Wednesday, 22 September 2021

Επιστημονικό Συμβουλιο για την Κοινωνία της Πληροφορίας

Το 8ο Διεθνές Συνέδριο 'Ηλεκτρονική Δημοκρατία: Διασφαλίζοντας την Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Ψηφιακή Εποχή" λαμβάνει χώρα στις 12-13 Δεκεμβρίου 2019, στην Αθήνα (www.edemocracy2019.eu). Επικεντρώνει τη θεματολογία του στην προάσπιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην ψηφιακή εποχή, από διεπιστημονική σκοπιά. Θα μιλήσουν διακεκριμένες προσωπικότητες, όπως ο Καθηγητής Γεώργιος Μητακίδης (τίτλος ομιλίας: "Reinventimng Democracy in the Digital Era"), καθώς και εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Θα παρουσιαστούν 15 ερευνητικές εργασίες, όπου Έλληνες και ξένοι ειδικοί πληροφορικής, νομικής και άλλων επιστημονικών πεδίων που ασχολούνται με σχετικά θέματα στον ακαδημαϊκό χώρο, τις επιχειρήσεις και τον δημόσιο τομέα, θα παρουσιάσουν το ερευνητικό έργο τους, θα συζητήσουν ενδιαφέροντα θέματα και θα ενημερώσουν για σημαντικές εξελίξεις στα σχετικά ζητήματα. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται σε θέματα δημοκρατίας, προστασίας δεδομένων, ασφάλειας πληροφοριών και ηθικής σε σχέση με τις σημαντικές για τον ψηφιακό μετασχηματισμό τεχνολογίες, όπως την τεχνητή νοημοσύνη, το μελλοντικό διαδίκτυο και τις τεχνολογίες 'blockchain'.
Επίσης, θα λάβουν χώρα και 2 παράλληλες εκδηλώσεις. Η πρώτη θα παρουσιάσει αποτελέσματα από ερευνητικά έργα που χρηματοδοτούνται από την Ε. Ένωση σχετικά με την υποστήριξη της συμμόρφωσης με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Η δεύτερη εκδήλωση, στα ελληνικά, αφορά στην 3η Ημερίδα για τον ΓΚΠΔ, όπου θα παρουσιαστούν θέματα διακυβέρνησης της εποπτείας συνεκτικής εφαρμογής του ΓΚΠΔ, τεχνολογικών μέσων ενίσχυσης της προστασίας δεδομένων (ψευδωνυμοποίηση, ανωνυμοποίηση, κρυπτογράφηση), αυτοματοποιημένης λήψης αποφάσεων και δημιουργίας προφίλ, διαχείρισης περιστατικών παραβίασης δεδομένων, κ.ά.

*To 8o Διεθνές Συνέδριο "Ηλεκτρονική Δημοκρατία" θα γίνει στις 12-13 Δεκεμβρίου 2019 στο Divani Caravel Hotel, Λεωφ. Βασ. Αλεξάνδρου 2, Αθήνα. 

Με ποιες χώρες μοιάζει η Ελλάδα;

Τα έθνη είναι σαν τους ενήλικους ανθρώπους. Ο λόγος δε που μερικοί ενήλικοι μοιάζουν περισσότερο μεταξύ τους δεν είναι επειδή ζουν στην ίδια γειτονιά ή εργάζονται στο ίδιο επαγγελματικό περιβάλλον. Είναι διότι οι συνθήκες μέσα στις οποίες γεννήθηκαν και μεγάλωσαν υπήρξαν σχετικά κοινές με αποτέλεσμα να διαμορφώσουν παρόμοιους ατομικούς χαρακτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, εξαιτίας της διαφορετικής ιστορικής πορείας που ακολούθησε η Ελλάδα από τα όμορά της βαλκανικά έθνη και την Τουρκία κατά τους δύο τελευταίους αιώνες, οι μεταξύ τους διαφορές είναι συχνά εντονότερες από τις επιμέρους ομοιότητες. Σημαντικές ανομοιότητες επίσης υπήρξαν ανέκαθεν, και συνεχίζουν να υπάρχουν, ανάμεσα στην Ελλάδα και στις δυτικές ευρωπαϊκές χώρες – και τούτο παρά την κοινή τους συμμετοχή σε διάφορους υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ. Ακόμη και με τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία), με τις οποίες η Ελλάδα παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες, οι διαφορές φαίνεται να υπερισχύουν, πράγμα που άλλωστε φάνηκε καθαρά από τον ιδιόμορφο τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα στάθηκε απέναντι στην οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαετίας.

Ωστόσο η σύγχρονη Ελλάδα κάθε άλλο παρά αποτελεί ιστορική ιδιαιτερότητα, όπως συχνά μας αρέσει να πιστεύουμε. Η διαδρομή που ακολούθησε η χώρα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες παρουσιάζει μεγάλη συγχρονία και εντυπωσιακή ομοιότητα με τις διαδρομές που ακολούθησαν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Παρακολουθήστε επί τροχάδην:

Οπως η τουρκοκρατούμενη Ελλάδα επαναστάτησε για την ανεξαρτησία της στις αρχές του 19ου αιώνα, το ίδιο έπραξαν ταυτοχρόνως και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής, επίσης επηρεασμένες από τη γαλλική και την αμερικανική επανάσταση. Η αρχή έγινε το 1810 στο Μεξικό και διήρκεσε μέχρι το 1825, όταν η Βολιβία και η Ουρουγουάη απελευθερώθηκαν τελευταίες από την ισπανική αποικιοκρατία. Η πιο σημαντική χρονιά ήταν το 1821. Τότε, επτά χώρες της περιοχής απέκτησαν την εθνική τους ανεξαρτησία: η Κόστα Ρίκα, η Δομινικανή Δημοκρατία, η Γουατεμάλα, η Ονδούρα, η Νικαράγουα, ο Παναμάς και το Περού. Η Βραζιλία, πρώην πορτογαλική αποικία, έγινε ανεξάρτητο κράτος με αναίμακτο τρόπο το 1820.

Όπως το νεοσσό ανεξάρτητο αλλά ανίσχυρο βασίλειο της Ελλάδας βρέθηκε αμέσως σε θέση πλήρους οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξάρτησης από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, έτσι και τα νεαρά έθνη της Λατινικής Αμερικής δεν μπόρεσαν να αποφύγουν παρόμοιες σχέσεις εξάρτησης από χώρες με ιμπεριαλιστικές βλέψεις, κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες. Καθώς η οικοδόμηση εθνικών κρατών απαιτούσε σημαντικούς οικονομικούς πόρους για στρατό, διοίκηση, εκπαίδευση και οικονομική ανάπτυξη, όλες οι χώρες αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε εξωτερικό δανεισμό που σύντομα κατέληξε σε σχεδόν πλήρη οικονομική εξάρτηση.

Οπως στην Ελλάδα του 19ου αιώνα αναπτύχθηκε ένα ολιγαρχικό πολιτικό σύστημα, το οποίο όμως διέθετε έναν μικρό πυρήνα αστών με φιλελεύθερες ιδέες φερμένες από τη Γαλλία και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής ολιγάριθμες αστικές ελίτ μετέφεραν τον ευρωπαϊκό φιλελευθερισμό, με έντονη ωστόσο δόση εθνικισμού, στις δικές τους χώρες. Παντού σχεδόν τα νεαρά έθνη καθιέρωσαν δημοκρατικά συντάγματα εμπνευσμένα από το φιλελεύθερο πνεύμα των συνταγμάτων της Γαλλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ισπανίας. Παντού, επίσης, ο στρατός επενέβη ενεργά στην πολιτική και συχνά στρατιωτικοί αξιωματούχοι εξελίχθηκαν σε σημαντικούς πολιτικούς ηγέτες.

Οπως στην Ελλάδα, όπου, προς τις αρχές του 20ού αιώνα, το πολιτικό σύστημα είχε ήδη διαιρεθεί ανάμεσα σε δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, έτσι και στις χώρες της Λατινικής Αμερικής δημιουργήθηκαν οι παρατάξεις των Συντηρητικών, με στόχο τη διατήρηση της παραδοσιακής κοινωνικής ιεραρχίας με την ευλογία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, και των Φιλελευθέρων, που επιδίωκαν προοδευτικές μεταρρυθμίσεις και το άνοιγμα των χωρών τους στην παγκόσμια αγορά. Πολύ συχνά, όμως, όταν καμία παράταξη δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις αγροτικές μάζες, το αποτέλεσμα ήταν ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός. Το ελληνικό Κιλελέρ ήταν το αντίστοιχο των επαναστατημένων Πάντσο Βίλα και Εμιλιάνο Ζαπάτα στο Μεξικό.

Οπως η μεταπολεμική Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο του Ψυχρού Πολέμου ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Σοβιετική Ενωση, έτσι και η Λατινική Αμερική υποχρεώθηκε να ενταχθεί στο παγκόσμιο αντικομμουνιστικό μπλοκ και μάλιστα για παρόμοιους λόγους: η μεν Ελλάδα αποτελούσε τον προμαχώνα της Δύσης στα Βαλκάνια ενώ η δημιουργία μιας δεύτερης Κούβας στο νότιο ημισφαίριο της αμερικανικής ηπείρου έπρεπε οπωσδήποτε να αποκλειστεί. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας με την υποστήριξη των ΗΠΑ ήταν η μόνη λύση. Και αυτό ακριβώς συνέβη στις δεκαετίες του '60 και του '70, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Αργεντινή, στη Χιλή, στη Βραζιλία, στη Βολιβία, στον Ισημερινό, στον Παναμά, στο Περού και στην Ουρουγουάη.

Οπως στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης άνθησε ο λαϊκισμός, έτσι και στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής λαϊκιστές ηγέτες, τόσο στα αριστερά όσο και στα δεξιά του πολιτικού φάσματος, μπόρεσαν να κινητοποιήσουν τους λαούς υποσχόμενοι κοινωνική ισότητα και οικονομική ευημερία μέσω πελατειακών εξυπηρετήσεων και αυθαίρετων παρεμβάσεων στη συνταγματική νομιμότητα. Σε όλες τις περιπτώσεις επικράτησαν χαρισματικοί ηγέτες που, επικεφαλής προσωπικών κομμάτων, έφτασαν στην εξουσία και κατόπιν τη διατήρησαν για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Η περίπτωση του Ανδρέα Παπανδρέου έχει το αντίστοιχό της στις περιπτώσεις των Χουάν Περόν στην Αργεντινή, Αλμπέρτο Φουτζιμόρι στο Περού, Ούγκο Τσάβες στη Βενεζουέλα, Ραφαέλ Κορέα στον Ισημερινό.

Οπως η Ελλάδα, που τους δύο τελευταίους αιώνες ταλαιπωρείται από περιοδικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις, οι οποίες, όχι σπάνια, οδηγούν σε κρατική χρεοκοπία, έτσι και οι περισσότερες χώρες της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής κάνουν πρωταθλητισμό σε αθετήσεις πληρωμών χρέους και αναγκαστικής προσφυγής στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Οι χρεοκοπίες της Αργεντινής (2001) και της Ελλάδας (2015) είναι απλώς τα πιο πρόσφατα επεισόδια μιας μακράς αλυσίδας μεγάλων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων που ξεκινούν από τη δημιουργία των εθνικών κρατών σε Ελλάδα και Λατινική Αμερική και φτάνουν μέχρι τις ημέρες μας.

Με τόσες ομοιότητες που παρουσιάζει με τα έθνη της Λατινικής Αμερικής, η νεότερη ελληνική ιστορία κάθε άλλο παρά ως ιδιαιτερότητα μπορεί να γίνει αντιληπτή. Το μόνο πραγματικό παράδοξο είναι ότι η Ελλάδα ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι ιστορικής εξέλιξης που πήραν οι χώρες μιας μακρινής και άγνωστης ηπείρου, παρά ένα από τα μονοπάτια που ακολούθησαν τα κοντινότερα και περισσότερο γνωστά μας ευρωπαϊκά έθνη.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 3/11/2019. 

Η Ελλάδα μετά το 2021

Τον Μάρτιο του 2021 η Ελλάδα θα γιορτάσει τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Η επέτειος αυτή αποτελεί μια εξαιρετική ευκαιρία αναστοχασμού: για τη συλλογική ταυτότητα, τον ρόλο, τους στόχους, τη στρατηγική και το μέλλον της χώρας στο πλαίσιο των προκλήσεων και των ευκαιριών του 21ου αιώνα. Μετά από μια μεγάλη, δεκαετή κρίση που δοκίμασε τα όρια του πολιτικού συστήματος, της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού, το 2021 μάς δίνει την ευκαιρία να κοντοσταθούμε και να πάρουμε μιαν ανάσα· να κλείσουμε το κεφάλαιο της κρίσης και να ανοίξουμε ένα νέο. Είναι σημαντικό να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος· το χρωστάμε αυτό στον εαυτό μας. Είναι σημαντικό η επέτειος αυτή –και η όποια εθνική ανάταση συνδεθεί μαζί της– να βασιστεί σε γερά θεμέλια: να είναι συνειδητοποιημένη, όχι επιπόλαιη· να εκφράζει την εξωστρέφεια, την ήρεμη αυτοπεποίθηση και τον κοσμοπολιτισμό, όχι συμπλέγματα απομόνωσης («έθνος ανάδελφο»), ανωτερότητας (αρχαιοελληνικά μεγαλεία) ή κατωτερότητας (Ψωροκώσταινα)· να τιμά την ιστορία και τον πολιτισμό μας χωρίς να τα χρησιμοποιεί ως δικαιολογία για ταπείνωση των άλλων ή του σύγχρονου εαυτού μας.

Τα θεμέλια, το «καύσιμο» αυτού του αναστοχασμού της ταυτότητάς μας και της συλλογικής επανεκκίνησης είναι, ουσιαστικά, οι αξίες μας. Παρατηρώντας κάποιος επιφανειακά τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία μας, την πολιτική συζήτηση και τις κοινωνικές νόρμες, μπορεί να μείνει με την εντύπωση ότι οι αξίες αυτές είναι η πατρίδα, η θρησκεία και η οικογένεια· οι κώδικες τιμής και αίματος που κληρονομήσαμε κυρίως από την Ανατολή· η ισχύς της φατρίας· ο ασφυκτικός εναγκαλισμός του ατόμου από την οικογένεια και το κράτος. Όλα αυτά σαφώς υπάρχουν. Ωστόσο η πιο πολύτιμη αξία μας –αυτή που είναι περισσότερο απο οποιαδήποτε άλλη χαραγμένη στο «συλλογικό μας DNA»– ήταν και είναι η ελευθερία.

Σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν κόψι
τοῦ σπαθιοῦ τὴν τρομερή,
σὲ γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψι,
ποὺ μὲ βιά μετράει τὴν γῆ.

Ἀπ' τὰ κόκκαλα βγαλμένη
τῶν Ἑλλήνων τὰ ἱερά,
καὶ σὰν πρῶτα ἀνδρειωμένη,
χαῖρε, ὢ χαῖρε, Ἐλευθεριά!

Η ελευθερία δεν είναι το αίτημα μιας μικρής, πολιτικά περιθωριοποιημένης και ιδεολογικά ομοιογενούς ομάδας θιασωτών του «καθαρού» καπιταλισμού. Η ελευθερία ήταν και είναι η κινητήριος δύναμή μας. Στις 25 Μαρτίου, στις 28 Οκτωβρίου και στις 17 Νοεμβρίου δεν γιορτάζουμε ούτε τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό ή το Βυζάντιο, ούτε την Εκκλησία· δεν γιορτάζουμε ούτε την ισότητα ή την αδελφοσύνη ή τη δικαιοσύνη ή την πρόνοια ή την ενωμένη Ευρώπη∙ ούτε καν τη δημοκρατία· όλα αυτά είναι οχήματα για το ταξίδι προς την πραγματική Ιθάκη, που είναι η ελευθερία. Τα κείμενα-θεμέλια του νέου ελληνικού κράτους ύμνησαν την ελευθερία, πάνω απ' όλα.

Καλλιῶναι μίας ὥρας ἐλεύθερη ζωή,
Παρὰ σαράντα χρόνοι σκλαβιά, καὶ φυλακή.
Τί σ' ὠφελεῖ ἂν ζήσης, καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά,
Στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ' ὤραν στὴ φωτιά.

Τι σημαίνει όμως ελευθερία τον 21ο αιώνα; Πώς μπορεί να ικανοποιηθεί πρακτικά αυτό το διαχρονικό εθνικό αίτημα σήμερα; Ποια είναι στην πραγματικότητα τα δεσμά που περιορίζουν ή μπορεί να περιορίσουν στο μέλλον την ελευθερία μας;

Μήπως είναι ένας αέναος κύκλος ταπείνωσης, βίας και αναπαραγωγής τραυμάτων του παρελθόντος; Μήπως είναι ο φόβος της ντροπής και της αμαύρωσης της τιμής – επειδή έχουμε μάθει να βασίζουμε την επιβεβαίωση της ύπαρξης και της αξίας μας στην εικόνα που έχουν οι άλλοι (γείτονες, κυριολεκτικοί και μεταφορικοί) για εμάς; Μήπως επειδή φοβόμαστε το ρίσκο και της αποτυχία, επειδή μια ζωή έχουμε μάθει ότι μετρά μόνο η τελική νίκη και όχι η βελτίωση μέσω της προσπάθειας, που άλλωστε είναι μονόδρομος για την όποια «επιτυχία»; Μήπως εμπόδιο στην πραγματική ελευθερία μας είναι η υστέρηση – στην οικονομία, στη δημόσια διοίκηση, στη λειτουργία της δικαιοσύνης, στην πνευματική ανάπτυξη, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη συντήρηση και ανάδειξη του δημόσιου χώρου, στις υποδομές και στην παροχή πραγματικά δωρεάν παιδείας και υγείας σε όλους; Μήπως αυτή η υστέρηση οφείλεται εν μέρει στο ότι προτάσσουμε την άμεση, βραχυπρόθεσμη ελευθερία που μας προσφέρει η ελαστική ερμηνεία και εφαρμογή αξιών και νόμων, αντί της συστημικής ελευθερίας που θα μας παρείχε η πειθαρχία σε αυτούς; Η ατομική ελευθερία δεν αποκλείει την ύπαρξη κράτους δικαίου· αντιθέτως, εξαρτάται από αυτήν.

Οἱ νόμοι νά' ν' ὁ πρῶτος, καὶ μόνος ὁδηγός,
Καὶ τῆς πατρίδος ἕνας, νὰ γένη Ἀρχηγός.
Γιατί κ' ἡ ἀναρχία, ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά,
Νὰ ζοῦμε σὰ θηρία, εἶν' πλιὸ σκληρὴ φωτιά.

Η ελευθερία επίσης δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις άλλες αξίες: χωρίς την ισότητα –δηλαδή τη δικαιοσύνη– και την αλληλεγγύη· χωρίς την προστασία που προσφέρει η κοινότητα στο δομικά αδύναμο άτομο. Η ελευθερία δεν μπορεί να αναπτυχθεί σε ένα περιβάλλον που είτε επιβάλλει τη μία θρησκευτική πίστη, είτε την απαγορεύει.

Σ' Ἀνατολὴ καὶ Δύσι, καὶ Νότον καὶ Βοριά,
Γιὰ τὴν Πατρίδα ὅλοι, νάχωμεν μία καρδιά.
Στὴν πίστιν του καθ' ἕνας, ἐλεύθερος νὰ ζῆ,
Στὴν δόξαν τοῦ πολέμου, νὰ τρέξωμεν μαζύ.
Βουλγάροι, κι' Ἀρβανῆτες, Ἀρμένοι καὶ Ρωμιοί,
Ἀράπιδες, καὶ ἄσπροι, μὲ μία κοινὴ ὁρμή.
Γιὰ τὴν ἐλευθερίαν, νὰ ζώσωμεν σπαθί,
Πῶς εἶμασθ' ἀντρειωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ.

Η ελευθερία συχνά ταυτίζεται με την εθνική ανεξαρτησία. Είναι αλήθεια ότι οι δύο έννοιες είναι αλληλένδετες. Ωστόσο, πλήρης «ανεξαρτησία» με την έννοια της απόλυτης αυτάρκειας δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ποτέ. Ήμασταν, είμαστε και θα είμαστε ολοένα και περισσότερο κομμάτι ενός περιφερειακού και παγκόσμιου οικοσυστήματος, μιας ολότητας, που πάντα θα μας επηρεάζει και το οποίο, εάν προσπαθήσουμε, έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε κι εμείς. Η ύπαρξη του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους οφείλεται εντέλει στη στήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων – που με τη σειρά της ήταν αποτέλεσμα σωστών διπλωματικών χειρισμών του Καποδίστρια. Η απελευθέρωση ελληνικών κοινοτήτων στις αρχές του 20ού αιώνα οφείλεται εντέλει στη συναίνεση των Μεγάλων Δυνάμεων, που με τη σειρά της ήταν αποτέλεσμα σωστών διπλωματικών χειρισμών του Βενιζέλου, και σε σύμπτωση συμφερόντων. Η απελευθέρωση από τους Ναζί οφείλεται εντέλει στην αντίσταση που προέβαλαν οι (άλλες) Μεγάλες Δυνάμεις – αλλά, και σ' αυτή την περίπτωση, η προετοιμασία και η στάση του Μεταξά, η Εθνική Αντίσταση και η συμβολική σημασία της Ελλάδας έπαιξαν τον ρόλο τους.

Τι σημαίνει ελευθερία στο άναρχο περιβάλλον της νέας παγκόσμιας αταξίας; Ελευθερία τον 21ο αιώνα σημαίνει αυτογνωσία, αυτοβουλία, αυτοδιάθεση. Το να μπορείς να επιλέγεις εσύ τις φιλίες σου με βάση το συμφέρον και τις αξίες σου, και όχι να σου επιβάλλονται αυτές μέσα από διαβρωτικές εκστρατείες επηρεασμού της κοινής γνώμης. Το να έχεις στρατηγικές συμμαχίες και στρατηγική αποτροπής ώστε να μη ζεις με τον φόβο του θερμού επεισοδίου. Το να μπορείς να επιλέγεις εσύ το πώς διαθέτεις και εκμεταλλεύεσαι τους πόρους και τον τόπο σου, αντί να τα ξεπουλάς για προστασία ή για ένα κομμάτι ψωμί. Το να έχεις φωνή και να συμμετέχεις στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αντί να απομακρύνεσαι από αυτά. Ελευθερία τον 21ο αιώνα είναι η ελευθερία να μπορείς να αναπνέεις καθαρό αέρα, να πίνεις καθαρό νερό και να τρως καθαρό φαγητό· να παράγεις και να καταναλώνεις καθαρότερη ενέργεια ώστε να περιορίσεις εκείνα τα καιρικά, δημογραφικά και γεωπολιτικά φαινόμενα που αύριο θα κάψουν ή θα πλημμυρίσουν το σπίτι σου και θα περιορίσουν την ελευθερία σου. Είναι ίσως παράδοξο, αλλά η ελευθερία –ατομική και συλλογική– απαιτεί εμπλοκή, όχι απομόνωση.

Όλα αυτά απαιτούν πραγματική ελευθερία και στο εσωτερικό: κριτική σκέψη, πνευματική άνθηση, αριστεία, ελευθερία ευκαιριών, ανοιχτό μυαλό, εξωστρέφεια, απελευθέρωση από τα φαντάσματα και τους μύθους του παρελθόντος.

Την ελευθερία να ονειρεύεσαι ένα ριζικά καλύτερο αύριο, ένα νέο αύριο, και την ελευθερία να μπορείς να το χτίσεις.

*Δημοσιεύτηκε στο amagi.gr στις 10/10/2019. 

Στις ΗΠΑ οι πολιτικοί γνωρίζουν και αξιοποιούν τις μελέτες του Ηλία Μόσιαλου στο LSE -στην Ελλάδα όχι

Για έναν όχι και τόσο περίεργο λόγο ο καθηγητής Ηλίας Μόσιαλος είναι γνωστός στην Ελλάδα για κάτι που στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ποτέ: ως πολιτικός.

Ο παλιός «Ρηγάς» υπέκυψε το 2009 στο φλερτ του Γ. Παπανδρέου -που εντυπωσιάσθηκε από το κολοσσιαίο βιογραφικό του- και μετακόμισε από το LSE στην εγχώρια πολίτική σκηνή ως βουλευτής Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.

Πρέπει να ήταν η πιο αφελής απόφαση που πήρε ποτέ κάποιος με τη σταδιοδρομία και το δικό του διεθνές επιστημονικό κύρος. Ο Παπανδρέου όταν έγινε Πρωθυπουργός αλλά ξέχασε τον πολυβραβευμένο πανεπιστημιακό. Τελικά του έδωσε το ...ΙΣΤΑΜΕ και τον έκανε υπουργό Επικρατείας και κυβερνητικό εκπρόσωπο. Καμιά σχέση. Για να βάζει τον μακαρίτη τον Χόκινγκ να πουλάει μοτοσυκλέτες.

Το δέχθηκε και με τον λονδρέζικο αέρα του για την ενημέρωση τα πήγε καλά και ως εκπρόσωπος αλλά κυρίως ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΡΤ για την οποία πρότεινε το πιο λειτουργικό πλαίσιο λειτουργίας που είχε ποτέ.

Αλλά το 2011 αυτά τέλειωσαν και ο Μόσιαλος επέστρεψε στη φυσική κοίτη του: ερευνητής και διδάσκων στο πανεπιστήμιο του -στο οποίο κατατάσσεται στους πρώτους 30 από πλευράς απόδοσης. Και παράλληλα σύμβουλος συμβούλου διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων σε πολλές μεγάλες χώρες μεταξύ των οποίων οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Στην Ελλάδα; Όχι. Η μόνη κρούση που δέχθηκε έκτοτε ήταν από τα σημερινά κυρίαρχα κόμματα να τους δώσει το κύρος του με αντάλλαγμα μια θέση στη... Βουλή. Αλλά όποιος έχει καεί στο χυλό... Πώς θα μπορούσε άλλωστε να δουλέψει είτε με τον Πολάκη, είτε με τον Κικίλια- πέρα από την ζώσα πολιτική του ταυτότητα;

Η τελευταία διεθνής αναγνώριση για τον Έλληνα καθηγητή Πολιτικής της Υγείας και Διευθυντή του LSE Health στο Λονδίνο,- με σημαντικό αριθμό δημοσιεύσεων και βιβλίων, επιμελητή πολλών επιστημονικών εκδόσεων και αρχισυντάκτη επιστημονικού περιοδικού- ήλθε εκείθεν του Ατλαντικού.

Και από κάπου που μάλλον δεν το περίμενε: από το επιτελείο της Προεδρικής καμπάνιας του γερουσιαστή Μπέρνι Σάντερς, υποψηφίου για το χρίσμα των Δημοκρατικών στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του 2020.

Ο εν δυνάμει αντίπαλος του Τραμπ υποβλήθηκε πρόσφατα σε εγχείρηση τοποθέτησης δύο στεντ. Αυτό του έδωσε τη ευκαιρία να μελετήσει τις τιμές τους στις ΗΠΑ και όταν τις βρήκε υψηλές αναζήτησε αξιόπιστες μελέτες σύγκριση τους με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έτσι βρήκε την, αναγνωρισμένη διεθνώς, μελέτη του Μόσιαλου -και του συναδέλφου του Μάρτιν Βενζλ- που είχε δημοσιευθεί στο επιστημονικό περιοδικό Health Affairs το 2018 και εντυπωσιάσθηκε.

Ο 78χρονος Αμερικάνος πολιτικός υποβλήθηκε στην εγχείρηση μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου και του ήταν αναγκαία για το ιατρικό βιογραφικό στο εν όψει των εκλογών. Κάποιοι μάλιστα ήλπιζαν ότι η επέμβαση θα τον έβγαζε νοκ άουτ.

Συνέβη το αντίθετο, καθώς βγήκε σοφότερος στα θέματα υγείας, χάρη στα ευρήματα της μελέτης του Έλληνα καθηγητή. Τα πρόβαλε ήδη με πρόθεση να κάνει σημαία στον προεκλογικό αγώνα του σε ό,τι αφορά το κόστος υγείας στις ΗΠΑ, όπου κάθε χρόνο γίνονται 1.8 εκατομμύρια επεμβάσεις για τοποθέτηση στεντ.

Μια συνηθισμένη ιατρική επέμβαση τον οδηγεί να την εντάξει στην ατζέντα του για την υγειονομική περίθαλψη με βάση τη μελέτη του Μόσιαλου για το κόστος της. Αυτή η μελέτη έδειξε ότι τα πολύ συνηθισμένα πλέον στεντ- στις Ηνωμένες Πολιτείες κοστίζουν έως και έξι φορές περισσότερο από ό, τι σε άλλες βιομηχανικές χώρες με συστήματα υγειονομικής περίθαλψης που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση.

Π.χ. κοστίζουν 670 δολάρια στις ΗΠΑ, αλλά μόνο 120 δολάρια στη Γερμανία. Η μελέτη εξηγεί τους μηχανισμούς της αγοράς και της φιλολογίας που δημιουργούν αυτό το χάσμα, άρα είναι και πολιτικό εργαλείο.

Για την Ελλάδα δεν ξέρουμε ποια ακριβώς είναι η κοστολόγηση, καθώς μάλλον δεν θα σκεφθεί κανείς από την κυβέρνηση να ρωτήσει τον Μόσιαλο. Άλλωστε και επί ΣΥΡΙΖΑ δεν τον είχαν καλέσει ούτε στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που ερευνούσε τα κοστολόγια στα φάρμακα. Παρότι, πέραν του ότι είναι από τους κορυφαίους ειδικούς στον πλανήτη, είχε ήδη μιλήσει δημόσιας γι' αυτό το θέμα.

*Δημοσιεύτηκε στο anoixtoparathyro.gr στις 9/10/2019. 

Εδώ που είμαστε…

Είναι καιρός μερικοί να δούνε ότι, έπειτα από διακόσια τόσα χρόνια νεωτερικότητας ζυμωμένης με επανάσταση, δεν είναι βέβαιο ότι έχουν καταλυθεί οι σχέσεις δουλείας και οι νησίδες ή οι ζώνες φεουδαρχικού τύπου στον κόσμο. Αντίθετα, έχει αυξηθεί η σύγχρονη δουλεία. Η παγκοσμιοποίηση –ένα παλαιό κατά τα άλλα φαινόμενο– έχει εντείνει την παγκόσμια πόλωση. Ταυτόχρονα, όμως, έχει ενταθεί η παγκόσμια αντίδραση στη ρητορική της οικονομικής διάχυσης.

Η ιδέα της διάχυσης, –ότι δηλαδή οι προσδοκώμενοι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης θα είναι επωφελείς για όλους, για τους λαούς, οδήγησε σε ορισμένα μακροκοινωνικά επιφαινόμενα που ροκανίζουν και ανατρέπουν την ίδια την ιδέα που τα γέννησε: α) σε απορρυθμίσεις αγορών και στην κατίσχυση των χρηματιστικών λογικών πάνω στις «φυσικές»-παραγωγικές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, β) στην καταστροφή του πλανήτη από την υπερεκμετάλλευση των φυσικών πόρων και στην κλιματική αλλαγή, γ) στην ένταση της πόλωσης μεταξύ πλούσιων και φτωχότερων και στην αύξηση της μετανάστευσης του παγκόσμιου πληθυσμού προς τις νοούμενες πλουσιότερες κοινωνίες και, τέλος, δ) στην αύξηση των πολεμικών εντάσεων «δίχως πόλεμο» και των ολοκληρωτικών λογικών που ευνοούν βραχυπρόθεσμα εταιρικά και γεωπολιτικά κέρδη, αλλά έχουν μετατρέψει τη Γη σε χώρα «σύγχρονων μετακινούμενων Βεδουίνων» με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Γιατί, λόγου χάρη, η είσοδος της Ελλάδας στον «σκληρό πυρήνα» της Ε.Ε. δεν ικανοποίησε κοινωνικές και οικονομικές προσδοκίες; Ή μήπως ικανοποίησε ορισμένες πλευρές, αλλά με μεγάλο κόστος για τις υπόλοιπες; Πώς αποκωδικοποιούμε, λ.χ., την επιτυχία της χώρας, η οποία, ωστόσο, μας οδήγησε στην πλήρη χρεοκοπία;

Την τελευταία δεκαετία, οι στόχοι καταπολέμησης της φτώχειας, της μείωσης των ανισοτήτων και της ενίσχυσης της συνοχής κάθε άλλο παρά ορατοί είναι. Μάλλον απομακρύνονται. Και η ελληνική πολιτική παραμένει παθητικά προσηλωμένη στους κανόνες των Βρυξελλών και στην πειθαρχία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στόχος (από το καταστατικό της) της οποίας είναι ο πληθωρισμός και όχι η απασχόληση, η ανάπτυξη και η ανακατανομή. Γιατί επιβραβεύεται ο κύριος Ντράγκι από την ελληνική συντηρητική πλευρά;

Μα γιατί η «νομισματική σταθερότητα» στη χώρα έσωσε τις άλλες χώρες, αλλά μας οδήγησε σε πρωτοφανείς νομισματικές στρεβλώσεις, τις οποίες ουδέποτε αναγνώρισε το πολιτικό σύστημα. Οι επιπτώσεις της απόκλισης της αξίας του κοινού νομίσματος από χώρα σε χώρα ήδη έχουν καταγραφεί στο εξωτερικό εμπόριο με την πριμοδότηση των ξένων προϊόντων (κυρίως των γερμανικών) σε βάρος των εγχώριων. Η αυταπάτη της νομισματικής σταθερότητας, εφόσον παραμένει ονομαστική και όχι πραγματική, αντιβαίνει όλες τις αρχές της πολιτικής οικονομίας και δεν συγκινεί παρά μόνον πιθήκους. Αντί σταθερότητας της οικονομίας, των τιμών και της αγοραστικής δύναμης, το κοινό νόμισμα ενδέχεται να αποβαίνει αιτία της αύξουσας αστάθειας.

Στην Ελλάδα, η εντεινόμενη άνοδος των τιμών και άρα η πτώση της πραγματικής νομισματικής ισοτιμίας επιβραδύνει μοιραία τις συναλλαγές, διώχνει και συρρικνώνει τις άμεσες ξένες επενδύσεις και διογκώνει το ειδικό βάρος των χρεών ως προς το διαθέσιμο πραγματικό εισόδημα.

Η «ισχυρή οικονομία» –όρος που παίχτηκε σαν ύμνος «της ελληνικής εκσυγχρονιστικής νέας ορθοδοξίας»– ενώ συνεισφέρει ένα αμελητέο ποσοστό του ευρωπαϊκού προϊόντος, καταγράφει ήδη το μεγαλύτερο ποσοστό των Ευρωπαίων ανέργων, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τα πρωτεία στο επίπεδο της ανεργίας των νέων μέχρι 25 ετών. Παρ' όλο που το 92% των Ελλήνων μισθωτών καθηλώνονται σε αμοιβές κάτω των 1.000-1.200 ευρώ μηνιαίως, οι ξένες αλλά και οι ελληνικές επενδύσεις τραβιούνται από τη χώρα. Το Ελληνικό είναι καμπανάτο παράδειγμα στα χέρια της Ν.Δ.

Το αίτημα της κοινωνικής αλλαγής, από καιρό τώρα, όφειλε να εκφραστεί είτε θεσμικά-πολιτικά είτε κοινωνικά. Οπωσδήποτε όχι σαρωτικά όπως εισηγήθηκαν μερικοί θεωρητικοί της επανάστασης: μέσω ενός εργαλειακού λόγου, ο οποίος διακήρυξε ελευθερίες, προνόμια και δικαιώματα χωρίς να μπορεί να τα προασπιστεί και να τα πραγματώσει. Η εργατική αριστοκρατία που κατεβαίνει στους δρόμους οφείλει να εννοήσει πως οι ονειρικοί κόσμοι προηγούμενων αιώνων έχουν θρυμματιστεί. Οφείλει να δει τη μορφή του κοινωνικού κυνισμού που επιβάλλει –αποτέλεσμα της κατίσχυσης υποκριτών, άσχετων και ιδιοτελών– και, αντίθετα, να εργαστεί για ένα είδος κοινωνικής αποκατάστασης.

Αν, πράγματι, βρισκόμαστε στην αρχή της μεταβατικής/τυφλής περιόδου, τότε το ερώτημα είναι: Πώς μπορούμε να επανασυνδεθούμε με τις πολιτικές παραδόσεις που ονειρεύονταν να κάνουν τον κόσμο καλύτερο – και όχι για τους λίγους; Η παγκόσμια οικονομία, στον βαθμό που πορεύθηκε με τους κακούς της δαίμονες, έχει φτάσει στα όριά της και η ελληνική κοινωνία/οικονομία στον πάτο της.

Αλλά αυτό είναι το δύσκολο της υπόθεσης. Και η Αριστερά σήμερα, έπειτα από τόσα χρόνια στοχασμού και δράσης, δεν βρίσκεται στα καλύτερά της ως προς τη διατύπωση μιας καθολικά αποδεκτής απάντησης σε αυτό το ερώτημα από ό,τι βρισκόταν –πηγαίνοντας από πίσω προς τα μπρος– το 1789, το 1848, το 1870, το 1917, το 1945, το 1968, το 1989, το 2001, το 2008-9, το 2015 κ.ο.κ. Οσοι νόμισαν ότι απάντησαν σε αυτό το ερώτημα είτε εξαπάτησαν είτε αυταπατήθηκαν. Εδώ είναι που είμαστε...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/10/2019. 

Ένας αρκετά ενοχλητικός θεσμός

*Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ΕΡΤ εν τάφω» του πρώην Εντεταλμένου Σύμβουλου Προγράμματος της ΕΡΤ, Σπύρου Κρίμπαλη, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία.

Τα Συμβούλια Κοινωνικού Ελέγχου (ΣΚΕ) είναι ανεξάρτητα συλλογικά όργανα εξωτερικού ελέγχου και λογοδοσίας της ΕΡΤ που απαρτίζονται από ιδιώτες εθελοντές και συλλογικότητες. Η λειτουργία των ΣΚΕ προτάθηκε από τους εργαζόμενους την περίοδο του «μαύρου» και θεσμοθετήθηκε το 2015 με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ. Στόχος των ΣΚΕ είναι να διαβουλεύονται και να καταθέτουν πορίσματα στο ΔΣ σχετικά με το περιεχόμενο του προγράμματος και την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας. Πρόκειται για έναν πρωτοποριακό θεσμό, μοναδικό στην Ευρώπη, που ενισχύει τη σχέση αλληλεπίδρασης της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης με την κοινωνία.

Όπως καταλαβαίνετε, τα ΣΚΕ συγκεντρώνουν αρκετά ενοχλητικά χαρακτηριστικά. Έλεγχος. Λογοδοσία. Πορίσματα. Αλληλεπίδραση με την κοινωνία... Ποιος τα θέλει όλα αυτά; Και πώς θα μπορούσαν όλα αυτά να γίνουν ανεκτά στην ΕΡΤ του Κωστόπουλου και του Καλφαγιάννη;

Όταν ο Κωστόπουλος ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Διευθύνων Σύμβουλος, ο υπεύθυνος για τα ΣΚΕ, δημοσιογράφος Περικλής Βασιλόπουλος, ζήτησε να τον συναντήσει προκειμένου να τον ενημερώσει και να του εκθέσει τις προτάσεις του για την καλύτερη λειτουργία και αξιοποίηση των συμβουλίων προς όφελος της ΕΡΤ. Ο Κωστόπουλος τον αποστόμωσε με τη χαρακτηριστική του ευαισθησία:

- Να τα καταργήσουμε! Δεν έρχεται κανένας. Πέντε άτομα είναι όλα κι όλα που τσακώνονται μεταξύ τους για τη διαδικασία. Δεν εκπροσωπούν ούτε αντιπροσωπεύουν την κοινωνία αλλά μόνο τον εαυτό τους. Και μας βρίζουν κι από πάνω...

Ο Κωστόπουλος είχε πάρει φόρα και ο δημοσιογράφος δεν πίστευε στα αυτιά του. Τον διέκοψε για να του εξηγήσει:

- Ποιος σας είπε αυτά τα πράγματα, κ. Κωστόπουλε; Προβλήματα συμμετοχής υπάρχουν αλλά σε προηγούμενη ολομέλεια υπήρχε συμμετοχή 35 ατόμων από το σύνολο 110 μελών για τρεις ολόκληρες ώρες στο Ραδιομέγαρο, ποσοστό απίστευτο για εθελοντικό, συλλογικό σώμα στην Ελλάδα. Και αυτό συμβαίνει κάθε μήνα για ενάμιση χρόνο. Έχουμε ένα σχετικά τυχαίο δείγμα πολιτών που υποστηρίζουν την ΕΡΤ και θέλουν να συμμετέχουν εθελοντικά σε ένα πείραμα συμμετοχικής λογοδοσίας για τη βελτίωση της ΕΡΤ και μου λέτε να το διαλύσουμε; Στο εξωτερικό θα πλήρωναν γι' αυτό.

Μα τι λέει ο άνθρωπος; Είναι δυνατόν στο εξωτερικό να ξέρουν καλύτερα από τον γίγαντα Κωστόπουλο; Τέλος πάντων, εκείνη η συζήτηση έκλεισε παγερά με τον Βασιλόπουλο να προειδοποιεί ότι δε θα δεχόταν σε καμία περίπτωση την υποβάθμιση ή την κατάργηση των ΣΚΕ και ότι θα εξαντλούσε όλα τα περιθώρια εφαρμογής του νόμου και των αποφάσεων του ΔΣ της ΕΡΤ. Κακό του κεφαλιού του!

Από τον Δεκέμβριο του 2017 μέχρι τον Ιούνιο του 2018 πέντε επιτροπές των ΣΚΕ κατέθεσαν ισάριθμα πορίσματα με τουλάχιστον 35 προτάσεις προς το ΔΣ της ΕΡΤ. Παρά τα επίμονα αιτήματα από το προεδρείο των ΣΚΕ, παρά τις σχετικές επιστολές, παρά τις συνεχείς υπηρεσιακές υπενθυμίσεις προς το γραφείο του Διευθύνοντος, δεν υπήρξε ποτέ καμία απάντηση στα ΣΚΕ ούτε φυσικά προώθηση των πορισμάτων τους στο ΔΣ. Το ίδιο συνέβη και όταν το προεδρείο ζήτησε από τον Κωστόπουλο να απευθύνει έστω και ένα συμβολικό χαιρετισμό στην ολομέλεια. Φαίνεται θα είχε πολλή δουλειά ο Τούμπης και δεν προλάβαινε να απαντήσει.

Ο Βασιλόπουλος όμως και τα ΣΚΕ δεν το έβαλαν κάτω. Με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε να μιλήσει ο Θαλασσινός, ο οποίος μεταξύ άλλων πρότεινε και μια ανοικτή συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ στην ολομέλεια των ΣΚΕ. Υπέροχη ιδέα δεδομένης και της δραματουργικής αξίας, στα όρια της φαρσοκωμωδίας, που είχαν ενίοτε οι συνεδριάσεις του ΔΣ. Και σαν να μην έφτανε η πρόσκληση του Θαλασσινού, πάλι με πρωτοβουλία του προεδρείου κλήθηκε ο Μιχαλίτσης να καταθέσει τις απόψεις του για το νέο οργανόγραμμα κι εγώ για να μοιραστώ την εμπειρία από την επεισοδιακή αποπομπή και επιστροφή μου στην ΕΡΤ.

Κι έτσι μια Τρίτη του Μαΐου βρέθηκα στην ολομέλεια των ΣΚΕ που συνεδρίαζε στο στούντιο Ε του Ραδιομεγάρου. Στη συζήτηση είχε προσκληθεί για πολλοστή φορά η διοίκηση της ΕΡΤ αλλά δεν πρόκαμε πάλι. Τη διοίκηση θα εκπροσωπούσε ο διευθυντής του γραφείου τύπου, Παναγιώτης Τσολιάς, αλλά την τελευταία στιγμή δεν πρόκαμε ούτε αυτός. Είχε προσκληθεί και η ΠΟΣΠΕΡΤ να καταθέσει τις απόψεις της για το οργανόγραμμα αλλά και εκεί κάποιο μπέρδεμα έγινε.

Τελικά, ένας θηριώδης εκπρόσωπος της ΠΟΣΠΕΡΤ με το όνομα Καρέλλας εμφανίστηκε αφού είχε ξεκινήσει η συνεδρίαση. Ζήτησε και πήρε αμέσως τον λόγο γιατί είχε έρθει σκαστός από τη βάρδια και έπρεπε να τα πει γρήγορα και να φύγει. Κρατούσε στα χέρια του μια μισοφαγωμένη τυρόπιτα κι ένα πλαστικό κυπελάκι με καφέ. Όταν χρειάστηκε να πάρει το μικρόφωνο, έφερε τυρόπιτα και καφέ στο ένα χέρι και έπιασε το μικρόφωνο με το άλλο. Σιμουλτανέ! Ο Καρέλλας δήλωσε ότι η ΠΟΣΠΕΡΤ ούτε κρύβεται ούτε φοβάται τη συζήτηση για το νέο οργανόγραμμα, και καμία συζήτηση γενικώς, αλλά επειδή δεν προσκλήθηκε εγκαίρως, δε θα συμμετείχε ετούτη τη φορά. Επιφυλασσόταν όμως για μια επόμενη φορά. Να 'ναι καλά ο άνθρωπος!

Μετά ανέβηκε στο βήμα ο Μιχαλίτσης, ο οποίος ανέλυσε με χειρουργική ακρίβεια τις βασικές αδυναμίες του νέου οργανογράμματος: άσκοπη πολυδιάσπαση των υπηρεσιών της γενικής διεύθυνσης τεχνολογίας, γιγάντωση της γενικής διεύθυνσης νέων μέσων, υποβάθμιση της γενικής διεύθυνσης τηλεόρασης (του ψυχαγωγικού προγράμματος δηλαδή), υποβάθμιση των περιφερειακών σταθμών της ΕΡΑ, αθηνοκεντρικό και δυσλειτουργικό newsroom. Είχε φτιάξει και σχετικά σχεδιαγράμματα που προβάλλονταν σε μια οθόνη από πίσω του. Παρακολουθώντας τον να μιλάει, σκεφτόμουν πόσο διαφορετική θα ήταν σήμερα η ΕΡΤ αν έσπαγε ο διάολος το ποδάρι του και το Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. είχε κάνει το 2015 αποδεκτούς τους όρους του προκειμένου να αναλάβει τη διοίκηση της εταιρείας. Άλλη μια χαμένη ευκαιρία στο μακρύ ιστορικό των χαμένων ευκαιριών της ΕΡΤ.

Μόλις τελείωσε ο Μιχαλίτσης, η πρόεδρος της ολομέλειας με κάλεσε να ανέβω στο βήμα. Η ολομέλεια απαρτιζόταν από καμιά σαρανταριά άτομα όλων των ηλικιών. Οι περισσότεροι με κοίταζαν με ενδιαφέρον, σαν παράξενο τροπικό φρούτο. Ανάμεσά τους διέκρινα και τον Περικλή Βασιλόπουλο, ο οποίος παρακολουθούσε τη διαδικασία χωρίς να παρεμβαίνει. Εξέθεσα την ιστορία της αποπομπής και της επιστροφής μου όσο πιο ψύχραιμα και συνοπτικά μπορούσα. Μετά ήρθε η ώρα των ερωτήσεων.

- Ποια είναι η στρατηγική του προγράμματος;
- Ποιος αποφασίζει για τις νέες παραγωγές;
- Ποιος διαλέγει τις ξένες σειρές;
- Ποιος επέλεξε τις εκπομπές του Ζουγανέλη και του Μητσικώστα;
- Εσάς σας εκφράζει η εκπομπή του Ζουγανέλη;
- Ποιος σας έφερε στην ΕΡΤ;
- Γιατί η θέση σας δεν καλύφθηκε από κάποιο στέλεχος της δημόσιας τηλεόρασης;
- Δεν υπάρχουν άξια στελέχη της ΕΡΤ;
- Γιατί το ΔΣ αγνοεί τις προτάσεις μας;
- Πιστεύετε ότι η ΕΡΤ πρέπει να είναι εμπορική;

Προσπάθησα να απαντήσω σε όλες τις ερωτήσεις με ειλικρίνεια αλλά και διακριτικότητα. Χωρίς να εκθέτω πρόσωπα αλλά καταστάσεις. Χωρίς να διαχωρίζω τη θέση μου από τη διοίκηση, της οποίας υποτίθεται ότι ήμουν σύμβουλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατάφερα. Η επικοινωνιακή διαχείριση, το διπλωματικό κουκούλωμα, τα κατά συνθήκη ψεύδη μου προκαλούσαν πλέον αναγούλα.

Μετά από λίγες μέρες ο Περικλής Βασιλόπουλος ξανασυναντήθηκε με τον Κωστόπουλο στο πλαίσιο των συνεντεύξεων για τον ορισμό νέων Προϊσταμένων. Ας δούμε πώς περιγράφει ο ίδιος αυτή τη συνάντηση σε ένα δημοσίευμα στο tvxs:

«...Έντεκα μήνες μετά την πρώτη συνάντηση με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της ΕΡΤ και με την ευκαιρία της διαδικασίας επιλογής Προϊσταμένου επαναλήφθηκε εντελώς πανομοιότυπα η ίδια συζήτηση. Του εξήγησα ότι συμμετείχα στη σύσκεψη της EBU όπου υπήρξε σχεδόν ενθουσιώδης υποδοχή για τα ΣΚΕ. Δεν άκουγε. Δεν έδωσε καμία σημασία. Του εξήγησα ότι πρέπει σε δέκα μέρες να κάνουμε την επίσημη διαδικασία κλήρωσής νέων μελών των ΣΚΕ (έχουμε πεντακόσιες νέες εθελοντικές αιτήσεις από πολίτες ύστερα από ανοιχτή δημόσια πρόσκλησή) και ότι τα έχουμε όλα προγραμματίσει. Πάγος. Να τα αναβάλετε για τα τέλη Ιουλίου. Ήμαρτον άνθρωπέ μου, Διευθύνων Σύμβουλος είσαι, όχι ιδιοκτήτης της ΕΡΤ...»

Ε όχι και ιδιοκτήτης της ΕΡΤ ο Κωστόπουλος! Ιδιοκτήτης της ΕΡΤ είπαμε είναι ο Καλφαγιάννης. Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση ανακοινώθηκε στη Διαύγεια η καθαίρεσή του Βασιλόπουλου και ο διορισμός στη θέση του ενός αθλητικογράφου που δεν είχε καμία εμπειρία σε συμμετοχικά εγχειρήματα κοινωνικής ευθύνης. Εκτός από τον Βασιλόπουλο έπρεπε να πληρώσουν και τα ΣΚΕ για την αποκοτιά τους.

Ο εορτασμός των 200 χρόνων από την ελληνική επανάσταση του 1821. Επιλογές και στόχοι

Η απόφαση για τον εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821 είναι ορθή, επιβεβλημένη και πολυσήμαντη, υπό τον όρο βέβαια να υπάρχει σαφής στόχευση. Πολλοί λόγοι συναινούν στην ουσιαστική αξιοποίηση αυτής της μοναδικής ιστορικής ευκαιρίας υπό την προϋπόθεση του σεβασμού της ιστορίας και της κατάλληλης προετοιμασίας για την απαραίτητη υπέρβαση. Το σημερινό αδιέξοδο πρέπει να λήξει.

Έτσι στις αρχές του 2021 ο ελληνισμός, απανταχού της γης, θα θυμηθεί, θα συγκινηθεί, θα γιορτάσει την επέτειο αυτή περήφανος και με αυτοπεποίθηση.

Ωστόσο παρελθόν χωρίς μέλλον δεν νοείται και γι αυτό θα πρέπει να προβάλουμε ταυτόχρονα τα οράματά μας για την επόμενη φάση. Ιστορικά ο ελληνισμός λειτούργησε με ισχυρή οικουμενική αποστολή και η μεγάλη συμβολή του στην δημοκρατία, στον πολιτισμό, στην παιδεία και στις τέχνες έχουν σημαδέψει την ανθρωπότητα. Η συνέχεια και η διαχρονικότητα εξάλλου μας χαρακτηρίζει ως ιστορικό έθνος αφού διανύσαμε πολλές χιλιετίες, με διάφορες κρατικές οντότητες και εθνική μας ιδιοπροσωπία έχει αναλυθεί και τεκμηριωθεί σε ικανοποιητικό βαθμό. Γεωγραφία και ιστορία, εθνική θέληση και δημιουργικότητα συνθέτουν την εκπληκτική ιστορία του ελληνισμού. Αν η διχόνοια δεν είχε εμπεδωθεί το έθνος ήταν σε καλύτερη μοίρα.

Για τους αγωνιστές του 1821 το κύριο θέμα ήταν η εθνική απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό, η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία. Σήμερα το ζητούμενο είναι βέβαια άλλο. Η εσωτερική και η διεθνής συγκυρία είναι πρωτόγνωρη. Η βαθιά οικονομική κρίση που περνά η χώρα σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση των θεσμών, ο σκληρός ανταγωνισμός της παγκοσμιοποίησης και η αύξηση των ανισοτήτων δημιουργούν αστάθεια, συγκρούσεις, αβεβαιότητα. Επιπλέον οι επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή λόγω του ισχύοντος διεθνώς οικονομικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης είναι ορατές. Πώς θα συμβάλουμε ως ιστορικό έθνος στην επίλυση των εσωτερικών, αλλά και των διεθνών προκλήσεων; Ποιές είναι οι επιλογές και ποιοί οι στόχοι;

Σχετικά με την σημαντική απόφαση του εθνικού εορτασμού τίθενται συνεπώς πολλά ερωτήματα. Το θέμα δεν προσφέρεται για πολυδάπανες και ανούσιες φιέστες επικοινωνιακού χαρακτήρα, αντίθετα μάλιστα, με την χρήση των νέων τεχνολογιών η εμβέλεια των μηνυμάτων μπορεί να αυξηθεί, ενώ το κόστος της όποιας διοργάνωσης να ελαχιστοποιηθεί. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν είναι πολλά, όπως: Εορτασμός ελλαδικός ή και διεθνής; Μονοθεματικός, τοπικός ή δημιουργία νέων και χρήσιμων θεσμών και πολιτιστικών προϊόντων διαχρονικής αξίας, παιδείας και αισθητικής;

Η Ελλάδα είναι σήμερα μια ευρωπαϊκή ανεξάρτητη χώρα, μέλος ισχυρών διεθνών οργανισμών και παράγοντας σταθερότητας στην περιοχή. Η χώρα μας με την ιστορική αυτή ευκαιρία αυτή θα κληθεί να δώσει το νέο της στίγμα, τα νέα της μηνύματα προς το εσωτερικό και το εξωτερικό, ενώ η διεθνής κοινότητα και βεβαίως ο άμεσος περίγυρος θα μας παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον. Μετά από μια δεκαετία κρίσης και αρνητικής προβολής έχουμε την ευκαιρία να στραφούμε προς το μέλλον και να προβάλουμε νέες ιδέες, ελπιδοφόρες προτάσεις. Η σύγκριση με την επιτυχή διοργάνωση από την χώρα μας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 είναι αναπόφευκτη, αλλά το ζήτημα τώρα είναι εντελώς διαφορετικό. Δεν πρόκειται για μια διεθνή εκδήλωση, για υποδοχή αθλητικών αντιπροσωπειών, για κατασκευή μεγάλων έργων. Πρόκειται όμως για γεγονός υψηλού συμβολισμού, όπου οι δυνάμεις του πολιτισμού και της δημιουργικότητας καλούνται να αναμετρηθούν με πολλές παθογένειες, την αδράνεια, τα αδιέξοδα, την παρακμή.

Το ζητούμενο είναι η υπέρβαση, γι αυτό και η έννοια της διεθνούς συνεργασίας είναι κρίσιμο στοιχείο, η συνεργασία εξάλλου επιβάλλεται από τη φύση του ελληνισμού, τα ισχυρά του δίκτυα και την παγκόσμια εμβέλειά τους.

Τώρα λοιπόν θα αναμετρηθούμε πρώτα με τον εαυτό μας, δεν γίνεται αλλιώς. "Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά πού προχωρούμε", όπως έγραψε ο νομπελίστας ποιητής μας Γιώργος Σεφέρης. Ποιοί είμαστε, τί θέλουμε και τί μπορούμε. Με την έννοια αυτή ο εορτασμός αυτός λόγω του χαρακτήρα του είναι διττός: εθνικός και παγκόσμιος, ελληνικός και οικουμενικός. Ο εορτασμός πρέπει να είναι στρατηγικά διττός, δηλαδή άσκηση αυτογνωσίας και εργαλείο σχεδιασμού για ένα φιλόδοξο εθνικό πρόγραμμα στραμμένο στο μέλλον. Πρόγραμμα που αφορά φυσικά τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές.

Γι αυτό ο δημόσιος διάλογος πρέπει να οργανωθεί με συστηματικό τρόπο, ώστε οι καλύτερες προτάσεις να συζητηθούν και να αξιολογηθούν έγκαιρα. Ολοι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες, έλληνες και φιλέλληνες, όλοι οι επιστήμονες, καλλιτέχνες, διανοούμενοι θα κληθούν να καταθέσουν τις απόψεις τους. Μια Επιτροπή Εορτασμού με πρόσωπα κύρους θα συνδράμει τον δημόσιο διάλογο και θα συλλέξει τις προτάσεις που άρχισαν ήδη να διατυπώνονται στην Ελλάδα και στις πολλές εστίες του Ελληνισμού. Αντί λοιπόν για βιαστικές κινήσεις εντυπωσιασμού χρειάζεται σχέδιο που να αντανακλά τις φιλοδοξίες της χώρας για το μέλλον, τις προτάσεις της για μια νέα Πολιτεία που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής. Αυτή η επεξεργασία του νέου ελληνικού σχεδίου θα αποδώσει το ζητούμενο αν αξιοποιήσει την ιστορική ευκαιρία ενός νέου εθνικού στόχου σε συνθήκες διευρυμένης διεθνοποίησης. Η Ελλάδα με σχέδιο, με θάρρος, με αυτοπεποίθηση, με ελπίδα, με ευθύνη. Γιατί είναι βαριά η ιστορική ευθύνη.

Ο εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821 ξεκίνησε μια νέα εποχή στην περιοχή μας και δικαιώθηκε με τη δημιουργία του ελληνικού κράτους-έθνους. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε τώρα είναι η στείρα αντιπαράθεση σε ζητήματα που άπτονται πλέον της ιστορικής έρευνας και τεκμηρίωσης. Ας σεβαστούμε την Ιστορία, ας διδαχθούμε από τις μεγάλες στιγμές και τα λάθη μας κι ας εστιάσουμε στο μέλλον, αυτό χρειάζεται ο τόπος σήμερα. Αντί για κινήσεις εντυπωσιασμού χρειάζεται σχέδιο που να αντανακλά τις φιλοδοξίες της χώρας για το μέλλον.

Ως επισφράγισμα της προσπάθειας χρειάζεται βεβαίως κάτι ουσιαστικό, κάτι που να δίνει νόημα στη νέα αυτή αφετηρία. Γιατί το 2021 πρέπει να γίνει η αφετηρία μιας νέας εποχής. Η Ελλάδα μπορεί να προσφέρει στον εαυτό της και να συνεισφέρει στην ανθρωπότητα. Ο πολιτικός κόσμος οφείλει να αξιοποιήσει συναινετικά την εν εξελίξει διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος και στις αρχές του 2021 να οργανωθεί ένα λυτρωτικό δημοψήφισμα. Ετσι θα ξεκινήσει η νέα εποχή, με το νέο Σύνταγμα της Δ′ Ελληνικής Δημοκρατίας και νέο εθνικό συμβόλαιο. Για ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος και μια συνειδητή πανεθνική απόφαση αντιμετώπισης των μεγάλων προκλήσεων της εποχής. Βιώσιμη ανάπτυξη, δημογραφικό ζήτημα, παιδεία υψηλού επιπέδου, σύγχρονο κράτος.

Ας εστιάσουμε στον πολιτισμό, εκεί είναι η δύναμή μας, αυτό μας διακρίνει ιστορικά. Το κύριο σύνθημα ας είναι: Ελλάδα σημαίνει πολιτισμός, δημοκρατία, ανθρωπιά.

Έτσι θα τιμήσουμε ουσιαστικά το 1821 και τους αγωνιστές του, την μεγάλη εθνική εξέγερση και το παλλαϊκό αίτημα της ανεξαρτησίας, της δημοκρατίας και της ελευθερίας.

*Δημοσιεύτηκε στην huffingtonpost.gr στις 8/9/2019. 

Τι είδους εορτασμό του ’21 θέλουμε;

Στις 25 Μαρτίου 2015, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και η περιφερειάρχης κυρία Δούρου οργάνωσαν ένα πρωτοφανούς επιπέδου κιτς «γλέντι», με τσολιάδες να χορεύουν στο Σύνταγμα, για να τιμήσουν το 1821. Αν ο «προοδευτικός» ΣΥΡΙΖΑ προβαίνει σε τέτοιου τύπου εθνικολαϊκισμούς, λογικό είναι να αναμένει κανείς κάτι χειρότερο από τη «συντηρητική» Ν.Δ. στη διακοσιοστή επέτειο, το 2021. Ομως η γραμμική λογική δεν ισχύει πάντα, και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δώσει δείγματα προοδευτικότητας άπιαστα από τους καλούμενους «προοδευτικούς». Για τον λόγο αυτόν, με εξέπληξε η είδηση ότι επέλεξε τη Γιάννα Αγγελοπούλου για επικεφαλής της επιτροπής «Ελλάδα 2021».

Η επέτειος του 1821 μας προσφέρει την ευκαιρία να καταλάβουμε καλύτερα την κοινωνία μας. Είναι ο κατακερματισμός της κοινωνίας κληρονομιά του '21; Είναι η οικογενειοκρατία απότοκος της παράδοσης των κοτζαμπάσηδων και των αρματολών; Οι πελατειακές σχέσεις; Η απείθεια;

Η ακραία ιδιοτέλεια; Η διαφθορά; Η ποιότητα και ο ρόλος της Εκκλησίας είναι κληρονομιά της τότε Εκκλησίας; Πού βρίσκονται οι ρίζες του σημερινού αντιδυτικισμού; Υπάρχει αναλογία μεταξύ της τότε διασποράς και των σημερινών 5 εκατ. Ελλήνων που συνεχίζουν να ζουν εκτός Ελλάδος; Είναι τυχαίο πως το τότε πιο δυναμικό κομμάτι του ελληνισμού (Κοραής, Φιλικοί, Ιερός λόχος, Μαυροκορδάτος, Καποδίστριας κ.λπ.) ανήκε στη διασπορά, όπως και σήμερα; Ποια από όσα διδασκόμαστε στα σχολεία αποτελούν ιστορικά γεγονότα και ποια είναι μύθοι (Αγία Λαύρα, κρυφό σχολειό κ.λπ.);

Αγνοώ αν έχει κάποια σχέση με τα παραπάνω η κυρία Αγγελοπούλου, η οποία οργάνωσε το θέαμα της Ολυμπιάδας του 2004. Φοβάμαι ότι η επιλογή της προοιωνίζεται έναν ακόμα εορτασμό-θέαμα, στα χνάρια των Ολυμπιακών Αγώνων ή των 200 ετών της Γαλλικής Επανάστασης.

Αλλωστε, οι δηλώσεις του πρωθυπουργού συνηγορούν:

«Το 2021 θα είναι μια χρόνια που όλοι οι Έλληνες θα γιορτάσουμε μαζί και ενωμένοι τα 200 χρόνια ελευθερίας του ελληνικού κράτους, με υπερηφάνεια για το παρελθόν μας και αυτοπεποίθηση για το μέλλον μας». Όταν το 2011 ο ΣΚΑΪ προσπάθησε, με την καθοδήγηση του γνωστού ιστορικού Θάνου Βερέμη, να αγγίξει αυτά τα θέματα, εισέπραξε (όπως και ο κ. Βερέμης), αντί υπερηφάνειας, πλήθος επιθέσεων από Ελληναράδες. Το 2004 μετακόμισα μακριά από την Ελλάδα διότι τέτοιου τύπου εορτασμοί-θεάματα με ενοχλούν. Θα με υποχρεώσει ο κ. Μητσοτάκης να το ξανακάνω;

*Δημοσιέυτηκε στην "Καθημερινή" στις 28/8/2019. 

200 χρόνια από την Επανάσταση του ‘21: η πρόκληση του εορτασμού ενός διεθνούς φαινομένου

Σε 1,5 περίπου χρόνο συμπληρώνονται 2 αιώνες από το 1821 δηλαδή την ιδρυτική πράξη της σύγχρονης Ελλάδας αλλά και του σύγχρονου ελληνικού κράτους του οποίου η επίσημη δημιουργία επήλθε λίγα χρόνια αργότερα. Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 είναι ένα γεγονός που δεν έχει καταλάβει την αρμόζουσα θέση του στην ευρωπαϊκή ιστορία. Είναι η πρώτη επιτυχημένη Επανάσταση του 19ου αιώνα, η πρώτη Επανάσταση που βάλλει ευθέως κατά της περίφημης συμφωνίας της Βιέννης του 1815, η πρώτη Επανάσταση που πλήττει την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο μαλακό υπογάστριό της, η Επανάσταση που ξεκινά τη διάσπαση της «ορθόδοξης κοινότητας των Βαλκανίων» εισάγοντας εθνικά στοιχεία και, τέλος, η Επανάσταση που θα ξεκινήσει την επαναχάραξη των ευρωπαϊκών συνόρων, διαδικασία που θα ολοκληρωθεί έναν αιώνα αργότερα, στην πιο τοπική κλίμακα με τους Βαλκανικούς Πολέμους και στην ευρωπαϊκή με τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σηματοδοτεί δε την έναρξη του ελληνικού 19ου αιώνα, πλούσιου σε γεγονότα που θα καταλήξει με το τέλος των Αυτοκρατοριών και την ίδρυση των ευρωπαϊκών εθνών-κρατών και θα οδηγήσει στον τριπλασιασμό της Ελλάδας εδαφικά αλλά και στη συρρίκνωση του Ελληνισμού πολιτισμικά με τη Μικρασιατική καταστροφή. «Νέου τύπου Επανάσταση – νέου τύπου επαναστάτες. Μπορεί ανάμεσα στους ανθρώπους της εξέγερσης να είναι περισσότερο οι αυθόρμητοι "αγωνιστές" και λιγότεροι οι ενσυνείδητοι επαναστάτες, όλοι τους όμως είναι στρατευμένοι –άλλος λιγότερο και άλλο περισσότερο– στο όραμα του εθνικού κράτους (...) Πράγματι ένα μείγμα νεωτερικών διανοουμένων, βγαλμένο από την κοιτίδα του διαφωτισμού, ανθρώπινο δυναμικό από τον χώρο της οικονομικής ζωής (έμποροι, βιοτέχνες, ναυτικοί), παραδοσιακοί άρχοντες σε διαδικασία υπέρβασης της τοπικής τους ταυτότητας, ένοπλοι «κλεφταρματολοί» ή επαγγελματοποιημένοι στρατιωτικοί στα έμμισθα σώματα της Επτανήσου υπηρετούν τώρα την ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης. Η μεγάλη αλλαγή του χριστιανού υποτελούς σε δυνάμει Έλληνα πολίτη έχει ήδη αρχίσει». Με αυτό τον σύντομο αλλά τόσο περιεκτικό ορισμό ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του 1821, ο καθηγητής Β. Παναγιωτόπουλος συμπυκνώνει την περίεργη αλλά και τόσο πετυχημένη ώσμωση των διαφορετικών συνιστωσών του Ελληνισμού σε μια ιδιότυπη και συχνά ετερόκλητη σύγκλιση που αποσκοπούσε σε ένα βασικό και κοινό σκοπό έστω και αν οι νοηματοδοτήσεις του ήταν συχνά διαφορετικές: την ελευθερία. Το 1821 θα περάσει μέσα από κάποιες προσεγμένες προθήκες, μέσα από κάποια ίσως σπάνια εκθέματα και κάποιες προσεγμένες λεζάντες αλλά θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί σε ένα φαινόμενο και όχι απλά σ' ένα μουσειακό έκθεμα. Το ελληνικό κράτος ως ο κληρονόμος αλλά και το δημιούργημα αυτής της Επανάστασης όφειλε την επέτειο των 2 αιώνων να την αναδείξει, να τιμήσει από τη μια μεριά τους φουστανελοφόρους πολεμιστές αλλά και δυτικότροπους διανοούμενους, τους εκκλησιαστικούς λειτουργούς αλλά και τους ξένους που συμμετείχαν σε αυτή την Επανάσταση που πήγε κόντρα σε όλη την ευρωπαϊκή ισορροπία δυνάμεων του ειρηνικού για την Ευρώπη 19ου αιώνα και από την άλλη μεριά να εορτάσει την ιδρυτική πράξη της συγκρότησής του αναδεικνύοντας τις φάσεις διαμόρφωσης του από το τότε στο σήμερα. Η ανάδειξη του 1821 δυο αιώνες μετά, το ενωτικό του μήνυμα, η απεύθυνση σε όλες τις δυνάμεις που αποτελούν πλέον το κοινωνικό σώμα, από εκείνους που έφυγαν στο εξωτερικό μέχρι τους μετανάστες, θα ήταν όχι μόνο μια ανάδειξη του νεωτερικού ιστορικού βάθους της Ελλάδας αλλά και της δυνατότητας του μετασχηματισμού της ως σήμερα, από επαρχία της οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε χώρα μέλος της Ε.Ε. 

Παρόλα αυτά, για το 1821 η κρίσιμη 5ετία 2015-2019, όταν θα έπρεπε να σχεδιαστεί η ανάδειξή του ως εθνικού και ευρωπαϊκού φαινομένου, πήγε χαμένη. Κανένας κεντρικός σχεδιασμός, καμία κατεύθυνση αλλά κυρίως καμία διάθεση συζητήσεων, δημιουργίας, ανοίγματος του ιστορικού ορίζοντα από το 1821 στο σήμερα. Οι ιδιωτικοί μουσειακοί φορείς –όπως αυτός που έχω την ευθύνη της διεύθυνσης– προσανατολίζονται στην ανάδειξη κάποιων εκθεμάτων που σχετίζονται με την περίοδο ή στη διοργάνωση κάποιων εκθέσεων ανάλογα με το ύψος των δυνατοτήτων τους ή των χορηγιών που θα λάβουν, προσπαθώντας κυρίως να αναδείξουν κάποια κομμάτια της μνήμης πολύτιμα μεν, σκόρπια δε. Λείπουν, όμως, οι μεγάλες θεματικές ενότητες , οι νέες τεχνολογίες, ακόμα ίσως και οι ενσώματες μουσειακές εμπειρίες. Λείπει η μεγάλη εικόνα της εποχής, ο μετασχηματισμός στο σήμερα. Το 1821 θα περάσει μέσα από κάποιες προσεγμένες προθήκες, μέσα από κάποια ίσως σπάνια εκθέματα και κάποιες προσεγμένες λεζάντες αλλά θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί σε ένα φαινόμενο και όχι απλά σ' ένα μουσειακό έκθεμα. Προφανώς, ο χρόνος πλέον λειτουργεί αντίστροφα μέχρι το 2021, παρόλα αυτά, θα μπορούσαν να γίνουν κάποια πράγματα σε κεντρικό επίπεδο: μια βάση εκδηλώσεων σε όλο το πολιτισμικό φάσμα ώστε η παλέτα να γίνει πιο πολύχρωμη και πιο συμμετοχική (τι ωραίο που θα ήταν παιδιά μεταναστών 2ης γενιάς που έχουν πάει εδώ σχολείο να έλεγαν πως το αντιλαμβάνονται το '21 ή να κάνουν συγκρίσεις με αντίστοιχες επετείους στις χώρες προέλευσης των γονιών τους), μια μελέτη των προγραμματισμένων εκθέσεων ώστε να αποφευχθούν επικαλύψεις και να εκτεθούν όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία από την προεπαναστατική προετοιμασία και τα επαναστατικά χρόνια. Επίσης, η δημιουργία θεματικών ενοτήτων όπως η έννοια της ελευθερίας στο χθες και στο σήμερα, η παρέμβαση του ξένου παράγοντα στη πορεία προς τη διαμόρφωση κράτους, τον μετασχηματισμό των κοινοτήτων, την πρόσληψη του 1821 στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη. Για να γίνω και κάπως πιο τολμηρός, στο ιστορικό πεδίο έχουμε καταφέρει σήμερα να έχουμε κάποιες σύγχρονες ιστορίες του Νεότερου Ελληνισμού, κάποιες ίσως πιο τολμηρές περιοδολογήσεις, το 2021 θα μπορούσαμε να έχουμε μια νέα συνολική θεώρηση του 1821 που θα ξεκινά από το χθες και θα φτάνει στο σήμερα; Εκεί όπου η δημόσια και ιδιωτική σφαίρα θα συναντιόντουσαν, το Θέατρο και το Μουσείο θα συνεργαζόντουσαν, εκεί όπου ετερόκλητες δυνάμεις του Πολιτισμού θα φώτιζαν με την δική τους θέαση το μεγάλο γεγονός που προκάλεσε μετακίνηση των ιστορικών τεκτονικών πλακών στη περιοχή των Βαλκανίων αλλά και της Ανατολικής Μεσογείου. Το 1821 το αξίζει γιατί είναι η χρονιά που έθεσε τις βάσεις να τεθούν ως αρχές άλλα προτάγματα και άλλα οράματα, για να μπορεί ο κάθε πολίτης της νέας δομής που δημιουργήθηκε να δρα και να σκέφτεται ελεύθερα γιατί όποιος «ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».

*Δημοσιεύτηκε στην lifo.gr στις 21/7/2019. 

**Ο Στέφανος Καβαλλιεράκης είναι ιστορικός, Διευθυντής του Μουσείου Πόλεως των Αθηνών – Ιδρύματος Βούρου-Ευταξία.

 

Πες κάτι (κεντρο-)αριστερό, σύντροφε

Πάνε ήδη επτά χρόνια από τις εκλογές του 2012 που δικαίως αποκλήθηκαν «διπλός εκλογικός σεισμός», όταν οι τεκτονικές πλάκες του πολιτικού μας συστήματος μετακινήθηκαν βίαια. Eπιφέροντας όχι μόνο έναν κατακερματισμό του κομματικού σκηνικού και μια αποσταθεροποίηση των κομμάτων εξουσίας της Μεταπολίτευσης, αλλά και μια ιστορική ανατροπή των συσχετισμών στα αριστερά του Κέντρου.

Η κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ έδωσε το όνομα στον νέο κύκλο φθοράς της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, με το φάσμα του «pasokification» να στοιχειώνει κόμματα όπως το ολλανδικό, το γαλλικό ή το γερμανικό, ενώ η εκτόξευση του τότε αντιμνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την αφετηρία της πιο παράδοξης ίσως διαδρομής αριστερού κόμματος από τη διαμαρτυρία στη διακυβέρνηση.

Η ελληνική περίπτωση ήταν μια ευρωπαϊκή ανορθογραφία, και παραμένει, αφού παρά την κρίση της η σοσιαλδημοκρατία πουθενά αλλού δεν υποκαταστάθηκε από ένα κόμμα εξ αριστερών της. Οι εκλογές του 2019 μοιάζουν ένας «διπλός μετασεισμός» με τον οποίο αποκρυσταλλώνεται μια νέα πολιτική γεωμορφολογία.

Το κομματικό σύστημα ξεπέρασε τον κατακερματισμό του, καθώς εξαφανίστηκαν οι μικροί παίκτες που διεκδίκησαν μερίδιο από τα κενά πολιτικής εκπροσώπησης που παρήγαγε η κρίση, στα αριστερά (ΔΗΜΑΡ, ΛΑ.Ε.), στο κέντρο (Ποτάμι) ή στα δεξιά (ΑΝ.ΕΛΛ., Χρυσή Αυγή)· ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα της Μεταπολίτευσης, η Νέα Δημοκρατία, όχι μόνο διασώθηκε αλλά επανέκαμψε αυτοδύναμο, υποσχόμενο μια νέα «κανονικότητα» με ένα μείγμα οικονομικού φιλελευθερισμού και πολιτισμικού συντηρητισμού που συντονίζεται με ευρύτερες διεθνείς τάσεις· τέλος, η ανατροπή συσχετισμών ισχύος στα κεντροαριστερά παγιώνεται προσώρας, με τον ΣΥΡΙΖΑ ως πόλο του νέου δικομματισμού και το ΚΙΝ.ΑΛΛ. σε δεύτερο ρόλο κεντρώας δύναμης.

Από την άποψη της εκλογικής κοινωνιολογίας, ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε, παρά την ήττα του, έναν μείζονα στρατηγικό στόχο: την υποκατάσταση του άλλοτε κραταιού ΠΑΣΟΚ. Διαδικασία που αποτυπώθηκε στις εκλογές του 2012 και ομογενοποιήθηκε περαιτέρω το 2015, όταν η συριζαϊκή ψήφος ενσωμάτωσε πολλαπλά ρήγματα της ελληνικής κρίσης (και όχι μόνο), γεωγραφικά, δημογραφικά, κοινωνικά – αποκτώντας ερείσματα στα αστικά κέντρα και τις «λαϊκές συνοικίες», στις νεότερες και παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιγε περισσότερο η κρίση (outsiders).

Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. διατηρεί ένα ποσοστό που του επιτρέπει να ελπίζει ότι θα παραμείνει κόμμα «relevant», δηλαδή ικανό να επηρεάζει τις εξελίξεις· ωστόσο, από τη θέση ενός ελάσσονα και αμήχανου παίκτη, καθώς ατύχησε η βασική του επιδίωξη για «στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ». Και το κυριότερο: με μια εκλογική βάση γερασμένη, που επιβεβαιώνει την εικόνα αντεστραμμένης ηλικιακής πυραμίδας που είχαμε δει στην εκλογή επικεφαλής του σχηματισμού, αλλά και με ένα πολιτικό προσωπικό που φυλλορροεί προς τα αριστερά ή σε κυβερνητικές θέσεις προς τα δεξιά.

Είναι όμως οι εξελίξεις προδιαγεγραμμένες; Η απάντηση είναι όχι. Οι δύο χώροι είναι αναγκασμένοι να μπουν σε μια διαδικασία αναστοχασμού, στρατηγικού αναπροσανατολισμού και ενδεχομένως επανεξέτασης της μεταξύ τους σχέσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την κατοχύρωση μιας ευρείας βάσης ψηφοφόρων (που ωστόσο κρατούν ακόμη απόσταση, δεν ταυτίζονται με το κόμμα που ψήφισαν) και παρά την εμπειρία διακυβέρνησης, δεν μπορεί απλώς να γίνει ένα «νέο ΠΑΣΟΚ» επαναλαμβάνοντας την ιστορία ως φάρσα. Από την άλλη, το ΚΙΝ.ΑΛΛ. οφείλει να επεξεργαστεί τα διδάγματα από την αδυναμία να βρει νέα πατήματα μετά την ήττα του 2012.

Οι διαδοχικές απόπειρες ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς περιορίστηκαν συχνά σε μια συζήτηση ανάμεσα σε κύκλους και προσωπικότητες παρά σε πραγματικούς κοινωνικούς χώρους (τον δημόσιο χώρο είχε καταλάβει ο ΣΥΡΙΖΑ, τουλάχιστον έως το 2015). Πολλώ μάλλον, ενδύθηκαν μια ιδεολογική αμηχανία που παρέπεμπε σε ξεπερασμένα σχήματα: η συγκρότηση ενός ανεύρετου «φιλελεύθερου μεταρρυθμιστικού Κέντρου», η κοινότοπη παραδοχή της αναγκαιότητας των «μεταρρυθμίσεων» (χωρίς συνήθως να εξειδικεύονται), η απροϋπόθετη αποδοχή των «αγορών» και η δαιμονοποίηση του μεταπολιτευτικού «κρατισμού», η απόφανση ότι δεν υπάρχουν πια αριστερές ή δεξιές απαντήσεις.

Αλλά σε μια εποχή που διεθνώς επανακάμπτει η πολιτική πόλωση και η διάκριση Αριστερά-Δεξιά (όσο και αν αυτή κρύφτηκε στα καθ' ημάς κάτω από το μνημόνιο-αντιμνημόνιο), η αδυναμία προσανατολισμού σε συνδυασμό με την απώλεια κοινωνικών αναφορών υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια ανασύστασης. Απέμεινε το είδωλο του αλλοτινού ΠΑΣΟΚ ως μνημονικός τόπος. Χαρακτηριστική εικόνα το πρόσφατο συνέδριο, με τα στελέχη μιας αναδυόμενης νέας γενιάς να γίνονται το ντεκόρ σε μια ρετροσπεκτίβα της ηρωικής ανδρεϊκής εποχής.

Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε το πιο ανθεκτικό από τα «new parties» που γέννησε η κρίση στην Ευρώπη, από το Podemos έως τα 5 Αστέρια. Κόμμα «εν κινήσει», προχώρησε σε πολυεπίπεδες προσαρμογές της φυσιογνωμίας του από την αντιμνημονιακή, αντισυστημική και λαϊκιστική διαμαρτυρία στην υπεύθυνη, ευρωπαϊκά προσανατολισμένη διακυβέρνηση, από τους ΑΝ.ΕΛΛ. στην Προοδευτική Συμμαχία, από το «Go back, Madame Merkel» στο άνοιγμα στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία.

Ωστόσο, οι αιτίες της επιτυχίας ήταν εν μέρει και οι λόγοι της ήττας. Οι αναπροσαρμογές είχαν ως κινητήριο μοχλό μια σχετικώς αυτονομημένη ηγεσία, πράγμα «κανονικό» στην εποχή της «προεδροποίησης» των κομμάτων αλλά ανοίκειο για ένα κόμμα κληρονόμο της ανανεωτικής Αριστεράς, ωστόσο ουδέποτε εντάχθηκαν σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό αφήγημα, υπονομεύτηκαν από το ύφος εξουσίας και στηρίχτηκαν στην αδιαμεσολάβητη σχέση του ηγέτη με τον εκλογικό «λαό» χωρίς να αποκτήσουν ρίζες στην κοινωνία των πολιτών και στους θεσμούς συλλογικής εκπροσώπησης.

Η απουσία ιδεολογικής σπονδυλικής στήλης και οι εύθραυστες κοινωνικές αναφορές μοιάζει να είναι κοινά στοιχεία, αν και με διαφορετικό τρόπο, στα δύο κόμματα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Ενα ερώτημα είναι εάν η μεταξύ τους σχέση θα μετεξελιχθεί στην κατεύθυνση του ανταγωνισμού ή της συμβίωσης.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει στην κατεύθυνση μιας «ανταγωνιστικής συμβίωσης». Ο ιστορικά μεγάλος παίκτης, η σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει αδύναμος να επανακάμψει σε κυρίαρχη θέση, πειραματίζεται με διάφορους δρόμους: επιστροφή στα θεμελιώδη στη Βρετανία, μετεξέλιξη στη Γαλλία, ανανέωση διά της συνομιλίας με τη ριζοσπαστική Αριστερά (Ισπανία, Πορτογαλία) ή τους Πράσινους (Γερμανία). Η εποχή πάντως φαίνεται να ευνοεί μια σοσιαλδημοκρατία του 1970 παρά έναν σοσιαλφιλελευθερισμό του 1990.

Αυτό διόλου δεν σημαίνει μια ρετρό επιστροφή στα παραδεδομένα. Σε μια εποχή που σφραγίζεται από την επέλαση ενός οικονομικά υπερφιλελεύθερου νεοσυντηρητισμού, παραμένει ζητούμενο για τις απανταχού «αριστερές» μια σύνθεση πολιτικής εκπροσώπησης των διάχυτων υλιστικών αιτημάτων για ισότητα μέσα σε έναν διεθνοποιημένο κόσμο με τις μετα- υλιστικές μέριμνες των υποκειμένων, την εξατομίκευση, τα ατομικά δικαιώματα (που λοιδορεί η νεοσυντηρητική επίθεση στην «πολιτική ορθότητα»), την οικολογική ευαισθησία.

Τα ίδια ζόρικα ερωτήματα ισχύουν για τη δική μας ευρύτερη Κεντροαριστερά. Για το ΚΙΝ.ΑΛΛ. που αντιμέτωπο με το δίλημμα «ανανέωση ή παρακμή» δεν μπορεί να κινηθεί δεξιότερα παρά μόνο επί ποινή οριστικής απαξίωσης, όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ που βρίσκεται μπροστά σε μια παραλλαγή του παλαιότερου διλήμματος «εμβάθυνση (της ριζοσπαστικής φυσιογνωμίας) ή μετεξέλιξη (σε πολυσυλλεκτικό κόμμα κυβερνητικής εναλλαγής)». Σε κάθε περίπτωση, η προοπτική διαμόρφωσης μιας πληθυντικής Αριστεράς περνάει και μέσα από την ανοιχτή συνομιλία των δύο χώρων – όπως έλεγε κάποιος, ονόματα και διευθύνσεις είναι γνωστά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 29/7/2019.