Τετάρτη, 22 Νοέμβριος 2017

Το απείκασμα της μνήμης

Το σύνθημα γεφυρώνει επάλληλους κόσμους. Αλλά η ερμηνεία του -σε ίδιους δρόμους, σε διαφορετικούς χρόνους- διαφέρει. Οι νέοι του 1973, στρατευμένοι, εξόριστοι, μισοπαράνομοι, χωρίς σχέδια μέλλοντος, δεν ένιωθαν ηττημένοι. Οι νέοι του 2017, νόμιμοι και φορολογικά ενήμεροι, νιώθουν ταπεινωμένοι, ηττημένοι, εξόριστοι στο σπίτι.

Οσο μεγαλώνουμε, το «Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία» της δικής μας ευθύνης, γίνεται γρίφος. Ενα οφειλόμενο απείκασμα του συρμού που, πολλές φορές, ακούστηκε εν κενώ, στα πέριξ του δημόσιου μνημειακού κτιρίου, παραδομένου στους αστικούς μύθους της Πατησίων πλάι στο Εθνικό Μουσείο.

Το Πολυτεχνείο κακοποιημένο, έδρα αυτιστικών μικροσυμμοριών και τρωκτικών, δίνει ελάχιστα σε σχέση με όσα θα 'πρεπε. Το ίχνος του, τόσο γενικό, σίγουρα είναι διαχρονικό. Οι αποχρώσεις του, όμως, καλούν για διαφορετικές μεταχειρίσεις του πληθυντικού επείγοντός του.

Το «Πολυτεχνείο του 1973» είναι μνήμη μιας νίκης. Στην πραγματικότητα, μιας μισονίκης για τη δημοκρατία και την εθνική αξιοπρέπεια. Το '73 κλονίστηκε μεν το καθεστώς Παπαδόπουλου, απονομιμοποιήθηκε το «πολιτικό» πείραμα της ψευδοκυβέρνησης Μαρκεζίνη, αλλά έφερε στο προσκήνιο τον πιο σκληρό δικτάτορα Ιωαννίδη και σήμανε την αρχή της κυπριακής τραγωδίας το 1974.

Αλλά ακόμα κι αν μιλάμε για νίκη, αυτή η νίκη, όπως φάνηκε εκ των υστέρων, δεν ήταν αμετάκλητη. Δεν θα ξαναδούμε εύκολα τανκς στην Αθήνα. Είδαμε όμως τι εστί μεταδημοκρατία: «Είστε ελεύθεροι να ψηφίσετε ό,τι θέλετε αλλά θα ακολουθείτε την πολιτική που εμείς θέλουμε».

Οπως ενοχλούσε και τότε, ενοχλεί και τώρα. Αλλά με αρκετές παραμορφώσεις. Καταλαμβάνει τον δημόσιο λόγο ως αναμνηστική τελετή του ξεσηκωμού των φοιτητών κατά της χούντας στη Νομική τον Φεβρουάριο του '73 και μετά, τον Νοέμβριο, στον χώρο του Πολυτεχνείου∙ με ανέξοδες κομματικές ανακοινώσεις, λίγη τσίκνα από βρόμικο, ανούσιο αντιαμερικανισμό και πολλούς σχολιασμούς και στεφάνια «υπέρ». Καταλαμβάνει τον μιντιακό και τηλεοπτικό του χρόνο με online αναμεταδώσεις, ανταποκρίσεις, παραπολιτικά, χιλιοπαιγμένα αφιερώματα.

Τι άλλαξε; Πολλά και τίποτα. Και αυτό λέει ότι δεν μπορείς πάντα να λογαριάζεις την ιστορία σου σαν σε πίνακα ενεργητικού και παθητικού, ακόμη και στα συμφραζόμενα ενός κόσμου που αλλάζει.

Ενα είναι σίγουρο: οι καμποτινισμοί των συνταγματαρχών, οι λαμπαδοφορίες, οι χαιρετισμοί «κλαρίνο», οι «παράτες», τα «εφ' όπλου», τα «επί δεξιά και επ' αριστερά» και λοιπά καψώνια που γέμιζαν τη Γυάρο και τις φυλακές, έχουν δώσει τη θέση τους στους καμποτινισμούς των νεοφιλελεύθερων φονταμενταλιστών, τα σενάρια των «success stories», τη «δημοσιονομική προσαρμογή», τη «μείωση των δημοσίων δαπανών», τις «μεταρρυθμίσεις» και τα νέου τύπου καψώνια που αύξησαν το χρέος και μείωσαν το ΑΕΠ. Το άλλο σίγουρο είναι, σχηματικά μιλώντας, ότι ο «επαναστατημένος κόκκινος» του '73 έγινε ο «κόκκινος δανειολήπτης» του 2017.

Ο χρόνος που διανύθηκε μας λέει επιπλέον ότι λειτούργησε περισσότερο ως κομματικός χρόνος διαμόρφωσης ψευδών συνειδήσεων, και λιγότερο ως αναστοχαστικός χρόνος. Η υπόθεση «Πολυτεχνείο» και η κληρονομιά του εκφράστηκε με αξιοζήλευτη ποικιλία συνθηματολογικών κλιμακώσεων, από τους «300 προβοκάτορες» της «Πανσπουδαστικής» του 1973 έως την ιαχή «Ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» του 1981, με τον Α. Παπανδρέου να μιλάει για «πορεία του λαού που ανταποκρίνεται στο όραμα και τη θυσία της γενιάς του Πολυτεχνείου».

Ο ίδιος το 1990, καταπονημένος, συνοδευόμενος από τη Δήμητρα, δήλωνε ενώπιον της «Κεφαλής»: «Θα μείνουμε όρθιοι σε αυτές τις δύσκολες ώρες για τη χώρα μας, με εθνικούς κινδύνους, με καταστροφή του πραγματικού ιστού της οικονομίας μας, με κινδύνους, πραγματικά, πολιτικούς και κοινωνικούς, θα μείνουμε στις επάλξεις του αγώνα». Ποιος ήταν «ο αγώνας»; Η ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα μερικών καταληψιών «ειδικού βάρους» (πες με Δαμανάκη).

Ισως, το μετέπειτα συλλήβδην «ανάθεμα» στο πνεύμα της φοιτητικής εξέγερσης και της Μεταπολίτευσης. Ακούστηκαν πολλά, και γράφτηκαν περισσότερα όλα αυτά τα χρόνια. Το κομματικό φοιτητικό κίνημα, με σταδιακή έκπτωση, ρητά ή άρρητα -με κύρια ευθύνη της Αριστεράς-, τοποθέτησε το άκοπο «Κατά της εντατικοποίησης» υψηλότερα από το δικαίωμα και την υποχρέωση στη μάθηση, στρώνοντας χαλί στην ΠΑΣΟΚοποίηση του κράτους και δίνοντας την ευχέρεια σε αγράμματους πυχιούχους -πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς- να συμβάλουν στη μεταπολιτευτική αναποτελεσματικότητά του.

Το άλλο σταθερό μοτίβο είναι ότι από τις «Επιχειρήσεις Αρετή» και τις άλλες προσπάθειες επεμβάσεων στα Εξάρχεια των Μποσινάκη και Αρκουδέα έως την ανόητη «ανομία των Εξαρχείων» της σημερινής Ν.Δ., η αποκωδικοποίηση του εξεγερσιακού της νεολαίας γίνεται αποκλειστικά υπό το πρίσμα του νόμου και της τάξης και όχι μέσα από την αποκωδικοποίηση του κοινωνικού και πολιτικού που γεννά το εξεγερσιακό.

Ετσι, ξανά, η μαθητική νεολαία –όλοι γεννημένοι μετά το 2000– θα ξαναγιορτάσει φέτος «το Πολυτεχνείο»... με τα γνωστά στερεότυπα, υπό τα σαλπίσματα της λιτότητας και τη βουβαμάρα για το άλυτο χρέος. Ενδεχομένως, γιορτάζει τη μετατροπή της στιγμιαίας δημιουργικής φαντασίας σε μακροχρόνια αποδημιουργία, καταστροφή και δυστοπία. Ισως, πάλι, όχι.

Το είχαμε γράψει και πέρυσι: Ο κύκλος «νεολαία» δεν έχει κλείσει – πρώτοι στην ανεργία, σε απώλειες δομών παιδείας, πρώτοι στο διώξιμο ταλαντούχων. Ο κύκλος μένει ανοιχτός, 44 χρόνια μετά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/11/2017.

Μέτωπα Ευρώπης και ευκαιρίες

Η ολοκλήρωση εκλογικών αναμετρήσεων δεν έκλεισε τους πολιτικούς κύκλους, ακόμα και για τους νικητές∙ για τον Μακρόν στη Γαλλία ή τη Μέρκελ στη Γερμανία. Τόσο για τους ισχυρούς (Γαλλία, Γερμανία) όσο για τους λιγότερο (Ελλάδα), η Ε.Ε. είναι τόσο αναγκαία όσο αναγκαία ήταν η ένωση πριν από 60 χρόνια στη Ρώμη – τότε που η οικοδόμηση κοινών θεσμών και συνεννόησης φαινόταν μονόδρομος.

Παρά τις ψυχροπολεμικές σκοπιμοθηρίες και τις πιέσεις των ΗΠΑ, με δεδομένη τη δυσπιστία των ιστορικών αντιπάλων, η γενιά που έζησε τον πόλεμο ήθελε να θεραπεύσει τις πληγές και να αμβλύνει τις συνέπειές του.

Σήμερα, επιβεβαιώνεται η αντιστροφή του υποδείγματος. Για τη γενιά που μεγάλωσε στην ευημερία, οι δυναμικές για ταχύτερη ή βαθύτερη σύγκλιση και πολιτική ολοκλήρωση δεν λειτουργούν σε ύφεση και ανεργία και σε εθνικιστικά συμφραζόμενα. Το 2007, πριν από την καταιγίδα, το 17% των Ευρωπαίων ζούσε στα όρια της φτώχειας και του αποκλεισμού. Το 2009 το ποσοστό είχε φτάσει το 23% και το 2015 ήταν 35,7%.

Ποια είναι τα συμπεράσματα για την Ε.Ε.; Τι εννοούμε όταν λέμε ολοκλήρωση; Το πολιτικό πλαίσιο των εκλογικών διαδικασιών έδειξε ότι και στις ισχυρές χώρες ο διάλογος έγινε περισσότερο πάνω στα εσωτερικά προβλήματα (ως μεμονωμένων χωρών) και λιγότερο πάνω σε συνολικά ευρωπαϊκά θέματα – που ανατίθενται σε λομπίστες και ΜΚΟ.

Και έγινε κυρίως με ατζέντες που προώθησαν οι ακροδεξιές δυνάμεις που αμφισβητούν τη νομιμότητα των ευρωπαϊκών θεσμών. Αυτό δείχνει ότι το μοντέλο των χωρών-μελών που εφαρμόζουν πιστά οδηγίες και κανονισμούς, αλλά υφίστανται τις πολιτικές συνέπειες, έχει φτάσει στα όριά του. Η Ένωση δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν στα μέλη της ογκούνται οι πολιτικές δυνάμεις που την αμφισβητούν ή όταν εκδηλώνονται εσωτερικές κοινωνικές συγκρούσεις που τα αποδυναμώνουν.

Παρά την πολιτικά ορθή αρχή «μην αφήνεις ποτέ μια κρίση να γίνει ανεξέλεγκτη», η Ευρώπη «κάνει λίγα και τα κάνει αργά». Εχει ανοιχτά μέτωπα που θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να ανακόψουν την πορεία της. Το 2016, ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, αποτιμώντας το δύσκολο 2015 είχε μιλήσει ανοιχτά για πολυεπίπεδη ευρωπαϊκή κρίση (multi-crisis) εντός μιας συνολικότερης παγκόσμιας κατάστασης.

Το Brexit του 2016, ο Ντόναλντ Τραμπ, ο Βλαντίμιρ Πούτιν, η Κίνα, το ΔΝΤ, αμφισβητούν ευθέως τις Βρυξέλλες. Η δημοσιονομική λιτότητα, οι αδυναμίες της νομισματικής αρχιτεκτονικής, οι συνεχείς ροές προσφύγων και μεταναστών, οι φράχτες και τα παραληρήματα στα σύνορα, οι γεωπολιτικές απειλές από τη Μέση Ανατολή και η τρομοκρατία ως «υβριδικός πόλεμος» κατά της Δύσης, προκαλούν τριγμούς στα σαλόνια της Ευρώπης.

Ο τύπος της συγκεντρωτικής «ανελεύθερης δημοκρατίας» της Κεντρικής Ευρώπης στην Ουγγαρία και την Πολωνία υπονομεύει τους ενοποιητικούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, όσο και το πείραμα της Καταλονίας, όσο και η γήρανση του ευρωπαϊκού πληθυσμού.

Σε αυτό το ευρωπαϊκό ανάγλυφο η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από τον κανόνα (συν την ιστορική υπόθεση της δημοσιονομικής ανευθυνότητας και της υπερχρέωσης). Οι πολιτικές δυνάμεις -με εξαίρεση ίσως τη φιλοευρωπαϊκή Αριστερά- δεν μιλούν για την Ευρώπη.

Ολοι θυμούνται τα ευρωπαϊκά στις Ευρωεκλογές. Οι Έλληνες βιώνοντας την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων, βλέπουν τη σταδιακή «βαλκανιοποίησή» τους χωρίς να πολυενδιαφέρονται για την Ευρώπη. Και οι πολιτικοί δεν κατανοούν ότι ο κόσμος αλλάζει με βίαια περάσματα από τους πόθους στις χίμαιρες.

Αλλά αν το προ κρίσης φαντασιακό κούμπωνε με εμμονή στη μονολιθική φύση της Ένωσης ως αγοράς ή ως χρυσοφόρου κουμπαρά, και σε δανειακούς τρόπους δράσης για υποθετικές ανοδικές τροχιές, άφηνε συνάμα μια αίσθηση -έστω άστοχη- ιστορικής θέσης και αισιοδοξίας. Σήμερα, η έννοια του μέλλοντος δείχνει ματαιωμένη, με την Ευρώπη να πλασάρεται σαν προϊόν ετικέτας σε πολιτική παγκόσμια αγορά με δομές αθέμιτου ανταγωνισμού.

Ωστόσο, τίποτα δεν είναι βέβαιο. Οι ηγέτες της Ε.Ε., αν επηρεάζουν τις εξελίξεις, έχουν δυνατότητες να μετατρέψουν τα μέτωπα σε ευκαιρίες. Ομως, δεν μπορούν πλέον να βασίζονται σε επιχειρήματα που ήδη χρησιμοποιήθηκαν, γιατί δεν έχουν πολιτικό χρόνο.

Ο μονόδρομός τους είναι οι εναλλακτικές λύσεις και η πραγματική αλληλεγγύη. Το Greek comeback, η επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα, δεν προοικονομεί κάποια νίκη. Και η μετάβαση της χώρας από κράτος-παρία σε ισότιμο εταίρο θα είναι εφικτή εάν δεν υπονομευτεί από εγχώριες δυνάμεις ή από αγκυλώσεις των δανειστών.

Οι αποφάσεις της χώρας να είναι ευρωπαϊκή, ανοιχτή και κοσμοπολίτικη έχουν παρθεί ήδη από καιρό. Υπάρχουν τροχιές ανθρώπων που θεωρούν την Ευρώπη σαν χώρα τους. Αρκετοί βρίσκονται εκτός Ελλάδας, αλλά είναι σαν να βρίσκονται στη γειτονιά τους, στην αυλή τους. Για ακόμα μία φορά, αυτό λέει ότι η επιτυχία της Ελλάδας περνάει από ευρωπαϊκούς δρόμους.

Αλλά αν χαθούν αυτοί οι δρόμοι, κανείς ιστορικός του μέλλοντος δεν θα δείξει τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου και τους Ελληνες συνταξιούχους. Ως υπεύθυνους για τη διάλυση της Ενωσης θα δείξει τη Λέσχη του Βερολίνου, την παρέα των Βρυξελλών και των πλεονασματικών Βορειοευρωπαίων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 3/11/2017. 

Η κλήρωση και η δημοκρατία

Μία από τις πιο ευχάριστες ειδήσεις των τελευταίων εβδομάδων ήταν και η αναγγελία της επανακυκλοφορίας του ένθετου «Ενθέματα» στην «Αυγή» της Κυριακής. Η στήλη, που ξεκίνησε το ταξίδι της στα «Ενθέματα» τον Σεπτέμβριο του μακρινού 2008, τότε με προτροπή του Στρατή Μπουρνάζου, με χαρά αποδέχεται την πρόσκληση να πάρει μέρος και στη νέα περίοδο του εγχειρήματος. Όπως και πριν, θα έχουμε το ραντεβού μας την πρώτη Κυριακή του μήνα και θα σχολιάζουμε μία ή περισσότερες λέξεις που ακούστηκαν και απασχόλησαν την επικαιρότητα τον μήνα που πέρασε.

Για τούτο το πρώτο άρθρο τής νέας περιόδου διάλεξα μία λέξη που είχε ακουστεί πολύ πριν από μερικούς μήνες, τον καιρό που η στήλη δεν δημοσιευόταν, και που ακούστηκε και πάλι πριν από μερικές μέρες: τη λέξη «κλήρωση», αφού με απόφαση του υπουργείου Παιδείας η επιλογή των σημαιοφόρων στις μαθητικές παρελάσεις κατά τις εθνικές γιορτές θα γίνεται πλέον με κλήρωση ανάμεσα στους μαθητές της Ε ΄και της ΣΤ΄ Δημοτικού, μια απόφαση που προκάλεσε συντεταγμένες και ενορχηστρωμένες αντιδράσεις από τους λαθρέμπορους της αριστείας. Και τώρα, στην παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου τις προάλλες, υλοποιήθηκε (ή δεν υλοποιήθηκε) για πρώτη φορά η απόφαση αυτή.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για την κλήρωση, που είναι λέξη αρχαία (κλήρωσις), της κλασικής αρχαιότητας και βέβαια ανάγεται στο ρήμα κληρώ (σήμερα κληρώνω) κι αυτό στο ουσιαστικό κλήρος. Ο κλήρος είναι λέξη ομηρική και αρχικά πρέπει να σήμαινε το αντικείμενο (κομμάτι ξύλο, πετραδάκι) που χρησιμοποιούσαν στην κλήρωση - στο Η της Ιλιάδας, όπου γίνεται κλήρωση για να επιλεγεί εκείνος που θα πολεμήσει με τον Έκτορα, βάζουν λαχνούς μέσα στο κράνος του Αγαμέμνονα και τελικά έθορε κλήρος κυνέης ... Αίαντος, από το κράνος ξεπήδησε ο λαχνός του Αίαντα. Ο κλήρος ανήκει στην οικογένεια του ρήματος κλάω-κλω, από όπου και το κλάσμα ή ο κλάδος.

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι χρησιμοποιούσαν συχνότατα την κλήρωση ως μέθοδο επιλογής για αξιώματα. Στην αθηναϊκή δημοκρατία με κλήρο επιλέγονταν οι 500 βουλευτές και οι δικαστές, ενώ άλλα αξιώματα ήταν αιρετά (με μυστική ψηφοφορία) ή χειροτονητά (με ανάταση της χειρός). Μάλιστα, στα «Πολιτικά» ο Αριστοτέλης θεωρεί πως η κλήρωση είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της δημοκρατίας, «Το κληρωτάς είναι τας αρχάς», αφήνοντας ενδεχομένως περιθώριο να εξαιρούνται κάποια αξιώματα που απαιτούν πείρα ή ειδικές γνώσεις (ή πάσας ή όσαι μη εμπειρίας δέονται και τέχνης). Πολύ περίτεχνες ήταν οι πιρουέτες των αρχαιολάγνων της αντιπολίτευσης, της σχολής Άδωνη, που προσπάθησαν με διάφορες σοφιστείες να ξεπεράσουν αυτή την πασίγνωστη αλήθεια.

Ωστόσο, η λέξη «κλήρος» πήρε κι άλλες πολύ ενδιαφέρουσες σημασίες στη συνέχεια· κατ' αρχάς, επειδή συχνά η διανομή γης γινόταν με κλήρωση, επικράτησε να ονομάζεται κλήρος το αγροτεμάχιο, το κτήμα, το οικόπεδο και στη συνέχεια η κληρονομούμενη ακίνητη περιουσία, η οποία άλλωστε κληροδοτείται και κληρονομείται. Από τον κλήρο μάλλον προέρχεται και η λέξη «ολόκληρος», αυτός που έχει όλα τα μερίδια ενός συνόλου.

Με τον ερχομό του χριστιανισμού, η λέξη «κλήρος» πήρε τη σημασία του συνόλου των ιερωμένων. Η εντυπωσιακή αυτή σημασιολογική εξέλιξη μάλλον έχει την αφετηρία της σε μια φράση της μετάφρασης των Εβδομήκοντα, όπου για τους Λευίτες, που εκτελούσαν ιερατικά καθήκοντα, χρησιμοποιήθηκε η λέξη κλήρος, «Κύριος αὐτὸς κλῆρος αὐτοῦ», κι έτσι η λέξη πήρε τη σημασία του ιερατικού αξιώματος και πέρασε και στους ιερείς του Χριστιανισμού.

Οι ιερείς, ως ανήκοντες στον κλήρο, ονομάστηκαν λοιπόν κληρικοί, λέξη που πέρασε και στα λατινικά clericus. Και επειδή στα μεσαιωνικά χρόνια κυρίως οι ιερείς και οι μοναχοί ήσαν εγγράμματοι και μπορούσαν να ασχολούνται με γραφική εργασία, από τη μετεξέλιξη του clericus προέκυψαν οι τύποι clerc (γαλλ.) και clerk (αγγλικά), που χρησιμοποιούνται σήμερα για τους υπαλλήλους γραφείου - και η δουλειά του υπαλλήλου γραφείου χαρακτηρίζεται clerical work. Η λέξη επέστρεψε ως αντιδάνειο εκείνα τα χρόνια, αφού κλέρης ονομάστηκε ο γραμματικός, αλλά σήμερα μόνο ως επίθετο διασώζεται. Μεσαιωνική λέξη από τον κλήρο είναι η κλήρα, που σημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, και τον απόγονο κάποιου.

Στα νεότερα ελληνικά κληρωτός ονομάζεται ο στρατεύσιμος, λέξη που απηχεί την εποχή όπου οι στρατεύσιμοι επιλέγονταν με κλήρωση· άλλωστε κληρουχία λέγεται η σειρά κατάταξης στο Ναυτικό – εξ ου και η προσφώνηση «ρε κληρούχα!» προς ναύτη της ίδιας σειράς.

Κι έτσι, φέτος παρέλασαν σημαιοφόροι που είχαν επιλεγεί με κλήρωση - όχι παντού όμως. Σε σχολείο της Δάφνης, ο διευθυντής αυθαίρετα αντικατέστησε το αγόρι που κληρώθηκε, επειδή είχε σκούρο δέρμα, λεγόταν Αμίρ και ήταν προσφυγάκι από το Αφγανιστάν. Από την άλλη, όταν σε ένα Γυμνάσιο της Σαντορίνης ορίστηκε σημαιοφόρος, όχι με κλήρωση, αλλά με βάση τις μαθητικές της επιδόσεις, μια μαθήτρια αλβανικής καταγωγής, οι ακροδεξιοί προσπάθησαν με τραμπουκισμούς να ματαιώσουν την παρέλαση - δεν είναι η αριστεία το ζητούμενο, βλέπετε, αλλά η εθνική καθαρότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 6/11/2017.

Ν. Αλιβιζάτος: «Κλειδί» η μεγάλη συμμετοχή

Ο πρόεδρος της Ανεξάρτητης Επιτροπής Δεοντολογίας, καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος εξέφρασε την πεποίθησή ότι θα προκύψει κάτι κανούργιο στην Κεντροαριστερά μέσα από εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη ηγεσίας του νέου ενιαίου προοδευτικού φορέα.

Σε συνέντευξη Τύπου με μέλη της Επιτροπής όπου παρουσιάστηκε η διαδικασία της ψηφοφορίας ο κ. Αλιβιζάτος τόνισε ότι κλειδί για την επιτυχία του εγχειρήματος είναι η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή.

Ταυτόχρονα κατέστησε σαφές πως όποιος δεν θα πάει να ψηφίσει στο πρώτο γύρο δεν θα έχει το δικαίωμα να ψηφίσει στον δεύτερο και πως έχει συμφωνηθεί να γίνει μία ακόμα τηλεμαχία ανάμεσα στους δύο υποψηφίους που θα περάσουν στο δεύτερο γύρο.

Ο Νίκος Αλιβιζάτος διευκρίνισε ότι στον νέο αρχηγό θα δοθεί η λίστα όσων δηλώσουν μέλη, ενώ ο κατάλογος όσων δηλώσουν φίλοι θα καταστραφεί γιατί αυτό αναφέρει η γνωμάτευση της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων. Όπως είπε ο πρόεδρος της Επιτροπής Δεοντολογίας θα δοθεί μόνο σε όσους καταθέσουν ουσιαστικές ενστάσεις για το αποτέλεσμα είτε του πρώτου είτε του δεύτερου γύρου.

Ο Νίκος Αλιβιζάτος διατύπωσε και τις προσωπικές του κρίσεις, λέγοντας ότι το έργο της Επιτροπής ολοκληρώνεται με την εκλογή του αρχηγού, ο οποίος θα έχει την ευθύνη για την ίδρυση του νέου κόμματος. Ακόμη τόνισε την αναγκαιότητα επιτυχίας του εγχειρήματος καθώς, όπως είπε, «όλες οι μεγάλες τομές και μεταρρυθμίσεις στη χώρα είναι ιστορικά συνδεδεμένες με την προοδευτική παράταξη, ενώ οι αποτυχίες με τη συντηρητική παράταξη πλην της περιόδου του Κωνσταντίνου Καραμανλή».

Επίσης ανέφερε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιθυμεί τις μεταρρυθμίσεις και κατά βάθος επιδιώκει τη ρήξη, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να γίνουν μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν το επιτρέπουν οι δομές της συντηρητικής παράταξης. «Αυτό το κενό πρέπει να καλύψει η προοδευτική παράταξη, παρά τον κατακερματισμό και τις διαφωνίες, κι όποτε το έκανε η χώρα πήγε μπροστά», υπογράμμισε ο Νίκος Αλιβιζάτος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/11/2017.

Χάμπερμας: Ο Μακρόν μια νέα λύση για την Ενωμένη Ευρώπη

Για τον Βάλτερ Μπένγιαμιν πρωτεύουσα της Ευρώπης ήταν το Παρίσι, για τον πείσμωνα και είρωνα Ρόμπερτ Μενάσε πρωτεύουσα πρέπει να γίνουν οι Βρυξέλλες. Εύθραυστη ελπίδα. Ο τελευταίος, που πρόσφατα τιμήθηκε με το Γερμανικό Βραβείο Λογοτεχνίας, μετριάζει τις υψηλές προσδοκίες σε μια συνέντευξή του στη γερμανική εφημερίδα TAZ, με μια ιστορία για ένα βράδυ που πέρασε μαζί με κάποιον Γερμανό ανταποκριτή στις Βρυξέλλες, σε ένα καπνισμένο καφέ όπου συχνάζουν δημοσιογράφοι. Ηταν λοιπόν παρών όταν η αρχισυνταξία στη Φρανκφούρτη επέστρεψε ένα άρθρο του ανταποκριτή από το διαστημόπλοιο των Βρυξελλών με την παρατήρηση: «Μη γράφεις τόσο περίπλοκα. Αρκεί να γράψεις τι θα κοστίσει αυτό σ' εμάς τους Γερμανούς».

Το μειωμένο ενδιαφέρον που δείχνουν οι Γερμανοί πολιτικοί, μάνατζερ και δημοσιογράφοι για τον σχηματισμό μιας Ευρώπης που να είναι ικανή να δρα πολιτικά δεν θα μπορούσε να βρει πιο μεστή έκφραση. Εδώ και χρόνια, εφημερίδες φοβισμένες και πειθήνιες είναι πρόθυμες να βοηθήσουν τους πολιτικούς μας, ώστε η ευρεία κοινή γνώμη στη Γερμανία να μην επιβαρύνεται με το θέμα της Ευρώπης. Η απαξίωση του κόσμου δεν θα μπορούσε να προβληθεί καλύτερα απ' ό,τι με τον προσεκτικά προετοιμασμένο περιορισμό της βεντάλιας των θεμάτων για τη μοναδική «τηλεμαχία» ανάμεσα στη Μέρκελ και τον Σουλτς λίγο πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές. Αλλά και την τελευταία δεκαετία που σοβεί η οικονομική κρίση, η καγκελάριος και ο υπουργός Οικονομικών της θεωρούσαν σωστό να αυτοπροσδιορίζονται ως οι πραγματικοί «Ευρωπαίοι» – σε μια οφαλμοφανή αντίθεση με τα γεγονότα.

Τώρα όμως εμφανίζεται στη σκηνή ο Εμανουέλ Μακρόν και θα μπορούσε να διαλύσει το πέπλο αυτής της ευχάριστης αυταπάτης, παρά τις κολακείες του προς την ηττημένη καγκελάριο, η οποία δέχεται πιέσεις από το ίδιο της το κόμμα, με στόχο μια συνεργασία με αλληλοσεβασμό. Τα κεφάλια με «ρεαλιστική» σκέψη στις μεγάλες γερμανικές εφημερίδες φαίνεται να φοβούνται πως τα λόγια του Γάλλου προέδρου για τα καινούργια ρούχα του αυτοκράτορα θα μπορούσαν να ανοίξουν επιτέλους τα μάτια στο γερμανικό κοινό και να το κάνουν να δει ότι η γερμανική κυβέρνηση, με τον στιβαρό οικονομικό της εθνικισμό, είναι μάλλον γυμνή.

Ο Γκέοργκ Μπλούμε, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με υπότιτλο «Πώς η Γερμανία ρισκάρει μια φιλία», συλλέγει θλιβερές αποδείξεις από τον Τύπο και την πολιτική για τον νεογερμανικό υπεροπτικό τόνο απέναντι στη Γαλλία και τους Γάλλους.

Από την αρχή κιόλας, ορισμένα σχόλια για τον Μακρόν κινούνταν ανάμεσα στην αδιαφορία, την αλαζονεία και μια εσπευσμένα αμυντική στάση. Και εκτός από ένα πρωτοσέλιδο του Spiegel, η ανταπόκριση στον προσεκτικά δομημένο λόγο του Γάλλου προέδρου για την Ευρώπη ήταν από άνευρη έως αδύναμη. Από αυτό το υλικό, που είναι κατάλληλο για κωμωδία, ο διαφαινόμενος κυβερνητικός συνασπισμός «Τζαμάικα» (σ.σ.: Χριστιανοδημοκράτες, Πράσινοι, Φιλελεύθεροι) θα μπορούσε να κατασκευάσει μια πειστική τραγωδία – εάν λόγου χάρη γινόταν υπουργός Οικονομικών ο Κρίστιαν Λίντνερ και εφάρμοζε την παρακαταθήκη του Σόιμπλε.

Ο τέως υπουργός Οικονομικών, σε ένα non-paper για το Eurogroup, είχε σχεδιάσει ένα πρόγραμμα το οποίο θα μπλόκαρε οποιονδήποτε συμβιβασμό με την πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου. Στο πρόγραμμα αυτό ο Σόιμπλε συνδυάζει τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου με την αγαπημένη ιδέα του ορντοφιλελευθερισμού (Οrdoliberalismus), ο οποίος θέλει να προλάβει τη δημοκρατική συμμετοχή, που τον φοβίζει, απογυμνώνοντας την πολιτική εξουσία από τις αποφάσεις σχετικά με την οικονομία και τα δημοσιονομικά, και μεταφέροντάς τες σε μια τεχνοκρατική διοίκηση.

Ωραία θα ήταν αν ξεμπέρδευα εδώ με τις αγωνίες μου. Η κατάσταση όμως είναι πολύ σοβαρή και δεν το επιτρέπει. Γιατί η επόμενη γερμανική κυβέρνηση (εάν βέβαια έχει πια κανείς όρεξη να συμμετάσχει) πρέπει να σηκώσει το γάντι που πέταξε ο Γάλλος πρόεδρος. Θα αρκούσε μια πολιτική αναβολών και παραλείψεων ώστε να χαθεί μια ιστορική ευκαιρία.

Οι ενδεχομενικότητες της Ιστορίας σπάνια εμφανίζονται τόσο καθαρά όσο στην αναπάντεχη άνοδο αυτού του γοητευτικού, εκθαμβωτικού ίσως, και πάντως ασυνήθιστου ατόμου. Κανείς δεν περίμενε ότι ένας υπουργός της κυβέρνησης Ολάντ δίχως κόμμα, ο οποίος κατά τα φαινόμενα έκανε μια εγωκεντρική κούρσα και έφτιαξε από το μηδέν ένα πολιτικό κίνημα, θα υπερσκέλιζε ένα ολόκληρο κομματικό σύστημα.

Αντίθετα σε κάθε δημοσκοπική εμπειρία, ένα μοναδικό άτομο, χωρίς ακολουθία, κατάφερε μέσα στη σύντομη περίοδο ενός προεκλογικού αγώνα να κερδίσει την πλειοψηφία με ένα επιθετικό πρόγραμμα για την εμβάθυνση της συνεργασίας στην Ευρώπη, έχοντας απέναντί του έναν αυξανόμενο δεξιό λαϊκισμό στον οποίο ένας στους τρεις Γάλλους εμπιστεύτηκε την ψήφο του. Ηταν εντελώς απίθανο ότι κάποιος σαν τον Μακρόν θα εκλεγόταν πρόεδρος σε μια χώρα της οποίας ο πληθυσμός ήταν από πάντα πιο ευρωσκεπτικιστής από τους Λουξεμβούργιους και τους Βέλγους, από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς, τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους.

Με μια ψύχραιμη εκτίμηση, είναι εξίσου απίθανο ότι η επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα έχει τη διορατικότητα να δώσει μια γόνιμη απάντηση, δηλαδή μια απάντηση με μέλλον, στην ερώτηση που της έθεσε ο Μακρόν. Και τη σημασία της ερώτησης απλώς να καταλάβαινε, εγώ θα ανακουφιζόμουν.

Είναι επίσης αρκετά απίθανο ότι μια κυβέρνηση συνασπισμού που σπαράσσεται από εσωτερικές εντάσεις θα βρει το κουράγιο να αναθεωρήσει τις δύο βασικές θέσεις που επέβαλε η Μέρκελ από την πρώτη κιόλας μέρα της οικονομικής κρίσης: τον διακυβερνητισμό, ο οποίος εξασφαλίζει στη Γερμανία ηγετικό ρόλο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, και την πολιτική λιτότητας, την οποία επέβαλε, χάρη στον ρόλο της αυτόν, η Γερμανία στον ευρωπαϊκό Νότο, με δυσανάλογα οφέλη για την ίδια. Και είναι εντελώς απίθανο ότι η καγκελάριος δεν θα χρησιμοποιήσει ως δικαιολογία την αδύναμη θέση της στο πολιτικό σκηνικό της χώρας της για να ξεκαθαρίσει στον γοητευτικό της εταίρο ότι δυστυχώς δεν θα μπορέσει να υιοθετήσει αυτή την προοπτική μεταρρύθμισης – εξάλλου δεν είχε ποτέ καλή σχέση με τις προοπτικές.

Από την άλλη μεριά, υπάρχει ένα ερώτημα, αυτό που προσωπικά με τρώει: Είναι δυνατόν αυτή η αξιοσημείωτα έξυπνη και ευσυνείδητη πολιτικός, που προέρχεται από σπίτι προτεστάντη ιερέα και ώς τώρα έχει κακομάθει με την επιτυχία της, αλλά είναι ταυτόχρονα και σκεπτική (προσωπικά δεν την έχω συναντήσει ποτέ), να προσβλέπει στο να αναλάβει έναν τόσο άχαρο ρόλο στο τέλος μιας ενεργής δεκαεξάχρονης θητείας;

Θα θελήσει να αποχωρήσει έπειτα από τέσσερα ακόμη χρόνια που θα βγουν με το ζόρι, με την εξουσία της να θρυμματίζεται; Ή θα θελήσει, σε πείσμα όλων αυτών που ψιθυρίζουν κιόλας ότι έρχεται το τέλος της, να επιδείξει μεγαλοθυμία και να κάνει το μεγάλο βήμα, ξεπερνώντας τον εαυτό της;

Το ξέρει και η ίδια ότι η ευρωπαϊκή νομισματική ένωση, που αποτελεί βασικό ενδιαφέρον της Γερμανίας, δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί μακροπρόθεσμα όσο βαθαίνουν ακόμη περισσότερο, όπως συμβαίνει υπό το τωρινό καθεστώς, οι μεγάλες διαφορές στο εθνικό εισόδημα, στην ανεργία και τα δημόσια χρέη μεταξύ των εθνικών οικονομιών στον Βορρά και τον Νότο της Ευρώπης, οι οποίες εδώ και καιρό ακολουθούν αποκλίνουσες τροχιές.

Το φάντασμα της «μεταβατικής ένωσης» αποπροσανατολίζει από αυτή την καταστροφική δυναμική, η οποία μπορεί να αναχαιτιστεί μόνον εάν δημιουργηθεί ένας πραγματικά δίκαιος ανταγωνισμός πέρα από τα εθνικά σύνορα και εάν εφαρμοστεί μια πολιτική ενάντια στον επελαύνον έλλειμμα αλληλεγγύης – τόσο ανάμεσα στους εθνικούς πληθυσμούς όσο και μέσα στα ίδια τα έθνη.

Ο όρος «ανεργία των νέων» είναι εδώ ενδεικτικός. Ο Μακρόν δεν φτιάχνει μόνον ένα όραμα, αλλά ζητάει, πολύ συγκεκριμένα, να προχωρήσει η ευρωζώνη στην εξομοίωση των φόρων επιχειρήσεων, ζητάει αποτελεσματική φορολόγηση των συναλλαγών, την προοδευτική σύγκλιση των διαφορετικών καθεστώτων για την κοινωνική πολιτική, τη θέσπιση του αξιώματος του Ευρωπαίου εισαγγελέα για τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου κ.λπ.

Από την άλλη πλευρά, οι μεμονωμένες αυτές προτάσεις, που στο κάτω κάτω είναι εδώ και καιρό γνωστές, δεν είναι αυτές που κάνουν τη διαφορά σε σχέση με αυτά που έχουμε συνηθίσει ώς τώρα στη στάση, στην πρωτοβουλία και στον λόγο αυτού του πολιτικού. Τρία είναι τα χαρακτηριστικά που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα:

  • το θάρρος του να διαμορφώνει πολιτική
  • η ομολογία του ότι η ενωμένη Ευρώπη ήταν υπόθεση μιας ελίτ και πρέπει να αλλάξει προς μια Ευρώπη των πολιτών, με δημοκρατική αυτοδιάθεση
  • η πειστική στάση ενός ανθρώπου ο οποίος εμπιστεύεται τη δύναμη του λόγου που εκφράζει σκέψη.

Διαλέγοντας έναν πολύ γαλλικό όρο απευθύνεται ο Μακρόν στις 26 Σεπτεμβρίου στο φοιτητικό του κοινό και στην πολιτική ελίτ στη Γερμανία εξίσου, όταν αναφέρεται επανειλημμένα στην «κυριαρχία» (souveraineté), την οποία δεν μπορεί πλέον να την εξασφαλίσει το εθνικό κράτος, αλλά μόνον η Ευρώπη για τους πολίτες.

Μόνον υπό την προστασία και με τη δύναμη της ενωμένης Ευρώπης μπορούν αυτοί οι πολίτες να υπερασπιστούν τα κοινά τους συμφέροντα και τις αξίες τους, σ' έναν κόσμο που έχει έρθει τα πάνω κάτω. Ο Μακρόν τονίζει την «πραγματική» κυριαρχία σε σχέση με τη χιμαιρική κυριαρχία των Γάλλων «κυριαρχιστών». Λέει με τ' όνομά του το αναξιοπρεπές παιχνίδι του κυβερνητικού προσωπικού, το οποίο όταν βρίσκεται στη χώρα του αποστασιοποιείται από τους νόμους που το ίδιο έχει αποφασίσει στις Βρυξέλλες, και δεν ζητάει τίποτε λιγότερο από την εκ νέου ίδρυση μιας Ευρώπης που θα είναι ικανή να δρα πολιτικά τόσο στο εσωτερικό της όσο και προς τα έξω: αυτό εννοεί με τον όρο «κυριαρχία», την αυτοεξουσιοδότηση των Ευρωπαίων πολιτών.

Ως σταθμούς στον δρόμο προς τη θεσμοθέτηση της δυνατότητας κοινής δράσης, ο Μακρόν ονοματίζει τη στενότερη συνεργασία στην ευρωζώνη στη βάση ενός κοινού προϋπολογισμού. Η κεντρική και επίμαχη πρότασή του: «Ενας (τέτοιος) προϋπολογισμός μπορεί μόνο να συνοδεύεται από μια ισχυρή πολιτική καθοδήγηση μέσω ενός κοινού υπουργού και ενός κοινοβουλευτικού ελέγχου αξιώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ευρωζώνη με ένα κοινό διεθνές νόμισμα αρκεί για να προσφέρει στην Ευρώπη το πλαίσιο ώστε να αναπτυχθεί σε παγκόσμια οικονομική δύναμη».

Εχοντας την αξίωση να διαμορφώσει με πολιτικό τρόπο τα προβλήματα μιας ολοένα και πιο αλληλοεξαρτώμενης παγκόσμιας κοινωνίας, ο Μακρόν ξεχωρίζει όσο ελάχιστοι άλλοι από το στρώμα των πολιτικών στελεχών που έχουν χρόνια υπερφόρτωση, προσαρμόζονται καιροσκοπικά και αντιδρούν μονάχα από μέρα σε μέρα, χωρίς καμιά προοπτική.

Είναι να τρίβουμε τα μάτια μας: Υπάρχει κάποιος που θέλει να αλλάξει κάτι στο status quo; Υπάρχει κάποιος που έχει το επιπόλαιο θράσος να σταθεί απέναντι στη μοιρολατρική συνείδηση των φελάχων, οι οποίοι υποκύπτουν στις δήθεν επιτακτικές επιταγές μιας παγκόσμιας οικονομικής τάξης που έχει ενσωματωθεί σε μεγάλους διεθνείς οργανισμούς; Αν τον καταλαβαίνω σωστά, ο Μακρόν επιδεικνύει ένα καινούργιο ενδιαφέρον που δεν έχει ενταχθεί στο κομματικό μας σύστημα και ως εκ τούτου δεν εκπροσωπείται: ανάμεσα στον καθημερινό νεοφιλελευθερισμό του Κέντρου, στον αυτάρεσκο αντικαπιταλισμό των αριστερών εθνικιστών και στην μπαγιάτικη ταυτοτική ιδεολογία των δεξιών λαϊκιστών.

Είναι κομμάτι της αποτυχίας της σοσιαλδημοκρατίας το γεγονός ότι μια πολιτική κατά βάση φιλική προς την παγκοσμιοποίηση και στραμμένη προς την Ευρώπη, η οποία παράλληλα λαμβάνει υπόψη της τις κοινωνικές ζημίες και τις καταστροφές που προκαλεί ο αχαλίνωτος καπιταλισμός και ως εκ τούτου πιέζει επίσης προς την απαραίτητη διακρατική επαναρύθμιση των σημαντικότερων αγορών, δεν έχει κατορθώσει να αποκτήσει ένα διακριτό προφίλ, παρά τις προσπάθειες του Ζίγκμαρ Γκάμπριελ.

Την ελευθερία δράσης για μια τέτοια πολιτική δεν θα μπορούσε να τη διαθέτει ο Γκάμπριελ παρά μόνον ως υπουργός Οικονομικών ενός μεγάλου συνασπισμού με προοπτική να διαρκέσει και αποφασισμένου να συνεργαστεί με τον Μακρόν.

Το δεύτερο στοιχείο που διαφοροποιεί τον Μακρόν από άλλες πολιτικές προσωπικότητες είναι η ρήξη με μια σιωπηρή συναίνεση. Στην πολιτική τάξη, μέχρι στιγμής υπήρξε αυτονόητο ότι η Ευρώπη των πολιτών είναι μια υπερβολικά πολύπλοκη οντότητα και ότι ο στόχος της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ένα ζήτημα πολύ περίπλοκο για να επιτραπεί στους ίδιους τους πολίτες να ασχοληθούν μαζί του.

Τα τρέχοντα θέματα της πολιτικής των Βρυξελλών αφορούν μόνο τους εμπειρογνώμονες και τους καλά ενημερωμένους εκπροσώπους συμφερόντων, ενώ οι αρχηγοί των κυβερνήσεων διευθετούν ανάμεσά τους τις πιο σοβαρές συγκρούσεις μεταξύ αντιφατικών εθνικών συμφερόντων, συνήθως αναβάλλοντας ή αποκλείοντάς τες.

Πάνω απ' όλα, ωστόσο, τα πολιτικά κόμματα συμφωνούν ότι τα ευρωπαϊκά ζητήματα θα πρέπει να αποφεύγονται στο μέτρο του δυνατού κατά τις εθνικές εκλογές, εκτός εάν τα τοπικά προβλήματα μπορούν να μετατεθούν στις πλάτες των γραφειοκρατών των Βρυξελλών. Και τώρα ο Μακρόν θέλει να καθαρίσει αυτή την κακοπιστία. Εχει ήδη σπάσει ένα ταμπού τοποθετώντας τη μεταρρύθμιση της Ευρώπης στο επίκεντρο της εκστρατείας του και καταφέρνοντας να κερδίσει, έναν χρόνο μετά το Brexit, αυτή την επίθεση ενάντια στα «θλιβερά πάθη της Ευρώπης».

Αυτό το δεύτερο στοιχείο προσδίδει, μέσα από τις δηλώσεις του Μακρόν, αξιοπιστία στη φράση που κατά τα άλλα ακούγεται συχνά: ότι η δημοκρατία είναι η ουσία του ευρωπαϊκού σχεδίου. Δεν μπορώ να κρίνω την εφαρμογή πολιτικών μεταρρυθμίσεων που έχει προεξαγγείλει για τη Γαλλία.

Μένει να αποδειχτεί αν εκπληρώνει την «κοινωνικά φιλελεύθερη» υπόσχεση να διατηρήσει τη δύσκολη ισορροπία μεταξύ κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής παραγωγικότητας. Ως αριστερός δεν είμαι «μακρονιστής» – εάν υπάρχει κάτι τέτοιο. Αλλά το πώς μιλάει ο Μακρόν για την Ευρώπη κάνει τη διαφορά. Μας ζητάει να κατανοήσουμε τους θεμελιωτές της Ενωσης, οι οποίοι θα είχαν δημιουργήσει μια Ευρώπη χωρίς τον πληθυσμό, επειδή ανήκαν σε μια φωτισμένη πρωτοπορία.

Ωστόσο, θέλει τώρα να μετατρέψει το σχέδιο της ελίτ σε σχέδιο των πολιτών και προωθεί προφανή βήματα προς την κατεύθυνση της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης των Ευρωπαίων πολιτών έναντι των εθνικών κυβερνήσεων, οι οποίες αλληλοεξουδετερώνονται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Γι' αυτό ζητεί όχι μόνον καθολικό δικαίωμα ψήφου στις ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά και κατάρτιση υποψηφίων στα κόμματα με διακρατικές λίστες. Αυτό προωθεί τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού κομματικού συστήματος, χωρίς το οποίο το Κοινοβούλιο του Στρασβούργου δεν είναι δυνατό να γίνει ένας τόπος όπου τα κοινωνικά συμφέροντα μπορούν να υπερβούν τα σύνορα κάθε κράτους και να γενικευτούν.

Εάν κάποιος θέλει να αξιολογήσει σωστά τη σημασία του Εμανουέλ Μακρόν, τότε προκύπτει μια τρίτη πτυχή, ένα προσωπικό χαρακτηριστικό: ξέρει να μιλάει. Ο Γιούργκεν Κάουμπε εντυπωσιάστηκε από τη διανοητική μορφή τού καλά διαβασμένου φιλοξενούμενου μετά την αυτοσχέδια ομιλία του προέδρου κατά τη διάρκεια της έκθεσης βιβλίου. Ωστόσο, επειδή το άρθρο του στη συντηρητική εφημερίδα FAZ ήταν σε συγκεκριμένο πλαίσιο, παρέλειψε ένα σημείο που θεωρώ πολύ σημαντικό.

Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με έναν πολιτικό που κερδίζει την προσοχή, το κύρος και την επιρροή μέσω των ρητορικών ικανοτήτων του και της ευαισθησίας του στα γραπτά κείμενα. Μάλλον η ακριβής επιλογή των εμπνευσμένων προτάσεών του και η δύναμη άρθρωσης του λόγου δίνουν στην ίδια την πολιτική σκέψη μια αναλυτική οξύτητα και μια προωθητική δυναμική.

Ο Νόρμπερτ Λάμερτ ήταν ο τελευταίος που ξυπνούσε τις μνήμες των μεγάλων κοινοβουλευτικών αγορεύσεων του Γκούσταβ Χάινεμαν, του Αντολφ Αρντ και του Φριτς Ερλερ στην πρώιμη Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Φυσικά, η ποιότητα της άσκησης του επαγγέλματος του πολιτικού δεν μετριέται από το ρητορικό ταλέντο. Αλλά οι αγορεύσεις μπορούν να αλλάξουν την αντίληψη του κοινού για την πολιτική, να ανυψώσουν το επίπεδο και να διευρύνουν τους ορίζοντες της δημόσιας συζήτησης. Και μ' αυτόν τον τρόπο να βελτιώσουν την ποιότητα όχι μόνο της διαμόρφωσης της πολιτικής βούλησης, αλλά και της ίδιας της πολιτικής δράσης.

Εκεί όπου η αμορφία των τοκ σόου καθίσταται μέτρο της πολυπλοκότητας και της διάρκειας της δημόσιας επιτρεπτής πολιτικής σκέψης, ο Μακρόν ξεχωρίζει με τη μορφή των ομιλιών του. Προφανώς μας λείπει η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε τέτοιες ποιότητες, ακόμη και για το πότε και το πού μιας ομιλίας.

Ετσι, ο λόγος που εκφώνησε πρόσφατα ο Μακρόν στο δημαρχείο του Παρισιού με την ευκαιρία της επετείου της Μεταρρύθμισης δεν ήταν μόνο ενδιαφέρων από πλευράς περιεχομένου• δεν ήταν απλώς μια επιδέξια προσπάθεια να επανεξετάσουμε την ιστορία των θρησκευτικών συγκρούσεων στη Γαλλία ώσπου να προσαρμοστούν σε ένα κρατικό δόγμα, το αυστηρό γαλλικό κοσμικό κράτος, στις απαιτήσεις μιας πλουραλιστικής κοινωνίας. Αφορμή και θέμα για την ομιλία ήταν ταυτόχρονα μια χειρονομία προς τον προτεσταντικό πολιτισμό της γειτονικής χώρας – και την προτεστάντρια συνάδελφό του στο Βερολίνο.

Φυσικά, η απαίτηση και το στιλ εκπροσώπησης της κρατικής εξουσίας μάς έχουν γίνει ξένα τουλάχιστον από τη νοσταλγική άποψη του Καρλ Σμιτ για τον γαλλικό Αντιδιαφωτισμό τον 19ο αιώνα. Μπορεί να μην έχουμε την αίσθηση της βαρύτητας μιας ζωής στο παλάτι των Ηλυσίων, την οποία ο Μακρόν έχει περί πολλού αναδείξει στη συνέντευξή του στο περιοδικό Spiegel. Ομως, η βαθιά εξοικείωσή του με τη φιλοσοφία της ιστορίας του Χέγκελ, με την οποία αποκρίνεται σε μια ερώτηση σχετικά με τον Ναπολέοντα ως το «έφιππο παγκόσμιο πνεύμα», είναι ούτως ή άλλως εντυπωσιακή.

(Το άρθρο δόθηκε για δημοσίευση στο γερμανικό περιοδικό «Ντερ Σπίγκελ», το γαλλικό «Λ' Ομπς» και την ιταλική εφημερίδα «Ρεπούμπλικα»).

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 30/10/2017.

 

Το αδιανόητο, παραμορφωμένο στη γιορτή

«Ο φασισμός αρχίζει με τη σκέψη ότι όλοι οι άλλοι είναι ανόητοι», είχε πει ο Γάλλος ποιητής Πολ Βαλερί - ένας βαθύς στοχαστής της εποχής του. Την ίδια άποψη είχε ο στρατηγός Γιούργκεν Στρόοπ, ο δήμιος που, κατ' εντολή του Χίτλερ, είχε αναλάβει την εκκαθάριση του Γκέτο της Βαρσοβίας, στέλνοντας ψύχραιμα χιλιάδες να βρουν τον θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Ο Στρόοπ υποστήριζε -πριν από τον απαγχονισμό του- πως «τους βλάκες πρέπει να τους κάνεις ευτυχισμένους όποια κι αν είναι η αρχική τους βούληση... Τους κάνεις ευτυχισμένους με εντολές για βία στο όνομα των "σωστών ιδεών"».

Ο Στρόοπ εφάρμοσε τις «σωστές ιδέες» στην Πολωνία και, μετά, στην Ελλάδα της Κατοχής. Κατά τη διάρκεια της εδώ θητείας του, το 1943, κατάφερε να οργανώσει πολύ πιο σκληρά την Γκεστάπο των Αθηνών και ήταν αυτός που απέσπασε από την ιταλική διοίκηση το στρατόπεδο συγκέντρωσης Χαϊδαρίου. Οι άνθρωποί του έστειλαν στην Πολωνία πάνω από 10.000 Ελληνοεβραίους, οι περισσότεροι από τους οποίους θανατώθηκαν στο στρατόπεδο του Αουσβιτς

Οταν ο Ιταλο-εβραίος χημικός, Πρίμο Λέβι, επιζών του Αουσβιτς, έγραφε το συγκλονιστικό «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος» στο μακρινό 1946, τόνιζε τον στόχο της ηθικής αντίστασης στο ανθρώπινο κακό. Μιλώντας για τη μνήμη σε μέλλοντα χρόνο έλεγε:

Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι "κάθε ξένος είναι εχθρός"... Οταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε, στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας σύλληψης του κόσμου οδηγημένης στην έσχατη συνέπειά της. Οσο υπάρχει αυτή η αντίληψη, τα αποτελέσματά της θα μας απειλούν. Η ιστορία των στρατοπέδων εξόντωσης θα έπρεπε να ερμηνευτεί από όλους σαν ένα δυσοίωνο σημάδι κινδύνου

Τόσα χρόνια μετά, φαίνεται πως τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αιφνιδιαστικό. Ο όλεθρος ήταν απότοκο της διδασκαλίας του μίσους∙ της κατασκευής του «εχθρού» που πήρε, μαζί με τον ευρωπαϊκό χάρτη των τρένων του θανάτου, τη μορφή χιονοστιβάδας γεγονότων που συνοψίζονται στη λέξη «Ολοκαύτωμα». Φαινόταν αδιανόητο. Αλλά έγινε.

Η Ευρώπη τα βίωσε. Μάλιστα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα, μαζί με την Πολωνία, την Ιταλία και την ίδια τη Γερμανία, κατατάχθηκε μεταξύ των χωρών που υπέστησαν τα μεγαλύτερα δεινά του πολέμου. Αλλά γιατί επανεµφανίζονται στην Ευρώπη σήμερα τα χαρακτηριστικά του φασισμού; Πώς αντιμετωπίζουμε την εξάπλωσή τους; Συνήθως στα κείμενα, που μας αρέσει να τα λέμε μανιφέστα, απαντάει ο χρόνος και ακόμα καλύτερα οι αναγνώστες τους, που κι αυτοί μπαίνουν στη διαδικασία να συμφωνούν ή να διαφωνούν.

Ο Γκράμσι, ο Μπένγιαμιν, η Χάνα Αρεντ, ο Καµί, ο Τόµας Μαν, ο Αντόρνο, ο Βαλερί, ο Εκο, όλοι τους στοχαστές της γένεσης του φασισμού στον 20ό αιώνα, συµφωνούν, ο καθένας µε τον τρόπο του, στο εξής: ο φασισµός βασίζεται στην απουσία της ιδεολογίας και στην άρνηση ανθρώπινων, πνευµατικών αξιών· ευδοκιµεί όταν οι άνθρωποι παύουν να σκέφτονται και γίνονται αδιάφοροι. Πρόσφορο έδαφος για τον φασισµό είναι η υλική αβεβαιότητα, η δυσαρέσκεια, η σιωπή και η ακηδία των ελίτ κάθε είδους - φαινόµενα που δεν λείπουν από τη σημερινή Ευρώπη, από τη σημερινή Ελλάδα.

Κάθε χρόνο, την 28η Οκτωβρίου, γιορτάζουμε την είσοδό μας στον πόλεμο και όχι το τέλος του πολέμου. Γιορτάζουμε παραμορφώσεις. Στον απόηχο του τορπιλισμού της «Ελλης», το πνεύμα της «γιορτής» το είχαν εκφράσει πολύ καλά οι εφημερίδες της εποχής και οι ειδήσεις για το Επος του '40, μαζί με τα προσωπικά ημερολόγια. Ο Γ. Θεοτοκάς έγραφε τον Νοέμβριο του 1940: «Κόσμος πολύς χυμένος στους δρόμους, κίνηση εξαιρετική. Περνούν μονάδες του στρατού που πηγαίνουν στο μέτωπο. Οι φαντάροι τραγουδούν, το πλήθος χειροκροτεί και ζητωκραυγάζει.

»Αξίζει να είναι κανείς Ελληνας τις μέρες αυτές». Οπως είχε γίνει, πράγματι άξιζε. Το ίδιο πνεύμα είχε εκφράσει ο Σικελιανός στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το 1943. Πάνω από τον ανοιχτό τάφο του Παλαμά, είχε απαγγείλει το φοβερό επικήδειο ποίημά του «Ηχήστε οι σάλπιγγες».

Εχουν περάσει 74 χρόνια από εκείνη την ημέρα του Φλεβάρη, που για μια στιγμή η Αθήνα και ολόκληρη η χώρα τόλμησε να ελπίσει πως θα έβλεπε τις σημαίες να ξεδιπλώνονται στον αέρα και τα βούκινα να προαναγγέλλουν την έλευση της λευτεριάς. Ομως, το κακό δεν σταμάτησε με το τέλος του πολέμου και, για μια φορά ακόμα, φαινόταν σαν να είναι (με τα λόγια του Παλαμά) «σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μες στη χώρα...»

Στον καιρό της ειρήνης, πολλά πνεύματα γύρεψαν να θάψουν νεκρούς και φαντάσματα, με ποίηση αποχαιρετισμού ή με πραγματείες χαμένων ευκαιριών. Πράγματι, γράφτηκαν πολλά. Ομως, το αδιανόητο είχε συμβεί: το δυναμικό, προηγμένο κράτος του 1900 είχε οδηγήσει την Ευρώπη στον ηθικό, φυσικό και πολιτισμικό όλεθρο. Αυτά τα σκεφτόμαστε στη γιορτή και στην ειρήνη;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 28/10/2017.

Σε μερικά δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία

Εάν η ευημερία συνδέεται με επίλυση προβλημάτων, τότε το βασικό ερώτημα είναι τo είδος του οικονομικού συστήματος που –με δημοκρατικές ωθήσεις– θα λύσει τα προβλήματα, για τους περισσότερους, το γρηγορότερο δυνατό.

Η Ελλάδα έχει τέτοια επείγουσα ανάγκη. Υπάρχουν στην ιστορική εμπειρία αποδεικτικά πολιτικών που, όταν δεν είναι αυτοαναφορικές και αυτοθαυμαζόμενες, που όταν –αντίθετα– είναι στραμμένες σε προβλήματα που απασχολούν την πλειονότητα, συμβάλλουν καλύτερα στην επίτευξη υψηλών προτύπων και αποτελεσματικότερων δεικτών ζωής. Λόγου χάρη, αν σήμερα φθίνει η επιρροή της ευρωπαϊκής ιδέας, αυτό οφείλεται ακριβώς στην απουσία τέτοιων πολιτικών.

Επιπλέον, υπάρχει η επίγνωση πως οι πολιτικές δυνάμεις στον πραγματικό κόσμο δεν είναι τα απλά μηχανιστικά συστήματα που πετάγονται από εργαστήρια πολιτικών στοχαστών. Πολύ δε περισσότερο, δεν είναι δυνάμεις που κατασκευάζονται σε γραφεία δημοσκόπων, ευφάνταστων διαφημιστών και ανόητων του πολιτικού μάρκετινγκ. Θα πρέπει να τα φανταστούμε σαν μάλλον πολύπλοκα, προσαρμοστικά κοινωνικά-πολιτικά συστήματα που κάνουν επιλογές, που παίρνουν θέση πάνω στα σημαντικά εγχώρια, περιφερειακά και υπερεθνικά-παγκόσμια ζητήματα.

Στην ευρωπαϊκή εμπειρία, το «ποτέ ξανά» στη φρικωδία του πολέμου και της μεσοπολεμικής Μεγάλης Κρίσης οδήγησε σε συναινέσεις. Σημειώστε, και σε ταξικές συναινέσεις, με τις οποίες ξεπεράστηκαν πολλά στοιχεία της προπολεμικής δυσανεξίας. Και ο ρόλος της Σοσιαλδημοκρατίας και των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που –σε πολλές χώρες– βρέθηκαν στην εξουσία ήταν μεγάλος.

Το υπόδειγμα αυτό της συναίνεσης, ήδη από τη δεκαετία του '80, κατηγορήθηκε ως αντιπαραγωγικό και επικίνδυνο. Η ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία στον 21ο αιώνα στράφηκε σε πολιτικές νεοφιλελεύθερης κοπής και νεοσυντηρητισμού.

Κράτησε την εξουσία, αλλά ωσάν να όφειλε να εκπληρώσει συμβόλαια νεοφιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Το αποτέλεσμα: στα χρόνια της ευρωπαϊκής κρίσης, εξαερώθηκε και κατέρρευσε πολιτικά (στη Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ολλανδία, την Αυστρία, τη Γερμανία, την Ισπανία, αλλά και στην Ελλάδα κ.α.), προς όφελος της Ακροδεξιάς και της συντηρητικής Δεξιάς.

Οπως πριν, έτσι και σήμερα, η Σοσιαλδημοκρατία-Κεντροαριστερά στέκεται κάπως αμφίθυμη στον ρόλο του κράτους, δίχως να συζητάει κανένα από τα ιδρυτικά της κοινωνικά ζητήματα, αλλά και το δικαίωμα στην εθνική κυριαρχία. Δεν διερευνά καν το περιθώριο της κοινωνικής δημοκρατίας από την πλευρά της Αριστεράς.

Κι αν πράγματι δεν υπάρχει οικονομία χωρίς πολιτική, τότε ποια είναι η πολιτική της Σοσιαλδημοκρατίας στον καπιταλισμό; Αν δούμε τις μορφές οργάνωσης της εξουσίας, τότε κάτι λείπει από την άποψη ότι η δύναμη του εθνικού κράτους, όπως έχει οικοδομηθεί ιστορικά, μειώνεται από την εμβάθυνση και την ορμή της παγκοσμιοποίησης.

Αλλά, σε τι δεν απαντά η Σοσιαλδημοκρατία; Αν ο στόχος είναι να βαδίσουμε πέρα από τον κατακερματισμό κάθε είδους διαμαρτυρίας και να οικοδομήσουμε, εν κοινωνία και δημοκρατία, μια εναλλακτική λύση στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, τότε δεν το κάνει. Αν όντως χρειάζεται κάποια ρύθμιση ο καπιταλισμός, θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη κυρίως τα κοινωνικά συμφέροντα της εργασίας και των αδύναμων. Δεν έχουμε δει κάτι πάνω σ' αυτό.

Αντίθετα, επέμεινε στη διάχυση των οφελών της αγοράς από πάνω προς τα κάτω, διεύρυνε τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις μειώσει. Και αν υποθέσουμε ότι η παγκόσμια στρατιωτικοποίηση συνδέεται στενά με τη νεοφιλελεύθερη, διακρατική στρατηγική, τότε, δεν είναι ορατή κάποια στράτευση ενάντια στον πόλεμο ως μέρος κάποιου προγράμματος ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό και τις νεοαποικιοκρατίες. Αυτά είναι ορισμένα μόνο ζητήματα στα οποία δεν υπάρχουν απαντήσεις.

Η οικοδόμηση συγκλίσεων με την ποικιλομορφία, με κινήσεις (τοπικές, περιφερειακές και άλλες) που αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τύπους αντίστασης και διαμαρτυρίας, θα μπορούσε να είναι μια ατζέντα πολιτικής και όχι φαντασίας. Το ίδιο και η κριτική στάση στην Ευρώπη, η κριτική του καπιταλισμού, η κριτική στην ιμπεριαλιστική διάστασή του, όπως και η ριζοσπαστικοποίηση της δημοκρατίας. Αυτά τα τελευταία αφορούν εξίσου την Αριστερά.

Στην ουσία –όπως εξελίσσεται η συζήτηση για την αναθέρμανση της Κεντροαριστεράς στην Ελλάδα– πρόκειται μάλλον για μια λιτανεία κάποιου σοσιαλιστικού πράγματος που δεν καταλήγει σε μια αντίληψη για τον καπιταλισμό και την κυριαρχία της αγοράς. Ούτε καν σε μια θέση για την ελληνική κοινωνία∙ το μέλλον.

Η ελληνική Κεντροαριστερά δυσκολεύεται να βρει την κοινωνική δοσολογία ανάμεσα στην υπεροψία της δικής της ελίτ –των πολλών υποψηφίων– και στην προσήνεια των ισότιμων.

Τι είπε δηλαδή ο καθηγητής Νίκος Μουζέλης που προκάλεσε μύριες αντιδράσεις; Στην ουσία μίλησε για τις πολιτικές φιλοδοξίες μερικών ως νόσο των χορτάτων, για το κάλπικο πολιτικό φλουρί που διώχνει το καλό∙ προειδοποίησε για τον χειμώνα της Ευρώπης∙ μίλησε για στοιχειώδεις πολιτικές ευαισθησίες.

Είπε ότι «η Κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με τη Ν.Δ. Αν γίνει κάτι τέτοιο, θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που σήμερα έχουν καθοδική πορεία» και ότι αυτό θα είναι κακό για την Ελλάδα και για την ευρωπαϊκή ιδέα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/10/2017.

Το μέλλον της Ευρώπης περνάει μέσα από τις περιφέρειες της

Από πολλές απόψεις, οι πρόσφατες κρίσεις της ΕΕ αποτελούν µια κρίση στη σχέση µεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειάς της. Η περιφέρεια της ΕΕ εξακολουθεί να αποτελείται από ανοµοιογενή κοµµάτια που δεν έχουν καταφέρει να οµογενοποιηθούν και να αφοµοιωθούν πλήρως, παρότι βασικό όραµα της ΕΕ ήταν - και παραµένει - η µείωση των οικονοµικών και κοινωνικών ανισοτήτων και η επίτευξη σύγκλισης. Οι αναδιανεµητικές και αντισταθµιστικές πολιτικές της ΕΕ, που θα έπρεπε να θωρακίσουν τις περιφέρειες και να δηµιουργήσουν τις προϋποθέσεις για µια πραγµατική σύγκλιση, οικονοµική και κοινωνική, αλλά και µια σύγκλιση ταυτοτήτων, έχουν αποδειχθεί αδύναµες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πολλαπλές κρίσεις της ΕΕ γίνονται περισσότερο αισθητές στην περιφέρεια - είτε αυτές έχουν προκληθεί από λάθος εθνικούς ή ευρωπαϊκούς χειρισµούς και πολιτικές είτε οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες και στη δυναµική των παγκόσµιων εξελίξεων. Είτε, τέλος, συχνά σε έναν συνδυασµό και των δύο (π.χ. κρίση της ευρωζώνης, µεταναστευτική κρίση). Αυτό που έχει υποτιµηθεί, όµως, είναι ότι οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη στην περιφέρεια επηρεάζει άµεσα τον πυρήνα, τη συνοχή του, την εικόνα του και εντέλει τη γεωπολιτική σηµασία της ΕΕ. Γι' αυτό άλλωστε και µια λύση που θα βασίζεται µόνο στην επίτευξη συµφωνίας εντός του γαλλο-γερµανικού άξονα και που δεν θα αφουγκράζεται την ανησυχία και την αλλαγή του κλίµατος στην περιφέρεια θα είναι επισφαλής και βραχυχρόνια.
Δύο είναι τα ενδεχόµενα σενάρια για το µέλλον της Ευρώπης στην παρούσα χρονική στιγµή. Το ένα αισιόδοξο και το άλλο απαισιόδοξο, αλλά και τα δύο εξίσου πιθανά. Το πρώτο είναι ότι οι πρόσφατες κρίσεις της ΕΕ θα οδηγήσουν σε περαιτέρω ολοκλήρωση, µέσω µεταρρυθµίσεων των θεσµών της ΕΕ αλλά και µέσω της ταυτόχρονης µείωσης των ανισοτήτων εντός και µεταξύ των κρατών-µελών της. Η κατεύθυνση θα πρέπει να είναι η οµοσπονδιοποίηση της ΕΕ. Μια οµόσπονδη Ευρώπη όµως δεν µπορεί να είναι µια συγκεντρωτική και υδροκέφαλη ΕΕ, αλλά µια ΕΕ που θα επιτρέπει τη διαφορετικότητα των µερών της και ταυτόχρονα θα τους δίνει τα απαραίτητα εργαλεία για µια κοινωνικοοικονοµική και πολιτική σύγκλιση. Ενα τέτοιο σενάριο δεν θα πρέπει να θεωρείται εντελώς απίθανο καθώς τα µεγάλα βήµατα ολοκλήρωσης των ευρωπαϊκών κοινοτήτων συχνά προέκυπταν µέσα από κρίσεις. Οι πρόσφατες συζητήσεις για τη νέα αρχιτεκτονική της ευρωζώνης καθώς και το όραµα Γιούνκερ για το µέλλον της Ευρώπης, που παρουσιάστηκε στα µέσα Σεπτεµβρίου, κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Για να έχουν όµως αποτέλεσµα οποιεσδήποτε θεσµικές µεταρρυθµίσεις και να υπάρξει αλλαγή κλίµατος έναντι της ΕΕ, θα πρέπει η περιφέρεια της Ευρώπης να νιώσει ότι η λύση τη συµπεριλαµβάνει και καταλήγει και σε αυτή. Θα πρέπει, δηλαδή, το όραµα που παρουσίασε ο Γιούνκερ να είναι οικουµενικό µε την πλήρη έννοια του όρου και να αντιµετωπίζει τις περιφέρειες όχι µόνο ως πρόβληµα, αλλά και ως συστατικό της λύσης.

Το δεύτερο σενάριο είναι ότι η ΕΕ θα οδηγηθεί σε περαιτέρω αποδυνάµωση και πιθανή αποσύνθεση. Οι συζητήσεις για µια Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων και «συµµαχίες προθύµων» σε τοµείς όπως η άµυνα, που συχνά προωθούνται από ισχυρά κράτη-µέλη όπως η Γερµανία και η Γαλλία, µπορεί να προσφέρουν µια πρόσκαιρη «ανακούφιση» σε κάποιους τοµείς. Είναι πιθανό όµως εντέλει να ενισχύσουν τις φυγόκεντρες δυνάµεις στην περιφέρεια της Ευρώπης, καθώς η παραµονή στην ΕΕ θα µοιάζει όλο και περισσότερο ως µια αναγκαστική συµβίωση παρά ως µια περιπόθητη συνύπαρξη στην οποία αξίζει να επενδύσουν οι εθνικές κυβερνήσεις. Αλλωστε, µια επόµενη κρίση, που και πάλι είναι πιθανό να γίνει πιο αισθητή στην περιφέρεια, δεν θα είναι εύκολο να αποφευχθεί. Μια τέτοια κρίση θα µπορούσε για παράδειγµα να προκληθεί από την περαιτέρω ένταση στις σχέσεις Μαδρίτης - Καταλωνίας. Οι φυγόκεντρες δυνάµεις µπορεί να φτάσουν ακόµα και στον ίδιο τον πυρήνα των ιδρυτικών µελών της ΕΕ, όπου τότε θα µιλάµε πλέον για φαινόµενα απο-ευρωπαϊσµού και για µια πιθανή αποσύνθεση της ΕΕ. Κάτι τέτοιο αναπόφευκτα θα σήµαινε µια νέα τάξη πραγµάτων τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον πλανήτη.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 7/10/2017. 

Όχι μια νέα ΝΕΡΙΤ

Η κυβέρνηση δημιούργησε μεγάλες προσδοκίες ανοίγοντας την ΕΡΤ μετά το "μαύρο", αλλά δυστυχώς η συνέχεια είναι απογοητευτική: η δημόσια ραδιοτηλεόραση παραμένει στο ίδιο ή και χειρότερο σημείο από αυτό που ήταν την ημέρα του κλεισίματος. προς μεγάλη ικανοποίηση των εχθρών της.

Κανονικά ο νέος ιδρυτικός νόμος θα έπρεπε να κατοχυρώνει την ανεξαρτησία της ΕΡΤ από την πολιτική εξουσία, όπως συμβαίνει σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες. Ενα τέτοιο νομικό καθεστώς θα έκανε δυσκολότερη την άλωση της από επόμενες κυβερνήσεις που θα ήθελαν να την ελέγξουν ή να την κάνουν να σιωπήσει, όπως έκανε η κυβέρνηση Σαμαρά το 2013.

Αν και κάτι τέτοιο θα ήταν μια σημαντική συμβολή στην εγκαθίδρυση στη χώρα δημοκρατικών κανόνων, η σημερινή κυβέρνηση επέλεξε τη πεπατημένη των τελευταίων 45 χρόνων. Και αναπόφευκτα πληρώνει το πολιτικό κόστος για την επιλογή της, να διοικήσει δηλαδή ένα χώρο που ούτε γνωρίζει ούτε μπορεί απολύτως να ελέγξει.

Η κυβέρνηση δεν έχει το παραμικρό όραμα για το τι θα έπρεπε να είναι μια δημόσια ραδιοτηλεόραση στη σημερινή εποχή. Και δικαιολογημένα, γιατί δεν είναι δικιά της δουλειά να σχεδιάσει την ραδιοτηλεοπτική στρατηγική. Χωρίς σχέδιο και όραμα, η επιλογή των διοικήσεων γίνεται με άγνωστα κριτήρια και προσωπικά παιχνίδια. Και όταν οι διοικήσεις αποχωρούν, κανείς δεν ξέρει τους λόγους της αποχώρησης.

Γιατί επελέγη ως διευθύνων σύμβουλος και αποχώρησε ο κ. Ταγματάρχης και με ποια κριτήρια βρέθηκε ο αντικαταστάτης του; Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο πρόεδρος της ΕΡΤ κ. Τσακνής αποχώρησε καταγγέλλοντας την συνδιοίκηση της ΕΡΤ με συνδικαλιστές. Υποστηρίζεται επίσης ότι του δόθηκαν υποσχέσεις τόσο από τον αρμόδιο υπουργό όσο και από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, που δεν τηρήθηκαν. Η κυβέρνηση θα πρέπει να δώσει εξηγήσεις, εκτός και αν πιστεύει ότι ένα δημόσιο αγαθό αποτελεί προσωπική της ιδιοκτησία.

Η ΕΡΤ είναι σήμερα μια Α.Ε που λειτουργεί με κανόνες ΔΕΚΟ και κουβαλά τις παθογένειες του παρελθόντος, θυμίζοντας στιγμές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Με αυτούς τους όρους δεν θα γίνουν ποτέ οι ριζοσπαστικές κινήσεις που απαιτούνται για την εξυγίανση της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αγκυλώσεις και τις φοβερές στρεβλώσεις που διέπουν τα προσόντα και τα καθήκοντα του προσωπικού. Που είτε αδιαφορεί, είτε δεν έχει πια το κουράγιο για να ανατρέψει τους συσχετισμούς .

Στα δύο χρόνια που επαναλειτουργεί, η δημόσια ραδιοτηλεόραση έχασε την τρομερή υποστήριξη του κόσμου που είχε μετά το κλείσιμο της, Δίνει το «πάτημα» σε μια επόμενη κυβέρνηση να καταργήσει ή να συρρικνώσει εκ νέου την ΕΡΤ, όπως προαναγγέλλεται με εμμονή, φτιάχνοντας μια νέα ΝΕΡΙΤ για λίγους«κολλητούς» της.

Αλλά τότε, αν η σημερινή κυβέρνηση δεν κινηθεί επιτέλους σοβαρά και θεσμικά, δεν θα υπάρχει κανείς να διαμαρτυρηθεί.

*Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 6/10/2017.

Μεταξύ Σκύλλας και Χάρυβδης, αισιοδοξία;

Πριν από μερικές ημέρες η «Εφ.Συν.» δημοσίευσε τα δημοσκοπικά ευρήματα της ProRata που κατέγραψαν απογοήτευση, θυμό και φόβο. Οι περισσότεροι (80%) δεν πιστεύουν στην «καθαρή έξοδο» από τα μνημόνια το 2018. Αντίθετα, πιστεύουν ότι θα αργήσει πολύ η ανάκαμψη της οικονομίας. Ενώ οι πολίτες σαφώς ενδιαφέρονται για το πoια θα είναι η επόμενη κυβέρνηση, το 75% είναι απογοητευμένοι από όλα τα κόμματα. Αμφισβητούνται τα αποτελέσματα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της επιτήρησης.

Η αξιολόγηση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στη μεταδημοκρατία συνοψίζεται στη φράση «δυσπιστία στις ελίτ». Παρότι δεν πρόκειται για ελληνική πρωτοτυπία, σε εμάς η κρίση της δημοκρατικής νομιμοποίησης είναι μία μόνον από τις ζημιές που προκάλεσε η κρίση∙ και στο μέτρο που εκτρέφει απογοητευμένους, θυμωμένους, φοβισμένους τόσο από την Αριστερά όσο και από τη Δεξιά, είναι μια ύπουλη κληρονομιά.

Το άλλο σημαντικό που συνδέεται με τη «δυσπιστία στις ελίτ», είναι ο μεγάλος χρονικός ορίζοντας της προβλεπόμενης ανάκαμψης – κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με θεσμικές εκτιμήσεις και προβολές για άμεση βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων. Η διάρρηξη της σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ ελίτ και κοινωνίας (εμείς αποδεχόμαστε τη δύναμή σας, το κύρος και την καλοπέρασή σας, αλλά μόνον αν ευημερούμε και εμείς), εκτός από πίεση στον πολιτικό χρόνο της παρούσας ή της όποιας μελλοντικής ελληνικής κυβέρνησης, αν μη τι άλλο, δείχνει και ένα ακόμη πιο σημαντικό.

Δείχνει ότι η επαγγελλόμενη ανάκαμψη προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την κοινοτοπία της αύξησης των εθνικών λογαριασμών και ένα χειροπιαστό success story για την αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής. Μετά τα αλλεπάλληλα οκταετή σοκ, προϋποθέτει τα δύσκολα: άρση χρόνιων στρεβλώσεων, αδικιών και μείωση κοινωνικών ρηγματώσεων.

Αλλά, για τι πράγμα μιλάμε; Ποιες ήταν οι αποτυχίες; Η ελίτ (πολιτική, επιχειρηματική, διανοητική, τραπεζική και η μιντιακή ελίτ) σε παγκόσμιο επίπεδο υποτίμησε τις συνέπειες της κρίσης αλλά και της μονόδρομης οικονομικής φιλελευθεροποίησης. Το στοίχημα που έπαιξαν οι αγορές με τα δημόσια χρέη στην Ευρώπη, το κρέμασαν στις κυβερνήσεις και το κέρδισαν. Η αντίδραση της ευρωπαϊκής πολιτικής, λόγου χάρη, απέτρεψε τον κίνδυνο μιας συστημικής κατάρρευσης, χωρίς όμως να αποτρέψει φυγόκεντρες δυνάμεις, εθνικισμούς, μηδενισμούς που ανατροφοδοτούν την κρίση.

Η διανοητική-πνευματική ελίτ απαξιώθηκε ένεκα της αποτυχίας της να προβλέψει την κρίση ή, έστω, να συμφωνήσει και να αξιώσει τις δράσεις μετά τη βίαιη εκδήλωσή της. Στην Ελλάδα, λόγου χάρη, η αυτοαναφορική πολιτική ελίτ απαξιώθηκε από την απροθυμία της να αναγνωρίσει τις ευθύνες της, από την προθυμία της να διασωθεί με κάθε κόστος, όμως χρεώνοντας τις δικές της ανικανότητες σε αυτούς που έφεραν τη μικρότερη ευθύνη.

Επιπλέον, η Ευρώπη εκτός από τη θεοποιημένη ελεύθερη αγορά αδυνατεί να κατασκευάσει άλλη λατρευτική εικόνα. Με την αγορά να γίνεται βορά μιας παγκοσμιοποιημένης χρηματοοικονομικής ελίτ όλο και πιο ανεξάρτητης, όλο και πιο κυνικής στις αξιώσεις της (βλέπε πολυεθνικές, βλέπε μεγάλες επενδύσεις), τα μετεκλογικά μοντάζ περί νίκης της δημοκρατίας έναντι των ακροδεξιών δύσκολα γεφυρώνουν τη λογική με το συναίσθημα∙ ούτε ενσαρκώνουν κάποια υπόσχεση αλλαγής.

Η Ευρώπη κινείται στο αυταπόδεικτο της δημοκρατίας, την οποία όμως δείχνει σαν να μην την έχει ανάγκη. Στην ευρωζώνη, η εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια των κυβερνήσεων των πιστωτριών χωρών, κυρίως της Γερμανίας, και σε μία τριάδα μη εκλεγμένων γραφειοκρατών, ήτοι, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Το αργό, ανομικό σύστημα ανταμοιβών απογοητεύει τους λαούς∙ οι πολιτικοί δείχνουν ανίσχυροι και αναξιόπιστοι.

Και η Ευρώπη πορεύεται με διαβαθμίσεις «περισσότερης ένωσης» η οποία ανάγεται σε αυτόνομο «πολιτικό αγαθό» δίχως πολιτεία και κλείνοντας τα μάτια στις σκανδαλώδεις ατέλειές της, αγγίζοντας τα όρια της πολιτικής εξαπάτησης.

Στην ομηρική έκβαση, ο Οδυσσέας είχε διαλέξει τη Σκύλλα. Είχε απώλειες. Αλλά το «χειρότερα δεν γίνεται» έχει μια νότα αισιοδοξίας. «Οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο. Αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ, αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους», έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ. Οχι με την έννοια ότι υπάρχει κάποιος μαγικός τρόπος εξάλειψης των δεινών, αλλά ως δυνατότητα ταχείας άμβλυνσης των προβλημάτων και βελτίωσης της ευημερίας. Αλλωστε, η Ιστορία ουδέποτε περιέγραψε οριστικές λύσεις παρά μόνο ακμές και παρακμές. Είναι καλό να ξέρουμε τα όρια, τις αδυναμίες και το μη περαιτέρω των μηχανισμών του φαύλου συστήματος.

Στην Ελλάδα απαιτούνται μεγάλες συναινέσεις και όχι στρατηγικές μη συνεργασίας που ευνοούν κόμματα και βλάπτουν το σύνολο. Οι δημοκρατικές δυνάμεις πρέπει να αφήσουν τα πολιτικάντικα παιχνίδια, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και ν' ανταποκριθούν στις ανησυχίες των πολιτών, πριν να είναι αργά. «Πρέπει να συνυπάρχει η απαισιοδοξία της γνώσης με την αισιοδοξία της θέλησης», έλεγε ο Αντόνιο Γκράμσι, δείχνοντας ταυτόχρονα εκείνες τις πολιτικές οντότητες που έχουν τη μεγαλύτερη ευθύνη στις κοινωνικές διεργασίες αντιστροφής απογοήτευσης και απαισιοδοξίας των δημοσκοπικών υποδειγμάτων και της καθημερινότητας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2017.

Σελίδα 1 από 29