Κυριακή, 22 Απρίλιος 2018

«Μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα»

• Η Κεντροαριστερά, όπως εκφράζεται από το Κίνημα Αλλαγής, υποστηρίζει τη στρατηγική της αυτόνομης πορείας και των ίσων αποστάσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Βλέπετε εφικτό τον στόχο της ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών, σύμφωνα με τις διακηρύξεις της ηγεσίας του, μέσω αυτής της οδού; Κι αν όχι, πώς θα γίνει αν δεν «ταπεινωθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστηρίζουν ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ;

Νομίζω πως η στρατηγική του Κινήματος Αλλαγής για αυτόνομη πορεία μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατή. Αργά ή γρήγορα, η Κεντροαριστερά θα αναγκαστεί να στραφεί προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Και αυτό, γιατί στις επόμενες εκλογές οι πολίτες θα θέλουν μια σταθερή κυβέρνηση ικανή να διαχειριστεί τα εντεινόμενα προβλήματα της χώρας. Αυτό θα απαιτήσει συνεργασίες. Αν το Κίνημα Αλλαγής στραφεί προς τη Ν.Δ. θα χάσει την αριστερή ταυτότητά του. Επιπλέον, όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα οδηγηθεί σε καθοδική πορεία.

• Εχετε ταχθεί δημοσίως υπέρ μιας πορείας σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά. Σε ποια βάση; Με ποιο διακύβευμα; Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπέλυε μύδρους εναντίον του ΠΑΣΟΚ και των στελεχών του, ενώ σήμερα συγκυβερνά με τους ΑΝ.ΕΛΛ. και τον Πάνο Καμμένο.

Οντως, εδώ και πολύ καιρό έχω υποστηρίξει μια πορεία σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με τη Ριζοσπαστική Αριστερά. Πιστεύω πως μετά την έξοδο της Αριστερής Πλατφόρμας και την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περισσότερα κοινά σημεία με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παρ' όλο που φυσικά διαφορές υπάρχουν, και τα δύο κόμματα στοχεύουν σε μια ταχεία ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα βασίζεται λιγότερο στη γερμανοκρατία και τη λιτότητα και περισσότερο στο όραμα μιας ομοσπονδιακής κοινότητας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.

• Άρα, εντοπίζετε κοινά προγραμματικά στοιχεία...

Με άλλα λόγια, και η Κεντροαριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ της μείωσης των τεράστιων ανισοτήτων, της παραπέρα ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους και του πολιτικού ελέγχου των άναρχων χρηματιστηριακών αγορών. Αυτοί οι στόχοι δεν μπορούν πια να υλοποιηθούν στο επίπεδο του κράτους έθνους. Μόνο σε μια πιο πολιτικά και κοινωνικά Ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσαν, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, να επιτευχθούν. Οσο για τους ΑΝ.ΕΛΛ., νομίζω πως οι διαφορές με τον ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα της ονομασίας, αλλά και πιο γενικά, είναι τέτοιες που αυτή η ανίερη συμμαχία μπορεί να διαλυθεί. Τέλος, νομίζω πως μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα. Θα εμπλουτίσει το προσωπικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και θα το οδηγήσει προς μια πιο ρεαλιστική και δημοκρατική κατεύθυνση. Οσο για το Κίνημα Αλλαγής, αντί για την εκλογική κατολίσθηση, μπορεί να καταστεί ο τρίτος σημαντικός πόλος του κομματικού συστήματος.

• Ωστόσο, η φαινομενικά πλειοψηφούσα τάση στην επίσημη εκδοχή της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας δεν συμφωνεί με την άποψη να πέσουν τα τείχη της διχόνοιας ανάμεσα στη νυν κυβέρνηση και το Κίνημα Αλλαγής. Κάποιοι κάνουν λόγο για Κεντρο-αντιαριστερά. Πώς το εξηγείτε;

Οντως η πλειοψηφούσα τάση, και κυρίως η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής, εξακολουθεί να βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα κρυπτο-αντισυστημικό κόμμα εκτός του δημοκρατικού τόξου. Αυτού του είδους η δαιμονοποίηση είναι παράλογη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως πολλά μέλη δεν συμφωνούν με τη στάση της Φώφης Γεννηματά. Ηδη στο τοπικό, αυτοδιοικητικό επίπεδο έχουν ξεκινήσει συνεργασίες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς.

• Την ίδια ώρα, υπάρχουν και εκείνοι που νοσταλγούν το μοντέλο συγκυβέρνησης Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ. Θεωρείτε ότι θα επαναληφθεί στις προσεχείς εκλογές; Με πρώτη τη Ν.Δ. χωρίς αυτοδυναμία, τι περιθώρια άρνησης έχει το Κίνημα Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική;

Νομίζω πως το μοντέλο Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί μετά το φιάσκο της προηγούμενης συνεργασίας. Αν τελικά η Ν.Δ. κερδίσει τις επόμενες εκλογές, πράγμα που δεν είναι σίγουρο, δεν πρόκειται να έχει αυτοδυναμία. Σ' αυτήν την περίπτωση, όπως ήδη ανέφερα, τα περιθώρια άρνησης του Κινήματος Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική είναι ελάχιστα.

• Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια μελλοντική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κεντροαριστεράς;

Είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Εξαρτάται από το τι είδους αναθεώρηση θα έχουμε. Πάντως σίγουρα η αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών μπορεί να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής πιο κοντά.

• Ενα παράδειγμα συμμαχικού σχήματος προοδευτικού προσανατολισμού αποτελεί η Πορτογαλία. Εχει ελπίδες στην Ελλάδα;

Αυτό το είδος του συμμαχικού σχήματος δεν είναι απίθανο, αλλά πιο δύσκολο. Για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω της συγκρουσιακής κουλτούρας του ελληνικού κομματικού συστήματος. Και δεύτερον, λόγω της εξακολουθούμενης δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ από μια μερίδα της Κεντροαριστεράς.

• Στην Ευρώπη έχει ξεκινήσει ένας διάλογος περί συμμαχιών της Σοσιαλδημοκρατίας με δυνάμεις της Αριστεράς και της Οικολογίας. Βέβαια, τα αποτελέσματα ώς τώρα σε εκλογικές αναμετρήσεις είναι απογοητευτικά. Στις ευρωεκλογές του 2019 ποια προβλέπετε να είναι η τύχη των Σοσιαλδημοκρατών;

Αυτός ο διάλογος είναι απαραίτητος. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ανερχόμενος εθνολαϊκισμός, από τη μια μεριά, και ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη. Μια συμμαχία Σοσιαλδημοκρατίας, Αριστεράς και Οικολογίας είναι η μόνη ελπίδα για μια πιο ανθρώπινη Ευρώπη.

• Η χώρα θα ορθοποδήσει μετά τον Αύγουστο; Ακούγεται πολύ καλό για να γίνει πιστευτό...

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Πάντως δεν πιστεύω στις καταστροφολογικές προβλέψεις της αντιπολίτευσης. Αυτές δημιουργούν μια κατάσταση απόλυτης απαισιοδοξίας που δεν κάνει καλό σε κανέναν. Σίγουρα δεν κάνει καλό σε μια χώρα που έχει ανάγκη επενδύσεις, όχι όταν έρθει η επόμενη κυβέρνηση, αλλά εδώ και τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/4/2018. 

Ν. Μουζέλης: Το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ

Υπέρ της άποψης ότι το Κίνημα Αλλαγής θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ τάσσεται ο Καθηγητής κοινωνιολογίας στην LSE Νίκος Μουζέλης και υποστηρίζει ότι «μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ».

Εκτιμά ότι το ενδεχόμενο συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απίθανο, «αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά».

Ο κ. Μουζέλης εύχεται η συνταγματική αναθεώρηση να αποτελέσει το πρώτο βήμα για συνεργασία και εκφράζει τη διαφωνία του με τον Ευάγγελο Βενιζέλο ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι δεν είναι κατάλληλη στιγμή για αναθεώρηση του Συντάγματος, καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Για το εάν μπορεί να επανακάμψει η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σημειώνει στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο και προσθέτει ότι απαιτείται «μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη».

Τέλος σε ερώτηση για το εάν η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας από τον σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς βοηθήσει την Ελλάδα, ο κ. Μουζέλης υπογραμμίζει στο Πρακτορείο ότι ο υπουργός θα αναγκαστεί να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα και εκτιμά ότι «αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας» αλλά και «τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης».

(Ακολουθεί η συνέντευξη του Καθηγητή Νίκου Μουζέλη στην Φωτεινή Γιαννούλη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).

Στη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής ακούστηκαν από τους σύνεδρους διαφορετικές τοποθετήσεις για το εάν θα πρέπει ο νέος φορέας να έχει ίσες αποστάσεις από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ ή θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα σε κάποιον από τους δύο. Ποια είναι η άποψή σας;

Η άποψή μου είναι πως το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ.

Έχετε αρθρογραφήσει υπέρ της συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο στο κλίμα σκανδαλολογίας και έντονων αντιπαραθέσεων που υπάρχει;

Η συνεργασία του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένης της δαιμονοποίησης του δεύτερου από τη Φώφη Γεννηματά, είναι δύσκολη. Δεν είναι όμως απίθανη αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας απάντησε θετικά στις προτάσεις της Φώφης Γεννηματά για Συνταγματική Αναθεώρηση. Μπορεί αυτό να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία;

Εύχομαι να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία.

Πώς σχολιάζετε την άποψη του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου που υποστηρίζει ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για αναθεώρηση του Συντάγματος καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων;

Δεν συμφωνώ με τον κ. Βενιζέλο. Νομίζω πως πάντα θα υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Πιστεύετε ότι μετά τον Αύγουστο και την έξοδο από την δανειακή σύμβαση θα καταφέρει η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς πιστοληπτική γραμμή στήριξης;

Νομίζω πως αυτό είναι πιθανό και ευκταίο.

Πού βλέπετε να πηγαίνει η Ευρώπη; Η εκλογή Μακρόν στη Γαλλία μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της;

Ο Μακρόν θα μπορέσει να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της Ευρώπης (προς το καλύτερο) αν κατορθώσει να εκσυγχρονίσει γρήγορα τη γαλλική οικονομία.

Με αφορμή και τις πρόσφατες ιταλικές εκλογές, φαίνεται ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς κατακρημνίζονται σε όλη την Ευρώπη. Μπορεί να αναστηθεί η Σοσιαλδημοκρατία κ. Μουζέλη;

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Απαιτείται ένα νέο πρόγραμμα εστιασμένο όχι πια σε εθνικό αλλά σε μεταεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται επίσης μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Το ότι ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση της Γερμανίας δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την Ελλάδα;

Παρόλο που ο Όλαφ Σολτς ανήκει στη συντηρητική πτέρυγα του SPD, νομίζω πως θα αναγκαστεί, λόγω των πιέσεων από τη βάση του κόμματος, να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα. Αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας. Θα ευνοήσει επίσης τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης.

*Δημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ) στις 31/3/2018. 

Το κίνημα αλλαγής. Η βασική επιλογή

Το Κίνημα Αλλαγής θα αναγκαστεί σύντομα να επιλέξει είτε την στροφή προς την ΝΔ είτε προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το άνοιγμα προς την ΝΔ

Για την στιγμή, η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής εξακολουθεί να υποστηρίζει πως το νέο κόμμα δεν πρόκειται να γίνει ούτε το δεκανίκι της δεξιάς ούτε της αριστεράς. Όπως έχω τονίσει σε προηγούμενα άρθρα μου, στις επόμενες εκλογές, επειδή οι ψηφοφόροι δεν θα θελήσουν να πάνε ξανά στις κάλπες και επειδή η Φώφη Γεννηματά αποκλείει κάθε συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, θα αναγκαστεί να συμμαχήσει με τον νεοφιλελεύθερο Πρόεδρο της ΝΔ. Αυτό σίγουρα θα οδηγήσει στην εκλογική κάθοδο. Το Κίνημα Αλλαγής θα έχει την ίδια τύχη με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, η εκλογική βάση των οποίων έχει συρρικνωθεί δραματικά. Και αυτό γιατί η ιδεολογία της σοσιαλδημοκρατίας είναι αντίθετη μ' αυτή του νεοφιλελευθερισμού. Είναι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο που ακόμα και το SPD, το σημαντικότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στην Ευρώπη, έχασε ένα σημαντικό κομμάτι των οπαδών του όταν συνασπίσθηκε με το κόμμα της κυρίας Μέρκελ. Τα αποτελέσματα θα είναι πολύ χειρότερα στη χώρα μας σε περίπτωση που το Κίνημα Αλλαγής συμμαχήσει με την ΝΔ. Γιατί ο Σουλτς κατόρθωσε να επιβάλλει όρους, όπως να δοθούν τα δύο πιο σημαντικά υπουργεία (οικονομικών και εξωτερικών) σε σοσιαλδημοκράτες. Κάτι ανάλογο δεν είναι δυνατόν να πετύχει η κυρία Γεννηματά. Μ' άλλα λόγια, το SPD δεν θα γίνει το δεκανίκι της Άνγκελα Μέρκελ, αλλά το Κίνημα Αλλαγής θα γίνει σίγουρα δεκανίκι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Βέβαια, στην περίπτωση δημιουργίας στο μέλλον νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, μέλη του Κινήματος Αλλαγής σίγουρα θα αποκτήσουν υπουργικές θέσεις. Το τίμημα όμως θα είναι πως το νέο κόμμα θα χάσει την σοσιαλδημοκρατική ταυτότητά του.

Το άνοιγμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ

Η εναλλακτική λύση είναι πιο δύσκολη. Παρόλο πως ένας σημαντικός αριθμός μελών του νέου κόμματος δεν αποκλείουν μια συνεργασία με τη ριζοσπαστική αριστερά, το τείχος μεταξύ των δύο παρατάξεων παραμένει ισχυρό. Η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής το αποκλείει κατηγορηματικά. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από την αρνητική της στάση στην πρόταση του Σταύρου Θεοδωράκη προς τον Αλέξη Τσίπρα. Πρόταση για τη δημιουργία μιας εθνικής επιτροπής ικανής να χειριστεί τους εντεινόμενους εξωτερικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Κατά την Φώφη Γεννηματά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι από τη σύστασή τους ένα αντισυστημικό κόμμα που δεν πρόκειται να αλλάξει.
Παρόλα τα παραπάνω εμπόδια, οι επόμενες εκλογές μάλλον θα αργήσουν. Αν συμβεί αυτό, οι πιθανότητες προσέγγισης κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ δεν θα εξαφανιστούν. Τέσσερις είναι οι βασικοί λόγοι που, κατά την γνώμη μου, μια συνεργασία των δύο παρατάξεων είναι ακόμα πιθανή.
Πρώτον, από την στιγμή που η λεγόμενη αριστερή πλατφόρμα αποχώρησε και ο πρωθυπουργός επέλεξε τον ευρωπαϊκό δρόμο αποφασίζοντας να υλοποιήσει τους περισσότερους όρους του τελευταίου μνημονίου, οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής αμβλύνθηκαν. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα αντιθέσεις. Όμως τα κοινά σημεία είναι πιο ισχυρά. Και οι δύο δυνάμεις εναντιώνονται στον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό και στη μερκελική στρατηγική της λιτότητας. Εναντιώνονται επίσης σε μια γερμανική ελίτ που θέλει μεν μια σταδιακή ενοποίηση, αλλά χωρίς την άμβλυνση της πολιτικής της κυριαρχίας. Αντίθετα μ' αυτή την πολιτική, και το Κίνημα Αλλαγής και ο ΣΥΡΙΖΑ θέλουν την σταδιακή υλοποίηση του οράματος των ιδρυτών της ΕΕ: τη δημιουργία μιας ομοσπονδιακής κοινότητας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.
Δεύτερον, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, καθώς και οι ψευτοπαληκαρισμοί του Πάνου Καμμένου χειροτερεύουν την σχέση μεταξύ των δύο κομμάτων. Μπορεί γρήγορα να δούμε μια διάλυση αυτής της ανίερης συμμαχίας. Τρίτον, μια συνεργασία μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς θα βοηθούσε και τις δύο παρατάξεις. Θα εμπλούτιζε το προσωπικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και θα οδηγούσε το κόμμα προς έναν πιο ρεαλιστικό και δημοκρατικό προσανατολισμό. Από την άλλη μεριά, θα μπορούσε να καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής έναν τρίτο σημαντικό πόλο του ελληνικού κομματικού συστήματος. Τέταρτον, η προσέγγιση μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς αρχίζει να διαφαίνεται σε τοπικό επίπεδο. Ήδη παρατηρούμε επαφές μεταξύ των δύο παρατάξεων με φόντο τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019.

Συμπέρασμα

Τέλος, πιο γενικά, η αναβίωση της σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει την υλοποίηση των βασικών στόχων της στο ευρωπαϊκό επίπεδο αυτή τη φορά. Γιατί ισχυρή σοσιαλδημοκρατία στο επίπεδο του κράτους έθνος δεν είναι σήμερα δυνατή. Άρα οι σοσιαλδημοκρατικά σκεπτόμενοι πρέπει να επινοήσουν με ποιους τρόπους οι στόχοι της μείωσης των ανισοτήτων, της ενδυνάμωσης του κράτους πρόνοιας και του ελέγχου του καπιταλισμού-καζίνο μπορούν να επιτευχθούν σε μεταεθνικό επίπεδο. Όσο για πολιτικές στρατηγικές, τα σοσιαλδημοκρατικά ευρωζωνικά κόμματα πρέπει να αποφύγουν κάθε συνεργασία με τα νεοφιλελεύθερα. Πρέπει να στραφούν προς τα φιλοευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα. Μαζί και με άλλες προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αγωνιστούν εναντίον της γερμανοκρατίας και του ανερχόμενου εθνολαϊκισμού. Πρέπει να αγωνιστούν για μια Ευρώπη που θα χαρακτηρίζεται από την παραπέρα διάχυση πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την ενδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/3/2018. 

Η κομματική πόλωση

Η συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πόλωση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στην υπόθεση Novartis δεν κάνει καλό ούτε στην κυβέρνηση ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στη χώρα γενικά.
Ξεκινώντας από τη στρατηγική της κυβέρνησης, αυτή οδηγεί στην ολική συσπείρωση της ΝΔ, ενός πρώην κατακερματισμένου κόμματος. Εντείνει συγχρόνως το διαχωριστικό τείχος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής. Επιπλέον, και κυρίως, οδηγεί τους πολίτες να στρέψουν την προσοχή τους περισσότερο στη σύγκρουση των αντιμαχόμενων παρατάξεων και λιγότερο στα θετικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής - πολιτικής που οδηγεί σταδιακά τη χώρα σε μια κανονικότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή που απαλλάχθηκε από τη λεγόμενη Αριστερή Πλατφόρμα και που ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να ακολουθήσει τον ευρωζωνικό δρόμο, η κυβέρνησή του έκανε μια σειρά από θετικά βήματα. Αποδέχθηκε ένα εξαιρετικά τιμωρητικό και υφεσιακό Μνημόνιο και κατόρθωσε να υλοποιήσει ένα σημαντικό αριθμό μεταρρυθμίσεων. Η ύφεση ξεπεράστηκε, η οικονομική ανάπτυξη προχωρεί, η αξιολόγηση βαίνει προς το τέλος, οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν τη θέση της χώρας ενώ οι μεγάλες εταιρείες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για επενδύσεις - κατάσταση που οδηγεί στην αρχή των διαπραγματεύσεων για τη μείωση του χρέους. Και βέβαια ο Αλέξης Τσίπρας κατόρθωσε να ανορθώσει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εταίρων μας. Κάτι αναγκαίο για να πάψει η Ελλάδα να θεωρείται το μαύρο πρόβατο της ΟΝΕ. Ομως αντί να συνεχιστεί η παραπάνω πορεία ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να προχωρήσει σε μια μετωπική σύγκρουση με εξαιρετικά αβέβαια αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την ευθύνη δέκα αναφερόμενων προσωπικοτήτων στο τεράστιο σκάνδαλο Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής. Το Κίνημα Αλλαγής ακολούθησε την ίδια πολωτική στάση με αυτή της ΝΔ. Αυτό αργά ή γρήγορα θα το οδηγήσει σε μια συνεργασία/συμμαχία που δεν το συμφέρει. Αφού θα έχει την τύχη των περισσότερων ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς την εκλογική κάθοδο. Με άλλα λόγια, παρόλη την αισιοδοξία της κυρίας Φώφης Γεννηματά, ο νέος σχηματισμός, αποδυναμωμένος, θα γίνει όντως το δεκανίκι της ΝΔ. Ετσι οι πιθανότητες να καταστεί ένας τρίτος σημαντικός πόλος του κομματικού συστήματος μειώνονται. Το πιο πιθανό είναι να έχουμε στο μέλλον ένα διπολικό σύστημα με ένα ανίσχυρο Κέντρο. Πολλά στελέχη αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και για αυτό πριν από την πόλωση δεν απέκλειαν ένα άνοιγμα προς τη ριζοσπαστική Αριστερά. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, αυτό δεν είναι πια δυνατό. Η πρόεδρος του κόμματος, και η πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ που την στηρίζει, κέρδισε αυτή τη μάχη, αλλά θα χάσει τον πόλεμο. Δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει έναν σοβαρό τρίτο πόλο μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία. Βέβαια, η ΝΔ βγαίνει κερδισμένη. Πέρα από τη συσπείρωση και τη γενική αποδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει ενδυναμωθεί η αντιπολιτευτική πολιτική της. Αυτή ξεκίνησε με την έμφαση στα λάθη και τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, λάθη και αδυναμίες που σε ένα βαθμό ξεπεράστηκαν. Ο αρχηγός όμως της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίζει την ίδια κριτική εναντίον ενός ΣΥΡΙΖΑ που δεν υπάρχει πια. Κατ' αυτόν τίποτα δεν έχει αλλάξει, τα ψέματα και οι αλλεπάλληλες κωλοτούμπες συνεχίζονται, ενώ το σταλινικό DNA των στενών συνεργατών του Πρωθυπουργού που δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τούς οδηγεί προς τον αυταρχισμό και τη συστηματική υπόσκαψη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την παραπάνω στείρα αντιπολίτευση, με τη συνεχή εμμονή στις εκλογές «εδώ και τώρα» (που δεν θέλουν ούτε οι πολίτες ούτε οι εταίροι μας), καθώς και με την αμφιλεγόμενη έως αρνητική στάση στο θέμα της σύνθετης ονομασίας στο Σκοπιανό, ο αντιπολιτευτικός λόγος του προέδρου της ΝΔ ήταν καχεκτικός. Με την πόλωση όμως τού προσφέρεται ένα αναπάντεχο δώρο. Μια νέα κινητοποίηση ενός πιο ενωμένου κόμματος και ένας νέος λόγος που σίγουρα θα έχει απήχηση σε μια σημαντική μερίδα των συντηρητικών ψηφοφόρων.
Το μέλλον. Παρ' όλα τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου θέλει την σταθερότητα, την αποφυγή ενός μετεμφυλιακού κλίματος και τη συνέχιση της ανοδικής οικονομικής πορείας. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, οι σκληροπυρηνικές κραυγές στον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αμβλυνθούν και να ακουστούν σοβαρά οι φωνές σημαντικών στελεχών που θέλουν όσο πιο γρήγορα γίνεται την άμβλυνση της κρίσης που σίγουρα βλάπτει τη χώρα. Τεράστιο σκάνδαλο υπάρχει, αλλά αντιμετωπίζεται κυρίως με αυστηρό έλεγχο και τιμωρία όλων αυτών που παρανομούν στον χώρο των ιατρών, των φαρμακοποιών και των διαφόρων ενδιάμεσων φορέων. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή κυριαρχούν αυτοί που θέλουν περισσότερο να τιμωρήσουν και λιγότερο να οικοδομήσουν.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 3/3/2018. 

O Μοντεσκιέ, η κοινωνία των πολιτών και το Μακεδονικό

Ο Μοντεσκιέ στις αρχές του 18ου αιώνα αναρωτήθηκε γιατί η Αγγλία είχε ένα πολιτικό σύστημα πιο δημοκρατικό από αυτό της Γαλλίας. Κατά τον γάλλο φιλόσοφο, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, η εξήγηση έγκειται στο ότι στην αγγλική περίπτωση διαμορφώθηκαν σταδιακά ισχυρά «ενδιάμεσα στρώματα» (corps intermediaires) μεταξύ μονάρχη και λαού - ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα τα οποία, στην εποχή που έγραφε, λειτουργούσαν ως ανάχωμα στον βασιλικό/κρατικό απολυταρχισμό. Τέτοια αναχώματα, κατά τον Μοντεσκιέ, ήταν πολύ πιο καχεκτικά στην Γαλλία. Αν για τον Μαρξ η κοινωνία των πολιτών (civil society) είναι ο ευρύς, μη κρατικός χώρος όπου η αστική τάξη έχει τη βάση της, για τον γάλλο διανοητή ο όρος «κοινωνία των πολιτών» αναφέρεται σε κοινωνικά στρώματα που αντιστέκονται στον κρατικό επεκτατισμό/δεσποτισμό. Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών, δεν είναι οι ελέγχοντες τα μέσα παραγωγής αλλά αυτοί που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας, καθώς και η σχέση των τελευταίων με τον «λαό» που είναι το κέντρο του προβληματισμού. Από αυτήν τη σκοπιά, ισχυρά, σχετικά αυτόνομα από το κράτος και τα κόμματα ενδιάμεσα στρώματα ευνοούν τους δημοκρατικούς θεσμούς κατά δύο τρόπους. Λειτουργούν ως ανάχωμα στον κρατικό επεκτατισμό, ενώ συγχρόνως προστατεύουν τις πολιτικές ηγεσίες από τις αδιαμεσολάβητες λαϊκές πιέσεις για μαξιμαλιστικές λύσεις «εδώ και τώρα» - λύσεις τις οποίες προτείνουν εκ των άνω δημαγωγοί διαφόρων τύπων.

Η επικαιρότητα του Μοντεσκιέ σήμερα

Νομίζω πως η ανάλυση του Μοντεσκιέ μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί το μακεδονικό πρόβλημα παραμένει άλυτο εδώ και 25 χρόνια. Μας βοηθά επίσης να καταλάβουμε γιατί σήμερα όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου αναγνωρίζουν τη γείτονα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Πρόκειται για μια συντριπτική ελληνική ήττα τα αίτια της οποίας οι πολιτικές ελίτ της χώρας αρνούνται να εξετάσουν σε βάθος. Μια από τις πιο βασικές, αν όχι η πιο βασική αιτία αυτής της ήττας, οφείλεται λιγότερο στην ιστορική άγνοια, αχαριστία, απληστία κ.τ.λ. των «ξένων» και περισσότερο στο ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κόμματα και MME δεν έχουν πει την αλήθεια στον κόσμο. Δεν τολμούν δηλαδή - για ιδεολογικούς, ψηφοθηρικούς ή άλλους λόγους - να δώσουν στον μέσο άνθρωπο το μίνιμουμ της πληροφόρησης που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση μιας σοβαρής και υπεύθυνης στάσης πάνω σε θέματα που τον αφορούν άμεσα. Ετσι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο σε φανατικές, εθνοκαπηλικές μειοψηφίες να διαμορφώνουν ανενόχλητες την κοινή γνώμη.
Ποια είναι η αλήθεια, την οποία σίγουρα γνωρίζουν οι κομματικές ηγεσίες, που αποσιωπήθηκε στο Μακεδονικό, αποσιώπηση που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο; H αλήθεια αυτή έχει να κάνει με το ότι η Μακεδονία δεν είναι μόνο ελληνική - και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι πέρα από την ελληνική υπάρχουν άλλες δύο Μακεδονίες εκτός ελληνικών συνόρων όπου δεν κατοικούν Ελληνες. Μετά τους Βαλκανικούς και τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας μοιράστηκε σε τρία μέρη. H Ελλάδα πήρε το 53%, η Σερβία το 33% και η Βουλγαρία - ως η χώρα που έχασε στους πολέμους - το μικρότερο κομμάτι. Με το να προσπαθούμε να έχουμε το μονοπώλιο του όρου, με το να λέμε πως η Μακεδονία είναι «μία και είναι ελληνική», είτε παραλογιζόμαστε είτε υπονοούμε έναν επεκτατικό αλυτρωτισμό. Υπονοούμε πως πρέπει αργά ή γρήγορα να αποκτήσουμε και τις άλλες δύο μακεδονικές περιοχές που τώρα βρίσκονται σε «ξένα» χέρια. Παρ' όλο το παράλογο του επιχειρήματος, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δεν τόλμησε να διαφωτίσει τον λαό, δεν τόλμησε να εναντιωθεί στα φανατισμένα πλήθη που, κάτω από την επιρροή εκκλησιαστικών και άλλων πατριδοκαπηλικών κύκλων, βρίσκονταν σε πλήρες σκότος ως προς το τι ακριβώς διακυβευόταν στο θέμα της ονομασίας.
Ούτε ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μπόρεσε να αντισταθεί στα μαζικά συλλαλητήρια και στις διάφορες άλλες λαϊκιστικές πιέσεις της εποχής. Απέρριψε το λεγόμενο πακέτο Πινέιρο (που πρότεινε τη σύνθετη ονομασία) ξέροντας πολύ καλά ότι αυτή η απόρριψη θα οδηγούσε σε χειρότερες για τα εθνικά συμφέροντα λύσεις. Τουλάχιστον όμως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μετά το αναπόφευκτο φιάσκο, είχε το θάρρος να αναγνωρίσει το σφάλμα του - πράγμα το οποίο δεν συνέβη με άλλους παράγοντες που ευθύνονταν εξίσου, αν όχι περισσότερο, για το τελικό αποτέλεσμα. Δεν είδαμε για παράδειγμα ούτε ίχνος αυτοκριτικής από τον χώρο της Εκκλησίας ούτε από τον βασικό αρχιτέκτονα του μακεδονικού φιάσκου, τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ακόμα και σήμερα εξακολουθεί την άκρως λαϊκιστική ρητορική του.
Η ανάλυση του Μοντεσκιέ περί μη αυτόνομων, ενδιάμεσων στρωμάτων που δηλώνει μια καχεκτική κοινωνία των πολιτών, επηρέασε σημαντικά θεωρίες περί εθνικισμού και λαϊκισμού. Σίγουρα φωτίζει την ελληνική περίπτωση όπου βλέπουμε ένα δεσποτικό κράτος να αποδυναμώνει τα ενδιάμεσα στρώματα μέσω μιας ολοκληρωτικής διείσδυσης στην κοινωνία. Διείσδυσης που επιβάλλει την κομματικοκρατική λογική σε όλους τους θεσμικούς χώρους - από το πανεπιστήμιο και τον αθλητισμό μέχρι τα επαγγέλματα. Σε αυτό το ασταθές, ρευστό πλαίσιο, μισαλλόδοξες «υπερπατριωτικές» ελίτ φανατίζουν τα πλήθη τα οποία στη συνέχεια πιέζουν τις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν αυτοκαταστροφικές πολιτικές. Δηλαδή πολιτικές που βλάπτουν τα γενικά συμφέροντα της χώρας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με το Μακεδονικό, με τα μαζικά συλλαλητήρια και τη διαμάχη για την ονομασία.

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης

Ο Πρωθυπουργός, αψηφώντας τους ψευτοπαλικαρισμούς του αρχηγού των ΑΝΕΛ, δήλωσε ξεκάθαρα την αποδοχή της σύνθετης ονομασίας. Πιο πρόσφατα, ο υπουργός Εξωτερικών έδωσε στον κ. Νίμιτς ένα «σχέδιο συμφώνου» το οποίο παρουσίασε στην ηγεσία της ΠΓΔΜ. Το σχέδιο αναφέρεται στα προβλήματα του αλυτρωτισμού, στη σύνθετη ονομασία, στη σλαβική διάλεκτο και θα ισχύει έναντι όλων και στις αλλαγές του Συντάγματος. Το παραπάνω διάβημα φαίνεται να αντικαθιστά το προηγούμενο μακρόσυρτο σχέδιο του «οδοιπορικού», με σκοπό την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για μια προσπάθεια, η τελευταία, για να βρεθεί μια λύση σε ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί τη χώρα για ένα τέταρτο του αιώνα. Αρα, ανεξάρτητα από τα λάθη της κυβέρνησης, όλα τα κόμματα έπρεπε να την υποστηρίξουν. Παρ' όλα αυτά, η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ουδέτερη έως αρνητική. Με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, πως οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις και τα μαζικά συλλαλητήρια έδειξαν πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν θέλει ονομασία που να εμπεριέχει τον όρο Μακεδονία. Αρα, σαν καλός δημοκράτης και πατριώτης, ο πρόεδρος της ΝΔ αναγκάζεται να συμφωνήσει με τη «φωνή του λαού». Αυτό όμως που έπρεπε να πει ο αρχηγός της ΝΔ είναι πως η «φωνή του λαού» δεν είναι γνήσια. Αφού αυτοί που συμμετείχαν στα δύο μαζικά συλλαλητήρια προφανώς δεν ξέρουν πως η άρνηση της σύνθετης ονομασίας θα οδηγούσε σε αρνητικά/καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα: μια τυχόν απαίτηση της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρήσει το μονοπώλιο του όρου «Μακεδονία» θα οδηγούσε στον τερματισμό των διαπραγματεύσεων. Η υπόθεση θα πήγαινε στις ελληνικές καλένδες. Αυτό θα πρόσφερε ένα αναπάντεχο δώρο στη γείτονα χώρα. Η Ελλάδα θα εκλαμβάνονταν ως η κυρίως υπεύθυνη για την αποτυχία και το ελληνικό βέτο θα αποδυναμώνονταν. Αφού οι ΗΠΑ και η ΕΕ θέλουν την ταχεία ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ για γεωπολιτικούς λόγους (αντίσταση στον ρωσικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια). Με δεδομένη την κραυγαλέα ανισορροπία δύναμης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και της Ελλάδας, θα βρεθεί τρόπος να αγνοηθεί κάποια στιγμή το ελληνικό βέτο. Αν γίνει αυτό, θα βρεθεί η ΠΓΔΜ εντός της νατοϊκής οργάνωσης χωρίς να αλλάξει το τωρινό status quo. Δηλαδή χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τον αλυτρωτισμό του Συντάγματος και τη σημερινή ονομασία της.
Συμπέρασμα: Η τυχόν υπερίσχυση της μαξιμαλιστικής «υπερπατριωτικής» στάσης οδηγεί με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια σε μια κατάσταση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που η πλειοψηφία του κόσμου επιθυμεί. Αυτό το συμπέρασμα το γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι πολιτικές ελίτ αλλά δεν τολμούν να το πουν ξεκάθαρα στους πολίτες. Γίνονται έτσι οι πολιτικοί έρμαια των πιέσεων που τα συλλαλητήρια δημιουργούν. Αναφορικά δε με το Κίνημα Αλλαγής, αυτό δέχεται, υπό μια σειρά όρων, τη σύνθετη ονομασία. Στέκεται όμως αμήχανο απέναντι στην κυβερνητική στρατηγική.
Τέλος, δυο λόγια για το επιχείρημα πως η ΠΓΔΜ παραλογίζεται, αφού καταφεύγει σε ένα εξωφρενικό, αν όχι γελοίο αλυτρωτισμό. Ομως παρ' όλο που τα Σκόπια όντως παραλογίζονται, αυτός δεν είναι λόγος να παραλογιζόμαστε κι εμείς, και να υποστηρίζουμε λανθασμένες θέσεις που δεν ταιριάζουν σε μια χώρα που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει πίσω της δύο αιώνες κοινοβουλευτικής δημοκρατικής παράδοσης και η οποία μέσω των επενδύσεών της στην ΠΓΔΜ ελέγχει ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 10/2/2018. 

Καθολικότητα ή επιλεκτικότητα;

Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται με την τρέχουσα κυβερνητική ή αντιπολιτευτική φορολογική πολιτική. Προσπαθεί να εξετάσει τις διάφορες διαμάχες πάνω στον τρόπο που πρέπει να παρέχονται τα δημόσια αγαθά στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Το παραπάνω πρόβλημα σχετίζεται με τα όρια του κράτους πρόνοιας στις οικονομίες και κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Το κοινωνικό κράτος, όπως λειτουργεί σήμερα, αδυνατεί να παράσχει στους πολίτες τις υπηρεσίες που οι τελευταίοι απαιτούν από αυτό. Η ζήτηση για ποιοτικού χαρακτήρα κοινωνικές υπηρεσίες ξεπερνά κατά πολύ την προσφορά. Παίρνοντας την υγεία ως παράδειγμα, στις ανεπτυγμένες χώρες η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πολυδάπανων ιατρικών τεχνολογιών κάνει κυριολεκτικά αδύνατη τη διαιώνιση ενός συστήματος που έχει σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών σε όλους τους πολίτες - φτωχούς και πλούσιους. Νομίζω ότι το πρόβλημα της αδυναμίας του κράτους πρόνοιας να ανταποκριθεί στη γεωμετρικά αυξάνουσα ζήτηση δεν αμφισβητείται από κανέναν σοβαρό ερευνητή. Ξεκινώντας από αυτή τη διαπίστωση τρεις είναι οι βασικές λύσεις που προτείνονται για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου.

Ποιες είναι οι θέσεις της παραδοσιακής Αριστεράς

Η παραδοσιακή Αριστερά υποστηρίζει την αρχή της καθολικότητας των κοινωνικών παροχών, δηλαδή την ιδέα πως πρέπει, σε ό,τι αφορά τα δημόσια αγαθά, να προσφέρονται δωρεάν σε όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως οικονομικής ισχύος. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας και στην οποία πρέπει να στηριχθεί κάθε κοινωνική μεταρρύθμιση. Ξεκινώντας από αυτή τη θέση, ο μόνος τρόπος υπέρβασης του σημερινού κοινωνικού αδιεξόδου είναι η αύξηση των φόρων. Μόνο με μια ριζική αύξηση της φορολογίας θα μπορέσει το καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας να επιβιώσει.
Η παραπάνω λύση όμως έχει δύο βασικές αδυναμίες. Πρώτον, διαιωνίζει ένα σύστημα παροχών που είναι εξαιρετικά άδικο. Οπως πολλές εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει, η μερίδα του λέοντος των κοινωνικών πόρων στο καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας πηγαίνει κυρίως στις μεσαίες, σχετικά εύπορες τάξεις και όχι στο περιθωριοποιημένο 1/3 του πληθυσμού που τους έχει περισσότερο ανάγκη. Δεύτερον, η αύξηση της φορολογίας (μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή) αποθαρρύνει τις επενδύσεις, μειώνει την παραγωγικότητα της οικονομίας και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα: αντί να αυξήσει, μειώνει τα κρατικά έσοδα.

Η νεοφιλελεύθερη άποψη

Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που προτείνει η συμβατική Αριστερά. Κατά τη νεοφιλελεύθερη άποψη, το κοινωνικό κράτος, όπως αυτό αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, έχει πάρει τόσο τεράστιες διαστάσεις που αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Από αυτή την σκοπιά μια βασική προϋπόθεση για παραπέρα ανάπτυξη σήμερα είναι η μείωση της φορολογίας και η ριζική συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που είναι ένας πατερναλιστικός μηχανισμός, ένας μηχανισμός που ενθαρρύνει τον κοινωνικό παρασιτισμό. Σχηματικά, η νεοφιλελεύθερη φόρμουλα είναι: μείωση της φορολογίας, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αύξηση του παραγόμενου πλούτου και διάχυση του πλούτου προς τα κάτω μέσω των αυτόματων μηχανισμών της αγοράς (trickle down effect).
Το κύριο πρόβλημα με αυτή τη λύση είναι πως, αν όχι στη θεωρία τουλάχιστον στην πράξη, ο μηχανισμός της διάχυσης του πλούτου προς τους μη έχοντες δεν λειτουργεί. Οχι μόνο στο επίπεδο του κράτους - έθνους αλλά και στο παγκόσμιο επίπεδο τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής είναι η ένταση των ανισοτήτων, η τερατώδης συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ενός μικρού αριθμού κροίσων και η παραπέρα περιθωριοποίηση των οικονομικά αδύνατων τάξεων.

Η τρίτη λύση: ανακατανομή πόρων

Η τρίτη λύση στο σημερινό κοινωνικό αδιέξοδο υποστηρίζει όχι τόσο την αύξηση όσο τη ριζική ανακατανομή των κοινωνικών πόρων. Κατά αυτήν την άποψη, το κοινωνικό κράτος με τους πόρους που διαθέτει σήμερα θα μπορούσε να προσφέρει υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες μόνο στα μη εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αυτή η αντίληψη λαμβάνει σοβαρά υπόψη της πως, είτε μας αρέσει είτε όχι, ζούμε σε κοινωνίες ενταγμένες σε ένα παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα. Σε τέτοιες κοινωνίες η αρχή της καθολικότητας των παροχών, αντί να αμβλύνει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, το εντείνει. Αυτό σημαίνει, όσον αφορά τις υπηρεσίες του κοινωνικού κράτους, όσο το δυνατόν λιγότερες δωρεάν υπηρεσίες στα εύπορα στρώματα, μερική βοήθεια στα μεσαία και πλήρη κάλυψη αναγκών των οικονομικά ευάλωτων στρωμάτων.
Για να δώσω ένα παράδειγμα στη χώρα μας, για ποιο λόγο η πανεπιστημιακή παιδεία να είναι δωρεάν όχι μόνο για τα παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες αλλά και για αυτά των μεγαλογιατρών και μεγαλοδικηγόρων, παιδιά που, εκτός από όλα τα άλλα, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μπουν στο πανεπιστήμιο; Η εμμονή στις μη στοχευμένες καθολικές παροχές σε μια κοινωνία που είναι εξαιρετικά άνιση απλώς εντείνει τις ανισότητες. Μια προοδευτική στρατηγική πρέπει να προωθεί στοχευμένες και συγχρόνως γενναιόδωρες παροχές. Στοχευμένες στους μη έχοντες στους οποίους η πανεπιστημιακή παιδεία (πτυχιακή και μεταπτυχιακή) πρέπει να είναι πραγματικά δωρεάν. Δηλαδή οι παροχές να καλύπτουν όχι μόνο τα δίδακτρα αλλά και τα έξοδα διατροφής και κατοικίας.
Τέλος, με τις σημερινές ψηφιακές τεχνολογίες γίνεται πιο εύκολη η εφαρμογή της στοχευμένης καθολικότητας όχι μόνο στη δημόσια παιδεία αλλά και σε άλλους χώρους όπως σ' αυτούς των φαρμάκων, του νερού, των συγκοινωνιών κ.τ.λ. Στη χώρα μας το κοινωνικό τιμολόγιο στο ηλεκτρικό ρεύμα για φτωχά νοικοκυριά είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Συμπερασματικά, σε κοινωνίες όπου ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί η αρχή της μη στοχευμένης καθολικότητας των παροχών εντείνει τις ανισότητες και οδηγεί στην παροχή υπηρεσιών μέτριας ή και κακής ποιότητας. Μόνο το ξεπέρασμα του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να οδηγήσει ξανά, όπως στην «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975), σε μια μη στοχευμένη καθολικότητα. Για τη στιγμή, η στοχευμένη καθολικότητα (ή όπως προτιμώ να αποκαλώ γενναιόδωρη επιλεκτικότητα) είναι και πιο δίκαιη και μπορεί να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες στους οικονομικά αδύνατους πολίτες.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/1/2018. 

Η σύγκλιση ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς ευνοεί και τους δύο

Η βαθιά κρίση του κομματικού συστήματος ξεκίνησε με την περίφημη «επανίδρυση του κράτους» που σήμαινε τη μετατροπή του χρώματος του κρατικού μηχανισμού από το πασοκικό πράσινο στο νεοδημοκρατικό γαλάζιο. Αυτή η μεταμόρφωση κόστισε πολύ ακριβά. Εκτίναξε το δημόσιο χρέος σε πρωτοφανή ύψη και έκανε τη χώρα το μαύρο πρόβατο της ΕΕ. Η βόμβα δεν έσκασε στα χέρια των υπευθύνων. Έσκασε στα χέρια της επόμενης κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου. Έτσι, η ΝΔ απέφυγε την κατάρρευση, ενώ το ΠΑΣΟΚ «πλήρωσε τα σπασμένα». Συρρικνώθηκε και το κενό που δημιουργήθηκε κατελήφθη από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ριζοσπαστική αριστερά κατόρθωσε, στη βάση μιας τακτικίστικου τύπου συνεργασίας με το ακροδεξιό κόμμα των ΑΝΕΛ, να γίνει η «πρώτη αριστερή κυβέρνηση.

Η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτή η ριζική αλλαγή του συστήματος οδήγησε την ΝΔ, αλλά και την κεντροαριστερά, σε μια πρωτοφανή δαιμονοποίηση της νέας κυβέρνησης. Με δυο λόγια, η αντίδραση ήταν: ποιοι είναι αυτοί οι άσχετοι νεαροί που τολμούν να καταλάβουν έναν χώρο που δικαιωματικά μας ανήκει; Πιο συγκεκριμένα, τα μέλη της κομματικής ηγεσίας χαρακτηρίστηκαν ως επαγγελματίες ακτιβιστές, αμόρφωτοι, ανεπανόρθωτα δογματικοί και εντελώς ανίκανοι να κυβερνήσουν. Βέβαια, ο Αλέξης Τσίπρας στην προεκλογική περίοδο, αλλά όχι μόνο, έδωσε υποσχέσεις που είτε το ήξερε είτε όχι, ήταν αδύνατον να υλοποιηθούν. Επιπλέον, έχοντας άγνοια του πώς λειτουργεί η ΟΝΕ και ποια ήταν η ισορροπία δύναμης μεταξύ της κυβέρνησης και των εταίρων μας, έκανε μια σειρά από λάθη (διαχειριστικού, οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα), λάθη που οδήγησαν στη σοβαρή πιθανότητα ενός grexit. Όμως όταν ο πρωθυπουργός αντελήφθη τα καταστροφικά αποτελέσματα μιας επιστροφής στην δραχμή, με αμφιθυμία αλλά και θάρρος αποφάσισε να δεχτεί ένα εξαιρετικά τιμωρητικό νέο μνημόνιο υφεσιακού χαρακτήρα.

Η στροφή προς τον ευρωπαϊκό δρόμο

Στην αρχή τα βήματα της υλοποίησης ήταν διστακτικά. Οι αντιλαϊκές μεταρρυθμίσεις έμπαιναν συχνά κάτω από το χαλί, ενώ πολλές άλλες προχωρούσαν με ρυθμούς χελώνας. Όμως σήμερα πολλές από τις αλλαγές που η τρόικα απαιτούσε έχουν υλοποιηθεί. Αυτή την στιγμή η κυβέρνηση φαίνεται να τα καταφέρνει. Παρατηρούμε την σταδιακή έξοδο από την ύφεση και πλησιάζουμε στο τέλος της αξιολόγησης του τρίτου μνημονίου. Βέβαια, η αξιωματική αντιπολίτευση δεν έπαυσε να ζητά εκλογές «εδώ και τώρα» με το επιχείρημα πως μόνο μια κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη θα μπορέσει να σώσει τη χώρα από τον επερχόμενο γκρεμό. Αυτό το επιχείρημα δεν έχει βάση. Μια κυβέρνηση νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού θα οδηγούσε σε λαϊκές εξεγέρσεις που θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διαχειριστεί ο νεοφιλελεύθερος πρόεδρος της ΝΔ.
Παρόλο που σήμερα, όπως διατυπώνεται από έγκυρες πηγές του εξωτερικού, έχουν υλοποιηθεί πολλές αλλαγές και το τρίτο μνημόνιο θα λήξει σίγουρα το 2018, η δαιμονοποίηση της κυβέρνησης συνεχίζεται ακάθεκτη. Στην τωρινή φάση της εστιάζει λιγότερο στα ψέματα και στις «κωλοτούμπες» και περισσότερο στον επερχόμενο αυταρχικό καθεστώς που σίγουρα θα έρθει. Οι διαφόρου τύπου Κασσάνδρες προβλέπουν την εμπέδωση ενός τσαβικού/μανδουρικού συστήματος στη χώρα. Δεν λείπουν βέβαια και οι κριτικές από τον αριστερό χώρο. Ο Τσίπρας και αυτοί που τον στηρίζουν έχουν πάψει να είναι «πραγματικοί αριστεροί». Είναι οπορτουνιστές που ενδιαφέρονται μόνο για τη διατήρηση της εξουσίας. Βέβαια αυτού του είδους η κριτική δεν μας δείχνει με ποιον τρόπο ένας «γνήσιος αριστερός» θα έπρεπε να αντιμετωπίσει το δίλημμα grexit ή δραχμή. Δυστυχώς υπάρχουν περιπτώσεις που η διατήρηση της «πραγματικής» αριστεροσύνης οδηγεί στην καταστροφή μιας χώρας.

Η σχέση κεντροαριστεράς-ΣΥΡΙΖΑ

Πιο συγκεκριμένα τώρα, η ηγεσία (με μερικές εξαιρέσεις) και η πλειοψηφία των οπαδών του νέου κεντροαριστερού σχηματισμού εξακολουθούν να κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ για λάθη που τον είχαν οδηγήσει εκτός του «δημοκρατικού τόξου». Κατηγορούν όμως ένα κόμμα που σήμερα δεν υπάρχει πια. Μετά την έξοδο της αριστερής πλατφόρμας και την απόρριψη των απίθανων προτάσεων του Γιάνη Βαρουφάκη, ο ΣΥΡΙΖΑ (όπως όλα τα φιλοευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα) ακολουθεί στρατηγικές σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Όπως και ο αρχηγός του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος Μάρτιν Σουλτς που στοχεύει να προχωρήσει σε μια ομοσπονδιακή κοινότητα βασισμένη όχι μόνο στην ανάπτυξη αλλά και στην αλληλεγγύη. Μια ευρωπαϊκή κοινότητα με μικρότερες ανισότητες και πιο αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Μια Ευρώπη ικανή να αντιδράσει αποτελεσματικά στο νεοφιλελεύθερο παγκόσμιο πλαίσιο. Σε τι περισσότερο στοχεύει ο ΣΥΡΙΖΑ; Στην πραγματικότητα και ο ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής έχουν σήμερα παρόμοιους στόχους.

Το μέλλον

Όποτε και αν έρθουν οι εκλογές και ανεξάρτητα ποιο θα είναι το πρώτο κόμμα, η Φώφη Γεννηματά θα πρέπει να επιλέξει αν θα στηρίξει τον ΣΥΡΙΖΑ ή την ΝΔ. Επειδή η πλειοψηφία των πολιτών σίγουρα δεν θα θέλει ξανά εκλογές, η συνεχιζόμενη δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς θα οδηγήσει το νέο κόμμα σε μια συνεργασία με την ΝΔ. Άρα το Κίνημα Αλλαγής θα αναγκαστεί να στηρίξει μια νεοφιλελεύθερη αλλαγή. Το ίδιο δεν είναι σίγουρο πως θα συμβεί αν ο Σουλτς συμμαχήσει ανά με την Μέρκελ. Γιατί ο αρχηγός των Σοσιαλδημοκρατών μπορεί να απαιτήσει και να πετύχει σε κάποιο βαθμό την άμβλυνση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής των Χριστιανοδημοκρατών. Δυστυχώς η πρόεδρος του νέου σχηματισμού στη χώρα μας δεν έχει τη δύναμη που ο Γερμανός σοσιαλδημοκράτης πρόεδρος, παρ' όλη την εκλογική κατολίσθηση του κόμματος του, εξακολουθεί να έχει. Ο τελευταίος μπορεί να βοηθήσει στο πέρασμα από μια νεοφιλελεύθερη σε μια σοσιαλδημοκρατική Γερμανία. Η πρόεδρος της ελληνικής Κεντροαριστεράς δεν μπορεί να καταφέρει κάτι παρόμοιο. Θα αναγκαστεί να γίνει όντως το δεκανίκι της ΝΔ. Αυτό βέβαια θα οδηγήσει σίγουρα στην κάθοδο του νέου κόμματος.
Από την άλλη μεριά, αν η κεντροαριστερά σταματούσε τη δαιμονοποίηση, αν συμμαχούσε με τον ΣΥΡΙΖΑ, και οι δυο παρατάξεις θα είχαν σημαντικά οφέλη. Ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να απαλλαγεί από τους ΑΝΕΛ και η Φώφη Γεννηματά θα απέφευγε τον θανάσιμο εναγκαλισμό με την ΝΔ. Τα δύο κόμματα μαζί θα αποτελούσαν ένα σοβαρό αντίβαρο στη νεοφιλελεύθερη ΝΔ. Επιπλέον, το Κίνημα Αλλαγής θα μπορούσε όχι να αντικαταστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά να γίνει ο τρίτος σοβαρός παίκτης του κομματικού συστήματος. Έτσι, αντί για το παρόν διπολικό σύστημα (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ), θα μπορούσε η χώρα να περάσει μεσοπρόθεσμα σε ένα τριπολικό σύστημα. Ένα σύστημα που θα οδηγούσε στον παραπέρα εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος.
Αυτού του είδους το σενάριο δεν φαίνεται να είναι σήμερα δυνατό. Το πιο πιθανό είναι πως στο 2018 θα εξακολουθούμε να έχουμε δύο μόνο σοβαρούς πόλους – την ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ – με ένα αποδυναμωμένο κέντρο. Αυτό το γκρίζο σενάριο θα αποτελέσει μια σοβαρή ήττα της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Μακάρι η παραπάνω πρόβλεψη να διαψευσθεί από τις μελλοντικές εξελίξεις».

*Δημοσιεύτηκε στην "Νέα Σελίδα" στις 30/12/2017. 

Στον αστερισμό του γκρίζου

Στον ευρωπαϊκό χώρο όλα εξαρτώνται από το αποτέλεσμα των τρεχουσών διαπραγματεύσεων μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών και Χριστιανοδημοκρατών στη Γερμανία. Τουλάχιστον το βραχυπρόθεσμο μέλλον της Ευρώπης εξαρτάται από τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων. Αρχικά, ως γνωστόν, ο Μάρτιν Σουλτς αποφάσισε, μετά την εκλογική κατάρρευση του κόμματός του, να μη δεχθεί για ακόμα μία φορά τον σχηματισμό «μεγάλου συνασπισμού». Ομως, επειδή (όπως στη χώρα μας) οι ψηφοφόροι απεχθάνονται τις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, ο πρόεδρος των Σοσιαλδημοκρατών δέχθηκε ξανά να συζητήσει με τη γερμανίδα καγκελάριο τις πιθανότητες συνεργασίας.
Αν τελικά επιτευχθεί συμφωνία, η Ανγκελα Μέρκελ μάλλον θα ενδώσει σε κοινωνικά θέματα (π.χ., μισθοί, ασφάλεια).

Θα απαιτήσει όμως να έχει το πεδίο ελεύθερο στα θέματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης που θα αρχίσουν να συζητούνται σοβαρά τον χρόνο που έρχεται. Σε αυτόν τον χώρο η Μέρκελ προτιμά τη βήμα προς βήμα ενοποίηση με στόχο τη διατήρηση του γερμανοκρατικού status quo. Δηλαδή τη διατήρηση του χάσματος μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου που οδηγεί στη συσσώρευση πλεονασμάτων στις ανταγωνιστικές οικονομίες (κυρίως στη γερμανική) και ελλειμμάτων στις λιγότερο αναπτυγμένες. Καθώς και τη διατήρηση της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ της κυρίαρχης Γερμανίας και της οικονομικά προβληματικής Γαλλίας. Σε αυτού του είδους το γερμανικό όραμα, αυτή τη στιγμή ούτε ο πρόεδρος Μακρόν, ο οποίος έχει σοβαρά εμπόδια στην προσπάθειά του να εκσυγχρονίσει τη γαλλική οικονομία, ούτε οι νοτιοευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες δεν έχουν κοινή πολιτική έναντι της γερμανικής στρατηγικής, δεν μπορούν να αντιδράσουν αποτελεσματικά.

Συμπερασματικά, είτε επιτευχθεί ο μεγάλος συνασπισμός είτε ξαναγίνουν εκλογές, το σχεδόν σίγουρο είναι πως η αρχική τουλάχιστον ενοποιητική διαδικασία θα πάρει λιγότερο μακρονική και περισσότερο μερκελική μορφή. Το όραμα των πατέρων της ΕΕ καθώς και όλων των ευρωπαίων Σοσιαλδημοκρατών για μια πολιτικά πιο δημοκρατική και κοινωνικά πιο αλληλέγγυα Ευρώπη θα περιθωριοποιηθεί. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια πως, τελικά, το γερμανικό σχέδιο θα επικρατήσει. Μια συντονισμένη προσπάθεια ενός νοτιοευρωπαϊκού μετώπου με στόχο τη δημιουργία σοβαρών αναδιανεμητικών μηχανισμών, καθώς και μια συνεργασία της νοτιοευρωπαϊκής περιφέρειας με τη Γαλλία του Μακρόν, μπορεί να ανατρέψει το σχέδιο της γερμανίδας καγκελαρίου. Κάτι τέτοιο σίγουρα δεν θα συμβεί στη χρονιά που έρχεται αλλά μπορεί να συμβεί μεσο-μακροπρόθεσμα.

Η ελληνική περίπτωση

Κατά τη γνώμη μου οι επόμενες εκλογές δεν θα γίνουν το 2018. Ο Πρωθυπουργός έχει σκοπό, εκτός απρόοπτων εξελίξεων, να ολοκληρώσει την τετραετία. Αν η αξιολόγηση επιτευχθεί στα μέσα του 2018, πράγμα πολύ πιθανό, και αν η πορεία της οικονομίας συνεχίσει την ανοδική πορεία της, μπορεί στα τέλη του επόμενου χρόνου ο αριθμός των ξένων επενδύσεων να αυξηθεί σημαντικά. Αντίθετα με τις απόψεις της αντιπολίτευσης, η χώρα θα προχωρήσει προς την «κανονικότητα». Οσο για τις σχέσεις μεταξύ κομμάτων, όποτε και αν γίνουν οι εκλογές και όποιο κόμμα και αν κερδίσει, μάλλον δεν θα αποκτήσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία. Η συνεργασία του νικητή με άλλο ή άλλα κόμματα θα είναι αναγκαία. Αρα το βασικό θέμα είναι ο ρόλος που θα παίξει σε αυτή τη συγκεκριμένη κατάσταση ο νέος κομματικός μηχανισμός της Κεντροαριστεράς, το Κίνημα Αλλαγής. Το νεοσχηματιζόμενο κόμμα, όταν φτάσει η ώρα της εκλογικής αντιπαράθεσης, θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση. Η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής τονίζει συνεχώς πως δεν πρόκειται το κόμμα της να γίνει δεκανίκι ούτε του ΣΥΡΙΖΑ ούτε της ΝΔ. Θα οδηγηθεί όμως στο εξής αδιέξοδο: Σε περίπτωση που ούτε η ΝΔ ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ πετύχουν αυτοδυναμία, θα αναγκαστεί να στραφεί προς τη ΝΔ, για δύο λόγους.

Πρώτον, ο Αλέξης Τσίπρας, έχοντας να αντιμετωπίσει το δίλημμα «Grexit ή δραχμή;», επέλεξε τον ευρωπαϊκό δρόμο. Η δαιμονοποίηση όμως της ριζοσπαστικής Αριστεράς από την Κεντροαριστερά συνεχίστηκε εναντίον ενός κόμματος που δεν υπάρχει πια. Δηλαδή του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, όπου ο Παναγιώτης Λαφαζάνης ήταν μέλος της ηγεσίας και η Ζωή Κωνσταντοπούλου πρόεδρος της Βουλής. Παρ' όλο όμως που ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να δεχθεί ένα τιμωρητικό και υφεσιακό μνημόνιο, η δαιμονοποίηση δεν σταμάτησε. Απλώς άλλαξε μορφή. Δόθηκε λιγότερη έμφαση στα ψέματα και στις «κωλοτούμπες», και περισσότερη στον επερχόμενο κίνδυνο να οδηγηθεί η χώρα σε ένα αυταρχικό καθεστώς τσαβικού/μανδουρικού τύπου - αφού ο Πρωθυπουργός και μερικοί στενοί συνεργάτες του εξακολουθούν να έχουν στο «DNA» τους έναν αντισυστημικό, αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Αρα όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει στην εξουσία τα θεμέλια της ελληνικής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας κινδυνεύουν.

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο το Κίνημα Αλλαγής θα βρεθεί σε αδιέξοδο σε περίπτωση που οι επόμενες εκλογές δεν οδηγήσουν σε αυτοδυναμία είναι πως οι ψηφοφόροι δεν θα ήθελαν πάλι εκλογές. Αν η Φώφη Γεννηματά αρνηθεί να στηρίξει μια νεοδημοκρατική κυβέρνηση, θα θεωρηθεί υπεύθυνη για το χάος που οι νέες εκλογές θα δημιουργήσουν. Αρα στο δίλημμα «συνεργασία με τη ΝΔ ή εκλογική κάθοδος;» η πρόεδρος του κόμματος θα αναγκαστεί να επιλέξει τη συνεργασία. Σε μια τέτοια περίπτωση το Κίνημα Αλλαγής μπορεί να έχει την ίδια τύχη με το ΠαΣοΚ όταν συμμάχησε με την κυβέρνηση Σαμαρά - δηλαδή, αν όχι την κατάρρευση, τη ραγδαία καθοδική πορεία. Με δυο λόγια, «μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», αυτό θα είναι το αδιέξοδο του Κινήματος Αλλαγής στις επόμενες εκλογές.

Ποιο θα μπορούσε να είναι ένα πιο αισιόδοξο αλλά λιγότερο πιθανό σενάριο; Επειδή υπάρχουν πολλά μέλη αλλά και στελέχη που είναι υπέρ της υπέρβασης του «τείχους» που χωρίζει την Κεντροαριστερά από τον ΣΥΡΙΖΑ, ο θανάσιμος εναγκαλισμός με τη ΝΔ θα μπορούσε να αποφευχθεί. Αν συμβεί αυτό, όπως έχω ήδη υποστηρίξει από αυτές τις στήλες, η συνεργασία μεταξύ Κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής Αριστεράς θα είναι ωφέλιμη και για τις δύο παρατάξεις. Θα δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες για την απαγκίστρωση του ΣΥΡΙΖΑ από τους ακροδεξιούς ΑΝΕΛ. Θα έδινε επίσης την ευκαιρία ανανέωσης του ηγετικού δυναμικού του. Από την άλλη μεριά, θα δώσει τη δυνατότητα στο Κίνημα Αλλαγής να αποφύγει την εκλογική καθίζηση.

Ενα τέτοιο σενάριο είναι εφικτό γιατί και το νέο κόμμα και η ριζοσπαστική Αριστερά έχουν στη σημερινή συγκυρία πολλούς κοινούς στόχους: τη μείωση των συνεχώς εντεινόμενων ανισοτήτων, την ανάπτυξη του κοινωνικού κράτους, την πολιτικοοικονομική αλλά και κοινωνική ενοποίηση της Ευρώπης και την αντίθεσή τους στην κυριαρχία του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού-«καζίνου». Αν οι δύο παρατάξεις συνεργαστούν, υπάρχει περίπτωση να περάσει η χώρα σε μια τροχιά ανάπτυξης με ανθρώπινο πρόσωπο. Υπάρχει, επίσης, περίπτωση το Κίνημα Αλλαγής να γίνει όχι του χρόνου αλλά μεσοπρόθεσμα ο τρίτος βασικός πόλος του κομματικού συστήματος. Ετσι θα περνούσαμε από τον τωρινό διπολισμό (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-αδύνατο Κέντρο) σε ένα τριπολικό σύστημα που θα κάνει πιο δημοκρατικό το πολίτευμα της χώρας.

Συμπέρασμα

Βραχυπρόθεσμα οι εξελίξεις και στην Ευρώπη και στη χώρα μας φαίνονται μάλλον γκρίζες. Στη Γερμανία η Ανγκελα Μέρκελ θα έχει τη δύναμη να επιβάλει τον δικό της δρόμο προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση - τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον. Ενώ το Κίνημα Αλλαγής δεν φαίνεται διατεθειμένο να συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό μάλλον θα οδηγήσει στο να γίνει δεκανίκι της ΝΔ, πράγμα που θα οδηγήσει στην εκλογική κάθοδο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 30/12/2017. 

Ο Μακρόν και η Ευρωπαϊκή Ενωση

Ο γνωστός γερμανός κοινωνιολόγος και πολιτικός αναλυτής Claus Offe εξετάζει κατά διεισδυτικό και εμπειρικά καλά θεμελιωμένο τρόπο αυτό που αποκαλεί «εγκλωβισμό» της ΕΕ (Europe Entrapped, Polity, 2015). Κατά τον συγγραφέα, το πρόβλημα δημιουργείται από τη σαθρή βάση της ευρωζώνης: το κοινό νόμισμα χωρίς κοινή οικονομική διαχείριση, η γερμανική κυριαρχία, το δημοκρατικό έλλειμμα, η δαιδαλώδης γραφειοκρατία των Βρυξελλών, το χάσμα μεταξύ ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου κ.λπ. Τα παραπάνω αρνητικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αλλάξουν γιατί δεν υπάρχουν στην κοινωνική βάση συλλογικά υποκείμενα ικανά να αλλάξουν το ευρωζωνικό status quo.

Νομίζω η απαισιοδοξία του συγγραφέα εξηγείται από το ότι θεωρεί πως μια προοδευτική λύση «εκ των άνω» δεν είναι δυνατή. Διαφωνώ. Οι ευρωζωνικές ελίτ λόγω του κινδύνου της κατάρρευσης της ΕΕ, που δεν συμφέρει κανέναν, μπορεί τελικά να δουν όχι μόνο τα βραχυπρόθεσμα αλλά και τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντά τους προχωρώντας σε ουσιαστικές αλλαγές. Ο Offe στο τέλος του βιβλίου του βλέπει μια αχτίδα φωτός στον εκδημοκρατισμό της ΕΕ, δηλαδή στη ριζική μείωση του τωρινού τεράστιου «δημοκρατικού ελλείμματος», μέσω της κινητοποίησης των ατόμων στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών (μη κυβερνητικές οργανώσεις, κοινωνικά κινήματα κ.λπ.). Αυτού του είδους η κινητοποίηση όμως θα πάρει χρόνια - δεν θα τη δουν ούτε τα εγγόνια μας.

Η πιθανή αλλαγή

Κατά τη γνώμη μου, αν δούμε ουσιαστική αλλαγή αυτή θα έρθει εκ των άνω. Από τη στιγμή που ο Offe δημοσίευσε το βιβλίο του μέχρι σήμερα, δύο σημαντικά γεγονότα άλλαξαν σημαντικά το θέμα της ενοποίησης. Πρώτον το Brexit. Αυτό τάραξε τα λιμνάζοντα νερά της ΕΕ. Εγινε αντιληπτό πως μια δυναμική αντίδραση στο Brexit πρέπει να είναι η επιτάχυνση της ενοποίησης, την οποία η Βρετανία με κανέναν τρόπο δεν επιθυμεί. Δεύτερον, και πιο σημαντικό, είναι η εκπληκτική άνοδος του Μακρόν στη γαλλική προεδρία και η πρόθεσή του να προωθήσει δυναμικά τις ενοποιητικές διαδικασίες. Αυτό έπεισε τη γερμανίδα καγκελάριο να αλλάξει τη, βήμα προς βήμα, πολιτική της.

Αντίθετα όμως με τη Μέρκελ, ο Μακρόν έχει μια διαφορετική ιδέα για τον τύπο της ενοποίησης. Θέλει μια ενοποίηση λιγότερο γερμανοκρατική και λιγότερο νεοφιλελεύθερη. Βέβαια, λόγω της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του, πολλοί τον θεωρούν νεοφιλελεύθερο. Μπορεί όμως στη σημερινή συγκυρία να περάσει από τον νεοφιλελευθερισμό στον κοινωνικό φιλελευθερισμό ή στον «νεοσοσιαλδημοκρατικό». Για παράδειγμα, στις προτάσεις του για μια ενωμένη Ευρώπη υπάρχει η ιδέα της επιτακτικής αλλαγής ενός ευρωπαίου υπουργού Οικονομικών, ενώ τονίζει τον συνδυασμό οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Προφανώς, όλες οι κομματικές παρατάξεις υπόσχονται το δεύτερο, αλλά συχνά δεν το εννοούν ή δεν το πετυχαίνουν. Μπορεί όμως ο γάλλος πρόεδρος να έχει τις ικανότητες και τη φιλοδοξία να το υλοποιήσει. Σίγουρα αντιλαμβάνεται πως η ενοποίηση στην οποία στοχεύει δεν μπορεί να επιτευχθεί με το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου και με τη γερμανική ιδεολογία του «ορντολιμπεριαλισμού». Για αυτό τονίζει την ανάγκη αλλαγής της εθνικής αυτονομίας στα θέματα φορολογίας που οδηγούν σε επενδύσεις σε ευρωζωνικές χώρες με χαμηλούς φόρους (δηλαδή σε ένα είδος φορολογικών παραδείσων εντός της ΕΕ). Προτείνει επίσης την επιβολή φόρου στις κινήσεις των κεφαλαίων. Με δυο λόγια, έχει ως στόχο να προσεγγίσει το σχέδιο των πατέρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης που οραματίζονταν μια φεντεραλιστική κοινότητα βασισμένη όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.

Η σχέση Γαλλίας - Γερμανίας

Βέβαια, γα να προχωρήσουν τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, η βασική προϋπόθεση είναι η άμβλυνση της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Αυτό προϋποθέτει τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της πρώτης - πράγμα δύσκολο. Το οικονομικοκοινωνικό γαλλικό σύστημα χαρακτηρίζεται από αρτηριοσκληρωτισμό. Αυτός σπάει με απότομες εκρήξεις, χαώδεις αλλαγές και μετά επιστροφή στη σταθερότητα (βλ. M. Crozier, 1964). Αρα η αποτελεσματική αλλαγή σε αυτή την περίπτωση είναι δύσκολη και παίρνει χρόνο. Για να επιτευχθεί όμως, μεταξύ άλλων, πρέπει να πείσει τα ισχυρά συνδικάτα να προχωρήσουν σε μεταρρυθμίσεις στον χώρο των εργασιακών σχέσεων. Στη διάρκεια των θερινών διακοπών που (όπως στην Ελλάδα) οι επώδυνες αλλαγές είναι πιο εύκολες, ο Μακρόν συμφώνησε με τις δύο από τις πιο ισχυρές εργατικές οργανώσεις να προχωρήσουν σε σημαντικές αλλαγές, γνωρίζοντας πως με αυτόν τον τρόπο μείωνε σημαντικά τη δημοτικότητά του, όπως και έγινε. Ποιος άλλος σημαντικός πολιτικός θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο στην αρχή της πολιτικής του σταδιοδρομίας; Αυτό είναι σίγουρα ένα δείγμα αντιλαϊκισμού και θέλησης να κάνει η χώρα του, και η Ευρώπη ουσιαστικά, ριζοσπαστικά βήματα προς τα μπρος.

Η συντηρητική ενοποίηση

Οι γερμανικές ελίτ έχουν πειστεί μεν για την επιτάχυνση της ενοποίησης. Στοχεύουν όμως σε μια ενοποίηση που δεν θα καταργεί την οικονομική και πολιτική κυριαρχία της χώρας τους, καθώς και το χάσμα μεταξύ των χωρών του Βορρά και του Νότου. Ως γνωστόν, οι πρώτες, μέσω μιας «άνισης συναλλαγής» που βασίζεται στη σαθρή αρχιτεκτονική της ευρωζώνης, συσσωρεύουν πλεονάσματα, ενώ οι δεύτερες ελλείμματα. Αυτού του είδους η μεταφορά πόρων από τις πιο ανταγωνιστικές χώρες στις λιγότερο είναι πολύ πιο σημαντική από τη βοήθεια που λαμβάνουν οι δεύτερες μέσω των διαφόρων προγραμμάτων βοήθειας.

Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως ο Μακρόν χρειάζεται συμμάχους που να έχουν κοινά συμφέροντα, κυρίως ένα κοινό όραμα για μια ταχεία πορεία ενοποίησης προς μια μη γερμανοκρατούμενη, πολιτικά πιο δημοκρατική και κοινωνικά πιο δίκαιη Ευρώπη. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια συμμαχία / συνεργασία μεταξύ Γαλλίας και των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Προς στιγμήν, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Αλλά λόγω της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης τα πράγματα είναι ρευστά και οι εξελίξεις απρόβλεπτες. Μια Γαλλία - Νότος συμμαχία, επειδή είναι αναγκαία για μια προοδευτική ευρωπαϊκή ενοποίηση, δεν είναι τελείως απίθανη.

Συμπέρασμα: τα τρία πιθανά σενάρια

α) Η καθήλωση της ΕΕ. Αυτό το σενάριο είναι λιγότερο πιθανό γιατί δεν συμφέρει ούτε τους κερδισμένους αλλά ούτε και τους σχετικά χαμένους εταίρους του Νότου. Οι δεύτεροι θα βρεθούν σε χειρότερη κατάσταση αν αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν την παγκόσμια νεοφιλελεύθερη λαίλαπα εκτός της ΕΕ.
β) Το πιο πιθανό σενάριο είναι μια ενοποίηση με τη συνέχιση της γερμανικής κυριαρχίας και της λιτότητας που αυτή επιβάλλει.
γ) Το πιο δύσκολο αλλά θετικό σενάριο είναι μια πιο δημοκρατική και κοινωνικά προσανατολισμένη ενοποίηση. Αυτό θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για να γίνει η ΕΕ ένας σοβαρός παίκτης στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική παγκόσμια αρένα. Ενας παίκτης που δεν θα προσδιορίζεται μόνο, αλλά και θα προσδιορίζει τις τύχες του κόσμου που έρχεται.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 26/11/2017.

«Η συνεργασία Κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ είναι κέρδος και για τους δύο»

Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας η υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη;

Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο οι δραματικές επιπτώσεις του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και η μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης εναντίον του προπολεμικού status quo οδήγησε στη δημιουργία μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων. Έτσι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εκείνη την εποχή πήραν σε πολλές χώρες την εξουσία. Κατόρθωσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας, να επεκτείνουν αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Στη συνέχεια όμως το πέρασμα από τη φορντική στη μεταφορντική περίοδο συρρίκνωσε την κύρια εκλογική βάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων - δηλαδή τους βιομηχανικούς εργάτες.
Για να επιβιώσουν εκλογικά οι σοσιαλδημοκράτες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν πολιτικές που τους έφεραν κοντά στις αξίες και πρακτικές της νεοφιλελεύθερης δεξιάς. Μ' αυτή την πολιτική κατόρθωσαν σ' ένα βαθμό να επιστρέψουν στην εξουσία. Στη συνέχεια όμως με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών και την επακόλουθη παγκόσμια κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Έτσι, για παράδειγμα, στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές, κυρίως λόγω της συμμαχίας των σοσιαλδημοκρατικών με τους χριστιανοδημοκράτες, το SPD είχε μεγάλες απώλειες.
Τέλος, ένας τρίτος λόγος για την αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα είναι πως με την παγκοσμιοποίηση η κεϋνσιανή θεωρία έπαψε να λειτουργεί αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας τα κράτη-έθνη έχασαν ένα μέρος της αυτονομίας τους. Για παράδειγμα, σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να ελέγχουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι, κάθε σοβαρός έλεγχος της αγοράς οδηγούσε στη φυγή τους σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και εργατική νομοθεσία εξαιρετικά καχεκτική.
Με δυο λόγια, οι βασικές αιτίες για την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η συρρίκνωση της εργατικής βιομηχανικής τάξης στη μεταφορντική εποχή, η μερική σοσιαλδημοκρατική αποδοχή νεοφιλελεύθερων αξιών και πρακτικών, και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που έκανε την υλοποίηση της κεϋνσιανής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο εξαιρετικά δύσκολη.

Στο σύγχρονο περιβάλλον το βασικό αξιακό σύστημα της σοσιαλδημοκρατίας, η πλήρης απασχόληση δείχνει να ξεπερνιέται από τις σύγχρονες εξελίξεις και τις εργασιακές ανατροπές. Με τι μπορεί να αντικατασταθεί;

Αν όχι βραχυπρόθεσμα, σίγουρα μέσο και μακροπρόθεσμα η ανεργία στον ανεπτυγμένο κόσμο θα εντείνεται συνεχώς λόγω των νέων τεχνολογικών εξελίξεων. Στην πρώιμη βιομηχανική περίοδο η καταστροφή θέσεων εργασίας οδήγησε στη δημιουργία νέων θέσεων - κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Σήμερα όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Οι ψηφιακές τεχνολογίες και η ρομποτική καταστρέφουν πολύ περισσότερες θέσεις από όσες νέες δημιουργούν. Αυτό σημαίνει πως στο μέλλον ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού δεν θα χρειάζεται πια. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαράγεται με πολύ λιγότερους εργαζόμενους. Πολλοί νομίζουν πως η μόνη προοδευτική λύση είναι να δοθεί ένας βασικός μισθός με ασφαλιστικά δικαιώματα σε όλους - εργαζόμενους και μη εργαζόμενους. Νομίζω πως μια τέτοια λύση είναι ουτοπική. Δεν είναι δυνατή στον καπιταλισμό.
Κατά την γνώμη μου η μόνη εφικτή λύση είναι η δημιουργία ενός τρίτου πόλου μεταξύ αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης. Σ' αυτό το χώρο θα εντάσσονται όσοι βρίσκονται εκτός των δύο παραπάνω πόλων. Οι εντός του τρίτου αυτού χώρου θα αμείβονται ικανοποιητικά (μισθός συν ασφαλιστικά και τα άλλα εργατικά δικαιώματα) προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στις τοπικές κοινωνίες στον χώρο της οικολογίας, της υγείας, της βοήθειας στους υπερήλικες, σε άτομα με ειδικές ανάγκες κτλ. Σε ένα τέτοιο σύστημα δεν θα υπάρχουν άτομα που θα «κάθονται» και θα επιβιώνουν με το σύνηθες ανεπαρκές επίδομα ανεργίας. Όλος ο εργατικός πληθυσμός θα κινείται μεταξύ των τριών πόλων: της αγοράς, της εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης και ενός τρίτου τομέα στον οποίον θα προσφέρουν κυρίως (αλλά όχι μόνο) αναγκαίες υπηρεσίες σ' ένα ραγδαία γηράσκοντα πληθυσμό. Υπηρεσίες που το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί πια να προσφέρει ικανοποιητικά.
Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε πολλούς πόρους, αλλά θα οδηγούσε σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα που είτε μας αρέσει είτε όχι, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Επιπλέον θα βοηθούσε σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη λόγω της αυξανόμενης ζήτησης αυτών που σήμερα φυτοζωούν και υποφέρουν από τη δυσθυμία και την κατάθλιψη που η ανεργία αναπόφευκτα δημιουργεί.

Στην Ελλάδα τι μπορεί να συμβάλει στην ανασυγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, είναι εχθρός αυτού του χώρου ο ΣΥΡΙΖΑ ή πρέπει να αντιμετωπισθεί ως συμμαχική δύναμη;

Πολύ σύντομα, νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αντιμετωπισθεί από τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά ως συμμαχική δύναμη. Γιατί από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να ακολουθήσει τον ευρωζωνικό δρόμο, τα κοινά σημεία μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς είναι περισσότερα από αυτά μεταξύ της κεντροαριστεράς και της νεοφιλελεύθερης ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πράγματι, και ο ΣΥΡΙΖΑ όπως και η κεντροαριστερά θέλουν να αλλάξει η Ευρώπη κατά έναν προοδευτικό τρόπο. Θέλουν δηλαδή η Ευρωζώνη να ενοποιηθεί όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Μάχονται για να μειωθεί το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, οι εντεινόμενες ένδο και διακρατικές ανισότητες, καθώς και η κυριαρχία της Γερμανίας στην ΕΕ. Με δυο λόγια, έχουν σαν στόχο τη δημιουργία μιας φεντεραλιστικής Ευρώπης όπου η έμφαση δεν θα είναι μόνο στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.
Όσο για την κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με την ΝΔ. Αν γίνει κάτι τέτοιο θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που σήμερα έχουν καθοδική πορεία.
Συμπέρασμα: Η κεντροαριστερά στη χώρα μας δεν πρέπει να συνεχίσει την δαιμονοποίηση και να στρέφει την πλάτη της στον ΣΥΡΙΖΑ. Μια ουσιαστική συνεργασία θα βοηθούσε και τα δύο κόμματα. Δίνει την ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ να απαλλαγεί από τους ΑΝΕΛ. Δίνει επίσης μια ευκαιρία στην κεντροαριστερά να αποφύγει την καθοδική πορεία της ευρωζωνικής σοσιαλδημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Σελίδα" στις 7/10/2017.

Σελίδα 1 από 9