Παρασκευή, 14 Αύγουστος 2020

Ανοίγοντας τα ξεχασμένα κεφάλαια σε ένα μάθημα που είχαμε περάσει

TiniosΑν μια χώρα εγκαταλείψει το ευρώ, επιστροφή στο κοινό νόμισμα δεν θα είναι εφικτή βραχυπρόθεσμα

Η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να φύγουμε από το ευρώ στέλνει κόσμο πανικόβλητο στις εξόδους των τραπεζών – στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Ο φόβος όμως αυτός έχει και κάτι καλό:

Σε μάθημα 1ου έτους Μακροοικονομίας που διδάσκω (στο οποίο η γηραιότερη «ενεργή παρουσία» στον κατάλογο μετρά αισίως το 64ο εξάμηνο), η απειλή εξόδου από το ευρώ επιτρέπει μια «πυρηνική απειλή» αντιστοίχου (αν όχι μεγαλύτερου) βεληνεκούς αυτού που κραδαίνει ο πρόεδρος Τσίπρας: «Περάστε το μάθημα φέτος, γιατί –αν φύγουμε από το ευρώ– του χρόνου θα διευρυνθεί η ύλη!».

Ο τρόμος στα φοιτητικά πρόσωπα ήταν ανείπωτος. Η φυλλομέτρηση του Πίνακα Περιεχομένων του (αμερικανικής προέλευσης) εγχειριδίου που διανέμεται, προκειμένου να αναζητηθούν τα παρείσακτα κεφάλαια, οδήγησε σε μορφασμούς αποτροπιασμού. Ο διδάσκων, όμως, ανέκραξε: «Ουδέν κακόν αμιγές καλού!». Ευελπιστώ το (ως φέτος) ανέλπιστο: Να ξεκαθαρίσει και να ελαφρυνθεί η χιονοστιβάδα εκκρεμοτήτων του μαθήματος από φοιτητές διψηφίου αριθμού εξαμήνων, αλλά και των φερέλπιδων συνεχιστών τους.

Πράγματι, αν βρεθούμε (ή ακόμη κι αν κάποιοι θεωρούν ότι θα έπρεπε να βρεθούμε) εκτός ζώνης ευρώ, ακόμη και ένα εισαγωγικό μάθημα μακροοικονομίας που διδάσκεται στην Ελλάδα δεν μπορεί πια να αγνοήσει τα κεφάλαια: συναλλαγματική ισοτιμία και ανταγωνιστικότητα, ισοζύγιο πληρωμών και ροές κεφαλαίων, πληθωρισμός, εισοδηματική πολιτική και υπερπληθωρισμός, μακροοικονομική πολιτική με κυμαινόμενες ισοτιμίες. Θεωρίες οικονομικής ανάπτυξης και διαρθρωτικές αλλαγές. Ενδεχομένως δε και άλλα.

Αυτό που ισχύει για τους φοιτητές, δυστυχώς, ισχύει και για την οικονομική διακυβέρνηση της χώρας. Και, οπωσδήποτε, αυτούς που την εξασκούν – πολιτικούς, τεχνοκράτες, δημόσιους λειτουργούς, πολιτικά κόμματα. Όταν έχει πέσει στο τραπέζι ακόμη και ως απεχθής ιδέα μια πιθανή έξοδος από το ευρώ, και δεν παραμένει τελείως αδιανόητη, κανείς πια δεν δικαιούται να συνεχίζει να αγνοεί τα σχετικά κεφάλαια.

Από τη εποχή που μπήκαμε στην Κοινή Αγορά και μετά, σχεδόν το σύνολο των αναπτυξιακών και οικονομικών επιλογών είχαν ένα εύκολο «λυσάρι»: Να προσεγγίσουμε την Ευρώπη. Να γίνουμε, εμείς ως άτομα, η κοινωνία, η οικονομία όλο και πιο «Ευρωπαίοι». Αυτό ίσχυε για τα συναλλαγματικά (από το «φίδι», το ECU, τώρα πια το ευρώ), τους περιορισμούς και τα ανοίγματα στις συναλλαγές, το ρόλο του δημοσίου, τις μεταρρυθμίσεις. Και αφού όλα τα «μικρά» και «επί μέρους» αποφασίζονταν με το απλό «λυσάρι», αυτό παρέσυρε και τα μεγάλα θέματα: το ρόλο της Ελλάδας στον κόσμο και την παγκοσμιοποίηση, το πόσο κοινωνικό ήταν το κράτος μας, με τι έπρεπε να μοιάσει ο τρόπος διακυβέρνησης.

Από τη στιγμή που η επιλογή τής όλο και μεγαλύτερης σύγκλισης δεν είναι πια μονόδρομος, το παιχνίδι αλλάζει. Από την αρνητική πλευρά αυτό μπορεί να το δούμε ως διαπίστωση ότι ανοίγουν θέματα που θεωρούσαμε λυμένα και δεδομένα εδώ και πολύ καιρό. Από τη θετική πλευρά ότι ανοίγουν ξανά επιλογές που (νομίζαμε) ότι δεν υπήρχαν. Από την αθλητική πλευρά, ότι το παιχνίδι που παίζαμε με την μπάλα δεν είναι πια τέννις, είναι ποδόσφαιρο (αλλά σίγουρα όχι κρίκετ).

Και ποιες είναι αυτές οι επιλογές;

Σε μια παγκοσμιοποιημένη, ταχύτατα μεταλλασσόμενη και ασταθή παγκόσμια οικονομία, μια μικρή οικονομία που μόλις θα έχει λύσει τους κάβους που τη δένουν στο ευρώ έχει τις εξής επιλογές:

Πρώτη επιλογή: Νεοφιλελευθερισμός παντού και αξιοποίηση των δυνατοτήτων του εμπορίου. Να γίνουμε «Κόστα Ρίκα», παίζοντας το παιχνίδι των αγορών ανοιχτά: ελάχιστες ρυθμίσεις, ευέλικτο δυναμικό, προσέλκυση κεφαλαίων. Το όπλο της ανάκτησης ελέγχου της συναλλαγματικής ισοτιμίας αξιοποιείται επιθετικά – με σειρά ανταγωνιστικών υποτιμήσεων και συνειδητή ενθάρρυνση των τομέων των εμπορεύσιμων προϊόντων και περιορισμό των στρεβλώσεων που βάζει το Δημόσιο. Η γεωγραφική γειτνίαση με τον πυρήνα του Ευρώ αξιοποιείται σε ένα ρόλο Ταϊβάν. Καθώς η Βουλγαρία φερ' ειπείν θα αυξάνει το μη μισθολογικό της κόστος, εμείς θα το μειώνουμε επιθετικά για να προσελκύουμε επενδύσεις.

Δεύτερη επιλογή: Ελευθερία στις επιχειρήσεις, κοινωνική προστασία στα άτομα: Σοσιαλδημοκρατικό μοντέλο Σουηδίας ή Φιλανδίας. Ίσως δε και «Δανίας του Νότου». Όπως το προηγούμενο, μόνο που η μείωση του μη μισθολογικού κόστους αντικαθίσταται από μεγάλη ποιοτική αναβάθμιση των κοινωνικών υπηρεσιών, με τρόπο ώστε να θεωρούμε όλοι ότι η σχετική φορολογική ελάφρυνση αξίζει τον κόπο και βλέπουμε τη χρηματοδότηση του κοινωνικού κράτους όχι σαν αναγκαίο κακό αλλά σαν αναπτυξιακή παρακαταθήκη. Αυτό τον «τρίτο δρόμο» είχαμε (τουλάχιστον ρητορικά) επιλέξει την εποχή του «εκσυγχρονισμού», ίσως δε και της «επανίδρυσης του κράτους». Η διαφορά είναι ότι για να το επιτύχουμε πρέπει να γκρεμίσουμε το σημερινό κράτος και να φτιάξουμε καινούργιο. Και σε κάθε περίπτωση δεν γλιτώνουμε την επώδυνη συναλλαγματική πολιτική ούτε και τη βίαιη συρρίκνωση του κράτους-βαρίδι. (Ποιος θα πλήρωνε ασμένως φόρους για να του ζητάνε, π.χ. «Πιστοποιητικό περί μη ανάγκης πιστοποιητικού»;).

Τρίτη «επιλογή»: Κοινωνικό Κράτος και αναδιανομή πίσω από προστατευτικά τείχη. Να γίνουμε Aνατολική Γερμανία των Βαλκανίων (στην καλή περίπτωση) ή Μολδαβία της Μεσογείου (στην κακή). Το ότι η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να ανταγωνιστεί, κρύβεται πίσω από δασμούς και ποσοστώσεις, ευελπιστώντας με τον καιρό να «ενηλικιωθεί» η ελληνική βαριά βιομηχανία και να χαλαρώσουμε τους δεσμούς μας με το παγκόσμιο εμπόριο. Αν πετύχει το μοντέλο του κρατικού diktat και υπάρχει και η ανάλογη διοικητική ικανότητα, το μοντέλο μπορεί να είναι και βιώσιμο (όπως ήταν και στη δεκαετία του '50). Αν όχι, θα διολισθαίνουμε στην κατεύθυνση ίσως της Μολδαβίας – φτώχεια, απομόνωση, σταδιακή κατάλυση του κράτους δικαίου.

Το «καλό» με αυτό το σενάριο είναι ότι είναι εκείνο που προκύπτει αυτόματα και χωρίς προσπάθεια. Προκύπτει, δηλαδή, αν δεν αποφασίσουμε –μετά την έξοδο από το ευρώ– ότι πρέπει να επιταχύνουμε τις μεταρρυθμίσεις. Αν βλέπουμε την έξοδο από το ευρώ ως υποκατάστατο των μεταρρυθμίσεων, τότε η αυτόματη ανταμοιβή μας είναι αυτό, το τρίτο σενάριο.

Αν κάποια χώρα εγκαταλείψει το ευρώ, επιστροφή στο κοινό νόμισμα (ή ακόμη σε ό,τι απομένει από την Ενωμένη Ευρώπη) με το ρόλο του «ασώτου» δεν θα είναι εφικτή βραχυπρόθεσμα. Θα γίνει εφικτή μόνο αν επιλεγεί μία από τις πρώτες δύο επιλογές και μόνο αν αυτή η επιλογή αποδειχθεί επιτυχής.

Για τους φοιτητές όλα αυτά σημαίνουν διεύρυνση της ύλης, αλλά και ανατύπωση παλαιών εγχειριδίων.

Για τους διοικούντες τη χώρα σημαίνει –κατ' αρχάς– το ίδιο. Μετά όμως απαιτεί ευθυκρισία, επιλογή, παρρησία. Πάνω απ' όλα, θα απαιτείται ηγετική ικανότητα προκειμένου, από τα συντρίμμια μιας καταστροφικής εξόδου, να εμπνεύσει σε όλους εμάς τους υπόλοιπους την προσπάθεια για να υπάρξει ένα αύριο σε αυτή τη χώρα.

Το ποιος θα χρειαστεί να κάνει την επιλογή (αλλά και τη μη επιλογή) για λογαριασμό μας, θα αποφασίσουμε εμείς την Κυριακή 17 Ιουνίου. Για να διαλέξουμε, θα έπρεπε να ξέρουμε ποιος θα μπορούσε να έχει το καθαρό βλέμμα και την ευθυκρισία να αντιληφθεί ότι το παιχνίδι έχει πια αλλάξει και την πειθώ να μας εξηγήσει με ποιον τρόπο πρέπει να κινούμαστε σε μια νέα εποχή και προς ποια κατεύθυνση. (Και, επίσης, πού είχε κρυμμένες τις αρετές αυτές τόσο καιρό και δεν τις βλέπαμε;)

Παρά ταύτα, και ενώ ουδείς συζητά για τέτοια «μικροπράγματα», «ουδέν λάθος αναγνωρίζεται»...


*Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος.

*Δείτε εδώ το άρθρο όπως δημοσιεύτηκε στην Athens Voice.

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση