Δευτέρα, 27 Ιανουάριος 2020

ΔΝΤ: Οι παρωπίδες της κυρίας Λαγκάρντ

Δεν θα ασχοληθώ σε αυτό το άρθρο ούτε με τη συνομωσιολογία «ποιος βρίσκεται πίσω από την πρόσφατη υποκλοπή μεταξύ του Τόμσεν και της Βελκουλέσκου», ούτε με τη μελλοντολογία (δηλαδή αν ο τρόπος που χρησιμοποίησε η κυβέρνηση τις σχετικές πληροφορίες θα δημιουργήσουν επιπλέον εμπόδια σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση). Απλά θα προσπαθήσω να εξηγήσω γιατί σε μερικές χώρες η «βοήθεια» που παρέχει το ΔΝΤ πετυχαίνει ενώ σε άλλες, όπως στη χώρα μας αποτυγχάνει. Με δυο λόγια, το βασικό επιχείρημα μου είναι πως ο παγκόσμιος αυτός οργανισμός δεν λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το κοινωνικοπολιτικό και πολιτισμικό συγκείμενο στο πλαίσιο του οποίου επιβάλλει μια τυποποιημένη νεοφιλελεύθερη φόρμουλα.
Στην κοινωνιολογία των οργανώσεων, εδώ και πολλά χρόνια, χρησιμοποιείται ο όρος goal displacement (μετατόπιση στόχου) σε περιπτώσεις μεγάλων οργανώσεων όπου η έμφαση σε γραφειοκρατικούς κανόνες και μηχανισμούς είναι τόσο μεγάλη που υπάλληλοι αλλά και διευθυντές ξεχνούν τους βασικούς στόχους της οργάνωσης - μετατρέποντας έτσι τα μέσα σε στόχους (P. Blau 1955). Η στρατηγική του ΔΝΤ σε ό,τι αφορά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα είναι ένα καλό παράδειγμα.
Στην τωρινή φάση των διαπραγματεύσεων το κουαρτέτο προτείνει συνεχώς και νέα μέτρα, μέτρα που πάνε πολύ πιο πέρα από αυτά που συμφωνήθηκαν στο τρίτο μνημόνιο. Το επιχείρημα των τεχνοκρατών είναι πως «οι αριθμοί δεν βγαίνουν». Οι μόνες δυνατές λύσεις είναι ή το κούρεμα του χρέους ή ακόμα πιο υψηλούς φόρους. Σημαίνει επίσης την επ' αόριστον επιμήκυνση της περιόδου αξιολόγησης, πράγμα καταστρεπτικό για τη χώρα. Η Λαγκάρντ ξέρει πολύ καλά πως η λύση του κουρέματος δεν είναι εφικτή. Οι δανειστές (κυρίως οι Τράπεζες), καθώς και η γερμανική κυβέρνηση την αποκλείουν. Ξέρει επίσης πως η δεύτερη λύση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε περισσότερα λουκέτα επιχειρήσεων, μεγαλύτερη ανεργία και εντεινόμενη ύφεση.
Επιπλέον, αγνοώντας ακόμη περισσότερο το πλαίσιο, η Κριστίν Λαγκάρντ υποστηρίζει πως δεν πρέπει να συνδεθεί το προσφυγικό πρόβλημα με το δημοσιονομικό. Πώς είναι δυνατόν όμως να βοηθηθεί η χώρα όταν το ΔΝΤ αρνείται να λάβει υπόψη τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που το προσφυγικό δημιουργεί; Πώς είναι δυνατόν τέτοιου είδους προβλήματα να αγνοούνται στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων; Πώς είναι δυνατόν, τέλος, να προτείνεις ή μάλλον να θέλεις να επιβάλλεις στη χώρα μια λιτότητα που σήμερα εκ των πραγμάτων είναι αν όχι ανέφικτη, σίγουρα καταστροφική; Τελικά η κυρία Λαγκάρντ έχει λιγότερο σαν στόχο την ουσιαστική βοήθεια της χώρας και περισσότερο την εφαρμογή μιας προβληματικής συνταγής. Τουλάχιστον η κα Μέρκελ, που σίγουρα έχει μια λιγότερο γραφειοκρατική προσέγγιση, βλέποντας την εξέλιξη του εντεινόμενου προσφυγικού βάρους της Ελλάδος, άλλαξε στάση σε ό,τι αφορά την αποσύνδεση της προσφυγικής από τη δημοσιονομική κρίση. Αν όχι στα λόγια, η καγκελάριος σίγουρα στην πράξη συνδέει τα δύο προβλήματα και θέλει η αξιολόγηση να τελειώσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Είναι κρίμα που αυτή την στιγμή τα ηνία του ΔΝΤ έχει η Κριστίν Λαγκάρντ και όχι ο προκάτοχός της Στρος Καν που δεν είχε παρωπίδες και γραφειοκρατικές εμμονές. Αξίζει να προσθέσουμε εδώ πως μερικοί αναλυτές που θέλουν να δικαιώσουν την στρατηγική του ΔΝΤ θέτουν το εξής ερώτημα: Γιατί το ΔΝΤ πέτυχε να βοηθήσει την Πορτογαλία και την Ιρλανδία ενώ απέτυχε στην περίπτωση της Ελλάδας; Η απάντηση είναι προφανής. Οι δύο χώρες είχαν μια ιστορική διαδρομή (πολιτικοοικονομική και πολιτισμική) τελείως διαφορετικής απ' αυτήν της Ελλάδας.
Συμπέρασμα: Στις κοινωνικές επιστήμες, και στο θεωρητικό και στο επίπεδο της εφαρμογής, δεν υπάρχει καθολικότητα. Δεν υπάρχει ένα και μόνο κλειδί που να ανοίγει όλες τις πόρτες. Οι καθολικές γενικεύσεις είναι πάντα λανθασμένες γιατί δεν προσδιορίζουν κατά συστηματικό τρόπο κάτω από ποιες συνθήκες μια θεωρία είναι έγκυρη και κάτω από ποιες δεν είναι. Με μια λέξη, δεν υπάρχουν «σιδηροί νόμοι» ούτε καθολικά πετυχημένες συνταγές σαν αυτή που εφαρμόζει το ΔΝΤ. Είναι ακριβώς για αυτόν το λόγο που η μονοδιάστατη στρατηγική που ακολουθεί το ΔΝΤ έχει ικανοποιητικά αποτελέσματα (τουλάχιστον στο επίπεδο της υπέρβασης μιας χρηματοπιστωτικής κρίσης) σε μερικές χώρες και καταστρεπτικά σε άλλες. Δεν είναι δυνατόν να χειρίζεται κανείς τα προβλήματα υπερχρέωσης της Ελλάδας, της Πορτογαλίας, της Αργεντινής, της Κένυας και της Αϊτής με τον ίδιο προκρούστειο τρόπο. Είναι καιρός η ΕΕ να αποδεσμευθεί τελείως από το ΔΝΤ και να δημιουργήσει ένα δικό της οργανισμό που θα παρέχει τεχνικές γνώσεις και οικονομική βοήθεια σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες που έχουν προβλήματα υπερχρέωσης.

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 9/4/2016.

Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός

Μετά τα τρομοκρατικά χτυπήματα σε Παρίσι και Βρυξέλλες ο προβληματισμός γύρω από τη ραγδαία ανάπτυξη του ισλαμικού φονταμενταλισμού έχει έρθει πάλι στο προσκήνιο. Η εξήγηση του φαινομένου είναι πολύπλοκη γιατί αυτό πρέπει να εξηγηθεί σε πολλά επίπεδα, κυρίως στο γεωπολιτικό, στο πολιτισμικό και στο κοινωνικοψυχολογικό.

Η γεωπολιτική διάσταση
Ως γνωστόν, η εισβολή δυτικών δυνάμεων στο Ιράκ με σκοπό τον εκδημοκρατισμό της χώρας κατάργησε μεν τη δικτατορία του Σαντάμ Χουσεΐν, αλλά δημιούργησε μια χαώδη κατάσταση, κατάσταση που συνδέεται με τη δημιουργία του Ισλαμικού Χαλιφάτου που κατόρθωσε μετά τον συριακό εμφύλιο να ελέγξει σημαντικές περιοχές και στις δύο χώρες. Στη συνέχεια, η αποτυχία της λεγόμενης Αραβικής Ανοιξης, με λίγες εξαιρέσεις, οδήγησε σε νέες δικτατορίες ή ψευδοδημοκρατικά καθεστώτα, με κύριο αποτέλεσμα την ενδυνάμωση της Ισλαμικής Αδελφότητας, που κατέστη η πιο σοβαρή αντιπολίτευση (νόμιμη ή παράνομη) στις περισσότερες χώρες της ευρύτερης περιοχής. Οι παραπάνω εξελίξεις, σε συνδυασμό με τις συνεχώς εντεινόμενες ανισότητες και σε παγκόσμιο αλλά και σε εθνικό επίπεδο, θεωρήθηκαν από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς (και όχι μόνο) ένα νέο είδος αποικιοκρατίας που η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση επέφερε. Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με το άλυτο παλαιστινιακό πρόβλημα, ενέτεινε βέβαια έναν κοσμικό ή/και θρησκευτικό εθνικισμό στις χώρες όπου οι μωαμεθανοί αποτελούν σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού.

Η πολιτισμική διάσταση
Στο επίπεδο των αξιών που διαμορφώνουν τις εθνικές, πολιτικές και θρησκευτικές ταυτότητες των ατόμων παρατηρούμε κυρίως στα οικονομικά αδύνατα αλλά και στα μεσαία στρώματα μια ριζική αντίδραση στον μεταμοντέρνο, δυτικό τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από φαινόμενα όπως η ευρεία εξάπλωση της αθεΐας, η σεξουαλική ελευθεριότητα, ο ηθικός σχετικισμός, ο φεμινισμός, η νομιμοποίηση της ομοφυλοφιλίας, η αποδυνάμωση των συγγενικών δεσμών κ.τ.λ. Ετσι, στο επίπεδο της κουλτούρας, μπορούμε να δούμε την άνοδο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού ως μια αντίδραση στους βασικούς προσανατολισμούς και ηθικούς κώδικες της ύστερης, παγκοσμιοποιημένης νεωτερικότητας. Μιας νεωτερικότητας ο πολιτισμός της οποίας μέσω των παγκόσμιων ΜΜΕ διαχέεται σε πλανητικό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο βέβαια οι παραδοσιακές αξίες και πολιτισμικοί κώδικες υποσκάπτονται από τον δυτικό «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό» που συνδέεται άμεσα με τον οικονομικό ιμπεριαλισμό των πανίσχυρων πολυεθνικών εταιρειών.

Η αντίδραση ενός αριθμού μουσουλμάνων είναι ένας αγώνας για επιστροφή στα fundamentals (δηλαδή, «στα βασικά»). Ο οδηγός σε αυτή τη στροφή προς τα πίσω είναι τα ισλαμικά ιερά κείμενα, κυρίως το Κοράνι, που οι φονταμενταλιστές ερμηνεύουν «κατά γράμμα». Ετσι, για παράδειγμα, ενώ η μεταφορική ερμηνεία του όρου τζιχάντ σήμερα σημαίνει εσωτερικός πόλεμος του πιστού κατά της αμαρτίας, η φονταμενταλιστική ερμηνεία παροτρύνει τους πιστούς σε έναν πόλεμο εναντίον των απίστων. Οι τελευταίοι πρέπει να εξισλαμισθούν διά της πειθούς ή της βίας. Επιπλέον, σε πολλές ιερατικές σχολές που εξαπλώνονται ραγδαία, ο σκοπός της επέκτασης του Ισλάμ σε όλον τον κόσμο θυμίζει σε έναν βαθμό τις σταυροφορίες, καθώς και τους άγριους θρησκευτικούς πολέμους στην Ευρώπη πριν από την ανάπτυξη του δυτικού διαφωτισμού. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν είναι περίεργο που ο τζιχαντιστής είναι διατεθειμένος να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του αφού γίνεται «μάρτυρας» σε αυτόν τον κόσμο και εκλεκτός του Αλλάχ στον άλλον.

Η κοινωνικοψυχολογική διάσταση
Σε αυτό το επίπεδο εγείρεται το εξής ερώτημα: Γιατί, παρ' όλες τις ευνοϊκές γεωπολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες, είναι μόνο μια μικρή μειοψηφία των πιστών που παίρνει τον δρόμο της τζιχάντ; Για να απαντήσουμε το παραπάνω ερώτημα πρέπει να δώσουμε έμφαση σε μια κοινωνικοψυχολογική προσέγγιση του προβλήματος. Κατά τον Anthony Giddens, στην προνεωτερική εποχή κυριαρχούσαν ηθικοί κώδικες που δημιουργούσαν ένα σταθερό θεσμικό πλαίσιο. Αυτό μείωνε τις επιλογές και λειτουργούσε ως οδηγός στο πώς πρέπει να πορευτεί ένα άτομο στον βίο του. Αυτού του είδους το σταθερό πλαίσιο σταδιακά εξαφανίζεται στην ύστερη νεωτερικότητα - περίοδο κατά την οποία οι επιλογές πολλαπλασιάζονται. Το υποκείμενο πρέπει να δημιουργήσει ένα δικό του πλαίσιο, πρέπει να κατασκευάσει τη «δική του βιογραφία». Αυτή η κατάσταση δημιουργεί άγχος που οδηγεί είτε στη δημιουργικότητα και σχετική απελευθέρωση από τα παραδοσιακά δεσμά είτε στη φυγή από τη δύσκολη πραγματικότητα. Μια φυγή που μερικές φορές οδηγεί στη φανατική προσκόλληση σε παραδοσιακούς, «ξεπερασμένους» από το κοινωνικό γίγνεσθαι κανόνες. Κανόνες που μειώνουν τις επιλογές, αμβλύνουν το άγχος αλλά εντείνουν συγχρόνως τις δυσκολίες προσαρμογής σε μια εξαιρετικά ρευστή μεταμοντέρνα πραγματικότητα.

Τέλος, σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να αναφερθούμε σε καθαρά ψυχαναλυτικές εξηγήσεις του (θρησκευτικού και κοσμικού) φονταμενταλισμού που κυρίως βασίζονται στο έργο του Φρόιντ, της Μ. Κλάιν και του Λακάν. Για παράδειγμα, οπαδοί του τελευταίου εστιάζουν την προσοχή τους στη λακανική έννοια της απόλαυσης (jouissance). Πολύ συνοπτικά και απλουστευτικά, το βρέφος περνάει μια περίοδο πλήρης απόλαυσης στην αγκαλιά και φροντίδα της μητέρας. Στο στάδιο όμως της επιβολής του «νόμου του πατέρα» και της εισαγωγής του υποκειμένου στη γλώσσα, παρατηρούμε το πέρασμα από την ολική στη μερική απόλαυση. Σε αυτή τη φάση το υποκείμενο προσπαθεί να ξαναβρεί τον παράδεισο της μητρικής αγκαλιάς. Κάτι παρόμοιο μπορεί να δει κανείς στην προσπάθεια του φονταμενταλιστή να αναβιώσει την παραδοσιακή ισλαμική κοινότητα όπου υποτίθεται πως κυριαρχούσαν η αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη και η συμπόνια προς τον άλλον. Βέβαια, ο τρόπος με τον οποίο το γεωπολιτικό, το πολιτισμικό και το ψυχολογικό/ψυχαναλυτικό συνδέονται μεταξύ τους εγείρει μεθοδολογικά προβλήματα που δεν είναι δυνατόν να εξεταστούν στο παρόν άρθρο.

Κλείνοντας δεν χρειάζεται να τονίσω πως παρατηρούμε φονταμενταλιστικές τάσεις σε όλες τις μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις - από τον χριστιανισμό ως τον ιουδαϊσμό και τον ινδουισμό. Στην τωρινή όμως συγκυρία, για λόγους που εν μέρει εξήγησα, είναι ο ισλαμικός φονταμενταλισμός που πρωτοστατεί.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 3/4/2016.

Πώς μπορεί να αναζωογονηθεί η Σοσιαλδημοκρατία

Θέματα ορολογίας
Πολλά ευρωπαϊκά κόμματα είναι στην ουσία σοσιαλδημοκρατικά χωρίς να χρησιμοποιούν τον όρο «σοσιαλδημοκρατία», άρα χωρίς να συμπεριλαμβάνονται πάντα στις σχετικές εκλογικές αναμετρήσεις. Για παράδειγμα, αν συμπεριλάβουμε στις σχετικές μετρήσεις κόμματα που είναι εναντίον του οικονομικού νεοφιλελευθερισμού, υπέρ της μείωσης των ανισοτήτων, της ενδυνάμωσης του κράτους πρόνοιας κ.τ.λ., μπορεί οι προοπτικές της σοσιαλδημοκρατίας να είναι πιο αισιόδοξες.

Το γενικό πλαίσιο
Νομίζω ότι στο μέλλον τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (με τον διευρυμένο ορισμό του όρου) θα λειτουργούν σε ένα πλαίσιο που θα τα ευνοεί. Πιο συγκεκριμένα, αντίθετα με το κομμάτι της Αριστεράς που προβλέπει, λόγω των αλλεπάλληλων οικονομικών κρίσεων, την ταχεία κατάρρευση του καπιταλισμού (βλ. W. Streek, 2014), νομίζω πως ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Ο βασικός λόγος για αυτή την πρόβλεψη είναι ότι μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης δύο είναι οι βασικοί παίκτες στην παγκόσμια πολιτικοοικονομική αρένα: οι ΗΠΑ, που αντιπροσωπεύουν τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό, και η Κίνα, που είναι ο κύριος εκπρόσωπος του αυταρχικού καπιταλισμού. Και οι δύο υπερδυνάμεις έχουν κοινό συμφέρον να χειριστούν πιο αποτελεσματικά τις αναπόφευκτες μελλοντικές κρίσεις του συστήματος.

Οσο για την Ευρωπαϊκή Ενωση, αν ξεπεράσει τις σημερινές δυσκολίες και προχωρήσει σε μια πολιτική και κοινωνική ενοποίηση, θα καταστεί ο τρίτος παγκόσμιος παίκτης που μαζί με τους άλλους δύο θα διαμορφώνει το μελλοντικό παγκόσμιο γίγνεσθαι. Σε αυτή την περίπτωση ο ευρωπαϊκός παράγοντας, λόγω των κοινωνικών κατακτήσεων του παρελθόντος και παρά την τωρινή του προσέγγιση σε νεοφιλελεύθερες πρακτικές, θα εξακολουθήσει να αντιπροσωπεύει έναν σοσιαλδημοκρατικού τύπου καπιταλισμό. Ετσι το πιο πιθανό είναι να έχουμε μια διμερή ή τριμερή καπιταλιστική ηγεμονία. Από την άλλη μεριά, τα αντικαπιταλιστικά κινήματα, συνδικάτα, κόμματα, καθώς και οι εφήμερες κινητοποιήσεις, σε εθνικό και σε παγκόσμιο επίπεδο, δεν αποτελούν σοβαρή απειλή στο παγκόσμιο status quo.

Αν τα παραπάνω ευσταθούν, τα κόμματα που δεν έχουν ως στόχο την υπέρβαση του καπιταλισμού αλλά το πέρασμα από τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό-καζίνο σε έναν καπιταλισμό με πιο ανθρώπινο πρόσωπο θα λειτουργούν σε ένα πλαίσιο όπου οι αντικειμενικές συνθήκες θα τα ευνοούν. Γιατί μέσα στα όρια που θέτει σήμερα η καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση η δύναμη αυτών που θέλουν να προστατεύσουν το σημερινό σύστημα είναι συντριπτικά μεγαλύτερη από αυτήν των δυνάμεων που στοχεύουν στην άμεση ανατροπή του. Με άλλα λόγια, η στρατηγική της Ακρας Αριστεράς δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Η κατάσταση της «ήπιας» Αριστεράς είναι διαφορετική. Στη χώρα μας και αλλού στην Ευρώπη αυτή μιλάει για «ανατροπή», χωρίς όμως να διευκρινίζει αν πρόκειται για ολική αντικαπιταλιστική ανατροπή ή για μια ριζοσπαστική αλλαγή μέσα στον καπιταλισμό. Αν περάσουμε από τα λόγια στην πράξη, φαίνεται ξεκάθαρα πως αυτού του είδους η Αριστερά έχει ως στόχο σήμερα μια πολιτικά και κοινωνικά ενωμένη ευρωπαϊκή ομοσπονδία βασισμένη λιγότερο στον ανταγωνισμό και περισσότερο στην αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της. Ενας τέτοιος στόχος δεν είναι πολύ διαφορετικός από αυτόν που πρέπει να έχει μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία.

Συμπεράσματα
(α) Η ευρωπαϊκή βορειοδυτική σοσιαλδημοκρατία στη χρυσή εποχή της (1945-75), περισσότερο από κάθε άλλη πολιτική δύναμη, κατόρθωσε να επεκτείνει αστικά δικαιώματα (κράτος δικαίου), πολιτικά (δικαίωμα ψήφου) και κοινωνικά (κράτος πρόνοιας) στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Στη συνέχεια, για μια σειρά λόγους (συρρίκνωση της εργατικής βάσης της, νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, αδυναμία εφαρμογής της κεϊνσιανής πολιτικής σε ένα νέο πλαίσιο όπου το κράτος χάνει την αυτονομία του κ.τ.λ.), αναγκάστηκε για να επιβιώσει στην εκλογική αρένα να πλησιάσει χωρίς να ταυτιστεί με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία.

(β) Ο σημερινός παγκόσμιος καπιταλισμός ούτε, όπως πιστεύει ένα κομμάτι της Αριστεράς, είναι ετοιμοθάνατος ούτε πρόκειται να καταρρεύσει στις δεκαετίες που έρχονται. Μέσα στα στενά όρια που θέτει η μόνη ρεαλιστική προοδευτική στρατηγική είναι ένας δεύτερος εξανθρωπισμός του καπιταλισμού σε μεταεθνικό επίπεδο αυτή τη φορά.

(γ) Αντίθετα με αυτό που πιστεύει η Αριστερά σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία δεν πρέπει να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη «χρυσή τριακονταετία». Επιβίωσε με πιο συντηρητική μορφή ως σήμερα και έχει τη δυνατότητα αναζωογόνησης αν προσπαθήσει να δημιουργήσει νέες στρατηγικές - στρατηγικές που στοχεύουν στην παραπέρα εξάπλωση δικαιωμάτων προς τα κάτω, δικαιωμάτων που η κυριαρχία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού έχει σημαντικά συρρικώνσει.

(δ) Αν η σοσιαλδημοκρατία έχει σοβαρές πιθανότητες αναζωογόνησης, η σημερινή δαιμονοποίησή της από την Αριστερά είναι λανθασμένη. Για δύο βασικούς λόγους: πρώτον, γιατί, αντίθετα με την Ακρα Αριστερά, η Αριστερά, αν όχι στα λόγια, στην πράξη αποδέχεται πως η άμεση υπέρβαση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δεν είναι δυνατή βραχυπρόθεσμα. Αρα οι διαφορές της με μια νέα σοσιαλδημοκρατία είναι μικρές. Δεύτερον, η Αριστερά με το να θεωρεί τον όρο σοσιαλδημοκρατία «βρώμικη» λέξη αποκόπτεται από μια πολιτική παράδοση που κατόρθωσε περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα/κίνηση στη νεωτερική εποχή να δώσει ουσιαστικά δικαιώματα στα λαϊκά στρώματα. Πρόκειται για ένα επίτευγμα μοναδικό στην ιστορία της νεωτερικότητας - πρώιμης και ύστερης.

(ε) Αν πρέπει στη χώρα μας να αποφεύγεται η δαιμονοποίηση της σοσιαλδημοκρατίας από την Αριστερά, ισχύει και το αντίθετο. Οι σοσιαλδημοκρατικά προσανατολισμένες δυνάμεις (π.χ., το ΠαΣοΚ) δεν πρέπει να δαιμονοποιούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η δαιμονοποίηση του αντιπάλου και αγιοποίηση των ημετέρων βλάπτουν σοβαρά τη δημοκρατία.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 20/3/2016

Και τώρα τι κάνουμε;

Βρισκόμαστε ξανά στο χείλος του γκρεμού. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα πλήρες αδιέξοδο. Υποχρεώνεται σήμερα να λύσει άμεσα τέσσερα αλληλοσυνδεόμενα προβλήματα: το ασφαλιστικό, το φορολογικό, το προσφυγικό, καθώς και να αντιμετωπίσει μια Ευρώπη «φρούριο» που αποδίδει άδικα τις περισσότερες ευθύνες για τις προσφυγικές εισροές στη χώρα μας. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ έκανε τεράστια σφάλματα: αλλεπάλληλες «κωλοτούμπες», παλαιοκομματικές πρακτικές, έναν αρχηγό με χάρισμα αλλά άπειρο - αφού πέρασε απότομα από τον ακτιβισμό στην πρωθυπουργία. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία πως οι περισσότεροι συνεργάτες του είναι ανεπαρκείς ή/και ιδεολογικά προσκολλημένοι σε ξεπερασμένα δόγματα.

Η αντιπολίτευση

Από την άλλη μεριά, η αντιπολίτευση (κυρίως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ) δεν πάει πίσω. Οδύρεται και κραυγάζει εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ αλλά βάζει κάτω από το χαλί τις ευθύνες και τα λάθη του παλαιού καθεστώτος, ευθύνες και λάθη που συνδέονται άμεσα με το τωρινό αδιέξοδο. Για παράδειγμα, υπάρχει απόλυτη σιωπή για το ότι στο ασφαλιστικό οι προηγούμενες κυβερνήσεις πετούσαν το μπαλάκι στην επόμενη κυβέρνηση, μέχρι που η βόμβα έσκασε στα χέρια του Τσίπρα. Ούτε βέβαια αναφέρεται σε ό,τι αφορά τις κινητοποιήσεις των αγροτών, πως η θλιβερή κατάσταση του γεωργικού τομέα ξεκίνησε από το ΠΑΣΟΚ και συνεχίστηκε από όλες τις επόμενες κυβερνήσεις. Είναι γνωστό πως ο Ανδρέας με το γνωστό λαϊκίστικο του στυλ χρησιμοποίησε ευρωπαϊκούς πόρους προοριζόμενους για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας για γενναιόδωρες αγροτικές παροχές που μετατράπηκαν σε «διαμερίσματα/προίκες», ακριβά αυτοκίνητα και πολλά άλλα που δυστυχώς ξεχνάμε σήμερα.
Όσο για τη σημερινή τραγική κατάσταση, η αντιπολίτευση επαναλαμβάνει τις γνωστές κριτικές εναντίον της κυβέρνησης, αλλά δεν μας λέει τίποτα σημαντικό για το τί πρέπει να γίνει εδώ και τώρα. Έτσι ο νέος αρχηγός της, πέρα από τις χιλιοειπωμένες κριτικές εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναφέρεται στο τί θα κάνει ή στο τί πρέπει να γίνει άμεσα. Για κατανοητούς λόγους, δεν θέλει να βρεθεί στη θέση του πρωθυπουργού. Από την άλλη μεριά όμως τονίζει πως, εκτός από το προσφυγικό, δεν πρόκειται σε τίποτε άλλο να στηρίξει την κυβέρνηση. Τί θα κάνει όμως αν η κυβέρνηση χάσει την ισχνή πλειοψηφία της; Δεν θα την στηρίξει; Ούτε βέβαια έχει να προτείνει κάτι εποικοδομητικό για το ασφαλιστικό.

Τι μπορεί να γίνει

Τί είναι δυνατόν να γίνει σήμερα; Για μια φορά επιτέλους, όλοι οι σημαντικοί πολιτικοί παίκτες ας ξεχάσουν, έστω και για λίγο, τα μικροκομματικά τους συμφέροντα και τα παιχνίδια με τις λέξεις. Ας σκεφτούν το συμφέρον της χώρας, που για την στιγμή το προασπίζονται μόνο στα λόγια. Η ουσιαστική προσφορά στη χώρα προϋποθέτει αυτή την στιγμή την στήριξη της κυβέρνησης - τουλάχιστον μέχρι αυτή να ξεπεράσει τον κάβο της αξιολόγησης, μέχρι να πάρει τη βοήθεια που περιμένει και να αρχίσει να διαπραγματεύεται την υπόθεση του χρέους. Βέβαια, υπάρχει το λογικό επιχείρημα πως η αντιπολίτευση δεν μπορεί συνεχώς να προσφέρει στήριξη χωρίς κανένα αντάλλαγμα, χωρίς ένα είδος ουσιαστικής συνεργασίας. Αυτή τη συνεργασία, λανθασμένα κατά την γνώμη μου, η κυβέρνηση δεν την δέχεται. Σε αυτή την περίπτωση όμως, η αντιπολίτευση πρέπει να διαλέξει μεταξύ δεύτερης στήριξης χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα ή εκλογών, εκλογών που θα χειροτερεύσουν την παρούσα κατάσταση.
Αν η αντιπολίτευση αποφασίσει μια μη κομματική, εθνική στρατηγική, τότε θα πρέπει ξανά να στηρίξει τον Τσίπρα. Καλώς ή κακώς, οι πολίτες ψήφισαν για τρεις συνεχόμενες φορές τον ΣΥΡΙΖΑ. Άρα, στη συγκεκριμένη συγκυρία, παρ' όλες τις σοβαρές αδυναμίες της κυβέρνησης, με αυτή πρέπει να πορευτούμε. Κάθε άλλη λύση, όπως πάλι εκλογές, οικουμενική κυβέρνηση, συνεργασίες κομμάτων κτλ., θα οδηγήσει σε περισσότερο χάος. Απλά δεν υπάρχει καιρός για νέα πειράματα. Κάθε αργοπορία κοστίζει πολύ ακριβά και δυσχεραίνει τη θέση της χώρας. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε πως από την στιγμή που ο πρωθυπουργός αποφάσισε να δεχτεί το τελευταίο μνημόνιο, προσγειώθηκε στην πραγματικότητα. Προσπαθεί, ειλικρινά κατά την γνώμη μου, να υλοποιήσει ένα μνημόνιο που βάζει πολύ στενά όρια, όρια που δεν επιτρέπουν ένα «Plan B».
Αντί λοιπόν η αντιπολίτευση να αναλώνεται σε κοκορομαχίες, πρέπει να κινητοποιηθεί και να συμβάλλει στο να πεισθούν οι οικονομικές και πολιτικές ευρωπαϊκές ελίτ να αλλάξουν την στάση τους απέναντι στην Ελλάδα. Αν όχι για άλλο λόγο, γιατί το grexit δεν βοηθάει ούτε τους δανειστές, ούτε τη συνοχή της ευρωζώνης. Η υπερβολική πίεση των εταίρων μας, όταν ξέρουν πολύ καλά τις τωρινές δυσκολίες της χώρας, είναι αδικαιολόγητη. Όταν, για παράδειγμα, ο «φίλος» μας Μοσκοβισί επαναλαμβάνει καθημερινά πως η χώρα πρέπει αμέσως να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της και όταν ο Ντάισελμπλουμ τονίζει με σαδιστικό ύφος πως η αξιολόγηση θα πάρει όχι μέρες αλλά μήνες για να τελειώσει, δεν βοηθούν. Απλά υποσκάπτουν το κυβερνητικό έργο. Οι φιλικές προς τη χώρα μας κυβερνήσεις μπορεί να μην θέλουν το grexit, αλλά αυτή την στιγμή με τα λόγια και τις πράξεις τους την οδηγούν στην έξοδο.

Συμπέρασμα

Όλα τα φιλοευρωπαϊκά ελληνικά κόμματα πρέπει να στηρίξουν την κυβέρνηση. Σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία δεν υπάρχει καιρός για άλλες λύσεις. Ας αφήσουν, έστω βραχυπρόθεσμα, την στείρα αντιπολίτευση. Ας ενημερώσουν τα ευρωπαϊκά κόμματα για τις τωρινές, τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η χώρα - και ας προτείνουν εποικοδομητικές, άμεσα εφαρμόσιμες λύσεις στην κυβέρνηση.

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 13/2/2016

Το μέλλον της ανεργίας

Η αχίλλειος πτέρνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η ανεργία, με το πρόβλημα να εντείνεται ραγδαία σήμερα. Γιατί με την κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης οικονομίας παρατηρούμε έναν τύπο ανάπτυξης που δεν δημιουργεί σε σημαντικό βαθμό νέες θέσεις εργασίας. Με την άνοδο του θατσερισμού και το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών τη δεκαετία του '70 η ισορροπία κεφαλαίου και εργασίας εξαφανίζεται αφού το κεφάλαιο αποκτά μια κινητικότητα που το κράτος-έθνος δεν μπορεί πια να ελέγξει. Κάθε φορά που προσπαθεί να επιβάλει αυστηρούς ελέγχους εντός των εθνικών συνόρων, οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα φυγής σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και η εργατική νομοθεσία καχεκτική ή ανύπαρκτη.

Στην ευρωπαϊκή κοινότητα βέβαια οι περισσότερες κυβερνήσεις εξακολουθούν να πιστεύουν πως η σημερινή ζοφερή κατάσταση της υψηλής ανεργίας γρήγορα θα βελτιωθεί αφού το ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης, η επιτάχυνση της ανάπτυξης, η πιο εντατική κατάρτιση και οι νέες τεχνολογίες θα δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Αυτό όμως που παρατηρούμε όλο και περισσότερο είναι το φαινόμενο της jobless growth, δηλαδή μιας ανάπτυξης που δεν μειώνει σημαντικά την ανεργία. Ιδίως σε ό,τι αφορά τις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου (και κυρίως της Ελλάδας) δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η ανάπτυξη θα μειώσει σημαντικά τον αριθμό των ανέργων - κυρίως των νέων.

Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική: Ευελιξία χωρίς ασφάλεια

Με βάση τη νεοφιλελεύθερη λογική υποστηρίζεται ότι το αδιέξοδο της ανάπτυξης που δεν μειώνει σημαντικά την ανεργία μπορεί να ξεπεραστεί με τη θεσμοποίηση της «ευέλικτης εργασίας». Δηλαδή, με την κατάργηση των διαφόρων νομοθετικών ρυθμίσεων που δυσχεραίνουν την απόλυση των εργαζομένων. Κατά τη νεοφιλελεύθερη άποψη, η ευελιξία όχι μόνο αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων αλλά και κάνει δυνατή την πρόσληψη μερικών από αυτούς που είναι άνεργοι και είναι διατεθειμένοι να εργαστούν με χαμηλότερους μισθούς, με συμβάσεις μερικής απασχόλησης κ.τ.λ. Ετσι, με τη στρατηγική της ευελιξίας, στην ακραία μορφή της, οδηγούμαστε σε μια κατάσταση που θυμίζει τον άγριο καπιταλισμό της πρώιμης εκβιομηχάνισης, όταν η απουσία ισχυρών συνδικάτων και ο μη παρεμβατικός χαρακτήρας του «κράτους νυχτοφύλακα» οδήγησαν στην εξαθλίωση μιας μεγάλης μερίδας της εργατικής τάξης.

Η σκανδιναβική στρατηγική: Ευελιξία με ασφάλεια (flexicurity)

Μια άλλη στρατηγική για τη μείωση της ανεργίας, η οποία εφαρμόζεται σε διάφορες παραλλαγές στον σκανδιναβικό χώρο, προτείνει «ευελιξία με ασφάλεια». Αυτό οδηγεί στη συναίνεση εργαζομένων και εργοδοτών σε ένα κοινό πρόγραμμα που βασίζεται στην αποδοχή της ευελιξίας σε ό,τι αφορά τις απολύσεις των πρώτων, με αντάλλαγμα την κοινωνική προστασία όσων χάνουν τη δουλειά τους. Ετσι οι απολυόμενοι λαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος του μισθού τους, καθώς και όλα τα ασφαλιστικά δικαιώματα που είχαν προτού απολυθούν. Οι τελευταίοι, αντί της παθητικής παροχής επιδομάτων ανεργίας, είναι υποχρεωμένοι να ενταχθούν σε εντατικά προγράμματα κατάρτισης που οδηγούν, με τη βοήθεια ειδικών κρατικών οργανισμών, στην επανένταξη στην αγορά εργασίας. Η στρατηγική της «ευελιξίας με ασφάλεια» συνήθως συνδέεται με μια πιο συνολική κρατική πολιτική που αφορά δημιουργία νέων υποδομών, στοχευμένες επενδύσεις, κίνητρα προσέγγισης ιδιωτικών κεφαλαίων σε κλάδους ή σε περιοχές με υψηλή ανεργία κ.τ.λ.

Ολα τα παραπάνω βοηθούν. Αλλά πολύ γρήγορα οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες, αντίθετα με αυτό που συνέβη στην πρώιμη εκβιομηχάνιση, καταργούν περισσότερες θέσεις εργασίας από αυτές που δημιουργούν (βλ. «Economist», 18.1.2014). Αυτή η ανισορροπία θα ενταθεί θεαματικά στα χρόνια που έρχονται. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού θα είναι «άχρηστο» αφού ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς τους αποκλεισμένους από την αγορά εργασίας.

Από τη λογική της flexicurity στο workfare

Ενας διαφορετικός τρόπος ενεργοποίησης των ανέργων είναι το λεγόμενο workfare. Σε αυτή την περίπτωση οι άνεργοι είναι υποχρεωμένοι, αν θέλουν να διατηρήσουν το επίδομα ανεργίας, να εργαστούν αμισθί σε επιχειρήσεις που είναι διατεθειμένες να τους δεχθούν. Στη Μεγάλη Βρετανία τα συνδικάτα και άλλες οργανώσεις αντιμετωπίζουν αρνητικά αυτό το σύστημα. Πολλοί το θεωρούν «εργατική σκλαβιά» (slave labour) αφού οι επιχειρήσεις βρίσκουν εργαζομένους που είναι υποχρεωμένοι να προσφέρουν εργασία χωρίς αμοιβή. Επιπλέον, με αυτό το σύστημα οι επιχειρήσεις αποφεύγουν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας που συχνά είναι αναγκαίες.

Η κινητοποίηση των ανέργων στην κοινότητα
Το workfare θα ήταν πιο αποδεκτό αν:
Οι υπηρεσίες των ανέργων προσφέρονταν όχι σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αλλά στην κοινότητα - κοινότητα που σήμερα έχει γεωμετρικά αυξανόμενες ανάγκες στον χώρο της μέριμνας ηλικιωμένων, της οικολογίας, της υγείας κ.τ.λ. Ανάγκες που το κράτος πρόνοιας δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά.
Οι εργαζόμενοι στην κοινότητα αμείβονταν με ένα ποσό που θα αντιστοιχούσε στο επίδομα ανεργίας συν ένα μικρό ποσοστό του επιδόματος. Το τελευταίο θα λειτουργούσε ως κίνητρο για να ενταχθεί ο άνεργος σε κοινοτικά προγράμματα.
Οπως στο σύστημα της flexicurity, ο εργαζόμενος στην κοινότητα θα έχει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που απολάμβανε προτού απολυθεί.
Επειδή τα συμφέροντα των εργαζομένων στην κοινότητα είναι διαφορετικά ή και συχνά αντικρουόμενα με τα συμφέροντα αυτών που βρίσκονται εντός της αγοράς εργασίας, οι προσφέροντες υπηρεσίες στην κοινότητα πρέπει να αντιπροσωπεύονται από οργανώσεις διαφορετικές από τις συμβατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Αρα, αν στην περίπτωση του μοντέλου της flexicurity οι συμφωνίες παίρνονται στη βάση μιας διαβούλευσης μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων και συνδικάτων, στην περίπτωση του μοντέλου που προτείνεται εδώ η διαβούλευση δεν θα είναι τριμερής αλλά τετραμερής: μεταξύ κράτους, επιχειρήσεων, συνδικάτων και οργανώσεων που αντιπροσωπεύουν αυτούς που προσφέρουν αμειβόμενη εργασία στην κοινότητα. Είναι στο πλαίσιο των παραπάνω διαβουλεύσεων που η «ευελιξία», δηλαδή ο βαθμός ευκολίας που ένας επιχειρηματίας θα έχει σε ό,τι αφορά τις απολύσεις, θα εξαρτάται όχι μόνο από το κράτος, τις επιχειρήσεις και τα συνδικάτα αλλά και από τις οργανώσεις των πρώην ανέργων που εργάζονται στον κοινοτικό χώρο. Με αυτόν τον τρόπο οδηγούμαστε σε ένα σύστημα όπου, εκτός από τη λεγόμενη δομική ανεργία που συνδέεται με τις μετακινήσεις εργατών μεταξύ των διαφόρων κλάδων, όλοι και όλες που είναι ικανοί/ικανές να εργαστούν κινούνται μεταξύ τριών πόλων: αυτό της αγοράς εργασίας, της μετεκπαίδευσης/κατάρτισης και της εργασίας αυτών που προσφέρουν διάφορες υπηρεσίες στην κοινότητα.

Οσο για την οργάνωση των εργατών στην κοινότητα, αυτή δεν πρέπει να γίνει με την επέκταση της δημόσιας διοίκησης - ιδίως σε χώρες με πελατειακούς και αντιαναπτυξιακούς προσανατολισμούς όπως η χώρα μας. Πρέπει να αυτοοργανώνεται και να ελέγχεται από μια πραγματικά ανεξάρτητη από το κομματικοκρατικό σύστημα αρχή. Μια τέτοια κατάσταση όχι μόνο θα μπορούσε να βρει πόρους από το ΕΣΠΑ αλλά και θα βοηθούσε τα ασφαλιστικά ταμεία, θα μείωνε τη μαύρη εργασία και θα αύξανε τα φορολογικά έσοδα.

Βέβαια το παραπάνω σχέδιο δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθεί - κυρίως σε περίοδο ύφεσης ή στις λιγότερο πλούσιες χώρες της ευρωζωνικής περιφέρειας όπως η Ελλάδα. Αλλά για τις τελευταίες είναι ένας στόχος που μπορεί να πλησιαστεί σταδιακά στο πλαίσιο ενός σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού. Αυτού του είδους οι στόχοι πρέπει να απασχολούν μια αναζωογονημένη σοσιαλδημοκρατία που έχει τη βούληση να διαφοροποιηθεί και από τον μπλερισμό ή τον τρίτο δρόμο του Giddens και από τις μετακαπιταλιστικές φαντασιώσεις των ακροαριστερών πολιτικών και διανοουμένων. Με άλλα λόγια, ως στόχος που μπορεί να επιτευχθεί σταδιακά, η κατάργηση της ανεργίας δεν είναι αδύνατη μέσα στο πλαίσιο ενός νεοσοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 25/12/2015

Τέσσερις προκλήσεις για την Ευρώπη

Η Ευρωπαϊκή Ενωση κινδυνεύει να διασπασθεί. Τέσσερις είναι, σε έναν μεγάλο βαθμό, οι αλληλοσυνδεόμενοι λόγοι. Η λανθασμένη αρχιτεκτονική της, η υφεσιακή διαχείριση της κρίσης, η ένταση των προσφυγικών ροών και η τρομοκρατία.

Τα βασικά προβλήματα

Ξεκινώ από τις σαθρές βάσεις της ευρωζώνης. Η ΟΝΕ αποτελείται από ανταγωνιστικές οικονομίες (κυρίως βορειοδυτικές) και λιγότερο ανταγωνιστικές (οι οικονομίες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης). Ολες λειτουργούν στη βάση του κοινού νομίσματος, του ευρώ. Αυτό σημαίνει πως υπάρχει μια συστηματική μεταφορά πόρων από τις δεύτερες στις πρώτες. Αυτού του είδους η «άνιση συναλλαγή» μεταξύ Βορρά και Νότου ενέχει μια οικονομική αιμορραγία πολύ μεγαλύτερη από τη βοήθεια που ο Βορράς δίνει στον Νότο. Ετσι, αντί για σύγκλιση έχουμε την ένταση των ανισοτήτων μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας. Για να ισορροπήσει κάπως το σύστημα χρειάζεται σίγουρα μια άλλου τύπου βοήθεια. Χρειάζονται, όπως πολλοί αναλυτές έχουν υποστηρίξει, σοβαροί αναδιανεμητικοί μηχανισμοί που για τη στιγμή δεν υπάρχουν.

Η παραπάνω ανισορροπία μεταξύ ευρωπαϊκού κέντρου και περιφέρειας εντάθηκε με την παγκόσμια κρίση που ξεκίνησε το 2008. Αντίθετα με την πετυχημένη αντιμετώπιση της κρίσης από την κυβέρνηση Ομπάμα, η Γερμανία επέβαλε τη λιτότητα όχι μόνο στην καταχρεωμένη χώρα μας, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτό οδήγησε στην εκτίναξη της ανεργίας (κυρίως στον Νότο), των ανισοτήτων, καθώς και στην περιθωριοποίηση των λαϊκών στρωμάτων. Με αποτέλεσμα τη θεαματική άνοδο της άκρας Δεξιάς, την αντίθεση μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού στην ΕΕ και την ξενοφοβία.

Και στους δύο παραπάνω παράγοντες προστέθηκε το μαζικό προσφυγικό ρεύμα που συνδέεται άμεσα με τον συριακό εμφύλιο. Στην Ελλάδα, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η προσφυγική εισροή έγινε και εξακολουθεί να γίνεται όλο και πιο εκρηκτική. Κυρίως από τη στιγμή που, με την σε κάποιον βαθμό εξαίρεση της Γερμανίας, οι υπόλοιποι εταίροι μας αρνούνται να δεχτούν έναν ικανό αριθμό προσφύγων. Μετά τα πρόσφατα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι, τα τείχη για την ανάσχεση των προσφύγων θα πολλαπλασιαστούν ενώ η Συμφωνία του Σένγκεν αργοπεθαίνει.

Το ευρωπαϊκό εγχείρημα

Σε ό,τι αφορά την άνιση ανταλλαγή και την έλλειψη αλληλεγγύης, από τη μια μεριά η Γερμανία δεν εννοεί να εγκαταλείψει τη νεοφιλελεύθερη συνταγή της λιτότητας, από την άλλη μεριά όμως δεν επιθυμεί την κατάρρευση της ευρωζώνης. Αντιλαμβάνεται πως εκτός της ΟΝΕ θα καταστεί τρίτης κατηγορίας παίκτης σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα όπου οι κύριοι παίκτες είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα. Αρα, οι γερμανικές ελίτ θα πρέπει να αποφασίσουν: ή την πολιτική αλλά και κοινωνική ενοποίηση ή τη διάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η πρώτη, θετική επιλογή, σημαίνει περισσότερη αλληλεγγύη και πέρασμα, όσο είναι δυνατό, στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη σε μια πιο σοσιαλδημοκρατική πολιτική. Σημαίνει, με άλλα λόγια, τη δημιουργία μιας αλληλέγγυας ευρωπαϊκής ομοσπονδίας.

Οσο για τα προβλήματα της προσφυγικής κρίσης και της επιδείνωσης της τρομοκρατίας, αυτά δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το πρώτο προϋποθέτει την εξεύρεση λύσης στον συριακό εμφύλιο πόλεμο. Το δεύτερο, μεταξύ άλλων, προϋποθέτει την εξουδετέρωση του ισλαμικού κράτους που στρατολογεί, εκπαιδεύει, χρηματοδοτεί και συντονίζει τις εγκληματικές ενέργειες των τρομοκρατών. Βέβαια, η καταστροφή του ισλαμικού κράτους δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Απαιτούνται στρατιωτικές επιχειρήσεις εδάφους. Κάτι τέτοιο δεν θα εξαφανίσει την τρομοκρατία. Οσο υπάρχουν άτομα που όχι μόνο δεν φοβούνται τον θάνατο, αλλά και τον επιθυμούν σαν μέσο «ηρωοποίησης» σε αυτόν τον κόσμο και περάσματος στον παράδεισο, η μακάβρια πορεία θα συνεχίζεται. Παρ' όλα αυτά, η εξουδετέρωση της κρατικής βάσης των τρομοκρατών θα κάνει πιο αποτελεσματική την καταπολέμηση του τρομοκρατικού φαινομένου.

Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε και την ευθύνη της Δύσης για τη δημιουργία συνθηκών που ευνοούν την τρομοκρατία. Από την αποικιοκρατία και τις μυωπικές επεμβάσεις των δυτικών με σκοπό τον «εκδημοκρατισμό» του Ιράκ, της Λιβύης και άλλων χωρών, ως την οικονομική και κοινωνική περιθωριοποίηση των μουσουλμάνων (κυρίως δεύτερης γενιάς) στη Γαλλία και αλλού, οι ευρωπαϊκές ελίτ φέρουν ευθύνες για την ακραία ριζοσπαστικοποίηση ενός κομματιού του μουσουλμανικού κόσμου. Αυτό που απαιτείται δεν είναι μόνο ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ του ακραία φανατικού/τρομοκρατικού και του ειρηνόφιλου Ισλάμ, αλλά και η μη ταύτιση της τρομοκρατίας με τη μωαμεθανική θρησκεία. Επιπλέον και κυρίως, χρειάζονται οικονομικοί πόροι για τον απεγκλωβισμό των μειονοτήτων από τα γκέτο των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Οι δυτικές κοινωνίες έχουν γίνει πολυπολιτισμικές χώρες, όμως, με λίγες εξαιρέσεις, οι κυβερνήσεις τους δεν καταφέρνουν να χειριστούν αποτελεσματικά την πολυπλοκότητα του μετανεωτερικού κόσμου.

Ευρωπαϊκός σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός

Ολα τα παραπάνω προβλήματα είναι πολύ σοβαρά, αλλά όχι ανυπέρβλητα. Η σημερινή ευρωπαϊκή κρίση δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία. Πιστεύω πως το όραμα μια ενωμένης Ευρώπης δεν θα σβήσει. Δεν θα σβήσει γιατί γίνεται όλο και πιο προφανές πως η σταδιακή υλοποίηση τους ευρωπαϊκού οράματος δεν θα είναι μόνο προς όφελος των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και προς όφελος της παγκόσμιας κοινότητας. Οπως ο κόσμος όλο και περισσότερο διαμορφώνεται από μεγάλους κοινωνικούς σχηματισμούς όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα, μια Ενωμένη Ευρώπη θα καταστεί ένας τρίτος σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια πολιτικοοικονομική αρένα. Αν γίνει αυτό, η Ευρώπη με τα κοινωνικά επιτεύγματά της στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο (τη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας - 1945-1975) και με το ότι ακόμα και σήμερα συνδυάζει την αντιπροσωπευτική δημοκρατία με ένα κράτος πρόνοιας που είναι, παρ' όλη τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, πολύ πιο αναπτυγμένο από αυτό των ΗΠΑ και της Κίνας, μπορεί να καταστεί ο κύριος εκπρόσωπος ενός σοσιαλδημοκρατικού καπιταλισμού. Αν μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αποτελείται κυρίως από τον νεοφιλελεύθερο αγγλοσαξονικό καπιταλισμό και τον αυταρχικό κινεζικό, ένας ευρωπαϊκός, σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός σίγουρα θα οδηγήσει σε μια πιο ανθρώπινη παγκόσμια κατάσταση. Επιπλέον, μια Ενωμένη Ευρώπη δεν θα διαμορφώνεται μόνο, αλλά και θα διαμορφώνει προς το καλύτερο τον κόσμο που έρχεται.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 22/11/2015.

Είναι ο Τσίπρας σοσιαλδημοκράτης;

Προχωρεί σταδιακά ο Τσίπρας προς τη σοσιαλδημοκρατία; Πολλοί υποστηρίζουν πως ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ ούτε είναι ούτε πρόκειται στο μέλλον να ασπαστεί σοσιαλδημοκρατικές αρχές. Οι λενινιστικές καταβολές του, οι ομοϊδεάτες στενοί συνεργάτες του και η βασική ιδεολογία του θα τον κάνουν να παραμείνει στο αντισοσιαλδημοκρατικό στρατόπεδο. Στο κείμενο αυτό θα υποστηρίξω πως τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα.

Ο Τσίπρας πρoτού γίνει πρωθυπουργός όντως δεν ήταν σοσιαλδημοκράτης - ούτε στα λόγια ούτε στις πράξεις. Στη συνέχεια όμως αναγκάστηκε να ακολουθήσει έναν κεντροαριστερό, σοσιαλδημοκρατικό δρόμο, κυρίως όταν δέχτηκε το τρίτο Μνημόνιο. Σήμερα προσπαθεί, ειλικρινά κατά τη γνώμη μου, να το υλοποιήσει. Αν τα καταφέρει, πράγμα δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο, ο δρόμος του προς τη σοσιαλδημοκρατία θα είναι αναπόφευκτος. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα εξελιχθεί σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως ο ιδεολογικά στρατευμένος δεν αλλάζει. Ο Τσίπρας έχει την ακραία «αριστεροσύνη στο DNA του». Αυτό είναι λάθος. Οι άνθρωποι δεν είναι μηχανές που δεν αλλάζουν σε όποιο πλαίσιο και αν βρεθούν. Τα υποκείμενα όχι μόνο διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται από το συνεχώς εξελισσόμενο περιβάλλον. Είναι βέβαια γεγονός πως, παρ' όλο που στην ουσία δεν συμφωνούσε με πολλές από τις απαιτήσεις του Μνημονίου, αναγκάστηκε να τις δεχθεί. Δηλαδή, μετά τις συνεχείς «κωλοτούμπες» του, αντελήφθη πλήρως την πραγματικότητα: την προφανή ανισορροπία δύναμης μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και γερμανοκρατούμενης ευρωζώνης. Ετσι δέχθηκε μεν το τρίτο Μνημόνιο, αλλά τόνισε πως θα προσπαθήσει να το υλοποιήσει παρ' όλο που δεν συμφωνεί με βασικές διατάξεις του. Υπονόησε άρα πως ο αρχικός προσανατολισμός του ίδιου και των στενών συνεργατών του δεν άλλαξε ούτε πρόκειται να αλλάξει. Αλλα όμως τα λόγια και άλλες οι πράξεις.

Η απόφαση αποδοχής του Μνημονίου και οι πρακτικές της υλοποίησης που έχουν ήδη αρχίσει αργά ή γρήγορα θα κάνουν τον Πρωθυπουργό να αλλάξει την ιδεολογία του. Η προσγείωση στην πραγματικότητα θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ιδεολογία του, στον τρόπο που σκέφτεται, στην πολιτική του ταυτότητα. Θα περάσει από τον λόγο της αριστερής «ανατροπής» σε αυτόν της σταδιακής/εξελικτικής σοσιαλδημοκρατικής αλλαγής. Δηλαδή, θα περάσει από τον Λένιν στον Μπερνστάιν. Από την άμεση ανατροπή στη «ρεφορμιστική» στρατηγική εξανθρωπισμού του καπιταλισμού. Οπως υποστηρίζει ο Μπερνστάιν, η βασική προϋπόθεση για το μελλοντικό πέρασμα στην κυριαρχία ενός δημοκρατικού και συγχρόνως σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η σταδιακή αλλαγή προς έναν λιγότερο βάρβαρο, σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό.

Βέβαια ο Τσίπρας αποφεύγει να χρησιμοποιεί τη λέξη σοσιαλδημοκρατία, αφού ο όρος αυτός είναι ταμπού στον χώρο της Αριστεράς. Από τη στιγμή όμως που αποφάσισε να υλοποιήσει στα σοβαρά το μνημονιακό εγχείρημα, η υλοποίησή του θέτει στενά όρια μέσα στα οποία η μόνη προοδευτική, ρεαλιστική κατεύθυνση είναι το πέρασμα από τον νεοφιλελεύθερο στον σοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια, αν τα καταφέρει, δεν θα υπάρξει δρόμος επιστροφής. Οπως πολλοί υποστηρίζουν, θα γίνει ένας νέος Παπανδρέου. Θα περάσει, όπως ο Ανδρέας, από τον πρώιμο ριζοσπαστικό αριστερισμό του σε μια σοσιαλδημοκρατία με έντονα λαϊκιστικά χαρακτηριστικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με άλλα λόγια, θα γίνει ένα κεντροαριστερό, ριζοσπαστικό, σοσιαλδημοκρατικό κόμμα - όχι βέβαια βορειοδυτικού αλλά νοτιοευρωπαϊκού τύπου. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως το ανδρεϊκό ΠαΣοΚ, θα αποδεχθεί τη μόνιμη ένταξή μας στον ευρωπαϊκό χώρο, θα ξεχάσει τους εξωευρωπαϊκούς προσανατολισμούς του και, όπως τα άλλα σοσιαλδημοκρατικά ευρωπαϊκά κόμματα, θα προσπαθήσει, μέσα στα όρια που ο παγκόσμιος νεοφιλελευθερισμός επιτρέπει, να προστατεύσει τα οικονομικά αδύναμα στρώματα και να αποτρέψει την παραπέρα συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας.

Από την άλλη μεριά, όμως, αν ο Πρωθυπουργός αποτύχει να φέρει εις πέρας την υλοποίηση του Μνημονίου, είναι πιθανόν να χάσει την πλειοψηφία που έχει στη Βουλή. Σε αυτή την περίπτωση θα έχει δύο επιλογές: είτε να αντιπολιτευθεί ως αρχηγός ενός σοσιαλδημοκρατικού ΣΥΡΙΖΑ (όπως το ΠαΣοΚ του Ανδρέα Παπανδρέου) είτε να διαλέξει μια νέα αντιμνημονιακή στρατηγική, σε μια προσπάθεια να ξαναποκτήσει τη ριζοσπαστική αριστεροσύνη του. Νομίζω πως αν περάσει στην αντιπολίτευση μάλλον θα διαλέξει την πρώτη λύση.

Συμπερασματικά, τα παραπάνω σημαίνουν πως η πολιτική ταυτότητα δεν είναι ένα ρούχο που φοράει κανείς μια για πάντα. Οπως γνωρίζουμε από την ελληνική περίπτωση, μπορεί αυτή η ταυτότητα να αλλάξει ή και να αλλάζει ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Τέλος, οι αλλαγές πολιτικής ταυτότητας, για όσους βλέπουν τα πράγματα και από μια ψυχολογική διάσταση, μπορεί να είναι οπορτουνιστικές αλλά μπορεί και να μην είναι.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 25/10/2015

The crisis of socialdemocracy/Causes and prospects

I. The historical background

Social democracy emerged in the 19th century as a movement which initially had both revolutionary/Marxist and evolutionary/gradualist tendencies. This dualism took its most characteristic expression in the clash between the Lenin's and Bernstein's approach towards capitalism and its transcendence. The former was stressing that the reformist strategy would lead to the "embourgeoisement" of the working class and therefore to the survival of the capitalist mode of production. Bernstein on the other hand was arguing that the gradual improvement of the workers' conditions by democratic means such as the gradual spread of voting right, was a necessary precondition, in the long term, for the overcoming of capitalism and the eventual establishment of democratic socialism - i.e. for achieving a shift from the dominance of capitalist to the dominance of socialist relations of production.

II. The "golden years"

Subsequently the bernsteinian position prevailed and this led in the early post-war period to the so called "30 glorious years" of the social democratic movement from 1945 to 1975. In fact, during this period many social democratic parties came to power and managed to "humanise" capitalism. They managed to develop the welfare state and to spread civic, political and social rights to the working class base of the social pyramid - a condition never achieved before in modern times.

III. The crisis

In the late 70's however we witness a severe social democratic crisis. It had two main causes: First, due to the new technologies of the post-fordist era, the industrial working class base of the social democratic parties shrank. Second, the rise of neo-liberal globalisation and the reduction of the nation state's autonomy changed the balance of power between capital and labour - since the state was not any more able to regulate and control the rapid capital movements within its national frontiers. This meant that there is a marked imbalance of power between capital and labour. When the state or the trade unions tried to contest capital's strategies, private enterprises can easily move to countries where labour is cheaper and labour legislation is weak or non existent. Due to these developments social democratic parties, in order to survive, were transformed into "catch all parties", they lost their pro-labour progressive character and accepted to some degree the neo-liberal principles as expressed in the famous "Washington Consensus" which entails anti-inflationary policies, austerity, balanced budgets, anti-union measures etc. The sort of measures that Germany imposes on the eurozone today. The implementation of this neo-liberal strategy, as is well known, created huge inequalities, the relative diminution of welfare resources, unemployment, and the peripheralisation of a large part of the population in several european societies.

IV. Definitions

There are those (particularly on the left) who identify social democracy exclusively with its golden-age period. They argue that today "real" social democracy is dead; it was a phenomenon of the fordist past and its present decline is irreversible. On the other hand there are also those who still call themselves social democrats and who define social democracy in a broader manner: as a reformist movement which, under favourable conditions, can overcome its present crisis by creating new strategies aiming at a second humanisation of capitalism. Such new ideas and strategies already exist but, in most countries, material conditions and neo-liberal policies render them peripheral.

V. The european level

Given that globalisation entails not the shrinking of the state but the reduction of its autonomy, it is obvious that the social democracy of the early post-war type is not any more possible. More generally, a progressive social democracy is not any more possible "within one country". It can only be achieved on a post-national level. It can only be achieved within a broader framework like the eurozone which has greater autonomy vis-à-vis the global social order. Of course, this presupposes that the eurozone changes its present architecture. It presupposes a decisive shift from the neo-liberal, german dominated Europe to a social democratic community of countries which realises that its survival depends on greater solidarity between the economically more competitive to the less competitive countries. It is only in this way that the present imbalances and dysfunctions of the eurozone will be overcome. Dysfunctions such as growing inequalities between centre and periphery and massive unemployment in the latter, these trends leading to europhobia and to the spectacular rise of anti-Europe extreme left and right wing parties and movements.
In fact, the main weakness of the eurozone's overall structure is that it consists of two types of economies: the more developed, north-western competitive countries and the less competitive south and eastern european ones; all operating on the basis of the euro currency. This situation leads to a systematic transfer of resources from the less to the more competitive economies. Such an "unequal exchange" entails sums greater than the aid that the european centre gives to the periphery. Given this process, the only way to redress the above imbalance is to create serious redistributive mechanisms which will gradually diminish the growing gap between rich and less rich members. It presupposes, in other terms, a shift from the neo-liberal to a social-democratic european order.
Is a Europe based on solidarity possible? I think that it is difficult but possible. Germany, as already mentioned, is the dominant power in the EU. Not the voters but the german elites realise that it is in the long term interests of their country to maintain the Union. For destroying it, given the rising new economies, Germany will become a third class player in the global economic and geopolitical arena. For the moment Merkel wants something impossible: to maintain the eurozone neo-liberal character and at the same time ensure EU's long term survival. However, one cannot achieve both. Therefore Germany will soon have to choose either solidarity, i.e. a social democratic transformation of the EU or its eventual dissolution.

VI. The global level

Moving finally from the national and european to the global level, in left wing circles there are new theories that predict the imminent collapse of capitalism. Such theories are not new, but they have been revived today by the recent world economic crisis. The basic logic here is that the present unprecedented concentration of wealth at the top of the global system which means that 1% of the population owns more than 1/5 of the global produced wealth. This grotesque situation, according to the well known work of Thomas Piketty, has not only surpassed the 19th century's colossal inequalities, but the owners of these resources direct them not to the more but to the less productive financial sectors - where profits are quicker and much higher. The growing "financialization" of the world economy creates difficulties for the enlarged reproduction of capitalism. According to those who predict the coming collapse of capitalism, such internal/systemic contradictions will lead to the final end of capitalism.
I think that this type of theories have to do more with wishful thinking and less with a serious assessment of present and future developments. It is true of course that the capitalist mode of production, contra Fukuyama, is not to last forever. But surely its overall collapse is not around the corner. After the collapse of the soviet collectivist economic system, I think that capitalism will be with us for a long time still. It might of course change form. Neoliberalism may have already reached a peak (as has shown Obama's successful quasi-keynesian strategy for dealing with the crisis). More generally, I think that capitalism in an overall mixture of different forms, as an extremely flexible and adaptive system will survive - if not in the very long term, at least in the decades to come.
The reason for the above is that in the global economic space there are at present three types of capitalism which together are dominant on a planetary level:
(a) The neo-liberal type whose dominant actor remains the USA.
(b) The rapidly ascending authoritarian capitalism of China.
(c) The weaker, quasi-socialdemocratic/"socioliberal" type of western european capitalism which has a long history of popular social reforms and which might in the future, if the eurozone survives as an economically, politically and socially integrated formation, become a serious force of progressive social transformation.
For the moment, there are only two hegemons, two serious global players in the economic arena: the USA and China. The USA still remains the leading economic power in the world. Its technological advances, the quality of its research and the dynamism of its workforce, place the country at the top. China, on the other hand, with the impressive rapid growth and the size of its economy, has become the other dominant global power. Of course, for the moment the suppression of civil and political rights has created a very negative image of China in the West.
But, on the other hand, its rapid economic growth starts creating a large middle class which, as in South Korea and Taiwan, may lead to the gradual opening of its political system. Moreover China has achieved a unique social transformation. Despite its huge inequalities in the urban centres, it managed to get out of absolute poverty almost half a billion human beings. That means that for the first time in chinese history, during bad harvests peasants do not face starvation.
Finally, as far as the eurozone is concerned, if it avoids collapse, might become the third major economic player. If that happens, we will pass "from the G2 to the G3" dominance. The G3 have of course divergent interests. But increasingly, as nation states are becoming more and more interrelated, their common interests might become stronger than their conflicting ones. And this because there are several problems which, if not dealt with globally and cooperatively, will hurt all three: problems like climate change and global environmental destruction, non effective control of atomic energy, terrorism, the rapidly expanding global networks of drug dealers, traffickers of human beings etc.
But above all, the three global capitalist superpowers have a common interest in regulating the world economy in a way that future economic crises will be less destructive, more effectively managed. That means, regulating the world market not in a neo-liberal but in a neo-socialdemocratic manner. This need not imply the creation of a world state but rather the cooperation of three mega actors, who have a common interest in running the global capitalist economy in a more rational manner. A good example of the need for G3 cooperation is the repeated efforts of the US government to persuade the eurozone leadership to change the neo-liberal austerity strategy in dealing with the world crisis.

VII. Concluding remarks

To conclude:
- Social democracy is not dead, a revival is possible.
- The overcoming of social democracy's crisis presupposes:
First, the creation of new progressive strategies for the overcoming of its present crisis. Progressive strategies in the sense that they will aim at reactivating new mechanisms for the further spread of civic, political, economic, social and cultural rights to the social base.
Second, the above entails seriously regulated markets, aiming at growth, democracy, social justice and environmental responsibility.
Third, such new social democratic strategies will have greater chances of success if they take place in a united Europe leaving behind a neo-liberalism which, at least partly, has strengthened the right wing populisms that threaten the very existence of the EU.
- For those who think that the collapse of capitalism is not around the corner, that it will be with us for a long time, a revival of a capitalism with a human face is the only path forwards. For transcending capitalism in a revolutionary manner, under the present conditions, is unlikely to succeed; or if it succeeds it will lead to new types of authoritarianism. Therefore, given the continued adaptability of global capitalism, it is the social democratic type, at least in the medium term, that can lead us to a more humane global social order.
Finally, needless to say, this paper gives a rather optimistic view of future developments. Unfortunately, there is also a very pessimistic scenario, a scenario where global pressures for G3 cooperation are weaker than the formidable forces of chauvinistic nationalism leading to zero-sum geopolitical games. Unfortunately, contra Hegel, history is not always the unfolding of human reason. In this, rather festive, context which celebrates the emancipative spirit of the ancient Olympic Games, I have decided not to deal with the possible darker scenario.

Οι φαντασιώσεις της Αριστεράς

Στο παρόν κείμενο δεν θα ασχοληθώ με τις συγκεκριμένες διαμάχες που οδήγησαν στη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ (ευρώ - δραχμή, μνημόνιο - αντιμνημόνιο κ.τ.λ.). Θα εξετάσω πιο γενικά / επιγραμματικά τρεις βασικές ιδεοληψίες / φαντασιώσεις που αφορούν μερικούς κύκλους της Αριστεράς, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και πιο γενικά. Σε παραμονές εκλογών ένα τέτοιο θέμα μπορεί να φανεί χρήσιμο, μια και διακινείται μια ρητορεία η οποία οικειοποιείται τα βασικά διακυβεύματα της Αριστεράς.

Η κατάρρευση του καπιταλισμού έρχεται. Η ιδέα πως ο καπιταλισμός λόγω συστημικών αντιφάσεων πνέει τα λοίσθια είναι παλιά. Τη βλέπουμε, για παράδειγμα, στον ντετερμινιστικό ιστορικό υλισμό όπου το καπιταλιστικό σύστημα εννοιολογείται μηχανιστικά, σαν ένα σύστημα που αναπτύσσεται στη βάση σιδηρών εξελικτικών νόμων που καθορίζουν τη μελλοντική πορεία του. Εδώ η κινητήριος δύναμη είναι λιγότερο οι φορείς δράσης και περισσότερο οι αντινομίες του συστήματος που θα οδηγήσουν σε ένα τελειωτικό κραχ. Τέτοιου είδους θεωρίες ξαναζωντάνεψαν στην περίοδο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 (βλ. π.χ. Wolfang Streeck, 2014). Το βασικό επιχείρημα αυτών των θεωριών είναι ότι πριν από την κρίση η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δημιούργησε τερατώδεις ανισότητες - σε βαθμό που μια μικρή πλουτοκρατία (1/100 του πληθυσμού) τείνει να κατέχει ή να ελέγχει ένα τεράστιο ποσοστό του παγκόσμιου πλούτου. Επιπλέον, οι παραγόμενοι πόροι κατευθύνονται όλο και περισσότερο στον χρηματοπιστωτικό τομέα όπου τα κέρδη είναι υψηλά, άμεσα και συχνά μη φορολογούμενα. Αυτή η κατάσταση δεν είναι δυνατόν να συνεχισθεί αφού βάζει σοβαρά εμπόδια στη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Νομίζω πως η παραπάνω ανάλυση της νεοφιλελεύθερης πραγματικότητας είναι σωστή αλλά η πρόβλεψη περί άμεσης καπιταλιστικής κατάρρευσης λανθασμένη.

Ο καπιταλισμός δεν είναι βέβαια αιώνιος, αλλά δεν πρόκειται να καταρρεύσει άμεσα. Μετά την πτώση της Σοβιετικής Ενωσης η υφήλιος κυριαρχείται από τρεις τύπους καπιταλισμού: τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό των ΗΠΑ, τον αυταρχικό καπιταλισμό της Κίνας και τον ημι-σοσιαλδημοκρατικό / «σοσιαλφιλελεύθερο» καπιταλισμό της Βορειοδυτικής Ευρώπης. Ο τελευταίος έχει μια μακρά ιστορία κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και που μέσω της ευρωζώνης (αν αυτή δεν διαλυθεί και ενοποιηθεί πολιτικά και κοινωνικά) μπορεί να εξελιχθεί ως τρίτος παίκτης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Με την παγκοσμιοποίηση η αλληλοσύνδεση μεταξύ των τεράστιων αυτών κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών εντείνεται ραγδαία. Αυτό σημαίνει πως μια σειρά από προβλήματα είναι κοινά μεταξύ τους. Δεν μπορούν να λυθούν παρά μόνο με τη συνεργασία και των τριών κυρίαρχων παικτών στην παγκόσμια αρένα. Κοινά προβλήματα όπως η περιβαλλοντική καταστροφή που δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα μόνο μέρος του πλανήτη, ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικών όπλων, η τρομοκρατία, τα διεθνή εγκληματικά δίκτυα κ.τ.λ. Σε αυτόν τον κατάλογο πρέπει κανείς να προσθέσει τον έλεγχο των παγκόσμιων οικονομικών κρίσεων. Βεβαίως, όσο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής είναι κυρίαρχος, θεωρώ πως οι παγκόσμιες οικονομικές κρίσεις δεν πρόκειται να εξαφανιστούν. Μπορεί όμως να ελεγχθούν πολύ πιο γρήγορα και λιγότερο καταστροφικά όταν υπάρξει συστηματική συνεργασία μεταξύ των τριών υπερδυνάμεων.

Μπορεί βεβαίως κάποιος να υποστηρίξει πως οι συστημικές αντιφάσεις του καπιταλισμού συνδέονται άμεσα με την ταξική πάλη και με κινητοποιήσεις άλλων φορέων που στοχεύουν στην υπέρβαση, βίαιη ή λιγότερο βίαιη, ενός συστήματος που δεν είναι μόνο εξαιρετικά άδικο αλλά και παράλογο. Στη σημερινή συγκυρία όμως οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο είναι αδύνατες. Τα συνδικάτα συνεχώς συρρικνώνονται, τα νέα κοινωνικά κινήματα δεν έχουν ούτε γερές ρίζες ούτε σημαντικό δυναμισμό. Οσο για τις κινητοποιήσεις τύπου Σιάτλ, Γένοβας, «Αγανακτισμένων» κ.τ.λ., παρ' όλες τις νέες επικοινωνιακές τεχνολογίες έχουν εφήμερο χαρακτήρα.

Τελικά, είτε μας αρέσει είτε όχι, ο καπιταλισμός θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα. Μέσα στα όρια που θέτει, υπάρχουν όμως πιθανότητες προοδευτικών εξελίξεων, όπως το πέρασμα από τον βάρβαρο νεοφιλελευθερισμό σε έναν καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα

Με σοσιαλισμό εδώ δεν εννοώ τον όρο που συχνά χρησιμοποιούν μερικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αναφέρομαι σε έναν κοινωνικό σχηματισμό όπου τα κύρια μέσα παραγωγής δεν ελέγχονται κατά τον γνωστό καπιταλιστικό τρόπο, αλλά με συλλογικά όργανα όπως οι συνεταιρισμοί. Η ιδέα πως το πέρασμα από τον καπιταλιστικό σε έναν μετακαπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σε μία μόνο χώρα χαρακτηρίζει κυρίως, αλλά όχι μόνο, κύκλους της άκρας Αριστεράς, και στη χώρα μας και πιο γενικά. Στο σημερινό νεοφιλελεύθερο παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο, ένα πλαίσιο όπου η αυτονομία του κράτους - έθνους έχει μειωθεί σημαντικά, η μόνη περίπτωση επιβίωσης μιας μη καπιταλιστικής οικονομίας είναι η πλήρης απομόνωση (π.χ. η περίπτωση της Βόρειας Κορέας). Παντού αλλού ο καπιταλισμός κυριαρχεί ή τείνει να κυριαρχήσει (π.χ. Κούβα).

Ο Τρότσκι πριν από πολλά χρόνια είχε σωστά τονίσει πως ο σοσιαλισμός / κομμουνισμός δεν είναι εφικτός σε μία μόνο χώρα. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Ούτε ο δημοκρατικός σοσιαλισμός της δραχμής όπως τον ονειρεύεται μέρος της Αριστεράς, ούτε ένας νέος «υπαρκτός σοσιαλισμός» στον οποίο στοχεύει το ΚΚΕ είναι εφικτοί στόχοι. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως κάθε προσπάθεια προοδευτικής αλλαγής εξαφανίζεται. Ηδη στη χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975) παρατηρούμε όχι την κατάργηση του καπιταλισμού αλλά τον εξανθρωπισμό του. Για πρώτη φορά στην Ιστορία της νεωτερικότητας όχι μόνο αστικά και πολιτικά, αλλά και κοινωνικά δικαιώματα εξαπλώθηκαν προς τα λαϊκά στρώματα. Για πρώτη φορά παρατηρούμε τον συνδυασμό οικονομικής ανάπτυξης, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και σχετικής κοινωνικής δικαιοσύνης. Με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης αυτός ο συνδυασμός καταργείται. Αλλά πολλά από τα επιτεύγματα της πρώιμης μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας επιβιώνουν. Το κράτος πρόνοιας, για παράδειγμα, όπως αυτό αναπτύχθηκε στην περίοδο 1945-1975, συρρικνώθηκε σε έναν βαθμό αλλά δεν εξαφανίστηκε. Ιδίως στις σκανδιναβικές χώρες, παρ' όλη την επιρροή του νεοφιλελευθερισμού, η κρατική πρόνοια παρέχει σχεδόν σε όλον τον πληθυσμό έναν ανθρώπινο, αξιοπρεπή και δημοκρατικό τρόπο ζωής. Αρα ο πιο προφανής και εφικτός σκοπός της Αριστεράς σήμερα είναι ένας δεύτερος εξανθρωπισμός του καπιταλισμού.

Με άλλα λόγια, αν κανείς δεχθεί πως ο καπιταλισμός δεν καταρρέει στα χρόνια που έρχονται και πως θέτει όρια στο τι είναι δυνατόν και στο τι δεν είναι, μέσα σε αυτά τα όρια, ο στόχος της τωρινής Αριστεράς πρέπει να είναι ένας δεύτερος καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο. Δηλαδή η δημιουργία μιας σοσιαλδημοκρατίας που θα αποβάλλει τα νεοφιλελεύθερα στοιχεία που έχει σήμερα, ακολουθώντας νέες προοδευτικές στρατηγικές. Αρα, το πραγματικό δίλημμα για την Αριστερά σήμερα δεν είναι καπιταλισμός ή μετακαπιταλισμός, αλλά νεοφιλελεύθερος ή νεοσοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός. Βέβαια, η Αριστερά σιχαίνεται τον όρο σοσιαλδημοκρατία. Πιστεύει πως η «αληθινή» σοσιαλδημοκρατία πέθανε με την άνοδο του θατσερισμού. Η τωρινή σοσιαλδημοκρατία έχει ταυτιστεί με τον νεοφιλελευθερισμό. Το πρόβλημα όμως δεν είναι θέμα ορολογίας. Είναι το επιχείρημα πως μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό υπάρχουν δυνατότητες για μια προοδευτική αλλαγή του. Αν αυτό το ονομάσουμε νεοσοσιαλδημοκρατία ή κάτι άλλο είναι δευτερεύουσας σημασίας. Για παράδειγμα, αντί για νεοσοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό θα μπορούσαμε να μιλάμε για «καπιταλισμό όπου οι αγορές δεν κυριαρχούν απόλυτα αλλά ελέγχονται από το κράτος και την κοινωνία των πολιτών με σκοπό τον παραπέρα εκδημοκρατισμό της χώρας». Με άλλα λόγια, το πρόβλημα της ορολογίας είναι βασικό μόνο για αυτούς που πιστεύουν πως δεν υπάρχει χειρότερος και καλύτερος καπιταλισμός. Ο καπιταλισμός, κατά μονοδιάστατο τρόπο, είναι «κακός». Είναι όμως έτσι τα πράγματα;

Η μονοδιάστατη θεώρηση του καπιταλισμού

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός που βιώνουμε σήμερα έχει μια σειρά από βάρβαρα χαρακτηριστικά. Παράγει τεράστιο πλούτο που όμως κατανέμεται κατά τελείως απαράδεκτο τρόπο. Οι αρνητικές επιπτώσεις ενός τέτοιου συστήματος είναι γνωστές: φτώχεια, παρασιτισμός, περιθωριοποίηση μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού και μαζική ανεργία - ανεργία που δεν μειώνεται, ακόμη και με ραγδαία ανάπτυξη.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο θετική πλευρά του καπιταλισμού, μια πλευρά που η Αριστερά είτε αγνοεί είτε συστηματικά αποκρύπτει. Ανέφερα πιο πάνω τα επιτεύγματα της καπιταλιστικής σοσιαλδημοκρατίας στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο. Μια ακόμα πιο εκπληκτική επιτυχία τη βλέπουμε στον κινεζικό αυταρχικό καπιταλισμό. Το άνοιγμα της Κίνας στις παγκόσμιες αγορές στη δεκαετία του '70 και η στόχευση στις εξαγωγές οδήγησαν τη χώρα σε εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτό βέβαια οδήγησε σε τεράστιες ανισότητες - κυρίως στον αστικό χώρο. Συγχρόνως όμως οδήγησε στη ριζική μείωση της απόλυτης φτώχειας (από το 40% στο 20% περίπου). Αυτό σημαίνει πως περίπου μισό δισεκατομμύριο άτομα που ζούσαν στην πλήρη εξαθλίωση έχουν σήμερα μια υποφερτή διαβίωση. Σημαίνει επίσης πως για πρώτη φορά στην ιστορία της Κίνας, οι αγρότες δεν πεθαίνουν από πείνα σε περιόδους ξηρασίας. Σε ποιο άλλο κοινωνικό σύστημα έχουμε δει μια παρόμοια κοσμογονική αλλαγή σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα;

Συμπερασματικά, ένα σημαντικό κομμάτι της Αριστεράς σήμερα ακολουθεί στρατηγικές που βασίζονται σε φαντασιώσεις. Φαντασιώσεις όπως η ιδέα πως μετά την κρίση του 2008 η κατάρρευση του καπιταλισμού είναι προ των θυρών, πως είναι δυνατή η δημιουργία ενός μετακαπιταλιστικού / σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής σε μία μόνο χώρα, πως ο καπιταλισμός, ως απόλυτο κακό, οδηγεί πάντα σε αρνητικά, αντιλαϊκά αποτελέσματα.

Οι παραπάνω φαντασιώσεις όχι μόνο οδηγούν σε αδιέξοδα αλλά και λειτουργούν σαν παρωπίδες που εμποδίζουν την Αριστερά να δει τις προοδευτικές δυνατότητες που υπάρχουν μέσα στον καπιταλισμό. Για να το επαναλάβω, το ουσιαστικό δίλημμα για την Αριστερά σήμερα δεν είναι καπιταλισμός ή μετακαπιταλισμός. Είναι νεοφιλελεύθερος ή νεοσοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός. Ή, για να αποφύγουμε τον επίμαχο όρο νεοσοσιαλδημοκρατία, μπορούμε να πούμε καπιταλισμός όπου οι αγορές είναι απόλυτα κυρίαρχες ή καπιταλισμός όπου οι αγορές ελέγχονται κατά προοδευτικό τρόπο.

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα της Κυριακής στις 30/8/2015

Μετά τον ανασχηματισμό

Το θετικό είναι πως με τον ανασχηματισμό οι κύριοι Λαφαζάνης, Στρατούλης και Ήσυχος δεν είναι πια υπουργοί. Όμως οι νεοφερμένοι στο κυβερνητικό σχήμα, με μερικές εξαιρέσεις, δεν πείθουν πως είναι ικανοί να φέρουν σε πέρας το εξαιρετικά δύσκολο έργο που τους έχει ανατεθεί. Όσο για την αντιπολίτευση, αυτή άρχισε αμέσως την επίθεση. Επαναλαμβάνει συνεχώς πως ο πρωθυπουργός δεν έμαθε τίποτα από τα προηγούμενα λάθη του και εξακολουθεί να είναι κολλημένος στις αριστερίστικες ιδεοληψίες του. Άρα δεν πρόκειται ποτέ να φέρει σε πέρας το νέο πρόγραμμα/μνημόνιο. Έτσι θα πάμε αργά ή γρήγορα στην δραχμή. Νομίζω πως όλοι αυτοί που κάνουν αυτού του είδους την κριτική υποσκάπτουν συστηματικά την προσπάθεια παραμονής μας στο ευρώ. Ο Αλέξης Τσίπρας έκανε σίγουρα πολλά λάθη. Από τις εξωπραγματικές κόκκινες γραμμές, τους συνεχείς τακτικισμούς και μικρομεγαλισμούς μέχρι το ολέθριο δημοψήφισμα που μας κόστισε πολύ ακριβά, ο πρωθυπουργός, κυρίως κάτω από την πίεση διαφόρων οπαδών της δραχμής, έκανε όντως σφάλματα. Παρόλα αυτά είχε το θάρρος να παλέψει για την παραμονή μας στο ευρώ. Στην τελευταία σύνοδο κορυφής χειρίστηκε τις επιθέσεις τύπου Σόιμπλε με ηρεμία, σαφήνεια και διορατικότητα. Τελικά, αποδεχόμενος ένα πολύ αυστηρό και τιμωρητικό πρόγραμμα, κατόρθωσε να αποφύγει την καταστροφική επιστροφή στην δραχμή. Με αυτή τη θαρραλέα στάση έβαλε τελικά τη χώρα πάνω από την κομματική συνοχή. Έκανε πολλούς εχθρούς και ενέτεινε το ρήγμα μεταξύ οπαδών του ευρώ και οπαδών της δραχμής.
Βέβαια, αυτή η κίνηση δεν αρκεί. Ο πρωθυπουργός πρέπει να κάνει ένα δεύτερο θαρραλέο βήμα που είναι μια βασική προϋπόθεση για να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος. Πρέπει να βρει έναν τρόπο απαλλαγής από την αριστερή πλατφόρμα που, όπως έδειξε το πρόσφατο σχέδιο του Παναγιώτη Λαφαζάνη (επιδρομή στην Τράπεζα της Ελλάδος)θυμίζει κινηματογραφικό ριφιφί. Αν ο Αλέξης Τσίπρας ξαναβάλει τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ πάνω από τα εθνικά συμφέροντα, η αποτυχία υλοποίησης του προγράμματος και η επιστροφή μας στην δραχμή θα είναι αναπόφευκτη. Πρέπει με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός και η πλειοψηφία που τον στηρίζει να απαλλαγούν από τους αιθεροβάμονες πρώην συναγωνιστές του. Δηλαδή όλους αυτούς που υποστηρίζουν πως η επιστροφή στην δραχμή θα αποκαταστήσει τη χαμένη εθνική κυριαρχία - ενώ είναι σίγουρο πως ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί (βλ. άρθρο μου στο ΒΗΜΑ, 19/7/15).
Βέβαια πολλοί υποστηρίζουν μια δεύτερη λύση. Τη δημιουργία μιας κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας που θα αναλάβει την υλοποίηση του προγράμματος. Αυτό δεν είναι δυνατό. Ο γνωστός συγκρουσιακός και κομματικοκρατικός χαρακτήρας του παλαιού πολιτικού κατεστημένου κάνει αδύνατη την απαραίτητη συνεργασία για την επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος. Ο πρωθυπουργός έχει ακόμα την εμπιστοσύνη όλων αυτών που ψήφισαν όχι και οι οποίοι θεωρούν αποκλειστικά υπεύθυνους τους θεσμούς για την επιβολή του βάρβαρου προγράμματος. Έχει επίσης την εμπιστοσύνη όλων αυτών που ψήφισαν ναι και θέλουν την παραμονή μας στην ευρωζώνη. Έτσι, ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο κυρίαρχος παίκτης του πολιτικού σκηνικού. Και για αυτό θέλει σύντομα εκλογές. Ο κόσμος βέβαια τις απεύχεται. Αυτές όμως είναι απαραίτητες για να μπορέσει ο πρωθυπουργός να προχωρήσει χωρίς τα βαρίδια της εσωκομματικής αντιπολίτευσης (με το εκλογικό σύστημα στη βάση της λίστας η αποπομπή αυτών που θέλουν την δραχμή είναι εύκολη). Είναι επίσης απαραίτητες για να αποκτήσει την πλειοψηφία στη βουλή. Πλειοψηφία αναγκαία για να μην εξαρτάται πλέον από την καλή θέληση της ΝΔ ή την ανάγκη συνεργασίας με τους ΑΝΕΛ.
Τέλος, τίθεται και το εξής ερώτημα: Ακόμα και αν ο Αλέξης Τσίπρας απαλλαγεί από τα βαρίδια της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, με δεδομένο το παρελθόν του και την ιδεολογία του, έχει την ικανότητα να φέρει εις πέρας το δύσκολο και εξαιρετικά επώδυνο πρόγραμμα; Δεν είναι καθόλου σίγουρο, αλλά ούτε και απίθανο. Νομίζω πως με την αποδοχή του προγράμματος, ο Αλέξης Τσίπρας έχει αρχίσει να κάνει μια στροφή προς την πραγματικότητα. Σίγουρα ο πρωθυπουργός δεν θέλει να μείνει στην ιστορία ως κάποιος που οδήγησε τη χώρα σε μια καταστροφική πτώση.
Συμπέρασμα: Ή θα πετύχει ο πρωθυπουργός ή θα πάμε στην δραχμή. Αυτό είναι το βασικό δίλημμα σήμερα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, όσοι θέλουν την παραμονή μας στο ευρώ, ανεξαρτήτως κομματικής προτίμησης, πρέπει να ασχολούνται λιγότερο με το «ποιος φταίει» και περισσότερο με το πώς θα βοηθήσουμε τον πρωθυπουργό να υλοποιήσει το δύσκολο πρόγραμμα που μας έχει επιβληθεί.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 22/7/2015