Κυριακή, 27 Σεπτέμβριος 2020

Η οικοδόμηση της Ε.Ε. και οι ευρωεκλογές

Η οικοδόμηση της ένωσης κρατών ήταν μια φιλόδοξη προσπάθεια. Σίγουρα, τα μέλη πέτυχαν κάποιο βαθμό οικονομικοπολιτικής ενοποίησης και κοινούς δημοσιονομικούς και νομισματικούς θεσμούς. Από την άλλη, η κρίση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αποκάλυψε αδυναμίες. Ταυτόχρονα, ανέδειξε τη διεθνή επιρροή των πιστωτριών χωρών, όπως π.χ. της Γερμανίας, και τις αδυναμίες των χωρών-οφειλετών, όπως π.χ. της Ελλάδας.

Παράλληλα, μετά τη συνεχιζόμενη περιπέτεια των Βρετανών, ενισχύθηκε η κοινή δέσμευση των λοιπών μελών για την ακεραιότητά της Ενωσης, της Ευρωζώνης και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Τέλος, εκφράστηκαν οι βαθύτατες διαφωνίες ως προς την κατεύθυνση των θεσμικών μεταρρυθμίσεων που έχει ανάγκη το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι. Συνεπώς, ενώ βρίσκεται στην ατζέντα των επόμενων χρόνων, το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση συναντά δυσκολίες γιατί υπάρχουν διαφωνίες τόσο ως προς τις μεταρρυθμίσεις καθαυτές και την ιεράχισή τους, όσο και προς την ποιότητα και την κατεύθυνσή τους.

Έτσι, στις 26 Μαΐου η Ελλάδα θα διεκδικήσει τη μοίρα της στο «κέντρο» των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Οι υποψήφιοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, προέρχονται από τη συνήθη δεξαμενή: έμπειρα κομματικά στελέχη, τηλεπερσόνες, πρωταθλητές, δημοσιογράφοι, καθηγητές πανεπιστήμιων, ηθοποιοί κ.λπ. Οπως το 2014, θα εκλεγούν ‒σύμφωνα με την κατανομή των κρατών‒ 21 Ευρωβουλευτές σ' ένα Σώμα 751 βουλευτών.

Με αναλογικό σύστημα και σε ενιαία εκλογική περιφέρεια, οι Ελληνες θα εκφράσουν την προτίμησή τους βάζοντας έως τέσσερις σταυρούς στο αγαπημένο τους ψηφοδέλτιο. Ως προς τη μορφολογία της, η απερχόμενη ομάδα Ευρωβουλευτών αριθμούσε 5 γυναίκες και 16 άντρες. Ως προς τη συμμετοχή τους σε πολιτικές ομάδες, οι έξι από τους Ευρωβουλευτές μετείχαν στην Ομάδα της Ενωμένης Αριστεράς, οι πέντε στην Ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, οι τέσσερις στην Ομάδα των Σοσιαλδημοκρατών, ένας μετείχε στην Ομάδα των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών, ενώ πέντε βουλευτές δεν προσχώρησαν σε καμία πολιτική ομάδα και, στην περίπτωση αυτή, ανήκαν στους μη εγγεγραμμένους.

Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι στις Ευρωεκλογές του 2014 από το σύνολο των εγγεγραμμένων (10.013.834), ψήφισε το 59,33%, με την αποχή στο υψηλό 40,67%. Από τα παραπάνω ελάχιστα πολιτικά μπορούν να εξαχθούν ως προς τα προβλήματα της Ευρώπης αλλά και ως προς την ιεράρχηση των εθνικών θεμάτων. Έχουν περάσει ήδη 40 χρόνια από την προσχώρηση της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, το 1979. Όμως η ιστορία, ενώ είναι ένας καλός οδηγός, δεν λύνει τη θεωρητική διαμάχη μεταξύ κράτους, αγοράς και διεθνών οργανισμών, όπως η Ε.Ε.

Ούτε απαντά στα πιεστικά προβλήματα του βάθους και της ποιότητας της δημοκρατίας, δηλαδή της επερχόμενης πολιτικής που, ipso facto, θα επηρεάσει και τα συναφή ζητήματα της οικονομίας και της συνολικής ευημερίας τόσο στα εθνικά όσο και στα ευρωπαϊκά συμφραζόμενα. Στην Ευρώπη, πολύ πριν από τις Ευρωεκλογές, έχουν ήδη αρχίσει οι συζητήσεις για ένα ευρύ δημοκρατικό-προοδευτικό μέτωπο ενάντια στην άνοδο της Ακροδεξιάς, του εθνικισμού και του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, οι οποίες δεν αρκούν. Στην Ελλάδα, δεν έγινε κάτι ανάλογο από τις δυνάμεις που όφειλαν να το κάνουν. Ούτε συμφωνήθηκε κάποια πολιτική οικονομικής ανάταξης και σταθεροποίησης.

Απεναντίας, ιστορικά αποδείχθηκε το αποτύπωμα των αποσταθεροποιητικών πολιτικών. Και χωρίς καμία εξήγηση από την πλευρά των υπευθύνων Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛΛ., η συζήτηση γύρω από τη μακροοικονομική πολιτική, μετατράπηκε σε εθνικιστική διαμάχη και σε ακροδεξιό πολιτικό ξεπεσμό περί «επικινδυνότητας της Αριστεράς», με το απλουστευτικό και υβριστικό «Γιατί εμείς μπορούμε καλύτερα». Δεν απαντήθηκαν ούτε εθνικά θέματα, ούτε οι θεσμικές παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Παραδείγματος χάριν, το δημοψηφισματικό «Η μάχη είναι τελικά για τη φανέλα, για τη ΝΔ» δεν δείχνει ούτε την αναγκαία ταπεινότητα και σοβαρότητα για τα εθνικά θέματα, ούτε απαντά στα συνολικότερα προβλήματα της Ενωσης, τα οποία δημιουργήθηκαν με τη σύμπραξη τραπεζιτών και της ευρωπαϊκής Δεξιάς, του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος του ανθέλληνα υποψηφίου για την προεδρία Μ. Βέμπερ.

Λόγου χάρη, η ΕΚΤ ενδιαφέρεται περισσότερο για τον πληθωρισμό και λιγότερο για την ανεργία και την ανάπτυξη. Τι θα κάνουν; Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης που θεσπίστηκε στη τρίτη φάσης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) για να διασφαλίσει υγιή δημοσιονομική συμπεριφορά των χωρών της Ε.Ε., έχει προβλήματα τα οποία αναγνωρίστηκαν από όλους μετά την Μεγάλη Ύφεση του 2008, και ειδικότερα μετά την κρίση του ευρώ και την κρίση χρέους στην Ευρωζώνη.

Ο Γάλλος οικονομολόγος Ζαν Πισανί-Φερί, σε πρόσφατο άρθρο του με τίτλο «When Facts Change, Change the Pact» (Όταν αλλάζουν τα δεδομένα, αλλάζεις το Σύμφωνο» επικρίνει το Σύμφωνο Σταθερότητας του 1997. «Είναι –γράφει- σαν τα νέα ρούχα του αυτοκράτορα. Ο καθένας βλέπει ότι δεν υπάρχουν, αλλά λίγοι το παραδέχονται ανοιχτά. Αυτή η ανόητη σιωπή, είναι και κακή οικονομία και κακή πολιτική». Τι θα κάνουν με αυτά τα ζητήματα; Θα ζητήσει η Ν.Δ. και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. να αλλάξουν, επωφελώς, για την Ευρώπη και, οπωσδήποτε, επωφελώς για τα εθνικά συμφέροντα;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 3/5/2019. 

Κώστας Καραντινινής: Ολιγοπωλιακές συνθήκες φρενάρουν την ανάπτυξη της ελληνικής γεωργίας

Επικρατεί συχνά η αντίληψη, όσον αφορά τον αγροτικό τομέα της χώρας, ότι το μοντέλο της μικρής κλίμακας αποτελεί ανάχωμα και πρέπει να δώσει τη θέση του σε αγροτικές επιχειρήσεις μεγαλύτερου μεγέθους για να έλθει η ανάπτυξη. Σε αυτό συντελεί και η κεντρική θεωρία των οικονομικών για τις οικονομίες κλίμακας που γίνονται εφικτές όταν οι επιχειρηματικές μονάδες αποκτήσουν ένα κρίσιμο μέγεθος και μπορούν να μειώσουν το κόστος παραγωγής, αυξάνοντας έτσι την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων. Ισχύει, όμως, τελικά ότι η πρόοδος στην ελληνική γεωργία περνά απαραίτητα μέσα από τη μεγέθυνση; Ο Κώστας Καραντινινής, καθηγητής Οικονομικών σήμερα στο Πανεπιστήμιο της Σουηδίας και παλιότερα στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, με μεγάλη και διεθνή επιρροή σε θέματα αγροτικής οικονομίας, είναι σαφής: «Το μοντέλο της μικρής κλίμακας όχι μόνο δεν αποτελεί μειονέκτημα, αλλά με τη σωστή αξιοποίηση μπορεί να είναι στρατηγικό πλεονέκτημα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής».

Ευκαιρίες και προοπτικές

Οι απόψεις του κ. Καραντινινή δεν έχουν επιρροή μόνο στον ακαδημαϊκό χώρο, αλλά επεκτείνονται ευρύτερα στη δημόσια σφαίρα. Έχοντας βαθιά γνώση της ελληνικής αγροτικής οικονομίας βαλμένης στο διεθνές της πλαίσιο, του ανατέθηκε από την Task Force η συγγραφή συνολικής μελέτης για τις ευκαιρίες και τις προοπτικές της ελληνικής γεωργίας μέσα στην κρίση. Όπως υποστηρίζει στη μελέτη που συντάχθηκε το 2014, «τα στοιχεία που έχουμε δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς ότι οι μικρές γεωργικές εκμεταλλεύσεις αποτελούν εμπόδιο στην ανάπτυξη και στη μεγέθυνση. Αντιθέτως δείχνουν ότι αυτό που μειώνει τα κόστη είναι οι οικονομίες κλίμακας που βρίσκονται πριν και μετά το στάδιο της παραγωγής. Επιπλέον, όχι μόνο είναι λάθος ότι αποτελεί μειονέκτημα η δομή των μικρών αγροτικών μονάδων, αλλά με τη σωστή εκμετάλλευση το μοντέλο των εκμεταλλεύσεων μικρής κλίμακας θα ήταν ένα τεράστιο πλεονέκτημα. Όταν η προέλευση ενός ελαιολάδου είναι μια πλαγιά στη Μάνη ή ένα οροπέδιο στην Κρήτη, αυτό αποτελεί ένα δυνητικό πλεονέκτημα και θα μπορούσε να δώσει την "ετικέτα" που διαφοροποιεί και δίνει υπεραξία στο προϊόν, ειδικά για τον σημερινό καταναλωτή που ενδιαφέρεται πάρα πολύ για τη μοναδικότητα, την προέλευση και την τοπικότητα των τροφίμων». Ανάμεσα στα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, σύμφωνα με τον καθηγητή, για να βρουν τα ελληνικά τρόφιμα τη θέση που τους αξίζει στις διεθνείς αγορές είναι οι στρεβλώσεις αγορών που δεν σχετίζονται με τον ίδιο τον πρωτογενή τομέα και ανεβά ζουν πολύ το κόστος των προϊόντων. Αυτό που εξηγεί, κατά τον ίδιο, τη διαφορά της τιμής που χαρακτηρίζει συχνά τα ελληνικά σε σχέση με τα προϊόντα άλλων ευρωπαϊκών χωρών είναι «το μήκος της αλυσίδας παραγωγής και αυτό όχι από την άποψη της γεωγραφικής απόστασης, αλλά με την έννοια του μεγάλου αριθμού των ενδιαμέσων. Ανάμεσα στην τιμή του παραγωγού μέχρι τον τελικό καταναλωτή παρεμβάλλονται πολλοί μεσάζοντες. Παράλληλα υπάρχουν σήμερα ολιγοπωλιακές ως μονοπωλιακές καταστάσεις σε τοπικό επίπεδο που οδηγούν σε αυξήσεις της τιμής πάνω από την αμοιβή του παραγωγού, χωρίς απαραίτητα να ανταποκρίνονται στις υπηρεσίες που προσφέρονται. Πέρα από τις στρεβλώσεις στις αγορές των προϊόντων, όμως, έχουμε ενδείξεις ότι επικρατούν συνθήκες χαμηλού ανταγωνισμού και στις αγορές των εισροών, με αποτέλεσμα να ανεβαίνει ακόμη περισσότερο το τελικό κόστος. Η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας, επομένως, δεν εξαρτάται από το μικρό μέγεθος του κλήρου, αλλά από τη διαμόρφωση υγιούς επιχειρηματικού κλίματος και την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που δεν σχετίζονται με άλλες αγορές και όχι τις αγορές γεωργικών προϊόντων».

Στρατηγικό πλεονέκτημα

Ειδικά για τον κλάδο του ελαιολάδου, ο Κώστας Καραντινινής θεωρεί ότι κεντρικό στρατηγικό πλεονέκτημα αποτελούν η διαφοροποίηση και η τοπικότητα, που κάνουν ένα ελαιόλαδο να ξεχωρίζει από ένα άλλο. Αναφερόμενος στην πολυσυζητημένη μελέτη της McKinsey που υποστηρίζει τη λειτουργία λίγων μεγάλων μονάδων τυποποίησης σε όλη την επικράτεια, ο κ. Καραντινινής εκφράζει την αντίθεσή του: «Οι τοπικές, συχνά παραδοσιακές, τεχνικές μπορούν να δώσουν προϊόντα με μοναδικά τοπικά χαρακτηριστικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να αναβαθμιστούν σε υψηλότερα τεχνολογικά πρότυπα, αλλά με τρόπους που θα διατηρούν την υψηλή ποιότητα και τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε ποικιλίας, εδάφους, ιστορίας και κληρονομιάς, με στρατηγικούς τρόπους που θα αυξάνουν την προστιθέμενη αξία και θα παρέχουν υψηλές αποδόσεις. Μία (ή δύο) μεγάλες μονάδες μεταποίησης για όλη την επικράτεια που θα επεξεργάζονται το σύνολο της εθνικής παραγωγής ελαιολάδου, όπως προτείνεται από διάφορους κύκλους, δεν θα το επιτύχουν αυτό. Αντί να προωθήσει μονάδες μεταποίησης μεγάλης κλίμακας, η ελληνική στρατηγική για τη βιομηχανία του ελαιολάδου θα πρέπει να ενθαρρύνει τη διαφοροποίηση των προϊόντων με βάση τα οργανοληπτικά και άλλα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε προϊόντος ξεχωριστά. Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση της παραγωγής, της μεταποίησης και της προώθησης του ελληνικού ελαιολάδου με την προαγωγή της μεσογειακής διατροφής και τον τουριστικό κλάδο, όπου αυτό είναι εφικτό. Για να επιτευχθεί αυτό, δεν απαιτείται οικονομία μεγάλης κλίμακας στον πρωτογενή τομέα».

Φέτα και παρμιτζιάνο

Για τις προοπτικές της φέτας, που αποτελεί ένα από τα κύρια εξαγωγικά προϊόντα της χώρας μας, ο κ. Καραντινινής επισημαίνει ότι το δυναμικό του διάσημου τυριού παραμένει ακόμη σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο. Και αυτό διότι, σύμφωνα με τον ίδιο, «ο ανταγωνισμός μεταξύ εξαγωγών απειλεί να καταστήσει τη φέτα αδιαφοροποίητο βασικό προϊόν. Οι μικρές παραγωγές που ενισχύουν την ιδιαιτερότητα και συνδέουν το προϊόν με τον ειδικότερο τόπο προέλευσης μπορούν να προσδώσουν μεγαλύτερη υπεραξία και να χτίσουν μια ισχυρότερη ταυτότητα του προϊόντος. Παράλληλα πρέπει να γίνει συλλογική διαχείριση του προϊόντος με στόχο τη διαφύλαξη της ποιότητας διότι κατά τη γνώμη μου ο λόγος που η τιμή της φέτας δεν είναι ανάλογη του δυναμικού της είναι επειδή η γνησιότητα του προϊόντος δεν διαφυλάσσεται. Υπάρχουν στην Ευρώπη επιτυχημένα παραδείγματα συλλογικής διαχείρισης άλλων τυριών ΠΟΠ που μπορούν να φανούν χρήσιμα και για τη φέτα, όπως είναι το "μοντέλο γκούντα" στην Ολλανδία, το "μοντέλο παρμιτζιάνο" στην Ιταλία. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι επίσης οι ευκαιρίες που προσφέρει ο τουρισμός, που δεν αξιοποιούνται για την προώθηση της φέτας αλλά και των υπόλοιπων γεωργικών προϊόντων. Η Ελλάδα έχει κάθε χρόνο 30 εκατ. επισκέπτες, το οποίο, αν το αναγάγεις σε όρους κατανάλωσης, αντιστοιχεί στην ετήσια ζήτηση μιας πόλης όπως η Πάτρα. Αν σκεφτείς επιπλέον ότι όλοι οι τουρίστες που επισκέπτονται την Ελλάδα είναι και δυνητικά καταναλωτές ελληνικών προϊόντων, θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε το γεγονός αυτό για να κάνουμε προώθηση των ελληνικών προϊόντων».

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής'" στις 31/3/2019. 

Διαβάζοντας Μουζέλη

Το βιβλίο του μας θυμίζει πόσο τυχεροί είμαστε στη χώρα μας που έχουμε τόσο σπουδαίους διανοούμενους.

Ο ομότιμος καθηγητής του LSE Νίκος Μουζέλης, στο βιβλίο του «Ματιές στο μέλλον - καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια) έχει την απάντηση στην ερώτηση που απασχολεί τη σύγχρονη παγκόσμια προοδευτική διανόηση: Πώς μπορεί να γίνει το πέρασμα από τον σημερινό βάρβαρο σε έναν πιο ανθρώπινο καπιταλισμό που θα έχει σαν στόχο τη μείωση των ανισοτήτων και την εξάπλωση πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Αυτός ο στόχος –σημειώνει ο Μουζέλης– προϋποθέτει νέες λύσεις στα δύο βασικά προβλήματα των αναπτυγμένων χωρών: Στο πρόβλημα της ανεργίας και της συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους.

Θα σταθώ στο σκεπτικό του για το δεύτερο, που στηρίζεται στην «αρχή της γενναιόδωρης επιλεκτικότητας». Ο Μουζέλης υποστηρίζει ότι πρέπει να σπάσει το ταμπού της αριστεράς για την καθολικότητα των παροχών ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια και να περάσουμε σε μια ριζική ανακατανομή των κοινωνικών πόρων ώστε να προσφέρονται υψηλού επιπέδου υπηρεσίες μόνο στα μη εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αποδεικνύει ότι η αρχή της καθολικότητας των παροχών αντί να αμβλύνει το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών το εντείνει, για να καταλήξει ότι μια νέα σοσιαλδημοκρατική στρατηγική πρέπει να προτάξει το πέρασμα από τη σημερινή άκρως αναποτελεσματική και άδικη καθολικότητα στη γενναιόδωρη επιλεκτικότητα: Τίποτα δωρεάν για τις εύπορες τάξεις, μερική βοήθεια στις μικρομεσαίες και πλήρης κάλυψη αναγκών των οικονομικά ευάλωτων ομάδων.

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με την πρόταση του Ν. Μουζέλη, πρέπει επιτέλους να συμφωνήσουμε ως κοινωνία ότι δεν μπορεί το παιδί του άνεργου και το παιδί του εφοπλιστή να παίρνουν δωρεάν το πανεπιστημιακό σύγγραμμα, ούτε ο εκατομμυριούχος και ο άπορος να έχουν τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης στις δομές της δημόσιας υγείας.

Με το βιβλίο αυτό ο Μουζέλης απαντά στις θεωρίες ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει, αντιτείνοντας ότι χωρίς να είναι αιώνιος, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Και αναρωτιέται μέσα στο σημερινό πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης ποια είναι η πιο ανθρώπινη μορφή που μπορεί να πάρει. Εκκινώντας από τη θέση ότι το παγκόσμιο σύστημα είναι νεοφιλελεύθερο με την έννοια ότι δεν υπάρχει πολιτικός έλεγχος των αγορών, σημειώνει ότι αποτελείται από τρία υποσυστήματα, το αυταρχικό (κυρίως της Κίνας), το νεοφιλελεύθερο (των ΗΠΑ), το ημι-σοσιαλδημοκρατικό (κυρίως της ΕΕ). «Το πρώτο -γράφει- καταργεί τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών, το δεύτερο είναι κοινωνικά βάρβαρο ενώ το τρίτο, παρά τις σημερινές νεοφιλιλελεύθερες και λαϊκιστικές τάσεις, διασώζει σε σημαντικό βαθμό τα επιτεύγματα της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας». Κατά την εκτίμησή του, ο κινεζικός κολοσσός μάλλον μεσοπρόθεσμα θα ηγεμονεύσει, ενώ οι ΗΠΑ θα διατηρήσουν την πρωτιά στο χώρο των εξοπλισμών με τη βοήθεια της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης. Αντί ενός τρίτου παγκόσμιου πολέμου, προβλέπει ότι μάλλον θα έχουμε μια ισορροπία τρόμου με τη Ρωσία να παίζει εξισορροπητικό ρόλο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων. Το συμπέρασμά του είναι ότι αν η ευρωζώνη κατορθώσει να ενοποιηθεί όχι μόνο στον τραπεζικό/οικονομικό τομέα αλλά και στον πολιτκό και κοινωνικό, αν περάσει από τη γερμανοκρατούμενη Ευρώπη σ' αυτή των Ευρωπαίων πολιτών θα καταστεί μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα ο τρίτος παίκτης στο παγκόσμιο γίγνεσθαι «συμβάλλοντας χειραφετικά στη διαμόρφωση του κόσμου που έρχεται».

Ο Μουζέλης δεν αισιοδοξεί αλλά και δεν παραιτείται. Πιστεύει ότι «η ραγδαία επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος σε συνδυασμό με το άνοιγμα των παγκόσιμων αγορών άλλαξαν ριζικά τη μορφή του μετανεωτερικού κόσμου. Αλλαξαν την ισορροπία δύναμης μεταξύ Δύσης και Ανατολής, βοήθησαν την ανάπτυξη της καπιταλιστικής ημι-περιφέρειας αύξησαν τον μέσο χρόνο ζωής και έβγαλαν ένα σημαντικό κομμάτι της ανθρωπότητας έξω από την απόλυτη εξαθλίωση. Χωρίς όμως να μειώσουν την πρωτοφανή συγκέντρωση του πλούτου στο 1% χωρίς να σταματήσουν τη ραγδαία οικολογική καταστροφή. Η μόνη αχτίδα φωτός, η μόνη εκπολιτιστική δύναμη παραμένει η ΕΕ».

Το βιβλίο αυτό ανοίγει νέους δρόμους στη συζήτηση για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας που δείχνει ετοιμοθάνατη αλλά μπορεί να ανακάμψει εάν υιοθετήσει νέες στρατηγικές, όπως αυτές που υποδεικνύει ο Νίκος Μουζέλης και οι οποίες οπωσδήποτε θα πυροδοτήσουν συζητήσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Το βιβλίο αυτό μας θυμίζει πόσο τυχεροί είμαστε στη χώρα μας που έχουμε τόσο σπουδαίους διανοούμενους και οφείλουν να το διαβάσουν πρώτα απ' όλους όσοι τον έχουν κανιβαλίσει (για την άποψή του υπέρ του διαλόγου ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ), μήπως και κάτι καταλάβουν για τη δική του δύναμη σκέψης, για το δικό του διεθνές κύρος και για τη δική τους αθλιότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Athens Voice" στις 7/1/2019. 

Πόσες αλήθειες αντέχουμε;

Μια από τις ειδήσεις της περασμένης εβδομάδας ήταν η σύλληψη του 47χρονου Αυστραλού Τζούλιαν Ασάνζ, ιδρυτή του ιστότοπου WikiLeaks. Καθώς προηγήθηκε άρση της επταετούς ασυλίας του από την πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, ο Ασάνζ συνελήφθη από τη βρετανική αστυνομία και, μάλλον, ανοίγει ο δρόμος για την έκδοσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οταν πρωτοπαρουσιάστηκε το WikiLeaks, ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός μέσων ενημέρωσης, όλοι μίλησαν για αμφιλεγόμενο παίκτη της διεθνούς πολιτικής και διπλωματίας. Οταν ξεκίνησε τη λειτουργία του, γύρω στο 2006, διαχειριζόταν μια βάση δεδομένων με πάνω από 1,2 εκατομμύρια έγγραφα.

Ο ιστότοπος δημοσίευε διαβαθμισμένα έγγραφα και διαρροές από ανώνυμες πηγές, τα οποία υπό διαφορετικές συνθήκες δεν θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Το site καθώς κέρδισε την παγκόσμια αναγνώριση, φορτώθηκε και όλα τα στοιχεία των πετυχημένων χολυγουντιανών σεναρίων. Τα είχε όλα: επαναστατημένα νιάτα απέναντι σε κακές κυβερνήσεις, ακτιβισμό, διαφάνεια, λογοκρισία, κυνηγητό, κατασκοπεία, εσωτερικές ίντριγκες, συνωμοσιολογία, πολιτική εμβέλεια. Το WikiLeaks ικανοποίησε το αίτημα για διαφάνεια στον νεαρό 21ο αιώνα, σε μια στιγμή που η διαφάνεια κρίθηκε από όλους ως κρίσιμη αναγκαιότητα.

Η «μάχη των αποκαλύψεων» των τελευταίων χρόνων και της «δημοσιοποίησης των απορρήτων» στα δελτία ειδήσεων και κρεμασμένη στα πρωτοσέλιδα των μεγάλων δημοσιογραφικών οργανισμών του κόσμου, αιφνιδίασε την παγκόσμια κοινή γνώμη. Το WikiLeaks κέρδισε βραβεία, έγινε θέμα, κέντρισε το ενδιαφέρον. Κυρίως, ενόχλησε τους ισχυρούς και τους ενόχους. Φυσικό ήταν ένα μεγάλο μέρος της προσοχής των μέσων ενημέρωσης να στραφεί στον ιδρυτή, τον Τζούλιαν Ασάνζ.

Ο Ασάνζ, για πολλούς, εμφανίστηκε ως μία από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές των μίντια της εποχής μας: ήρωας της ιντερνετικής εποχής, μιντιακός ποπ σταρ, κυνηγός κυβερνητικών κεφαλών, στενός κροσές της Χίλαρι, αλλά και βιαστής ή θύμα σκευωρίας. Κάποιος παλιός συνεργάτης του παρουσίαζε τον Ασάνζ ως εγωιστή, αναξιόπιστο, με τάσεις μεγαλομανίας κ.ά. Πράγματι, ο Γερμανός Ντάνιελ Ντόμσαϊτ-Μπεργκ στο βιβλίο του «Η ιστορία και τα μυστικά του WikiLeaks» (Κέδρος, 2011), γράφει ως ένας insider.

Γνωστός με το ψευδώνυμο Ντάνιελ Σμιτ, ήταν εκπρόσωπος Τύπου του WikiLeaks. Με σπουδές Πληροφορικής και με εξειδίκευση στην ασφάλεια δικτύων, τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας εργάστηκε σε μεγάλες πολυεθνικές. Η δράση του σε ζητήματα διαφάνειας και ελεύθερης διακίνησης πληροφοριών στο διαδίκτυο τον οδήγησε στον Ασάνζ.

Με υπότιτλο στο πρωτότυπο «Τα χρόνια μου με τον Τζούλιαν Ασάνζ στην πιο επικίνδυνη ιστοσελίδα του κόσμου», ο πρώην υπ' αριθμόν δύο του WikiLeaks, αφηγείται το πώς σχεδίασαν με τον Τζούλιαν Ασάνζ, σελίδα προς σελίδα, την πασίγνωστη πλατφόρμα αποκαλύψεων, σχολιάζοντας εν είδει ημερολογίου όλο το παρασκήνιο της οργάνωσης και λειτουργίας της. Βέβαια, αυτό δεν ήταν το μόνο βιβλίο γύρω από το WikiLeaks, τον Ασάνζ, τον κόσμο των μπλόγκερ και των «χακτιβιστών».

Το 2011 δημοσιεύτηκαν, στον ίδιο κύκλο, το «Φανερά μυστικά: WikiLeaks, πόλεμος και αμερικανική διπλωματία» του Αλεξάντερ Σταρ από τους Times της Νέας Υόρκης, το βιβλίο του Αυστραλού δημοσιογράφου Άντριου Φόουλερ με τίτλο «Ο Πιο Επικίνδυνος Άνθρωπος του κόσμου» για τον Τζούλιαν Ασάνζ που αποτέλεσε βάση σεναρίου, το «WikiLeaks: Ο πόλεμος του Τζούλιαν Ασάνζ κατά των απορρήτων» γραμμένο από τους δημοσιογράφους του «Guardian» Ντέιβιντ Λάι και Λιούκ Χάρντινγκ που επίσης συζητιέται σαν βάση χολιγουντιανού σεναρίου, το «Τζούλιαν Ασάνζ - WikiLeaks: Ο μαχητής της αλήθειας» όπου οι συγγραφείς Βάλερυ Γκισάλα και Σόφι Ραντερμέκερ σκιαγραφούν το πορτρέτο του και, τέλος, το βιβλίο «WikiLeaks και η εποχή της διαφάνειας» του δημοσιογράφου Μάικαχ Σάιφρυ.

Γυρίστηκαν πολιτικά θρίλερ, όπως «The Fifth Estate» ή, επί το ελληνικότερον, «Ο άνθρωπος που πούλησε τον Κόσμο», το «We Steal Secrets: The Story of WikiLeaks»... Μεγάλη αίσθηση έκαναν και τα βιβλία του Ασάνζ, όπως η πειρατική «Αυτοβιογραφία», το «Οταν η Google συνάντησε το WikiLeaks», το «Cypherpunks» κ.ά. Αλλά γιατί τα σχολιάζουμε όλα αυτά; Γιατί το WikiLeaks και ο ιντερνετικός ακτιβισμός, έδειξαν μια εξαιρετικά δυσδιάκριτη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια, τη διαφάνεια, τις συνωμοσίες και τις ευλογοφάνειες. Σήμερα, στα πρωτοσέλιδα και τις ειδήσεις κυριάρχησε, ξανά, «η ζωή του Τζούλιαν Ασάνζ στην πρεσβεία του Ισημερινού» στο Λονδίνο, το skateboard, η τύχη του γάτου του ή οι καβγάδες με το προσωπικό. Δεν υπήρχε ούτε μία σελίδα για τις αποκαλύψεις του, ως προς την ουσία τους.

Η περίπτωση του WikiLeaks υπήρξε εγχείρημα ενός μέσου που δεν φοβήθηκε αυτούς που κινούν τα νήματα ή, καλύτερα, υπήρξε το μέσο που κατέληξε να κινεί νήματα προσδοκώντας να αλλάξει την ενημέρωση της κοινής γνώμης. Έγινε καλύτερος ο κόσμος, ή για μία ακόμα φορά νίκησε ο Καναδός προφήτης του διαδικτύου, ο καθηγητής Μάρσαλ Μακ Λούαν, που υποστήριζε ότι «το μέσον είναι το μήνυμα»; Το WikiLeaks αποκάλυψε αλήθειες, δημοσιοποίησε πράγματα που υποπτευόμασταν στις αναλύσεις μας. Ταυτόχρονα, όμως, έθεσε ορισμένα παράπλευρα ερωτήματα. Αποκωδικοποιήσαμε σωστά τις πληροφορίες; Πόσες αλήθειες αντέχουμε; Πώς τις χρησιμοποιούμε;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/4/2019. 

Ελληνική Οικονομία: Αριθμοί χωρίς μύθους

Η επενδυτική δραστηριότητα είναι συνάρτηση ενός συνόλου παραγόντων, που λειτουργούν συνδυαστικά. Δεν επηρεάζεται από έναν ή δυο παράγοντες μόνο. Η πολυπλοκότητα έναντι απλουστευμένων λύσεων διακρίνει το συγκεκριμένο θέμα.

Οι φορολογικοί συντελεστές είναι ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες των επενδύσεων. Αν όμως τα φορολογικά βάρη έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του φιλικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τότε η Αφρική θα έβριθε από επενδύσεις, ενώ η Ευρώπη, οι ΗΠΑ και ιδίως η Ινδία θα ήταν σε κατάσταση επενδυτικής απογύμνωσης.

Η Ελλάδα κατέχει μια θέση άνω του μέσου όρου στην Ε.Ε. (22,3%) σ΄ ό,τι αφορά στους φορολογικούς συντελεστές και κατατάσσεται ως η 24η σε σύνολο 94 χωρών δείγματος μελέτης του ΟΟΣΑ. Οι φορολογικοί συντελεστές χωρίς αμφιβολία πρέπει να μειωθούν στη χώρα μας, καθώς, εκτός των άλλων, συνορεύουμε με «φθηνά» κράτη ως προς τη φορολόγηση των επιχειρήσεων. Η μείωσή τους όμως δεν είναι πανάκεια.

Παρόμοια κριτική μπορεί να ασκηθεί και για τα βάρη που επωμίζονται οι εταιρείες και αφορούν στις δαπάνες για κοινωνική ασφάλιση. Οι πρωτοπόροι και στις δυο προαναφερθείσες κατηγορίες είναι τα βιομηχανικά κράτη. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί παρενθετικά, ότι το 65-75% των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων πραγματοποιείται ανάμεσα στις βιομηχανικές «ακριβές» χώρες του κόσμου που δεν χαρακτηρίζονται ως φορολογικοί παράδεισοι όμοιοι της Βουλγαρίας κ.ά.

Τέλος, ως προς τους συντελεστές του ΦΠΑ, και εδώ δεν είμαστε οι ακριβότεροι σε επίπεδο Ε.Ε. Η επιβεβλημένη μείωση βέβαια των έμμεσων φόρων, σε μια χώρα με χαμηλά εισοδήματα, σαν την Ελλάδα, θα έχει ιδιαίτερα ευνοϊκές επιπτώσεις στους πολίτες της.

Ισχυριζόταν η προηγούμενη κυβέρνηση ότι με τη δυναμική που άρχισε να αναπτύσσεται η οικονομία το 2014, η χώρα θα γνώριζε ταχείς ρυθμούς ανάπτυξης, με συνέπεια το 2018 το ΑΕΠ να προσέγγιζε τα 216 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού Προγράμματος 2015-18. Αυτό βέβαια θα μπορούσε να συμβεί αν δεν εκτροχιάζονταν τα δεδομένα που οδηγούσαν σε αυτήν την εκτίμηση. Το 2014 όμως, σημείο εκκίνησης των προβλέψεων του 2018, οι αποκλίσεις ανάμεσα στις πραγματικές εξελίξεις και τις προβλέψεις ήταν σημαντικές, κατάσταση που εύλογα κατέρριπτε την υπόθεση περί υψηλού ΑΕΠ το 2018. Αναλυτικότερα ως προς το 2014, η εκτός προβλέψεων πενιχρή αύξηση του ΑΕΠ, η κατάρρευση των επενδύσεων και η άνοδος των εισαγωγών (κυρίως καταναλωτικών ειδών), σε συνδυασμό με τη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος (το 1/3 του αρχικά προβλεπόμενου) κ.α., εύλογα διαψεύδουν την αισιόδοξη υπόθεση περί εκτίναξης του ΑΕΠ στα 216 δισ. ευρώ το 2018.

Αυξημένη εποπτεία

Κατηγορείται η κυβέρνηση ότι αν και απαλλάχθηκε από τα Μνημόνια, δεν έχει απαλλαγεί από την ενισχυμένη εποπτεία. Η ενισχυμένη εποπτεία έχει καθιερωθεί με το «πακέτο των δύο μέτρων», δηλαδή τους δυο Κανονισμούς, που υιοθέτησε η Ε.Ε. το 2013 και ειδικότερα τον πρώτο Κανονισμό 472/13. Σύμφωνα με το Άρθρο 14 του εν λόγω Κανονισμού, τα κράτη μέλη «παραμένουν υπό την εποπτεία μετά το πρόγραμμα εφόσον δεν έχει εξοφληθεί το 75% της χρηματοδοτικής συνδρομής που έχει ληφθεί» γενικά από ευρωπαϊκούς θεσμούς ή τα κράτη - μέλη.

Η προηγούμενη του 2015 κυβέρνηση υπονοεί το εξής με την ανωτέρω κριτική περί αυξημένης εποπτείας: Αν δεν ελάμβανε χώρα η κυβερνητική αλλαγή, τότε η οικονομία δεν θα εισερχόταν στο στάδιο της ενισχυμένης εποπτείας μετά το 2015. Ή, με άλλα λόγια, από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι μια άλλη κυβέρνηση θα εξοφλούσε άμεσα το 75% των 190 δισ. ευρώ που δανείστηκε η χώρα κατά τα δυο Μνημόνια (!), οπότε δεν θα αντιμετώπιζε την ενισχυμένη εποπτεία.

Μόνο μη γνώστες των δεδομένων της εποχής εκείνης είναι δυνατόν να πιστέψουν ότι με το ύψος των δημοσίων χρεών του παρελθόντος η χώρα θα ξέφευγε από τον κλοιό της ενισχυμένης εποπτείας το 2015 ή το 2016 ή ακόμη αρκετά αργότερα, με οποιαδήποτε κυβέρνηση.

Οι στρεβλώσεις και οι προκλήσεις

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται 100 δισ. ευρώ επενδύσεις για μια πενταετία έτσι ώστε να καλύψει τον κενό χώρο που άφησε η κρίση. Ο ρυθμός ανάπτυξης 2019-22 αν και θετικός (της τάξης του 2-2,5%), καταγράφει ελαφρά πτωτικές τάσεις διαχρονικά, σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο της Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2019-22. Δεν αρκεί όμως ρυθμός μεγέθυνσης του Ακαθαρίστου Εγχωρίου Προϊόντος (ΑΕΠ) της τάξης του 2% για να αρχίζει να κερδίζει η χώρα θεαματικά έδαφος. Χρειάζονται πολύ υψηλότερες επιδόσεις.

Σημειώνεται βέβαια ότι η ανεργία, όπως και η φτώχεια, κάμπτεται ενώ το ισοζύγιο των εταιρειών (άνοιγμα - κλείσιμο) βελτιώνεται θεαματικά.Το γεγονός ότι συγκρατήθηκε η φτώχεια μετά το 2015 ερμηνεύει και την μη ύπαρξη Κίτρινων Γιλέκων στην Ελλάδα. Κάθε συνετή κυβέρνηση θα έδινε προτεραιότητα στη μείωση της φτώχειας, επιλογή που εξασφαλίζει την κοινωνική ειρήνη. Διαφορετικά οι κοινωνικές αναταραχές θα έθιγαν άμεσα τη μεσαία τάξη, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τα μαγαζιά της γειτονιάς κ.λπ. Η εικόνα της Γαλλίας και οι καταστροφές που δέχεται εδώ και μήνες η αγορά των πόλεων της είναι ό,τι πιο εύγλωττο υπάρχει. Από τη στιγμή που σταθεροποιείται η οικονομία και η φτώχεια καταγράφει πτωτικές τάσεις, ακολουθούν οι ελαφρύνσεις των φορολογικών βαρών και του μη μισθολογικού κόστους, επιλογές που ευνοούν πλέον τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τη μεσαία τάξη.

Μια πολιτική που θα επιδιώκει πολλαπλούς στόχους αναπτύσσοντας τα δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας και η οποία είναι απαλλαγμένη, εκτός των άλλων, από τις οικολογικές υπερβολές, αντίθετες με την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, μπορεί να αλλάξει την τάση μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Αρκεί να αποτινάξουμε το σύνδρομο του μικρού και του μέτριου, να τονωθούν προσπάθειες που ενισχύουν την καινοτομία -πολιτική που κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια- και να απομακρυνθούμε από καθεστηκυίες αναπτυξιακές νοοτροπίες και πρακτικές. 

Η οικονομική πολιτική είναι αντιμέτωπη με στρεβλώσεις δεκαετιών. Το Global Competitiveness Report και το Doing Business in Greece της Παγκόσμιας Τράπεζας αποτελούν χρήσιμη πυξίδα σε κάθε κυβέρνηση. Τέλος, η Έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας, παρά τον υποκειμενικό χαρακτήρα των κρίσεων που εκφράζει, «χρωματίζει» την ένταση διαφθοράς στη χώρα, που εξακολουθεί να την ταλαιπωρεί, παρά τις διακυμάνσεις των τελευταίων ετών (ανάμεσα στην 57η και την 67η θέση). Δεν είναι απαραίτητο η διαφθορά να αναφέρεται στα ανώτατα κλιμάκια της πολιτικής ηγεσίας, καθώς η εξουσία της δημοσιοϋπαλληλίας ακολουθεί τον δικό της μοναχικό δρόμο στο θέμα αυτό.

Είναι ευθύνη όμως της πολιτικής ηγεσίας να ξηλώσει μηχανισμούς διαφθοράς που γιγαντώθηκαν από το 1980, και ιδίως μετά την έναρξη των διαφόρων πακέτων Ντελόρ, ή να μην επιτρέψει την ανάπτυξη πολιτικών που οδηγούν σε υποψίες με στόχο την άνθισή της. Στην αντίθετη περίπτωση, είτε δεν γνωρίζει την τέχνη της διοίκησης είτε είναι συνένοχος της εν δυνάμει ανάπτυξης της διαφθοράς μέσω των υφισταμένων ή των νέων μέτρων πολιτικής.

Τα σημεία που εξακολουθεί να «πονά» η ελληνική οικονομία είναι η διοίκηση, οι θεσμοί της και γενικά η κοινωνία. Ανάμεσα στα άλλα, εξέχουσα θέση κατέχουν τα ζητήματα που σχετίζονται με: τη δικαιοσύνη, τη γραφειοκρατία, τις τράπεζες - ρευστότητα στην αγορά, τους φόρους, τα βάρη που επιβάλλει η κοστοβόρα διοίκηση, την κυβερνητική αστάθεια κ.ά.

Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να ριζώσουν και να καρποφορήσουν όλες αυτές οι στρεβλώσεις. Την ευθύνη της οικοδόμησής τους εύλογα φέρουν οι εγκέφαλοι που δημιούργησαν και δόμησαν με ιδιαίτερο τρόπο το λεγόμενο σύγχρονο ελληνικό κράτος! Η ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης εντοπίζεται στο ταχύ ξήλωμα όλων αυτών των δυσκαμψιών που ερμηνεύουν το μη φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Στο ανωτέρω σύνολο των προαναφερθέντων παραγόντων εντοπίζεται η υποτονική επενδυτική δραστηριότητα. Οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές είναι ένας από αυτούς.

Εθελοτυφλούν όσοι πιστεύουν ότι διορθώνοντας μόνο τις αδικίες που σχετίζονται με τα φορολογικά βάρη, θα έρθει η άνοιξη στην οικονομία. Αν και αποτελεί επιτακτική ανάγκη η ελάφρυνση των φορολογικών βαρών φυσικών και νομικών προσώπων, το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 12/4/2019. 

Γίναμε οι παππούδες μας και δεν το πήραμε χαμπάρι

«Δεν θα επιτρέπατε στον παππού σας να αποφασίσει τι θα φορέσετε ή τι μουσική θα ακούσετε, αλλά του επιτρέπετε να αποφασίζει για το περιβάλλον στο οποίο θα ζήσετε;» διερωτήθηκε ο Μπάρακ Ομπάμα μιλώντας σε νέους στην Κολωνία, πριν από μερικές ημέρες, προτρέποντας τους να ενδιαφερθούν για τις δημοκρατικές διαδικασίες.

Ο προβληματισμός γύρω από την «αποπολιτικοποίηση» των νέων δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ούτε καν σύγχρονο. Εδώ και δεκαετίες, πολιτικοί εντός και εκτός συνόρων ανησυχούν που οι μετεφηβικές ηλικίες τούς γυρνούν την πλάτη.

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 ο Ανδρέας Παπανδρέου δημιουργεί τον θεσμό των μαθητικών κοινοτήτων. Θεωρητικά, με σκοπό να εντάξει τους μαθητές στα πολιτικά πράγματα. Πραγματικός του στόχος να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ τη νεολαία της εποχής. Το 2019 ο «wannabe Ανδρέας» Αλέξης Τσίπρας δίνει ψήφο σε όσους έχουν γεννηθεί εντός του 2002. Η λογική είναι η ίδια. Εγώ σας βάζω από νωρίς στην πολιτική, εμένα θα ψηφίσετε.

Φυσικά το αποτέλεσμα είναι συχνά διαφορετικό από την πρόθεση. Για το ΠΑΣΟΚ, οι μαθητικές κοινότητες αποδείχθηκαν μια απλή εμπορική συναλλαγή για τις πενθήμερες εκδρομές, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις λειτούργησαν ως φυτώριο συνδικαλιστών φοιτητών στα πανεπιστήμια που τροφοδοτεί κατόπιν το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ενδεικτική είναι η πορεία του σημερινού πρωθυπουργού: από το 15μελές και τις καταλήψεις στο Πολυκλαδικό Λύκειο Αμπελοκήπων, στο κόμμα, στον φοιτητικό συνδικαλισμό στο Πολυτεχνείο, στον δήμο και, ελέω κρίσης, στην πρωθυπουργία. (Μόνο το Ποτάμι υποστηρίζει ενιαίο ψηφοδέλτιο στις φοιτητικές εκλογές και κατάργηση των κομματικών νεολαίων που εμποδίζουν τον εκσυγχρονισμό των ελληνικών πανεπιστημίων.)

Σήμερα ο πρωθυπουργός ελπίζει στην ψήφο της νέας γενιάς, δίνοντας το δικαίωμα του εκλέγειν σε περίπου 130.000 νέους ψηφοφόρους. Δίνει ψήφο σε μαθητές της Β' Λυκείου, σε όσους είναι 16 χρονών και μία μέρα.

Θα ξεγελαστούν οι νέοι να ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ στις 26 Μαΐου; Ο ίδιος πάντως, αν και σήμερα υιοθετεί πρακτικές ΠΑΣΟΚ, δεν γράφτηκε ως μαθητής στο ΠΑΣΟΚ, αλλά στην ΚΝΕ. Ήταν, με αναφορές Διονύση Σαββόπουλου, ο «16άρης που γ... τα Λύκεια» και σήμερα είναι «σχεδόν 45 ετών με μπλοκ επιταγών».

Οι σημερινοί δεκαεξάχρονοι γνωρίζουν ακόμα περισσότερα από ότι ο κ. Τσίπρας στην ηλικία τους. Έχουν όλη τη γνώση του κόσμου στο κινητό τους τηλέφωνο. Γνώση αφιλτράριστη, ωμή και πολλές φορές «fake». Το αποτέλεσμα είναι να απαξιώνουν και άλλο την «καθοδηγούμενη» πολιτική.

Οι νέοι δεν «καίγονται» για ψήφο στα 16. Θέλουν καλύτερα βιβλία. Θέλουν καλύτερες αθλητικές εγκαταστάσεις. Θέλουν διαδραστικούς πίνακες σαν αυτούς που βλέπουν στις αμερικάνικες ταινίες. Θέλουν, εν τέλει, καλύτερα σχολεία. Για τους περισσότερους μαθητές, απλώς δεν υπάρχει κανένα σημείο επαφής με το πολιτικό σύστημα – εκτός από τα σχολεία όπου εμφανίζουν δυναμική το ιστορικά σταθερό ΚΚΕ και ο επικίνδυνος χουλιγκανισμός της Χρυσής Αυγής.

Κοινώς, ο πολιτικός κόσμος δεν λέει σχεδόν τίποτα που να τους ενδιαφέρει... Στην Α΄ Λυκείου ο νους τους είναι αλλού. Στα όνειρα τους (για πολλούς μακριά από την Ελλάδα) και όχι ποιο κόμμα θα επικρατήσει στις εκλογές.

Α, συγνώμη ξέχασα, συζητάμε ακόμα για το πανεπιστημιακό άσυλο και τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Γίναμε οι παππούδες μας, οι οποίοι, όταν τους μαθαίναμε πώς λειτουργεί το χειριστήριο της τηλεόρασης, μετά δεν μας άφηναν ποτέ να το κρατήσουμε...

*Δημοσιεύτηκε στην "Huffingtonpost.gr" στις 12/4/2019. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ένα ακόμη αρχηγικό κόμμα

Αν σε κάτι διέφερε σημαντικά ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τα υπόλοιπα ελληνικά κόμματα, ήταν στην ποιότητα της εσωκομματικής του δημοκρατίας. Κουβαλώντας στις αποσκευές του τις παραδόσεις εσωκομματικής λειτουργίας της ευρωπαϊκής Αριστεράς, σοσιαλιστικής και ευρωκομμουνιστικής, ήταν το μόνο πολιτικό κόμμα με θεσμοθετημένες τάσεις και ουσιαστικό εσωτερικό διάλογο. Από τα χρόνια του Συνασπισμού, ο εκάστοτε ηγέτης του δεν αποτελούσε μια εξουσιαστική «περσόνα», που λάμβανε τις αποφάσεις μόνος του ή έστω με έναν μικρό κύκλο ανθρώπων γύρω του. Ο ηγέτης αντανακλούσε εσωτερικούς συσχετισμούς ή ήταν ο ισορροπιστής μεταξύ των διαφόρων τάσεων. Μέχρι το 2013-2014, ο Αλ. Τσίπρας ήταν ο πρώτος ανάμεσα σε αρκετούς. Μετά τη νίκη του στις εκλογές έγινε ο αδιαμφισβήτητος αρχηγός και σταδιακά απέκτησε μεγάλη ελευθερία επιλογών.

Δεν είναι κάτι πρωτοφανές στην ιστορία των κομμάτων. Ηδη το 1980, ο Γάλλος πολιτικός επιστήμονας Πορτελί είχε αποκαλέσει την εξέλιξη αυτή «προεδροποίηση» των κομμάτων. Κατά το πρότυπο των κομμάτων στις ΗΠΑ, δηλαδή, πρόκειται για το φαινόμενο της συσπείρωσης γύρω από ένα πρόσωπο που είναι εκλέξιμο και την υπαγωγή σε δεύτερη μοίρα των κομματικών οργάνων και θεσμών. Η εκλογική νίκη καθίσταται το βασικό κριτήριο του αν είναι καλή ή κακή μια ηγεσία. Ως συνέπεια, ηγέτες που θεωρούνται ελκυστικοί στο εκλογικό σώμα απολαμβάνουν μεγαλύτερη ελευθερία στη διαμόρφωση των προγραμμάτων των κομμάτων πριν και κατά τη διάρκεια άσκησης της εξουσίας.

Αν λοιπόν, οι πρώτοι μήνες διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό τις πολιτικές επιλογές και την ψυχολογία των ψηφοφόρων και των μελών του, στη συνέχεια, η πορεία απο-ριζοσπαστικοποίησης και σοσιαλδημοκρατικοποίησης του κόμματος είναι περισσότερο από φανερό πως υπήρξαν επιλογές του ηγέτη και ενός, μάλλον μικρού, ηγετικού κύκλου μέσα στους κόλπους του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν αποτέλεσαν προϊόν συλλογικής κομματικής επεξεργασίας ούτε αίτημα της βάσης. Αυτά ήρθαν αργότερα.

Είτε δει λοιπόν κανείς τη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ ως κυνική προσαρμογή στην πραγματικότητα είτε την αντιληφθεί ως μια συνειδητή επιλογή αλλαγής στρατηγικής και φυσιογνωμίας, η ουσία δεν αλλάζει ιδιαίτερα. Ο ΣΥΡΙΖΑ μετασχηματίζεται, αν δεν το έχει ήδη κάνει, σε ένα κόμμα που γεφυρώνει την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία και τη ριζοσπαστική Αριστερά. Από μια άποψη, η πολιτική μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον ελληνικό πολιτικό γεγονός των τελευταίων δύο χρόνων, με δυναμικές και μακροχρόνιες επιπτώσεις. Επίσης, προαναγγέλλει μεταβολές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τόσο για τη ριζοσπαστική Αριστερά όσο και για τη σοσιαλδημοκρατία.

Γιατί όμως αυτή η επιλογή της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να γίνεται ερήμην ή, έστω, με «βουβή» την οργανωμένη βάση του; Αν ο ΣΥΡΙΖΑ με την ψήφιση του τρίτου μνημονίου προγραμματικά ωρίμασε βίαια, οργανωτικά γέρασε απότομα. Η διάσπαση του κόμματος το 2015 είχε ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση ενός σημαντικού τμήματος του οργανωμένου κόσμου του. Μαζί με τους προβεβλημένους βουλευτές και υπουργούς εγκατέλειψαν την οργάνωση αρκετές χιλιάδες δραστήρια μέλη και φίλοι του κόμματος σε όλη την Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα της μεγάλης φυγής της οργανωμένης βάσης υπήρξε τραυματικό. Οι οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ έχασαν τόσο σε όγκο όσο και σε ζωντάνια. Με δύο λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να υφίσταται ως πραγματικό «κόμμα μαζών».

Το παραπάνω γεγονός είχε σημαντικές παρενέργειες: Το εναπομένον μικρό, από άποψη αριθμού μελών, κόμμα «ξοδεύει» μεγάλο μέρος της ενέργειάς του μέσα στο κράτος. Πλέον, πολύ μεγάλο τμήμα των μελών του είναι είτε αιρετοί είτε διορισμένοι σε κρατικές/πολιτικές θέσεις. Ετσι, το κόμμα δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας λειτουργίας σχετικά αυτόνομης έναντι της κυβέρνησης, καθώς η παροχή υποστήριξης σε αυτήν γίνεται ο πρωταρχικός στόχος των κομματικών/κυβερνητικών στελεχών.

Η απώλεια μελών, η εξασθένηση των οργανώσεων και η «κρατικοποίηση» του κόμματος συνοδεύονται κατά συνέπεια από την υποχώρηση της εσωτερικής δημοκρατίας και τη σταδιακή μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ από ένα κόμμα πολυφωνικό και δημοκρατικό σε ένα κόμμα αρχηγικό – για την ακρίβεια, σε ένα κόμμα όπου η ηγεσία και όσοι βρίσκονται γύρω της έχουν δυσανάλογη ισχύ. Υπό το παραπάνω πρίσμα, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κόμμα «σαν όλα τα άλλα» δεν έχει μόνο θετικά. Φέρνει μαζί της παθογένειες της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Αν ζούσε πάντως ο Ρόμπερτ Μίχελς ίσως να αισθανόταν δικαιωμένος. Μελετώντας την εσωκομματική ζωή του γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ο Γερμανός κοινωνιολόγος κατέληξε το 1911 πως η επαγγελματοποίηση των κομματικών ηγεσιών (υπό την πίεση των εκλογικών και οργανωτικών αναγκών του κόμματος) παγιώνει τις ελίτ στις θέσεις εξουσίας. Έτσι το κόμμα, από οργάνωση με συγκεκριμένους στόχους, μετασχηματίζεται σε μηχανισμό για τη διατήρηση των «ολίγων». Με αυτό τον τρόπο, η «οργάνωση γεννάει την κυριαρχία των εκλεγομένων πάνω στους εκλέγοντες και των εντολοδόχων πάνω στους εντολείς». Αυτή όμως είναι μια άλλη συζήτηση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 7/4/2019. 

Παρουσίαση του βιβλίου "Ο ειρωνικός θεατής. Η αλληλεγγύη χτες και σήμερα" της Λίλυς Χουλιαράκη

Οι εκδόσεις Nήσος σας προσκαλούν την Τρίτη 9 Απριλίου στις 7.00.μ.μ. στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Σκουφά 45, Κολωνάκι) σε συζήτηση με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της Λίλυς Χουλιαράκη  "Ο ειρωνικός θεατής. Η αλληλεγγύη χτες και σήμερα".
Θα μιλήσουν οι:
Κωστής Παπαϊωάννου, Εκπαιδευτικός, τέως Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαώματα του Ανθρώπου
Γαρβιήλ Σακελλαρίδης, Διευθυντής Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστείας
Αστέρης Χουλιάρας, Καθηγητής Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Συντονισμός: Μικέλα Χαρτουλάρη, δημοσιογράφος.

Στην εκδήλωση θα παρευρίσκεται και η συγγραφέας.

Λίγα λόγια για το βιβλίο:
Το βιβλίο αυτό διερευνά πώς εκδηλώνεται η ανθρωπιστική αλληλεγγύη στο σύγχρονο μιντιακό περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι η συμμετοχή σε ροκ συναυλίες, η αγορά περιβραχιονίων ή το «τουιτάρισμα» αγαπημένων διασημοτήτων λένε πολύ περισσότερα από το σκοπό που προσπαθούν να επικοινωνήσουν. Αποτυπώνουν το πώς φανταζόμαστε τον κόσμο πέρα από εμάς.

Δείχνοντας την ιστορική αλλαγή στις εκκλήσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, στις συναυλίες Live Aid και Live 8, στις συνηγορίες της Όντρεϊ Χέπμπορν και της Αντζελίνα Τζολί, καθώς και στις ειδήσεις του BBC για σεισμούς, η Λίλυ Χουλιαράκη δείχνει πώς η αλληλεγγύη έχει γίνει σήμερα όχι ζήτημα πεποίθησης αλλά επιλογής, όχι ζήτημα αξιών αλλά κατανάλωσης, όχι όραμα αλλά λάιφστάιλ. Πώς η εστίασή της, με άλλα λόγια, έχει μεταφερθεί από τους άλλους στον εαυτό μας – μετατρέποντας μας σε ειρωνικούς θεατές της ανθρώπινης οδύνης.

Με εμπειρική λεπτότητα και θεωρητική αιχμηρότητα, η Λίλυ Χουλιαράκη δείχνει πώς η συμπόνια για την ανθρώπινη οδύνη μετατράπηκε από πράξη οίκτου σε ναρκισσιστικό θέαμα. Υπερασπίζεται, ωστόσο, τη θεατρική διάσταση του ανθρωπισμού ως ηθική δύναμη, αρκεί αυτή να ελέγχεται από την κριτική σκέψη. Το βιβλίο, λοιπόν, ρίχνει το φως που χρειαζόμασταν στα ΜΜΕ και την ηθική σήμερα.
Τζον Ντάραμ Πίτερς, Πανεπιστήμιο του Γέιλ

Σε αυτή την πρωτότυπη έρευνα, η Λίλυ Χουλιαράκη αντιμετωπίζει με «σκεπτικιστική αισιοδοξία» το πώς ασκείται σήμερα η ανθρωπιστική πολιτική. Με τη θεωρητική του λεπτότητα και την πλούσια τεκμηρίωσή του, Ο ειρωνικός θεατής δείχνει τους μετασχηματισμούς που έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια η αλληλεγγύη, καθώς οι πολίτες επιχειρούν να συνδεθούν συναισθηματικά με έναν τραγικό αλλά απόμακρο κόσμο.
Σάμιουελ Μόιν, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, συγγραφέας του The Last Utopia: Human Rights in History

Το βιβλίο πετυχαίνει έναν σπάνιο συνδυασμό: ανοίγει ένα καινούριο αναλυτικό και θεωρητικό πεδίο, τηρώντας την ίδια στιγμή τη δέσμευση σε υποθέσεις που αφορούν τους ανθρώπους – και είναι επείγουσες.
The British Journal of Sociology

Η σύγκλιση σοσιαλιστικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς

Το καινούργιο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον» (εκδ. Αλεξάνδρεια) είναι ένας στοχασμός πάνω στα ερωτήματα: Πού πάμε; Τι μας επιφυλάσσει το μέλλον; Πώς θα πορευτούμε; Τι πρέπει να κάνουμε;

Ο Μουζέλης είναι ένας από τους διανοουμένους που άσκησαν πολύ μεγάλη επιρροή στην Ελλάδα, από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Εχει μια συνεχή παρουσία, με τα βιβλία και την αρθρογραφία του. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη σκέψη του είναι η ευρεία οπτική, η οποία αγκαλιάζει μεγάλες ιστορικές περιόδους σε μια κλίμακα παγκόσμια, πράγμα ασύνηθες στην ελληνική ακαδημαϊκή και πολιτική σκέψη που βλέπει την Ελλάδα ως εξαίρεση του κανόνα.

Αυτή η πλατιά εποπτεία δεν μένει στο πεδίο μόνο των γενικών παρατηρήσεων. Καταλήγει σε πολιτικές προτάσεις. Προτάσεις που προκύπτουν και βρίσκονται σε στενή συνάφεια με τα συμπεράσματα από τις αναλύσεις της μεγάλης εικόνας. Επίσης ασυνήθιστο στην Ελλάδα, όπου κατά κανόνα το δέον γενέσθαι καθορίζεται από τα εφήμερα στοιχεία της πολιτικής ζωής. Οχι από τα δομικά στοιχεία της ιστορικής εξέλιξης, αλλά από πολιτικές πικρίες και υπολογισμούς της συγκυρίας.

Ο σ. μάς λέει στο βιβλίο του ότι όπως ο καπιταλισμός δημιουργήθηκε μέσα από αιώνες εξέλιξης, έτσι και η υπέρβασή του δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης, ενός γεγονότος, ενός αδιεξόδου. Πρέπει να σκεφτόμαστε πολύχρονες δυσδιάκριτες μεταβολές με αδιευκρίνιστη κατεύθυνση. Ούτε η παγκοσμιοποίηση είναι ενιαία. Πρώτο, έχει αντιφατικά αποτελέσματα. Μεγαλώνει μεν το άνοιγμα της κοινωνικής ψαλίδας, αλλά αναδεικνύεται μια μεσαία τάξη εκατοντάδων εκατομμυρίων στην Ασία, ενώ υποβαθμίζονται ταυτόχρονα οι μεσαίες τάξεις στον αναπτυγμένο δυτικό κόσμο.

Δεύτερο, διακρίνει τρεις διαφορετικούς τύπους παγκοσμιοποίησης. Τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ, τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας όπου κυριαρχεί η πολιτική εξουσία στην οικονομική, και την Ευρώπη, όπου παρά τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, το κοινωνικό κράτος διατηρεί ακόμη ισχυρά ερείσματα. Θα υπάρξει σύγκλιση, σύγκρουση ή ηγεμονική συγκυριαρχία ανάμεσα στις τρεις σφαίρες; Και επομένως πώς θα διαμορφωθεί το μέλλον του παγκόσμιου συστήματος;

Στην Ευρώπη, τα δύο βασικά προβλήματα είναι η άνιση ανταλλαγή Βορρά-Νότου, εξαιτίας της αρχιτεκτονικής του ευρώ ανάμεσα σε χώρες με πολύ διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, και το δημοκρατικό έλλειμμα. Η μη ολοκλήρωση της πολιτικής Ευρώπης επιτρέπει και διαιωνίζει την άνιση ανταλλαγή και δημιουργεί κεντρόφυγες δυνάμεις (Brexit, ευρωσκεπτικισμός, Ακροδεξιά). Πώς όμως μπορεί να αλλάξει η Ευρώπη; Υπάρχουν συλλογικά υποκείμενα που θα μπορούσαν να προωθήσουν αυτές τις αλλαγές;

Ο Μουζέλης θεωρεί ότι η πρόταση με τις περισσότερες δυνατότητες θα ήταν μια σύγκλιση ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατική και τη ριζοσπαστική Αριστερά. Είναι δυνατή; Η μεν Σοσιαλδημοκρατία, παρά την υποχώρηση στις θέσεις των Σρέντερ-Μπλερ, συνεχίζει να στηρίζει την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Αλλά και η ριζοσπαστική Αριστερά συγκλίνει σε μια πολιτική όχι απότομης επαναστατικής ρήξης, αλλά κοινωνικών μεταρρυθμίσεων που περιλαμβάνουν επίσης αιτήματα περιβαλλοντικά και δικαιωματικά. Αυτές οι δύο δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να απευθύνονται στα λαϊκά στρώματα και επομένως να αποτελούν το αντίπαλο δέος στην Ακροδεξιά. Είναι και οι δύο, με τον τρόπο τους, φιλο-ευρωπαϊκές, πρέπει να συγκλίνουν και να συνεργαστούν πάνω σε μια στρατηγική που ανοίγει μέτωπο τόσο στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τις πολιτικές της λιτότητας όσο και προς τον λαϊκισμό που απορροφά κυρίως η άκρα Δεξιά.

Ο Μουζέλης αναφέρεται στους λόγους παρακμής της Σοσιαλδημοκρατίας. Ηταν καρπός του εθνικού κράτους, της βιομηχανικής οικονομίας και κουλτούρας, της δύναμης του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Και τα τρία έχουν αλλάξει, και κυρίως έχουν περιοριστεί οι παρεμβατικές ικανότητες του κράτους και της πολιτικής. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου απαιτεί ρυθμίσεις που δεν μπορούν να περιοριστούν σε εθνικά πλαίσια.

Τι μπορεί να γίνει με τους όρους αυτούς; Περιγράφει το πρόγραμμα που προτείνει ως «μετα-εθνικό εξανθρωπισμό του καπιταλισμού» στον οποίο θα συγκλίνουν οι δυνάμεις των σοσιαλιστών, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της οικολογίας. Απευθυνόμενος στους σοσιαλιστές, τους προτείνει ως μοναδική δυνατότητα επιβίωσης μια συμμαχία με την ευρύτερη Αριστερά (όπως στην Ισπανία και την Πορτογαλία). Διαφορετικά η Αριστερά κινδυνεύει με εξαφάνιση, αφήνοντας το πεδίο στη σύγκρουση ανάμεσα στους νεοφιλελεύθερους και την άκρα Δεξιά που έχει τη δύναμη να κινητοποιεί λαϊκές μάζες.

Ποια κοινωνική τάξη θα είναι όμως το υποκείμενο; Αν στον προηγούμενο αιώνα ήταν η βιομηχανική εργατική τάξη, τώρα θα είναι οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης, όσοι υπόκεινται όχι στην εκμετάλλευση της εργασίας τους, αλλά σε κάτι χειρότερο: στον τριπλό ζυγό Ανεργία-Επισφάλεια-Φτώχεια. Επομένως μια πολιτική προοδευτικών μεταρρυθμίσεων θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την αντιμετώπιση αυτού του τρικέφαλου Κέρβερου.

Μπορεί κανείς να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει με τις διαπιστώσεις και τις προτάσεις του Νίκου Μουζέλη. Ωστόσο, παρόμοια βιβλία επιμένουν σε αυτό που οφείλει να είναι η πολιτική συζήτηση. Πολιτική επιχειρηματολογία με ιστορική προοπτική και θέα στον κόσμο, απέναντι στον ζόφο που επικρατεί στην ελληνική δημόσια σφαίρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" την 1/4/2019. 

Μία ιδεολογικοπολιτική αποτίμηση της Συνταγματικής Αναθεώρησης

Με δεδομένο το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας ως προς την συνταγματική αναθεώρηση και εν αναμονή της δεύτερης θα είχε νομίζω ιδιαίτερο ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μια πρώτη απάντηση σε δύο αλληλένδετα ερωτήματα που αιωρούνται πάνω από τις επιστημονικές ή επιστημονικοφανείς αναλύσεις αυτής της περιόδου. Μπορεί πράγματι μια αναθεώρηση να έχει «προοδευτικό πρόσημο»; Και αν ναι, έχει τέτοιο πρόσημο το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά δεν είναι ούτε εύκολη ούτε μονοσήμαντη.

Είναι αναμφίβολο, εν πρώτοις, ότι η συνταγματική πολιτική, της οποίας απόρροια είναι οι προτάσεις αναθεώρησης, είναι υποσύνολο της ευρύτερης πολιτικής και εκπορεύεται από κομματικές δυνάμεις με αντικρουόμενες αξιακές επιλογές, ως προς τον ρόλο του κράτους, το πολιτικό σύστημα και την σημασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αντίθετα, η λογική της «ουδέτερης αναθεώρησης», με αποκήρυξη κάθε ιδεολογικού προσήμου στο όνομα των γενικότερων συμφερόντων του «λαού» και της «πατρίδας», έχει την ίδια αξία με την γενικότερη θέση περί «άχρωμων» μεταρρυθμίσεων, που υπηρετούν δήθεν, άνευ ετέρου, τον επιβαλλόμενο «εκσυγχρονισμό» (ο οποίος όμως συνήθως ταυτίζεται –παρά τις αόριστες και παραπλανητικές διακηρύξεις– με την άκριτη προσαρμογή στην σημερινή καταθλιπτική πραγματικότητα του «αχαλίνωτου καπιταλισμού»).

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι για να γίνει αναθεώρηση απαιτείται ευρύτερη συναίνεση (τουλάχιστον 3/5 σε μια από τις δύο εμπλεκόμενες Βουλές). Ωστόσο, η συναίνεση αυτή δεν είναι υποχρεωτικό να περιλαμβάνει και τους δύο βασικούς αντιτιθέμενους πολιτικούς πόλους (Αριστερά – Δεξιά). Το πώς και με ποιους όρους θα εκφρασθεί είναι συνάρτηση των ευρύτερων κοινωνικοπολιτικών συσχετισμών που διαμορφώνονται σε μια δεδομένη συγκυρία, δηλαδή των συσχετισμών των οποίων την θεσμική αποτύπωση αποτελεί –σε τελευταία ανάλυση και με πολλαπλές έστω διαμεσολαβήσεις και διαθλάσεις– και η ίδια η συνταγματική αναθεώρηση.

Τα παραπάνω, πάντως, δεν σημαίνουν ότι δεν υπάρχουν και άλλες κρίσιμες αντιθέσεις, που ενδέχεται υπό προϋποθέσεις να επισκιάζουν την κύρια αντίθεση Αριστεράς-Δεξιάς και να εμφανίζονται σαν κυρίαρχες. Τέτοιες είναι, για παράδειγμα, οι αντιθέσεις Δημοκρατία-Ολοκληρωτισμός και Ευρώπη-Αντιευρώπη, οι οποίες από τη φύση τους συνεπάγονται πολύ ευρύτερες πολιτικές συμμαχίες και ενδέχεται να επικαθορίζουν, σε μια δεδομένη συγκυρία, τις θεσμικές επιλογές. Επίσης, σε περιόδους κρίσης, σαν αυτή που ταλανίζει τη χώρα μας, είναι εύλογο να διαμορφώνονται, συγκυριακά έστω, ετερόκλητες συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις, που υπερβαίνουν τις παραδοσιακές ιδεολογικοπολιτικές αντιθέσεις.

Όλα αυτά επιτάσσουν πράγματι, υπό συγκεκριμένους πολιτικούς όρους, την πρόταξη ευρύτατων διακομματικών συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί η προστασία των θεμελιωδών αρχών και των βασικών κοινωνικών κατακτήσεων της σύγχρονης συνταγματικής δημοκρατίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το ερώτημα αν νοείται «προοδευτική» αναθεώρηση πρέπει μεν να απαντηθεί κατ'αρχήν καταφατικά, αλλά υπό ένα ευρύτερο πρίσμα, συναρτώμενο ευθέως με τρία αλληλένδετα ερωτήματα: πρώτον, ποιες πολιτικές δυνάμεις συσπειρώνονται γύρω από τις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες, δεύτερον που αποβλέπουν αυτές οι πρωτοβουλίες και τρίτον πόσο πολιτικά και θεσμικά πρόσφορες αποδεικνύονται στην πράξη, σε μια δεδομένη κοινωνικοπολιτική συγκυρία.

Υπό αυτό το τριπλό πρίσμα, μπορούμε να αποτιμήσουμε τόσο τις δύο προηγούμενες αναθεωρητικές πρωτοβουλίες όσο και την σημερινή:

Α. Η αναθεώρηση του 1986, με βάση τα ανωτέρω κριτήρια, ήταν εν μέρει μόνο προοδευτική. Απάλλαξε μεν, με συμφωνία μόνον των «προοδευτικών» δυνάμεων, την πολιτική ζωής από την ιδιότυπη «κηδεμονία» που της είχε επιβάλει, μέσω του Συντάγματος του 1975, ο πατριάρχης της συντηρητικής παράταξης Κωνσταντίνος Καραμανλής, αλλά εν τέλει όχι μόνο παρέμεινε –κακώς– μονοθεματική αλλά και εκκόλαψε, στο όνομα της ενίσχυσης της Βουλής, τον πρωθυπουργοκεντρισμό.

Β. Η αναθεωρητική πρωτοβουλία του 1995 στην αφετηρία της υπήρξε προοδευτική. Ωστόσο, παρά το ότι οι συσχετισμοί ήταν επίσης πρόσφοροι, η αρχική στόχευση του Ανδρέα Παπανδρέου για ευρείες και τολμηρές τροποποιήσεις τέθηκε, μετά τις εκλογές του 1996, στην προκρούστεια κλίνη μιας μονομερούς συμφωνίας ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί στην άχρωμη, άοσμη και πλαδαρή αναθεώρηση του 2001 (με αρκετές πάντως τροποποιήσεις προς την ορθή κατεύθυνση).

Γ. Το αναθεωρητικό εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ σφραγίσθηκε εξ αρχής από τον εγγενή αριστερισμό του, ο οποίος, βέβαια, κάθε άλλο παρά συνεπάγεται όντως προοδευτικές επιλογές. Όχι μόνον διότι είναι εκτός τόπου και χρόνου, ως προς τους πραγματικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και διότι οδηγεί αρχικά μεν σε «αυταπάτες», στην συνέχεια σε άτακτη υποχώρηση και συντηρητικές αναδιπλώσεις και εν τέλει σε αποτυχία πραγμάτωσης έστω και μέρους των διακηρυσσόμενων μαξιμαλιστικών στόχων.

Αυτό ακριβώς συνέβη και με την εν εξελίξει αναθεώρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε είχε ούτε απέκτησε, στην πορεία, σοβαρή και ρεαλιστική προοδευτική συνταγματική πολιτική. Από τις ανεκδιήγητες και εκτός της ισχύουσας έννομης τάξης αντιλήψεις περί «συντακτικής συνέλευσης» και «συνταγματικού δημοψηφίσματος» (στις οποίες έβαλε φρένο, ευτυχώς, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας...) περάσαμε στις γενικές και αόριστες εξαγγελίες του πρωθυπουργού, στον αμφιλεγόμενο και άνευ αποτελέσματος «κοινωνικό διάλογο» και εν τέλει σε καθυστερημένη, περιορισμένη και αγχωτική συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης. Αλλά και εκεί δεν πρυτάνευσε η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων και συγκλίσεων, προκειμένου να περάσουν –με αμοιβαίες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς– τουλάχιστον ορισμένες όντως ρεαλιστικές προοδευτικές προτάσεις που υποβλήθηκαν σε αυτό το τελικό στάδιο. Αντίθετα, αφ'ενός μεν επεδείχθη πλήρης αδιαλλαξία απέναντι στις ουκ ολίγες θετικές προτάσεις της ΝΔ (διότι, βεβαίως, δεν ήταν όλες «νεοφιλελεύθερες»...) αφ'ετέρου δε επελέγη η ατυχέστατη «εργαλειοποίηση» μιας ενδιαφέρουσας θεωρητικής συζήτησης, για το αν δεσμεύει (και πως) η πρώτη Βουλή την επόμενη. Αυτό οδήγησε σε μια ακραία και αλαζονική στάση, ως προς τον ρόλο της σημερινής κυβερνητικής πλειοψηφίας, που έδωσε απλόχερα, τόσο στην ΝΔ όσο και στο Κίνημα Αλλαγής, το άλλοθι που αναζητούσαν...

Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Όλες οι διατάξεις που είχαν προοδευτικό πρόσημο (θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και εγγυήσεις της θρησκευτικής ελευθερίας, κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, μορφές άμεσης πολιτικές συμμετοχής, αναλογικό εκλογικό σύστημα στις βουλευτικές –και μόνον– εκλογές, πολιτικά δικαιώματα αλλοδαπών με μόνιμη διαμονή, νομοθετικός καθορισμός της περιφερειακής οργάνωσης του κράτους,) πέρασαν μόνο με την –οριακή και ευκαιριακή– κυβερνητική πλειοψηφία και κατά πάσα πιθανότητα θα απορριφθούν στην επόμενη Βουλή, όπου απαιτούνται τουλάχιστον 180 ψήφοι.

Αν λοιπόν δεν προκύψει κάποια εμπλοκή με την εκλογή του Προέδρου –που θα μπορούσε να οδηγήσει σε συνολική απόρριψη της αναθεώρησης στην επόμενη Βουλή...– φαίνεται ότι η αναθεώρηση θα περιορισθεί σε ελάχιστες διατάξεις, που είναι μεν χρήσιμες για την βελτίωση της λειτουργίας του πολιτεύματος αλλά σε καμία περίπτωση δεν αρκούν για να την χαρακτηρίσουν προοδευτική.

Εκτός αν θεωρήσουμε ότι ο προοδευτικός χαρακτήρας της έγκειται σε αυτό που ξεστόμισε ευθαρσώς ο εισηγητής της πλειοψηφίας: να αποτραπεί, για τα επόμενα δέκα χρόνια, η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 9/3/2019.