Παρασκευή, 14 Αύγουστος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Γλυκά, συντηρητικά και... αντιεπιστημονικά

Όταν ακούς εξαγγελίες προγράμματος πρόνοιας και κοινωνικής αλληλεγγύης και «όραμα δίκαιης και αποτελεσματικής άσκησης κοινωνικής πολιτικής» δεν έχεις παρά να δείξεις τη δέουσα προσοχή. Πολύ δε περισσότερο όταν εξαγγέλλεται... άρση των κακώς κειμένων των προηγούμενων ετών (εννοείται της καταστροφικής διακυβέρνησης των Συριζαίων).

Θα ξεπεράσω τη λατρεία της κ. Μιχαηλίδου για τα οριζόντια και κάθετα επίπεδα όταν προσπαθεί να ξεδιπλώσει την επιστημοσύνη της. Το λέω αυτό, γιατί παρακολουθώντας τις εξαγγελίες του κυβερνητικού προγράμματος πρόνοιας στη Βουλή, και συγκρίνοντάς τες με παλιότερη ομιλία της στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών για τη βιομηχανοποίηση και την ανανέωση στον χώρο της βιομηχανίας (καθήμενη πλάι σε έναν ανέκφραστο Τάσο Γιαννίτση), διαπίστωσα ένα copy paste περί οριζοντίων και κάθετων επιπέδων στις θεωρητικές της ανησυχίες – τώρα και στις πολιτικές της επιδόσεις.

Επιπλέον, απαλλάχθηκα από το στερεότυπο του λεγόμενου «ξύλινου λόγου» το οποίο είχα ταυτίσει με το ΚΚΕ. Λάθος! Ξύλινος μπορεί να είναι και ο λόγος που διατυπώνει μία νέα σε ηλικία τεχνοκράτης που χρησιμοποιεί τα τυπικά της προσόντα και τη διαδρομή της σε διεθνείς οργανισμούς για να πείσει το ακροατήριό της πως «θα κάνει καλά τη δουλειά». Πολύ δε περισσότερο, όταν αυτός ο προγραμματικός λόγος διατυπώνεται γλυκά, συντηρητικά, εξωπραγματικά και... αντιεπιστημονικά και, φυσικά, δεν θεραπεύει καμία νοσούσα πραγματικότητα.

Έστω ότι οριζόντιος άξονας είναι «το δημογραφικό μας πρόβλημα» και πρώτος κάθετος είναι «ενδυνάμωση του θεσμού της οικογένειας». Η τυπική δημογραφία στο δικό μου πανεπιστήμιο έλεγε ότι η αύξηση του πληθυσμού νοείται με δύο τρόπους: (α) με φυσική αύξηση μέσω μεγαλύτερου αριθμού γεννήσεων σε σχέση με τους θανάτους και (β) με τεχνητή αύξηση, π.χ. μέσω της μετανάστευσης.

Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες κοινωνικής δημογραφίας. Αλλά, είναι βέβαιο ότι το επίδομα των 2.000 ευρώ για κάθε γέννηση θα προκαλέσει αντιστροφή της δημογραφικής τάσης; Όσοι Ελληνες μεγαλώνουν παιδιά, εδώ, γελάνε με τον ακτιβισμό του νεοδημοκρατικού κράτους. Και φυσικά, η Ελλάδα δεν ξεφεύγει από το ευρωπαϊκό μοντέλο της μεταναστευτικής πολιτικής.

Οι μετανάστες είναι καλοί όσο «λιάζονται», είναι αόρατοι και εργατικό δυναμικό στα όρια της σύγχρονης δουλείας. Δεν είδα κάποια πρόνοια προς την κατεύθυνση ένταξης των μεταναστών στον γενικό πληθυσμό ‒ ενώ πρόκειται για υπαρκτό πρόβλημα που καμία κυβέρνηση, ούτε εδώ ούτε στην Ευρώπη, δεν ακούμπησε επί της ουσίας, ούτε ποιοτικά ούτε ποσοτικά.

Και σχολιάζοντας λίγο τον κάθετο άξονα της «ενδυνάμωσης του θεσμού της οικογένειας», να ρωτήσω αφελώς «Ποιας οικογένειας;» Προφανώς, αν κατάλαβα καλά, γίνεται κουβέντα για τη νεωτερική φυσικοποιημένη οικογένεια του '50 στο «The Ozzie and Harriet Show», όπου οι ευτυχισμένοι σύζυγοι-γονείς, ο Οζι και η Χάριετ, με τους δύο γιους, τον Ντέιβιντ και τον Ρίκυ, μας έκαναν να γελάμε.

Η οικογένεια που εννοεί η κ. υφυπουργός Εργασίας, απλά, δεν υπάρχει. Είναι προφανώς μια οικογένεια ορθοδόξων, με θρησκευτικό κατά προτίμηση γάμο, που γεννούν δύο τρία παιδιά πριν τα τριάντα τους τα οποία μεγαλώνουν σε βρεφονηπιακούς, που τα «κακομαθαίνουν» οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους. Αυτό το ιδεατό μοντέλο οικογένειας, ζει σ' ένα υπόδειγμα αγοράς εργασίας, όπου όλο το εργατικό δυναμικό απασχολείται, όπου δεν υπάρχουν ξένοι, αλλόθρησκοι ή αλλοεθνείς, όπου δεν υπάρχει εγκληματικότητα, που λειτουργούν οι δημόσιες συγκοινωνίες, οι αποχετεύσεις και οι ΟΤΑ και που όλα τα εμβόλια, μαζί και οι ξένες γλώσσες, είναι δωρεάν.

Ο Ρουσσώ στο «Κοινωνικό Συμβόλαιο», πράγματι, όριζε το μέγεθος του πληθυσμού ως ασφαλέστερο σημάδι επίτευξης του σκοπού αναπαραγωγής κι ευημερίας της πολιτικής κοινότητας. «Μην αναζητήσετε αλλού ‒έγραφε‒ αυτό το τόσο διαφιλονικούμενο σημείο. Με δεδομένο ότι όλα τα άλλα είναι ίσα, η κυβέρνηση υπό την οποία, χωρίς ξένους πόρους, χωρίς πολιτογραφήσεις, χωρίς αποικίες, οι πολίτες αυξάνονται και πληθύνονται είναι ασφαλώς η άριστη· και η χειρότερη, όταν ένας λαός λιγοστεύει και μαραζώνει. Όσοι ξέρετε να μετράτε, έφτασε η σειρά σας: λογαριάστε, μετρήστε και παραβάλλετε».

Το καλύτερο θα ήταν η κ. υφυπουργός να σταματήσει να μας διαβάζει τα manual των υποδειγμάτων. Να πει κάτι που να βγαίνει από την ψυχή της και την πραγματική κοινωνία. Να πει τι θα κάνει για το δημογραφικό και τις αφανείς υποχρεώσεις που συνεπάγεται. Θα ορίσει φόρο αγαμίας, θα απαγορεύσει τα προφυλακτικά και τη συνουσία εκτός γάμου; Θα ορίσει πλάνο ώστε το 2030 οι Ελληνες να είναι 15 εκατομμύρια; Ο προηγούμενος πρωθυπουργός κόμπαζε ότι πήρε την ανεργία από το 28% και την πήγε 20-22%. Εβαζε τελεία, και έλεγε «Πέτυχα». Δεν έλεγε ότι ηγείται μιας χώρας υπερχρεωμένης με την υψηλότερη ανεργία στην Ε.Ε.

Βεβαίως, η κ. υφυπουργός, όταν λέει ότι «εμείς θα το κάνουμε σωστά», να θέλει να μας πείσει πως αν ο Ρουσσώ ή ο Μαρξ ήξεραν τις τυφλές δυνάμεις που θα απελευθέρωναν, θα έγραφαν αλλιώς σήμερα το «Κοινωνικό Συμβόλαιο» ή το «Κεφάλαιο». Το συζητάμε αν επιθυμεί, αλλά δημογραφικό δεν λύνουμε.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 26/7/2019. 

Το στοίχημα της επόμενης μέρας

Μια εποχή έχει φτάσει στο τέλος της όταν οι βασικές ψευδαισθήσεις της έχουν εξαντληθεί, έγραφε ο Αρθουρ Μίλερ. Στην ταραγμένη δεκαετία 2010-19 οι Ελληνες δοκίμασαν τα πάντα. Αρχικά την απόλυτη άρνηση, έπειτα την τυφλή οργή. Οι «Αγανακτισμένοι» πλημμύρισαν τις πλατείες. Κάτω ακόνιζαν το δημαγωγικό τους ταλέντο οι μεθαυριανοί υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ, πάνω το αγριεμένο ακροατήριο της Ακροδεξιάς. Παράλληλα, δοκίμαζε την τύχη του ένας ηπιότερος κεντροδεξιός λαϊκισμός, με γενεσιουργό μύθο την τάχα διογκωμένη καταγραφή του ελλείμματος του 2009 που τάχα επέφερε το μνημόνιο. Ηταν ο προθάλαμος του ακραίου αντιμνημονιακού λαϊκισμού που επρόκειτο να εκτοξεύσει στην εξουσία τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Στις εκλογές του 2012 η λαϊκή ψήφος ανέδειξε τον ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα κι έβαλε στη Βουλή τους νεοναζί. Η κυβέρνηση των «Σαμαροβενιζέλων» συνέχισε την προσαρμογή Παπανδρέου-Παπαδήμου, και το φως άρχισε να φαίνεται στο βάθος του τούνελ: πρωτογενές πλεόνασμα το 2013, ανάκαμψη το 2014. Ομως το φως ήταν το τρένο των έξαλλων ψευδαισθήσεων, που έφερε ένα άτακτο ασκέρι νεομαρξιστών, κομμουνιστών, ακροδεξιών και φανφαρόνων να διαχειριστούν τις τύχες της χώρας. (Με ανατριχιαστική ακρίβεια καταγράφουν τις μέρες εκείνες οι Ελ. Βαρβιτσιώτη και Β. Δενδρινού στην «Τελευταία μπλόφα»). Τον Σεπτέμβριο 2015, αφού η χώρα κράσαρε στον τοίχο, οι ψηφοφόροι ζαλισμένοι έδωσαν άλλη μία ευκαιρία.

Αφού τα δοκίμασαν όλα οι πολίτες, στις 7 Ιουλίου είπαν να πειραματιστούν με την εγγύτερη εκδοχή μιας σύγχρονης δυτικοευρωπαϊκής κυβέρνησης. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκλεισε μια εποχή εξαντλημένων ψευδαισθήσεων, ανοίγοντας μια τετραετία, παρά ταύτα, υψηλών προσδοκιών. Οι πρώτες κινήσεις υποδεικνύουν την ορθολογικότερα συγκροτημένη πρόταση για τη χώρα από την αρχή της κρίσης.

Δεν είναι μόνο η αναδιάταξη προτεραιοτήτων σε τομείς που ο συνδυασμός ιδεοληψίας και ανεπάρκειας των προκατόχων είχε παραμελήσει: Τη μείωση των φόρων στις επιχειρήσεις και στη μεσαία τάξη. Τη διεκδίκηση δημοσιονομικού χώρου στη βάση πραγματικών μεταρρυθμιστικών και αναπτυξιακών αποτελεσμάτων. Τον συνολικό μετασχηματισμό του Δημοσίου, ώστε να υπηρετεί την προτεραιότητα των ιδιωτικών επενδύσεων. Το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Τον ψηφιακό, τεχνολογικό εκσυγχρονισμό του κράτους. Είναι η ανάδειξη των προτεραιοτήτων αλλά και των διοικητικών προϋποθέσεων επίτευξής τους: η δημιουργία επιτελικού κέντρου γύρω από τον πρωθυπουργό, η δραστική ενίσχυση του κυβερνητικού συντονισμού. Η μετακόμιση από το κέλυφος του Μαξίμου στο κτίριο της Βασιλίσσης Σοφίας ως πραγματικό κέντρο εργασίας δείχνει ότι ο Κυρ. Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται τη διακυβέρνηση με τους όρους λειτουργίας ενός σύγχρονου Γραφείου Πρωθυπουργού.

Βέβαια, κάθε νέα περίοδος εμπεριέχεται στην προηγούμενη και εγκυμονεί την επόμενη. Η ευρεία, την τελευταία τετραετία, απομυθοποίηση της Αριστεράς στο πεδίο των πολιτικών συμβόλων, κι όχι μόνο της διακυβέρνησης, επιτρέπει καινοτομίες που δέκα χρόνια πριν θα φάνταζαν παράτολμες. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι η πρώτη που προχωρεί στην κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου. Τα σημερινά συμφραζόμενα συνδέουν το άσυλο όχι με ηρωικούς αντιδικτατορικούς αγώνες αλλά με αυθαίρετους μπαχαλάκηδες που καταστρέφουν δημόσια περιουσία χλευάζοντας τον κόπο του φορολογουμένου.

Το σημαντικότερο στοίχημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η αύξηση της απασχόλησης, η δημιουργία καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας, ο επαναπατρισμός του brain drain, προσδιορίζεται κι εκείνο από μια γενεαλογική αντικατάσταση. Στα 10+ χρόνια της κρίσης (ο Δεκέμβριος 2008 ήταν ο προάγγελος του σεισμού), βαθιές μεταβολές συντελέστηκαν. Παιδιά του δημοτικού τότε, διέτρεξαν τη μαθητική τους ζωή στο περιβάλλον κρίσης, ανεργίας, φτωχοποίησης. Αλλοι εισήλθαν στην παραγωγική ηλικία αδυνατώντας να βρουν δουλειά, αναζητώντας κατά χιλιάδες διέξοδο στην άτυπη οικονομία ή στο εξωτερικό. Ανθρωποι που έχασαν τη δουλειά τους έχουν υποστεί τη σαρωτική ματαίωση της μακροχρόνιας ανεργίας.

Η νέα κυβέρνηση έχει μια συγκροτημένη στρατηγική απασχόλησης, που στηρίζεται στη λογική των αναπτυξιακών κινήτρων και ευκαιριών αντί των επιδομάτων. Θα κριθεί από τα αποτελέσματα, και θα κριθεί αυστηρά.

Ο επιφανέστερος συνδυασμός καινοτομίας και συνέχειας εκπροσωπείται από την ίδια την πολιτική προσωπικότητα του νέου πρωθυπουργού. Ένας φιλελεύθερος εκσυγχρονιστής, μεταρρυθμιστής στην παράταξή του, συσπείρωσε γύρω του μια κρίσιμη μάζα προοδευτικών πολιτών, με πρόθεση να κυβερνήσει από το Κέντρο, ως επικεφαλής ωστόσο ενός γηρασμένου, αμαρτωλού κόμματος, που ο κορμός του βρίσκεται στη λαϊκή Δεξιά. Το εσωτερικό πολιτικό κεφάλαιο του Κυριάκου Μητσοτάκη αντλείται από το γεγονός ότι έφερε τη Ν.Δ. στην εξουσία, κατάγοντας μια πολύ μεγάλη εκλογική νίκη. Δεν είναι απεριόριστο το κεφάλαιο αυτό, και ο ζωτικός του πολιτικός χρόνος πολύ βραχύτερος από το σύνολο μιας κυβερνητικής τετραετίας. Είναι όμως εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι η κυβέρνησή του ήρθε έτοιμη και με επίγνωση του ιστορικά επείγοντος.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 21/7/2019. 

Η Σοσιαλδημοκρατία μετά τις εκλογές

Με βάση τα αποτελέσματα των εκλογών, η νικήτρια Νέα Δημοκρατία κέρδισε την αυτοδυναμία ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία όχι μόνο δεν υπέστη την αναμενόμενη στρατηγική ήττα, αλλά κατάφερε να πάρει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό των ευρωεκλογών. Τέλος, το ΚΙΝΑΛ με το οποίο θα ασχοληθώ σε αυτό το άρθρο δεν κατόρθωσε να ανέλθει σε διψήφιο αριθμό. Φαίνεται καθαρά πως για την επόμενη τετραετία το διπολικό σύστημα θα εδραιωθεί περισσότερο ενώ το ΚΙΝΑΛ, όπως έχω τονίσει και σε προηγούμενα άρθρα μου, αν δεν αλλάξει τον προσανατολισμό του θα συνεχίσει τον κατηφορικό δρόμο.
Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, θα υποστηρίξω πως τα μέλη και στελέχη του κινήματος, πριν αποφασίσουν τι είδους στάση θα πάρουν στο επόμενο συνέδριο του κόμματος, θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους όχι μόνο τι συμβαίνει στη χώρα μας αλλά και τις σχετικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Γιατί η Ελλάδα, αντίθετα με την ελληνοκεντρική αντίληψη, δεν αποτελεί εξαίρεση, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την σχέση μεταξύ σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς.

Σοσιαλδημοκρατία και παγκοσμιοποίηση

Στην Ευρώπη το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών οδήγησε στην αδυναμία των εθνικών κυβερνήσεων να ελέγχουν τις κινήσεις του πολυεθνικού κεφαλαίου εντός των εθνικών συνόρων. Αυτό βέβαια ενέτεινε την ανισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Επιπλέον, η συρρίκνωση της βιομηχανικής εργατικής τάξης (η κύρια εκλογική βάση των σοσιαλδημοκρατών), καθώς και άλλοι παράγοντες οδήγησαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να προσεγγίσουν τις πρακτικές και αξίες του νεοφιλελευθερισμού. Αξίες βασισμένες στην αγοροκρατική λογική. Στη λογική πως όσο μεγαλύτερη είναι η απελευθέρωση των αγορών από τον κρατικό έλεγχο, τόσο η παραγωγικότητα εντείνεται. Ενώ μέσω της διάχυσης του πλούτου προς τα κάτω (trickle down effect) θα εξασφαλίζονται ή και θα επεκτείνονται τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων.
Βέβαια, αυτή η λογική δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη την τωρινή κυριαρχία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού, τη δυνατότητα φυγής του κεφαλαίου σε φορολογικούς παραδείσους κτλ. Για ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά θεωρήθηκε ως προδοσία: ως «μπλερισμός» ή «σοσιοφιλελευθερισμός». Μια τάση που δεν έχει πια καμία σχέση με την «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975). Κατά αυτούς, η στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τον νεοφιλελευθερισμό οδήγησε στον θάνατό της. Είναι για αυτόν τον λόγο που πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, κυρίως κατά την περίοδο της 2007/8 κρίσης, πήραν την κατιούσα. Έτσι, για παράδειγμα, στις τρεις πιο μεγάλες οικονομίες της ΕΕ (Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία) παρατηρούμε την εκτίναξη των ανισοτήτων και την κοινωνική περιθωριοποίηση ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Αυτό σε συνδυασμό με την ταυτοτική και προσφυγική κρίση, οδήγησε στη θεαματική άνοδο του εθνολαϊκισμού και την κάθοδο των κεντροαριστερών κομμάτων.

Οι εξελίξεις στην ευρωζώνη

Ξεκινώ με το ιστορικά και πολιτικά πιο σημαντικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το γερμανικό SPD. Το κόμμα αποφάσισε να συνεργαστεί σχηματίζοντας έναν «μεγάλο συνασπισμό» με το συντηρητικό χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, με καταστροφικά για το πρώτο αποτελέσματα. Σε κάθε έναν από τους τρεις συνασπισμούς με το κόμμα της Άνγκελας Μέρκελ το SPD κατόρθωσε μεν να προωθήσει σε κάποιον βαθμό τα δικαιώματα των εργαζομένων. Αλλά συρρικνώθηκε δραματικά σε ό,τι αφορά τα ποσοστά του. Και αυτό την στιγμή που μετά τις πρόσφατες ευρωεκλογές το αριστερό ριζοσπαστικό πράσινο κόμμα φαίνεται να καταλαμβάνει την πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις ξεπερνώντας τα δύο παραδοσιακά μεγάλα κόμματα (το SPD και το Λαϊκό Κόμμα). Παρόλα αυτά η τωρινή ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος παραμένει στον Μεγάλο Συνασπισμό που έχει πάψει πια να είναι «μεγάλος». Στην κομματική όμως βάση του SPD, κυρίως οι νέες και οι νέοι, απαιτούν την άμεση αποχώρηση από μια συμμαχία που έχει περιθωριοποιήσει τη γερμανική κεντροαριστερά. Πολλοί υποστηρίζουν πως μια νέα συμμαχία μεταξύ της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, του ριζοσπαστικού αριστερού κόμματος Die Linke και των πρασίνων θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση και να αλλάξει την κομματική δομή της Γερμανίας αλλά και τις μελλοντικές τύχες της ΕΕ.
Σε άλλες όμως ευρωπαϊκές χώρες, η σοσιαλδημοκρατία τα κατάφερε καλύτερα. Για παράδειγμα, στις πρόσφατες εκλογές στην Δανία η σοσιαλδημοκράτισσα Μέτε Φρέντρικσεν κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψη τους φόβους μιας μερίδας των ψηφοφόρων που επιθυμούν τον πιο αυστηρό έλεγχο των προσφυγικών ροών. Στην Σουηδία από την άλλη μεριά, οι σοσιαλδημοκράτες κέρδισαν τις εκλογές με παραχωρήσεις προς τα μεσαία κόμματα. Ενώ οι φιλανδοί σοσιαλδημοκράτες συγκρότησαν κυβέρνηση συμμαχώντας με μικρότερα αριστερά κόμματα. Όσο για τη νότια Ευρώπη, ως γνωστόν ο πορτογάλος σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Αντόνιο Κόστα κυβερνά εδώ και καιρό με αποτελεσματικό τρόπο στη βάση μιας συμμαχίας όπου το ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα Bloco παίζει σημαντικό ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για την Ισπανία. Ο σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ κυβερνά με τη βοήθεια των Podemos (πρόκειται βέβαια για μια κυβέρνηση μειοψηφίας).
Με βάση τα παραπάνω, είναι εμφανές πως στην ευρωζώνη κάθε στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τα δεξιά την αποδυναμώνει. Ενώ αντίθετα όταν η κεντροαριστερά συμμαχεί με αριστερά κόμματα ενισχύεται. Φυσικά, δεδομένης της πολυπλοκότητας του κάθε εθνικού πολιτικού συστήματος, δεν υπάρχει μια καθολική θεωρία. Αλλά αναμφίβολα η κυρίαρχη τάση είναι προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα το ΚΙΝΑΛ αν δεν θέλει να συρρικνωθεί περαιτέρω, θα πρέπει να λάβει υπόψη του την εμπειρία των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην ευρωζώνη.

Το ΚΙΝΑΛ και η φιλοευρωπαϊκή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ

Υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας που οι οπαδοί του ΚΙΝΑΛ πρέπει να λάβουν υπόψη τους στη μετεκλογική περίοδο. Με την αργή αλλά σταδιακή ενοποίηση της ΕΕ, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ της μακρονικής ευρωπαϊκής πολιτικής και αυτής της ριζοσπαστικής αριστεράς αμβλύνονται. Πιο συγκεκριμένα, παρόλο που ο γάλλος πρόεδρος ακολουθεί μια νεοφιλελεύθερη πολιτική εντός της χώρας του, στον ευρωπαϊκό χώρο έχει σαν στόχο την σταδιακή άμβλυνση του τεράστιου και συνεχώς εντεινόμενου χάσματος μεταξύ του γερμανικού κέντρου και του ευρωπαϊκού νότου. Οι Τσίπρας, Κόστα και Σάντσεθ για προφανείς λόγους συμφωνούν όχι με τον μερκελικό, αλλά με τον μακρονικό δρόμο προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Συμφωνούν με την ιδέα μιας ευρωκεντρικής ομοσπονδίας και όχι μιας γερμανοκρατούμενης συνομοσπονδίας. Γιατί στο πλαίσιο της δεύτερης θα συνεχιστεί η συστηματική μεταφορά πόρων από τις λιγότερο στις περισσότερο αναπτυγμένες χώρες της ευρωζώνης. Από αυτή την άποψη, η συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση του Αλέξη Τσίπρα από την αρχηγό του ΚΙΝΑΛ και η ιδέα πως το κόμμα της θα μπορέσει μεσοπρόθεσμα να περιθωριοποιήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να πάρει τη θέση του στο κομματικό σύστημα είναι δονκιχωτική. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ που υπήρχε πριν από την ευρωπαϊκή στροφή του αρχηγού του δεν υπάρχει πια. Άρα, αν συνεχιστεί η εμμονική δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς και η στροφή της Φώφης Γεννηματά προς την ΝΔ, το ΚΙΝΑΛ θα διαλυθεί. Βέβαια, πρόσφατα η πρόεδρος του κόμματος άλλαξε απότομα πολιτική. Τονίζει την αυτονομία του Κινήματος Αλλαγής. Ισχυρίζεται πως δεν θα γίνει το κόμμα της ούτε δεκανίκι της ΝΔ ούτε του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για μια ακόμη φαντασίωση. Για παράδειγμα, η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ ακολουθεί πιστά τις υπερφίαλες θέσεις της ΝΔ σε ό,τι αφορά την Συμφωνία των Πρεσπών. Τουλάχιστον ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολούθησε μια μικροκομματική πολιτική για να ενώσει το κόμμα του. Ενώ η κυρία Γεννηματά δεν είχε τέτοιο πρόβλημα. Αντίθετα όλα σχεδόν τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου είπαν την αλήθεια. Δηλαδή πως η συμφωνία ήταν συμφέρουσα για τη χώρα.

Συμπέρασμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ με βάση τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα είναι και θα παραμείνει ο δεύτερος πόλος του πολιτικού μας συστήματος. Το ΚΙΝΑΛ υπό την τωρινή ηγεσία όχι μόνο δεν πρόκειται να αυξήσει σε διψήφιο αριθμό το ποσοστό του στις επόμενες εκλογές αλλά θα καταφέρει μάλλον το αντίθετο. Ο μόνος τρόπος να διασωθεί η ελληνική κεντροαριστερά είναι μια συμμαχία με τη ριζοσπαστική αριστερά. Αφού τα δύο κόμματα έχουν στη σημερινή συγκυρία περισσότερα κοινά σημεία από διαφορές. Επιπλέον, το ΚΙΝΑΛ μπορεί να οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ προς μια πιο δημοκρατική και αποτελεσματική κατεύθυνση. Ενώ μια συμμαχία βασισμένη σε συγκεκριμένα προγράμματα μπορεί να οδηγήσει στην αναζωογόνηση της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 21/7/2019. 

Προσδοκίες της κοινωνίας πολιτών και αγαστή μεσότητα

Η πείρα έδειξε ότι ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση είναι καλό να εκφράζονται στο τέλος της κοινοβουλευτικής τετραετίας, όταν πρόγραμμα και υπεσχημένα είναι προ πολλού σε δρόμο υλοποίησης.

Παρά την αυστηρή επιτήρηση και το πλαίσιο των ακολουθητέων μέτρων που θέτει η Ε.Ε., οι προσδοκίες των ψηφοφόρων από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είναι πολλές.

Προσδοκία των ψύχραιμων και σκεπτόμενων πολιτών είναι το πολιτικό προσωπικό να δουλέψει για το κοινό όφελος και όχι για κομματικά ή προσωπικά οφέλη. Είναι ο μόνος τρόπος η αυτοδύναμη κυβέρνηση να υπερβεί την πόλωση που θα την εκτροχίαζε από το σχέδιο της παραγωγικής ανάκαμψης της χώρας.

Οταν γίνει το πολυαναμενόμενο, οι κυβερνώντες να θέσουν σε δεύτερη μοίρα κομματικά οφέλη, προτάσσοντας το συμφέρον της κοινωνίας, τότε και η Ε.Ε. θα αναγνωρίσει εμπράκτως τις συνέπειες των λαθών της στη διαχείριση του ελληνικού χρέους, θα αναθεωρήσει τους όρους εξόφλησής του, συνυπολογίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας στο νοτιοανατολικό σύνορό της, ενώ οι αποφάσεις του Ε.Σ. θα επιδείξουν την υπευθυνότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που επιβάλλει το επαχθές και μη βιώσιμο χρέος χώρας-μέλους της Ε.Ε.

Θετική μεταχείριση έτυχαν επιτηρούμενες χώρες που προέταξαν με εθνική συναίνεση τη σωτηρία τους, συνειδητοποιώντας εγκαίρως ότι διαπραγματευόμενες σε κατάσταση πολιτικού διχασμού και αυστηρής εποπτείας θα ήταν αναγκαστικά υποχωρητικότερες στους επιτηρητές και αυταρχικότερες στους πολίτες.

Με διεθνείς συσχετισμούς στην ακρώρεια μεταξύ Δύσης και Εγγύς Ανατολής, κρίσιμους σε ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, τα προγράμματα των μνημονιακών κυβερνήσεων της τελευταίας 10ετίας λειτουργούν ως οι δύο όψεις του πλαισίου που όρισε η Ε.Ε. για την εξόφληση του μη βιώσιμου χρέους μας.

Το πρόγραμμα αναδιανομής του εισοδήματος μεσαίων και πτωχών στρωμάτων, με αποτέλεσμα την πτωχοποίηση της κοινωνίας, που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποτυχημένη διαπραγμάτευση για το χρέος, είναι η μια όψη του προγράμματος που έθεσε ως πλαίσιο η Ε.Ε.

Στο στενό αυτό πλαίσιο, που καταδικάζει τη χώρα σε παραμόνιμη ύφεση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέδωσε τη διακυβέρνηση με άδεια τα δημόσια ταμεία, αλλά δεν προστάτεψε τη ΔΕΗ.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη χώρα μας είναι το πρόγραμμα που αναλαμβάνει να υλοποιήσει ο νέος πρωθυπουργός, με τη διαβεβαίωση ότι θα είναι προς όφελος της χώρας, αρκεί να τηρηθεί αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών με όρους αξιοκρατίας και αντι-ηγεμονισμού, ώστε να μπούμε σε σταθερή πορεία παραγωγικής ανόρθωσης.

Με δεδομένο το είδος των μέτρων, αυτό μπορεί να γίνει εάν οι δύο όψεις της προβλεπόμενης πολιτικής αντικριστούν και διασαφηνισθούν οι ενεργές και εν δυνάμει αλληλο-συσχετίσεις τους, ώστε να καταστούν οργανικά μέρη μιας σύνθετης πολιτικής, θετικής για το σύνολο της κοινωνίας.

Το πνεύμα, όμως, της μεσότητας που εκφράζει μια τέτοια συνδυαστική πολιτική, απαιτεί αξιοποίηση των αρίστων ανεξαρτήτως ιδεοληψιών, ελεγκτικούς μηχανισμούς, κυρώσεις.

Είναι γνωστό ότι μια οργανική ολότητα είναι σε αλληλεξάρτηση με τα μέρη που τη συναποτελούν. Για να γίνει εμπράκτως σεβαστή αυτή η αδιαμφισβήτητη αρχή, απαιτείται ευρύτητα πνεύματος και ο διάλογος -προϋπόθεση για την τόσο αναγκαία ομοψυχία.

Με εμπειρία πολιτικής ζωής δύο αιώνων, οι Ελληνες πολίτες έχουν κουραστεί με τον ηγεμονισμό των δεξιών και κεντροδεξιών κυβερνήσεων. Αξιώνοντας ηγεμονισμό και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της, το 2015, έθεσε κι αυτή το κόμμα πάνω από την κοινωνία, με αποτέλεσμα άκρως ανταγωνιστικές στάσεις και πρακτικές, που αναγκαστικά ευνόησαν την αναξιοκρατία και τον λαϊκισμό στη διοίκηση και στην παιδεία.

Είναι πλέον σαφές ότι οι πολίτες αξιώνουν μια κοινοβουλευτική και όχι μια καθεστωτική δημοκρατία, με εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα ικανά να επιλύουν τα άπειρα προβλήματα της κρατικής μηχανής, χωρίς ηγεμονικούς μικρο-μεγαλισμούς που επιβάλλουν ασύμφορους συμβιβασμούς, υπαναχωρήσεις και δουλοπρέπεια εντός και εκτός των συνόρων.

Σε ένα τέτοιο αντι-ηγεμονιστικό και αυτο-κρινόμενο πλαίσιο προς όφελος της κοινωνίας και όχι των κομμάτων, δεν θα υπάρχουν σκανδαλωδώς κερδισμένοι και κατάφωρα ζημιωμένοι Ελληνες. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό πως, όταν ένα μικρό μέρος της κοινωνίας γίνεται άπληστο για μη φορολογημένο πλουτισμό, αυθαίρετες δανειοληψίες και γενικότερα, άνομες συναλλαγές, τότε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας γονατίζει από την ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, την οικονομική, ηθική και πνευματική εξαθλίωση. Και τότε η αποσταθεροποίηση επισπεύδει τη διάλυση.

Με δεδομένους τους όρους, μια κυβέρνηση που συμμερίζεται ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ τις θυσίες που επιβλήθηκαν στους πολίτες της, υποχρεώνεται να συνδυάσει μέτρα ενίσχυσης για τους πολίτες κάτω των ορίων της φτώχειας με πρακτικές παραγωγικής ανάπτυξης στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της παιδείας. Ώστε όσο η παραγωγικότητα θα αυξάνει, να μειώνεται η επιδοματική πολιτική ως όλο και λιγότερο αναγκαία.

Για φανατικούς του κομματισμού, τέτοιου είδους ισορροπία φαντάζει ισορροπία τρόμου. Για τους πολίτες με συνείδηση των κινδύνων που διατρέχει η χώρα, πρόκειται για την αναγκαία, σε τόσο δύσκολες φάσεις, μεσότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/7/2019. 

Πρώτα βήματα ουσίας

Με την Βουλή να έχει ανοίξει, τις συμβολικές κινήσεις έναρξης κυβερνητικής παρουσίας να ολοκληρώνονται (διαγωνισμός υπουργών ποιος θα φθάσει νωρίτερα στο υπουργείο του - μνήμη πειθαρχίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, νυκτερινές επισκέψεις Κικίλια σε νοσοκομεία με πρόωρη λήξη εφημεριών, εφοδεία Μηταράκη στον ΕΦΚΑ λόγω μη-ανταπόκρισης του τηλεφωνικού κέντρου), με τον αστερισμό Γενικών Γραμματέων σε εξέλιξη, με τις προγραμματικές δηλώσεις ήδη σε απόσταση αναπνοής και με το φορολογικό νομοσχέδιο λίγο παρακάτω, τίθενται πλέον τα βασικά ερωτήματα της αυριανής οικονομικής πολιτικής και των περιθωρίων νέας διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους». Ευθέως.
Ήδη, μετά την συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη/Γιάννη Στουρνάρα (και μετά την τοποθέτηση του δεύτερου επί των προοπτικών της οικονομίας στην νέα της φάση, στην «Καθημερινή») μια πρώτη σειρά πραγμάτων ήρθε στο τραπέζι. Αφήνοντας κατά μέρος την τοποθέτηση Στουρνάρα ότι οι (σχεδιαζόμενες) μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να φέρουν την (ελπιζόμενη) ανάπτυξη και ως εκ τούτου να δημιουργήσουν τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο - θυμίζουμε ότι κατά Στουρνάρα, το β΄ 6μηνο 2019 ξεκινά με ένα άνοιγμα 0,6% του ΑΕΠ ως προς την επιτευξιμότητα του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% - αξίζει κανείς να σταθεί στην θέση του ίδιου ότι είναι καιρός να αρθούν τα capital controls. Τα οποία μάλιστα «δεν έχουν πλέον χρησιμότητα». Ο Διοικητής της ΤτΕ δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνει αυτήν την άποψη: το είχε αφήσει να φανεί ήδη τους τελευταίους μήνες, επί της προηγουμένης Κυβερνήσεως.
Μια τέτοια κίνηση πλήρους άρσης των capital controls και όχι απλώς περαιτέρω χαλάρωσής τους, παράλληλα και με την συζητούμενη άρση των δεσμεύσεων/περιορισμών για τα ομόλογα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, εφόσον κατορθωνόταν να λειτουργήσουν μαζί με την έκκληση Μητσοτάκη - τις τελευταίες προεκλογικές ημέρες - προς τις επιχειρήσεις να σταματήσουν να διακρατούν, overnight, τα ταμειακά τους διαθέσιμα στο εξωτερικό («ασφαλή» από τις δεσμεύσεις των capital controls) και να τα επαναπατρίσουν στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, θα μπορούσαν να δώσουν την εντύπωση μιας άμεσης (επαν)εκκίνησης. Αλλά και να αποτελέσουν, πέρα από εικόνα, μια νέα πραγματικότητα.
Καθώς μάλιστα δρομολογήθηκε, μεσοκαλόκαιρα, η νέα έξοδος στις αγορές για τοποθέτηση κρατικού χαρτιού και η επίτευξη απόδοσης 1,9% για το 7ετές που λανσαρίστηκε (συγκρίνετε με επιτόκιο 3,5% για αντίστοιχη έκδοση μόλις τον Φεβρουάριο, και με το άνοιγμα του τωρινού βιβλίου προσφορών στο 2,1%) τα θετικά σημάδια πληθαίνουν. Όσο και αν η έκδοση περιορίστηκε στα 2,5 δις που απομένουν για να συμπληρωθεί το φετινό πρόγραμμα δανεισμού της Ελλάδας, και δεν επιχειρήθηκε να συμπεριλάβει και κάποιο πρόσθετο rollover /απόσυρση παλιότερου χρέους...
Προκύπτει έτσι και μια διαφορετική βάση διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» της Ελλάδας; Με τους οποίους ήδη το 23η Roundtable with the Greek Government του Economist επέτρεψε να υπάρξει μια πρώτη επαφή: Ρέγκλινγκ, Φίλμπριφ, Κοστέλλο, Ντόλμαν. Να εξηγηθούμε: η προαποφασισμένη διαμόρφωση νέου φορολογικού νομοσχεδίου και η ψήφισή του πριν κλείσει η Βουλή για Δεκαπενταύγουστο, με περιορισμένη μόνον διαβούλευση με τους συντελεστές της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης, ανοίγει αναπόφευκτα την γνώριμη, πολιτικά δαπανηρή συζήτηση κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος. Και ναι μεν η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, νεόκοπη/fresh from the oven, ταχύτατα θα προσπεράσει την μονότονη δική της επιμονή (ως Αντιπολίτευσης...) ότι η Ελλάδα ζει υπό καθεστώς «4ου Μνημονίου», άρα είναι απαραίτητη η συναίνεση των πιστωτών της. Δεν είναι. Όμως, να, το να ξεκινήσει μια θητεία με λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτή αντιδικία με Βρυξέλλες για το αν τηρούνται τα συμφωνημένα για τα πλεονάσματα, θα αποτελούσε σπατάλη πολιτικού κεφαλαίου. Οι τοποθετήσεις Ρέγκλινγκ και των λοιπών μεταΜνημονιακών υπήρξαν προσεκτικές. Παρασκηνιακά... προσεκτικότερες!
Ασφαλώς, εδώ, υπάρχει η δυνατότητα επίκλησης του «υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου» - πατέντα Στουρνάρα κι αυτή, την οποία κάποια στιγμή δανείστηκε και ο Αλέξης Τσίπρας... - που προσδοκάται να δώσει άμεση επαναφορά της ανάπτυξης. με την ανακοίνωση/πρώτη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, η οποία με την σειρά της θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο,. ο οποίος θα αντισταθμίσει την επίπτωση των φορολογικών κοκ ελαφρύνσεων. (Αυτός είναι ο διαβόητος «ενάρετος κύκλος»).
Όμως, άμα συνυπήρχε και μια έμπρακτη - όχι απλώς επίκληση! - συμπόρευση της διαχείρισης της οικονομίας με τις αγορές και με τα κεφάλαια των ιδιωτών, όσο και νάναι η διαπραγματευτική θέση της νέας Κυβέρνησης θα βρισκόταν ενισχυμένη. Να το δούμε.
Όπως και να δούμε την διαπραγματευτική ομάδα που θα «σηκώσει» την νέα φάση. Αν βρεθούν να συμμετέχουν και βετεράνοι των προηγούμενων φάσεων πέραν του Χρήστου Σταϊκούρα - ας πούμε, διακριτικά, και ο Γιάννης Στουρνάρας της πείρας 2012-14 - τόσο το καλύτερο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/7/2019. 

Αναζητώντας το πρόσωπο του νέου δημοκρατικού πόλου

Το κοινοβουλευτικό σύστημα σημαίνει εναλλαγή κυβερνήσεων κάθε τέσσερα χρόνια. Αυτός είναι ο κανόνας. Δεύτερη θητεία είναι εξαίρεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε τεσσεράμισι χρόνια, σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας, και πήρε δυο εντολές διακυβέρνησης (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος 2015). Προφανώς και ήταν απίθανο να υπάρξει τρίτη.

Το ίδιο σύστημα θέλει όποιος με τη σειρά του χάνει τις εκλογές όχι απλώς να ανανεώνεται αλλά να ξαναγεννιέται. Φυσικό. Και αυτό πρέπει να γίνει τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας το συνειδητοποίησε αμέσως και το εξέφρασε σαφώς, εξαγγέλλοντας τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας δημοκρατικής παράταξης.

Τυπικά, έχουν έτσι τα πράγματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα χρόνια διεξήχθη ένας αγώνας εξόντωσης. Η θεωρία της «στρατηγικής ήττας» έλεγε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ευκαιριακό κόμμα, μιας χρήσης, με ανθρώπους τυχάρπαστους, δημαγωγούς που κατέλαβαν την εξουσία· ότι κινδυνεύει η δημοκρατία.

Δεν τα έλεγαν μόνο οι παπαγάλοι των ΜΜΕ αλλά και βαριά ονόματα της εγχώριας διανόησης και διανοούμενης πολιτικής. Διαψεύστηκαν, αλλά δεν θα σταματήσουν. Παρά το ποσοστό που απέκτησε στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, η γραμμή να τον θέσουν εκτός πολιτικού συστήματος θα συνεχιστεί λυσσαλέα. Γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα έλθει σε μετωπική αντιπαράθεση με μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και γιατί ώς ένα βαθμό θα προκαλέσει μια μείζονα αντιπαράθεση, μια αντιπαράθεση της οποίας τους όρους δεν θα ελέγχει ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον συντρίψει.

Το ελληνικό βαθύ κατεστημένο θέλει να πάρει τη ρεβάνς όχι από το 2015, αλλά από τη Μεταπολίτευση. Επομένως και σε συγκρούσεις θα οδηγήσει, και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος θα επιχειρήσει, και ειδικά δικαστήρια θα δοκιμάσει να στήσει. Ας μην εφησυχάζουμε. Η εικόνα του μέλλοντος δεν θα είναι αυτή της αβρότητας στην παράδοση - παραλαβή των υπουργείων.

Το ζήτημα επομένως της δημιουργίας ενός δημοκρατικού πόλου είναι επείγον εγχείρημα, αλλά καθόλου εύκολο και απλό. Γιατί, πρώτον, πρέπει να αποφύγει ο ΣΥΡΙΖΑ να παγιδευτεί σε συγκρούσεις οπισθοφυλακής. Θα απομονωθεί και θα χάσει ερείσματα. Ποια όμως θεωρούνται ζητήματα οπισθοφυλακής και ποια όχι, δεν είναι αυτονόητο.

Το δεύτερο ζήτημα είναι συναφές και ακανθώδες. Η διεύρυνση πρέπει να έχει κατεύθυνση και πρόσωπο, διαφορετικά μπορεί να καταλήξει γκρίζα και άνευρη. Τρίτον, δεν φτάνει καν να είναι διεύρυνση. Πρέπει να είναι ώσμωση, και κυρίως μια ώσμωση που θα καταλήξει σε μια καινούργια άποψη για την ελληνική κοινωνία.

Πρόκειται για το πρόσωπο, όχι για τα πρόσωπα του νέου πόλου δημοκρατικής διεύρυνσης. Και αυτό το πρόσωπο δεν φτάνει να εκφράζεται στην ηγεσία, πρέπει να τον διαπερνά το σύνολό του.

Η Δεξιά και το ακραίο κέντρο παίρνουν ως άξονα πλοήγησης τις γρήγορες αλλαγές της εποχής. Λ.χ. την τεχνητή νοημοσύνη και την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν για να διαλύσουν οποιασδήποτε κοινωνική σύμβαση και να επιβάλουν ένα καινούργιο μοντέλο μιας αρπακτικής κοινωνίας.

Η Αριστερά έως τώρα έχει βρεθεί σε άμυνα. Προσπαθεί να μειώσει και να περιορίσει τις συνέπειες αυτές. Συχνά, όμως, προσκολλάται σε παλιές φόρμες που αποδεικνύονται πλέον αναποτελεσματικές.

Χρειάζεται, επομένως, να αναμετρηθεί με τα καινούργια ζητήματα που θέτει η εποχή. Κυρίως πρέπει να αναπτύξει ένα πειστικό καινούργιο σχέδιο, πώς φαντάζεται την κοινωνία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Θα είναι μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών μετασχηματισμών, μια εποχή κλιματικής κρίσης, διεθνούς αστάθειας και κοινωνικής ρευστότητας. Εκείνο που έχει σημασία είναι η σμίλευση ενός οράματος-προγράμματος που πρέπει να αντιπροσωπεύει τον καινούργιο δημοκρατικό πόλο. Που πάνω σ' αυτό πρέπει να συγκροτηθεί ο νέος πόλος.

Δεν έχει νόημα να απωθούμε το ανεπιθύμητο παρελθόν. Στα χρόνια που η παγκοσμιοποίηση άλλαζε τον κόσμο, οι αριστερές δυνάμεις, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όφειλαν να απαντήσουν και διχάστηκαν. Οι μεν είπαν να προσαρμοστούμε, οι δε να αντιδράσουμε. Από τη μια προήλθε το εκσυγχρονιστικό ρεύμα, από την άλλη η ριζοσπαστική Αριστερά. Συγκρούστηκαν μεταξύ τους.

Η κρίση όμως υπήρξε καταλύτης. Οι μεν εκσυγχρονιστές κατάλαβαν ότι δεν υπάρχουν γενικά μεταρρυθμίσεις, αλλά αφενός προοδευτικές, αφετέρου μισάνθρωπες μεταρρυθμίσεις, και επομένως άλλοι τράβηξαν προς ΣΥΡΙΖΑ κι άλλοι προς Ν.Δ.

Η δε ριζοσπαστική Αριστερά αντελήφθη πως, αν δεν θέσει ζήτημα εξουσίας, θα εξαερωθεί, αν όμως καταλάβει την εξουσία, πρέπει να βρει τρόπους να συμβιώσει με τους κανόνες του συστήματος, χωρίς να τιναχτεί η κοινωνία στον αέρα. Και τους βρήκε, με κοινωνική ευαισθησία και ευθύνη, και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ, και πάνω σε αυτό το επίτευγμα δημιουργήθηκε η προοδευτική συμμαχία.

Χρειαζόμαστε όχι αυτοκριτική, αλλά αναστοχασμό πάνω στα πεπραγμένα όλων μας, με προοπτική τη σύνθεση. Δεν χρειαζόμαστε ένα γενόσημο του ΠΑΣΟΚ, ούτε του παπανδρεϊκού ούτε του σημιτικού. Έχουμε μια καινούργια εποχή, με καινούργια προβλήματα και έναν αδίσταχτο και αδηφάγο εχθρό. Πρέπει να περάσουμε από την ταξική μεροληψία στη αντίληψη ενός νέου ηγεμονικού σχεδίου για την κοινωνία συνολικά. Σε ένα κόμμα τούτης της εποχής, όχι της προηγούμενης. Γκράμσι διαβάσαμε όλοι μας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/7/2019. 

Οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας χάρτης με τις τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο του χώρου του βορείου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνέχεια με τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η γειτονική μας χώρα στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων. Τα ελληνικά νησιά που έχουν ακτογραμμές στην περιοχή αυτή είτε αγνοούνται πλήρως, είτε η υφαλοκρηπίδα που θεωρητικά αποδίδεται σε αυτές από τις τουρκικές αρχές, είναι μηδαμινή. Φυσικά ο χάρτης αυτός έχει περιορισμένη, μηδενική θα έλεγα, αξία, γιατί είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς ενέργειας της γείτονος, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, καθώς η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία με τα εμπλεκόμενα μέρη, εν προκειμένω την Ελλάδα προς τα δυτικά, την Κύπρο προς τα ανατολικά, και την Αίγυπτο προς τα νότια.

Η χάραξη, ωστόσο, των οριοθετικών γραμμών στην περιοχή έχει έναν προορισμό, καθώς καταδεικνύει τα όρια των διεκδικήσεων της γείτονος στην Ανατολική Μεσόγειο, και αποτελεί, θεωρητικά, μια πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να επιζητήσουν μιαν άρση της προκληθείσας διαφοράς με διαπραγματεύσεις, που μπορούν να καταλήξουν σε δικαστική επίλυση – αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες, ή αν το αντικείμενό τους είναι εξαρχής η σύναψη ενός συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή που καλύπτει η εικαζόμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει και περιοχές για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκδηλώσει, σε προγενέστερο χρόνο, την πρόθεσή της να είναι στην ελληνική αρμοδιότητα, και να έχει επ' αυτών κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της. Σε κάθε περίπτωση, και ξεχνώντας τις ελληνικές διεκδικήσεις και το εύρος τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός ότι η Τουρκία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα που παράγεται από τις γραμμές βάσης των ακραίων ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κάρπαθος, Κρήτη), που με τα ανατολικά παράλιά τους έχουν σαφώς προβολή στη θάλασσα αυτήν, έστω με περιορισμένη επήρεια, δίνει την αφορμή στην Ελλάδα να αναζητήσει την επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Τα πράγματα θα δυσκολέψουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της να στείλει πλοίο στην περιοχή και να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στον βυθό της θάλασσας, που ταυτόχρονα διεκδικείται και από την Ελλάδα, ως δική της υφαλοκρηπίδα. Και δεν θα πρόκειται, βεβαίως, για πράξη που εξομοιώνεται με εισβολή στο εθνικό έδαφος, απλούστατα γιατί η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί εθνικό έδαφος, αλλά συνιστά περιοχή, που το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά λειτουργικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του, και που η ενέργεια του τουρκικού κράτους συνιστά αγνόηση της αποκλειστικότητας χρήσης, που το Διεθνές Δίκαιο έχει αποδώσει στην Ελλάδα. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν κι αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η περιοχή είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), γιατί και εκεί το παράκτιο κράτος έχει λειτουργικά δικαιώματα, πιο εκτεταμένα ratione materiae, είναι η αλήθεια, από αυτά της υφαλοκρηπίδας, αλλά πάντως περιορισμένα από το γεγονός της λειτουργικότητας που προσδιορίζεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος δεν έχει οριοθετηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, έτσι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του τι ανήκει στον καθένα. Η Ελλάδα στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο της προσφέρει, με την προβολή των ακτών του, ένα μεγάλο τμήμα ΑΟΖ διεκδικεί μια περιοχή που εξικνείται ώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ η Τουρκία στηριζόμενη στο μήκος των ακτών της διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στη θάλασσα αυτήν. Και όπως είπαμε παραπάνω, οι διεκδικήσεις αυτές πάσχουν από μια μονομέρεια, που δεν δημιουργεί δίκαιο. Μόνον η επίλυση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις, πράγμα απίθανο, αν λάβουμε υπόψη μας την οξύτητα των σχέσεων και τις διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες θέσεις των δύο μερών, ή –κάτι που δείχνει ως μονόδρομος, υπό τις σημερινές συνθήκες– η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για μια συνολική λύση, που να περιλαμβάνει και το Αιγαίο, είναι δυνατόν να τερματίσει μια επικίνδυνη εκκρεμότητα. Η οποία παίρνει διαστάσεις, και μπορεί, μέσα από την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, να εκφύγει του ψύχραιμου ελέγχου των αντιτιθέμενων μερών.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι να πεισθεί η Τουρκία για μια προσφυγή στη Χάγη, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή, και, συνακόλουθα, όσο θα διαρκούν αυτές, τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας –η οποία είναι αυτονόητη– ότι τα δύο μέρη θα απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην κρίσιμη περιοχή, που θα δυσχεράνει την ειρηνική εξεύρεση της επιθυμητής λύσης. Πράγμα που θα παρεμποδίσει την Τουρκία στα σχέδιά της να στείλει πλωτά μέσα και να ξεκινήσει εξερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή.

Το κρίσιμο θέμα είναι πώς θα πεισθεί η Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού τόσα χρόνια δεν το έχει πράξει. Μόνη εξαίρεση ήταν το Ελσίνκι, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αφού τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Τουρκία σφόδρα επιθυμούσαν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της δεύτερης με την πρώτη. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και ο μόνος λόγος που μπορεί να πείσει την Τουρκία, είναι η οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. Σε καθεστώς οιονεί χρεοκοπίας, η γειτονική μας χώρα έχει ανάγκη να της δοθεί βοήθεια από την Ε.Ε., στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης, για να ξεπεράσει την κρίση που τη μαστίζει. Ισως αυτό θα ήταν η λύση, με αντάλλαγμα την προσφυγή στο Δικαστήριο, και με τον παραμερισμό των εθνικών εγωισμών και της αλαζονείας της εξουσίας.

Το καίριο ζήτημα είναι η στάση που θα τηρήσει η Ε.Ε. στο θέμα των τουρκικών παραβιάσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί πρόκριμα για το τι μπορεί να συμβεί στην εικαζόμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα, σε περίπτωση προσβολής των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση δεν προσομοιάζει, καθώς η κυπριακή ΑΟΖ είναι οριοθετημένη, και με συμφωνία των ενδιαφερόμενων γειτονικών κρατών. Ενώ η ελληνική υφαλοκρηπίδα είναι προϊόν απλών εκτιμήσεων των ελληνικών αρχών, ως προς την έκτασή της. Ωστόσο, μια δυναμική στάση της Ε.Ε. στο ζήτημα της Κύπρου, ίσως αποθαρρύνει την Τουρκία από το να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά στην περιοχή μας, και να μην μπούμε στην περιπέτεια των μέτρων, που θα κριθούν απαραίτητα τη στιγμή εκείνη. Πάντως, αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη να υπάρξει μια οριστική συνολική λύση, μια οριοθέτηση, που προφανώς μπορεί να επιβληθεί από την Ε.Ε., με το δέλεαρ της οικονομικής ενίσχυσης της Τουρκίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/7/2019. 

Το νέο περιτύλιγμα του παλιού

Εχω πάει πολλές φορές στην κόλαση, κι ήταν φοβερά.
Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος

Το πρώτο μετά τις εκλογές είναι η μακροημέρευση των έμμονων εστιών βαθείας ψύξης της ελληνικής κοινωνίας. Κατά πάσα πιθανότητα, η μετανεωτερικότητα θα ισορροπεί με την προνεωτερικότητα. Θα χωνεύει, με όρους «κανονικότητας» ή με όρους «επιστροφής στην κανονικότητα» (που περιλαμβάνει άνετα και τον θρησκευτικό όρκο και οικογενειακά κάδρα), την ένταση μεταξύ των λεγόμενων αναλλοίωτων του ελληνικού τρόπου (του πολύ παλιού) και όλων αυτών που θα πρέπει να αλλάξουν (του νέου).

Από την άποψη αυτή, η ζητούμενη άμεση πρόοδος της κοινωνίας θα παραμένει ανολοκλήρωτη, μάλλον φορμαλιστική και προσχηματική. Απλώς, προστίθεται τώρα και ο κάματος εξαερισμού του Μεγάρου Μαξίμου από το ... χασισοντουμάνι.

Το τελευταίο, έχει να κάνει με τον συντηρητισμό της νέας κυβέρνησης συν την ανοησία ορισμένων «νέων» στελεχών της. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν εμφανίζεται τόσο ως «τεχνοκρατική κυβέρνηση» αλλά, στο περίπου, ως όχημα ειδικού σκοπού.

Ανεξάρτητα από το ευάριθμο των εξωκοινοβουλευτικών «ειδικών», οι προτεραιότητες δείχνουν την κατεύθυνση τύπου «μπλε τεχνικών διακυβέρνησης», μάλλον συγκεντρωτικών και κατασταλτικών και, πάντως, σε απόλυτη ρήξη με τον «φιλελευθερισμό» ‒ δηλαδή, σε αντίθεση με το βαρύ σκέλος των ανοιχτών πολιτικών που υπόσχεται να υπηρετήσει το σχήμα Μητσοτάκη.

Όλοι οι νέοι υπουργοί ‒αν αυτό σημαίνει κάτι‒ λένε ακριβώς ότι είχε πει ο αρχηγός τους προεκλογικά. Δεκτό και θεμιτό. Άρα, το αποτέλεσμά τους ήδη εξαρτάται από τις εμμονές του πρωθυπουργού στο μείγμα πολιτικής που, ως προς το οικονομικό της σκέλος, είναι από αναποτελεσματικό, αμφισβητήσιμο, έως συζητήσιμο. Το τελευταίο, είναι εμπειρικό συμπέρασμα.

Εφόσον το ελληνικό κοινοβούλιο και οι προηγούμενες εθνικές κυβερνήσεις είχαν μετατραπεί από το 2010 σε απλούς εκτελεστές επιλογών και προθεσμιών που αποφασίζονταν αλλού, δηλαδή, εφόσον κινούνταν έξω από το πλαίσιο αυτού που κατ' ευφημισμό ονομάζεται «εθνική κυριαρχία», τότε, με βάση την προηγούμενη αντιπολιτευτική στάση της σημερινής κυβέρνησης, η αποτυχημένη Ελλάδα (πριν από μία εβδομάδα) παραμένει –και για άδηλο μέλλον‒ μια οικονομία στο όριο του εκβιασμού.

Ετσι, ανεξάρτητα από τα περιθώρια επιλογών και ελιγμών της νέας κυβέρνησης, αυτό που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι, περισσότερο, υπηρετούνται οι εμμονικές απόψεις που, ως μη όφειλαν, τραγουδάνε στο ρυθμό των λάθος συμφερόντων – πάντως, όχι του κοινωνικού συνόλου.

Αν ο ειδοποιός λόγος και προϋπόθεση της ικανοποίησης του νεωτερικού συλλογικού συμφέροντος είναι η ένταξη των Ελλήνων σε αναγκαία, επιβεβλημένη και ιστορικά προδιαγεγραμμένη πορεία αλλαγής, τότε, θα έπρεπε να είχε γίνει μέσω των μνημονίων.

Δεν έγινε, γιατί οι θεσμοί που θα μπορούσαν να την ενεργοποιήσουν –η κυβέρνηση και τα πρόσωπα της κυβέρνησης‒ δεν το έκαναν και δεν το κάνουν (μιλάω για όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις). Τοιουτοτρόπως, το κυρίως πιάτο θα είναι η αδιαφάνεια, η απληστία και ο άμοραλισμός∙ χωρίς διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική των σκοπών (το νέο που θα ήθελε η κοινωνία) και στις υποχρεώσεις προς τη δυστοπική ολιγαρχία, τους χρηματοδότες και τους κολλητούς (το πολύ παλιό).

Ας προσθέσουμε, εδώ, τις «ανασφάλειες» της παγκοσμιοποίησης, τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και την ευρωπαϊκή ακηδία. Ας δούμε τους νέους εμπορικούς πολέμους και τους νέους δασμούς, τις εθνικές και διεθνείς αναδιπλώσεις, την άνοδο των διμερών σχέσεων και την πτώση της πολυμέρειας, τους περιορισμούς στη μετακίνηση ανθρώπων κ.λπ. Ας δούμε, τέλος, τα σήματα για παγκόσμια ύφεση κ.λπ.

Το όλο πακέτο, πριμοδοτεί τα αλληλοεπικαλυπτόμενα πεδία του διεφθαρμένου (Crony capitalism) αλλά και του καθαρά μαφιόζικου καπιταλισμού (Mafia capitalism). Προς το παρόν, η αισιοδοξούσα κοινωνία φαντασιώνεται μια κυβέρνηση που είναι κάτι σαν αποτελεσματικό ασθενοφόρο: που βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος που το ίδιο προκάλεσε.

Τα ιδιαίτερα κουσούρια της Ελλάδας δεν άλλαξαν. Και αυτό, προ πολλού, είναι γνωστό στην Ευρώπη, όπως και το συμπέρασμα ως προς το εσωτερικό ζήτημα του κουσουρλή: στιλ διακυβέρνησης, εκτελεστική εξουσία και, κυρίως, πολιτική τάξη. Η χρεοκοπία δεν ήταν απλά οικονομική.

Ήταν και είναι κυρίως χρεοκοπία της πολιτικής τάξης. Δηλαδή; Κουλτούρες ανεντιμότητας, ανυπαρξία οραμάτων, ιδιοτέλειες, ρητορικές αυτάρεσκων πολιτικών κ.λπ. Άλλοι μεταμελημένοι, άλλοι κυνικοί ή αρπακτικοί, συμπεριφέρονται σα να μισούν την πολιτική και την κοινωνία τους. Κομματικές σημαίες, έωλα προγράμματα, αυτοδυναμίες ή συνεργασίες ευκαιρίας για τη νομή της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων του αξιώματος∙ στην ουσία, διαφορετικές «σχολές σκέψης», χωρίς ορατό μέλλον και κυρίως, δίχως συλλογικό-εθνικό σχέδιο.

Το δεύτερο των εκλογικών αποτελεσμάτων, βέβαια είναι η εδραίωση του λατρεμένου δικομματισμού. Ωστόσο, η εμμονή να θεραπευτεί ο λάθος ασθενής ‒η κοινωνία έναντι των πολιτικών θεσμών και του κράτους-λάφυρου‒ είναι γενικευμένη και διαιωνίζει το παλαιό.

Από 'κει και πέρα, η διαφορά της εκτροπής θα είναι τάξης μεγέθους: τζίτζικες, δόλιοι, φτωχοδιάβολοι κι απελπισμένοι από τη φτώχεια θα «κοκκινίζουν» για 200 ή 300 ευρώ και θα τιμωρούνται. Όμως, «οι κολλητοί με τα περιλαίμια» πάνε για τα δισεκατομμύρια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/7/2019. 

Μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε μια πολύ μεγάλη νίκη, που δεν είναι απλώς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ισχυρή ψήφος και η αυτοδυναμία του επιτρέπουν να διαμορφώσει την επόμενη μέρα για τη Ν.Δ. και για τη χώρα με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από κομματικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Το αποτέλεσμα τερματίζει την περίοδο του κομματικού κατακερματισμού και της ρευστοποίησης των ακραίων συνθηκών της κρίσης. Τα δύο μεγάλα κόμματα αθροίζουν ξανά πάνω από 70%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιημένο ως τον νέο πόλο αριστερά του κέντρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Το ποσοστό του είναι κατά λίγες ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 35,5% του Σεπτεμβρίου 2015. Ο Τσίπρας παραμένει ισχυρός ηγέτης του κόμματός του, με σαφές πλάνο επιστροφής στην εξουσία.

Το μήνυμα του Κυρ. Μητσοτάκη εξέπεμπε την αίσθηση επείγοντος που ήδη αναπέμπουν η κοινωνία και η οικονομία. Το Κοινοβούλιο θα παραμείνει ανοιχτό το καλοκαίρι, ψηφίζοντας τα νέα νομοσχέδια που έχει επεξεργαστεί η Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έρχεται στην εξουσία ως ο καλύτερα προετοιμασμένος πρωθυπουργός της πρόσφατης περιόδου. Η επινίκια ομιλία του σηματοδοτεί ένα διακριτό ήθος και ύφος μετριοπάθειας. Η νίκη του δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την απήχηση του ίδιου στον κεντρώο χώρο, που του επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς.

Οι προτεραιότητές του είναι σαφείς: μείωση φόρων, διαπραγμάτευση χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, ψηφιακός εκσυγχρονισμός της διοίκησης, έμφαση στην επιστροφή της γενιάς του brain drain. Μια γενιά που τον ψήφισε με συντριπτικά ποσοστά.

Είναι αισθητά οι πρώτες εκλογές μετά την κρίση –απουσίασαν οι άμετρες υποσχέσεις και η ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εθνικές εκλογές– με εξαίρεση τη μουδιασμένη αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Η νέα κανονικότητα έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά: περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού και αλληλεξάρτησης στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, τερματισμό της ιδιότυπης ελληνικής «εξαίρεσης». Το ποσοστό του καθιστά τον Μητσοτάκη έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς. Η θέση του στο ΕΛΚ σημαίνει ότι ξεκινά με δεδομένο κεφάλαιο αναγνώρισης. Δεν θα χρειαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, όπως ο προκάτοχός του, προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή των εταίρων. Eχει ισχυρές πιθανότητες να κερδίσει τον δημοσιονομικό χώρο που διεκδικεί, ιδίως εφόσον προτάξει μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2019. 

Ακούγοντας και διαβάζοντας

Τελικά δεν είχε και πολλές δυσκολίες να ακούσει κανείς, ουσιαστικά και όχι «πολιτικά», τις επισημάνσεις του Eurogroup για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας βάσει της συζήτησης της 3ης ΄Έκθεσης Ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Συζήτησης με την οποία η Ευρώπη υποδέχθηκε την νέα Κυβέρνηση. Άλλωστε 15/16 Ιουλίου θα έχουμε στην Αθήνα και τον Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM, και τον Ντέκλαν Κοστέλλο της Επιτροπής, να τα έχουμε από πρώτο χέρι...
Πάντως, κατά Μάριο Σεντένο του Eurogroup «οι δεσμεύσεις είναι δεσμεύσεις»: πιο ήπιο από το pacta sunt servanda του αλήστου μνήμης Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε, αλλά... σαφές. Ο τεθειμένος στόχος πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ παραμένει, καθώς «είναι βασική προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους», (η οποία ήδη δόθηκε στην Ελλάδα, αλλά έχει ενσωματωμένους διακόπτες: το είδαμε αυτό με την μη επιστροφή των κερδών από ANFAs/SMPs στην τελευταία στροφή). Αυτά από Ρέγκλινγκ.
Η διατήρηση της ψηφισμένης μη-μείωσης του αφορολόγητου από /1/2020 μπορεί να συζητηθεί – «δεν είναι χαραγμένο στην πέτρα» το ζήτημα – όμως πρέπει να τεθεί στο τραπέζι από την Κυβέρνηση. Ομοίως η διατήρηση άλλων μέτρων όπως της μισής «13ης σύνταξης», γενικώς όλων όσα έχουν δημοσιονομική επίπτωση και έχουν ψηφισθεί ομόθυμα στην Βουλή των Ελλήνων. Από κει και πέρα, στις μεταρρυθμίσεις έχουν γραφτεί καθυστερήσεις, ενώ «ορισμένες από τις πρόσφατες αποφάσεις» δεν είναι θετικές για την ανάπτυξη και την (διακηρυγμένη) βιωσιμότητα του χρέους. Το Eurogroup, σημειωτέον, απέφυγε να πολυπλησιάσει το θέμα των κόκκινων δανείων: ας μην διαφύγει της προσοχής, όμως, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε μεν σεφτέ ως Πρωθυπουργός συναντώντας Ανδρέα Δρακόπουλο (του Νιάρχειου), κυρίως όμως συνάντησε Andrea Enria του SSM (με Σταϊκούρα και Γ. Ζαββό): οι προτεραιότητες σαφείς.
Για να μην είναι πάντως εντελώς στυφή η γεύση Eurogroup, αναγνωρίστηκε ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από το ΄15 αλλά και την αρχή της Οδύσσειας των Μνημονίων. Και... επί της ουσίας πάμε για φθινόπωρο: Σεπτέμβριο αν όχι Νοέμβριο – μεσολαβεί Προϋπολογισμός, ΔΕΘ, τέτοια πράγματα...
Επειδή στην Ελλάδα την έχουμε την τάση να θεωρούμε τις απόψεις των «έξω» πιο στέρεες από τις δικές μας αναλύσεις, θα άξιζε να έχει καταγράψει κανείς την «παρατήρηση» που έκανε στον Σεντένο για την θέση του απέναντι στην νέα Κυβέρνηση ο Πήτερ Σπήγκελ, των F.T., ο οποίος την έχει παρακολουθήσει από κοντά την Ελληνική υπόθεση αλλά και όλη την κρίση της Ευρωζώνης. Έγραψε στο Tweeter του: «Αστείο! Θυμάστε έναν Πορτογάλο τύπο, ονόματι Μάριο Σεντένο, η πρώτη ενέργεια του οποίου ως υπουργού Οικονομικών ήταν να «σπάσει» τις δεσμεύσεις του προκατόχου του σχετικά με τον Προϋπολογισμό; Περίεργο που οι δυο αυτοί έχουν το ίδιο όνομα».
Όπως αξίζει και να θυμηθεί κανείς την υποδοχή της νέας Κυβέρνησης από την – κατεξοχήν φιλοεπιχειρηματική – Wall Street Journal. Η οποία επεφύλαξε θετικά σχόλια για τις προθέσεις Μητσοτάκη, όμως μην παραλείποντας να εξηγήσει ότι «η εμμονή των πιστωτών για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ αφήνουν μέτρια περιθώρια για περικοπές φόρων» . Ενώ επιστράτευε τον Κύπριο Νομπελίστα Χριστόφορο Πισσαρίδη του LSE να θυμίσει ότι «οι πιστωτές δεν άφησαν την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, όμως δεν έκαναν και πολλά για να διορθώσουν την οικονομία». Όσο για τις προοπτικές αναδιαπραγμάτευσης, ο Πισσαρίδης φρονεί ότι «αν ο Μητσοτάκης πάει σ' αυτούς με ένα καλό σχέδιο, ίσως συμφωνήσουν αυτή την φορά. Όμως ένας χαλαρότερος προϋπολογισμός δεν θα είναι αρκετός για να δώσει αίσθηση στην ανάπτυξη – πρέπει να σκεφθούν σοβαρά πώς θα δαπανήσουν τα χρήματα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κρις Πισσαρίδης εκφράζεται έτσι. Αναζητήσαμε την τοποθέτησή του – στην Οικονομική Επιθεώρηση – τον Νοέμβριο του 2012, όταν είχε προσαράξει το Μνημόνιο-1 και ξεκινούσε το Μνημόνιο-2: «Η Τρόικα θα πρέπει να ξανακοιτάξει αν αυτό που ζητά από την Ελλάδα είναι δίκαιο και εφικτό, με την νέα οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Και η Ελλάδα θα πρέπει να ξανακοιτάξει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, να διακηρύξει ότι θέλει να τις κάνει και να ρωτήσει αν προχωρά σταθερά προς μιαν ευέλικτη οικονομία».
Για τον Πισσαρίδη «λάθος της Τρόικας ήταν η άμεση, απότομη οικονομική διόρθωση, η οποία δεν επέτρεψε στην αγορά εργασίας να εξελιχθεί, καθώς η ύφεση παρακώλυσε την προσαρμογή στον χώρο της εργασίας. Λάθος της Ελλάδας είναι ότι καθυστέρησε, φρέναρε με διάφορους τρόπους την προσαρμογή στην αγορά εργασίας, περιοριζόμενη ακριβώς στην νομοθετική παρέμβαση και παραβλέποντας την διάσταση εφαρμογής των μέτρων που αρκούνταν να νομοθετεί».
Aκούγοντας και διαβάζοντας, λοιπόν. Ακούγοντας και διαβάζοντας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/7/2019.