Tuesday, 22 June 2021

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Η πορεία του ελληνικού κοινοβουλευτισμού

Από την σκοπιά της κομματικής οργάνωσης και της συμμετοχής του πληθυσμού στο κομματικό σύστημα, μπορεί κανείς να ξεχωρίσει τρεις φάσεις του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα:
- τον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό από το 1844 έως το 1909,
- τον μετα-ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, 1909-1967,
- τον κοινοβουλευτισμό της μεταπολίτευσης, 1974-2020.

Ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Όπως είναι γνωστό, ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός πήρε την οριστική μορφή του το 1864 με τη θέσπιση της καθολικής ψήφου για τους άνδρες (οι πρώτες κοινοβουλευτικές εκλογές έγιναν το 1844). Όμως παρά την καθολική ψήφο των ανδρών, η πλειονότητα του πληθυσμού παρέμενε έξω από την ενεργό πολιτική με την έννοια ότι οι προύχοντες έλεγχαν λίγο πολύ αυτόματα τις ψήφους των πελατών τους με νόμιμα ή/και παράνομα μέσα. Μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ας δούμε τη δυναμική λειτουργία των θεσμών.
Στο επίπεδο της κομματικής διαμάχης, η πληθώρα των βραχύβιων κυβερνήσεων της περιόδου αυτής δείχνει μια αστάθεια, η οποία εν μέρει οφείλεται στην αδύνατη θεσμοποίηση ενός πολιτικού συστήματος που δεν ανταποκρίνονταν στις δομικές ανάγκες της χώρας. Αλλά αυτού του είδους η πολιτική αστάθεια (που θα την αποκαλούσα κυβερνητική) λειτουργούσε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το οποίο στάθηκε σε όλη αυτή την περίοδο απροσδόκητα σταθερό. Πράγματι, από το 1864 έως το 1909, παρ' όλες τις δυσλειτουργίες του ελληνικού κοινοβουλευτισμού δεν υπήρξε σοβαρή προσπάθεια από στρατιωτικούς, τον θρόνο ή άλλες πολιτικές δυνάμεις να διαταράξουν τις βασικές παραμέτρους του συστήματος, δηλαδή την ισορροπία μεταξύ του θρόνου και της πολιτικής ολιγαρχίας (των τζακιών).
Βέβαια, μέσα σε αυτό το σύστημα ισορροπίας ο θρόνος είχε σαφώς το πάνω χέρι. Γιατί η βασιλεία είχε ουσιαστικό έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και του στρατού. Αυτή η σαφής κυριαρχία του θρόνου σε σχέση με το κοινοβούλιο γίνεται κατανοητή αν ρίξουμε μια ματιά στους άλλους δύο παίκτες του πολιτικού παιχνιδιού, δηλαδή στον στρατό και στα τζάκια. Όσον αφορά τον πρώτο, στον 19ο αιώνα το στράτευμα δεν είχε διαμορφωθεί ακόμα σε συγκεκριμένη ομάδα πίεσης. Ούτε ήταν η στρατιωτική ηγεσία διαφοροποιημένη από την πολιτική – εφόσον και οι δύο ελίτ προέρχονταν βασικά από τις ολιγαρχικές οικογένειες που είχαν λίγο πολύ τα ίδια συμφέροντα. Επιπλέον ο συνδυασμός της κυβερνητικής αστάθειας και μακροχρόνιας συνταγματικής σταθερότητας δεν ήταν ευνοϊκός για την επέμβαση του στρατού στην πολιτική.
Σε σχέση με την πολιτική ολιγαρχία, η δύναμη της απέναντι στο στέμμα υποσκάπτονταν από το ότι οι κομματικές οργανώσεις που διέθετε ήταν εξαιρετικά ισχνές. Όπως είναι γνωστό, τα κόμματα στον 19ο αιώνα ήταν λέσχες προσωπικοτήτων χωρίς μόνιμη οργάνωση στο επίπεδο της περιφέρειας. Με άλλα λόγια τα κόμματα ήταν έναν συνονθύλευμα πολιτικών «βαρόνων» που είχαν υπό τον έλεγχό τους πελατειακά δίκτυα. Με τέτοιου είδους οργάνωση δεν είναι περίεργο πως ο μονάρχης μπορούσε, ιδίως πριν από το 1875 (αρχή της δεδηλωμένης), να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις κατά βούληση μέχρι να πετύχει την κυβερνητική σύνθεση που τον βόλευε. Έτσι, σε αυτή την πρώτη περίοδο του κοινοβουλευτισμού το κοινοβούλιο ήταν υποβαθμισμένο και επειδή τα κόμματα δεν αντιπροσώπευαν πλατιά κοινωνικά στρώματα και επειδή, λόγω της έλλειψης σοβαρής κομματικής οργάνωσης, ήταν λίγο πολύ υποχείρια του θρόνου.

Ο μετα-ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός

Ο ολιγαρχικός κοινοβουλευτισμός δεν μπορούσε φυσικά να κρατήσει επ' άπειρον. Ήδη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα η διείσδυση του δυτικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη στη δεκαετία του 1880 οδήγησαν την Ελλάδα σε μια μεταβατική περίοδο. Περίοδο όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις θα αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της εξουσίας που βρίσκονταν στα χέρια ενός μικρού αριθμού ολιγαρχικών οικογενειών. Από αυτή την άποψη, το πραξικόπημα του 1909 αποτέλεσε βασικό σταθμό στην ελληνική πολιτική ιστορία. Έβαλε τέλος στον ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό. Βοήθησε στην άνοδο του Βενιζέλου, στην είσοδο νέων προσώπων στην πολιτική αρένα και στη συγκρότηση κομμάτων που, χωρίς να χάσουν τον πελατειακό χαρακτήρα τους, είχαν μια πιο συγκεντρωτική δομή.
Πράγματι η άνοδος του Βενιζέλου στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη κομματικών οργανώσεων σε εθνική κλίμακα. Έτσι για πρώτη φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου, το κόμμα των Φιλελευθέρων εγκατέστησε γραφεία σε διάφορες επαρχιακές πόλεις. Με αυτόν τον τρόπο οι πολιτικοί ηγέτες άρχισαν να ασκούν περισσότερο έλεγχο στα μέλη τους και ως εκ τούτου να αποκτούν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον θρόνο. Με την αυξανόμενη κομματική πειθαρχία, η δυνατότητα του μονάρχη να χειραγωγεί πολιτικούς και εκλογές μειώθηκε. Για παράδειγμα, ο βασιλιάς Γεώργιος απέλυσε με μεγάλη ευκολία τον πρωθυπουργό Κουμουνδούρο το 1868 παρά τη συντριπτική πλειοψηφία που είχε στη βουλή. Ήταν όμως πολύ πιο δύσκολο να απαλλαγεί ο Κωνσταντίνος από τον Βενιζέλο το 1915-1916.
Όπως είναι γνωστό, η διαφωνία μεταξύ Κωνσταντίνου και Βενιζέλου οδήγησε στον διχασμό, στο σχίσμα ανάμεσα σε βενιζελικούς και αντιβενιζελικούς. Σχίσμα που σημάδεψε βαθιά την πολιτική ιστορία του μεσοπολέμου. Αυτό που έχει σημασία από την σκοπιά αυτής της ανάλυσης είναι ότι η διαμάχη πάνω στο θέμα της μοναρχίας σήμανε το τέλος μισού αιώνα συνταγματικής σταθερότητας. Από το 1916 και μετά, η ενδημική κυβερνητική αστάθεια θα συνεχιστεί μέσα σε ένα συνταγματικό πλαίσιο που βρίσκονταν και αυτό σε μια κατάσταση συνεχούς ανισορροπίας. Γιατί με τον διχασμό ο θρόνος παύει να είναι «υπεράνω» της πολιτικής. Με το να ταυτιστεί απόλυτα με μια πολιτική παράταξη δημιούργησε έναν τύπο διαμάχης που δεν μπορούσε πια να ελεγχθεί εκ των άνω.
Καθώς το πολιτικό εκκρεμές ταλαντεύονταν μεταξύ βενιζελικών και αντιβενιζελικών, εμφανίζεται μια αστάθεια που ήταν τελείως διαφορετική από την απλή κυβερνητική αστάθεια του 19ου αιώνα. Με αυτού του είδους την αστάθεια ανοίγει πλέον διάπλατα η πόρτα σε αυτό που ο Huntington ονόμασε πραιτωριανισμό, δηλαδή τη θεσμοποίηση των στρατιωτικών επεμβάσεων στην πολιτική. Από εκείνη την στιγμή, ο μεσοπόλεμος χαρακτηρίζεται από μια σειρά κινημάτων και αντικινημάτων, καθώς ανταγωνιστικές πολιτικές ομάδες με τη βοήθεια στρατιωτικών φατριών, προσπαθούν να επιβάλλουν βίαια τη δική τους συνταγματική λύση στη χώρα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της δύναμης του στρατού στο παιχνίδι της εξουσίας είναι προφανής, ιδίως αν λάβουμε υπόψη μας πως αρχικά οι στρατιωτικές επεμβάσεις είχαν έναν μάλλον μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα. Αργότερα όμως η μεταξική δικτατορία είχε σαν κύριο στόχο την αντιμετώπιση του κινδύνου «από τα κάτω». Έτσι εγκαινιάζεται ο τύπος της τρομοκρατίας που θα πάρει την πιο τελειοποιημένη μορφή του στο καθεστώς του 1967-1974.
Πιο συγκεκριμένα, μετά τους βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός μεγαλώνει κατά θεαματικό τρόπο. Καθώς η Στρατιωτική Ακαδημία ανοίγει τις πόρτες της στις μεσαίες τάξεις και λόγω των μακροχρόνιων πολέμων, η άνοδος στη στρατιωτική ιεραρχία γίνεται πιο εύκολη. Το σώμα των αξιωματικών εμφανίζεται σαν ομάδα πίεσης που προσπαθεί να προωθήσει τα επαγγελματικά της συμφέροντα. Οι παραπάνω εξελίξεις σε μια περίοδο όπου η συνεχιζόμενη κυβερνητική αστάθεια συνδυάζεται και με συνταγματική αστάθεια, κάνουν τη δυναμική επέμβαση του στρατού στην πολιτική αναπόφευκτη.

Ο κοινοβουλευτισμός της μεταπολίτευσης

Α. Στην πρώιμη μεταπολίτευση η κατάργηση της μοναρχίας, η συρρίκνωση της δύναμης του στρατού μετά το φιάσκο της Κύπρου και η νομιμοποίηση του ΚΚΕ κατέστησε τη βουλή τον κεντρικό θεσμό του συστήματος εξουσίας. Αλλά δυστυχώς και σε αυτή την τρίτη φάση, η υποβάθμιση του κοινοβουλίου συνεχίζεται παρά την δραματική μείωση εξωκοινοβουλευτικών επεμβάσεων. Αυτό οφείλεται στο ότι μετά το 1974 τα κόμματα μαζικοποιήθηκαν χωρίς όμως να εκδημοκρατιστούν. Χωρίς δηλαδή να αποβάλλουν τα έντονα πελατειακά και λαϊκιστικά χαρακτηριστικά τους.
Πιο συγκεκριμένα, όπως είναι γνωστό, μια από τις ιδιαιτερότητες του μεταπολιτευτικού συστήματος έγκειται στο ότι τα κόμματα πήραν έναν πολύ μαζικό χαρακτήρα. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού οι κομματικοί σχηματισμοί έπαψαν να είναι ολιγαρχικές λέσχες, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ βλέπουμε μια εξίσου σημαντική τομή στην κομματική οργάνωση. Βλέπουμε τη μετάβαση από συγκεντρωτικά αλλά μη μαζικά κόμματα σε κόμματα πιο μαζικά οργανωμένα. Σε αυτή την περίοδο λοιπόν, η μαζικοποίηση των κομμάτων σημαίνει μεν την πιο πλατιά ένταξη των πολιτών στην πολιτική αρένα, αλλά αυτή η ένταξη πήρε έναν πιο αυταρχικό χαρακτήρα.
Αυτό φαίνεται καθαρά αν λάβουμε υπόψη πως ενώ στην ολιγαρχική περίοδο η αυτονομία που οι τοπικοί κομματάρχες είχαν απέναντι στην κεντρική οργάνωση του κόμματος, αυτονομία που βασίζονταν στην ικανότητά τους να ελέγχουν τοπικά πελατειακά δίκτυα, χάθηκε χωρίς να αντικατασταθεί όπως στη δυτική Ευρώπη, με δημοκρατικά οργανωμένα, αυτόνομα κομματικά όργανα ικανά να ελέγχουν τις ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της κομματικής ηγεσίας. Με άλλα λόγια, στη μαζική μεταπολιτευτική αρένα τα ενδιάμεσα στρώματα μεταξύ αρχηγού και κομματικής βάσης έχουν ελάχιστη αυτονομία. Κυρίως κατά την περίοδο που κυριαρχούσε ο ακραίος λαϊκισμός του Ανδρέα Παπανδρέου, τα στελέχη του κόμματος και οι βουλευτές του είχαν μετατραπεί σε υπαλλήλους του αρχηγού.

Β. Περνώντας τέλος στην τωρινή κατάσταση, παρατηρούμε ένα πολωμένο πολιτικό σύστημα με την Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ ως τους δύο βασικούς πόλους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη εκδημοκράτισε σε έναν βαθμό το πολίτευμα της χώρας. Από την άλλη μεριά, οι τεράστιες ανισότητες που δημιουργήθηκαν κατά την περίοδο των μνημονίων, ανισότητες που εντείνονται στην περίοδο της πανδημίας, οδηγούν ένα περιθωριοποιημένο κομμάτι του πληθυσμού στον εθνολαϊκισμό. Μια κατάσταση που για προφανείς λόγους υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Συμπερασματικά, δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας απέκτησε γερές ρίζες, αφού κατόρθωσε, με μερικές διακοπές, να λειτουργήσει από τα μέσα του περασμένου αιώνα έως σήμερα. Όπως όμως και σε άλλες κοινωνίες ύστερης ανάπτυξης, η δημοκρατική λειτουργία του κοινοβουλίου εξακολουθεί να υποσκάπτεται από διαδικασίες που εμποδίζουν την αντιπροσώπευση ευρύτερων συλλογικών ομάδων. Έτσι, αν οι δημοκρατικές δυνάμεις ξεπέρασαν τον ολιγαρχικό και εν συνεχεία τον πραιτωριανό κοινοβουλευτισμό, σήμερα πρέπει να παλέψουν για να ξεπεράσουν τον κομματικοκρατικό κοινοβουλευτισμό. Ενός κοινοβουλευτισμού όπου τα κόμματα μετατρέπονται από μέσα λαϊκής εκπροσώπησης σε μέσα χειραγώγησης.

*Δημοσίευση στο κυριακάτικο αφιέρωμα της "Αυγής" (24/1/2021). 

Πώς συνδυάζονται οι ενέσεις αισιοδοξίας με την τήρηση προσγειωμένης στάσης;

Χωρίς ενέσεις αισιοδοξίας, δεν είναι εύκολο να περπατήσει η κοινή γνώμη τους μήνες που μας έρχονται και όπου θα κατασταλάξει η επίπτωση από την συνεχιζόμενη – μην μασάμε τα λόγια μας! – πανδημία του κορωνοϊού. Άλλωστε, το ξεκίνημα του ανοίγματος της αγοράς αυτήν την εβδομάδα, περισσότερο ως ένα γύμνασμα της αισιοδοξίας επιδιώχθηκε, παρά σαν ένας υπολογισμός επαναφοράς του τζίρου. Αλλά και χωρίς σοβαρή προσγειωμένη στάση, δύσκολα θα κρατηθεί η κατάσταση σε διαχειρίσιμα πλαίσια.
Γιατί αυτή η εισαγωγική παρατήρηση; Διότι, δίνοντας τα στοιχεία εκτέλεσης του προϋπολογισμού 2020 (προσωρινά στοιχεία, μην το ξεχνούμε) ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θόδωρος Σκυλακάκης – ο ίδιος που, μονότονα, υπενθυμίζει ότι οι δαπάνες για προγράμματα στήριξης κατά της πανδημίας και ο δανεισμός που τα συνοδεύει/χρηματοδοτεί δεν είναι παρά «φόροι του αύριο»... - ανακοίνωσε το ζαλιστικό νούμερο πρωτογενούς ελλείμματος για την χρονιά στα 18,2 δις ευρώ με μια προσπάθεια αυτοκαθησυχασμού.
Δηλαδή πώς; Δεν έθεσε την έμφαση στην σύγκριση με το πρωτογενές πλεόνασμα (την θυμόσαστε την έννοια;) 5 δις ευρώ της προηγούμενης χρονιάς – του 2019 – αλλά με την πρόβλεψη για πρωτογενές έλλειμμα 19,6 δις που είχε διατυπωθεί για το 2020. [Για να μην χάνουμε τις αναλογίες; με Ελληνικό ΑΕΠ στα 168 δις μετά την βύθιση της πανδημίας έναντι των 183,5 του αναθεωρημένου 2019, δίνει περσινό έλλειμμα 11% έναντι πλεονάσματος 2,7% του 2019. Το άνοιγμα είναι εκείνο που ζαλίζει]. Όμως... πότε ήταν η εν λόγω πρόβλεψη για το 2020; Στο τέλος του φθινοπώρου, στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2021! Βέβαια, δεν έκρυψε ο Θ. Σκυλακάκης ότι το αποτέλεσμα του 2020 «βοηθήθηκε» στην τελική ευθεία από σχεδόν 650 εκατ. ευρώ από επιστροφή ANFAs, συν κατά 605 εκατ. από υποεκτέλεση του τακτικού προϋπολογισμού (ευγενικά αυτό λέγεται «εξοικονόμηση δαπανών»).
Την ίδια στιγμή – και αυτό είναι ουσιωδέστερο για το πώς θα πάνε τα πράγματα από δω και πέρα – οι προβλέψεις για ανάκαμψη με ρυθμό 4,5% για το 2021 (έναντι της υποχώρησης κατά 10,5% για το σύνολο της χρονιάς που έκλεισε) χλωμαίνουν, όσο οι μέρες προχωρούν. Ενώ οι επίσημες προβλέψεις δεν αναθεωρούνται, η συνισταμένη των προβλέψεων τραπεζών και οίκων δείχνει πλέον προς το 2,5%. Δεν πρόκειται για ελληνική ιδιαιτερότητα, εδώ. Και για τις οικονομίες της ΕΕ/Ευρωζώνης, αντίστοιχη είναι η υποχώρηση, καθώς τα lock-down (σε κάθε χώρα, βέβαια, η έννοια του lock-down διαφέρει) συνεχίζονται και καθώς το δεύτερο και τρίτο κύμα της πανδημίας εξαπλώνεται.
Σ' αυτό το σημείο, η αισιοδοξία μετακαλεί εις ενίσχυσιν την επιτάχυνση της προόδου των εμβολιασμών. Αρκεί μόνον να μην δικαιωθεί μια επισήμανση Γ. Στουρνάρα (στο CNBC, αρχές Δεκεμβρίου 2020 ...) ότι αν δεν προχωρήσουν γρήγορα οι εμβολιασμοί θα έχουμε πρόβλημα! Ήδη, όσοι χειροκροτούσαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έγκαιρη διαπραγμάτευση της από κοινού προμήθειας εμβολίων για την κοινή «Ευρωπαϊκή απάντηση», τώρα αρχίζουν πολιτισμένο λιθοβολισμό της για καθυστερήσεις. Και αρχίζουν πρωτοβουλίες αρχηγών Κυβερνήσεων (όπως Μητσοτάκη-Κούρτς-Φρεντερισεν) για επίσπευση της καμπάνιας εμβολιασμών, δηλαδή για επίσπευση της έγκρισης του εμβολίου AstraZeneca/Οξφόρδης και για «ξεκόλλημα» του Pfizer/BioNTech.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 23/1/2021.

Ο ελληνικός παραλογισμός

Οι διερευνητικές διαπραγματεύσεις μάλλον θα αρχίσουν, αλλά σίγουρα δεν θα πετύχουν. Αφού οι δύο πλευρές διαφωνούν ως προς το τι πρέπει να συζητηθεί. Η μεν χώρα μας επιμένει στη θέση πως η μόνη διαφορά προς συζήτηση είναι αυτή της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Η Τουρκία, από την άλλη μεριά, τονίζει πως η βασική προϋπόθεση για τον διάλογο είναι η συζήτηση πάνω σε όλα τα θέματα που χωρίζουν τις δύο χώρες.

1. Νομίζω πως η τουρκική απαίτηση είναι σε κάποιον βαθμό εύλογη. Γιατί σίγουρα υπάρχουν όχι μόνο μία, αλλά και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών (βλ. Αλέξης Ηρακλείδης, Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειος: 50+1 όψεις των ελληνοτουρκικών διενέξεων, Θεμέλιο 2020). Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζει η ελληνική κυβέρνηση πως δεν υπάρχουν άλλες διαφορές; Για παράδειγμα, η αποστρατικοποίηση των νησιών είναι μια διαφορά. Βέβαια η ελληνική πλευρά τονίζει πως η στρατικοποίηση ήταν αναγκαία λόγω της άκρως επιθετικής τουρκικής πολιτικής. Μπορεί κάτι τέτοιο να ήταν αναγκαίο, αλλά αυτό όμως δεν σημαίνει πως η συγκεκριμένη διαφορά δεν πρέπει να μπει στη διαπραγματευτική ατζέντα. Ένα άλλο πρόβλημα προς συζήτηση είναι αυτό των βραχονησίδων. Αφού υπάρχει ασάφεια ως προς το ποιες από αυτές ανήκουν στην Τουρκία και ποιες στην Ελλάδα. Γιατί να μην είναι και αυτό θέμα προς συζήτηση;

2. Με βάση τα παραπάνω, για να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις πρέπει η κυβέρνηση να αλλάξει τη μαξιμαλιστική της θέση. Δυστυχώς όμως αυτό δεν θα το κάνει γιατί ο πρωθυπουργός φοβάται πως μια υποχώρηση σε αυτό το θέμα θα θεωρηθεί ως «προδοσία». Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων το «blame game» θα το κερδίσει Τουρκία.
Μήπως τελικά δεν είναι σίγουρο αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη; Γιατί αν πάμε, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Το Διεθνές Δικαστήριο σίγουρα θα αποφασίσει πως σε μερικά σημεία είναι η χώρα μας που έχει δίκιο, ενώ σε άλλα είναι η Τουρκία. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν θα ήταν αποδεκτό από ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στη χώρα μας. Πληθυσμού που, μέσω των ΜΜΕ και άλλων μηχανισμών, πιστεύει πως η χώρα μας έχει σε όλα δίκιο. Από αυτή την άποψη, η τωρινή κατάσταση θυμίζει αυτή των Πρεσπών. Η Συμφωνία που επιτεύχθηκε στις Πρέσπες θεωρήθηκε από πολλούς ως προδοσία. Αντίθετα όμως με την τωρινή κυβέρνηση, ο Αλέξης Τσίπρας είχε το θάρρος να πάει εναντίον του εθνολαϊκιστικού ρεύματος. Σε αυτή τη βάση, διερωτάται κανείς αν η κυβέρνηση θέλει πράγματι να πετύχουν οι διαπραγματεύσεις και αν όντως θέλει την προσφυγή μας στην Χάγη. Μήπως η νεοδημοκρατική ηγεσία προτιμά να πάει το θέμα στις καλένδες; Μήπως θέλει να πετάξει την καυτή πατάτα σε μια μελλοντική κυβέρνηση;

3. Ανεξαρτήτως πώς απαντάει κάποιος στις παραπάνω ερωτήσεις, η τωρινή κυβερνητική στάση είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Γιατί αν αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις οι πιθανότητες ενός θερμού επεισοδίου, καθώς και μιας στρατιωτικής σύγκρουσης, αυξάνονται επικίνδυνα.
Η κυβέρνηση, βέβαια, θεωρεί πως η ΕΕ και οι ΗΠΑ δεν θα επιτρέψουν στη γείτονα χώρα να κλιμακώσει σε τέτοιον βαθμό τις επιθετικές της ενέργειες. Αυτό όμως είναι όνειρο θερινής νυκτός. Μπορεί σε μια τέτοια την περίπτωση οι σύμμαχοί μας να καταδικάσουν την Τουρκία, αλλά δεν θα περάσουν από τα λόγια στην πράξη. Για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους, ούτε η ΕΕ ούτε οι ΗΠΑ δεν θα επέμβουν στρατιωτικά για να βοηθήσουν την Ελλάδα. Αφού δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να τα χαλάσουν με την Τουρκία. Μπορεί βέβαια να χρησιμοποιήσουν τις κυρώσεις για να αποτρέψουν μια τουρκική στρατιωτική επέμβαση. Αλλά οι κυρώσεις, όσο σοβαρές κι αν είναι, δεν πρόκειται να σωφρονίσουν τον Ερντογάν. Μάλλον το αντίθετο. Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα κινητοποιούσε τον πατριωτισμό των τούρκων, οι οποίοι θα στήριζαν τον πρόεδρό τους. Με αυτόν το τρόπο, η μειωμένη δημοτικότητα του Ερντογάν θα μπορούσε να ζωντανεύσει ξανά.
Συμπερασματικά, ο μόνος τρόπος για να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι μέσω ανοιχτών διαπραγματεύσεων που θα οδηγήσουν στην Χάγη. Όσο η κυβέρνηση επιμένει στη μαξιμαλιστική της θέση, τόσο ο δρόμος προς το Διεθνές Δικαστήριο κλείνει. Αντίθετα, ανοίγει ο δρόμος για μια στρατιωτική σύγκρουση που θα έχει σίγουρα καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/1/2021.

Από το πιστοποιητικό εμβολιασμού στο διαβατήριο υγείας: ένας ωραίος κατήφορος

Δεν θα 'ναι εύκολο, ούτε ευχάριστο να παρακολουθήσει κανείς – στους μήνες που έρχονται – την συζήτηση για τα πιστοποιητικά εμβολιασμού/τα διαβατήρια υγείας, όπως αυτή θα διεξάγεται, σε διεθνές μάλιστα επίπεδο.
Σ' εμάς, με την ροπή προς μια κάπως επαρχιώτικη (τι να κάνουμε!) τάση να θεωρούμε πως ό,τι συζητείται με βάση την Κυβέρνηση είναι και το κέντρο του κόσμου, υπάρχει ήδη η επιστολή Μητσοτάκη προς von der Leyen/Βρυξέλλες, όμως με κοινοποίηση στους υπόλοιπους ηγέτες Κυβερνήσεων και Κρατών της ΕΕ για «την διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμβολιαζομένων κατά της Covid-19». Ήδη το γεγονός ότι την επιστολογραφία Μητσοτάκη έσπευσε να κάνει πρωτοσέλιδο η γερμανική Bild (το αναγνωστικό της κοινό, μέχρι πριν μια δεκαετία ήταν ίσο με το σύνολο κατοίκων του δικού μας Λεκανοπεδίου, τώρα έχει περιοριστεί στο μισό αλλά πάντα παίζει καθοδηγητικό ρόλο στην Γερμανική κοινή γνώμη και ταράζει τους πολιτικούς, ιδίως στο δεξιό άκρο του φάσματος) με ωραία φωτο– και με τίτλο «Reisfreiheit nur mit Impfung»/Ελευθερία ταξιδιών μόνο με εμβολισμό/μπόλιασμα, θα 'πρεπε να έχει προκαλέσει μεγαλύτερη προσοχή για το πού θα πάει η συζήτηση. Οι αντιδράσεις της νομενκλατούρας των Βρυξελλών προς την Ελληνική πρωτοβουλία υπήρξαν – να το πούμε ευγενικά – συγκρατημένες. Kαι αυτό οφείλεται στο ότι η συζήτηση στην Γερμανία (η νυν Πρόεδρος της Επιτροπής είναι «παιδί» της Γερμανίδας Καγκελαρίου) έχει ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, και έχει πάρει περίεργη τροπή: το γεγονός και μόνο ότι γίνεται (και) στο Συμβούλιο Ηθικής, υψηλού κύρους συμβουλευτικό οργανισμό και με προσέγγιση στο ζήτημα από πλευράς θεμελιωδών δικαιωμάτων/μη διακρίσεων, δείχνει πόσο επικίνδυνη μπορεί να γίνει μια στήριξη σε πιστοποιητικά/διαβατήρια υγείας για την διεκδίκηση «μιας κανονικής ζωής».
Τα θέματα που ανακινούνται από τον Κ. Μητσοτάκη «μαζί με άλλα ζητήματα περί τον εμβολιασμό» θα συζητηθούν, λένε οι Βρυξέλλες σε επίπεδο Κορυφής της 21ης Ιανουαρίου. Όμως, ήδη το γεγονός ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός φρόντισε – πολύ προσεκτικά... – να εξηγήσει ότι η δική του πρόταση αφορά μόνον την διευκόλυνση της κίνησης προσώπων, και επ' ουδενί επιδιώκει έμμεση καθιέρωση υποχρεωτικότητας των εμβολιασμών, δείχνει ότι έχει συνειδητοποιήσει που κινδυνεύει να καταλήξει η συζήτηση. Για μας στην Ελλάδα, το σημαντικό είναι να μην μπλοκάρει ο τουρισμός το καλοκαίρι. Στην Γερμανία, όμως, η συζήτηση ήδη φθάνει στο αν η είσοδος σε εστιατόρια ή κινηματογράφους θα είναι επιτρεπτή χωρίς το «διαβατήριο υγείας».
Επίσης προσεκτικά – άρα μη συνειδητοποίηση των κινδύνων... - η επιστολή Μητσοτάκη επεχείρησε να εξηγήσει τι περιεχόμενο θα έχει το πιστοποιητικό εμβολιασμού Ελληνικής εκδοχής. Γιατί αν – ΑΝ – η Ευρωπαϊκή συζήτηση πάει προς άλλη κατεύθυνση, τότε αντί της διευκόλυνσης του τουριστικού ρεύματος θα κινδυνεύαμε να βρεθούμε σε Καφκικό σύστημα ελέγχου και δυσχέρανσης της ενδο-Ευρωπαϊκής κινητικότητας.
Το γεγονός ότι οι χώρες όπως η Βρετανία, ήδη εταιρείες βιομετρικών στοιχείων και ασφαλείας (iProov, Mvine της Innovate UV) ανέπτυξαν εφαρμογές ψηφιακής πιστοποίησης εμβολιασμού που «προσφέρουν» στο NHS, δείχνουν ότι οι εξελίξεις δύσκολα ελέγχονται ως προς το πού/πως θα κατευθυνθούν.
Ας την παρακολουθούμε λοιπόν στενά την συζήτηση για το πιστοποιητικό εμβολιασμού/το διαβατήριο υγείας. Αλλά... χωρίς υπεραπλουστεύσεις.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 16/1/2021.

Εφικτές προτάσεις για τη βελτίωση της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

Εδώ και πολλές δεκαετίες η πραγματοποίηση ριζικών αλλαγών στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό κάθε θητείας ενός Υπουργού Παιδείας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των αλλαγών , φανερώνει δύο χρόνια προβλήματα του συστήματος. Την προσκόλληση σε μεθόδους διαπαιδαγώγησης που ανήκουν σε παλαιότερες εποχές αλλά και την αδυναμία τήρησης ενός κοινού προσανατολισμού.
Αρχίζοντας απο το πρώτο πρόβλημα, χρειάζεται να επισημανθεί οτι τα τελευταία χρόνια γίνονται αξιοσημείωτες προσπάθειες για τον εκμοντερνισμό του τρόπου διδασκαλίας, κάτι το οποίο μπόρει να επιβεβαιωθεί και απο την προσωπική μου εμπειρία, καθώς είχα την τύχη να φοιτήσω σε ένα σχόλειο στο οποίο πολλοί καθηγητές είχαν καινοτόμες ιδέες. Παράλληλα εκδόθηκαν κάποια ιδιαίτερα βελτιωμένα συγγράμματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον «Φάκελο Υλικού» των Αρχαίων Ελληνικών της Τρίτης Λυκείου, βιβλίο το οποίο, ποιοτικά, απείχε σε μεγάλο βαθμό απο το προηγούμενο για το συγκεκριμένο μάθημα. Δυστυχώς όμως, πρόκειται για εξειδικευμένες περιπτώσεις, οι οποίες αν γενικευθούν και προωθηθούν απο το Υπουργείο μπορούν να συμβάλλουν άμεσα στην βελτίωση του συστήματος.
Οσον αφορά στο δεύτερο ζήτημα, προκύπτει εύλογα το ερώτημα: Πως θα επιτευχθεί ο κοινός προσανατολισμός, όταν το Υπουργείο στελεχώνεται απο κυβερνήσεις που έχουν ιδεολογικές διαφορές;
Καθώς τα τελεταία χρόνια έχει καταστεί σαφές οτι η κοινή αυτή κατεύθυνση δεν έχει επιτευχθεί, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν θεσμοί με στόχο την επίτευξη της σταθερότητας στον τομέα αυτό. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να προταθεί η δημιουργία ενός διασχολικού μαθητικού συμβουλίου, αποτελούμενου απο μαθητές λυκείου, κάθε ένας απο τους οποίους θα εκπροσωπεί το σχολείο του, ενώ θα υπάρχει και ένας αριθμός εκπροσώπων που θα είναι επιλεγμένοι με τυχαία δειγματοληψία απο το σύνολο των μαθητών. Εκεί θα κατατίθενται τα προτεινόμενα νομοσχέδια απο το Υπουργείο Παιδείας. Ο θεσμός αυτός θα έχει την δυνατότητα να απορρίψει άρθρα ένος νομοσχεδίου, εφόσον, για παράδειγμα, αντιτίθενται με αυτό η συντριπτική πλειοψηφία των σχολικών αντιπροσώπων, ένω μπορεί να προτείνει και πιθανές αλλαγές ή τροποποίησεις στις προτάσεις του Υπουργείου.
Σε περίπτωση υλοποίησης αυτής της μεταρρύθμισης, οι μαθητές θα συμμετέχουν άμεσα στη διαμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος, κάτι το οποίο αφενός θα αφαιρέσει την δυνατότητα συχνών μεταβολών στην εκπαίδευση απο το εκάστοτε Υπουργείο, εαν αυτές αντιβαίνουν στην επιθυμία των φοιτούντων, και αφετέρου θα δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη πρωτοποριακών ιδεών στην διδασκαλία. Ταυτόχρονα, θα τονώσει το αίσθημα συνεργασίας αλλά και θα οδηγήσει στην ανοικοδόμηση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους φορείς της εκπαίδευσης στη χώρα μας. Εντούτοις, απαραίτητη είναι η επένδυση του κράτους στον τομέα αυτό, μια επένδυση με μακροπρόθεσμο χαρακτήρα , η οποία όμως μελλοντικά έχει τη προοπτική να αποφέρει στη Ελλάδα πολύτιμα οφέλη.
Συνοπτικά, η ιδέα μπορεί να φαντάζει ρηξικέλευθη και ουτοπική, ωστόσο έως τώρα δεν έχει δοκιμαστεί κάτι αντίστοιχο και, καθώς το εκπαιδευτικό μας σύστημα παρουσιάζει μια τάση αναδρομικότητας, φαίνεται να αξίζει την προσπάθεια.

Μετά τον (σωστό) συμβολισμό, τον (ανόητο) παρεοκρατικό κοτζαμπασισμό και την επικοινωνιακή αμηχανία, αρχίζει η ουσιαστική φάση του εμβολιασμού

Ξεκίνησε λοιπόν το 2021, με τις ευχές και τις προσδοκίες κι όλα τα σχετικά. Ξεκίνησε, βέβαια, και με ακόμη αυστηρότερο lock-down για μια βδομάδα, ώστε να μετρηθεί καλύτερα η υγειονομική κατάσταση και να δούμε πότε/πώς θα γίνει κάποιο άνοιγμα (σχολεία, αγορά, εστίαση). Ξεκίνησε όμως και με την άφιξη του νέου, μεταλλαγμένου στελέχους του Covid-19 (από την Βρετανία), ξεκίνησε και με νέα εισαγόμενη συρροή «ευγενών» κρουσμάτων από το Ντουμπάι (με ήπια καραντίνα, όχι σε λαϊκά ξενοδοχεία...)
Όλα αυτά, μετά την έναρξη της εμβολιαστικής προσπάθειας για τον Covid-19, με τους συμβολισμούς και την προσπάθεια πειθούς που εξέφρασαν (εμβολιασμός Προέδρου Δημοκρατίας, Πρωθυπουργού και πολιτικών αρχηγών, εμβολιασμός προσώπων δημόσιας εμπιστοσύνης όπως ο Σωτήρης Τσιόδρας και η Πρόεδρος της Επιτροπής Εμβολιασμών ή ο Ναυπάκτου Ιερόθεος ως εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου – νοσήσαντος από Covid , με το ανθρώπινο «φοβήθηκα και πόνεσα πολύ» όταν βγήκε από τον Ευαγγελισμό). Όμως και με τα παρατράγουδα παρεοκρατικού κοτζαμπασισμού που δεν έλειψαν (με την σπουδή υπουργών , υφυπουργών και γραμματέων και συγγενών και παρατρεχάμενων/ημετέρων να προηγηθούν στον εμβολιασμό ακόμη και εκτοπίζοντας υγειονομικούς π.χ. στο «Σωτηρία»), μ' όλα αυτά μπαίνουμε στην ουσιαστική φάση της εμβολιαστικής εκστρατείας. Από την οποία θα κριθούν – όχι μόνον στην Ελλάδα, φυσικά – τα επόμενα βήματα της οργανωμένης αντιπαράθεσης των κοινωνιών με την πανδημία του Covid-19, όπως αυτή εξελίσσεται.
Ακριβώς επειδή η εκστρατεία ξεκίνησε με επικοινωνιακή υπερεπένδυση (υποδοχή των πρώτων, λιγοστών εμβολίων με την λογική εικόνας Χαρδαλιά, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπερήφανων μπράτσων προ-εμβολιαζόμενων με το σημείο V της νίκης), αλλά και επειδή έρχεται να ανταποκριθεί στην βαθύτερη επιθυμία/προσδοκία/ελπίδα μιας κουρασμένης και παραζαλισμένης κοινής γνώμης «να φύγει το κακό» με την βοήθεια της επιστήμης και των αρμοδίων, γι αυτούς όλους τους λόγους η εμβολιαστική καμπάνια θα χρειαστεί, τώρα, μεγαλύτερη προσοχή. Πολύ μεγαλύτερη: οι επικοινωνιακοί ερασιτεχνισμοί και η ατομική διεκδίκηση προβολής μπορεί να κάνει σημαντική ζημιά.
Μερικές σημαντικές προκλήσεις για το τωρινό στάδιο:
Πρώτον, στην διαδικασία των εμβολιασμών θα υπάρξουν – αναπόδραστα! – και εμπόδια και σφάλματα. Μόνο με ειλικρίνεια και διαφάνεια θα κατορθωθεί να μην υπονομευθεί η προσπάθεια. Τι θα πει αυτό; Θα πει ότι η ανόητη και αυτοτραυματιστική επιλογή ξεκινήματος, με τον κατά προτεραιότητα εμβολιασμό ημετέρων και την ακύρωση εμβολιασμών των υγειονομικών (όπως οι ίδιοι κατήγγειλαν), ήρθε και χρωματίζει, τώρα – ακύρωση ραντεβού σε μονάδες 3 ή 5 από τις 7 υγειονομικές περιοχές – τις οργανωτικές αστοχίες της πρώτης φάσης. Βέβαια, η επίσημη διάψευση – Μάριος Θεμιστοκλέους, ΓΓ Πρωτοβάθμιας Υγείας – ότι υπήρξε οποιαδήποτε ακύρωση ή αναβολή εμβολιασμού καταγράφεται. Όμως, όταν οι «ήρωες με τις άσπρες μπλούζες» καταγγέλλουν οι ίδιοι, ποιος θα μιλήσει εύκολα για fake news;
Θα πει επίσης ότι οι υπεραισιόδοξες διαβεβαιώσεις για 2 εκατομμύρια εμβολιασμούς ανά μήνα (ώστε να δοθεί η αίσθηση ότι «το κακό με τον Covid-19 τελειώνει», συν ότι θα ζήσουμε ένα συνηθισμένο Ελληνικό καλοκαίρι) δεν άργησαν να προσκρούσουν στα προβλήματα προμήθειας εμβολίων – διεθνώς, πάντως διΕυρωπαϊκά: το εξηγούσε ο επικεφαλής της ΓερμανοΤουρκικής BioNTech, που είναι στην ρίζα του εμβολίου Pfizer, εκείνου δηλαδή που ξεκίνησε πρώτο. Λιγότερες προ-ανακοινώσεις/υποσχέσεις, περισσότερη ειλικρίνεια: έτσι αποκτάται, πάντως ανακτάται η εμπιστοσύνη. (Πλην αν ασπασθεί κανείς το δόγμα Αδώνιδος, ότι με την φασαρία που έγινε με τον παρεοκρατικό εμβολιασμό των ημετέρων, τώρα... όλοι θέλουν να σπεύσουν να εμβολιασθούν, άρα όλα καλά!).
Δεύτερον, η ίδια η επιστημονική κοινότητα – καλά να ΄ναι! – χρήσιμο θα ήταν να δίνει λιγότερες δημόσιες διαβεβαιώσεις. Τι θα πει κι αυτό; «Γνωρίζαμε» ότι τα εμβόλια Pfizer/BioNTech και Moderna γίνονται σε 2 δόσεις, με τρεις βδομάδες απόσταση ανάμεσά τους για να εξασφαλίσουν στους εμβολιαζόμενους ανοσία. Υπήρχε η παράλληλη ωρίμανση του εμβολίου AstraZeneca/Οξφόρδης με επίσης δυο δόσεις, με την δεύτερη όμως να έρχεται ενισχυτικά στην πρώτη και όχι ως αναπόσπαστο μέρος της. Τώρα, μαθαίνουμε (από επίσημες ανακοινώσεις) ότι οι χώρες όπου προχωρούν ταχύτατα οι εμβολιασμοί – Μεγ. Βρετανία – αλλά και όπου παρουσιάζεται ταχύτατη εξάπλωση της πανδημίας, επιλέγεται να γίνει μεν η πρώτη δόση εμβολίων σε πολύ περισσότερους, με την δεύτερη να «αφήνεται» για μετά 3 μήνες. Ή, πάλι έχουμε την Βρετανική – ή και την Νοτιοαφρικανική – μετάλλαξη του «γνώριμου» στελέχους του SARS-CoV-2: ανακοινώθηκε πολύ πιο μεταδοτική (αν και λιγότερο βίαιης νόσησης). ύστερα δόθηκαν καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις ότι δεν μεταβάλλει τα δεδομένα των εμβολιασμών. ύστερα ο ίδιος ο υπεύθυνος του εμβολίου Pfizer/BioNTech εξήγησε ότι το δικό τους εμβόλιο, βασιζόμενο σε m-RNA τεχνολογία, μπορεί να προσαρμοσθεί σε 4-6 εβδομάδες (άρα... χρειάζεται προσαρμογή αν είναι να λειτουργήσει με το νέο στέλεχος του ιού). Τι ισχύει τελικά; Και... γιατί πολλές Ευρωπαϊκές χώρες έκλεισαν κάποιες μέρες τα σύνορά τους σε ταξιδιώτες από Μεγ. Βρετανία, ενώ η (Ευρωπαϊκή, όχι;) Ελλάδα τα άφηνε ανοιχτά να έρθουν τα παιδιά μας για τις γιορτές από Λονδίνο – το 30% των εκεί κρουσμάτων είναι του νέου στελέχους – με 10 ημέρες καραντίνα, απλώς; Ήδη άλλωστε, έφθασε και σ' εμάς το μεταλλαγμένο στέλεχος αμέσως μετά τις γιορτές. Και σ' αυτό, περισσότερη διαφάνεια και ευθύτητα μόνον καλό θα έκανε.
Δείτε όμως και το τρίτο: το ωραίο σύνθημα «να πάρουμε τις ζωές μας πίσω», με το οποίο τόσο ο ίδιος ο Πρωθυπουργός όσο και η ενημέρωση λογικής Χαρδαλιά έδωσε την ενθουσιώδη διαβεβαίωση ότι τα εμβόλια/οι εμβολιασμοί φέρνουν το τέλος της περιπέτειας, αλλά και το φορτικό ερώτημα των τηλεπαράθυρων τις ημέρες των γιορτών «θα έχουμε το καλοκαίρι διακοπές χωρίς μάσκες;» αν δεν διορθωθούν/προσαρμοσθούν επειγόντως όσο θα προχωρούν οι εμβολιασμοί, κινδυνεύει να εγκαταστήσει στην κοινή γνώμη μια επίφοβη αυταπάτη. «Προχωρούν οι εμβολιασμοί, άρα τελειώσαμε!». Άντε μετά να επανεγκαταστήσεις την λογική της ... ατομικής ευθύνης, με μάσκες και με αποφυγή συνωστισμού και όλα τα σχετικά, όσο κι αν απειλεί με το γνώριμό του ύφος ο Νίκος Χαρδαλιάς με φόντο Μιχάλη Χρυσοχοϊδη για τα πρόστιμα και όλα τα συναφή.
Απόλυτα σωστή και αναγκαία η απόφαση για οργάνωση νέας καμπάνιας ενημέρωσης για τον εμβολιασμό – βέβαια ... με λιγότερα σφάλματα και περιορισμένους ημετερισμούς στην κατανομή των 18,5 εκατομμυρίων ευρώ της καμπάνιας Κικίλια σε σχέση με τα κάπως περισσότερα της καμπάνιας Πέτσα! – πλην όμως αν δεν δοθεί προσοχή στο σωστό και ζυγιασμένο περιεχόμενο της καμπάνιας, κινδυνεύει να λειτουργήσει περισσότερο ως αυτεπιβράβευση των ήδη πεπεισμένων ή/και ως καταγγελία όσων διστάζουν ή αμφιβάλλουν ως «ψεκασμένων».
Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απλώς τρύπα στο νερό. Θα ήταν και επικίνδυνο.

Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 9/1/2021. 

Τραντάγματα

Από τρεις κατευθύνσεις , προτού καλά-καλά μπούμε στο αινιγματικό 2021 – που βασικό συστατικό του είναι ότι έρχεται να διαδεχθεί το annus horribilis, από περισσότερες πλευρές, 2020 – υγειονομική διάσταση της πανδημίας του κορωνοϊού, οικονομική ύφεση χωρίς προηγούμενο (ακόμη και για μια χώρα που έζησε επί Μνημονίων), όξυνση των ΕλληνοΤουρκικών και συνολικοί κραδασμοί στην Ανατολική Μεσόγειο, προκύπτει ένα τράνταγμα επί των πραγμάτων.
Η πρώτη κατεύθυνση προέκυψε λίγο απροετοίμαστα, καθώς αφορούσε ρύθμιση ήδη αποφασισμένη και ανακοινωμένη, στα πλαίσια «δεύτερης ευκαιρίας» οφειλών – για τους Δήμους. Συγκεκριμένα, είχε προχωρήσει νομοθετική παρέμβαση για έκτακτη ρύθμιση των οφειλών προς Δήμους (μετά από τις αντίστοιχες προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ), με την παγιωμένη πλέον λογική της ελάφρυνσης οφειλετών λόγω του παγώματος της αγοράς από την πανδημία του Covid-19 με δόσεις εις βάθος χρόνου. Η διευκόλυνση αυτή προς τους οφειλέτες, αλλά και με την προσδοκία των ίδιων των Δήμων ότι θα δουν θερμό χρήμα. Πηγή του τραντάγματος υπήρξε έντονη επιφύλαξη των Θεσμών, στα πλαίσια και της ενισχυμένης εποπτείας, για ρυθμίσεις που επαναφέρουν στην Ελληνική πραγματικότητα εκείνο που λέγεται αμφισβήτηση της «κουλτούρας πληρωμών».
Την προσοχή έπιασε η μείωση των 120 δόσεων σε 100, όμως μεγαλύτερη σημασία είχε η επιμονή να υπαχθούν μόνον εκείνες οι οφειλές προς Δήμους που πέρασαν σε καθυστέρηση μετά τα μέσα Φεβρουαρίου 2020 – δηλαδή οι «οφειλές Covid» (και θα πάει η ρύθμιση μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 2021), και μόνον εφόσον προκύπτει ότι υπήρξαν «οικονομικές επιπτώσεις από την πανδημία». Δόθηκε δε το μήνυμα ότι οι σχετικοί ΚΑΔ, που θα ανακοινωθούν με ΚΥΑ έως το τέλος Ιανουαρίου 2021, θα περάσουν από κόσκινο... Εν τω μεταξύ, ήρθε στην επιφάνεια και η θέση του Δημάρχου Αθηναίων, Κώστα Μπακογιάννη, για καθορισμό των δόσεων από κάθε Δήμο χωριστά, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες του.
Η δεύτερη κατεύθυνση ήταν η σύσταση Βρυξελλών/DGComp και Φρανκφούρτης/SSM να γίνει με μεγάλη προσοχή ο συνδυασμός ξεκοκκινίσματος των δανείων των τραπεζών (μετά την πρόσθετη επίπτωση της πανδημίας) και ποιότητας των κεφαλαίων τους (το συχνά λησμονούμενο υψηλό ποσοστό τους που αποτελεί ο αναβαλλόμενος φόρος/DTC) στην μελλοντική προώθηση του Ηρακλή-ΙΙ και της κατά την ΤτΕ δημιουργία AMCs/bad bank. Εκείνο που, ευγενικά, υπενθυμίζεται στην Αθήνα είναι ότι οι προτάσεις για δημιουργία δικτύου εταιρειών διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού/AMCs (πρόταση Dombrovskis/McGuiness) καλά θα ήταν σε μια χώρα όπως η Ελλάδα να διαβάζεται με προσοχή στις ιδιαιτερότητές της. Το ΔΝΤ, ως υποβολέας, ψιθυρίζει στο βάθος ότι η «ιδιαιτερότητα» έγκειται ότι, ταυτόχρονα, οι Ελληνικές συστημικές δεν έχουν μόνο πάνω από 35% κόκκινα δάνεια προ-Covid, αλλά και βασικά κεφάλαια αποτελούμενα κατά 60% από DTC...
Η τρίτη κατεύθυνση είναι παλιότερη, απλώς η συνέχιση της πίεσης της πανδημίας επί του συνόλου των οικονομικών της ΕΕ και της Ευρωζώνης την έχει αφήσει λιγάκι λησμονημένη σ' ένα ράφι – και μάλιστα σ' αυτό βοήθησε η ευμενής μεταχείριση των Ελληνικών ομολόγων από τις αγορές, τελευταίως (Γι αυτό και η προ-ανακοίνωση για προθέσεις νέας εξόδου στις αγορές, αρχές του 2021). Μοναχικός την υπενθυμίζει, την διάσταση αυτή, ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θοδωρής Σκυλακάκης, θυμίζοντας ότι οι σημερινές ενισχύσεις είναι αυριανοί φόροι. Ο ίδιος, άλλωστε, ανέλαβε και να «προσγειώσει» την ενθουσιώδη εξαγγελία Αδώνιδος Γεωργιάδη για μη αναζήτηση του 50% (και) των πρώτων τριών κύκλων Επιστρεπτέας Προκαταβολής, με αναφορά στην ανάγκη «πολύ μεγαλύτερης εξατομίκευσης» (200.000 δικαιούχοι για σύνολο 3 δις ευρώ).
Υπάρχει και μια τέταρτη διάσταση, που την κρατούμε «με δόντια» να μην εκδηλωθεί αν και αφορά σχεδόν 400.000 ανθρώπους/οικογένειες. Πρόκειται για την όλο και μακρύτερη σειρά των καθυστερούμενων συντάξεων. Οι διαδοχικές τροποποιήσεις του συνταξιοδοτικού επί Βρούτση, ιδίως οι επανυπολογισμοί, κατάφεραν να δημιουργήσουν τέτοιες πολύπλοκες καταστάσεις, ώστε στους Θεσμούς/στην Τρόικα (όπως και οι αναμένοντες και αναμένοντες...) δημιουργείται η πεποίθηση ότι πρόκειται για συνειδητή προσπάθεια να συγκρατηθεί μια χιονοστιβάδα. Μια ακόμη χιονοστιβάδα.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 31/12/2020. 

Το σχέδιο Πισσαρίδη. 6 παρατηρήσεις

Υπήρξαν πολλές αντιδράσεις στην Έκθεση Πισσαρίδη – θετικές και αρνητικές. Σε αυτό το άρθρο θα προσπαθήσω να αναπτύξω έξι προτάσεις που αρθρώνουν αρνητικά και θετικά στοιχεία της έκθεσης.

1. Ξεκινώ από τις νεοφιλελεύθερες προτάσεις του σχεδίου Πισσαρίδη. Το μεγαλύτερο βάρος δίνεται στην αγορά. Το κράτος πρέπει να παίζει κυρίως ρυθμιστικό ρόλο, δηλαδή να δημιουργεί ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ιδιωτικές επενδύσεις να είναι αποτελεσματικές, να οδηγούν στην ανάπτυξη. Βέβαια, το σχέδιο αναφέρεται στις κρατικές επενδύσεις, αλλά η έμφαση είναι στις ιδιωτικές. Είναι για αυτόν τον λόγο που υποστηρίζεται στη σελίδα 116 πως «το ύψος των δημόσιων δαπανών και φορολογικών εσόδων πρέπει να αυξάνεται με χαμηλότερο ρυθμό από το ΑΕΠ». Συγχρόνως όμως τονίζει την ανάγκη εκσυγχρονισμού της κρατικής διοίκησης. Αλλά αν η κρατική διοίκηση γίνει πιο αποτελεσματική, γιατί να μην είναι κυρίαρχος ο κρατικός ρόλο σε ότι αφορά την ανάπτυξη; Η έμφαση όμως στην αγορά είναι στην τωρινή περίοδο λανθασμένη. Αυτό είναι προφανές, αν λάβουμε υπόψη πως μετά την κρίση του 2008, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και στην ΕΕ πιο γενικά, το κράτος παίζει κεντρικό ρόλο στο χώρο των υποδομών, της υγείας, της εκπαίδευσης κτλ.
Πιο συγκριμένα, ενώ πριν από το 2008 η κυρία Μέρκελ είχε επιβάλει στην ευρωζώνη μια νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας που ως γνωστόν είχε αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα μας, μετά τη μεγάλη κρίση και μετά την απόφαση Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, ακολουθήθηκε μια στρατηγική λιγότερο νεοφιλελεύθερη. Έτσι, για παράδειγμα, θα δοθούν τώρα τεράστιοι πόροι όχι μόνο στη χώρα μας αλλά στον ευρωπαϊκό Νότο συνολικά. Αυτό θα αμβλύνει το χάσμα μεταξύ λιγότερο και περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών – ένα χάσμα που πιο πριν οδηγούσε σε μια συστηματική μεταφορά πόρων από τις πρώτες στις δεύτερες. Και δεν χρειάζεται να τονίσω πως με την πανδημία ο ρόλος του κράτους εντάθηκε πράγμα που κατά την γνώμη μου θα συνεχιστεί και μετά την πανδημία. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, νομίζω πως η έμφαση του σχεδίου Πισσαρίδη στην αγορά είναι σήμερα παρωχημένη.

2. Ένα άλλο προβληματικό χαρακτηριστικό της έκθεσης Πισσαρίδη είναι η μη έμφαση στις τεράστιες και εντεινόμενες ανισότητες που παρατηρούμε και στη χώρα μας και στην ΕΕ πιο γενικά. Και ως γνωστόν, οι ανισότητες συνιστούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη, καθώς και για την επίτευξη των στόχων στους οποίους η έκθεση στοχεύει. Επίσης στην έκθεση δεν γίνεται καμιά αναφορά στη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια των ολίγων που σε έναν μεγάλο βαθμό διαμορφώνουν, μέσω της επιρροής τους στην κυβέρνηση, την πορεία της χώρας.

3. Ένα τρίτο αρνητικό στοιχείο είναι πως η έκθεση δεν θέτει το βασικό πρόβλημα μιας προοδευτικής αλλαγής. Δηλαδή με ποιον τρόπο θα υλοποιηθούν οι στόχοι που η επιτροπή προτείνει. Πιο συγκεκριμένα, ποιοι θα μπορέσουν να εκσυγχρονίσουν την κρατική μηχανή, να πατάξουν τη φοροδιαφυγή, και να ελέγξουν τις μονοπωλιακές τάσεις του μεγάλου κεφαλαίου; Δηλαδή ποιοι φορείς δράσης θα μπορέσουν να καταπολεμήσουν τα συμφέροντα αυτών που εμποδίζουν την πρόοδο. Με άλλα λόγια, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν αναφέρεται σε συλλογικά υποκείμενα. Σε φορείς δράσης που από τη μια μεριά θέλουν μια προοδευτική αλλαγή και σε φορείς δράσης που θέλουν τη διατήρηση του status quo – που θέλουν οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης να πάνε προς μια συντηρητική, αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, η έκθεση Πισσαρίδη βασίζεται κυρίως στους Hayek και Friedman. Με βάση την κοινωνιολογική θεωρία βασίζεται λιγότερο στη μαρξιστική παράδοση και περισσότερο στον Talcott Parsons, τον κύριο συντηρητικό θεωρητικό της σύγχρονης κοινωνιολογίας. Γιατί στο παρσονικό σύστημα η έμφαση δίνεται λιγότερο στις ταξικές συγκρούσεις και περισσότερο στις θεσμικές αντιθέσεις. Έτσι η ισορροπία του συστήματος προκύπτει αυτόματα κατά τρόπο που οι άνθρωποι μετατρέπονται σε παθητικά υποκείμενα. Ως εκ τούτου ο παρσονικός εκσυγχρονισμός είναι λιγότερο συμμετοχικός/δημοκρατικός και περισσότερο αυταρχικός.

4. Περνώντας τώρα σε μερικά αδύναμα σημεία της «αντι-Πισσαρίδη» επιχειρηματολογίας, η αριστερά είναι εναντίον του συστήματος της flexicurity. Δηλαδή ενός συστήματος όπου ο εργοδότης έχει το δικαίωμα, χωρίς κανέναν περιορισμό, να απολύει τους εργαζόμενους. Αλλά αυτή η ευελιξία συνδέεται με την ασφάλεια. Πρόκειται για ένα σύστημα όπου οι απολυόμενοι αμείβονται με τον μισθό που έπαιρναν πριν απολυθούν, ενώ συγχρόνως τοπικοί δημόσιοι οργανισμοί βοηθούν τους απολυόμενους να βρουν εργασία ανάλογη με αυτή που έχασαν. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως χώρες όπως η Ολλανδία και η Δανία, χώρες που έχουν αναπτύξει το σύστημα της flexicurity, έχουν τα πιο ανεπτυγμένα κοινωνικά κράτη στην Ευρώπη.
Επίσης, το σχέδιο Πισσαρίδη προτείνει τον καθορισμό ενός κατώτατου βασικού μισθού για τους εργαζόμενους. Προτείνει επίσης και την ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών μέτρων για την ένταξη στην οικονομία και κοινωνία των μεταναστών, των ατόμων με ειδικές ανάγκες, των αποφυλακισμένων, των εξαρτημένων από ουσίες κτλ. Σίγουρα όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά δεν είναι νεοφιλελεύθερα. Είναι ακριβώς χαρακτηριστικά που και η αριστερά προσπαθεί να προωθήσει.

5. Και οι Πισσαρίδη και οι αντι-Πισσαρίδη θέσεις ασχολούνται μόνο με το κράτος και την αγορά. Αγνοούν τελείως μια τρίτη διάσταση. Τη διάσταση της κοινωνίας των πολιτών. Πρόκειται για έναν χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς. Σε αυτό τον χώρο φορείς δράσης όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις πολιτών (ΜΚΟ), τα κοινωνικά κινήματα, οι ανεξάρτητες Αρχές κτλ. μπορούν να επηρεάσουν ή και να ελέγξουν τις δυσλειτουργίες και της αγοράς και του κράτους. Για παράδειγμα υπάρχουν οργανώσεις που εναντιώνονται στις υψηλές τιμές προϊόντων πρώτης ανάγκης που συχνά έχουν να κάνουν με τις μονοπωλιακές τάσεις και πρακτικές των αγορών. Ένα άλλο παράδειγμα είναι οι ανεξάρτητες Αρχές που εντοπίζουν δυσλειτουργίες της κρατικής μηχανής και προτείνουν τρόπους υπέρβασης των γραφειοκρατικών αγκυλώσεων. Όταν η κοινωνία πολιτών αγνοείται, δημιουργείται ένα κενό που κάνει τις αναλύσεις – και της έκθεσης Πισσαρίδη και των αντι-Πισσαρίδη κριτικών – λιγότερο πειστικές. Άρα πρέπει ένα, έστω μικρό, μέρος των πόρων που η χώρα θα πάρει από το Ταμείο Ανάκαμψης να δοθεί για την ενίσχυση φορέων που λειτουργούν σε αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ κράτους και αγοράς.

6. Συμπερασματικά, στην έκθεση Πισσαρίδη τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία κυριαρχούν. Αλλά υπάρχουν και μη νεοφιλελεύθερα, σοσιαλδημοκρατικά θα έλεγα στοιχεία που, για παράδειγμα, το «αντι-Πισσαρίδη» κείμενο του ΣΥΡΙΖΑ (που θα δημοσιευθεί σύντομα) πρέπει να συμπεριλάβει για να μη θεωρηθεί μονοδιάστατο. Επιπλέον, το σχέδιο Πισσαρίδη δεν κοιτάει προς τα πίσω. Είναι μια πρόταση για το πώς η Ελλάδα μπορεί στα χρόνια που έρχονται να μειώσει την απόσταση της χώρας μας από χώρες της ευρωζώνης που υπερτερούν στα πεδία της ανάπτυξης, της ανεργίας και της κοινωνικής πρόνοιας. Μπορεί τα μέσα που προτείνει να μην είναι τα πιο αποτελεσματικά. Και σίγουρα δεν είναι τα πιο δίκαια, αφού ευνοούνται περισσότερο οι έχοντες και λιγότερο οι μη έχοντες. Αλλά το σχέδιο δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πολλές από τις παρατηρήσεις, από τα στατιστικά στοιχεία και τα εξαιρετικά διαγράμματα που προσφέρει, είναι απαραίτητα για να καταλάβουμε την κατάσταση της χώρας, τουλάχιστον σε μερικούς βασικούς τομείς.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 24/12/2020. 

Όπου η συζήτηση για την Έκθεση Πισσαρίδη ξεκινάει – με αντιρρήσεις: Εναλλακτικές προτάσεις ΕΝΑ/Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών και ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

Είχε ανακοινωθεί με την κατάθεση της Έκθεσης Πισσαρίδη στην ολοκληρωμένη μορφή της, επανελήφθη και με αφορμή την συζήτηση του Προϋπολογισμού 2021 στην Βουλή: τόσο η ίδια η Έκθεση όσο και το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που κατετέθη ήδη στις Βρυξέλλες ενόψει χρηματοδότησης επενδύσεων, ενεργειών και δράσεων από πόρους Next Generation EU, ανακοινώθηκε ότι θα αποτελέσουν αντικείμενο διαβούλευσης, δημόσιας συζήτησης κλπ. Λιγάκι πρωθύστερο, βέβαια, αυτό καθώς η αντιπαράθεση απόψεων, η ανάδειξη (και ενδεχόμενη απόκρουση, αυτό είναι η συζήτηση, όχι;) αντιρρήσεων, η σύνθεση και επαναδιατύπωση χρησιμότητα έχει – για κοινωνικούς εταίρους, για την ακαδημαϊκή κοινότητα, για την κοινωνία των πολιτών, για τα κόμματα και την ίδια την Κυβέρνηση – εφόσον γίνεται σε πρώιμα στάδια. Αλλιώς, αναπτύσσεται το αντανακλαστικό: «αφού έχουν αποφασίσει τι θα κάνουν, τι μας γυρεύουν απόψεις!». Όσο κι αν επισημαίνεται ότι η έγκριση των Εθνικών Σχεδίων, σε τελική μορφή θα γίνει από τις Βρυξέλλες προς τα τέλη της άνοιξης. ..
Πάντως, το γεγονός και μόνο ότι ήδη και ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας επισημαίνει πόση προσοχή – έγκαιρα, δε – οφείλει να δοθεί στην υλοποίηση αυτών των επενδυτικών προθέσεων και μεταρρυθμιστικών αλλαγών, ώστε να μην ξαναμιλήσουμε μετά το NGEU για μια ακόμη χαμένη ευκαιρία, δείχνει ότι η συζήτηση αυτή δεν αρκεί να προαναγγελθεί αλλά χρειάζεται και να γίνει. Ουσιαστικά. Ένας δε βαθμός συναίνεσης όχι απλώς να αναζητηθεί, αλλά να επιτευχθεί.
Αργά-αργά, κάτι αρχίζει να κινείται στην κατεύθυνση αυτή. Είχε υπάρξει ήδη πρωτοβουλία του e-Kyklos, του Βαγγέλη Βενιζέλου. σε πρώιμο στάδιο είχαμε και κάποια τηλεοπτικά πάνελ να επιχειρούν κάλυψη του θέματος. χθες παρακολουθήσαμε μια διαδικτυακή συζήτηση του ΕΝΑ/Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών για το αν «είναι η Έκθεση Πισσαρίδη πρόταση για το μέλλον». Στην τελευταία αυτή συζήτηση, η συμμετοχή Αντώνη Λιάκου και Νίκου Μουζέλη έδωσε μιαν ιστορική προσέγγιση στην ανάλυση: σαφώς επικριτικός ο Λιάκος με αναφορές σε ανιστορικότητα και σε απόσταση από τις σύγχρονες προοδευτικές τάσεις για ξεπέρασμα της κρίσης. αναζητώντας πατήματα στάθμισης δυνατότητων για υπέρβαση των αποκλεισμών και αντιμετώπιση των ανισοτήτων ο Μουζέλης. Η Βάλια Αρανίτου, παρεμβαίνοντας ως Διευθύντρια του Ινστιτούτου Ερευνών της ΕΣΕΕ πήγε πλησιέστερα προς την πράξη, επισημαίνοντας πώς η πρόσδεση της Έκθεσης Πισσαρίδη στην λογική της αύξησης του μεγέθους των επιχειρήσεων, μαζί και με το βάρος των ετών κυρίως των Μνημονίων αλλά και τώρα της υγειονομικής κρίσης, των lock-down κοκ ωθεί προς εξαφάνιση κλάδων ολόκληρων, όπου κυριαρχούν οι μικρομεσαίες μονάδες (εστίαση, ένδυση/υπόδηση) . ενώ οι προσδοκίες για ψηφιακή μετάβαση θα χρειάζονταν εντελώς ιδιαίτερη προετοιμασία αν ήταν να ενδυναμωθούν αυτού του είδους οι μονάδες. Τέλος, ο Γιώργος Σταθάκης – που έχει αναλάβει από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ τον συντονισμό για την ετοιμασία μιας «αντι-Έκθεσης Πισσαρίδη» – στάθηκε κυρίως στην επιλογή της Έκθεσης (και του Εθνικού Σχεδίου) υπέρ στροφής σε επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα, την στιγμή που η ίδια η εμπειρία της πανδημίας και της οικονομικής απερήμωσης που φέρνει καταδεικνύει και τις αδυναμίες και τις ανάγκες και τις δυνατότητες του δημοσίου. Ενώ ανέβασε στην προσοχή το πώς η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας (για την εξωστρέφεια) και της αύξησης της παραγωγικότητας (για την βελτίωση της ισορροπίας των επιχειρήσεων) κινδυνεύει να υπονομεύσει την σχετική θέση της εργασίας – μια προσέγγιση που θα μπορούσε να αναδειχθεί όχι απλώς κοινωνικά εκρηκτική, αλλά και οικονομικά αντιπαραγωγική.
Προστίθεται όμως εδώ η τοποθέτηση του Ινστιτούτου Εργασίας/ΓΣΕΕ, που κατατίθεται στην δημόσια συζήτηση ως «Μετάβαση της Ελληνικής οικονομίας σε ένα υπόδειγμα ανάπτυξης».
Η δουλειά αυτή, της ομάδας που λειτουργεί περί τον Επιστημονικό Διευθυντή του ΙΝΕ Γιώργο Αργείτη, έχει το ενδιαφέρον ότι επισκέπτεται σειρά ζητημάτων που συζητούνται ή/και θάπρεπε να συζητηθούν, με πρόδηλη την αγκύρωση στην προσέγγιση του κόσμου της εργασίας: βιομηχανική πολιτική/παραγωγικοί μετασχηματισμοί, αγορά εργασίας/ απασχόληση/κοινωνική ασφάλιση, δεξιότητες εργατικού δυναμικού, επαγγελματική κατάρτιση/εκπαίδευση. Και σε όλους αυτούς τους τομείς, παίρνει την πρωτοβουλία να κάνει προτάσεις, πάντως κάτι σαν προτάσεις.
Έτσι, σε επίπεδο της πολυπόθητης μετάβασης σε νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα/αναβάθμισης του εγχώριου παραγωγικού προτύπου, προτείνεται ο συνδυασμός top-down βιομηχανικής πολιτικής (με αναφορά σε προεπιλεγμένους τομείς και κλάδους, τομεακό προγραμματισμό, περιβαλλοντική και ψηφιακή αναφορά), με την δημιουργία θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέπει συνεργασία ιδιωτικού/δημοσίου τομέα με επενδυτική στόχευση. Ομοίως, βιομηχανική και τεχνολογική πολιτική συμβατή με την επιθυμητή αναβάθμιση του παραγωγικού προτύπου. κατάλληλες τραπεζικές πρακτικές. εμβάθυνση της οικονομικής δημοκρατίας ώστε να στηρίζεται η διατηρησιμότητα του αναπτυξιακού μετασχηματισμού. (Συν, προτάσεις για ένταξη του αγροδιατροφικού κυκλώματος στο ολοκληρωμένο αναπτυξιακό σχέδιο της οικονομίας).
Στο πεδίο της αγοράς εργασίας βρίσκει κανείς διεξοδική προσέγγιση του ρόλου του κατώτατου μισθού (στο 60% του διαμέσου μισθού), ώστε μέσα από ένα χρονοδιάγραμμα συμφωνημένο μεταξύ κοινωνικών εταίρων να αποδώσει ένα κατώτατο όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης. Στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης, δεν αποφεύγεται η συζήτηση περί ασφαλιστικής μεταρρύθμισης – και μάλιστα με αναφορά στην αναγκαία αναπτυξιακή διάσταση του Ασφαλιστικού. Όμως, δίπλα στην ενδογενεακή και την διαγενεακή κατανομή κόστους και παροχών, επισημαίνεται και η διαταξική διάσταση. Επισημαίνεται επίσης η διάσταση του δημογραφικού, μαζί και η ανάγκη αντιμετώπισης της αδήλωτης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής – σε μη-διακηρυκτικό όμως, επίπεδο.
Στο πεδίο των δεξιοτήτων και της εκπαίδευσης επισημαίνεται ότι δεν είναι τόσο νέα κύματα ανεργίας που θα μπορούσαν να αναμένονται από τις τεχνολογικές αλλαγές (έχουν φροντίσει γι αυτό τα Μνημόνια ήδη), όσο ο τεχνικός και κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας και η διασφάλιση επιπέδου διαβίωσης. Εδώ θα κριθεί το πώς η 4η βιομηχανική επανάσταση θα μετατραπεί σε ευκαιρίες και όχι σε παγίδες. Ομοίως, πως ο μετασχηματισμός των επαγγελμάτων θα αποκτήσει ασφαλιστικές δικλείδες, πώς οι δεξιότητες θα προσαρμοσθούν στις ανάγκες αλλά και θα φέρουν ανάπτυξη.
Όλα αυτά, αποτελούν συμβολή στην συζήτηση γύρω από την Έκθεση Πισσαρίδη. όπως άλλωστε και οι παραδοχές για τους δημοσιονομικούς περιορισμούς που υπάρχουν και, συνεπώς, οι προτάσεις για κατανομή των πόρων του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας. Αύξηση των δημοσίων επενδύσεων (βρίσκονται χαμηλά στην Ελλάδα και υποχώρησαν τόσο στην περίοδο 2009-13, όσο και σε εκείνην 2014-18 έστω και ηπιότερα), βελτίωση των δομών κοινωνικής προστασίας (όπου μας άνοιξε τα μάτια – ελπίζει κανείς – η ίδια η πανδημία, στην Υγεία αλλά και την ανεργία ή και την φτώχεια), περιβαλλοντική προστασία με τον δημόσιο τομέα ως επιταχυντή του οικο-τεχνολογικού μετασχηματισμού.
Μια τελευταία παρατήρηση: όποιος επενδύσει λίγον χρόνο στην μελέτη της δουλειάς αυτής του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, θα κερδίσει αν σταθεί στις εισαγωγικές παρατηρήσεις. Που αφορούν το πώς πορεύθηκαν, διαχρονικά, δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις (οι δεύτερες: επιχειρήσεων και νοικοκυριών), δηλαδή πώς εξαχνώθηκαν με την κρίση οι τελευταίες, αλλά και πώς πήγαν πίσω μετά το 2018 οι δημόσιες επενδύσεις. το πώς διαλύθηκαν κυριολεκτικά οι επενδύσεις σε κατασκευές κατοικιών, καθώς και σε μηχανολογικό συν μεταφορικό εξοπλισμό (οι δεύτερες ισορρόπησαν κάπου στο τέλος). Συν, το πώς η κατανάλωση «προσπέρασε» μετά το 2012 το διαθέσιμο εισόδημα και πώς αυτό συσχετίζεται με το χρηματοδοτικό κενό της τελευταίας περιόδου.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 19/12/2020. 

Νέο σκηνικό στα έργα υποδομής: τίποτε δεν είναι απλό

Σε τρία επάλληλα επίπεδα διαμορφώνεται, ή πάντως επιχειρείται να διαμορφωθεί ένα νέο σκηνικό στα έργα υποδομής – ένα τομέα που εδώ και τέσσερεις δεκαετίες υπήρξε στην Ελλάδα και πηγή ανάπτυξης/pull factor για την συνολική οικονομία, αλλά και πυρήνας στρεβλώσεων, υπερβάσεων κόστους, καθυστερήσεων άνευ τέλους (και ας σταματήσουμε εδώ την απαρίθμηση).
Νομοσχέδιο που έφερε ο νυν υπουργός Δημοσίων Έργων, με ιστορικά βαρύ όνομα στον χώρο, Κώστας Καραμανλής αποτελεί κατάληξη μακρών διεργασιών: θα μπορούσε να τις βρει κανείς ήδη στην Κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου, εν συνεχεία στις προσαρμογές που επιχειρήθηκαν στο (εξαιρετικά προβληματικό στα μάτια των Ευρωπαίων) σύστημα των έργων κατά τα χρόνια των Μνημονίων.
Εκείνο που θα επιχειρηθεί για τα μεγαλύτερα έργα υποδομής – ο πήχυς τίθεται στα 200 εκατ. ευρώ, σε μια λογική που θυμίζει τις διαδικασίες fast-track για την έγκριση επενδύσεων στρατηγικού χαρακτήρα, με ρίζα επίσης στην εποχή ΓΑΠ – και που έλαβε τον προσωρινά τίτλο «Πρότυπες προτάσεις», είναι μια προσπάθεια να επιταχυνθεί η διαδικασία ωρίμανσης των έργων (χωρίς όμως να τροφοδοτηθεί το γαϊτανάκι των ενστάσεων και των προσφυγών) και να προσπεραστεί τόσο η διαδικασία των προκηρύξεων με αυτοπαγίδευση του Δημοσίου στις προδιαγραφές (από όπου παγίως προκύπτουν οι μεγάλες εκπτώσεις και – τελικά – οι νομότυπες υπερβάσεις των προϋπολογισμών, μαζί και με τις ατέρμονες καθυστερήσεις) όσο και η διεύρυνση της λογικής των αναθέσεων με μελετοκατασκευή. Η κομβική ιδέα, εδώ, είναι για τα ιδιαίτερα μεγάλα και τεχνικά πολύπλοκα/απαιτητικά έργα, να δίνεται η ευκαιρία σε σημαντικές κατασκευαστικές να σχεδιάζουν και να προτείνουν αυτές έργα (πάντοτε μέσα στις κατατεθειμένες προτεραιότητες του Δημοσίου, διευκρινίζεται), μαζί και με τις βέλτιστες τεχνικές και χρηματοδοτικές λύσεις.
Αυτή η απόπειρα να αλλάξει το τοπίο των έργων συμπίπτει με το «τελευταίο παράθυρο ευκαιρίας», χρηματοδοτικά, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης (και Ανθεκτικότητας) μπορεί να φιλοξενήσει καταλλήλως παρουσιασμένα και επιχειρηματολογημένα έργα υποδομής.
Εδώ, τρεις κατηγορίες οδικών έργων διεκδικούν ένταξή τους. Στον αστικό ιστό του Λεκανοπεδίου, η επέκταση της Αττικής Οδού προς Ραφήνα/σύνδεση με λιμάνι, η αστική σήραγγα/διαδοχή σηράγγων από Κατεχάκη έως Ηλιούπολη, συν η επέκταση της Λεωφόρου Κύμης, συγκεντρώνει χαρακτηριστικά προτεραιότητας. «αντιστάθμιση» στην περιοχή Θεσσαλονίκης ο νέος περιφερειακός. Διαφορετική διάσταση προτεραιότητας για τις ολοκληρώσεις τμημάτων του εθνικού δικτύου, όπως είναι το υπόλοιπο του Ε65/Κεντρικής Ελλάδας ή η διακλάδωση προς Βορρά της Εγνατίας (Γιάννενα-Κακκαβιά). Σε ανάλογη κατηγορία, αλλά με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά η ολοκλήρωση του ΒΟΑΚ στο τμήμα από Ηράκλειο μέχρις Άγιο Νικόλαο (δηλαδή στο μη-αυτοχρηματοδοτούμενο τμήμα με παραχώρηση) ή την ζεύξη Σαλαμίνας-Περάματος. Ενώ ιδιαίτερη κατηγορία λόγω των προβλημάτων «κληρονομιάς»/legacy η Πατρών-Πύργου-Καλαμάτας (πάλι με συνδέσεις με λιμάνια).
Δίπλα στα οδικά έργα, που έχουμε συνηθίσει να επανέρχονται (και όπου προστίθεται η διάσταση ποιότητας του δικτύου, σωστών συνδέσεων/προσβάσεων κοκ) και τα οποία «μπαινοβγαίνουν» σε λογική παραχώρησης ή δημοσίου έργου, υπάρχει η ολοκλήρωση των σιδηροδρομικών έργων με άλλα ζητήματα «κληρονομιάς», η αντίστοιχη προώθηση των έργων Μετρό σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με εξαιρετικά σημαντικούς προϋπολογισμούς καθώς και τα ενεργειακά που πάνε από τις διασυνδέσεις της νησιωτικής Ελλάδας με το κεντρικό δίκτυο μέχρι τις μεγάλες παρεμβάσεις που συνδέονται με την απολιγνιτοποίηση. Παντού, τεχνικό αντικείμενο συνδέεται με χρηματοδότηση, με διαχείριση των έργων και... υπέρβαση/ξεκόλλημα νομικών εμποδίων.
Το τρίτο επίπεδο στον χώρο των έργων, ένα επίπεδο που ίσως αποδειχθεί κρισιμότερο από τα άλλα αν και παγίως δεν πολυσυζητιέται στην Ελλάδα, έχει να κάνει με την ανασύνταξη δυνάμεων στις μείζονες τεχνικές εταιρείες. Χωρίς πολλή δημοσιότητα η Ολλανδική Reggeborgh Invest, επενδυτικός βραχίονας του πολυεθνικού κατασκευαστικού ομίλου Volker Wessels με ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων σχεδόν 10 δις – που ήδη βρίσκεται με κάτι σαν 30% στον Όμιλο ΓΕΚ/ΤΕΡΝΑ (ξεκινώντας πρόσφατα, το 2016, με την συμμετοχή Ν. Κάμπα και κλιμακώνοντας γρήγορα) – ξεπέρασε το κατώφλι του 10% και στον Όμιλο ΕΛΛΑΚΤΩΡ (με βάση μετοχές Μπόμπολα), με δυνατότητα να φθάσει μέσω υφιστάμενης call option και άνω του 22%. Εδώ οι σχέσεις με την σημερινή διοίκηση Καλλιτσάντση εμφανίζονται αντιθετικές.
Ενώ λοιπόν αυτή η σειρά επιχειρηματικών και νομικών κινήσεων θα βρίσκεται σε εξέλιξη, οι διαδικασίες ανασύνταξης του κατασκευαστικού δυναμικού θα προχωρούν ευρύτερα. Αν αυτή τη φορά το νομοθετικό πλαίσιο και η διοικητική πρακτική βοηθήσει να μην δημιουργηθεί νέα γενιά εμπλοκών, η υπόσχεση αναπτυξιακής ένεσης ανάλογης με της δεκαετίας του΄80 μέσα από τις κατασκευές – όπως ακούγεται στο Υποδομών – θα έχει νόημα.

*Δημοσιεύτηκε στην economia.gr στις 11/12/2020.