Πέμπτη, 29 Ιούλιος 2021

Μετά τη μεταπολίτευση τί;

Πώς θα είναι άραγε η Ελλάδα το 2030, όταν εορτασθούν τα 200 χρόνια από την αναγνώριση ανεξάρτητου κράτους; Θα έχουμε περάσει στη μετά-τη-μεταπολίτευση εποχή ή θα έχουμε ακόμη μείνει δέσμιοι στο κλέος αυτής της λαμπρής επιτυχίας του ελληνικού έθνους, της επί 46 ήδη χρόνια θεσμικής ομαλότητας, με τον ίδιο τρόπο που μας χαρίζει αυταρέσκεια η απρόσμενη επιτυχία της ελληνικής επανάστασης του 1821 και η παγκόσμιας εμβέλειας λάμψη της ελλαδικής αρχαιότητας;
Πράγματι, η πρωτόγνωρη ακώλυτη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών είναι η μεγάλη κατάκτηση της μεταπολίτευσης. Η επί επτά χρόνια σε «γύψο» ελληνική πολιτική κοινωνία, με τη μακρά εμπειρία εμφύλιων διχασμών και βασιλικών υπερβάσεων εξουσίας, ωρίμασε απότομα διασφαλίζοντας τις προϋποθέσεις μίας σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Η καταστατική πράξη της μεταπολίτευσης δεν είναι ίσως η ψήφιση του νέου Συντάγματος αλλά δύο θεσμικές επαναστάσεις: Πρώτον, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ και η ελεύθερη πλέον λειτουργία όλων των πολιτικών κομμάτων με το ν.δ. 59/1974 και, δεύτερον, το συντακτικό δημοψήφισμα της 8ης Δεκεμβρίου 1974, υπέρ της προεδρευόμενης δημοκρατίας. Οι δύο απόλυτα θετικές αυτές εξελίξεις δεν στερούνταν αρνητικών αντηχήσεων. Η ελεύθερη λειτουργία κατέληξε εν πολλοίς σε κομματοκρατία, με επεκτατική κατάληψη από τα κόμματα και άλλων σφαιρών της δημόσιας (ακόμη ενίοτε και ιδιωτικής) ζωής που δεν τους ανήκαν. Και η απομείωση και των τελευταίων εξουσιών του Προέδρου της Δημοκρατίας στην αφαίρεση, στο πλαίσιο ενός δικομματισμού, κάθε αντιβάρου απέναντι σε έναν ολοένα και περισσότερο ενισχυόμενο Πρωθυπουργό.
Η υποχώρηση της μαζικότητας των κομμάτων, κατά το δεύτερο μισό της μεταπολίτευσης, που σηματοδοτείται από την τελευταία πρωθυπουργική θητεία του Ανδρέα Παπανδρέου, ακολούθησε, ίσως όχι τυχαία, την επανάσταση του ΑΣΕΠ, αφήνοντας πίσω της ένα πολιτικό τοπίο με λιγότερη συμμετοχή και λιγότερα πάθη. Ήταν όμως η εύτακτη χρεωκοπία του 2009-10. που μας εισήγαγε στο επίμετρο της μεταπολίτευσης, με τα πολιτικά πάθη να ξαναφουντώνουν και τον πολιτικό διχασμό να αναζωπυρώνεται. Η μακρά διαπάλη μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, εμφανής ήδη στην Επανάσταση για την ανεξαρτησία της Ελλάδας στις αρχές του 19ου αιώνα, άσβεστη διαρκώς, και διαρρηγνύουσα τις κομματικές γραμμές, πήρε και πάλι απτά χαρακτηριστικά: οι «πατριώτες» εναντίον των «γερμανοτσολιάδων», οι δυτικότροποι, φιλοευρωπαίοι εναντίον της «καθ' ημάς Ανατολής». Η σύγκρουση του «αντιστασιακού» ΟΧΙ με το «μένουμε-ευρωπαϊκό» ΝΑΙ στο δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 ήταν η κορωνίδα αυτού του πανταχού παρόντος κοινωνικο-πολιτικού ρήγματος.
Μια (άνω;) τελεία μπαίνει σε αυτούς τους επανερχόμενους μικρότερους ή μεγαλύτερους εμφυλίους με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου στις 13 Ιουλίου του 2015. Με την έμπρακτη αναγνώριση ότι η δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας, με ορόσημα την κατάθεση του προϋπολογισμού του 2010 και την υπογραφή του πρώτου και του δεύτερου μνημονίου, ήταν πράγματι εν τέλει μονόδρομος, όσο και αν αμφισβητήθηκε και λοιδορήθηκε τόσο από τη δεξιά, αρχικά, όσο και από την αριστερή παράταξη. Η διάρρηξη των διαχωριστικών γραμμών, εμφανής στις συμμαχικές κυβερνήσεις από το 2011, καθρεφτίστηκε στην υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών και επιστεγάστηκε στις εκλογές του 2019, όταν, για πρώτη φορά μετά το 1974, η ΝΔ, το κόμμα της παραδοσιακής δεξιάς, έγινε ο κύριος πόλος έκφρασης ιδεών εκσυγχρονισμού, κινητοποιώντας αλλότριες πολιτικές δυνάμεις.
Χωρίς να εκλείψουν, βέβαια, οι πολιτικές διαμάχες και η σύγκρουση μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας, ενόψει και των τεχνολογικών εξελίξεων, με τις αφίσες, τις ντουντούκες και τις μεγάλες πολιτικές συγκεντρώσεις να έχουν προ πολλού μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, η ενοποιητική λειτουργία των κομμάτων εξέλειψε εντελώς, η πολιτική σφαίρα κατέστη διαδικτυακή, η πολιτική κοινωνία πολυδιασπασμένη, όπως, εξάλλου, και πέραν των εθνικών συνόρων.
Αν η νομιμοποίηση του ΚΚΕ από την εκτελεστική εξουσία είναι η συμβολική στιγμή για μετάβαση στο μεταπολιτευτικό πολιτικό γίγνεσθαι, ίσως η καταδίκη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής ως μελών εγκληματικής οργάνωσης από τη δικαστική εξουσία, τον Οκτώβριο του 2020, να συμβολίζει την ωρίμανσή του, την άρση κάποιων ταμπού, όπως η συζήτηση για απαγόρευση πολιτικού κόμματος, ως εργαλείου υπεράσπισης της δημοκρατίας.
Η αλλαγή μοντέλου αντιμετώπισης κομματικών υπερβάσεων αφορά, εξάλλου, και τα, διαφορετικής έντασης και ποιότητας, βεβαίως, φαινόμενα άσκησης βίας, για παράδειγμα, στα πανεπιστήμια, διαρρηγνύοντας ένα άλλα ταμπού της μεταπολίτευσης, το πανεπιστημιακό άσυλο.
Αν όμως κάτι αναντικατάστατο ακόμη μας κληροδότησε η μεταπολίτευση, εκτός από τη θεσμική ομαλότητα, είναι η ένταξη στην Ευρώπη, η παραμονή στην Ένωση, και δη στον πυρήνα της, την ΟΝΕ. Είναι αυτή που εξασφαλίζει τα ελλείποντα αντίβαρα στον πρωθυπουργοκεντρισμό, στην ελλειμματική υλοποίηση της αρχής κράτους δικαίου και της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων, στις άφρονες οικονομικές πολιτικές του παρελθόντος. Και αν κάτι αξίζει για το μέλλον είναι η προσπάθεια να μείνουμε στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (ότ)αν αρχίσει η διαδικασία της μετάλλαξής της σε μια ένωση ομόκεντρων κύκλων.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 22/5/2021. 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση