Κυριακή, 23 Σεπτέμβριος 2018

Εικοσιένα: Η πάνω και η κάτω κλεφτουριά

Η ανεξαρτησία προέκυψε από πλήθος παραγόντων: προϊόν των πολεμικών επιτυχιών των Ελλήνων (κυρίως από το 1821 έως το 1824), του ρομαντισμού και των φιλελλήνων, του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων κ.ά.

Το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 θεωρήθηκε «έντιμος συμβιβασμός» για τα συμφέροντα των τελευταίων. Ενώ αρχικά οι Άγγλοι επέμεναν στο δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με σκοπό να ανακόψουν την επιρροή της Ρωσίας στα Βαλκάνια, από το 1823 με τον Τζορτζ Κάνινγκ έκαναν στροφή στην εξωτερική πολιτική βλέποντας τις νέες ευκαιρίες μέσω των απελευθερωτικών κινημάτων που θα κατώρθωναν να συγκροτήσουν νέα κράτη- προτεκτοράτα.

Το νεοσύστατο κρατίδιο υπήρξε εξαρχής δέσμιο του διεθνούς συστήματος ασφαλείας και του βρετανικού, τότε, χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Και η πρώτη ελληνική πτώχευση του 1826-1827 είχε μια ιδιομορφία: η Ελλάδα δεν ήταν καν κράτος.

Εν μέρει η χρηματοδότηση του Αγώνα έγινε από ελληνικά κεφάλαια του εξωτερικού και κεφάλαια Ελλήνων πλοιοκτητών που είχαν αβγατίσει το εμπόριό τους χάρη στη Συνθήκη Κιουτσούκ-Καϊναρτζή. Κατά τα άλλα, από το σύνολο των δύο δανείων του 1824 και του 1825, ονομαστικού ύψους 2.800.000 λιρών, μόνον το 20% έφτασε στον σκοπό του.

Το 40% πήγε σε προμήθειες και ασφάλειες των μεσαζόντων, ενώ με το υπόλοιπο αγοράστηκε ένα πλοίο και παραγγέλθηκαν άλλα τέσσερα ‒ για να φτάσουν μόνο δύο πλοία στην Ελλάδα, μετά την Επανάσταση.

Το πιο σκληρό μέτρο για την αποπληρωμή των δανείων ήταν η υποθήκευση των «εθνικών κτημάτων» που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους.

Στο εσωτερικό, ό,τι απέμεινε από το δάνειο, χρησιμοποιήθηκε για εξαγορά βουλευτών, για μισθούς στρατιωτικών (12.000 αξιωματούχοι σε σύνολο δύναμης 20.000 ανδρών) και της διοίκησης.

Κατά κοινή ομολογία, το δάνειο υποκίνησε τον αμοραλισμό, την κοινωνική σήψη και τους δύο εμφυλίους του 1824. Ήδη, η πάνω και η κάτω κλεφτουριά ‒η αριστοκρατία της εθνικής εικονοποιίας και οι ρακένδυτοι του Αγώνα‒ ήταν εμφανής.

Με το «ταμείον κενόν», κατά δήλωση της Επιτροπής Ταμείου της Βουλής, η Ελλάδα είχε ήδη πτωχεύσει το 1825. Οι φατρίες διαγκωνίστηκαν για την απομύζηση του πλούτου: «νόμος και ισχύς, αι λίραι του δανείου».

Όπως σημείωνε ο Κ. Παπαρηγόπουλος για την οικονομική ασφυξία, δεν είχαν μείνει ούτε 20.000 λίρες για να σωθεί το Μεσολόγγι. Τον Απρίλιο του 1826, η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη είχε βρει στο ταμείο μόνον 16 γρόσια∙ ούτε μία λίρα.

Στις 11 Ιανουαρίου του 1828 το δίκροτο «Γουωρσπάϊτ» έφθασε στην Αίγινα με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στις 12 Ιανουαρίου τα ελληνικά και ξένα πλοία με «πυροβολικάς αντιχαιρήσεις», όλες οι αρχές του νησιού, όλος ο λαός υποδέχτηκαν τον πρώτο Κυβερνήτη για την επίσημη έπαρση της ελληνικής σημαίας στην προκυμαία.

Ομως, στις 10 Φεβρουαρίου του 1829 ο Κυβερνήτης έγραφε από την Αίγινα στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (ο οποίος αργότερα είχε τύψεις για τη δολοφονία του Καποδίστρια):

«Ήθελα να έχω κάμποσα εκατομμύρια τάλλιρα δια να σας δώσω όσα ζητείτε, αλλά καθώς σας είπα το μεν ιδιαίτερό μου ταμείον είναι κενόν, το δε δημόσιον μόλις δύναται να επαρκέσει εις τας μάλλον κατεπειγούσας χρείας του τρέχοντος Φεβρουαρίου και το πολύ του ημίσεως Μαρτίου. Τούτο είναι γνωστότατον και δύνασθε αυτοπροσώπως να το βεβαιωθήτε, βλέποντες τα κατάστιχα της επί των οικονομικών επιτροπής...Υπομείνατε καθώς υπομένω και υπομένω ίσως επέκεινα της ανθρωπίνης δυνάμεως».

Ωστόσο, η πρώτη πτώχευση έτρεχε να συναντήσει την επόμενη του 1843. Τι είχε πάει στραβά; Κανείς δεν έβλεπε την πάνω και την κάτω κλεφτουριά. Κανείς δεν διαπίστωνε ότι «ο κινητικός πληθυσμός που αναζητούσε δημόσιες σχέσεις κι έτρεχε κατά μάζες» όπως έγραφε ο Εντμόντ Αμπού στο «Η Ελλάδα του Όθωνος» το 1854.

Κι ας φώναζε ο Μακρυγιάννης ότι «...η αλήθεια είναι πικρή και όσοι κάμαμεν το κακόν, μας κακοφαίνεται, ότι και το κακό το θέλομε και το νιτερέσιον να το κάνωμε και καλούς πατριώτες θέλουμε να μας λένε. Και αυτό δεν γίνεται».

Ούτε αργότερα διαπιστώθηκε το φαινόμενο των κρατικοδίαιτων και των άλλων –όχι μόνο του Εικοσιένα– σε σχέση με τα κοινά και τα δημόσια ταμεία. Ούτε καν σήμερα, διακόσια χρόνια μετά.

Τον Καραϊσκάκη, «οι μεν πατέρα κράζοντάς τον, οι δε σωτήρα της Ελλάδος, άλλοι φόβητρον των Τούρκων και άλλοι αιώνιον καύχημα της Ελλάδος... τον έθαψαν... μετά τριών ωρών θρηνολογίας...» (Χρ. Περραιβού, «Απομνημονεύματα πολεμικά», Τόμ. Β΄, Αθήναι, 1836, κι αυτό ήταν όλο.

Βέβαια, υπήρξε ο Σολωμός, υπήρξε ο Κάλβος με τη Λύρα του πριν τις Ωδές: «Εσάς προσμένει η γη μου∙ εκεί τα σφάγια, και τ' άνθη εκεί πλουτίζουσι, και η σμύρνα χίλιους ναούς∙ τους έκτισαν της ιεράς Ελευθερίας τα χέρια».

Αλλά υπήρξε από κοντά κι η παραδοχή του Κωστή Παλαμά: «Το Εικοσιένα; Έχουμε ως την ώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πως όχι. Τη μυθολογία του; Φοβάμαι πως ναι» (βλ. Κ. Παλαμάς «Σημειώματα στο περιθώριο», εκδ. Στιγμή, 2017).

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 22/3/2018. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση