Wednesday, 22 September 2021

Συνέντευξη με τον οικονομικό αναλυτή, Γιάννη Αγγελή

Να ξεκινήσουμε τη συζήτησή μας από τον έπαινο της κ. Μέρκελ για την οικονομία. Σημείωσε ότι «με την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος προσαρμογής τον περασμένο χρόνο η Ελλάδα έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο».

Το σχόλιο της κας Μέρκελ για την ελληνική οικονομία έχει μια αλήθεια κι ένα ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι, πλέον, η οικονομία είναι εκτός του τρίτου προγράμματος, με ολοκληρωμένο αυτό το πρόγραμμα και τα μέτρα που προέβλεπε και το ψέμα είναι ότι έχει βγει από τον κίνδυνο. Ο κίνδυνος έχει να κάνει με το αν μπορεί αυτή η οικονομία να λειτουργήσει στο διεθνές περιβάλλον. Η αλήθεια είναι ότι ακόμη δεν μπορεί να λειτουργήσει φυσιολογικά και αυτό φαίνεται σε μέτρα που έχουν ληφθεί από τον καιρό των προγραμμάτων και εξακολουθούν να ισχύουν. Υπεύθυνη γι' αυτό είναι η ΕΚΤ π.χ., τα capital controls ή ο εξωστρακισμός της ελληνικής οικονομίας από όλα τα μέτρα στήριξης της οικονομίας που έχει πάρει και εξακολουθεί παρά το τέλος της ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ.

Δάνεια ειδικού σκοπού και η ελληνική περίπτωση

Διάβασα στη «Ναυτεμπορική» ότι η ΕΚΤ ετοιμάζει το μέτρο της χορήγησης φθηνών δανείων μακράς διάρκειας για ενίσχυση της ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος. Θα ισχύει και για την Ελλάδα;

Πρόκειται για ένα μέτρο ανανέωσης των δανείων ειδικού σκοπού που είχε δώσει η ΕΚΤ, τα περιβόητα T-L TROS, τα οποία ήταν δάνεια μηδενικού κόστους προς ευρωπαϊκές τράπεζες, με την προϋπόθεση ότι ένα μέρος τους θα διοχετευτεί στη χρηματοδότηση της οικονομίας, δηλαδή των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Θα ανανεωθούν το 2019, καθώς μερικά από αυτά λήγουν το 2020 και το 2021 αλλά χρειάζεται να ανακοινωθεί νωρίτερα για να μπορούν να προγραμματίσουν οι τράπεζες. Κανονικά θα πρέπει αυτό να αφορά και την Ελλάδα, αλλά ακόμη δεν έχει γίνει γνωστό. Να τονίσουμε εδώ πως οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να υφίστανται τον περιορισμό της ΕKT από την άνοιξη του 2015, που τους απαγορεύει να ξεπεράσουν ένα ελάχιστο όριο, 8 δισ. ευρώ, αγοράς κρατικών ομολόγων.

Έτσι δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί και η σύνθεση του ελληνικού χρέους, με σοβαρές συνέπειες για την οικονομία.

Το ένα είναι ότι δεν μπορούν να απολαμβάνουν τα υψηλά, σχετικά επιτόκια που έχουν τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, να στηρίζουν έτσι την κερδοφορία τους και το δεύτερο είναι ότι αποκλείονται μ΄ αυτό τον τρόπο από τη διαμόρφωση τιμών από τα ελληνικά ομόλογα. Πέρα από την ισχύ των capital controls που κρατούν την ελληνική οικονομία απομονωμένη από τις ελεύθερες συναλλαγές της από το εξωτερικό.

Αναχρηματοδότηση του χρέους

Φαίνεται ότι υπάρχει ένα κλίμα στήριξης της ελληνικής οικονομίας από έξω όπως είδαμε και σε σχόλιο κοινοτικού αξιωματούχου για τη δήλωση Σημίτη και την αναφορά Μέρκελ στην έξοδο στις αγορές.

Πρέπει, νομίζω, να πούμε εδώ το εξής. Η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές δεν είναι κάτι που θα εξαρτηθεί από το πόσο ψηλότερο ή χαμηλότερο είναι το επιτόκιο που θα της ζητηθεί. Έχει να κάνει με κάτι άλλο το οποίο είναι πολύ πιο βασικό και ουσιώδες, αλλά δεν έχει μπει στη συζήτηση. Η ελληνική οικονομία έχει ένα χρέος που εξυπηρετείται με περίπου 15 δισ. ευρώ το έτος, όσον αφορά τους δανειστές της. Είναι ένα χαμηλό ποσοστό στο ΑΕΠ, αν το συγκρίνεις με άλλες χώρες. Από την άλλη όμως αυτά τα χρήματα, ακριβώς επειδή αφορούν ξένους δανειστές –το ΔΝΤ, την ΕΚΤ, το διακρατικό δάνειο κ.ά.– βγαίνουν όλα έξω. Και αυτή η έξοδος, ως εκροή κεφαλαίων δεν μπορεί να καλυφθεί με τα υπάρχοντα δεδομένα της οικονομίας ούτε από τον τουρισμό ούτε από τις εξαγωγές. Το υπόλοιπο, δηλαδή, που απομένει, γύρω στα 10 δισ. είναι μια τρύπα η οποία δεν μπορεί παρά να καλυφθεί μέσω δανεισμού. Διαφορετικά θα είναι μια περαιτέρω αφαίμαξη της εσωτερικής ρευστότητας η οποία είναι ήδη συρρικνωμένη. Την οποία δεν μπορεί να καλύψει το τραπεζικό σύστημα για τους γνωστούς λόγους. Κατά συνέπεια ναι μεν η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει την κάλυψη του χρέους της μέχρι το 2032, αλλά αυτή η κάλυψη -ακριβώς επειδή αφορά εκροή κεφαλαίων- πρέπει να γίνει με αναχρηματοδότηση του χρέους από τις αγορές. Γι' αυτό θα είναι λάθος να προσεγγίσει κανείς την έξοδο στις αγορές μόνο από το ύψος του επιτοκίου. Έτσι κι αλλιώς, στην τρέχουσα συγκυρία είναι χαμηλότερο από αυτό άλλων ομολόγων που λήγουν τους επόμενους μήνες. Π.χ., εάν αυτή τη στιγμή βγει στις αγορές η Ελλάδα και πληρώσει για ένα πενταετές ομόλογο 3,6%-3,7% αυτό είναι περίπου μια μονάδα λιγότερο από το αντίστοιχο πενταετές δάνειο της άνοιξης του 2014, την περίοδο του success story. Κατά συνέπεια ναι μεν έχουμε επιτόκιο υψηλότερο των άλλων χωρών της Ευρωζώνης, αλλά είναι πολύ φθηνότερο από όσα ήδη πληρώνει η Ελλάδα. Άρα η αναχρηματοδότηση αυτού του κομματιού του χρέους φαίνεται συμφέρουσα, αν και είναι ακριβή.

Αναμένεται η έκθεση για την ελληνική οικονομία που απορρέει από το καθεστώς αυξημένης εποπτείας. Πολλά, απαισιόδοξα, έχουν γραφτεί. Εσύ τι λες;

Νομίζω ότι το κλίμα που θα συνταχθεί η έκθεση είναι το ίδιο με το οποίο μίλησε η κ. Μέρκελ στο ταξίδι της στην Αθήνα ή εκφράζουν τελευταία κοινοτικοί αξιωματούχοι, ειδικά ο κ. Μοσκοβισί που θα έρθει την επόμενη εβδομάδα στην Αθήνα. Δηλαδή, παρά τις επιμέρους παρατηρήσεις θα είναι μια θετική έκθεση και θα οδηγήσει, εκτός απροόπτου, στην εκταμίευση των 600 εκατ. ευρώ από τα κέρδη των ελληνικών ομολόγων που θα αξιοποιηθούν για την κάλυψη χρέους.

Ευνοϊκότερο περιβάλλον στις αγορές

Αναμένεται και αξιολόγηση από τους τρεις οίκους το επόμενο διάστημα.

Ναι, η πρώτη είναι στις 18 Ιανουαρίου, η δεύτερη στις 8 Φεβρουαρίου και η τρίτη την 1η Μαρτίου. Δεν φαίνεται πιθανό να υπάρξει κάποια δραματική βελτίωση. Θα προσεγγίζουν, βαθμιαία, την καλύτερη βαθμολογία που είναι της Moodys, BB– όμως θα απέχουν από το όριο που η ΕΚΤ δέχεται κρατικά ομόλογα ως ενέχυρα. Και εδώ ίσως είναι ένα δεύτερο λεπτό σημείο που αφορά την ΕΚΤ. Από την 1-1-2019 και λόγω του τέλους της ποσοτικής χαλάρωσης η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να επανεπενδύει όλη την ρευστότητα που αποκτά καθώς πωλεί τους τίτλους που έχει αγοράσει στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης. Όμως είναι σαφές, ήδη ότι δεν υπάρχει πληθώρα τίτλων προς αγορά και ενδεχομένως η ΕΚΤ να μπει σε μια συζήτηση για διεύρυνση των τίτλων που μπορεί να αγοράσει. Μπορεί αυτό να ακουμπήσει και τα ελληνικά ομόλογα; Πιθανότατα όχι προς το παρόν, αλλά σίγουρα δημιουργεί ένα περιβάλλον πιο ευνοϊκό στις αγορές.

Είναι και τα επικείμενα μέτρα, στα οποία αναφέρθηκε και ο Πρωθυπουργός στην συνέντευξή του. Πως αυτά θα επιδράσουν στην οικονομία;

Όλα σχεδόν έχουν ένα αποτύπωμα στην κατανάλωση. Είναι κυρίως κοινωνικά μέτρα που οδηγούνται στην κατανάλωση, διότι δημιουργούν εισοδήματα που οι άνθρωποι θέλουν για την επιβίωσή τους όχι για αποταμίευση. Είναι πολύ πιθανόν ότι θα έχουμε μια αποτύπωση στην αύξηση του ΑΕΠ. Είναι σαφές ότι η σύνθεσή τους συνδέεται και με τις επερχόμενες εκλογές αλλά έτσι κι αλλιώς φαίνεται ότι η υπεραπόδοση των μέτρων, φορολογικών και μη, αφήνουν ένα σημαντικό περιθώριο για να επιστρέψουν κατά ένα μέρος στα χαμηλά εισοδήματα και να περάσουν στην κατανάλωση.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Εποχή" στις 13/1/2019. Την συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός.

Τοπία του χειμώνα, εδώ και στην Ευρώπη

Το πρώτο αυταπόδεικτο είναι ότι η επιτυχία για την Ελλάδα δεν εξαρτάται από αυτό που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων. Ούτε από τις ευαρέσκειες της καγκελαρίου Μέρκελ προς την κυβέρνηση για το έργο της, ούτε από την αναγνώριση των θυσιών του ελληνικού λαού εκ μέρους των δανειστών, ούτε καν από τα παραδεδεγμένα λάθη τους. Εξαρτάται από το πόσο ευτυχισμένοι και αισιόδοξοι είναι οι Ελληνες –και ως Ελληνες και ως Ευρωπαίοι.

Το δεύτερο μείζον έχει να κάνει με το ευρωπαϊκό τοπίο. Για όσο διάστημα οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θα λειτουργούν σε πολιτικό κενό με αποκλειστικό γνώμονα την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων, δεν θα είναι ο λαϊκισμός και η ακροδεξιά που θα απειλεί την Ε.Ε., αλλά η ίδια η Ε.Ε. που θα δημιουργεί και θα διογκώνει τον ευρωπαϊκό λαϊκισμό. Η συνέπεια είναι ήδη ορατή: φαύλος κύκλος σε εθνικά επίπεδα που επιτίθεται συνεχώς στις ποιότητες της δημοκρατίας, στον χώρο μιας Ηπείρου που απέτυχε να κάνει τη δημοκρατία χειροπιαστή στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το 1989 η πτώση του Τείχους του Βερολίνου υποσχόταν άνοιξη και νέα περίοδο για την Ευρώπη το μέλλον της οποίας φάνταζε διαφορετικό, όπως διαφορετικό έδειχνε για κείνη την παγκόσμια στιγμή και το παρελθόν της ‒ παρά το γεγονός ότι το τελευταίο προέκυπτε ματωμένο από τα συντρίμμια του 1945 αλλά και από διαχωρισμούς που, εν τω μεταξύ, παγιώθηκαν στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου και επικυρώθηκαν με την ανέγερση του Τείχους το 1961. Υστερα από τρεις δεκαετίες πολλά έχουν αλλάξει στον «ελεύθερο ευρωπαϊκό κόσμο».

Ομως, παρά το γεγονός του πολιτικού χειμώνα, η ευρωπαϊκή ιδέα παραμένει στο τραπέζι. Ο ιστορικός Τόνι Τζαντ αρχίζοντας τις πρώτες κι όλας σελίδες του magnum opus του «Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο» (εκδ. Αλεξάνδρεια) με σκέψεις και παρατηρήσεις γύρω από τις μεταβολές του 1989, είχε εκφράσει ορισμένες επιφυλάξεις απέναντι στην άκρατη υπεραισιοδοξία που συνόδευε την πλανητική κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου ευρωατλαντισμού, για τις οποίες, δυστυχώς, δεν διαψεύστηκε: «Αν η Ευρώπη ακολουθήσει "γερμανική" πορεία... θα παραμείνει απλώς και μόνο το άθροισμα και ο υψηλότερος κοινός παρονομαστής των ξεχωριστών συμφερόντων των μελών της».

Παρ' όλα αυτά, ως κεντροαριστερός, υποδείκνυε ως μείζον για την προοδευτική ευρωπαϊκή παρακαταθήκη, αυτό που συμβατικά αποκαλούσαμε «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο». Το μοντέλο αυτό, η δική μας τουλάχιστον γενιά Ευρωπαίων, το αντιπαρέθετε στον αμερικανικό τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας και οικονομίας.

Αυτό το μοντέλο είναι που ενώνει τους Ευρωπαίους, ακόμη και όταν αμφισβητούν κριτικά τη μια ή την άλλη πλευρά του. Και αυτό το μοντέλο υπερασπίζεται αυτή τη στιγμή η Αριστερά. Εκ τούτου, η ενσωμάτωση της ευημερίας δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνον με απλή αναδιανομή εισοδημάτων από τους πλούσιους στους φτωχούς ή από τα πιο παραγωγικά τμήματα της οικονομίας σε λιγότερο παραγωγικούς τομείς.

Η ενάρετη πολιτική οικονομία του 21ου αιώνα, για να προχωρήσει, δεν θα πρέπει να έχει παγίδες ανισότητας. Κάποτε –όχι πριν από πολλά χρόνια‒ το σύνθημα στα ευρωπαϊκά γραφεία ήταν το «Εver closer union» (στενότερη Ενωση), μάλλον με την έννοια της διεύρυνσης – η οποία συνεχίζεται στις μέρες μας, ειδικότερα στις χώρες της γειτονιάς μας.

Σήμερα, προεκλογικά, στο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από τα γραφεία της Κομισιόν στις Βρυξέλλες, κυριαρχεί με μεγάλα γράμματα το σύνθημα «The Future Is Europe» (Το μέλλον είναι η Ευρώπη). Πρόκειται περί πίστης σε έναν τύπο συλλογικής διακυβέρνησης που, στο πρόσφατο παρελθόν, δεν επέδειξε υψηλά επίπεδα πολιτικής υπευθυνότητας – ίσως επειδή, όπως και οι μεγάλες εταιρείες, δεν είναι υπόλογη κυρίως στους λαούς της Ευρώπης.

Αντίθετα, όπως φάνηκε με την Ελλάδα, με το Brexit, όπως φαίνεται με το κίνημα διαμαρτυρίας των «κίτρινων γιλέκων» στη Γαλλία, αλλά και με το θέμα του προϋπολογισμού στην Ιταλία, οι γραμμές που αποκόπτουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και γεννούν τον εθνικισμό πυκνώνουν και δεν μπορούν πλέον να αγνοούνται. Τούτων δοθέντων, δεν μένει άλλο παρά αυτή η πίστη να αποτυπωθεί στην πραγματική ευημερία και αυτό το μέλλον να συνοδευτεί από χειροπιαστές δράσεις τόσο στα εθνικά συμφραζόμενα όσο και στο κοινοτικό επίπεδο, σε πλαίσιο δημοκρατίας.

Ούτως ή άλλως, όπως έχουν εξελιχθεί τα πολιτικά πράγματα, πολλοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση ξυπνούν και νυχτώνουν σε τοπία πολιτικού χειμώνα, με κυρίαρχη την αίσθηση της εγκατάλειψης∙ νοιώθουν άβολα∙ αισθάνονται ευάλωτοι απέναντι στις αυξανόμενες περιβαλλοντικές, οικονομικές και πολιτικές απειλές, με αποτέλεσμα το σύνθημα «The Future Is Europe» να μοιάζει κούφιο και να αμφισβητείται, όσο ποτέ άλλοτε, από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους. Και τι θα μείνει τελικά στα τοπία της Ευρώπης όταν η δημοκρατία θα σταματήσει πρακτικά να είναι μια πολιτική επιλογή; Δυστοπίες και εθνικιστικές φαντασιώσεις. Οι Βρετανοί –και δεν μιλάμε για κάποιο τελείως ανυπόληπτο έθνος-κράτος‒ βασανίζονται αρκετά στις μέρες μας από την ιδέα ότι «θα είμαστε καλύτεροι μόνοι μας»!

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2019. 

Τα καλύτερα και τα χειρότερα για το 2019

Πάντως, από τα μηνύματα για το έτος 2019 το πιο στρογγυλεμένο ήταν του Προέδρου της Δημοκρατίας. Για την Προεδρία, οι μεγάλοι στόχοι μας για το 2019 είναι η πρόοδος του τόπου, η υπεράσπιση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και η θωράκιση των εθνικών μας θεμάτων και δικαίων – με την υπόμνηση «να μην επαναλάβουμε επώδυνα λάθη του παρελθόντος, απώτερου και πρόσφατου».

Από κει και πέρα, ωσάν να απουσιάζει η νεότερη πολιτική και κοινωνική θεωρία περί «ορθών» κοινωνικοοικονομικών διευθετήσεων, τα μηνύματα των αρχηγών και οι σημειολογίες διέφεραν∙ θα περίμενε κάποιος πως, από τη διαφορετικότητα, θα μπορούσε να προκύψει μια σύνθεση – μια, έστω, αποδεκτή από όλους και αισιόδοξη για όλους. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ανέλπιδες ευχές, εγωισμοί, αυταρέσκειες με... ελάχιστη έως καθόλου πολιτική.

Ο μεν πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, έκανε θετική αποτίμηση για το 2018, αφού «οι αγώνες και οι θυσίες του λαού έπιασαν τόπο». Εκτίμησε ότι το 2019 θα είναι «μία χρονιά ελπίδας, αισιοδοξίας, προσδοκίας και δημιουργικότητας», εφόσον «κερδίσαμε ήδη τη μάχη της επιστροφής της κανονικότητας με 350.000 νέες θέσεις εργασίας...». Μίλησε για χρονιά των μεγάλων και αναγκαίων θεσμικών τομών και μεταρρυθμίσεων που κανείς δεν τόλμησε και για χρονιά μεγάλης αναβάθμισης του διεθνούς κύρους και του διεθνούς ρόλου της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές στερέωμα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανήλθε στη δική του αφήγηση του χειρότερου για το 2018: «... Πολλοί είδαν τη ζωή τους να γίνεται χειρότερη... πολλοί συμπολίτες μας έχασαν άδικα τη ζωή τους από την ανικανότητα του κράτους, οι φόροι εξακολουθούν να πνίγουν τους Ελληνες και ότι η ανομία γεμίζει με ανασφάλεια την καθημερινότητά τους...». Και έκλεισε με το προεκλογικό ότι «η χώρα δεν χρειάζεται άλλους διχασμούς, ούτε άλλη πόλωση. Χρειάζεται ενότητα, αλληλεγγύη και σχέδιο για το αύριο και ότι το 2019 θα πάμε μπροστά.

Το αξίζουμε και το μπορούμε» – υπονοώντας, με το κόμμα του στην εξουσία. Το ΚΚΕ, λ.χ., με την ίδια πίστη ότι για όλα ευθύνεται το προπατορικό αμάρτημα, μας θύμισε πως όλα τα δεινά είναι δημιούργημα του καπιταλισμού που θα εξαφανιστούν με την κατάργησή του.

Αυτά παθαίνει όποιος, από τα πρωτόκολλα και το επάγγελμά του ως παράγοντας της δημόσιας ζωής, είναι υποχρεωμένος να πει δυο ευχές στους συμπολίτες του∙ να πει πράγματα που δεν τα πολυπιστεύει και όταν, μάλιστα, αυτά τα δυο πράγματα δεν βγαίνουν από την καρδιά του ούτε καν από τη δική του σκέψη.

Τα λόγια και οι ευχές του καταλήγουν σε κοινοτοπίες. Τίποτα για τον φθίνοντα ελληνικό πληθυσμό και τις προβολές του, τίποτα για το περιβάλλον, τίποτα για την ανεργία, τίποτα για τη φτωχοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, τίποτα για την πολιτισμική έκπτωση. Τίποτα για τα δύσκολα, αλλά και τίποτα για τα θεμελιώδη: τι χρειαζόμαστε τον πλούτο; Πόσα χρειαζόμαστε για να ζούμε μια καλή ζωή;

Και ενώ τα καταστήματα ήταν γεμάτα από λογής εμπορεύματα, ενώ υπήρξε πληρότητα στους δημοφιλείς χειμερινούς προορισμούς και ενώ οι ειδήσεις είπαν κάτι για αναθέρμανση της αγοράς, ακούμε μαζί και τα παράπονα των εμπόρων για δουλειές που δεν πάνε καλά, ή ότι οι εφημερίδες έχουν χαμηλές πωλήσεις κ.λπ. κ.λπ, σε μια αγορά που ξέρει καλά ότι για να είναι κάποιος αγοραστής, θα πρέπει να έχει δουλειά και μισθό, να ζεσταίνεται και να χορταίνει.

Αλλά γι' αυτά ούτε κουβέντα, σαν να μην υπήρξαν πτήσεις από το «Δικαίωμα στην τεμπελιά» του Λαφάργκ στην Λευκή Βίβλο της ΕΟΚ (για την ευέλικτη απασχόληση κατά της ανεργίας), και από το φουτουριστικό «Οικονομικές δυνατότητες για τα εγγόνια μας» του Τζον Μέιναρντ Κέινς το 1930, στη φτώχεια και την απλήρωτη εργασία της σημερινής κρίσης.

Σε ένα διάσημο ποίημα του 20ού αιώνα –επηρεασμένο από το Τρίτο Ασμα της «Κόλασης» του Δάντη και εξίσου διάσημο όσο και η «Ερημη Χώρα»–, στο «Οι Κούφιοι Ανθρωποι», ο νομπελίστας Τ.Σ. Ελιοτ μιλάει για εκείνους που μένουν ξεροί μπροστά σε ηθικά προβλήματα∙ αναφέρεται στον θάνατο του ευρωπαϊκού πολιτισμού από αυτούς που καθόρισαν τη Συμφωνία των Βερσαλλιών, τους τραπεζίτες του Σίτι του Λονδίνου και τους δήθεν προοδευτικούς χωρίς ριζώματα στην κοινωνία. Οι τελευταίοι στίχοι του είναι και οι πιο γνωστοί στίχοι οποιουδήποτε αγγλόφωνου ποιητή: «Ετσι τελειώνει ο κόσμος / Οχι με έναν βρόντο / μα μ' ένα λυγμό».

Όμως, τελειώνει ο κόσμος; Μα και βέβαια όχι. Η ζωή συνεχίζεται μεταξύ αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας, μεταξύ προσδοκιών και διαψεύσεων –όπως τότε στον Μεσοπόλεμο. Αλλά όπως έλεγε ο φιλόσοφος Καρλ Πόπερ «οι απαισιόδοξοι έχουν συνήθως δίκιο∙ αν όμως η ανθρωπότητα έφτασε ώς εδώ αυτό το χρωστάει στους αισιόδοξους» και, όπως έλεγε και κάποιος άλλος, «ας είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον της απαισιοδοξίας». Το βέβαιο είναι ότι το 2019 θα έχει και τα καλύτερα και τα χειρότερα κι ας σταθούμε εδώ.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 4/1/2019.

Η παρακμή του δημόσιου διανοούμενου

Κληρονόμος της κριτικής θεωρίας της Σχολής της Φρανκφούρτης, ο 89χρονος σήμερα Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρείται δίκαια ένας από τους σημαντικότερους ζώντες φιλοσόφους. Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα συνέντευξης που έδωσε ο Χάμπερμας τον περασμένο Μάιο στην ισπανική εφημερίδα El Pais.

Καθηγητή Χάμπερμας, θεωρείτε ότι η παρακμή της μορφής του δημόσιου διανοούμενου είναι μια πραγματικότητα ή είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης μεταξύ διανοουμένων; Δεν υπάρχει μια ορισμένη δόση μελαγχολίας όταν γίνεται λόγος γι' αυτήν;

Η μορφή του διανοούμενου, όπως τη γνωρίζουμε παραδειγματικά στη Γαλλία, από τον Ζολά ώς τον Σαρτρ και τον Μπουρντιέ, αναδύθηκε σε μια δημόσια σφαίρα της οποίας οι εύθραυστες δομές σήμερα διαλύονται.
Κακώς τίθεται το νοσταλγικό ερώτημα «γιατί δεν υπάρχουν πλέον διανοούμενοι;». Δεν μπορούν πλέον να υπάρχουν, αφού δεν υπάρχει ένα κοινό αναγνωστών στο οποίο να απευθυνθούν με τα επιχειρήματά τους.

Θεωρείτε ότι το διαδίκτυο έχει αποδυναμώσει εκείνη τη δημόσια σφαίρα την οποία εξασφάλιζαν τα παραδοσιακά μεγάλα μέσα επικοινωνίας και ότι αυτό είχε «πραγματικές» (και όχι προσωρινές ή φαινομενικές) επιπτώσεις στους φιλοσόφους, τους στοχαστές κ.λπ.;

Ναι, η ιστορική μορφή του διανοούμενου αναπτύχθηκε, από τον καιρό του Χάινριχ Χάινε, με την κλασική διαμόρφωση ενός φιλελεύθερου κοινού. Αυτή η μορφή όμως ζει υπό δυσεύρετες πολιτισμικές και κοινωνικές προϋποθέσεις. Αυτές περιλαμβάνουν ένα ολόκληρο σύστημα θεσμών, αλλά κυρίως την ύπαρξη μιας δημοσιογραφίας που επαγρυπνεί, αξιόπιστων μέσων επικοινωνίας και ενός μαζικού τύπου ικανού να προσανατολίζει το ενδιαφέρον της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών προς τα λίγα θέματα που είναι σημαντικά για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Περιλαμβάνουν επίσης ένα κοινό που ενδιαφέρεται για την πολιτική, καλά μορφωμένο, εκπαιδευμένο στη συγκρουσιακή διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, ένα κοινό που διαθέτει χρόνο για να διαβάζει τις ανεξάρτητες και ποιοτικές εφημερίδες. Σήμερα αυτή η υποδομή δεν είναι πλέον ακέραιη. Ο κατακερματισμός που προκαλεί το διαδίκτυο έχει περιθωριοποιήσει τον ρόλο των παραδοσιακών μέσων, τουλάχιστον στις νεότερες γενιές.

Ήδη προτού εκδηλωθούν οι κεντρόφυγες και διαλυτικές τάσεις των νέων μέσων, η αποδιάρθρωση του πολιτικού κοινού είχε αρχίσει με την εμπορευματοποίηση της δημόσιας προσοχής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την αποκλειστική κυριαρχία της ιδιωτικής τηλεόρασής τους, είναι ένα προειδοποιητικό παράδειγμα. Στο μεταξύ, τα νέα μέσα επιδιώκουν μια πολύ πιο δόλια εμπορευματοποίηση. Ο στόχος δεν είναι ευθέως η προσοχή των καταναλωτών, αλλά η οικονομική εκμετάλλευση των ιδιωτικών προφίλ των χρηστών. Από τους «πελάτες», χωρίς αυτοί να το συνειδητοποιούν, κλέβουν τα προσωπικά τους δεδομένα, έτσι ώστε να μπορούν να τους χειραγωγούν καλύτερα, μερικές φορές ακόμη και για πολιτικά «μαφιόζικους» σκοπούς, όπως μάθαμε πρόσφατα από το σκάνδαλο του Facebook.

Δεν νομίζετε ότι το διαδίκτυο, πέρα από τα αναμφισβήτητα πλεονεκτήματά του, ευνόησε μια νέα μορφή αναλφαβητισμού;

Εννοείτε τις πομφόλυγες και τα fake news των tweets του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν μπορούμε καν να πούμε ότι αυτό το πρόσωπο είναι κάτω από το επίπεδο πολιτικής κουλτούρας της χώρας του. Απλώς αυτός καταστρέφει διαρκώς αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, από την εφεύρεση της τυπογραφίας, που κατέστησε όλα τα πρόσωπα δυνητικούς αναγνώστες, χρειάστηκαν αιώνες προκειμένου να μάθει να διαβάζει όλος ο πληθυσμός.

Το διαδίκτυο, που μας μετατρέπει όλους σε δυνητικούς συγγραφείς, υπάρχει εδώ και λίγες δεκαετίες. Είναι πιθανό με τον καιρό να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με πολιτισμένο τρόπο. Το διαδίκτυο έχει ήδη ανοίξει εκατομμύρια χρήσιμους ιστότοπους, όπου είναι δυνατό να ανταλλάσσονται αξιόπιστες πληροφορίες και τεκμηριωμένες γνώμες.

Σκεφτείτε τα blogs επιστημόνων που εντατικοποιούν με αυτόν τον τρόπο την ακαδημαϊκή τους εργασία, αλλά και τους πάσχοντες από μια σπάνια ασθένεια που επικοινωνούν με άλλους ομοιοπαθείς από τη μια ήπειρο στην άλλη, για να βοηθηθούν με την ανταλλαγή συμβουλών και εμπειριών. Πρόκειται αναμφίβολα για σημαντικά επικοινωνιακά πλεονεκτήματα, που δεν χρησιμεύουν μόνο για να αυξάνουν την ταχύτητα των συναλλαγών και της κερδοσκοπίας στις χρηματιστηριακές αγορές.

Το διαδίκτυο αυτό καθεαυτό είναι μια πρόοδος. Με την επινόηση της γραφής γεννήθηκαν αναπτυγμένοι πολιτισμοί, με την επινόηση της τυπογραφίας η προτεσταντική Μεταρρύθμιση, η γενική εκπαίδευση και η αστική δημόσια σφαίρα. Είμαι πολύ γέρος για να κρίνω την πολιτισμική ώθηση που θα πυροδοτήσουν τα νέα μέσα. Αυτό που με ενοχλεί είναι το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη μιντιακή επανάσταση στην ιστορία της ανθρωπότητας που υπηρετεί κυρίως οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς σκοπούς.

Ποια ίχνη απομένουν από την παλιά μαρξιστική σας ένταξη; Ο Γιούργκεν Χάμπερμας θεωρεί ακόμα τον εαυτό του αριστερό;

Η πολιτική οικονομία δεν είναι το θέμα των ερευνών μου, αλλά εργάστηκα και πάλεψα υποστηρίζοντας αριστερές θέσεις στο πανεπιστήμιο και στη δημόσια σφαίρα επί εξήντα πέντε χρόνια.

Αν εδώ και είκοσι πέντε χρόνια υποστηρίζω μια πολιτική εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, το κάνω με την ιδέα ότι μόνον αυτό το ηπειρωτικό καθεστώς θα μπορούσε σοβαρά να αποκτήσει τη δύναμη να δαμάσει έναν καπιταλισμό που έχει γίνει άγριος.

Δεν εγκατέλειψα ποτέ την κριτική του καπιταλισμού, αλλά διατηρούσα πάντα την επίγνωση ότι οι γενικευτικές διαγνώσεις της εποχής μας, που διατυπώνονται μάλιστα αβασάνιστα, δεν αρκούν. Δεν είμαι ένας από εκείνους τους διανοούμενους που πυροβολούν χωρίς να σκοπεύουν.

Βρίσκω θαυμαστή τη δική σας υπεράσπιση του «συνταγματικού πατριωτισμού». Με αυτή την έννοια εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας πατριώτη;

Αισθάνομαι πατριώτης μιας χώρας η οποία, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιτέλους εγκαθίδρυσε μια σταθερή δημοκρατία και στη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών πολιτικής πόλωσης εδραίωσε μια φιλελεύθερη πολιτική κουλτούρα. Το λέω με δισταγμό και το κάνω για πρώτη φορά, αλλά με αυτή την έννοια είμαι ένας Γερμανός πατριώτης.

Θα μου προξενούσε έκπληξη αν, στο εξωτερικό, δεν αναγνωριζόμουν εκ πρώτης όψεως ως ένα προϊόν της γερμανικής κουλτούρας, με τη δική μου διανοητική σφραγίδα και όλες τις πνευματικές μου συνήθειες. Είμαι μάλιστα υπερήφανος γι' αυτή την κουλτούρα, όταν η δεύτερη ή η τρίτη γενιά Τούρκων, Ιρανών, Ελλήνων ή όποιας άλλης εθνικής προέλευσης μεταναστών εμφανίζονται ξαφνικά στη δημόσια σφαίρα ως οι μεγαλύτεροι σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι και τηλεοπτικοί παρουσιαστές, ως οι πιο ικανοί ηγέτες και γιατροί ή οι καλύτεροι συγγραφείς, πολιτικοί, μουσικοί ή δάσκαλοι.

Πρόκειται για μια χειροπιαστή απόδειξη της δύναμης και της αναγεννητικής ικανότητας της κουλτούρας μας. Μια κουλτούρα παραμένει ζωντανή μόνον όσο πείθει τις μελλοντικές γενιές ότι αξίζει τον κόπο να οικειοποιηθούν ερμηνευτικά το παρελθόν και να την προεκτείνουν στο μέλλον.

Παίρνοντας υπόψη μας τις αμοιβαίες αδιαλλαξίες, έχουμε μια (νέα) σύγκρουση πολιτισμών;

Νομίζω ότι αυτή είναι μια εντελώς εσφαλμένη θέση. Οι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι πολιτισμοί διαμορφώθηκαν από τη μεταφυσική και από τις παγκόσμιες θρησκείες, που μελέτησε ο Μαξ Βέμπερ.

Όλοι τους διέθεταν ένα οικουμενικό δυναμικό και επομένως ασπάζονταν το άνοιγμα και τη συμπερίληψη. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός είναι ένα νεότερο φαινόμενο και ανάγεται στον κοινωνικό ξεριζωμό που συντελέστηκε -και συνεχίζεται ακόμα- εξαιτίας της αποικιοκρατίας, της αποαποικιοποίησης και της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. 

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/12/2018. (Απόδοση: Θανάσης Γιαλκέτσης). 

Να φτιάξουμε ανάχωμα στην Ακροδεξιά...

Μαζί με το Brexit είναι οι κίνδυνοι που εγκυμονούν για την εξέλιξη της Ευρώπης - Πολ Μέισον: Χρειάζεται ευρεία συνεργασία του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη - Στρατηγικός στόχος θα πρέπει να είναι η μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας.

Υπέρ της ανάγκης για συγκρότηση μιας ευρείας συνεργασίας των κομμάτων του τόξου της Αριστεράς στην Ευρώπη (από τους σοσιαλιστές και τους ριζοσπάστες αριστερούς έως τους πράσινους) με στόχο τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας τάχθηκε ο γνωστός Βρετανός δημοσιογράφος και πολιτειολόγος Πολ Μέισον σε συνέντευξή του στην ισπανική ιστοσελίδα ctxt.es, υποστηρίζοντας πως μια τέτοια κίνηση θα μεταμόρφωνε την Ε.Ε. και θα ύψωνε ένα ανάχωμα στην άνοδο της Ακροδεξιάς.

Ο γνωστός για την υποστήριξή στον αγώνα της Ελλάδας κατά των Μνημονίων δημοσιογράφος και εκ των συντακτών του προγράμματος του ηγέτη των Βρετανών Εργατικών Τζέρεμι Κόρμπιν στη μακροσκελή συνέντευξή του αναφέρθηκε στις νέες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη όχι μόνο από την επέλαση των νέων μορφών εργασίας και οικονομικής απορρύθμισης που μεταφέρουν στην εξάπλωσή τους η παγκοσμιοποίηση και χρηματοοικονομικοποίηση (financialization) της πολιτικής, αλλά και από τους κινδύνους που εγκυμονούν για την εξέλιξη της ηπείρου το Brexit και η άνοδος της Ακροδεξιάς - αμφότερα απόρροιες της άφρονος οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες στα χρόνια της κρίσης όπως λέει.

Οι Εργατικοί και το Brexit

Αναφορικά με την ερώτηση για το εάν η Ε.Ε. δυνητικά θα αντιστρατευόταν με κάθε δύναμη τα μέτρα που θα λάμβανε μια υποθετική κυβέρνηση του Τζέρεμι Κόρμπιν, με εθνικοποιήσεις και αποκατάσταση της δημόσιας περιουσίας και του κοινωνικού κράτους, ο Μέισον επεκτάθηκε τονίζοντας πως μια νίκη του Κόρμπιν, σε συνδυασμό με τη στήριξη των προοδευτικών κυβερνήσεων της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας, θα μπορούσε να οδηγήσει στη μεταρρύθμιση της Συνθήκης της Λισσαβώνας και σε έναν μετασχηματισμό της Ε.Ε. με περισσότερο κοινωνικό προσανατολισμό.

Συγκεκριμένα, ο Π. Μέισον τόνισε: «Υπάρχουν ψηφοφόροι των Εργατικών που υποστηρίζουν το Lexit (ένα είδος Brexit της Αριστεράς), όμως ο Τζέρεμι Κόρμπιν δεν είναι ένας από αυτούς. Εκείνος αντιλήφθηκε γρήγορα πως μια έξοδος από την Ε.Ε. θα ευνοούσε τους δεξιούς -που είναι υπέρ της απορρύθμισης, των κερδοσκοπικών κεφαλαίων και φιλοατλαντιστές- για να οδηγήσουν τη Βρετανία υπό τον αμερικανικό μανδύα προστασίας. Αυτό θα ήταν ένα αντιδραστικό αποτέλεσμα.

Σχέδιο για δεύτερο δημοψήφισμα

"Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως το ένα τρίτο των ψηφοφόρων μας στήριξαν το Brexit και πως εξακολουθούν να το στηρίζουν. Οι πενήντα έδρες που έχει ανάγκη η Αριστερά για να κατακτήσει την εξουσία ψήφισαν υπέρ του Brexit. Αυτό είναι το πρόβλημά μας. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνουμε είναι να πούμε: Ναι, θα κάνουμε το Brexit. Δεν μας αρέσει, όμως εσείς το ψηφίσατε. Αυτό θα τους ανοίξει την πόρτα.

Θα πάμε σε μια έξοδο που θα αφήσει ανέγγιχτες τις θέσεις εργασίας και τη βιομηχανία, αρκετά ηπιότερη από εκείνο που σχεδιάζει η Τερέζα Μέι. Αυτή δεν είναι ικανή να κλείσει μια συμφωνία με το Κοινοβούλιο, πράγμα που θα προκαλέσει επανάσταση στους κόλπους της Δεξιάς όταν θα χρειαστεί να συμπήξουν με την Ε.Ε. μια συμφωνία στα πρότυπα της Νορβηγίας, με ελεύθερη διακίνηση. Αυτή η διαίρεση θα προκαλέσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου θα ψηφίσουμε να παραμείνουμε".

Συμμαχία για αναθεώρηση της Λισσαβώνας

"Εάν καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τούτο το σχέδιο, το επόμενο βήμα θα είναι να πάμε στις Βρυξέλλες και να ζητήσουμε τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου της Λισσαβώνας. Κι ευελπιστώ πως και η κυβέρνηση της Ισπανίας, εάν συνεχίσει να υφίσταται η άτυπη συμμαχία του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ με τον ηγέτη των Unidos Podemos Πάμπλο Ιγκλέσιας, θα μας στηρίξει. Εάν υπολογίσουμε τον Κόρμπιν, ελπίζοντας και στον Σάντσεθ και αναμφίβολα αν οι Πορτογάλοι του Αντόνιο Κόστα και η Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα ζητήσουν τη μεταρρύθμιση του Συμφώνου, τότε θα έχουμε μια διαφορετική Ευρώπη».

Κύριος αντίπαλος η Ακροδεξιά

Ερωτηθείς για το ποια είναι η γνώμη του σχετικά με την ευρωπαϊκή πρόταση της Diem25 του Γ. Βαρουφάκη ως εναλλακτική παρουσία της Αριστεράς στις επερχόμενες ευρωεκλογές, ο Πολ Μέισον απάντησε: «Είναι μια ενδιαφέρουσα χειρονομία, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Αυτό που πραγματικά θα με ενθουσίαζε θα ήταν μια συμμαχία της Αριστεράς του Ευρωκοινοβουλίου (GUE/NGL) με τα σοσιαλιστικά κόμματα και τους Πράσινους.

Ο κύριος αντίπαλος δεν είναι πλέον ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός. Είναι η
Ακροδεξιά. Και σε ορισμένες χώρες υπάρχει κίνδυνος να υπερισχύσουν. Κι όπως έχω πει, είναι ορατός ο κίνδυνος η Ακροδεξιά να συμμαχήσει με τους συντηρητικούς. Επίσης, είναι σύμμαχοι και με τη Ρωσία του Πούτιν, συνεπώς υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να χρησιμοποιηθούν μέθοδοι για τη χειραγώγηση των ευρωεκλογών προκειμένου να δοθεί ώθηση στη Δεξιά και να προκληθεί θεσμική κρίση εάν ούτε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα ούτε και οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές επιτύχουν αυτοδυναμία. Εκείνο που εγώ θα πρότεινα στους Σάντσεθ, Ιγκλέσιας, στον Κόρμπιν, στο Σιν Φέιν στην Ιρλανδία και στο Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα -που έχει δύναμη μόλις 4%-, είναι να συμπήξουν μια κόκκινο/πράσινη συμμαχία».

*Δημοσιεύτηκε στην "Αυγή" στις 18/12/2018. 

Ένα Μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης. Μία πρωτοβουλία του Τομά Πικετί

Ο Τομά Πικετί και μια ομάδα Ευρωπαίων ακαδημαϊκών, διανοουμένων και ερευνητών καταθέτουν μια πρόταση-μανιφέστο για τον εκδημοκρατισμό των ευρωπαϊκών θεσμών και των ασκούμενων πολιτικών, με στόχο την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης, τον δικαιότερο καταμερισμό των δημοσιονομικών βαρών και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της προσφυγικής και περιβαλλοντικής κρίσης.

To Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ αναδημοσιεύει μεταφρασμένη την εισαγωγή του 50σέλιδου κειμένου, που μπορεί να διαβαστεί σαν μια ενδιαφέρουσα συμβολή στον ευρύτερο διάλογο για το παρόν και το μέλλον της Ευρώπης.

Το ΕΝΑ επικοινώνησε με το Γάλλο Aναπληρωτή Καθηγητή του Berkeley και έναν εκ των υποστηρικτών του Μανιφέστου, Gabriel Zucman. «Εάν θέλουμε να σώσουμε τα ευρωπαϊκά ιδεώδη, τότε πρέπει να εκδημοκρατίσουμε τώρα την Ευρώπη. Αυτό το Μανιφέστο περιλαμβάνει πολύ συγκεκριμένες προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Διαβάστε το, σκεφτείτε και υπογράψτε το!» ήταν το μήνυμα που έστειλε.

Μανιφέστο για τον Εκδημοκρατισμό της Ευρώπης

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, με διαφορετικό υπόβαθρο και από άλλες χώρες, εκκινούμε σήμερα αυτή την έκκληση για τη σε βάθος αναμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών και πολιτικών. Αυτό το Μανιφέστο περιέχει συγκεκριμένες προτάσεις, ειδικότερα ένα σχέδιο Συνθήκης Εκδημοκρατισμού (Democratization Treaty) και ένα Σχέδιο Προϋπολογισμού (Budget Project), τα οποία μπορούν να υιοθετηθούν και να εφαρμοστούν από τις χώρες που το επιθυμούν, χωρίς καμία να μπορεί να μπλοκάρει όσες θέλουν να προχωρήσουν. Μπορεί να υπογραφεί διαδικτυακά (www.tdem.eu) από όλους τους Ευρωπαίους πολίτες που ταυτίζονται με αυτό. Μπορεί να τροποποιηθεί και να βελτιωθεί από οποιοδήποτε πολιτικό κίνημα.

Μετά το Brexit και την εκλογή αντιευρωπαϊκών κυβερνήσεων ως επικεφαλής αρκετών κρατών-μελών, δεν είναι πλέον δυνατόν να συνεχίσουμε όπως πριν. Δεν μπορούμε απλώς να περιμένουμε τις επόμενες αποχωρήσεις ή την περαιτέρω διάλυση χωρίς να κάνουμε θεμελιώδεις αλλαγές στη σημερινή Ευρώπη.

Σήμερα η ήπειρός μας βρίσκεται ανάμεσα, από τη μία, σε πολιτικά κινήματα των οποίων το πρόγραμμα περιορίζεται στην εκδίωξη αλλοδαπών και προσφύγων, ένα πρόγραμμα που έχουν αρχίσει να θέτουν σε ισχύ, και, από την άλλη, σε κόμματα τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι ευρωπαϊκά αλλά στην πραγματικότητα συνεχίζουν να θεωρούν ότι ο σκληρός πυρήνας του νεοφιλελευθερισμού και η διάδοση του ανταγωνισμού παντού (κράτη, επιχειρήσεις, επικράτειες και άτομα) αρκούν για να καθορίσουν ένα πολιτικό σχέδιο. Δεν αναγνωρίζουν με κανέναν τρόπο ότι ακριβώς αυτή η έλλειψη κοινωνικής προοπτικής οδηγεί στο αίσθημα της εγκατάλειψης.

Υπάρχουν κάποια κοινωνικά και πολιτικά κινήματα που προσπαθούν να σταματήσουν αυτόν το θανάσιμο διάλογο, κινούμενα στην κατεύθυνση ενός νέου πολιτικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού θεμελίου για την Ευρώπη. Έπειτα από μια δεκαετία οικονομικής κρίσης δεν λείπουν αυτές οι κρίσιμες, ειδικά ευρωπαϊκές, καταστάσεις: Ανεπαρκείς διαρθρωτικές επενδύσεις στον δημόσιο τομέα -ιδιαίτερα στους τομείς της κατάρτισης και της έρευνας, αύξηση της κοινωνικής ανισότητας, επιτάχυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη και κρίση στην υποδοχή μεταναστών και προσφύγων. Αυτά τα κινήματα όμως έχουν συχνά δυσκολία στο να διαμορφώσουν ένα εναλλακτικό εγχείρημα και να περιγράψουν το πώς θα ήθελαν να οργανώσουν την Ευρώπη του μέλλοντος, καθώς και τη συγκεκριμένη υποδομή λήψης αποφάσεων γι' αυτή.

Εμείς, οι Ευρωπαίοι πολίτες, δημοσιεύοντας αυτό το Μανιφέστο, τη Συνθήκη και τον Προϋπολογισμό, προχωρούμε σε συγκεκριμένες προτάσεις, δημόσια διαθέσιμες σε όλους. Δεν είναι τέλειες, αλλά έχουν την αξία της ύπαρξης. Το κοινό μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές και να τις βελτιώσει. Βασίζονται σε μια απλή πεποίθηση: Η Ευρώπη πρέπει να χτίσει ένα πρωτότυπο μοντέλο που να διασφαλίζει τη δίκαιη και διαρκή κοινωνική ανάπτυξη των πολιτών της. Ο μόνος τρόπος για να τους πείσει είναι να εγκαταλείψει τις αόριστες και θεωρητικές υποσχέσεις. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποκαταστήσει την αλληλεγγύη με τους πολίτες της, μπορεί να το κάνει μόνο παρέχοντας συγκεκριμένες αποδείξεις ότι είναι σε θέση να καθιερώσει μια συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων, κάνοντας αυτούς που έχουν κερδίσει από την παγκοσμιοποίηση να συμβάλουν στη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών που λείπουν σήμερα από την Ευρώπη. Αυτό σημαίνει να κάνουν τις μεγάλες επιχειρήσεις να εισφέρουν περισσότερα προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους πλουσιότερους φορολογούμενους να πληρώνουν περισσότερα από τους φτωχότερους. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα.

Οι προτάσεις μας βασίζονται στη δημιουργία ενός Προϋπολογισμού για τον εκδημοκρατισμό ο οποίος θα συζητηθεί και θα ψηφιστεί από μια κυρίαρχη Ευρωπαϊκή Συνέλευση (European Assembly). Αυτό θα επιτρέψει επιτέλους στην Ευρώπη να εξοπλιστεί με ένα δημόσιο θεσμικό όργανο που θα είναι σε θέση να αντιμετωπίζει άμεσα τις κρίσεις και να δημιουργεί ένα σύνολο θεμελιωδών δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας διαρκούς και βασισμένης στην αλληλεγγύη οικονομίας. Με αυτόν τον τρόπο, η υπόσχεση που έχει δοθεί ήδη από τη Συνθήκη της Ρώμης για «βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας» θα αποκτήσει τελικά νόημα.

Αυτός ο Προϋπολογισμός, εάν το επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Συνέλευση, θα χρηματοδοτηθεί από τέσσερις βασικούς ευρωπαϊκούς φόρους, έμπρακτες ενδείξεις αυτής της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. Οι φόροι αυτοί θα ισχύουν για τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, για τα υψηλότερα εισοδήματα (άνω των 200.000 ευρώ ετησίως), τους ιδιοκτήτες/κατόχους του μεγαλύτερου πλούτου (άνω του 1 εκατ. ευρώ) και τις εκπομπές άνθρακα (με κατώτατη τιμή 30 ευρώ ανά τόνο).

Εάν καθοριστεί στο 4% του ΑΕΠ, όπως προτείνουμε, ο Προϋπολογισμός αυτός θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την έρευνα, την κατάρτιση και τα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, ένα φιλόδοξο επενδυτικό πρόγραμμα για την αλλαγή του μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης, καθώς και την υποδοχή και ενσωμάτωση των μεταναστών και των συμμετεχόντων στη λειτουργία του μετασχηματισμού. Θα μπορούσε να δώσει επίσης κάποιο περιθώριο στα κράτη-μέλη ώστε να μειώσουν την αντίστροφα προοδευτική φορολόγηση (regressive taxation) που επιβαρύνει τους μισθούς ή και την κατανάλωση.

Το ζήτημα εδώ δεν είναι η δημιουργία μιας «Ευρώπης μεταβιβαστικών πληρωμών», η οποία θα επιδίωκε να πάρει χρήματα από τις «ενάρετες» χώρες για να τα δώσει στις λιγότερο ενάρετες. Το εγχείρημα για μια Συνθήκη Εκδημοκρατισμού (www.tdem.eu) το εκφράζει αυτό ρητά, περιορίζοντας τη διαφορά ανάμεσα στις εκπίπτουσες δαπάνες και στο εισόδημα που καταβάλλεται από μια χώρα στο όριο του 0,1% του ΑΕΠ της. Αυτό το όριο μπορεί να αυξηθεί μόνο στην περίπτωση που υπάρξει συναίνεση για το σκοπό αυτό, αλλά το πραγματικό ζήτημα είναι αλλού: Είναι πρωτίστως ζήτημα περιορισμού των ανισοτήτων στις διάφορες χώρες και επένδυσης στο μέλλον όλων των Ευρωπαίων, αρχίζοντας βεβαίως από τους νεότερους, χωρίς να προτιμάται κάποια συγκεκριμένη χώρα. Αυτός ο υπολογισμός αποκλείει τις δαπάνες που ωφελούν εξίσου όλες τις χώρες, όπως οι πολιτικές για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Επειδή θα χρηματοδοτεί ευρωπαϊκά δημόσια αγαθά προς όφελος όλων των χωρών, ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό ενισχύει de facto τη σύγκλιση μεταξύ αυτών.

Επειδή πρέπει να δράσουμε γρήγορα αλλά και να βγάλουμε την Ευρώπη από το σημερινό τεχνοκρατικό αδιέξοδο, προτείνουμε τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Συνέλευσης. Αυτή θα επιτρέψει στους νέους ευρωπαϊκούς φόρους να συζητηθούν και να ψηφιστούν, όπως και ο Προϋπολογισμός για τον εκδημοκρατισμό. Η Ευρωπαϊκή αυτή Συνέλευση μπορεί να ιδρυθεί χωρίς να αλλάξουν οι ισχύουσες ευρωπαϊκές Συνθήκες.

Θα πρέπει ασφαλώς να επικοινωνεί με τα σημερινά θεσμικά όργανα λήψης αποφάσεων (ιδιαίτερα με το Eurogroup, στο πλαίσιο του οποίου οι Υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συνεδριάζουν άτυπα κάθε μήνα). Αλλά σε περιπτώσεις διαφωνίας, η Συνέλευση θα έχει τον τελικό λόγο. Σε διαφορετική περίπτωση, η ικανότητά της να αποτελέσει τόπο για έναν νέο διεθνικό, πολιτικό χώρο, όπου κόμματα, κοινωνικά κινήματα και ΜΚΟ θα μπορέσουν επιτέλους να εκφραστούν, θα ετίθετο σε κίνδυνο. Θα διακυβευόταν εξίσου η πραγματική αποτελεσματικότητά της, δεδομένου ότι το ζήτημα είναι να εξαλείψουμε από την Ευρώπη την αιώνια αδράνεια των διακυβερνητικών διαπραγματεύσεων. Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ο κανόνας της δημοσιονομικής ομοφωνίας που ισχύει στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εμποδίσει εδώ και χρόνια την υιοθέτηση οποιουδήποτε ευρωπαϊκού φόρου και διατηρεί την αιώνια καταφυγή στο δημοσιονομικό ντάμπινγκ από τους πλουσίους και τους πιο ευέλικτους, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα, παρ' όλες τις διακηρύξεις. Αυτό θα συνεχιστεί εάν δεν δημιουργηθούν άλλοι κανόνες λήψης αποφάσεων.

Με δεδομένο ότι αυτή η Ευρωπαϊκή Συνέλευση θα έχει την ικανότητα να υιοθετεί φόρους και να μπαίνει στον πυρήνα του δημοκρατικού, οικονομικού και κοινωνικού συμβολαίου των κρατών-μελών, είναι σημαντικό να εμπλέξουμε πραγματικά τα μέλη των εθνικών και του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου. Παρέχοντας κεντρικό ρόλο στα εθνικά εκλεγμένα μέλη, οι εθνικές βουλευτικές εκλογές θα μετατραπούν de facto σε ευρωπαϊκές. Τα εθνικά εκλεγμένα στελέχη δεν θα μπορούν πλέον να αποδίδουν την ευθύνη στις Βρυξέλλες και δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τα σχέδια και τους προϋπολογισμούς που προτίθενται να υπερασπιστούν στη Συνέλευση. Συγκεντρώνοντας τους βουλευτές των εθνικών κοινοβουλίων και τους ευρωβουλευτές σε μία Συνέλευση, θα δημιουργηθεί μια κουλτούρα συγκυβέρνησης, η οποία αυτή τη στιγμή υπάρχει μόνο μεταξύ των αρχηγών κρατών και των Υπουργών Οικονομικών.

Γι' αυτό προτείνουμε στη Συνθήκη Εκδημοκρατισμού, που είναι διαθέσιμη διαδικτυακά (www.tdem.eu), το 80% των μελών της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να προέρχεται από μέλη των εθνικών αντιπροσωπειών των χωρών που θα υπογράψουν τη Συνθήκη (σε αναλογία με τον πληθυσμό των χωρών και των πολιτικών ομάδων) και το 20% από το σημερινό Ευρωκοινοβούλιο (αναλογικά προς τις πολιτικές ομάδες). Αυτή η επιλογή αξίζει περαιτέρω συζήτηση. Συγκεκριμένα, το σχέδιό μας θα μπορούσε να λειτουργήσει με μικρότερο ποσοστό εθνικά εκλεγόμενων βουλευτών (π.χ. 50%). Αλλά κατά την άποψή μας, η υπερβολική μείωση του ποσοστού αυτού θα μπορούσε να περιορίσει τη νομιμοποίηση της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης να περιλαμβάνει όλους τους Ευρωπαίους πολίτες στην κατεύθυνση ενός νέου Κοινωνικού και Δημοσιονομικού Συμφώνου, ενώ οι συγκρούσεις δημοκρατικής νομιμοποίησης μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών εκλογών γρήγορα θα υπονόμευαν το εγχείρημα.

Τώρα πρέπει να δράσουμε γρήγορα. Παρόλο που θα ήταν επιθυμητό όλες οι χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμμετάσχουν χωρίς καθυστέρηση στο εγχείρημα και ενώ θα ήταν προτιμότερο οι τέσσερις μεγαλύτερες χώρες της Ευρωζώνης (οι οποίες, μαζί, αντιπροσωπεύουν πάνω από το 70% του ΑΕΠ και του πληθυσμού) να το υιοθετήσουν ολοκληρωτικά, το εγχείρημα στο σύνολό του έχει σχεδιαστεί ώστε να είναι νομικά και οικονομικά αποδεκτό και να εφαρμόζεται από οποιοδήποτε υποσύνολο χωρών το επιθυμεί. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό, επειδή επιτρέπει σε χώρες και κοινωνικά κινήματα που το επιθυμούν να εκφράσουν την προθυμία τους να σημειώσουν πολύ συγκεκριμένη πρόοδο, υιοθετώντας το εγχείρημα ή μια βελτίωσή του, αυτή τη στιγμή. Καλούμε κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα να αναλάβει τις ευθύνες του/της και να συμμετάσχει σε μια ενδελεχή και εποικοδομητική συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

* Το Μανιφέστο δημοσιεύθηκε στις 9/12/2018, παράλληλα σε Guardian, Le Monde, Der Spiegel, La Vanguardia, Gazeta Wyborcza, La Repubblicaκαι Politiken.

** Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 14/12/2018. 

Η επάνοδος στην εργασία μετά τον καρκίνο. Τι μπορεί να γίνει;

Η υποστήριξη των ασθενών που έχουν νοσήσει από καρκίνο κατά την επάνοδο στην εργασία τους γίνεται πλέον ένα μαζικό διακύβευμα για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάθε χρόνο, οι διαγνώσεις νέων περιστατικών καρκίνου στην Ευρώπη εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 3,4 εκατομμύρια. Περίπου το ήμισυ των ατόμων που διαγιγνώσκονται με καρκίνο βρίσκεται σε ηλικία εργασίας.

Την ίδια στιγμή, έχουμε ραγδαία μείωση της θνησιμότητας, καθώς ο καρκίνος μετατρέπεται σταδιακά σε μια χρόνια πάθηση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (έγκαιρη διάγνωση) αποκτά ιάσιμη μορφή, ιδίως στις περιπτώσεις του καρκίνου του μαστού για τις γυναίκες, και του καρκίνου του προστάτη για τους άντρες. Όσον αφορά ειδικότερα στον καρκίνο του μαστού, που είναι ο πιο κοινός καρκίνος στις γυναίκες σε όλο τον κόσμο και αντιπροσωπεύει περίπου το 12% των νέων περιπτώσεων και το 25% των συνολικών περιπτώσεων καρκίνου στις γυναίκες, έχει ποσοστό επιβίωσης 87% τα πρώτα 5 έτη από τη διάγνωση.

Αυτά ακριβώς τα θέματα πραγματεύεται μια πρόσφατη έρευνα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA), με τίτλο «Αποκατάσταση και επιστροφή στην εργασία μετά τον καρκίνο — εργαλεία και πρακτικές» / «Rehabilitation and return to work after cancer — instruments and practices» (2018). Η έρευνα παρέχει μια εικόνα των ζητημάτων που αφορούν την αποκατάσταση και την επιστροφή στην εργασία έπειτα από διάγνωση καρκίνου, καθώς και των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τόσο οι εργαζόμενοι που έχουν προσβληθεί από καρκίνο όσο και οι εργοδότες τους. Επιπλέον, η έκθεση παρουσιάζει συστάσεις για μέσα, πρακτικές, πολιτικές και παρεμβάσεις για την επιτυχή υποστήριξη της επιστροφής στην εργασία των εργαζομένων που έχουν προσβληθεί από καρκίνο.

Μια περίπλοκη και πολυεπίπεδη σχέση

Παρότι η διαχείριση του καρκίνου έχει βελτιωθεί και ο συνολικός αριθμός ατόμων που επιβιώνουν από τον καρκίνο αυξάνεται, οι εργαζόμενοι που έχουν προσβληθεί από καρκίνο αναφέρουν ότι ο καρκίνος και η θεραπεία του έχουν διάφορες επιπτώσεις στην υγεία τους, συμπεριλαμβανομένων ψυχολογικών, νοητικών και σωματικών που μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα εργασίας τους, δυσχεραίνοντας περισσότερο την παραμονή ή την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας. Είναι σημαντικό να διευκολυνθεί η αποκατάσταση τους, τόσο για την προώθηση της ευημερίας αυτής της ευάλωτης ομάδας όσο και για τη μείωση των σχετικών κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων. Στην έρευνα του EU-OSHA διαπιστώθηκε ότι, ενώ υπάρχουν μέτρα για τις μυοσκελετικές παθήσεις και τα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με το στρες, υπάρχουν λιγότερα μέτρα επανένταξης στην εργασία για τους εργαζομένους που πλήττονται από καρκίνο.

Μετα-αναλύσεις διεθνών μελετών από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και άλλες χώρες έδειξαν ότι το ποσοστό ανεργίας μετά από καρκίνο αυξάνεται και μάλιστα, όσο αφορά στις γυναίκες που έχουν νοσήσει από καρκίνο του μαστού, το ποσοστό είναι υψηλότερο μετά τον καρκίνο του μαστού από ό, τι μετά άλλους καρκίνους (35,6 vs 31,7%). Ακόμη, ένας σημαντικός αριθμός από τις γυναίκες που πέτυχαν να επιστρέψουν στην εργασία, βιώνουν έλλειψη υποστήριξης από τους συναδέλφους ή τον εργοδότη τους και διακρίσεις, καθώς στιγματίζονται μετά τον καρκίνο με μείωση των ευθυνών τους, στασιμότητα μισθού, ανακοπή της εξέλιξης της σταδιοδρομίας τους.

Η επιστροφή των εργαζομένων στην εργασία μετά από έναν καρκίνο είναι ύψιστης σημασίας, διότι ενισχύει την ποιότητα ζωής, την οικονομική ανεξαρτησία και τη μείωση του κοινωνικού κόστους. Όμως, είναι μια περίπλοκη διαδικασία, η οποία απαιτεί μια σειρά βημάτων που πρέπει να ακολουθηθούν, και κυρίως, συνδυασμένη δράση και συνεργασία.
Γι' αυτό το λόγο, το αναδυόμενο ζήτημα της αποκατάστασης και της επανόδου στην εργασία των εργαζομένων με καρκίνο αποκτά πολυεπίδεδα χαρακτηριστικά, αφορώντας από ιδέες για διευκολύνσεις εργασιακού χαρακτήρα για τη σταδιακή πλαισίωση του ωραρίου εργασίας, την παροχή κατάρτισης και σχεδίων επιστροφής, τη βελτίωση της επικοινωνίας με τους συναδέλφους, την παροχή ενημέρωσης μέσω τηλεφώνου, διαδικτυακά ή με τη μορφή έντυπου υλικού, μέχρι τη δυνατότητα αλλαγής πόστου και θέσης στην εταιρία και κυρίως, την απάλειψη φαινομένων άμεσης ή έμμεσης διάκρισης στα εργασιακά καθήκοντα.

Ανάγκη συνεργασίας των επιχειρήσεων με τους ενδιαφερομένους

Η συνεργασία των επιχειρήσεων με τον εργαζόμενο που έχει νοσήσει και την οικογένειά του, τους προϊσταμένους τμημάτων και τους συναδέλφους, τα αρμόδια τμήματα ανθρώπινου δυναμικού, τους γιατρούς εργασίας και τους ειδικούς σε θέματα επαγγελματικής αποκατάστασης, τους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, τους συλλόγους ασθενών με καρκίνο και άλλες ΜΚΟ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και έχει θετικές επιπτώσεις στη διαδικασία της επιστροφής στην εργασία.

Η ευαισθητοποίηση των εμπλεκομένων στην ανάπτυξη και την εφαρμογή ενός συστήματος αποκατάστασης και επανόδου στην εργασία αποτελεί μείζονα πρόκληση, καθώς τα συμφέροντα, οι ανάγκες και οι ρόλοι τους διαφέρουν σημαντικά. Είναι, ωστόσο, ένας κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας. Ο χώρος εργασίας πρέπει να είναι το κεντρικό σημείο κάθε συστήματος επιστροφής στην εργασία μετά τον καρκίνο. Η νοοτροπία και ο πολιτισμός της εταιρείας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αύξηση της ευαισθητοποίησης σχετικά με τις ευκαιρίες και τις προκλήσεις της επιστροφής.

Σε μια εποχή που πολλές επιχειρήσεις προβάλλουν τις πρωτοβουλίες κοινωνικής υπευθυνότητας, η οργάνωση της επανόδου στην εργασία των εργαζομένων που έχουν νοσήσει από καρκίνο αναδεικνύεται σε ένα πεδίο όπου όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές κερδίζουν. Κοστίζει ελάχιστα και ακτινοβολεί στην κοινωνία μια θετική αύρα πραγματικής υποστήριξης και ενδυνάμωσης των εργαζομένων. Οι επιχειρήσεις έχουν άμεσο συμφέρον, είτε οι εργαζόμενοί τους έχουν νοσήσει, είτε όχι, να προωθήσουν τέτοιου είδους μέτρα θετικής πλαισίωσης που σε λίγα χρόνια θα φαντάζουν αυτονόητα. Άλλωστε, με τη συνεχή άνοδο του προσδόκιμου ζωής στις δυτικές χώρες και την Ιαπωνία, οι ειδικοί ογκολόγοι και οι βραβευθέντες ερευνητές στα βραβεία Νόμπελ Ιατρικής 2018 τονίζουν ότι βαδίζοντας προς την «κοινωνία των 100 χρόνων προσδόκιμου βίου», η πλειονότητα των ανθρώπων θα παρουσιάσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ένα καρκινικό συμβάν. Αυτό σημαίνει επίσης ότι, περισσότεροι εργαζόμενοι θα αρρωστήσουν και έτσι, οι πολιτικές επανόδου στην εργασία θα είναι κρίσιμης σημασίας για να κρατήσουν οι επιχειρήσεις τους εργασιακούς χώρους βιώσιμους.

*Δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr στις 15/12/2018. 

Οι «προκλήσεις» του Ζάεφ

«Ο θόρυβος γύρω από τις δήθεν "νέες προκλήσεις" είναι καταφανώς τεχνητός. Πρόκειται για μια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής να αποσταθεροποιηθεί η κυβέρνηση μέσω του εκφοβισμού των βουλευτών της αντιπολίτευσης και των ΑΝ.ΕΛΛ. που σκοπεύουν να υπερψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών»

Σάλος ξεσηκώθηκε για τις «νέες προκλήσεις» του Ζάεφ. Πρώτη είδηση επί ημέρες στον ΣΚΑΪ. Δικαιωμένος για την αντίθεσή του στη Συμφωνία των Πρεσπών δηλώνει ο Μητσοτάκης. Νεκρή κηρύσσει (και πάλι) τη συμφωνία ο Καμμένος. Ξανασκέφτονται τη θετική τους ψήφο, δηλώνουν ή υπονοούν στελέχη της ελάσσονος αντιπολίτευσης.

Πληροφορίες κυκλοφορούν πως δυσανασχετεί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και ο γνωστός προπαγανδιστικός μηχανισμός αναγγέλλει πως καταρρέει η πλειοψηφία υπέρ της συμφωνίας στη Βουλή, επίκειται η πτώση της κυβέρνησης και άρα επισπεύδονται οι εκλογές.

Ακόμη και ο αρχιτέκτονας της συμφωνίας Κοτζιάς δηλώνει με απρέπεια πως «θα τράβαγε τα αυτιά του Ζάεφ» αν ήταν στη θέση του Τσίπρα, ξεχνώντας τα ωραία που έλεγε πρόσφατα ως υπουργός. Η κυβέρνηση από την πλευρά της αφήνει να διαρρεύσει πως, μέσω του Νίμιτς, ανακάλεσε τον Ζάεφ στην τάξη και πως αυτός συμμορφώθηκε με μια «διορθωτική» (στην πραγματικότητα διευκρινιστική) δήλωση του εκπροσώπου του.

Τι είπε όμως ο Ζάεφ;

Αρχικά, τα ΜΜΕ και οι εξανιστάμενοι πολιτικοί απέφυγαν να το προσδιορίσουν. Ο Μητσοτάκης κατήγγειλε πως μίλησε για διδασκαλία της «δήθεν» μακεδονικής γλώσσας («στα σχολεία», προσέθεσαν κάποιοι). Στη συνέχεια κυκλοφόρησαν δύο βίντεο όπου ο Ζάεφ μιλάει και για «Μακεδόνες του Αιγαίου» και δηλώνει πως ο ίδιος δεν θα είναι «Βορειομακεδόνας», αλλά «Μακεδόνας» και δεν θα μιλάει τη «βορειομακεδονική», αλλά τη «μακεδονική» γλώσσα.

Οπερ έδει δείξαι, αναφωνούν οι μακεδονομάχοι μας: παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών και εγείρει θέμα μακεδονικής μειονότητας.

Ας δούμε όμως τα πράγματα συγκεκριμένα:

Πρώτον, το ότι η γλώσσα της γείτονος είναι η μακεδονική αναγνωρίζεται ρητά στη συμφωνία (και το έχουμε αναγνωρίσει στο πλαίσιο του ΟΗΕ από το 1977). Συνεπώς, ουδέν που να συνιστά «νέα πρόκληση».

Τώρα, βάσει ποιας αρχής η διδασκαλία μιας γλώσσας, που μάλιστα αναγνωρίζεται επίσημα, απαγορεύεται σε μια δημοκρατική χώρα; Είναι λογικό τα ελληνικά να διδάσκονται στη Βόρεια Μακεδονία, αλλά τα μακεδονικά να μην μπορούν να διδάσκονται στην Ελλάδα; Αποτελεί «πρόκληση» ο Ζάεφ να υποθέσει πως η απαγόρευση θα αρθεί;

Κανείς βέβαια, ούτε ο Ζάεφ, δεν είπε πως η Συμφωνία των Πρεσπών επιβάλλει να διδάσκεται η μακεδονική γλώσσα και μάλιστα στα σχολεία μας. Πρόκειται προφανώς για ζήτημα που αφορά τα δικαιώματα των πολιτών μας και, όσον αφορά τα σχολεία, την εκπαιδευτική μας πολιτική. Ποιο θα ήταν όμως το πρόβλημα αν τα μακεδονικά διδάσκονταν μέσα ή έξω από τα σχολεία μας;

Δεύτερον, το ότι οι κάτοικοι της πλειοψηφούσας εθνότητας της γειτονικής μας χώρας θα συνεχίσουν όπως πριν να αυτοαποκαλούνται Μακεδόνες είναι επίσης γνωστό. Ουδείς διανοήθηκε ποτέ πως η συμφωνία επιβάλλει στους γείτονες να μετονομάσουν την εθνότητά τους. Αρα ούτε εδώ υπάρχει «πρόκληση».

Ας δούμε όμως και τα περί μακεδονικής μειονότητας:

Ο Ζάεφ, απαντώντας σε έναν εθνικιστή βουλευτή που τον κατήγγειλε πως εγκατέλειψε τους «Μακεδόνες του Αιγαίου», υπενθύμισε –και μάλιστα ειρωνευόμενος το «ενδιαφέρον» του συνομιλητή του– πως επί 28 χρόνια που διήρκεσε η διαμάχη με την Ελλάδα, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι' αυτούς τους ανθρώπους. Ενώ τώρα, με την επίλυση της διαμάχης, θα μπορούν να διδάσκονται και τη γλώσσα τους. Εγείρει άραγε μειονοτικό ο Ζάεφ;

Αποτελεί αντικειμενικό γεγονός πως στην ελληνική Μακεδονία υπάρχουν κάτοικοι που έχουν μητρική γλώσσα τα μακεδονικά και πως μερικοί από αυτούς (όχι πολλοί πάντως) αυτοπροσδιορίζονται και ως εθνοτικά Μακεδόνες. Αυτούς οι γείτονές μας τους αποκαλούν ανέκαθεν «Μακεδόνες του Αιγαίου». Η ελληνική πολιτεία, μοιάζοντας σ' αυτό περισσότερο με τριτοκοσμική χώρα παρά με κράτος-μέλος της Ε.Ε., όχι μόνο δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη μακεδονικής μειονότητας, αλλά παρεμβάλλει και ποικίλα εμπόδια στην ελεύθερη έκφραση και οργάνωση αυτών των Ελλήνων πολιτών. Γι' αυτό και έχουμε καταδικαστεί από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου.

Με την ανεξαρτητοποίηση της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, περιλήφθηκε άρθρο στο Σύνταγμά της που, σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο, προέβλεπε το ενδιαφέρον του κράτους για τους ομοεθνείς τους στις γειτονικές χώρες. Πράγματι, το διεθνές δίκαιο δίνει αυτό το δικαίωμα στις χώρες-μητέρες. Οπως δηλαδή η Ελλάδα νομιμοποιείται να επιδεικνύει ενδιαφέρον για την ελληνική μειονότητα στην Αλβανία, χωρίς αυτό να συνεπάγεται αλυτρωτικές βλέψεις.

Ομως, οι κυβερνήσεις της γείτονος σωφρόνως απέφυγαν να εγείρουν θέμα μακεδονικής μειονότητας, σε αντίθεση με την πρακτική παλαιότερων κυβερνήσεων της Γιουγκοσλαβίας.

Εκτίμησαν υποθέτω ορθά πως το μείζον ήταν η ομαλοποίηση των διμερών σχέσεων με την επίλυση του ζητήματος του ονόματος. Θα εκτίμησαν επίσης ότι το μειονοτικό αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» για την Αθήνα και δεν άξιζε να τορπιλίσει τις διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, η Ελλάδα είναι χώρα δημοκρατική και μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, και οι όποιοι εθνοτικά Μακεδόνες πολίτες της μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους στο πλαίσιο του Συντάγματός μας και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας.

Συνεχίζοντας στη λογική αυτή, ο Ζάεφ δέχτηκε την τροποποίηση του σχετικού άρθρου του Συντάγματος ώστε να μην υπάρχει πλέον ρητή μνεία των ομοεθνών τους σε γειτονικές χώρες, ενώ παρέμειναν και οι ισχυρότατες διατάξεις που απαγορεύουν την ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις γειτονικών χωρών και όσον αφορά πολίτες των τελευταίων.

Ο θόρυβος γύρω από τις δήθεν «νέες προκλήσεις» είναι συνεπώς καταφανώς τεχνητός. Πρόκειται για μια προσπάθεια της τελευταίας στιγμής να αποσταθεροποιηθεί η κυβέρνηση μέσω του εκφοβισμού των βουλευτών της αντιπολίτευσης και των ΑΝ.ΕΛΛ. που σκοπεύουν να υπερψηφίσουν τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Στηρίζεται σε συνειδητές διαστρεβλώσεις στα όρια των fake news. Ο Ζάεφ ούτε παραβιάζει τη Συμφωνία των Πρεσπών ούτε εγείρει θέμα μακεδονικής μειονότητας. Αντίθετα, με τη συμφωνία αφίσταται από την επίκληση δικαιώματος που του δίνει το διεθνές δίκαιο. Αν ο Μητσοτάκης και οι μακεδονομάχοι ψάχνουν υπευθύνους για την έγερση θέματος μακεδονικής μειονότητας, ας καταγγείλουν (ως αυθεντικοί Ευρωπαίοι!) τις συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης και τις αποφάσεις του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, όχι τον Ζάεφ και τις Πρέσπες.

Το γεγονός ωστόσο πως ο τεχνητός αυτός θόρυβος βρίσκει κάποια απήχηση στην ελληνική κοινωνία οφείλεται στο ότι ο πυρήνας της εθνικιστικής θέσης για το Μακεδονικό εξακολουθεί να ασκεί γοητεία και όχι μόνο στους φανατικούς μακεδονομάχους και τους ακροδεξιούς. Η επίσημη θέση της χώρας βασίζεται μεν στο ότι καμία πλευρά δεν πρέπει να μονοπωλεί τον όρο Μακεδονία, αλλά στην πραγματικότητα οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να πιστεύουν πως η Μακεδονία είναι ιδιοκτησία μας. Γι' αυτό και:

• Λέγεται πως «δώσαμε» τη γλώσσα στη γείτονα (έστω και ως «συμβιβασμό»), ενώ βέβαια δεν θα μπορούσαμε να δώσουμε κάτι που ποτέ δεν είχαμε, μακεδονική γλώσσα.
• Αδυνατούμε να «χωνέψουμε» ότι υπάρχει μια σύγχρονη μακεδονική εθνότητα.
• Ακόμη και υποστηρικτές της Συμφωνίας των Πρεσπών βρίσκονται σε άμυνα όταν οι γείτονές μας επαναβεβαιώνουν την ταυτότητά τους.
• Οι καταληψίες μαθητές επικρίνονται μεν για το φασιστικό σύνθημα πως «η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία» που εμπνέεται από τη Χρυσή Αυγή, όχι όμως για το «η Μακεδονία είναι ελληνική» που υποστηρίζεται από το σύνολο του εθνικιστικού κατεστημένου και παραπέμπει σε μονοπώληση του όρου από μέρους μας.
Είναι κατανοητό, στην προσπάθειά της να «περάσει» τη συμφωνία, η κυβέρνηση να επιδιώκει να απομονώσει τις πιο ακραίες φωνές και να παίρνει υπόψη τις ευαισθησίες των αμφιταλαντευομένων. Φοβάμαι όμως πως αν αυτή η αμυντική τακτική ξεπεράσει κάποια όρια, αν η κυβέρνηση και οι δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συμφωνία υποστείλουν το μέτωπο κατά του εθνικισμού και αφήσουν να ηγεμονεύουν τα ιδεολογήματα κατά του «μακεδονισμού», η εξομάλυνση με τη γείτονα κινδυνεύει να έχει την τύχη του Κυπριακού.

Θέλω πάντως να ελπίζω πως η κυβέρνηση θα αντισταθεί σε κάθε πίεση να υπαναχωρήσει από μια από τις θετικότερες ενέργειες της θητείας της. Αυτό τουλάχιστον δήλωσε σαφώς ο Τσίπρας από τη Μόσχα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018.

Εγκαταλειμμένα χωριά

Η εγκατάλειψη των χωριών, η κοινωνική ερημοποίηση της ελληνικής υπαίθρου, σε συνδυασμό με τις απειλές της κλιματικής αλλαγής, δημιουργούν ένα εφιαλτικό τοπίο. Η διπλή αυτή απειλή, μπορεί να αποβεί μοιραία, αν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα, στη βάση ενός εθνικού σχεδίου ανασυγκρότησης του πρωτογενούς τομέα. Δεν αναφέρομαι εδώ στα τρέχοντα (επιδοτήσεις, καθυστερήσεις, συντεχνίες, γραφειοκρατία), αλλά στα θεμελιώδη που πρέπει να μας απασχολήσουν επειγόντως. Κι εξηγούμαι.

Η αξία του μόχθου, η καλλιέργεια της γης, η αγάπη της αγροτικής παραγωγής φαίνονται για πολλούς σήμερα απόμακρα, εξωπραγματικά. Τρείς γενιές ελλήνων μεγάλωσαν σε αστικό χώρο, έχουν αποξενωθεί από την χειρωνακτική αγροτική εργασία και από τη ζωή στο χωριό. Είναι επάγγελμα τελικά η ενασχόληση με τη γη ή είναι «αποστολή», δηλαδή ανώτερο κοινωνικό λειτούργημα; Η ευρωπαϊκή αντίληψη και ειδικά η αρχαία ελληνική και η ρωμαϊκή παράδοση είναι σαφείς. Μυθολογία, θεότητες, σύμβολα, γραπτά κείμενα, μνημεία, προφορική παράδοση, όλα συντείνουν προς τη δεύτερη, την ευγενή εκδοχή. Ιστορικά, δεν πρόκειται για επάγγελμα, για άσκηση βιοπορισμού, ούτε για συντεχνία. Πρόκειται για βάθρο κοινωνίας, για θεμελιώδη επιλογή ζωής. «Σύμφωνα με μια παράδοση ο Ρωμύλος είχε απαγορεύσει εντελώς την άσκηση επαγγελμάτων από τους Ρωμαίους, που όφειλαν να θεωρούν αποστολή τους τη στρατιωτική υπηρεσία και τη γεωργία, ενώ η άποψη ότι ο γεωργός και όχι ο βιοτέχνης ή ο έμπορος είναι η ηθικώς υπέρτερη μορφή στην κοινωνία διατηρήθηκε και μετά τον Κάτωνα και τον Κικέρωνα, ώς την αυτοκρατορική εποχή» (GEZA ALFODLY, «Ιστορία της ρωμαϊκής κοινωνίας», έκδοση ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988).

Η γενική απαξίωση της χειρωνακτικής και ειδικά αγροτικής εργασίας στην εποχή μας είναι εμφανής. Η μιζέρια, το πάθος, η υπερβολή της μεταπολεμικής περιόδου ώθησε γενιές ολόκληρες «μακριά από το χωριό». Η εξωτερική και εσωτερική μετανάστευση ήρθαν ως επιστέγασμα μιας διπλής σύμπτωσης: της τεχνολογικής εξέλιξης (αγροτικά μηχανήματα) και της ανάγκης εμβασμάτων από το εξωτερικό. Η πρόοδος και η αστικοποίηση ταυτίστηκαν με την εγκατάλειψη της φτωχής υπαίθρου. Η σύγχρονη εποχή δεν αγαπά την αγροτική εργασία. Η φιλελεύθερη, αλλά και η μαρξιστική θεωρία και πρακτική θεωρούν την αγροτική εργασία κατώτερη των άλλων, προτιμούν για ευνόητους λόγους την εργατιά, την υπαλληλία, το κατάστημα, το εμπόριο, την σιγουριά του μηνιαίου μισθού και «την ευδαιμονία της κατανάλωσης» της πόλης. Γίνεται όμως εμπόριο χωρίς πρώτη ύλη; Χωρίς αγροτικό προϊόν μπορεί να υπάρξει μεταποίηση; Κι εδώ είναι η αντίφαση. Μέχρι τώρα, πολλοί πίστεψαν ότι ...οι εισαγωγές θα δώσουν τη λύση. Μόνο που εισαγωγές σημαίνει έλλειμμα, χρέος, εξάρτηση, παρασιτισμός. Βλέπουμε σήμερα δυστυχώς τα αποτελέσματα της οικονομίας των εισαγωγών και των διαρκών ελλειμμάτων. Είναι γνωστό ότι η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στη σύνθεση του ΑΕΠ είναι πολύ χαμηλή, υπολογίζεται γύρω στο 3,5%. Αντίθετα ο πρωτογενής τομέας συμμετέχει στην απασχόληση με υψηλό ποσοστό κι αυτό δείχνει την χαμηλή παραγωγικότητα του τομέα. Οι εγγενείς λόγοι είναι πολλοί κι έχουν επαρκώς αναλυθεί. Η αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων είναι δύσκολη, αφού αυτά συνδέονται με κοινωνιολογικά ζητήματα (ηλικιακή σύνθεση του αγροτικού πληθυσμού, απαξίωση του επαγγέλματος του αγρότη, εγκατάλειψη του χωριού και της υπαίθρου, συρρίκνωση των κρατικών υπηρεσιών, κοκ).

Η ανάγκη αύξησης της αγροτικής παραγωγής σε όλους τους κλάδους (κτηνοτροφία, αλιεία, γεωργία) και βελτίωσης της ποιότητας των προϊόντων είναι αυταπόδεικτη. Ετσι θα μειωθούν οι εισαγωγές, θα περιοριστεί το εμπορικό μας έλλειμμα, θα ισορροπήσει το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο. Οι τάσεις όμως της αγοράς είναι αντίθετες. Παρά την πολυετή κρίση και την αναμενόμενη στροφή των νέων προς τον αγροτικό τομέα, τα στοιχεία δείχνουν συνεχή μείωση των εκμεταλλεύσεων και μείωση των θέσεων εργασίας. Σε ορισμένους τομείς, π.χ. κτηνοτροφία, η παραγωγή διασφαλίζεται χάρη στην εργασία των μεταναστών, παλαιότερα αλβανών και τώρα των εργατών ασιατικής καταγωγής.

Εδώ και χρόνια η φορολογική διοίκηση έχει το πάνω χέρι στα αγροτικά πράγματα. Το ποιός είναι αγρότης καθορίζεται από μια γραφειοκρατία που ελέγχει τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και έχει ως αποστολή τη διαφύλαξη των συμφερόντων της και την συλλογή φόρων. Τώρα τα πράγματα έμπλεξαν κι άλλο λόγω της κρίσης και της απαραίτητης διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Ασφαλιστικό, φορολογικό, λογιστικά βιβλία, εργόσημο, «ιστορικά δικαιώματα», κοκ, με δυο λόγια όλα τα θέματα των αγροτών, έγιναν ένα κουβάρι, ένας γόρδιος δεσμός. Και Μέγας Αλέξανδρος δεν φαίνεται στον ορίζοντα... Οι «κατά κύριο επάγγελμα αγρότες» λιγοστεύουν με δραματικό ρυθμό. Οι νέοι παραγωγοί είναι ελάχιστοι, η εγκατάλειψη της υπαίθρου είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός, το βλέπει κανείς παντού. Αυτά και άλλα αντίστοιχα είναι τα θέματα που πρέπει να προτάξουν οι αγρότες-παραγωγοί, δεν έχει κανένα νόημα σήμερα η παραδοσιακή κομματική, καθοδηγούμενη διαμαρτυρία, τα μπλόκα και τα γμωστά συνθήματα. Το να στέλνεις λάθος μήνυμα στην κοινωνία με τρακτέρ στους δρόμους ή περήφανες κομματικές φιέστες, είναι αναποτελεσματικό. Χρειάζεται βεβαίως αντίδραση των αγροτών σε όλα αυτά τα απερίγραπτα που βιώνουν με προτάσεις, με στόχους, με επαγγελματικές οργανώσεις, αλλιώς δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει λύση.
Ο νόμος σήμερα θεωρεί τους αγρότες ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά όχι παραγωγούς. Εκεί είμαστε, δεν είναι κατά νόμο, όπως θάπρεπε, παραγωγοί προϊόντων και υπηρεσιών (αγαθά, περιβάλλον, οικοσύστημα, βιοποικιλότητα) για την κοινωνία. Θεωρούνται στην ουσία ελεύθεροι επαγγελματίες, παρά το ότι η ΚΑΠ είναι δεσμευτικότατη σε ό,τι αφορά πρωτοβουλίες παραγωγής.

Νοιάζεται κανείς για το μέλλον της παραγωγής, το μέλλον του χωριού και του τόπου; Κοινωνία χωρίς ντόπιους παραγωγούς μπορεί να υπάρξει; Χώρα χωρίς ζωντανά χωριά μπορεί να σταθεί;
Τα ιστορικά στοιχεία είναι σαφή. Είχαμε εγκαταλειμμένα χωριά στην περίοδο της τουρκοκρατίας λόγω της φυγής στο βουνό και στην περίοδο 1800-1850 αναφέρονται 662 εγκαταλειμμένα χωριά (Κωστής Μοσκώφ, «Η εθνική και κοινωνιή συνείδηση στην Ελλάδα», 1974. Τώρα όμως το θέμα τίθεται διαφορετικά. Θα έχουμε εθνική παραγωγή, διατροφική επάρκεια, χωρίς νέους ανθρώπους στην ύπαιθρο; Ηδη η σημερινή μικρή εθνική αγροτική παραγωγή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εργασία των ηλικιωμένων αγροτών, των συνταξιούχων και συνάμα των ξένων εργατών, νομίμων και εποχικών-μετακλητών. Κι αυτό σε εποχή υψηλής ανεργίας των νέων...τόσο στην Αθήνα, όσο και την επαρχία. Ποιός θα αλλάξει αυτά τα πράγματα, αυτές τις αντιλήψεις, αυτή τη νοοτροπία; Πώς θα μαζευτούν τα φρούτα και οι ελιές χωρίς τους νέους ανθρώπους; Η ανέχεια υποχρέωνε ολόκληρη την αγροτική οικογένεια σε συμμετοχή στην παραγωγή, για τις γενιές που μεγάλωσαν πριν το 1970. Μετά ήρθε η καλοπέραση, το εύκολο χρήμα. Γιατί όμως άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν εγκατέλειψαν παντελώς την αγροτική τους παραγωγή;

Αλλά δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα. Υπάρχει το ζήτημα των αρχών, των νοοτροπιών, του τρόπου ζωής. Ποιός πολιτικός θα σταθεί τώρα ως πρότυπο βίου; Ποιός δάσκαλος θα διδάξει στα παιδιά αγάπη για τη φύση, «τα αγαθά τοις κόποις κτώνται», τη λαϊκή σοφία των παροιμιών υπέρ του κόπου, του μόχθου, του έντιμου βίου; Ισως η Ανάγκη, όπως έλεγε ο Βίκτωρ Ουγκώ. Πριν την Ανάγκη όμως, ας δούμε την δική μας πραγματικότητα. Εχουμε έναν εκπληκτικό τόπο, έχουμε παραδοσιακά μεσογειακά προϊόντα, έχουμε ένα μοναδικό περιβάλλον, έχουμε πολλά πλεονεκτήματα και μικρο-κλίματα που δίνουν αρώματα, βότανα, δημητριακά, λάδι, φρούτα, λαχανικά, κρέατα και γαλακτοκομικά άριστης ποιότητας. Εχουμε μια παράδοση χιλιετιών, γευσιγνωσία αιώνων, αγαθά μοναδικά. Πολλά από αυτά προστατεύονται από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία, τα γνωστά ΠΟΠ.

Το ερώτημα είναι τούτο; Όπως πάμε, σε λίγα χρόνια, δεν θα υπάρχουν νέοι παραγωγοί, η νοοτροπία της υποβάθμισης της αγροτικής παραγωγής και εργασίας σε συνδυασμό με την αστυφιλία και τις δύσκολες συνθήκες που βιώνουν τα νέα ζευγάρια, οδηγούν σε πλήρη εγκατάλειψη τα χωριά. Και γεωργία χωρίς ζωντανά χωριά, χωρίς νέα ζευγάρια, δεν γίνεται. Εκτός κι αν θέλουμε τα χωριά μας ερείπια και τα κτήματα σε Ανώνυμες Εταιρείες, με χιλιάδες ξένους εργάτες για φράουλα ή ελιές και κτηνοτροφικές μονάδες βιομηχανικού τύπου. Κάθετες όπως λένε οι τεχνοκράτες, μόνο που αυτοί δεν σκαλίζουν, δεν ποτίζουν, δεν αρμέγουν...Βρίσκουν το γάλα έτοιμο στο σούπερ-μάρκετ, όπως όλοι μας πλέον, δεν ενδιαφέρει αν αυτό παράγεται στην Αργεντινή, στην Γερμανία ή στην Ελλάδα. Η αγορά νάναι καλά και όλα τα άλλα είναι στατιστικές. Η Ηπειρος, Μεσσηνία, η Κρήτη, η Ελασσόνα, η Νάξος, η Ορεστιάδα, η Ελλάδα, χώρα όπου δεν υπάρχει βιομηχανική παράδοση, μπορεί να ζήσει έτσι; Το δικό μας ενδογενές μοντέλο της αγροτικής οικογενειακής εκμετάλλευσης μπορεί να επιβιώσει κα πώς; Πώς θα αγαπήσει η νέα γενιά τον πρωτογενή τομέα και πώς αυτός θα στηριχθεί από την Πολιτεία στις σημερινές συνθήκες; Με την πρόσθετη απειλή του δημογραφικού, αφού δεν κάνουμε παιδιά και υπάρχει μείωση του πληθυσμού και της αυξανόμενης φτώχειας στην ύπαιθρο, ποιο είναι το μέλλον για το ελληνικό χωριό;

Παράλληλα είναι γνωστό και έκδηλο πλέον ότι η κλιματική αλλαγή επηρεάζει δυστυχώς και τη χώρα μας, σχεδόν όλες τις παραγωγικές περιοχές. Εχουμε επίσης ως χώρα και αρνητικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα: «Η κατανάλωση περιβαλλοντικών πόρων στην Ελλάδα υπερβαίνει την εθνική παραγωγή σε τέτοιον βαθμό, ώστε θα χρειαζόταν μια περιοχή ίση με 2,47 φορές την επιφάνεια της Γης για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των καταναλωτών αν όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη κατανάλωναν πόρους όπως οι 'Ελληνες.»(βλ. την έκθεση https://www.ypaithros.gr/klimatiki-allagi-pos-tha-epireasei-tin-ellada/).

*Δημοσιεύτηκε στο nextdeal.gr στις 10/12/2018. 

Ανασυγκρότηση της Αριστεράς

Ο Μακιαβέλι λέει ότι η πολιτική μοιάζει με Κένταυρο. Μισός άνθρωπος – μισός άλογο, δηλαδή συνδυασμός πειθούς και καταναγκασμού. Αυτόν τον εύγλωττο συνδυασμό έλλογου και α-λογου χρησιμοποίησε και ο Γκράμσι για να δημιουργήσει την έννοια της ηγεμονίας. Η ηγεμονία είναι κάτι πολύ περισσότερο από την κατοχή της εξουσίας, αλλά και κάτι περισσότερο από ωραίες ιδέες. Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς τη λάντζα της. Αλλά είναι η περιβάλλουσα ατμόσφαιρα ιδεών και συναισθημάτων που δίνει ισχύ και προοπτική στις αποφάσεις της.

Ας σκεφτούμε με τους όρους αυτούς την πολιτική μας εμπειρία. Αν η Μεταπολίτευση ήταν μια μεγάλη εποχή μεταρρυθμίσεων –δημοκρατικοί θεσμοί, εκπαίδευση, οικογενειακό δίκαιο και έμφυλες σχέσεις, ΕΣΥ κ.λπ.– και αν οι μεταρρυθμίσεις αυτές άλλαξαν σε βάθος την ελληνική κοινωνία, ήταν γιατί τις διασφάλισε ένας κύκλος ιδεών και συναισθημάτων, πολύ ευρύτερος στη διάδοσή του, από τα κόμματα που είχαν την πρωτοβουλία τους.

Διαθέτει σήμερα η κυβέρνηση μια ανάλογη ηγεμονία ιδεών στην κοινωνία; Δύσκολα θα το υποστήριζε κανείς αυτό. Περάσαμε πράγματι μια δύσκολη και ανάποδη περίοδο, με διακυβέρνηση υπό κηδεμονία, με ισχνή πλειοψηφία, την οποία εξασφάλιζε μια συμμαχία με συντηρητικές δυνάμεις. Ο Κένταυρος επιβίωσε, αλλά το μήνυμά του δεν ακούστηκε ευκρινώς.

Εχει όμως ένα μήνυμα η Αριστερά και ποιο είναι αυτό; Ως έναν βαθμό, η ίδια η Αριστερά, συγκρίνοντας το τι ήθελε και προσδοκούσε πριν από το 2015 και το τι πέτυχε σήμερα, δεν το αντιλαμβάνεται. Γι' αυτό και κατατρύχεται από αισθήματα «ήττας» και από ενοχές εγκατάλειψης των ιδεολογικών της «πιστεύω». Δηλαδή η συνείδηση δεν ανταποκρίνεται στο είναι. Συνέπεια η παλινδρόμηση ανάμεσα στο τι ήταν πριν και τι είναι τώρα.

Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα ίδια της τα πεπραγμένα και δεν έχει δώσει προοπτική και μελλοντικότητα σε αυτό που κάνει. Δεν έχει συνειδητοποιηθεί δηλαδή ότι η Ελλάδα βγήκε από μια κρίση η οποία ισοδυναμούσε σχεδόν με πόλεμο, και η οποία ήταν διπλή, αν συνυπολογίσουμε και τη μεγάλη μεταναστευτική κρίση, με τους δημοκρατικούς της θεσμούς άθικτους και εν λειτουργία, με ενισχυμένους δεσμούς με την Ευρώπη παρά τα καψώνια, χωρίς να έχει εξοκείλει στην Ακρα Δεξιά που θεριεύει σε όλη την Ευρώπη, προσπαθώντας να λύσει μεγάλα χρονίζοντα προβλήματα όπως το Μακεδονικό, τα δικαιώματα και οι σχέσεις με την Εκκλησία.

Αλλά αυτά είναι η αφετηρία. Εκείνο που περιμένουν οι πολίτες να ακούσουν είναι τις προτάσεις της για το τι κοινωνία θέλουμε, τι πολίτες θέλουμε, όχι γενικά και αόριστα, αλλά στις συγκεκριμένες συνθήκες και καταναγκασμούς.

Εχει γίνει πολύς λόγος για σοσιαλδημοκρατικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ. Αγονη συζήτηση γιατί:

α) στην Ελλάδα η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει ρίζες,
β) το ΠΑΣΟΚ ποτέ δεν έγινε κλασικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα και
γ) η σοσιαλδημοκρατία περνά βαθιά κρίση, δεν είναι αυτό που ήταν και στο εσωτερικό της σοβαρές συζητήσεις εγκυμονούν ευρύτερες ανακατατάξεις. Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι η ανασυγκρότηση της Αριστεράς. Μια αναδόμηση με ευρύτερες δυνάμεις, με βάση τα νέα προβλήματα και με βάση την εμπειρία της διακυβέρνησης.
Γιατί η Αριστερά δεν είναι πλέον ο άοπλος αγνός προφήτης, αλλά πολύπαθος και πολυμήχανος Κένταυρος. Επομένως, η ανασυγκρότηση δεν θα γίνει στο πεδίο των συζητήσεων, αλλά στο πεδίο των πολιτικών πρωτοβουλιών.

Και εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Παρά τις διακηρύξεις, εξακολουθεί μια αυτο-απομονωτική πολιτική, και το βλέπουμε στον ορισμό στενά κομματικά υποψηφίων στις δημοτικές εκλογές, σε ένα πεδίο που προσφέρεται κατ'εξοχήν σε συμμαχίες. Δεν είναι δυνατόν στη δεκαετία του '50, όταν η Αριστερά καταδιωκόταν, να μπορεί να αναδεικνύει υποψηφίους με ευρύτερη επιρροή, να κερδίζει όλους τους μεγάλους δήμους, και να μην μπορεί να το κάνει σήμερα, καταφεύγοντας στην απομόνωση. Τα είπαμε γι' αυτά με αφορμή την παλινδρόμηση στη σκανδαλολογία. Νοοτροπία σκαντζόχοιρου.

Πράττει σαν να έχει προαποφασιστεί ότι, εν όψει ήττας, θα σμιλέψει ένα μικρό αλλά ανθεκτικό κόμμα αποφασισμένων για τους δύσκολους καιρούς. Αλλά επιβίωση και συντήρηση, με τις συνειδήσεις των οπαδών στο ψυγείο, είναι νοοτροπία ΚΚΕ, όχι μιας Αριστεράς που συμμετέχει στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Τι κάνουμε απέναντι στο τσουνάμι της Ακροδεξιάς, που το βλέπουμε όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά να έρχεται κι εδώ, και μάλιστα με εφήβους; Είναι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ που ανησυχεί; Και η άλλη Αριστερά, το προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας; Ποιος θα ανταποκριθεί στις ανησυχίες του; Το ΚΙΝ.ΑΛΛ. απογοητεύει, γιατί πάει όλο και πιο δεξιά. Πώς θα γίνουν συμμαχίες;

Συχνά επικαλούμαστε την εμπειρία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Αλλά αν τα δυο αριστερά της κόμματα δεν πολεμούσαν τότε το ένα το άλλο, η κατάληξη θα μπορούσε να είναι και διαφορετική. Αλίμονο για την ίδια την κοινωνία και για την τύχη της δημοκρατίας στην Ελλάδα, αν η μάχη δοθεί με σημαία την κομματική επιβίωση. Πρέπει να δοθεί με στόχο την ηγεμονία στην κοινωνία. Με τη δημιουργία μιας ευρύτερης περιβάλλουσας ατμόσφαιρας. Την ευρύτερη ανασυγκρότηση της Αριστεράς.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 3/12/2018.