρων.
Αντίστοιχα, αν και με αρκετά πιο δύσκολη αντιστοίχιση στις Ελληνικές διαδικασίες, η εικόνα σε ό,τι αφορά την πράσινη μετάβαση. Εδώ, η αλήθεια είναι ότι η έμφαση της Επιτροπής στην βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης τόσο των δημοσίων κτιρίων όσο και του αποθέματος κατοικιών βρίσκουν άμεση «απάντηση» στις πρωτοβουλίες Χατζηδάκη (το «Εξοικονομώ» για κατοικίες σε υψηλή πτήση, συν προώθηση ενεργειακής αναβάθμισης σχολείων και νοσοκομείων). Απ' εκεί και πέρα όμως, η υποστήριξη στις ΑΠΕ, ή η βελτίωση της φιλικότητας προς το περιβάλλον των μεταφορών βρίσκεται αντιμέτωπη με γνώριμες Ελληνικές δυσκαμψίες. Όμοια ισχύουν για την Οδύσσεια της διαχείρισης αποβλήτων, με το φάσμα των χωματερών παρόν ανά την Ελλάδα ή/και με την διστακτικότητα των βιολογικών καθαρισμών. Να δούμε πώς θα χωρέσει η απολιγνιτοποίηση, στην επενδυτική πράξη...
Άμα όμως προχωρήσει κανείς πιο πέρα την ψηφιακή επιτάχυνση και το «πρασίνισμα», προσγειώνεται - άμα συνεχίσει να συγκρίνει Πισσαρίδη και Ευρωπαϊκή Επιτροπή - σε πιο πονεμένο έδαφος. Παράδειγμα τα δημοσιονομικά/φορολογικά, όπου ναι μεν δίνεται έμφαση στην μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας (βασική διακηρυγμένη προτεραιότητα Πισσαρίδη), όμως με την διευκρίνιση από πλευράς Βρυξελλών ότι θα πρέπει να τηρηθεί δημοσιονομική ουδετερότητα. Αυτό το τελευταίο παραπέμπει ήδη στις παραινέσεις Κλάους Ρέγκλινγκ, αλλά και στην άμεση προοπτική των συστάσεων της Ενισχυμένης Παρακολούθησης/Εποπτείας. Όταν επαινούνται τα μέτρα που ήδη λαμβάνονται με το ένδυμα καταπολέμησης της κάμψης της οικονομίας λόγω Covid-19 ως στοχευμένα και – κυρίως – ως πρόσκαιρα, δίνεται ένα ισχυρό μήνυμα συγκράτησης. Η επιστολή που έλαβε ο ΥΠΟΙΚ Χρ. Σταϊκούρας (όχι μόνον αυτός, αλλά αυτός μας ενδιαφέρει άμεσα) με άλλους ομολόγους του για το πώς θα διαμορφωθεί η δημοσιονομική πειθαρχία μέσα στο 2021 αποτελεί ήδη καμπανάκι. Κατά τα άλλα, τα περί καταπολέμησης φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής, ή και βελτίωσης της φορολογικής διοίκησης, κρούουν ανοικτές θύρες. Μένει το...πώς!
Στενά συνδέεται με αυτό το πεδίο η προσέγγιση των εργασιακών, όπου το βαθύ τράνταγμα που έφερε ο Covid-19, οι έκτακτες διαδικασίες τηλεργασίας και μορφών απασχόλησης τύπου εκ περιτροπής ή ελαστικού ωραρίου που παλιότερα θα χαρακτηρίζαμε ατυπικές (δηλαδή μη-κατοχυρωμένες) κινδυνεύει να γίνει μόνιμο καθεστώς. Εδώ, αξίζει να σημειωθεί πώς μια Κοινωνική Ευρώπη, που παλιά είχε συνδεθεί στενά με την ρύθμιση του εργασιακού περιβάλλοντος, τώρα βολεύεται με ένα νέφος σχετικής αβεβαιότητας.
Παρόμοιο το κλίμα στις άλλες δυο μεγάλες, παγίως επανερχόμενες εκκλήσεις: βελτίωση της Δημόσιας Διοίκησης και βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Εδώ, η συμφωνία είναι ευρύτατη - σχεδόν συγκινητική - αλλά από την μείωση των κινδύνων κακοδιαχείρισης ή/και διαφθοράς μέχρι την αύξηση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης, από την αναβάθμιση των ψηφιακών δεξιοτήτων των στελεχών της Διοίκησης μέχρι την προώθηση της αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, το ζητούμενο εδώ και 10 (αν όχι 25 ή 35) χρόνια είναι το πώς μπορεί να προωθηθούν – πέραν των εκκλήσεων. Αυτός είναι ο κατεξοχήν χώρος των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που άλλωστε και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο υπόσχεται/απειλεί να δίνει μόνιμες υποδείξεις. Ο χώρος αυτός, πάλι, έχει πολύ δρόμο για να συγκεκριμενοποιηθεί. Και τούτο ενώ το παράθυρο ισχύος και χρηματοδοτικής στήριξης του Ταμείου Ανάκαμψης/του Next Generation EU είναι μια ρηχή 3ετία.
Όσο για τις αναφορές σε τομεακές/κλαδικές πολιτικές – ή, έστω, παρεμβάσεις – που θα περίμενε κανείς ότι θα είχαμε σημαντική επαναφορά λόγω της συνειδητοποίησης σε επίπεδο Βρυξελλών του τι αποδιάρθρωση θα μπορούσαν να φέρουν οι διαφορετικές προτεραιότητες (και χρηματοδοτικές δυνατότητες!...) σε εθνικό επίπεδο, συνεχίζεται ένοχη διακριτικότητα.
Αυτά από αντιστοίχιση. Τώρα, τι θα αποδώσει, άλλη ιστορία...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 26/9/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Το θέμα των διαπραγματεύσεων

1) Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis (ΒΗΜΑ, 6/9/20) τίθεται η ερώτηση «Ποια είναι η πιθανότητα συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;». Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών (39%) απάντησε πως οι πιθανότητες θα είναι μεγάλες αν οι συνομιλίες βασιστούν σε θέματα που θα τεθούν και από τις δύο πλευρές. Από την άλλη μεριά, το 43% απάντησε πως οι συνομιλίες πρέπει να αφορούν θέματα που εμείς νομίζουμε πως είναι ανοιχτά. Τέλος, ένα 13% απάντησε πως δεν υπάρχουν πιθανότητες συνομιλιών.

2) Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μήπως πρέπει η κυβέρνηση να αναθεωρήσει την τωρινή θέση της πως η βασική προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών είναι πως το μόνο θέμα προς συζήτηση είναι η διαφορά των δύο χωρών στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ; Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου επανέλαβε πως η Τουρκία θα δεχθεί τις διαπραγματεύσεις μόνο αν η ελληνική κυβέρνηση πάψει να θέτει προϋποθέσεις όπως αυτή πως η συζήτηση πρέπει να περιοριστεί στο θέμα υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.
Η κυβερνητική στάση δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Είναι λανθασμένη γιατί η νομολογία στην περίπτωση ενός νησιού μιας χώρας κοντά στις ακτές μιας άλλης χώρας έχει περιορισμένη επήρεια. Η αντίληψη πως το δίκαιο της θάλασσας νομιμοποιεί όλα τα επιχειρήματα μας είναι μια παρερμηνεία. Κάθε νομιμοποίηση εξαρτάται και από το πλαίσιο. Είναι για αυτόν τον λόγο που οι μόνες αποδεκτές λύσεις είναι τα υπερεθνικά δικαστήρια, όπως αυτό της Χάγης. Δικαστήρια που ερμηνεύουν, σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο της θάλασσας. Όπως σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης της νομικής, δεν υπάρχουν «σιδηροί νόμοι» που ισχύουν εκτός τόπου και χρόνου. Για παράδειγμα, ο Μιχάλης Μητσός (ΝΕΑ, 5/9/20, σελ. 50) αναφέρει πως «σχεδόν όλες οι νησιωτικές διαμάχες που είχαν καταλήξει σε διεθνή διαιτησία, από το Σεν Πιερ και Μικελόν (με πρωτοβουλία της Νέας Γης) μέχρι τα νησιά Κερκένα (με πρωτοβουλία Λιβύης) έχουν καταλήξει σε μικρότερες ΑΟΖ».
Βέβαια, στη δική μας περίπτωση το τωρινό status quo υπέρ της χώρας μας αναγράφεται στη Σύμβαση για το Θαλάσσιο Δίκαιο του 1983 (η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση και αυτό δεν την δεσμεύει). Νομικά έχουμε δίκιο να επιμένουμε πως το μόνο αμφισβητούμενο πρόβλημα είναι η υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ – αφού με την τωρινή πολιτική της η Τουρκία παραβιάζει την Συνθήκη της Λοζάνης. Το θέμα όμως είναι πως στη σημερινή συγκυρία μπορεί να αναγκαστούμε να επιλέξουμε μεταξύ της νομιμότητας των θέσεών μας και ενός πιθανού πολέμου. Ποια επιλογή συμφέρει τη χώρα μας; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση απαιτείται να εξετάσουμε την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη.

3) Η απόρριψη ή αποτυχία των συνομιλιών, όπως σχεδόν όλοι ομολογούν, εντείνει τους κινδύνους ενός θερμού επεισοδίου. Επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει, όπως αναφέρθηκε, σε στρατιωτική σύγκρουση. Δηλαδή σε πόλεμο που όσο σύντομος και αν είναι, σημαίνει τεράστιες υλικές απώλειες που θα μας πάνε πολλά χρόνια πίσω. Κυρίως όμως θα οδηγήσει και σε ανθρώπινες απώλειες. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να εξακολουθεί να επιμένει στη μαξιμαλιστική θέση της; Δεν βλέπει τους μεγάλους κινδύνους που ο μαξιμαλισμός της μπορεί να δημιουργήσει; Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις πολυάριθμες συνομιλίες που είχε η κυβέρνησή του με τους τούρκους, δέχονταν τις συνομιλίες επί όλων των διαφορών. Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει το ίδιο στο πλαίσιο των επερχόμενων ελληνοτουρκικών συνομιλιών; Ελπίζω η κυρία Μέρκελ να τον πιέσει να αλλάξει την στενόμυαλη θέση του.

4) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα πως η Τουρκία δεν θα τολμήσει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο, όπως για παράδειγμα την κατάληψη ελληνικών βραχονησίδων που θεωρεί πως της ανήκουν. Αλλά αυτού του είδους ο εφησυχασμός δεν πείθει. Η ιδέα πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο είναι όνειρο θερινής νυκτός. Βέβαια και η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν στην τουρκική βιαιότητα, αλλά μόνο στα λόγια. Ακόμα και η Γαλλία, η κύρια σύμμαχός μας, μπορεί να προχωρήσει σε στρατιωτικά μέτρα εναντίον του Ερντογάν για να προστατέψει τα δικά της συμφέροντα στην Λιβύη και αλλού. Σίγουρα δεν θα το κάνει για να αποτρέψει μια τουρκική βίαιη παρέμβαση στη χώρα μας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επιχείρημα που οδηγεί την κυβέρνηση να συνεχίζει την τωρινή αδιέξοδη πολιτική της. Ισχυρίζεται πως αν η ΕΕ επιβάλει κυρώσεις που θα βλάψουν σοβαρά την ήδη καταρρέουσα τουρκική οικονομία ο Ερντογάν δεν θα προχωρήσει σε μια κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η κυβέρνησή όμως πρέπει να λάβει υπόψη της πως οι κυρώσεις που η ΕΕ θα επιβάλει , είτε είναι ουσιαστικές είτε όχι, μπορεί να εξαγριώσουν τον απρόβλεπτο σουλτάνο. Είναι πιθανό οι κυρώσεις να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ευχόμαστε. Γιατί μπορεί ο Ερντογάν, με το να δημιουργήσει ένα θερμό επεισόδιο, να ενισχύσει τη δημοτικότητά του που αυτή την στιγμή, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχει πάρει την κατιούσα.

5) Όσο για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αποτελεσματική οργάνωση, οι νέοι εξοπλισμοί και κυρίως η αποφασιστικότητα των ανδρών και γυναικών να προστατεύσουν τα ελληνικά σύνορα, θα αντιδράσουν γενναία σε κάθε τουρκική βιαιότητα. Όμως αυτό δεν σημαίνει, όπως μερικοί πιστεύουν, πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε πολεμικά τον αντίπαλο. Έναν αντίπαλο που είναι μεγάλη δύναμη. Αφού παρ' όλη την οικονομική κρίση που περνά έχει τον μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, έχει στρατιωτικές βάσεις σε πολλές χώρες και επεμβαίνει δυναμικά στην Λιβύη, στην Συρία και αλλού. Ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός και βίαιος επεκτατισμός σε πολλές χώρες είναι παράλογος για τη γείτονα χώρα. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει λιγότερο το τι γίνεται στην Μεσόγειο γενικά και περισσότερο να σώσουμε τη χώρα από έναν καταστροφικό πόλεμο.

Συμπέρασμα: Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι η έναρξη διαπραγματεύσεων στη βάση αποδοχής πως υπάρχουν, πέρα από τη διαφορά μας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να επιμένει πως είναι μόνο μία η διαφορά, η Τουρκία θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις ή θα τις σαμποτάρει εκ των έσω. Η αποφυγή ή αποτυχία των διαπραγματεύσεων κλείνει τον δρόμο προς την Χάγη. Τον μόνο δρόμο που, όπως πολλοί σοβαροί αναλυτές από διάφορες παρατάξεις έχουν υποστηρίξει, είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε το τωρινό αδιέξοδο. Βέβαια η λύση δεν θα έρθει άμεσα. Αλλά η επιτυχία των διαπραγματεύσεων μπορεί να είναι το πρώτο βήμα στην πορεία για ένα συνυποσχετικό που θα οδηγήσει στην Χάγη. Είναι καιρός η κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική και να πάψει να φοβάται πως κάθε αλλαγή στάσης θα θεωρηθεί από τους υπερπατριώτες οπαδούς της ως προδοσία.
Τέλος, στα θέματα των διαπραγματεύσεων δεν πρέπει μόνο να αλλάξει η στρατηγική της κυβέρνησης αλλά και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει στο θέμα των διαπραγματεύσεων σχεδόν παρόμοια στρατηγική με αυτή της ΝΔ. Παρ' όλη τη σοβαρή εσωτερική αντιπολίτευση, ο πρόεδρος του κόμματος στηρίζει την κυβέρνηση στο θέμα των διαπραγματεύσεων. Στη βάση των νέων δεδομένων που ανέφερα πιο πάνω, ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση. Όταν ένα μεγάλο μέρος των πολιτών κατανοώντας την επικινδυνότητα της κατάστασης πιστεύει πως στις συνομιλίες θα πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο μία αλλά και άλλες διαφορές που οι χώρες έχουν μεταξύ τους, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του τι λέει αυτή η μερίδα πολιτών. Το κύριο θέμα δεν είναι οι σοβαρές κυρώσεις, είναι η επιτυχία των διαπραγματεύσεων που μπορεί να οδηγήσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για να το επαναλάβω, μόνο η Χάγη μπορεί να εκδικάσει τι πρέπει να δώσουμε και τι πρέπει να πάρουμε.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/9/2020. 

Το φόντο συζήτησης των εργασιακών

Αναταράξεις πρόβλεψε ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης (στην ΔΕΘ) για τις δρομολογούμενες αλλαγές στα εργασιακά – με νομοσχέδιο που προανήγγειλε ότι θα κατατεθεί τον επόμενο μήνα σε δημόσια διαβούλευση για την οποία, με συμμετοχή των κομμάτων και των κοινωνικών εταίρων, δεσμεύτηκε να υπάρξει «άπλετος διαθέσιμος χρόνος». Θέματα όπως ο «ένας κάποιος ουσιαστικός εξορθολογισμός» του νόμου του 1982 (στο στόχαστρο ο ν.1264/82, Απ. Κακλαμάνη «για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών» που ξήλωσε τον ν. 330/76 , Κ. Λάσκαρη που περιέστελλε δικαιώματα λίγο μετά τον «γύψο» επί Χούντας), και παρεμβάσεις σε μέτωπα όπως η συλλογική δράση/η κήρυξη απεργίας, οι συνδικαλιστικές άδειες αλλά και η «περισσότερη ευελιξία στην οργάνωση του εργασιακού χρόνου εφόσον οι ίδιοι οι εργαζόμενοι το επιθυμούν, χωρίς αυτό να φέρνει κατάργηση του 8ώρου», τέθηκαν/προαναγγέλθηκαν ευθέως. Βλέποντας πάντως την αντιπαράθεση στο μέτωπο αυτό να έρχεται, ο Πρωθυπουργός φρόντισε να έχει πει ότι η νομοθετική πρωτοβουλία θα στηριχθεί σε προσεγγίσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας...
Οι αντιδράσεις δεν βράδυναν. Χαρακτηριστικά, προέκυψε σύγκλιση ανόμοιων πολιτικών χώρων. Για τον ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε «προαναγγελία νέας διάλυσης εργασιακών δικαιωμάτων, μια μέρα πριν [η Κυβέρνηση] κάνει νόμο του Κράτους την απλήρωτη εργασία». Για το ΚΙΝΑΛ , πέραν από την αναφορά σε «ιδεολογικές εμμονές», οι θέσεις Κ. Μητσοτάκη αποτελούν «προαναγγελία μιας ακόμη μεγάλης επίθεσης στα εργασιακά δικαιώματα: στο 8ωρο και στις συνδικαλιστικές ελευθερίες». Για το ΚΚΕ – με την άνεση της μη- άσκησης εξουσίας - «το σχέδιο της Κυβέρνησης [...] έρχεται ως φυσική συνέχεια των αντιδραστικών-αντιλαϊκών αναδιαρθρώσεων των προηγούμενων, με επιτάχυνση της επίθεσης σε βάρος των εργαζόμενων με προμετωπίδα [...] την ενίσχυση της ευελιξίας στις εργασιακές σχέσεις». Επίσης, «η αναφορά του πρωθυπουργού πώς με παρόμοια μέτρα θα ευνοηθούν κυρίως οι νέοι, είναι προκλητική καθώς για την εργασιακή ζούγκλα που ήδη ζουν υπεύθυνη είναι και η σημερινή και οι προηγούμενες Κυβερνήσεις». Όσο για το ΜέΡΑ 25, ενόψει της παρουσίας Γιάνη Βαρούφακη στην ΔΕΘ, παρέμεινε στα περί «εργασιακού Μεσαίωνα».
Απόλυτα προβλεπτό το σκηνικό αντιπαράθεσης που θα στηθεί γύρω από αυτό το ζήτημα, καθώς οι διαδοχικές τροποποιήσεις του βασικού εργασιακού πλαισίου δεν κατορθώθηκε σε καμιά φάση – σίγουρα όχι τα Μνημονιακά χρόνια – να επεξηγηθούν στην δημόσια συζήτηση ή/και να χωνευτούν κοινωνικά, ενώ υπεριδεολογήθηκαν από κάθε πλευρά . Χρήσιμο είναι λοιπόν να έχει δει κανείς (τουλάχιστον) πώς τα εργασιακά έρχονται να συνδεθούν με την μακροοικονομική ισορροπία. Πάμε σε μια πρόσφατη προσέγγιση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, που η δουλειά του γενικώς θα ήταν χρήσιμο να ενταχθεί κεντρικά στην δημόσια διαβούλευση καθώς έχει κατορθώσει να βλέπει ψύχραιμα αυτήν ακριβώς την μάκρο- διάσταση.
Στην προσέγγιση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ γίνεται η – ταυτολογική, πλην όχι πάντα ενσωματωμένη στην δημόσια συζήτηση για τις επιπτώσεις της πανδημίας – επισήμανση ότι η κατανάλωση θα προσδιοριστεί από την υγειονομική αβεβαιότητα , τους περιορισμούς της προσφοράς και την μεταβολή του διαθέσιμου εισοδήματος. Άμα, τώρα, υποθέσουμε ότι αποκλείεται ένα νέο γενικό lockdown (ας σημειωθεί βέβαια ότι το Ισραήλ ήδη εκεί κατέληξε...) οι δυο πρώτοι παράγοντες υποχωρούν. Μένει λοιπόν το διαθέσιμο εισόδημα να λειτουργεί κυρίως, οπότε οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας – απασχόληση και αμοιβές – είναι εκείνα που «θα κρίνουν σε μεγάλο βαθμό την ένταση της ύφεσης και την επιστροφή στην ανάκαμψη». Απ' εκεί θα προκύψει η καταναλωτική δαπάνη – και η «έλξη» που αυτή θα ασκήσει στις πολυτραυματισμένες επενδύσεις.
Όμως, για το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ «η τρέχουσα κατάσταση της αγοράς εργασίας δεν δημιουργεί αισιοδοξία για θετικές προοπτικές». Ήδη στο α' 5μηνο του 2020 η απασχόληση υποχώρησε κατά 5% - δηλαδή κατά 195.800 άτομα. Το ποσοστό ανεργίας συγκρατήθηκε μεν μέχρι τον Μάϊο (οπότε πέρασε από 15,7% σε 17%), πλην αυτό έγινε με την μεταφορά πολλών σε καθεστώς αναστολής συμβάσεων ή εκ περιτροπής – συνεπώς «γράφονταν» μη-ενεργοί (αλλά και εισέπρατταν λιγότερο από 50% του μισθού τους, άρα συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος). Και ναι μεν Ιούνιος-Ιούλιος κατέγραψαν αύξηση στις καθαρές προσλήψεις λόγω προσδοκιών τουριστικής περιόδου (και λόγω κρατικής στήριξης), όμως η εν συνεχεία αποκαρδιωτική πορεία του τουρισμού βάρυνε το κλίμα. Ακόμη περισσότερο, η στροφή σε ευέλικτες μορφές (κάπου 50% των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται») μειώνει τους εισπραττόμενους μισθούς, συνεπώς οδηγεί και εδώ σε υποχώρηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Αυτό, λοιπόν, θα είναι το ουσιαστικό φόντο για την συζήτηση των εργασιακών, πέρα και πάνω από τις κομματικές/ιδεολογικές κορώνες. Αυτό, συν – φτάσαμε στο πιο σημαντικό! – η αναδιάρθρωση της «μετακίνησης» της εργασίας προς τηλεργασία και εργασία από το σπίτι. Χωρίς αληθινό θεσμικό πλαίσιο...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/9/2020. 

Page 1 of 118