Σάββατο, 24 Ιούλιος 2021

Νεωτερικότητα, δικαιώματα και η διάκριση Αριστερά- Δεξιά

Η νεωτερική κοινωνική οργάνωση χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τη σταδιακή έκλειψη του παραδοσιακού τοπικισμού και τη μαζική ένταξη ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο. Η διαδικασία ένταξης μπορεί να πάρει αυτόνομες ή ετερόνομες μορφές. Στην πρώτη περίπτωση βλέπουμε τη διάχυση δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας (δημοκρατικός εκσυγχρονισμός). Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε ένταξη στις διευρυμένες αρένες του κράτους έθνους χωρίς ή με ελάχιστα δικαιώματα (αυταρχικός εκσυγχρονισμός). Από την παραπάνω σκοπιά, ένας τρόπος ορισμού της διάκρισης αριστερά-δεξιά μπορεί να βασιστεί στην έννοια των δικαιωμάτων όπως εξελίσσονται στη μετάβαση από την προνεωτερικότητα στη νεωτερικότητα. Έτσι, ενώ η αριστερά στη θεωρία και στην πράξη, παλεύει για μια αυτόνομη ένταξη, η δεξιά μάχεται για μια ένταξη χωρίς δικαιώματα (κυρίως πολιτικά δικαιώματα, αλλά όχι μόνο).
Ως γνωστό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, αμφισβητείται σήμερα από μια σειρά αναλυτές που έχουν «μεταμοντέρνο» προσανατολισμό. Το βασικό επιχείρημα του κειμένου είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη σήμερα για την κατανόηση των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνικών σχηματισμών. Αυτό όμως με την προϋπόθεση πως μερικές δυσκολίες, που κυρίως η κλασσική θεωρία του Νορμπέρτο Μπόμπιο (1987) περί αριστεράς-δεξιάς δημιουργεί, ξεπεραστούν. Με άλλα λόγια, η θεωρία του ιταλού διανοητή δεν πρέπει να απορριφθεί αλλά να αναθεωρηθεί.
Θα ξεκινήσω με μια σύντομη, κριτική ανάλυση της προσέγγισης του Ν. Μπόμπιο στο θέμα. Θα συνεχίσω με τη θεωρία του Τ. Μάρσαλ (1964) πάνω στην εξέλιξη των αστικών πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στην Μεγάλη Βρετανία, καθώς και με τη γενίκευση αυτής της θεωρίας από τον Τ. Πάρσονς (1964, 1971). Τέλος, θα ασχοληθώ με την πιο πρόσφατη θεωρία του Α. Γκίντενς (1994) που υποστηρίζει πως πρέπει όχι να καταργήσουμε αλλά, στην ύστερη, παγκοσμιοποιημένη νεωτερικότητα, να πάμε πέρα από το δίπολο αριστερά-δεξιά.

1. Αριστερά: οι κοινωνικοί αγώνες για ισότητα

Κατά τον Μπόμπιο, η διάκριση αριστερά-δεξιά (αντίθετα με τις διάφορες μεταμοντέρνες επιχειρηματολογίες), από την Γαλλική Επανάσταση και μετά ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα βασικό εννοιολογικό εργαλείο. Μας βοηθάει να καταλάβουμε τον τρόπο συγκρότησης, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού των βασικών δομών των σύγχρονων κοινωνιών. Είναι για αυτόν ακριβώς το λόγο που όχι μόνο στον επιστημονικό αλλά και στον καθημερινό λόγο η διάκριση χρησιμοποιείται ευρέως όταν προσπαθούμε να χαρακτηρίσουμε ένα κόμμα, ένα κίνημα, μια ιδεολογία ως «προοδευτική» ή συντηρητική. Για τον ιταλό διανοητή ή έννοια που συνδέεται άρρητα με την αριστερά είναι αυτή της ισότητας. Η αριστερά προσπαθεί να μειώσει τις ανισότητες των νεωτερικών κοινωνιών ενώ η δεξιά προσπαθεί να τις διατηρήσει ή και να τις εντείνει. Η πάλη για την ισότητα παίρνει βέβαια διαφορετικές μορφές ανάλογα με το χρονικό και γεωγραφικό πλαίσιο. Σε όλες τις περιπτώσεις όμως η ιδέα της ισότητας παραμένει ο βασικός προσανατολισμός των αγώνων της αριστεράς.
Νομίζω πως όλα τα παραπάνω είναι σωστά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο ο ιταλός φιλόσοφος αναπτύσσει τις πιο συγκεκριμένες πτυχές της θεωρίας του παρουσιάζει μια βασική δυσκολία. Ο Μπόμπιο αναφέρεται σε διάφορα ιστορικά παραδείγματα. Αλλά, επειδή η μεθοδολογία που ακολουθεί είναι περισσότερο φιλοσοφο-αναλυτική και λιγότερο ιστορικο-κοινωνιολογική (2013: 55), δεν δείχνει με ένα διαφοροποιημένο τρόπο πώς η διάκριση δεξιά-αριστερά και οι αγώνες υπέρ ή κατά της ισότητας εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο, εξελισσόμενο μακροϊστορικό πλαίσιο. Και αυτό γιατί εννοιολογεί την ισότητα σαν ένα αδιάσπαστο όλο. Αναφέρεται πάντα στην ισότητα ή ανισότητα και όχι σε διαφόρων τύπου ισοτήτων ή ανισοτήτων. Έτσι οδηγείται σε μια αυστηρά διχοτομική προσέγγιση. Οι έννοιες αριστερά και δεξιά είναι «αμοιβαία αποκλειόμενες». Για παράδειγμα, ένα κόμμα είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, το να έχει και αριστερές και δεξιές στρατηγικές είναι κατά τον Μπόμπιο αδύνατον: «το γεγονός ότι η δεξιά και η αριστερά αντιπροσωπεύουν μια αντίθεση σημαίνει απλώς ότι δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δεξιός και αριστερός» (2013: 156).
Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί προβλήματα. Σε ένα πιο εμπειρικό, ιστορικό-εξελικτικό επίπεδο συχνά παρατηρούμε πως δεν υπάρχει μία αδιαφοροποίητη ανισότητα, αλλά πολλές - οικονομικές, πολιτικές, πολιτισμικές κτλ. Για να το πούμε διαφορετικά, η ανισότητα έχει πολλές διαστάσεις. Σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, αυτές οι διαστάσεις δεν αλλάζουν πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. Σε πολλές περιπτώσεις κόμματα και κυβερνήσεις χαρακτηρίζονται από ένα συνδυασμό αυξανόμενων ανισοτήτων σε ένα θεσμικό χώρο και αμβλυνόμενων σε έναν άλλο. Σε αυτή την «υβριδική κατάσταση» η ανάλυση του Μπόμπιο δεν μας βοηθάει. Πιο συγκεκριμένα, αν ισότητα είναι ο κοινός παρανομαστής όλων των αγώνων της αριστεράς, πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κόμματα ή κυβερνήσεις που μειώνουν τις κοινωνικές ανισότητες χρησιμοποιώντας αυταρχικά μέσα, μέσα που εντείνουν τις πολιτικές ανισότητες μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων;
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα τον περονισμό. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Περόν ακολούθησε μια αριστερή κοινωνική πολιτική. Μείωσε τις κοινωνικές ανισότητες μεταφέροντας συστηματικά πόρους από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Συγχρόνως όμως για να πετύχει αυτή την αναδιανομή χρησιμοποίησε αυταρχικά μέσα όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις δημοκρατικές διαδικασίες εν γένει, αλλά και σε ό,τι αφορά την αυτονομία των συνδικάτων. Κατά έναν τυπικά λαϊκιστικό και πατερναλιστικό τρόπο, κινητοποίησε το «λαό του» ενάντια σε έναν «κατεστημένο» καταργώντας με διάφορους τρόπους τις νομιμοποιητικές διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Και κάτι παρόμοιο βλέπουμε περνώντας από τον «περονισμό» στον πιο πρόσφατο «τσαβισμό». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρούμε μια σημαντική μεταφορά πόρων προς τα κάτω. Η απόλυτη φτώχεια μειώθηκε και το κοινωνικό κράτος έφτασε στην περιφέρεια, σε αυτούς που ήταν αποκλεισμένοι από τα ευεργετήματα του πετρελαϊκού πλούτου της Βενεζουέλας. Την ίδια στιγμή όμως η ανακατανομή πόρων επιτεύχθηκε με έναν αυταρχικό, «βοναπαρτικό» τρόπο, εντείνοντας τις πολιτικές ανισότητες και υποσκάπτοντας βασικούς δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί κάποιος βέβαια να προτιμά την άμβλυνση των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων - ακόμα και αν αυτή οδηγεί στην ένταση των πολιτικών. Αλλά είναι αναγκαίο να διατηρήσουμε το διαχωρισμό των δύο διαφορετικού τύπου ανισοτήτων αν θέλουμε να αποφύγουμε τη γενικευμένη σύγχυση.
Με βάση τα δύο παραπάνω παραδείγματα, είναι προφανές ότι η μονοδιάσταση θέση του Μπόμπιο πως ένα κόμμα, είτε είναι αριστερό είτε δεξιό, δεν βοηθάει τον ερευνητή να αναλύσει υβριδικές καταστάσεις. Υπάρχει τρόπος να διατηρήσουμε τη διάκριση εννοιολογώντας το δίπολο αριστερά-δεξιά κατά ένα διαφορετικό τρόπο, έναν τρόπο που δεν καταργεί αλλά συμπληρώνει τη θεώρηση του Μπόμπιο; Νομίζω πως ναι.

2. Η ιστορική εξέλιξη των δικαιωμάτων

Περνώντας από τον Μπόμπιο στον Μάρσαλ, κατά τον τελευταίο, το κίνημα για την εξάπλωση δικαιωμάτων «προς τα κάτω» ξεκίνησε ήδη στο 17ο αιώνα. Στην περίοδο αυτή όμως λόγω της «συγχώνευσης» (δηλ. της μη διαφοροποίησης) των διάφορων θεσμικών χώρων, τα δικαιώματα ήταν και αυτά μη διαφοροποιημένα (1964: 73). Μόνο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όταν οι θεσμοί διαφοροποιήθηκαν, διακρίνουμε μια διαδικασία διαχωρισμού των δικαιωμάτων - διαδικασία κατά την οποία κάθε κατηγορία δικαιωμάτων (ατομικά, πολιτικά, κοινωνικά) αρχίζει να προσλαμβάνει τη δική της λογική και δυναμική τροχιά .
Πρώτα αναπτύχθηκαν οι ατομικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη. Δηλαδή τα ατομικά δικαιώματα που είχαν σχέση με την ιδιοκτησία, την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Αυτά τα δικαιώματα σταδιακά κατεδάφισαν τις φεουδαρχικές αρχές της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και καθιέρωσαν σε πιο σταθερή βάση την αρχή της ισότητας έναντι του νόμου. Επομένως, είναι στη σφαίρα του δικαίου και ιδιαίτερα στην αρένα των δικαστηρίων που διαπιστώνουμε την πρώτη στροφή από τον «υπήκοο» στον «πολίτη», από μια κατάσταση κατά την οποία διαφορετικοί νόμοι και δικαστικές διαδικασίες ίσχυαν για διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε μια κατάσταση όπου όλοι ήταν ίσοι ενώπιον των κυριότερων νομικών κωδίκων της εθνικής κοινότητας.
Το δεύτερο βήμα προς μια «αποφεουδαρχημένη» κοινότητα πολιτών συντελέστηκε στο 19ο αιώνα με την εξάλειψη περιορισμών σχετικά με την άσκηση του δικαιώματος της ψήφου και της εκλογής στο Κοινοβούλιο. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης αυτής περιόδου η έμφαση μετατοπίστηκε από τη δικαστική σφαίρα στη νομοθετική, καθώς η πολιτική συμμετοχή αυξήθηκε και ενοποιήθηκε η κοινότητα των πολιτών όχι μόνο σε μια νομική αλλά και σε μια πολιτική βάση.
Τέλος, σύμφωνα με τον Μάσραλ, η τρίτη μεγάλη πρόοδος στην πορεία συγκρότησης μιας ενοποιημένης κοινότητας των πολιτών (civic community) συντελέστηκε τον 20ο αιώνα με την ανάπτυξη των κοινωνικών δικαιωμάτων - το δικαίωμα του καθένα για αξιοπρεπή παιδεία, υγειονομική περίθαλψη και φροντίδα για τα γηρατειά. Κατά τη διάρκεια της φάσης αυτής η θεσμική εστίαση μετακινήθηκε πάλι, αυτή τη φορά όμως από την πολιτική στην κοινωνική σφαίρα, καθώς αποτέλεσε αντανάκλαση της μαζικής ανάπτυξης σχολείων, νοσοκομείων, κοινοτικών κέντρων παροχής υγειονομικής περίθαλψης κτλ. Η θέσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων αποτελεί κίνηση, αν και διστακτική, από την τυπική προς την ουσιαστική ισότητα, από τις ταξικές ανισότητες στη σχετική ισότητα των ατόμων ως πολιτών. Διότι, ενώ οι ταξικές ανισότητες εύκολα υπονομεύουν και την ισότητα έναντι του νόμου και την αρχή της ισότητας της ψήφου, η εξάπλωση των κοινωνικών δικαιωμάτων δίνει περισσότερη υπόσταση και νόημα στα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Διασφαλίζει ότι η νομική και πολιτική συμμετοχή του λαού στην κοινότητα των πολιτών δεν αποτελεί μια απλή τυπική διαδικασία.
Φυσικά, το γεγονός αυτό δε σημαίνει ότι η ανάπτυξη των κοινωνικών πτυχών της ιδιότητας του πολίτη εξαλείφει τις ταξικές ανισότητες. Αυτό που σημαίνει είναι ότι υπάρχει πλέον μια καλύτερη, πιο στέρεα ισορροπία μεταξύ της αρχής της ισότητας/αλληλεγγύης, όπως εκφράζεται με την έννοια της ιδιότητας του πολίτη, και της ταξικής αρχής της ανισότητας/ανταγωνισμού (1964: 84). Με άλλα λόγια, υπό καπιταλιστικές συνθήκες, τα δικαιώματα των πολιτών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις ταξικές ανισότητες, μπορούν όμως να μετριάσουν τις χειρότερες υπερβολές τους.
Μπορεί μεν ο Μάρσαλ να περιγράφει τα ευρύτερα μακρο-στάδια στη συγκρότηση της κοινότητας των πολιτών στο Ηνωμένο Βασίλειο, ποιοι είναι όμως οι βασικοί μηχανισμοί που εξηγούν έναν τέτοιο μετασχηματισμό; Ως προς το ερώτημα αυτό, τα κείμενα του Μάρσαλ είναι λιγότερο διαφωτιστικά. Είναι σαφές, ότι κύριος στόχος του ήταν να δώσει μια λεπτομερή περιγραφή μάλλον παρά μια εξήγηση του μετασχηματισμού αυτού. Στο βαθμό όμως που αναφέρεται στους μηχανισμούς μετασχηματισμού, η οπτική του γωνία είναι αυτή του φορέα δράσης. Η εξάπλωση των δικαιωμάτων έχει σχέση με συλλογικούς φορείς δράσης και τους αγώνες τους. Για παράδειγμα, οι κοινωνικές πτυχές της ιδιότητας του πολίτη δεν θα είχαν καταστεί δυνατές χωρίς την πρότερη απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων που επέτρεψαν στα λαϊκά στρώματα να οργανωθούν πολιτικά. Επιπλέον, μόνο όταν τα ατομικά δικαιώματα της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ασκήθηκαν συλλογικά (με τη δημιουργία μαζικών εργατικών συνδικάτων και κομμάτων) δημιουργήθηκε η δυνατότητα κράτους πρόνοιας (1964: 111).

3. Από τον Μάρσαλ στον Πάρσονς

Όταν ο Πάρσονς, ο πατέρας της σύγχρονης κοινωνιολογικής θεωρίας, ενσωμάτωσε στοιχεία της θεωρίας του Μάρσαλ για την ιδιότητα του πολίτη, τα τοποθέτησε εντός μιας ευρύτερης εξελικτικής και συγκριτικής προοπτικής (Πάρσονς 1971). Όπως έχω ήδη επισημάνει, στην ανάλυση του Μάρσαλ η θεωρία του πάνω στους μηχανισμούς που εξηγούν την εξέλιξη των δικαιωμάτων της κοινωνικής διαφοροποίησης ούτε σαφής είναι, ούτε έχει κάποια ισχυρή εξηγητική λειτουργία. Από την άλλη μεριά, στην ανάλυση του Πάρσονς το νεο-εξελικτικό πλαίσιο της κοινωνικής διαφοροποίησης καταλαμβάνει κεντρική θέση. Το πλαίσιο αυτό του επιτρέπει και να περιγράφει με θεωρητικά πιο εκλεπτυσμένο τρόπο τη μακρόχρονη εξελικτική πορεία της ιδιότητας του πολίτη στις σύγχρονες κοινωνίες και να εξηγεί την τάση αυτή από μια λειτουργιστική (αλλά όχι τελεολογική, ντετερμινιστική), συστημική σκοπιά (1966, 1977).

Α) Για τον Πάρσονς, η πρώτη μεγάλη καινοτόμος ρήξη στη μετάβαση από μια λιγότερο σε μια περισσότερο διαφοροποιημένη κατάσταση συντελέστηκε με την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτός ο μεγάλος μετασχηματισμός οδήγησε στη συγκρότηση ενός οικονομικού υποσυστήματος το οποίο σαφώς διαχωρίζεται από τα άλλα τρία κύρια
παρσονικά υποσυστήματα (το πολιτικό, το κοινωνικό και το πολιτισμικό). Η κοσμογονική βιομηχανική αλλαγή απελευθέρωσε τους τρεις «συντελεστές της παραγωγής» (δηλαδή τη γη, το κεφάλαιο και την εργασία) από παραδοσιακούς περιορισμούς. Δημιούργησε έτσι έναν οικονομικό χώρο από κανόνες και αξίες διαφορετικές, διακριτές από αυτές των τριών άλλων θεσμικών υποσυστημάτων.
Είναι μέσα σε αυτόν το διαφοροποιημένο χώρο που ο αμερικανός θεωρητικός τοποθετεί την αντίληψη του Μάρσαλ για την ανάπτυξη των ατομικών δικαιωμάτων. Πρόκειται για ατομικά δικαιώματα που σχετίζονται με την ιδιοκτησία, με τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, με την ελευθερία όλων να πωλούν την εργατική τους δύναμη ως εμπόρευμα σε αυτόν που δίνει περισσότερα. Πρόκειται για όλα εκείνα τα δικαιώματα που καθιερώνουν την ισότητα όλων ενώπιον του νόμου αλλά και ενώπιον της αγοράς, η οποία σαφώς διαφοροποιεί το οικονομικό από το κοινωνικό υποσύστημα (Πάρσονς 1971: 36).
Η δεύτερη μεγάλη ρήξη στη μακρόχρονη διαδικασία διαφοροποίησης συντελέστηκε με την Γαλλική Επανάσταση. Αυτή οδήγησε στη διακριτή ανάδυση μιας εθνικής κοινότητας που περικλείει όλα τα μέλη, όχι μόνο σε μια επιμεριστική αλλά σε μια καθολική βάση. Επομένως, μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, η έμφαση δόθηκε λιγότερο στην οικονομική ελευθερία και περισσότερο στην πολιτική ισότητα, όπως αυτή εκφράστηκε στην Γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εδώ, η ιδιότητα του πολίτη γίνεται η βασική έννοια: το αίτημα ολόκληρου του πληθυσμού για ένταξη στη βάση του δικαιώματος της ατομικής ψήφου (1971: 80). Επιπλέον, τα άτομα θεωρούνται όχι μόνο ελεύθερα και ίσα αλλά «επίσης δένονται με τους δεσμούς της εθνικής αυτόνομης κοινότητας» (1971: 83-4).
Με αυτή τη δημοκρατική επανάσταση η επιμεριστική αλληλεγγύη των προ-νεωτερικών κοινοτήτων (που βασίζονταν στην οικογένεια, στην εθνότητα, τη γλώσσα, τη θρησκεία κτλ.) παραχώρησε τη θέση της σε μια αλληλεγγύη που προσδιορίζεται πλέον κατά έναν καθολικό τρόπο, οδηγώντας σε μια μη κατακερματισμένη, εθνικά ενοποιημένη σύγχρονη κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο η αντίληψη του Μάρσαλ για την εξέλιξη των πολιτικών δικαιωμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο γενικεύεται και τοποθετείται από τον Πάρσονς σε ένα εννοιολογικό πλαίσιο το οποίο εστιάζει στη διαφοροποίηση των νεωτερικών κοινωνιών.
Τέλος, εάν η πρώτη καινοτόμος ρήξη συντελέστηκε στην Αγγλία και η δεύτερη στην Γαλλία, η τρίτη συντελέστηκε στο άλλο άκρο του Ατλαντικού Ωκεανού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η ανάπτυξη των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων συμπληρώθηκε, αν και με υποτυπώδη τρόπο, με το κοινωνικό δικαίωμα στην Παιδεία. Εδώ έλαβε χώρα η τρίτη επανάσταση: η εκπαιδευτική επανάσταση, η οποία ως προς τις συνέπειές της, έμελλε να αποδειχτεί τόσο κρίσιμης σημασίας όσο η βιομηχανική και η δημοκρατική που προηγήθηκαν.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από την εκπαιδευτική επανάσταση, η πρόσβαση στην εκπαίδευση περιοριζόταν σε μια μικρή ελίτ. Η μάζα του πληθυσμού παρέμενε αγράμματη: «Η προσπάθεια παροχής εκπαίδευσης σε ολόκληρο τον πληθυσμό αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό ξεκίνημα [...] Επομένως, το κίνημα αυτό σήμαινε μια τεράστια επέκταση της ισότητας ευκαιριών [...] Η σχετικά σταθερή κατάσταση που επικρατούσε προς τα τέλη του 19ου αιώνα στην Ευρώπη επέτρεπε την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση σε μια μικρή ομάδα ελίτ, που ποτέ δεν ξεπέρασε το 5% της ηλικιακής αυτής ομάδας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπασαν αποφασιστικά το φράγμα αυτό. Το ποσοστό των νέων που λαμβάνουν κάποια ανώτατη μόρφωση υπολογίζεται στο 40% και συνεχώς αυξάνεται» (1971: 95).

Β) Εξετάζοντας τα κοινά στοιχεία που υπάρχουν στον Πάρσονς και στον Μάρσαλ για την εξέλιξη και την ανάπτυξη των δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι και οι δυο θεωρητικοί μας έδωσαν μια υπεραισιόδοξη άποψη για την εξάπλωση των δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της ιδιότητας του πολίτη κατά τον 20ο αιώνα. Γράφοντας σε εποχή (πριν την κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού στη δεκαετία του 1970) που η καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη φαινόταν να είναι συμβατή με χαμηλά επίπεδα ανεργίας και παραδοσιακές, σοσιαλδημοκρατικές μορφές κράτους πρόνοιας, θεώρησαν ότι η απόκτηση δικαιωμάτων από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα αποτελούσε μια σωρευτική, οιονεί μη αναστρέψιμη διαδικασία.
Η απότομη απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η άνοδος των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών δημιούργησαν ένα μεταψυχροπολεμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ισορροπία κεφαλαίου και εργασίας ανατράπηκε σε βάρος της εργασίας. Πρόκειται για ένα πλαίσιο όπου ταξικά πολιτικά κόμματα και ιδεολογίες βρίσκονται σε παρακμή και όπου η απειλή του κομμουνισμού δε λειτουργεί πλέον ως κίνητρο για τη βελτίωση της τύχης των περιθωριοποιημένων τμημάτων του πληθυσμού στον Τρίτο ή/και στον Πρώτο κόσμο. Κατά μια έννοια, η σημερινή κατάσταση, από άποψη σχέσεων εργασίας-κεφαλαίου, θυμίζει αυτήν που επικρατούσε στα πρώτα στάδια εκβιομηχάνισης, όπου η καχεκτική οργάνωση του βιομηχανικού προλεταριάτου που μόλις είχε κάνει την εμφάνισή του στο προσκήνιο, καθώς και ο μη παρεμβατικός χαρακτήρας του κράτους είχαν οδηγήσει σε ακραίες μορφές εκμετάλλευσης (βλ. Τόμσον 1963). Μια τέτοια ανισορροπία μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας διαπιστώνουμε και σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εκπληκτική κινητικότητα του πολυεθνικού κεφαλαίου, οι δυσκολίες οργάνωσης σε παγκόσμιο επίπεδο που αντιμετωπίζει η εργασία, και η απουσία παγκόσμιας διακυβέρνησης με κοινωνικό προσανατολισμό οδηγούν σε νέες μορφές υπερεκμετάλλευσης τόσο στο επίπεδο του κράτους-έθνους όσο και στο επίπεδο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και κοινωνίας. Σε αυτή τη νέα κατάσταση που ούτε ο Μάρσαλ ούτε ο Πάρσονς προέβλεψαν, τα ατομικά πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που φάνηκαν τόσο αμετάκλητα εδραιωμένα έχουν σοβαρά υπονομευθεί.
Για να είμαστε δίκαιοι, ούτε η αντίληψη του Μάρσαλ ούτε αυτή του Πάρσονς για την εξέλιξη και ανάπτυξη των δικαιωμάτων είναι, με την ακριβή έννοια του όρου, ντετερμινιστική/τελεολογική. Όμως, σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στους δύο θεωρητικούς. Ο πολύ διστακτικός εξελικτισμός του πρώτου τον οδήγησε να θεωρήσει τους μηχανισμούς που οδηγούν στην ανάπτυξη των δικαιωμάτων από τη σκοπιά των φορέων δράσης. Για αυτόν, ο παράγοντας που εξηγεί όχι μόνο τις διαδικασίες του αυξανόμενου εκδημοκρατισμού αλλά και της διάχυσης των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα κάτω ήταν κυρίως η απόκτηση του δικαιώματος της ψήφου από την εργατική τάξη. Επομένως, ο Μάρσαλ δεν θα είχε καμιά δυσκολία να αποδεχτεί, χωρίς ριζική μετατροπή του εννοιολογικού του πλαισίου, τη σημερινή πρόκληση που αντιμετωπίζει η εξάπλωση των δικαιωμάτων.
Για τον Πάρσονς η κατάσταση είναι διαφορετική. Στην περίπτωσή του το αισιόδοξο σενάριο είναι ενσωματωμένο στο εννονολογικό σχήμα που χρησιμοποιεί. Αυτά που συμβαίνουν σήμερα όχι μόνο δεν είχαν προβλεφθεί από αυτόν, αλλά αμφισβητούν επίσης το υπερσυστημικό, λειτουργιστικό του πλαίσιο. Ο Πάρσονς, τοποθετώντας την ανάπτυξη των δικαιωμάτων εντός της θεωρίας του περί κοινωνικής διαφοροποίησης, κατέστησε δυνατή τη σύγκριση της διαδικασίας εξάπλωσης των δικαιωμάτων σε διάφορες ανεπτυγμένες κοινωνίες και της διασύνδεσής της με τις ευρύτερες μακρο-ιστορικές εξελίξεις. Από την άλλη μεριά, το λειτουργιστικό του σχήμα είναι κατασκευασμένο με τέτοιο τρόπο που δεν είναι σε θέση να «χωρέσει» το γεγονός ότι η διαφοροποίηση μπορεί, σε συνθήκες ύστερης νεωτερικότητας, να θεσμοποιηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: ορισμένοι εξ αυτών ενθαρρύνουν, ενώ άλλοι αποθαρρύνουν ή ορθώνουν εμπόδια στην εξάπλωση των δικαιωμάτων προς τα κάτω. Με άλλα λόγια, το νεο-εξελικτικό πλαίσιο του αμερικανού θεωρητικού εμποδίζει το μελετητή της νεωτερικότητας να συνειδητοποιήσει ότι ο συντονισμός θεσμικών, διαφοροποιημένων χώρων μπορεί να πάρει και ισόρροπες και μη ισόρροπες μορφές, ή ότι η ένταξη των λαϊκών στρωμάτων στην εθνική κοινότητα μπορεί, σε ό,τι αφορά την απόκτηση δικαιωμάτων, να είναι αυτόνομη αλλά και ετερόνομη.
Αυτή η αδιαφορία απέναντι στη δυνατότητα ύπαρξης άκρως διαφοραποιημένων αλλά συγχρόνως άνισων, μη ισόρροπων, αυταρχικών κοινωνικών διευθετήσεων οφείλεται στο γεγονός ότι ο παρσονικός λειτουργισμός, όπως έχουν επισημάνει πολλοί επικριτές του, δίνει υπερβολική έμφαση στο σύστημα, ενώ υποτονίζει τους φορείς δράσης. Στο μέσο και ύστερο έργο του, η υπερσυστημική παρσονική εννοιολόγηση οδήγησε στο να δοθεί περισσότερο βαρύτητα στο πώς ρόλοι και θεσμικά υποσυστήματα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των φορέων δράσης και λιγότερο στο πώς οι φορείς αυτοί κατασκευάζουν, αναπαράγουν και μετασχηματίζουν τις θεσμικές δομές (Μουζέλης 1995: 69-81). Με άλλα λόγια, έδωσε υπερβολική έμφαση στους κοινωνικούς φορείς ως παράγωγα παρά ως παραγωγούς του κοινωνικού τους κόσμου.
Σαν αποτέλεσμα αυτής της θεώρησης, τα τέσσερα παρσονικά υποσυστήματα (το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό) διαφοροποιούνται κατά τέτοιο τρόπο που υπάρχει μια σαφής τάση ισόρροπου συντονισμού τους. Το καθένα, στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού, διατηρεί την αυτονομία του, την ιδιαίτερη λογική του. Δεν υπάρχει κυριαρχία της μια λογικής πάνω στις άλλες. Βέβαια δεν χρειάζεται να τονίσω πως η παρσονική θεωρία περί αρμονικής, ισόρροπης ανάπτυξης μεταξύ σχετικά αυτόνομων θεσμικών χώρων δεν μπορεί να εξηγήσει ούτε τον αυταρχικό κινεζικό εκσυγχρονισμό, ούτε τον λιγότερο αυταρχικό, τωρινό νεοφιλελεύθερο δυτικό εκσυγχρονισμό όπου η λογική της αγοράς αμβλύνει τις λογικές και αξίες των άλλων θεσμικών χώρων.

4. Πέρα από τη δεξιά και την αριστερά

Όπως ήδη ειπώθηκε, σήμερα η διάκριση αριστερά-δεξιά αμφισβητείται. Για πολλούς κοινωνικούς επιστήμονες, η διάκριση είναι τελείως άχρηστη και παραπλανητική. Για άλλους η διάκριση ήταν μεν χρήσιμη στην πρώιμη νεωτερικότητα αλλά σήμερα έχει λιγότερη ευριστική χρησιμότητα. Άρα πρέπει να στοχεύουμε όχι στην κατάργηση αλλά στην υπέρβασή της. Το επιχείρημα που θα αναπτύξω εδώ είναι πως η διάκριση παραμένει χρήσιμη για την ανάλυση του πολιτικού και κοινωνικοοικονομικού γίγνεσθαι όχι μόνο στην πρώιμη αλλά και στην τωρινή μεταβιομηχανική νεωτερικότητα. Θα αναπτύξω αυτή τη θέση ασκώντας κριτική στο βιβλίο του γνωστού κοινωνιολόγου Α. Γκίντενς, βιβλίο που έχει ως τίτλο Πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς (1994).

Α) Από την παράδοση στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό

Οι απόψεις του Γκίντενς πάνω στα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι κοινωνίες μας έχουν ως θεωρητικό υπόβαθρο ένα ιδεοτυπικό μοντέλο τριών σταδίων. Αυτό επιχειρεί να διερευνήσει πώς μερικές πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης, του πολιτισμού και της προσωπικότητας αλλάζουν καθώς οι κοινωνίες περνούν από μια παραδοσιακή φάση σε μια φάση πρώιμης και τελικά ύστερης νεωτερικότητας.
Σε παραδοσιακές καταστάσεις κώδικες με τυποποιημένες «αλήθειες» καθορίζουν αυστηρά το περιθώριο λήψης αποφάσεων του ατόμου. Από πρακτικές αποφάσεις που αφορούν τον γάμο, το μέγεθος της οικογένειας και την καθημερινή συμπεριφορά ως εκείνες που άπτονται θεμελιωδών υπαρξιακών προβλημάτων ζωής ή θανάτου, η παράδοση παρέχει τυποποιημένες συνταγές δράσης τις οποίες τα άτομα ακολουθούν λίγο-πολύ αυτόματα. Στην πρώιμη νεωτερικότητα, από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές βεβαιότητες αντικαθίστανται από «συλλογικές». Η «προοδευτικότητα» (π.χ. η πίστη του Διαφωτισμού στην απεριόριστη τελειοποίηση του ανθρώπου και της κοινωνίας), οι γραφειοκρατίες του εθνικού κράτους που επιβάλλουν «εσωτερική ειρήνευση» και ασκούν διάχυτη επιτήρηση, η συλλογική ταξική οργάνωση, όλοι αυτοί οι μηχανισμοί δρουν στην πρώιμη νεωτερικότητα με τρόπο που προσομοιάζει αρκετά με αυτόν της παράδοσης. Παρέχουν στα κοινωνικά μέλη ένα νόημα για τη ζωή και καθαρές κατευθυντήριες γραμμές ή κανόνες που μειώνουν δραστικά τα πεδία όπου πρέπει να ληφθούν αποφάσεις.
Με την παγκοσμιοποίηση ωστόσο τόσο οι παραδοσιακές όσο και οι συλλογικές βεβαιότητες υποχωρούν ή εξαφανίζονται. Η υπέρβαση της παραδοσιακής κοινωνίας δημιουργεί μια κατάσταση όπου οι ρουτίνες χάνουν τη σημασία τους και την αναμφισβήτητη ηθική τους βαρύτητα. Δημιουργεί μια κατάσταση όπου τα άτομα δεν μπορούν να καταφύγουν ούτε σε παραδοσιακές αλήθειες ούτε σε συλλογικές ιδεολογίες/βεβαιότητες όταν λαμβάνουν αποφάσεις στην καθημερινή τους ζωή. Στερημένοι από την παραδοσιακή ή συλλογική καθοδήγηση καλούνται, με άλλα λόγια, να χειριστούν «κενά πεδία». Από το αν θα παντρευτούν ή όχι και το αν θα κάνουν ή όχι παιδιά μέχρι του ποιον τρόπο ζωής να υιοθετήσουν και τί είδους ταυτότητα να πλάσουν (ακόμη και τί είδους φυσική εμφάνιση να θέσουν ως στόχο μέσω δίαιτας, αισθητικής χειρουργικής κτλ.), σε όλες αυτές τις περιοχές το άτομο πρέπει να είναι ιδιαιτέρως αναστοχαστικό, πρέπει να κατασκευάσει τη δική του «βιογραφία». Αυτό σημαίνει ότι ο νέος ατομισμός που διαδίδεται ταχύτατα σήμερα έχει πολύ λιγότερο να κάνει με εγωισμό και περισσότερο με αναστοχασμό, με το γεγονός ότι έχουμε περάσει από «απλές» σε «αναστοχαστικές» μορφές εκσυγχρονισμού (1991).

Β) Η υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά

Για τον Γκίντενς η διάκριση μεταξύ αριστεράς και δεξιάς λειτουργούσε ως μια βασική οργανωτική αρχή στην πολιτική της πρώιμης νεωτερικότητας. Ωστόσο, εν όψει των εξελίξεων στον τομέα του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, χρειάζεται κριτική επανεξέταση των δύο αυτών όρων. Πρώτον, κατά τον άγγλο κοινωνιολόγο, ο βασικός στόχος της αριστερής πολιτικής δεν είναι η ισότητα ως αυτοσκοπός. Η ισότητα είναι σημαντική διότι είναι μια αναγκαία (αν και όχι επαρκής) προϋπόθεση για μια ποικιλία σκοπών και αξιών στους οποίους στοχεύει η αριστερά - σκοπών όπως η εξαφάνιση της φτώχειας, η κοινωνιακή συνοχή, η αυτοεκπλήρωση κτλ. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι καλύτερα να συνδέσουμε την έννοια της αριστεράς με τη χειραφέτηση μάλλον παρά με την ισότητα. Με τη χειραφέτηση όλων των πολιτών από τη φτώχεια, την πολιτική τυραννία, τις κοινωνικές διακρίσεις και την πολιτισμική χειραγώγηση.
Δεύτερον, και πολύ σημαντικό, η διάκριση αριστερά-δεξιά, ακόμη και όταν εκφράζεται με όρους χειραφέτησης, είναι πολύ περιοριστική. Εστιάζεται σε αυτό που ο Βέμπερ αποκαλούσε «ευκαιρίες ζωής» (life chances): για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, εστιάζεται σε αγώνες για τη διάδοση των αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Στον αναστοχαστικό εκσυγχρονισμό όμως οι πολιτικές ευκαιριών ζωής αντικαθίστανται σταδιακά από «πολιτικές ζωής» (life politics). Ο Γκίντενς αντιλαμβάνεται τις πολιτικές ζωής ως πολιτικές που σχετίζονται λιγότερο με την ισότητα και περισσότερο με το πώς θα πρέπει κανείς να οργανώσει τη ζωή του σε ένα πλαίσιο ραγδαίας υπέρβασης της παραδοσιακής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, έχει να κάνει με την κατασκευή ταυτοτήτων, με εναλλακτικούς και συχνά ανταγωνιστικούς τρόπους ζωής, με το κατά πόσον η εργασία θα πρέπει ή όχι να εξακολουθήσει να είναι η βασική οργανωτική αρχή της ζωής μας, με αμφιλεγόμενες πρακτικές, όπως η άμβλωση, η εξωσωματική γονιμοποίηση, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων κτλ.
Με δεδομένη αυτή τη μετάβαση από τον προβληματισμό της «χειραφέτησης» στον προβληματισμό των «τρόπων ζωής» οι παλαιές διαμάχες (π.χ. καπιταλιστές έναντι εργατών) αμβλύνονται. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί τη δυνατότητα σφυρηλάτησης νέων συμμαχιών, νέων κοινωνικών συμφωνιών που διαπερνούν τους συμβατικούς ταξικούς διαχωρισμούς. Αν πάρουμε υπόψη μας τα παραπάνω, το να υπερβούμε τη διάκριση αριστερά-δεξιά δεν οδηγεί στη μετανεωτερική θέση που πρεσβεύει ότι αυτοί οι όροι δεν έχουν νόημα. Η υπέρβαση σημαίνει απλώς ότι οι όροι είναι λιγότερο χρήσιμοι για την κατανόηση εμφανιζόμενων νέων πολιτικών που έχουν πολύ περισσότερο να κάνουν με τρόπους ζωής και κατασκευής ταυτοτήτων από ό,τι με θέματα ανακατανομής. Με άλλα λόγια, στην εποχή του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού οι πολιτικές ζωής παίζουν πιο κεντρικό ρόλο από τους αγώνες για τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα που ο Μάρσαλ εξέτασε.

Γ) Δικαιώματα και η ένταξη στο κράτος-έθνος

Η κριτική μου στην άποψη του Γκίντενς περί υπέρβασης της διάκρισης αριστερά-δεξιά βασίζεται στη θεωρία περί νεωτερικότητας που ανέπτυξα πιο πάνω. Όπως ήδη αναφέρθηκε εκεί, το πιο βασικό χαρακτηριστικό της νεωτερικότητας είναι μια διαδικασία πρωτοφανούς κοινωνικής κινητοποίησης η οποία περιθωριοποίησε ή κατέστρεψε τελείως τους παραδοσιακούς τοπικισμούς και υποχρέωσε τα άτομα να ενταχθούν στις διευρυμένες εθνικές αρρένες (οικονομικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές) του κέντρου. Αυτή η μαζική ένταξη/εισδοχή ανθρώπων στη «φαντασιακή κοινότητα» του κράτους έθνους (Άντερσον 1991) μπορεί να πάρει και αυτόνομες και ετερόνομες μορφές.
Στην περίπτωση της σχετικά αυτόνομης ενσωμάτωσης, για να χρησιμοποιήσουμε τη θεωρία του Μάρσαλ, αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα τα οποία σε προνεωτερικά πλαίσια περιορίζονταν σε ομάδες ελίτ διαχέονται «προς τα κάτω». Στην περίπτωση του ετερόνομου εκσυγχρονισμού υπήρξε ταυτόχρονα «εισδοχή» και «αποκλεισμός» των λαϊκών τάξεων. «Εισήχθησαν» με την έννοια ότι εντάχθηκαν αναπόδραστα στους συγκεντρωτικούς μηχανισμούς του έθνους-κράτους, της εθνικής αγοράς και της εθνικής εκπαίδευσης. Αποκλείονταν όμως σε ό,τι αφορά τη διάχυση των δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στην Γερμανία του Μπίσμαρκ οι πολίτες, μέσω της καθολικής στρατολόγησης, εισάχθηκαν οριστικά στους μηχανισμούς επιτήρησης του εθνικού κράτους. Σε ό,τι όμως αφορά πολιτικά δικαιώματα ήταν αποκλεισμένοι.
Η αντίληψη του Γκίντενς για τη νεωτερικότητα, παρότι μη εξελικτική με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν λαμβάνει υπόψη της τους διαφορετικούς τύπους εκσυγχρονισμού σε ό,τι αφορά τη διάδοση των δικαιωμάτων. Επομένως δεν προκαλεί έκπληξη ότι συνδέει με έναν μάλλον παραπλανητικό τρόπο τη δεξιά με εκείνους που αρνούνται τη νεωτερικότητα κατά τη φάση του πρώιμου εκσυγχρονισμού και την αριστερά με εκείνους που την προωθούν. Είναι βεβαίως αλήθεια ότι ο πολιτικός συντηρητισμός πήρε συχνά τη μορφή αντίστασης στην έλευση της νεωτερικότητας (π.χ. η αριστοκρατική αντίδραση στο βιομηχανικό καπιταλισμό). Από τη στιγμή όμως που η νεωτερικότητα έγινε μη αναστρέψιμη, και πολύ πριν από την έλευση του αναστοχαστικού εκσυγχρονισμού, ο συντηρητισμός έτεινε να επιλέγει ετερόνομες μορφές ένταξης των πολιτών στο εθνικό κέντρο (εξ ού και ο όρος αυταρχικός ή αντιδραστικός εκσυγχρονισμός).
Με βάση τα παραπάνω δεν υπάρχει υπέρβαση της διάκρισης αριστερά-δεξιά στην ύστερη, αναστοχαστική νεωτερικότητα. Δεν υπάρχει δηλαδή ασυνέχεια μεταξύ «ευκαιριών ζωής» και «πολιτικών ζωής». Στο βαθμό που και στις δυο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με δικαιώματα (κυρίως πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά στην πρώτη και πολιτισμικά στη δεύτερη) η διάκριση αριστερά-δεξιά είναι και σήμερα εξίσου χρήσιμη. Για παράδειγμα, η αριστερά σήμερα είναι υπέρ και των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων αλλά και των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων ή των δικαιωμάτων των γυναικών στην άμβλωση. Με άλλα λόγια, ο Γκίντενς δεν «υπερβαίνει» τον Μάρσαλ, απλώς τον συμπληρώνει . Για να το επαναλάβω, η διάκριση αριστερά-δεξιά, στο βαθμό που έχει να κάνει με τη διάχυση δικαιωμάτων προς τα κάτω, είναι χρήσιμη για την κατανόηση των κοινωνικών διαμαχών και στην πρώιμη και στην ύστερη νεωτερικότητα.
Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στην ύστερη νεωτερικότητα τα πολιτισμικά δικαιώματα, σε περίοδο οικονομικής κρίσης όπως η σημερινή, παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με τα οικονομικοκοινωνικά. Ο άνεργος, περιθωριοποιημένος οικογενειάρχης σήμερα ενδιαφέρεται λιγότερο για τον προβληματισμό γύρω από την τεχνητή γονιμοποίηση ή τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και περισσότερο για την οικονομική εξαθλίωση και την κοινωνική περιθωριοποίηση στην οποία βρίσκεται η οικογένειά του. Με άλλα λόγια, η σχέση μεταξύ ευκαιριών ζωής και τρόπων ζωής δεν είναι γραμμική. Εξαρτάται άμεσα από τον κύκλο ύφεσης/ανάπτυξης.

Γενικό συμπέρασμα

Με βάση τη σύντομη ανάλυση των θεωριών των Μπόμπιο, Μάρσαλ, Πάρσονς και Γκίντενς, νομίζω πως ο πιο χρήσιμος τρόπος ορισμού του τί είναι αριστερά και τί δεξιά, καθώς και αν η διάκριση έχει ξεπεραστεί ή όχι, είναι να εξετάσουμε πώς οι δύο αυτές έννοιες συνδέονται με τα δικαιώματα και τη σχέση που έχουν με τις κοινωνικές δομές της νεωτερικότητας (πρώιμης και ύστερης). Αν όχι για κανέναν άλλο λόγο, γιατί πρωτοχρησιμοποιήθηκαν κατά την περίοδο της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν έχει νόημα να μιλάμε π.χ. για αριστερά και δεξιά όταν αναφερόμαστε στις πολιτικές διαμάχες μεταξύ «δημοκρατικών» και ολιγαρχικών κομμάτων στην αρχαία αθηναϊκή πολιτεία, όταν η πλειοψηφία του ενήλικου πληθυσμού όχι μόνο ήταν εκτός της πολιτικής αρένας αλλά και γιατί οι κομματικές διαμάχες δεν είχαν να κάνουν με τη σταδιακή έστω ένταξη των αποκλεισμένων (δούλων και γυναικών) στην πολιτική αρένα. Δεν έχει, με άλλα λόγια, νόημα να μιλάμε για αριστερά και δεξιά στο πλαίσιο της αρχαιότητας ή της προνεωτερικότητας πιο γενικά. Σε ένα πλαίσιο όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού ενός κοινωνικού σχηματισμού είναι πλήρως ενταγμένος σε παραδοσιακού τύπου, μη δομικά διαφοροποιημένες κοινότητες.
Η διάκριση αριστερά-δεξιά έχει νόημα όταν αναφερόμαστε λιγότερο σε γενικές/καθολικές έννοιες όπως η ισότητα ή η χειραφέτηση και περισσότερο στο ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο της διαδικασίας ένταξης ενός πληθυσμού στο εθνικό κέντρο - ένταξη που μπορεί να πάρει αυτόνομες ή και ετερόνομες μορφές. Για να το επαναλάβω, στην πρώτη περίπτωση η ένταξη οδηγεί στη διάχυση δικαιωμάτων (αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών) προς την κοινωνική βάση. Όταν η ένταξη παίρνει αυταρχικό χαρακτήρα, όταν οι «εισερχόμενοι» στο κέντρο έχουν υποχρεώσεις χωρίς δικαιώματα, τότε μιλάμε για μια αντιδραστική, συντηρητική, δεξιά διαδικασία. Με άλλα λόγια ο δημοκρατικός εκσυγχρονισμός συνδέεται με την αριστερά ενώ ο αυταρχικός με την αντιδραστική δεξιά.

Δημοσιεύτηκε στο "The book's Journal" (Ιούλιος 2014- τεύχος 45)

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση