Σάββατο, 23 Φεβρουάριος 2019

Η μεταπολιτευτική πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου

Με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, μερικές σύντομες παρατηρήσεις για τη μεταπολιτευτική πορεία του. Το πιο χαρακτηριστικό και καθοριστικό παράδειγμα της ανδρεϊκής πολιτικής ήταν η δημιουργία του πρώτου μη κομμουνιστικού μαζικού κόμματος στη χώρα. Αυτή η εξέλιξη άλλαξε ριζικά τη δομή του πολιτικού συστήματος. Γιατί αν με την άνοδο του βενιζελισμού παρατηρούμε την αποδυνάμωση του ολιγαρχικού κοινοβουλευτισμού και την ένταξη νέων ανθρώπων στην ενεργό πολιτική αρένα, με το ΠΑΣΟΚ βλέπουμε ένα νέο κύμα ένταξης στο πολιτικό κέντρο. Ας σημειώσουμε εδώ πως στη βενιζελική περίοδο περνάμε από ένα σύστημα όπου τα λεγόμενα τζάκια αποτελούσαν λέσχες προυχόντων σε ένα πιο διευρυμένο και συγκεντρωτικό πελατειακό σύστημα. Ένα σύστημα όπου οι τοπικοί κομματάρχες είχαν σημαντική αυτονομία έναντι της κεντρικής εξουσίας. Είναι ακριβώς αυτή η τοπική αυτονομία που εμπόδισε τον Βενιζέλο να οδηγήσει σταδιακά το κόμμα του προς την κατεύθυνση οργάνωσης κομμάτων «δυτικού» τύπου.
Με το ΠΑΣΟΚ η σχετική αυτονομία της κομματικής βάσης μειώνεται ριζικά. Αντί για τοπικούς παράγοντες που ήλεγχαν σε έναν σημαντικό βαθμό περιορισμένα πελατειακά δίκτυα, παρατηρούμε μια πιο γραφειοκρατική και συγχρόνως αυταρχική οργάνωση όπου τα στελέχη στο κέντρο και την περιφέρεια μετατρέπονται σε υπάκουα όργανα του χαρισματικού ηγέτη. Ως γνωστόν, ο Ανδρέας μπορούσε να καθαιρέσει λίγο πολύ αυτόματα όσους διαφωνούσαν με τις πολιτικές του. Το ίδιο συνέβη με αντιδικτατορικές οργανώσεις όπως η Δημοκρατική Άμυνα που ζήτησε την ενσωμάτωσή της στο ΠΑΣΟΚ διατηρώντας μια μικρή έστω αυτονομία. Έτσι, η σχέση μεταξύ στελεχών και οπαδών ήταν άμεση. Δεν υπήρχαν ενδιάμεσα οργανωτικά σχήματα που χαρακτηρίζουν πιο δημοκρατικά οργανωμένα κόμματα. Είναι με αυτόν τον τρόπο που ο Ανδρέας Παπανδρέου, με τη βοήθεια μιας μαζικής οργάνωσης και με γραφεία σε όλες τις περιφέρειες της χώρας, απέκτησε μια δύναμη που κανείς προκάτοχός του δεν μπόρεσε να αποκτήσει.
Με το χάρισμα, την ευφυΐα του και την πρωτοφανή οργανωτική δύναμη, ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικά μερικά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά του συστήματος. Δεν άδραξε όμως αυτή τη μοναδική ευκαιρία. Αντιθέτως, δυνάμωσε πιο πολύ ορισμένα από τα χειρότερα στοιχεία του προδικτατορικού συστήματος. Όχι μόνο η δημόσια διοίκηση έγινε πιο κομματικοποιημένη (ας θυμηθούμε τους «πρασινοφρουρούς»), αλλά επίσης το παραδοσιακό ρουσφέτι αντικαταστάθηκε από μια πιο συγκεντρωτική και λαϊκιστική μορφή πατρωνίας που βασίζονταν σε κομματικά στελέχη τα οποία αντλούσαν τη δύναμή τους από τον αρχηγό. Όσο για τον πολιτικό του λόγο, όπως και η οργάνωση του κόμματός του, είχε έντονα λαϊκιστικά στοιχεία: το κατεστημένο εναντίον του λαού, οι ξένοι που χειραγωγούν τους έλληνες, «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο» κτλ. Και βέβαια έχουμε και επανειλημμένες κωλοτούμπες, από τον τριτοκοσμισμό μέχρι την επακόλουθη απόφασή του να ενταχθεί η χώρα στην ευρωπαϊκή κοινότητα.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν βέβαια πως ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε την πρόθεση να καταργήσει τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό και να εγκαθιδρύσει στη χώρα κάποια μορφή βοναπαρτισμού - όπως συχνά ισχυρίζονταν δεξιοί επικριτές του. Νομίζω πως ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ δεν είχε διανοηθεί κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής νομιμοποίησε το ΚΚΕ, ο Ανδρέας Παπανδρέου προχώρησε προς την ίδια κατεύθυνση καταργώντας το σύστημα του φακελώματος των αντιφρονούντων. Επιπλέον, η πασοκική κυβέρνηση άλλαξε ριζικά το οικογενειακό δίκαιο δίνοντας σημαντικά δικαιώματα στις γυναίκες. Και παρόλο που το Εθνικό Σύστημα Υγείας ξεκίνησε με τον Σπύρο Δοξιάδη, υπουργό της Νέας Δημοκρατίας, ήταν το ΠΑΣΟΚ που το ανέπτυξε διαχέοντας έτσι δικαιώματα προς τα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα.
Συμπερασματικά, ο Ανδρέας Παπανδρέου άλλαξε σε έναν μεγάλο βαθμό την οργάνωση και κουλτούρα του πολιτικού συστήματος. Επέφερε σημαντικές προοδευτικές αλλαγές. Αλλά παρόλο που είχε τη δύναμη, δεν προσπάθησε να αλλάξει προς το καλύτερο την κομματικοκρατική δομή του πολιτικού συστήματος.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 3/2/2019. 

Βήματα προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω

Η Ευρώπη

Στη Γαλλία, λόγω της αρτηριοσκληρωτικής οικονομίας, των πολιτικών διαταραχών και της πτώσης της δημοτικότητας του Μακρόν, η ισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας θα ενταθεί. Ετσι θα κυριαρχήσει όχι το μακρονικό σχέδιο για μια ταχεία οικονομική, πολιτική και κοινωνική ενοποίηση, αλλά το γερμανικό. Δηλαδή μια πιο αργή, βήμα προς βήμα ενοποίηση βασισμένη στη συνέχιση της δημοσιονομικής σταθερότητας και της γερμανοκρατίας. Αυτό είναι προφανές αν λάβουμε υπ' όψιν μας πως η Γερμανία έχει σήμερα, μεταξύ άλλων συμμάχων, και τη λεγόμενη «ομάδα των οκτώ» (Δανία, Ολλανδία, Σουηδία, Φινλανδία, Τσεχία καθώς και τις Βαλτικές Χώρες). Και οι «οκτώ» στηρίζουν την πολιτική της λιτότητας, εναντιώνονται στους αναδιανεμητικούς μηχανισμούς πόρων από τον Βορρά προς τον Νότο. Οπως και οι γερμανοί ψηφοφόροι, αρνούνται να συνεχίσουν τη χρηματοδότηση των «ανεύθυνων» Νοτιοευρωπαίων. Ετσι η κυρίαρχη βορειο-γερμανική συμμαχία θα οδηγήσει στην παραπέρα εκτίναξη των ανισοτήτων (ένδον και διακρατικών), στην περιθωριοποίηση ενός σημαντικού μέρους των χαμένων από την παγκοσμιοποίηση και στην παραπέρα άνοδο του εθνολαϊκισμού. Οι παραπάνω εξελίξεις σημαίνουν πως στον χρόνο που έρχεται το χάσμα Βορρά – Νότου θα ενταθεί, η αξία της αλληλεγγύης θα ξεχαστεί και τα θεμέλια του ευρωπαϊκού εγχειρήματος θα εξακολουθήσουν να υποσκάπτονται. Ετσι η προοπτική μιας Ενωμένης Ευρώπης ικανής να γίνει, μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, ο τρίτος βασικός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική αρένα εξαφανίζεται.

Περνώ, τέλος, από την ανισορροπία δύναμης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας στον τρίτο κύριο παίκτη της ευρωζώνης, την Ιταλία. Η λαϊκιστική κυβέρνηση θα κάνει ακόμα πιο δύσκολη τη διαχείριση των προσφυγικών ροών. Αυτό θα οδηγήσει στην ενδυνάμωση της Ευρώπης-«φρουρίου». Από την άλλη μεριά, σε ό,τι αφορά το δημοσιονομικό αδιέξοδο, η ιταλική κυβέρνηση φαίνεται να υποχωρεί. Μάλλον θα κάνει μια «κωλοτούμπα» ελληνικού τύπου. Δηλαδή θα υποκύψει στις πιέσεις των αγορών και σε αυτές των Βρυξελλών.

Οι δύο υπερδυνάμεις

Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ θα εξακολουθήσουν να συρρικνώνονται. Ενώ από την άλλη μεριά, η Κίνα μέσω της λεγόμενης «ήπιας δύναμης» (soft power) θα συνεχίσει την επεκτατική πολιτική με μαζικές επενδύσεις στις χώρες που βρίσκονται στον Δρόμο του Μεταξιού και όχι μόνο. Βέβαια, η αμερικανική υπερδύναμη θα διατηρήσει την πρωτοπορία της στην έρευνα, στις τεχνολογίες (κυρίως της ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης) και στις στρατιωτικές επενδύσεις. Σε αυτόν τον τομέα, βέβαια, και οι δύο υπερδυνάμεις ακολουθούν τις νέες τεχνολογίες, κατασκευάζοντας νέου τύπου πυρηνικούς πυραύλους που καμιά από τις δύο δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά. Σε έναν μελλοντικό πυρηνικό πόλεμο θα βλέπαμε παγκόσμιες καταστροφές βιβλικού τύπου. Για τη στιγμή, τέτοιου είδους πόλεμοι δεν φαίνονται στον ορίζοντα. Το πιο πιθανό είναι η συνέχιση του Ψυχρού Πολέμου που θα βασίζεται σε μια ισορροπία τρόμου. Ισορροπία που κάνει αυτούς που ελέγχουν τα μέσα βίας και κυριαρχίας να αποφεύγουν τα πυρηνικά όπλα και να περιορίζουν τις στρατιωτικές επεμβάσεις ή πιέσεις σε συγκεκριμένα πεδία (π.χ. στη Συρία οι ΗΠΑ και στη Σινική Θάλασσα η Κίνα).

Αν στον στρατιωτικό χώρο υπάρχει ένα είδος ισορροπίας (τρόμου), στον οικονομικό η Κίνα, λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης, έχει κάνει τεράστια βήματα προς τα εμπρός. Στον αγροτικό και βιομηχανικό τομέα έχει πλησιάσει, αν όχι ξεπεράσει, τις ΗΠΑ. Βέβαια, στον τομέα των υψηλών τεχνολογιών οι ΗΠΑ υπερτερούν, αλλά η απόσταση μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων μικραίνει (βλ. Economist, 20/1/2018). Με βάση τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Κίνα ανεβαίνει, ενώ οι ΗΠΑ, με τη μερκαντιλική πολιτική του αμερικανού προέδρου ακολουθούν μια καθοδική πορεία. Αυτό σημαίνει πως σε μερικά χρόνια η κινεζική υπερδύναμη θα είναι σε θέση να αμφισβητήσει την αμερικανική ηγεμονία με απρόβλεπτες τεκτονικές αλλαγές στον κόσμο που έρχεται.

Η παγκοσμιοποίηση

Αντίθετα με πολλούς λαϊκιστές ηγέτες που ονειρεύονται την αποπαγκοσμιοποίηση και την επιστροφή στην αυτονομία του κράτους-έθνους, η στροφή προς τα πίσω είναι αδύνατη. Η παγκοσμιοποίηση θα συνεχίσει με απίστευτους ρυθμούς. Θα έχει και θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Από τη μια μεριά, θα εξακολουθεί να οδηγεί στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της καπιταλιστικής ημιπεριφέρειας, κυρίως στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Για τη στιγμή, π.χ., πάνω από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι (δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι της ανθρωπότητας) έχει ξεπεράσει το επίπεδο της απόλυτης φτώχειας. Αυτή η πρωτοφανής αλλαγή θα συνεχιστεί στα χρόνια που έρχονται. Από την άλλη μεριά, οι ανισότητες στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην Κίνα συνεχίζουν να εντείνονται. Σε βαθμό που ένας μικρός αριθμός κροίσων ελέγχει σήμερα ένα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου παραγόμενου πλούτου. Αν προσθέσουμε την καταστροφή του περιβάλλοντος, την παγκοσμιοποίηση των τρομοκρατικών και εγκληματικών δικτύων και άλλες βαρβαρότητες, το μέλλον φαίνεται εξαιρετικά δυσοίωνο. Αφού δεν υπάρχουν σοβαροί πολιτικοί έλεγχοι της νεοφιλελεύθερης, αγοροκρατικής παγκοσμιοποίησης, παγκοσμιοποίησης που μοιάζει με μια χωρίς φρένα υπερταχεία αμαξοστοιχία.

Η Ελλάδα

Εδώ θα αναφερθώ τηλεγραφικά σε πέντε μελλοντικές εξελίξεις.

• Η συμφωνία των Πρεσπών. Σίγουρα θα ψηφιστεί. Θα λυθεί επιτέλους ένα πρόβλημα που ταλανίζει τη χώρα για 25 χρόνια. Το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε λυθεί πριν από καιρό με την πρόταση Πινέιρο. Πρόταση που λανθασμένα απορρίφθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση. Στη χρονιά που έρχεται αν, μάλλον απίθανο, η στρατηγική της ΝΔ πετύχει, η ιδέα πως μπορεί να ξαναρχίσουν οι διαπραγματεύσεις από το μηδέν είναι φαντασίωση. Θα χαθεί η μοναδική ευκαιρία που έχουμε. Αφού για γεωπολιτικούς λόγους (ρωσικός επεκτατισμός στα Βαλκάνια), αργά ή γρήγορα, θα αγνοηθεί το ελληνικό βέτο.

•Ο μερικός διαχωρισμός Κράτους και Εκκλησίας. Η συμφωνία Τσίπρα – Ιερωνύμου θα επικυρωθεί, με την κυβέρνηση να ικανοποιεί μερικά από τα αιτήματα των ιερέων. Δεν θα πρόκειται για έναν ριζοσπαστικό διαχωρισμό όπως στη Γαλλία. Θα είναι όμως ένα πρώτο βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

•Ο ΣΥΡΙΖΑ. Μετά τη στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, λόγω της πίεσης από την τρόικα και της προσγείωσης στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετατραπεί σταδιακά σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Μαζί με τα άλλα φιλοευρωπαϊκά σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην Ευρωβουλή.

•Το ΚΙΝΑΛ. Πήρε μια ανάσα με την παράλογη επίθεση του ΣΥΡΙΖΑ εναντίον του Κώστα Σημίτη. Αλλά σίγουρα, όπως τα άλλα κεντροαριστερά κόμματα που στράφηκαν προς τα δεξιά, θα συνεχίσει την καθοδική πορεία του. Δυστυχώς αυτό θα εντείνει τον διπολισμό του κομματικού συστήματος. Το ΚΙΝΑΛ θα χάσει την ευκαιρία να γίνει ο σημαντικός τρίτος πόλος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.

•Η κομματικοκρατία. Σε ό,τι αφορά τον «πολιτικό πολιτισμό», όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθούν την άκρατη παλαιοκομματική, συγκρουσιακή κουλτούρα. Κοκορομαχίες, απαράδεκτες επιθέσεις/βρισιές, κυριαρχία μικροκομματικών συμφερόντων κ.λπ. Η κομματικοκρατία και το 2019 θα συνεχίσει τον διαβρωτικό της ρόλο. Τα κόμματα θα συνεχίσουν να διεισδύουν σε όλους τους θεσμικούς χώρους, από τα πανεπιστήμια μέχρι τον αθλητισμό, υποσκάπτοντας έτσι την ήδη καχεκτική κοινωνία των πολιτών. Ολα τα παραπάνω προφανώς αδυνατίζουν την αντιπροσωπευτική δημοκρατία της χώρας.

Συμπέρασμα

Βλέπουμε βήματα προς τα εμπρός, αλλά και βήματα προς τα πίσω. Πάντως, ο κασσανδρικός λόγος και η καταστροφολογία της αντιπολίτευσης ούτε πείθουν, ούτε κάνουν καλό στη χώρα. Η Ελλάδα έχει πάψει να είναι το μαύρο πρόβατο της ΟΝΕ. Ο Πρωθυπουργός κατάφερε, κυρίως μέσω της συμφωνίας των Πρεσπών, να κερδίσει την εμπιστοσύνη της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Αυτό θα βοηθήσει τη χώρα να αντιμετωπίσει πιο αποτελεσματικά την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 30/12/2018. 

Νίκος Μουζέλης: «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός,σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος»

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων θα βρίσκεται σε μερικές ημέρες το νέο βιβλίο του Νίκου Μουζέλη «Ματιές στο μέλλον. Καπιταλισμός, σοσιαλδημοκρατία, κοινωνικό κράτος» από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Στις σελίδες του πραγματεύεται θέματα όπως οι ανισότητες, ο νεοφιλελευθερισμός, η άνοδος του λαϊκισμού στην Ευρώπη και η συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Η «Εφ.Συν.» προδημοσιεύει δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα των απόψεων που εκθέτει στο βιβλίο του ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του London School of Economics.

Εθνολαϊκισμός και νεοφιλελευθερισμός

«Οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς, της φιλοευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς καθώς και άλλων κεντρώων δυνάμεων που θα έχουν σαν στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Γιατί οι δύο αυτές τάσεις αλληλοσυνδέονται. Αφού είναι κυρίως οι ανισότητες και η περιθωριοποίηση που ο νεοφιλελευθερισμός ενέτεινε – οδηγώντας, σε συνδυασμό με το προσφυγικό, στην ενδυνάμωση του εθνολαϊκισμού. Σε τελική ανάλυση, είναι ο συνδυασμός των εντεινόμενων ανισοτήτων και της επακόλουθης θεαματικής ανόδου του λαϊκισμού που υποσκάπτουν περισσότερο από κάθε άλλον παράγοντα τα θεμέλια της δημοκρατίας. Σε ό,τι αφορά την Ε.Ε., ο νεοφιλελευθερισμός από τη μια μεριά και ο λαϊκισμός από την άλλη είναι οι δύο κύριες διαλυτικές δυνάμεις, δυνάμεις που μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευσή της».

Το θέμα της σύγκλισης

«Για μερικούς αναλυτές, η έλλειψη σοβαρών πολιτικών ελέγχων θα οδηγήσει στην κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού σε πλανητικό επίπεδο. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αυτοί που ισχυρίζονται πως όχι μόνο δε θα υπάρξει κατάρρευση αλλά πως, αντίθετα, η λογική και οι παγκόσμιοι θεσμοί του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού θα διεισδύσουν σε όλες τις εθνικές οικονομίες, περιθωριοποιώντας σταδιακά τα μη νεοφιλελεύθερα, κρατικιστικά χαρακτηριστικά τους. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που το οικονομικό υπερισχύει του πολιτικού σε πλανητικό επίπεδο, από τη στιγμή που το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα έχει νεοφιλελεύθερη μορφή, οι παγκόσμιες αγορές διεισδύουν και εντάσσουν στον παγκόσμιο χώρο τους πάντες. Αυτό θα ενισχύσει την τάση για μια "νεοφιλελευθεροποίηση" του κόσμου. Αρα θα οδηγήσει σε μια σταδιακή σύγκλιση.

Η παραπάνω θέση όμως δεν υπολογίζει πως το παγκόσμιο σύστημα είναι μεν νεοφιλελεύθερο αφού οι πολιτικοί έλεγχοι των παγκόσμιων αγορών (ιδίως των χρηματοπιστωτικών) είναι εξαιρετικά καχεκτικοί. Ταυτόχρονα όμως αποτελείται από τρία υποσυστήματα που λειτουργούν και εντάσσονται διαφορετικά στις παγκόσμιες αγορές: το νεοφιλελεύθερο υποσύστημα του οποίου το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι οι ΗΠΑ, ο αυταρχικός καπιταλισμός της Κίνας και ο σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός της βορειοδυτικής Ευρώπης που, παρά τις τωρινές νεοφιλελεύθερες τάσεις, παραμένει στην ουσία σοσιαλδημοκρατικός.

Αν εξετάσουμε τα δύο πρώτα υποσυστήματα, είναι προφανές πως το νεοφιλελεύθερο αμερικανικό υποσύστημα έχει διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές δομές από αυτές του αυταρχικού κινεζικού. Στο τελευταίο οι ελέγχοντες τα μέσα κυριαρχίας ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα και τα μέσα παραγωγής. Στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό υποσύστημα, μπορεί να μη συμβαίνει το αντίθετο (όπως υποστηρίζουν πολλοί μαρξιστές), αλλά σίγουρα η εκάστοτε κυβέρνηση δεν έχει τη δύναμη που έχει η κινεζική, όχι μόνο στο εγχώριο αλλά και στο ξένο κεφάλαιο που επενδύεται στη χώρα. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε σε βάθος το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα με μια πολιτική οικονομία που δεν λαμβάνει υπόψη της το αυταρχικό καπιταλιστικό υποσύστημα της Κίνας, ένα σύστημα που έχει πάνω από ένα δισεκατομμύριο πληθυσμό και που η γεωγραφική του έκταση είναι πολύ μεγαλύτερη από το σύνολο της έκτασης Ευρώπης, ΗΠΑ και Ιαπωνίας!

Βέβαια υπάρχει το επιχείρημα πως η ταχεία κινεζική ανάπτυξη δημιουργεί ραγδαία μια μεσαία τάξη που αργά ή γρήγορα θα πιέσει για το άνοιγμα του πολιτικού συστήματος. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Αντίθετα με αυτό που συνέβη στη Νότια Κορέα, η ραγδαία κινεζική ανάπτυξη δεν φαίνεται να οδηγεί σε έναν καχεκτικό έστω εκδημοκρατισμό. Γιατί στη Νότια Κορέα η ταχεία ανάπτυξη ξεκίνησε στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής κυβέρνησης που, με τη βοήθεια τεχνοκρατών, οδήγησε την οικονομία προς τις εξαγωγές. Σε αυτή την περίπτωση, η δημιουργία μεσαίων στρωμάτων (μαζί με άλλους ευνοϊκούς παράγοντες) είχε σαν αποτέλεσμα το δημοκρατικό άνοιγμα.

Η διαφορά με την Κίνα είναι πως το κινεζικό κομμουνιστικό κόμμα έχει ρίζες και έλεγχο του πληθυσμού που η κορεατική δικτατορία δεν είχε. Κατά τον Economist (31/3/2018), η ταχεία οικονομική ανάπτυξη και ο κινεζικός επεκτατισμός (ο περίφημος "δρόμος τους μεταξιού") οδηγούν όχι στην πολιτική δύναμη των μεσαίων τάξεων, αλλά στην ενδυνάμωση του κινεζικού αυταρχισμού. Με άλλα λόγια, η ταχεία ανάπτυξη και η μείωση της απόλυτης φτώχειας έχει νομιμοποιήσει σε έναν μεγάλο βαθμό τον κομμουνιστικό έλεγχο του κράτους. Επιπλέον, ο σοβιετικός τύπος οργάνωσης του κόμματος και της κρατικής μηχανής, ο έλεγχος του στρατού από το κόμμα και, πιο γενικά, η κομμουνιστική κουλτούρα, η οποία βασίζεται σε ένα μείγμα κομματικής πειθαρχίας και της κομφουκιανής παράδοσης που δίνει έμφαση στην αρμονία και την τάξη, δίνει στον κινεζικό κοινωνικό σχηματισμό μια μεγάλη σταθερότητα που δεν υπάρχει σε άλλα αυταρχικά συστήματα.

Συμπερασματικά, η θεωρία της σύγκλισης δεν είναι πειστική. Η λογική του αυταρχικού κινεζικού καπιταλισμού θα παραμείνει διαφορετική από αυτή του νεοφιλελεύθερου. Αν αυτό ισχύει, θεωρίες που αναφέρονται γενικά σε μια παγκόσμια υπερεθνική τάξη χωρίς να διαφοροποιούν αυτή που συνδέεται με τις δυτικές πολυεθνικές και αυτή που συνδέεται με το εγχώριο (ξένο και κινεζικό) κεφάλαιο, καθώς και με τις κινεζικές πολυεθνικές που ελέγχονται από το κράτος δεν είναι πειστικές».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/12/2018. 

Ο Τσίπρας και το SPD

Στο πρόσφατο συνέδριο του Γερμανικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (SPD) δεν ήταν η αρχηγός του «αδερφού» κόμματος Φώφη Γεννηματά αλλά ο Αλέξης Τσίπρας που έλαβε πρόσκληση. Αυτή η σημαντική κίνηση του SPD στέλνει ένα σαφές μήνυμα στο Κίνημα Αλλαγής. Πως οι σοσιαλδημοκράτες στην Ελλάδα πρέπει να στραφούν προς τα αριστερά και όχι προς τα δεξιά, προς τον ΣΥΡΙΖΑ και όχι προς την ΝΔ. Αυτή η συμβουλή σίγουρα βασίστηκε στην πρόσφατη εμπειρία των γερμανών σοσιαλδημοκρατών. Ως γνωστόν, η συμμαχία των τελευταίων με τους χριστιανοδημοκράτες οδήγησε το SPD σε μια θεαματική κάθοδο. Βέβαια, η πιθανή απάντηση του ΚΙΝΑΛ στους γερμανούς σοσιαλδημοκράτες είναι πως οι τελευταίοι δεν έχουν ακόμα αντιληφθεί τον αντιδημοκρατικό, αντισυστημικό χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ. Επιπλέον, το SPD και πιο γενικά οι ευρωπαίοι θαυμαστές του Αλέξη Τσίπρα ενδιαφέρονται για τα δικά τους συμφέροντα και όχι για αυτά της Ελλάδας.

Ο εθνοκεντρισμός

Νομίζω πως η παραπάνω επιχειρηματολογία είναι λανθασμένη. Δεν είναι το SPD και οι ευρωπαίοι εταίροι μας που δεν ξέρουν τι γίνεται στη χώρα μας. Είναι μάλλον το ΚΙΝΑΛ που δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στον ευρωπαϊκό χώρο. Εξακολουθεί κατά τελείως εθνοκεντρικό τρόπο να μην λαμβάνει υπόψη του πως η Ελλάδα, σε ό,τι αφορά την σχέση σοσιαλδημοκρατικής κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς, δεν αποτελεί «ελληνική ιδιαιτερότητα». Και τα δύο κόμματα έχουν πολλά κοινά σημεία με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ όμως εξακολουθεί να μην συνδέει τις ελληνικές εξελίξεις με αυτές του ευρωπαϊκού χώρου: τη θεαματική άνοδο του αντιδημοκρατικού εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά (π.χ. Λεπέν, Όρμπαν) και την ενδυνάμωση του αγοροκρατικού νεοφιλελευθερισμού από την άλλη (π.χ Βέμπερ, ο υπέρμαχος του Σόιμπλε και του Grexit που γίνεται πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής). Και ο εθνολαϊκισμός και ο νεοφιλελευθερισμός υποσκάπτουν τα θεμέλια τους ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Ο πρώτος θέλει σαφώς τη μη πολιτική ενοποίηση της ευρωζώνης και την επιστροφή στην αυτονομία του κράτους έθνους που είναι ο μόνος τρόπος να διασωθεί η «γνήσια» εθνική κουλτούρα. Ο δεύτερος θέλει μεν μια ενοποίηση, αλλά νεοφιλελεύθερου τύπου. Μια ενοποίηση όπου η κυριαρχία των αγορών θα συνεχιστεί. Με αποτέλεσμα τη συνέχιση των πρωτοφανών ανισοτήτων (ένδο και διακρατικών), την παραπέρα άνοδο της ανεργίας και, κυρίως στον ευρωπαϊκό Νότο, την περιθωριοποίηση ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Είναι ακριβώς αυτού του είδους τα αποτελέσματα που (σε συνδυασμό με το προσφυγικό) εκτίναξαν στα ύψη τον ευρωφοβικό λαϊκισμό. Με δύο λόγια, ο εντεινόμενος ευρωπαϊκός νεοφιλελευθερισμός, στην Γερμανία και αλλού, τρέφει τον εθνολαϊκισμό. Ο μόνος τρόπος αντίστασης στις δύο παραπάνω βαρβαρότητες είναι μια συμμαχία όλων των ευρωπαϊκών κομμάτων που απορρίπτουν και τον εθνολαϊκιστικό προσανατολισμό τύπου Λεπέν και τον νεοφιλελευθερισμό τύπου Βέμπερ. Οι δυνάμεις που μπορούν να αντισταθούν στην εθνολαϊκιστική και στην νεοφιλελεύθερη λαίλαπα είναι η σοσιαλδημοκρατία, η φιλοευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά, οι πράσινοι, τα πολιτικά φιλελεύθερα και άλλα «μεσαία» κόμματα. Κόμματα δηλαδή που αντιλαμβάνονται τους κινδύνους που ο νεοφιλελευθερισμός και ο εθνολαϊκισμός δημιουργούν για την επιβίωση της ΕΕ.

Το ΚΙΝΑΛ

Αν τα παραπάνω ισχύουν, δεν είναι δυνατόν το ΚΙΝΑΛ να μην τα λαμβάνει σοβαρά υπόψη του. Βέβαια, η Φώφη Γεννηματά πιστεύει πως το κόμμα της, αργά ή γρήγορα, θα περιθωριοποιήσει τον ΣΥΡΖΑ και θα γίνει ο δεύτερος κύριος πόλος του κομματικού συστήματος. Πρόκειται όμως για όνειρο θερινής νυκτός. Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, είτε κερδίσει είτε χάσει τις επόμενες εκλογές, θα παραμείνει για πολλά χρόνια ακόμα ένας από τους δύο κύριους παίκτες του εγχώριου πολιτικού συστήματος - συνεχίζοντας την σταδιακή μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα ριζοσπαστικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Κόμμα που δεν στοχεύει στη διάλυση της ΟΝΕ, αλλά στην ταχεία πολιτική και κοινωνική ενοποίησή της. Στοχεύει δηλαδή σε μια ευρωπαϊκή ομοσπονδιακή κοινότητα βασισμένη όχι μόνο στην οικονομική μεγέθυνση, αλλά και στην αλληλεγγύη.

Συμπέρασμα

Το ΚΙΝΑΛ σίγουρα δεν θα γίνει στα χρόνια που έρχονται ο δεύτερος πόλος στον πολιτικό χώρο. Μπορεί όμως να καταστεί μια σημαντική σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερή δύναμη αν αποφύγει το άνοιγμα προς την ΝΔ. Άνοιγμα που θα οδηγήσει, όπως και στα άλλα ευρωπαϊκά κόμματα, στην παραπέρα καθίζησή του.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 18/11/2018. 

Παράδειγμα ακεραιότητας

Θεωρώ τον Κώστα Σημίτη, μαζί με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, από τους πιο σημαντικούς πρωθυπουργούς της μεταπολεμικής Ελλάδας. Κατόρθωσε σε έναν σημαντικό βαθμό να εκσυγχρονίσει με δημοκρατικό τρόπο όχι μόνο την οικονομία, αλλά και πιο γενικά την πολιτική κουλτούρα της χώρας. Το βλέπει κανείς, στο εσωτερικό, στα επιτεύγματα της διακυβέρνησής του σε σχέση με τον εκδημοκρατισμό και τη βελτίωση της δημόσιας διοίκησης (δημιουργία Ανεξάρτητων Αρχών, ΚΕΠ και άλλα), μέχρι τα δημόσια έργα που οδήγησαν στη σημαντική ανάπτυξη του οδικού δικτύου και της μετακίνησης. Στο εξωτερικό, στην ένταξη της Ελλάδας και της Κύπρου στην ΟΝΕ. Με δύο λόγια, προσπάθησε με επιτυχία να φέρει τη χώρα πιο κοντά στις ανεπτυγμένες δυτικοευρωπαϊκές κοινωνίες. Η χώρα απέκτησε σημαντικό κύρος στην Ευρώπη. Κύρος που σιγά σιγά αμβλύνθηκε όταν έληξε η οκτάχρονη πρωθυπουργική θητεία του.
Η προσπάθεια σπίλωσης της προσωπικότητάς του δεν είναι μόνο άδικη και παράλογη, αλλά είχε τα αντίθετα αποτελέσματα στα οποία στόχευαν οι εχθροί του. Αντί να αποδιοργανωθεί περαιτέρω το Κίνημα Αλλαγής το συσπείρωσε. Είναι αλήθεια ότι ο Κώστας Σημίτης υπήρξε ξένο στοιχείο στο «βαθύ ΠΑΣΟΚ» και δεν μπόρεσε να ελέγξει πλήρως το κόμμα του. Αλλά στη διάρκεια της μακρόχρονης πολιτικής πορείας του κανείς ποτέ δεν αμφισβήτησε την εντιμότητά του. Για όλους τους πολίτες, τους φίλους και αντιπάλους, παραμένει ένα παράδειγμα ακεραιότητας, αντι-μικροκομματικής νοοτροπίας και αντι-λαϊκισμού.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/11/2018. 

Γιατί η Κοινωνιολογία

Μια διαφορά (όχι η μόνη) μεταξύ κοινωνιολογίας και των άλλων κοινωνικών πειθαρχιών (όπως για παράδειγμα της οικονομικής επιστήμης) είναι ο ολιστικός προσανατολισμός. Η κοινωνιολογία προσπαθεί να εξετάσει πώς συνδέονται μεταξύ τους οι χώροι της οικονομίας, της πολιτικής, της κοινωνικής οργάνωσης και του πολιτισμού. Πώς δηλαδή οι ξέχωρες καταβολές, δυναμικές και αξίες του κάθε χώρου επιδρούν πάνω στους άλλους σχηματίζοντας ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο σύνολο ‒ σύνολο που πρέπει να ερευνηθεί και στο επίπεδο των θεσμών και σε αυτό των φορέων δράσης, αφού θεσμοί και φορείς δράσης αλληλοδιαμορφώνονται κατά διαλεκτικό τρόπο.
Κυρίως στις εξαιρετικά διαφοροποιημένες κοινωνίες της νεωτερικότητας, είναι σημαντικό οι μαθητές να μαθαίνουν πώς ο ρόλος που παίζουν στο σχολείο συνδέεται με αυτούς που παίζουν στον χώρο της οικογένειας, των εξοσχολικών συναναστροφών, της οικονομίας (π.χ. οικονομική κατάσταση των γονιών), της πολιτικής (συμμετοχή ή απάθεια προς τα πολιτικά δρώμενα) και του πολιτισμού. Μια συστηματική, σε βάθος ενασχόληση με τα παραπάνω δίνει στην/ον νέα/ο μια καλύτερη γνώση του εαυτού, του ποια/ποιος είναι, πού βρίσκεται σήμερα και πού μπορεί να πάει. Η κοινωνιολογία ασχολείται συστηματικά με τους ρόλους και σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο. Εξετάζει πώς τα δρώντα υποκείμενα αντιμετωπίζουν τις αναπόφευκτες δυσκολίες και διλήμματα που δημιουργούν οι συχνά αντικρουόμενες απαιτήσεις διαφορετικών ρόλων.
Περνώντας τώρα στη μαθησιακή διαδικασία, ο ολιστικός και συγχρόνως συγκριτικός χαρακτήρας της κοινωνιολογικής ανάλυσης συμβάλλει σε έναν εναλλακτικό τρόπο μετάδοσης της γνώσης. Η κοινωνιολογική έμφαση στις διασυνδέσεις και στο ότι δεν μπορούμε να καταλάβουμε τις αναφορές σε γεγονότα, πρόσωπα και εξελίξεις (πολιτικές, κοινωνικοοικονομικές κ.λπ.) χωρίς να τις εντάξουμε σε ένα ευρύτερο πλάισιο, βοηθάει τον δάσκαλο και τους μαθητές να αποφεύγουν μια βασική αδυναμία του σχολικού προγράμματος: την αποπλαισιοποίηση.
Για να δώσω μερικά παραδείγματα, στον χώρο της λογοτεχνίας δεν μπορεί κανείς να καταλάβει τον Παπαδιαμάντη έξω από το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του. Όσο για την ιστορία, όταν η έμφαση δίνεται στις χρονολογίες, στα δραματικά γεγονότα και στα σημαίνοντα πρόσωπα χωρίς την ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, οι γνώσεις είναι βαρετές και ξεχνιούνται γρήγορα. Το ίδιο ισχύει για τη διασύνδεση της γεωγραφίας με την κοινωνία και την ιστορία. Για να μπορέσει αυτό που μαθαίνει ο μαθητής να αποκτήσει νόημα θα πρέπει η κοινωνική διάσταση να είναι πάντα παρούσα. Μόνο έτσι θα μπορεί ο διδασκόμενος να εμβαθύνει, να θυμάται και να κατακτά αυτό που διδάσκεται. Αλλιώς η μάθηση επιδιώκεται μέσα από στείρα απομνημόνευση.
Βέβαια σήμερα, σε ό,τι αφορά την ιστορία και άλλα μαθήματα, τα πράγματα έχουν αλλάξει προς το καλύτερο. Υπάρχει όμως ακόμα πολύς δρόμος για να ξεπεραστεί ο αποσπασματικός, μονοδιάστατος τρόπος διδασκαλίας. Αυτό φαίνεται καθαρά από τον φορμαλιστικό τρόπο που, στις τελευταίες τάξεις, οι μαθητές του λυκείου προετοιμάζονται πυρετωδώς για τις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εδώ, συχνά οι απαντήσεις στις ερωτήσεις βασίζονται λιγότερο στην κριτική σκέψη και περισσότερο στην αποστήθιση. Με δυο λόγια, η κυριαρχία της φόρμας πάνω στην ουσία δεν χαρακτηρίζει μόνο τη δημόσια γραφειοκρατία αλλά, σε μικρότερο βαθμό, χαρακτηρίζει και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση ‒ δημόσια και ιδιωτική.
Τελειώνω τονίζοντας πως η εισαγωγή της κοινωνιολογίας χαρακτηρίζεται απο στοιχεία που αποθαρρύνουν τον φορμαλισμό και ενθαρρύνουν την κριτική σκέψη. Σωστά λοιπόν ο υπουργός παιδείας αποφάσισε να την εντάξει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/10/2018. 

Νέα δημοκρατία. Περιμένοντας τον Γκοντό

Ο Μπέκετ στο πολύ γνωστό θεατρικό του έργο δείχνει τους δυο πρωταγωνιστές να περιμένουν υπομονετικά να έρθει κάποιος, να συμβεί κάτι που θα τους βοηθήσει. Συγχρόνως όμως ξέρουν πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει, τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί - απλά περιμένουν.

Η παραμονή

Με τον ίδιο τρόπο συμπεριφέρεται και η ΝΔ. Ο σκιώδης υπουργός εξωτερικών κ. Κουμουτσάκος μας πληροφόρησε πριν από λίγο καιρό πως δεν είναι ακόμα η κατάλληλη ώρα για να λυθεί το μακεδονικό. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι οι συνθήκες να είναι πιο ευνοϊκές για τη χώρα μας. Άρα χρόνος υπάρχει, απαιτείται υπομονή. Σε αυτό το κείμενο θέλω να τονίσω ακριβώς το αντίθετο. Στα πολυάριθμα επιχειρήματα υπέρ και κατά της συμφωνίας Τσίπρα-Ζάεφ, αυτό που δεν τονίστηκε αρκετά είναι το θέμα του χρόνου, πιο συγκεκριμένα του χρονισμού (timing). Κατά την γνώμη μου, το πιο βασικό επιχείρημα για την ανάγκη μιας συμφωνίας εδώ και τώρα είναι ότι ήταν απολύτως απαραίτητη - έστω και με μερικές σημαντικές υποχωρήσεις από τη μεριά της χώρας μας. Και αυτό για τον απλούστατο λόγο πως δεν θα υπάρξει στο μέλλον μια δεύτερη ευκαιρία. Είναι προφανές κατά την γνώμη μου πως, λόγω του ρωσικού επεκτατισμού, η ΕΕ αλλά και οι ΗΠΑ θέλουν την τάχιστη ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσο για το εμπόδιο του ελληνικού βέτο, σίγουρα οι δύο μεγάλες δυνάμεις θα έβρισκαν τρόπους να το ξεπεράσουν.
Με βάση τα παραπάνω, αν η κυβέρνηση προσπαθούσε να κερδίσει περισσότερα, οι διαπραγματεύσεις θα αποτύγχαναν, σταδιακά το βέτο θα έχανε την ισχύ του και η γειτονική χώρα θα έμπαινε στο ΝΑΤΟ χωρίς να χρειαστεί να κάνει απολύτως καμιά παραχώρηση. Δεν θα ήταν υποχρεωμένη να αλλάξει το όνομά της ούτε το σύνταγμά της. Θα εξακολουθούσε να ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, όνομα που ήδη χρησιμοποιεί η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών του πλανήτη. Έτσι εμείς θα ήμασταν η μόνη χώρα στον κόσμο που θα εξακολουθούσε να την ονομάζει ΠΓΔΜ. Σε αυτή την περίπτωση θα σώζαμε όχι μόνο την «τιμή» μας αλλά και την «ψυχή» μας! Θα παίζαμε, για μια ακόμη φορά, τον ρόλο της αδικημένης, απατημένης, ανάδελφης χώρας.

Η επιτυχία

Στην πραγματικότητα η συμφωνία δεν είναι μια αποτυχία για τη χώρα μας, όπως υποστήριξε η αντιπολίτευση. Αντίθετα πρόκειται για μια νίκη της χώρας μας και μια μεγάλη επιτυχία του έλληνα πρωθυπουργού - και όσων τον βοήθησαν ή/και τον στήριξαν. Μετά από εικοσιεπτά χρόνια απίστευτων παλινωδιών, όπως το εμπάργκο του Ανδρέα Παπανδρέου ή η απόρριψη του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη της ευνοϊκής για μας πρότασης Πινέιρο (βλ. άρθρα μου στο Κ. ΒΗΜΑ, 16/5/93, 23/5/93 και 16/6/94), ο Αλέξης Τσίπρας κατόρθωσε να κάνει σημαντικά βήματα για τη λύση του μακεδονικού ζητήματος με τον πιο συμφέρον τρόπο για τη χώρα μας. Όπως δήλωσε ο καθηγητής Νίκος Αλιβιζάτος (βλ. άρθρο του στην Καθημερινή 17/6/18) που γνωρίζει σε βάθος το πρόβλημα, η ΠΓΔΜ μας έδωσε πάνω από 80% αυτών που ζητήσαμε! Επιπλέον, όπως τόνισαν όλοι σχεδόν οι ξένοι παρατηρητές, η συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ αποτελεί ένα ιστορικό κατόρθωμα της χώρας μας. Στα μάτια πολλών ξένων από το «μαύρο πρόβατο» της ευρωζώνης γίναμε ένα ζωντανό παράδειγμα σοβαρής προσπάθειας για ην ενδυνάμωση της ειρήνης στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη πιο γενικά.
Αυτοί που συνεχίζουν να μιλάνε για «προδοσία» είτε δεν καταλαβαίνουν τί επιτεύχθηκε, είτε είναι δέσμιοι μιας υπερπατριωτικής ιδεολογίας, είτε χρησιμοποιούν τον ψευδοπατριωτισμό τους εργαλειακά για να αποκομίσουν ατομικά, κομματικά ή άλλα οφέλη.

Το Κίνημα Αλλαγής

Τέλος, δυο λόγια για το Κίνημα Αλλαγής. Η πρόεδρος Φώφη Γεννηματά αποφάσισε να ακολουθήσει την πολιτική της ΝΔ. Δήλωσε πως έγιναν και μερικά θετικά βήματα, αλλά η αποτυχία της κυβέρνησης στα θέματα της γλώσσας και της ιθαγένειας ακυρώνουν την αξία της συμφωνίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν είναι μόνο ο αρχηγός της ΝΔ που έκανε «κωλοτούμπα», ξεχνώντας τελείως τις πρώην πολιτικά φιλελεύθερες, εκσυγχρονιστικές του ιδέες. Μια παρόμοια κωλοτούμπα έκανε και η Φώφη Γεννηματά. Και αυτό όταν όλα τα μέλη του πολιτικού συμβουλίου του ΚΙΝΑΛ δήλωσαν πως πρόκειται για μια αποδεκτή συμφωνία. Η πρόεδρος του Κινήματος όχι μόνο δεν έλαβε υπόψη της την γνώμη τους, αλλά έκανε απολύτως σαφές πως όποιος διαφωνεί με την «γραμμή» μπορεί να φύγει! Βέβαια αυτή η απίστευτα αυταρχική συμπεριφορά θυμίζει την αντίδραση του Ανδρέα Παπανδρέου που απέβαλε από τους κόλπους του ΠΑΣΟΚ την Δημοκρατική Άμυνα όταν αυτή απαίτησε μικρό έστω βαθμό αυτονομίας και συμμετοχής στη λήψη των αποφάσεων. Όλα τα παραπάνω δείχνουν σε ποιο βαθμό κυριαρχεί το ΠΑΣΟΚ στον χώρο του ΚΙΝΑΛ. Φαίνεται καθαρά πια πως οι εκτός του πασοκικού χώρου, αν δεν αντιδράσουν δυναμικά, μπορεί να γίνουν μια εκσυγχρονιστική μάσκα πίσω από την οποία θα κρύβεται το παλαιοκομματικό, πατριωτικό ΠΑΣΟΚ. Γιατί αυτό είναι ξανά μαζί μας, «ενωμένο δυνατό».

Συμπέρασμα

Και η ΝΔ και η πασοκική ηγεσία του ΚΙΝΑΛ απέρριψαν τη συμφωνία και για καθαρά μικροκομματικούς λόγους και γιατί ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι εξορισμού ικανός να κάνει κάτι καλό για τη χώρα. Επιπλέον η αντιπολίτευση αγνόησε πως αν η κυβέρνηση δεν πετύχαινε μια συμφωνία στην τωρινή συγκυρία, σίγουρα δεν θα υπήρχε μια δεύτερη ευνοϊκή ευκαιρία. Όλοι όσοι περιμένουν καρτερικά για μια καλύτερη λύση στο μέλλον θα περιμένουν άδικα τον Γκοντό του Μπέκετ να έρθει να τους βοηθήσει.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/6/2018. 

Ήταν αναγκαία η παρέμβαση Ματαρέλα;

Πολλά ενδιαφέροντα άρθρα γράφτηκαν, όχι μόνο στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, αλλά και σε άλλα έντυπα, σχετικά με τη νομιμότητα της παρέμβασης του ιταλού προέδρου Σέρτζιο Ματαρέλα να μη δεχτεί τον διορισμό του Πάολο Σαβόνα ως υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Κόντε. Πολύ σχηματικά, η μια άποψη θεώρησε πως η απόφαση του προέδρου ήταν αντισυνταγματική. Αφού το ιταλικό Σύνταγμα δεν δίνει στον πρόεδρο το δικαίωμα να απορρίψει την απόφαση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να επιλέξει σε κάθε υπουργείο το πρόσωπο που αυτή θεωρεί ως κατάλληλο. Η άλλη άποψη ήταν ότι σε πολύ ειδικές περιπτώσεις ο πρόεδρος έχει αυτό το δικαίωμα. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο ρόλος του προέδρου δεν είναι διακοσμητικός και όπου υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις παραβίασης αυτού του συνταγματικού κανόνα, η προεδρική παρέμβαση δικαιολογείται. Δικαιολογείται γιατί ο ιταλός πρόεδρος θεώρησε ότι με τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός ατόμου που ήταν φανατικά εναντίον του ευρώ, αυτό έβαζε σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα του ιταλικού λαού.

Οι τέσσερις λόγοι

Σε αυτό το σύντομο άρθρο δεν θέλω να πάρω ευθέως θέση σε αυτή την ενδιαφέρουσα διαμάχη. Θέλω απλά να τονίσω πως πέρα από το θέμα της συνταγματικότητας, υπάρχει και το θέμα της αναγκαιότητας της παρέμβασης του ιταλού προέδρου. Νομίζω ότι η παρέμβασή του δεν ήταν αναγκαία για τους εξής λόγους:

- Πρώτον, ο Πάολο Σαβόνα είχε δηλώσει, προτού πάρει την απόφασή του ο ιταλός πρόεδρος, ότι δεν είναι πια εναντίον του ευρώ και δεν απορρίπτει τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Απλά θα ακολουθούσε μια επεκτατική/αναπτυξιακή πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

- Δεύτερον, οι λαϊκιστές ηγέτες του κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι Ντι Μάιο αλλά και Ματέο Σαλβάνι, παρ' όλο τον ευρωσκεπτικισμό τους, δήλωσαν πριν από τις εκλογές ότι δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη. Απλά στα οικονομικά θέματα, μη δεχόμενοι τη μερκελική οικονομική πολιτική της λιτότητας, σκοπεύουν να ακολουθήσουν μια επεκτατική, αναπτυξιακή πολιτική.

- Τρίτον, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Σαβόνα άλλα δήλωσε και άλλα εννοεί. Βασικά ο στόχος του παραμένει η έξοδος της Ιταλίας από τον χώρο του ευρώ. Ομως αν ίσχυε αυτό, θα αντιμετώπιζε την αντίρρηση του Ντι Μάιο και του Σαλβάνι. Θα τον αντικαθιστούσαν με έναν πιο ήπιο ευρωσκεπτικιστή υπουργό.

- Τέταρτον, αν και οι δύο λαϊκιστές ηγέτες στόχευαν πραγματικά σε ένα Italexit, θα προχωρούσαν αμέσως μετά την εκλογική τους νίκη σε ένα δημοψήφισμα με θέμα «Θέλουν οι πολίτες να αποχωρήσουν από την ευρωζώνη ή όχι;».

Με βάση τα παραπάνω, νομίζω πως ούτε ο Ντι Μάιο ούτε ο Σαλβάνι έχουν ως στόχο ένα Italexit. Εχουν μάλλον ως στόχο να αγνοήσουν τους επιβαλλόμενους από τις Βρυξέλλες κανόνες της δημοσιονομικής σταθερότητας/λιτότητας και να προχωρήσουν, στον οικονομικό χώρο, σε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα κρατικών επενδύσεων και κοινωνικών παροχών. Βέβαια, με δεδομένο το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, το πρόγραμμά τους θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Οπως με κυνισμό τόνισε ο Γκίντερ Εντινγκερ (στενός συνεργάτης της Ανγκελα Μέρκελ), οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες τους.

Θα «προσγειωθούν»

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι που τελικά θα γίνει. Οι Ντι Μάιο και Σαλβάνι θα αναγκαστούν να «προσγειωθούν» στην πραγματικότητα και να αμβλύνουν σημαντικά τα υπεραισιόδοξα αναπτυξιακά και κοινωνικά σχέδιά τους. Βέβαια, επειδή η Ιταλία, ως η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης, έχει ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδος, θα δούμε τελικά όχι έξοδο αλλά μια άτυπη, σιωπηρή συμφωνία μεταξύ της γερμανίδας καγκελαρίου και των δύο λαϊκιστών ηγετών. Η κυρία Μέρκελ θα φροντίσει η προσγείωση να μην είναι πολύ επώδυνη, προσφέροντας διαφόρων ειδών βοήθεια. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Κόντε θα αναγκαστεί να κάνει «κωλοτούμπες» α λα ελληνικά. Με άλλα λόγια, αντίθετα με το επιχείρημα του «αναχώματος» στον λαϊκιστικό αυταρχισμό, η παρέμβαση Ματαρέλα δεν ήταν αναγκαία. Με ή χωρίς τον Σαβόνα ως υπουργό Οικονομικών, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 10/6/2018.

Μεταξύ λαϊκισμού και νεοφιλελευθερισμού

Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην ευρωζώνη, νομίζω πως οι δύο πιο σημαντικές αλλαγές είναι η άνοδος του λαϊκισμού και η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας. Και γι' αυτό θα εξετάσω τη στενή σχέση που έχει η παγκοσμιοποίηση με τις δύο παραπάνω εξελίξεις. Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης που σχετίζονται με αυτό το θέμα.
Χαρακτηριστικά παγκοσμιοποίησης. Το πιο βασικό είναι πως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αμβλύνει την αυτονομία του κράτους - έθνους. Γιατί με την άνοδο του θατσερισμού και το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών τη δεκαετία του '80 και μετά, το κράτος δεν είναι πια σε θέση να ελέγξει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Αυτό οδήγησε σε μια έντονη ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, μια ανισορροπία που δεν υπήρχε στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο. Γιατί στη λεγόμενη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας τα συνδικάτα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην άνοδο και εμπέδωση της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας και στρατηγικής. Μαζί με τα μαζικά εργατικά κόμματα κατόρθωσαν για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας να πετύχουν την εξάπλωση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που στην περίοδο 1945-1975 ο λαϊκισμός δεν πήρε τις διαστάσεις που έχει σήμερα. Ετσι, το πέρασμα από τον ολιγαρχικό στον μεταολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, το οποίο έφερε την είσοδο των λαϊκών στρωμάτων στην ενεργό πολιτική αρένα, δεν έγινε ούτε με τις μαζικές λαϊκιστικές κινητοποιήσεις όπως στη Λατινική Αμερική, αλλά ούτε, όπως στην Ελλάδα, με τον μετασχηματισμό των «τζακιών» σε πιο διευρυμένα και πιο συγκεντρωτικά πελατειακά κόμματα. Αντίθετα, η ένταξη στον βορειοδυτικό ευρωπαϊκό χώρο επιτεύχθηκε μέσω εργατικών σωματείων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, κομμάτων όπου το λαϊκιστικό και το πελατειακό στοιχείο υπήρχε μεν, αλλά δεν ήταν κυρίαρχο. Ηταν το «ταξικό» στοιχείο που κυριάρχησε. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που η κλασική σοσιαλδημοκρατία οδήγησε σε ένα είδος εκδημοκρατισμού που δεν βλέπουμε ούτε στις λατινοαμερικανικές χώρες ούτε στον ευρωπαϊκό Νότο. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα στην Ευρώπη άλλαξαν ριζικά. Και αυτό γιατί με την τωρινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση κάθε σοβαρή απαίτηση για τη μείωση των ανισοτήτων και την ισχυροποίηση των εργατικών δικαιωμάτων οδηγεί στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου η εργασία είναι πιο φτηνή και η εργατική νομοθεσία καχεκτική.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι η ένταση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση ενέτεινε τις ανισότητες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα ένας μικρός αριθμός κροίσων συγκεντρώνουν στα χέρια τους ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πλούτου. Και αυτό χωρίς να λογοδοτούν σχεδόν σε κανέναν, χωρίς να πληρώνουν φόρους (μέσω φορολογικών παραδείσων) και χωρίς να στρέφουν τους τεράστιους πόρους τους προς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας (στρέφονται περισσότερο στον τζόγο του χρηματιστηρίου).
Το τρίτο αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης είναι η ταυτοτική κρίση. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε ένα χάσμα όχι μόνο πολιτικοοικονομικό αλλά και πολιτισμικό. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι κερδισμένοι (επιχειρηματίες, χρηματιστές, τεχνοκράτες) και από την άλλη οι χαμένοι που βλέπουν την ταύτισή τους με το έθνος και την πατρίδα να υποσκάπτεται. Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία, οδήγησε τους χαμένους σε μια υπερπατριωτική αντίδραση - αφού βλέπουν την εθνική ταυτότητά τους να υπονομεύεται. Ετσι συγκροτείται μια βαθιά αντίθεση μεταξύ μιας μειοψηφίας που σταδιακά αποκτά έναν κοσμοπολίτικο προσανατολισμό, και των λαϊκών στρωμάτων που αντιδρούν σε αυτήν τη νέα κατάσταση. Με άλλα λόγια, βλέπουμε μια ρωγμή στον κοινωνικό ιστό μεταξύ ενός νεοφιλελεύθερου κατεστημένου και ενός περιθωριοποιημένου κομματιού της εργατικής κυρίως τάξης, τάξης που υπό την επιρροή οπορτουνιστικών, λαϊκιστικών λόγων εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση καθώς και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού η τελευταία αμβλύνει ακόμα περισσότερο την αυτονομία του κράτους - έθνους και την παραδοσιακή εθνική κουλτούρα. Τέλος, ένα τέταρτο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι οι μαζικές μεταναστευτικές ροές σε έναν κόσμο όπου οι χώρες όλο και πιο πολύ αλληλοσυνδέονται. Αυτό, σε συνδυασμό με τη ραγδαία ανάπτυξη μιας παγκόσμιας καταναλωτικής κουλτούρας, αναπόφευκτα οδηγεί τους φτωχούς και ανέργους του Τρίτου Κόσμου προς τις πλούσιες χώρες της Δύσης. Στη Δύση, από την άλλη μεριά, οι χαμένοι από την παγκοσμιοποίηση βλέπουν τη μαζική είσοδο μεταναστών σαν απειλή της εθνικής τους ταυτότητας, καθώς και σαν κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και κοινωνικών παροχών.

Με δυο λόγια, ο συνδυασμός εντεινόμενων ανισοτήτων, άμβλυνσης της αυτονομίας του κράτους, η ταυτοτική κρίση και η μαζική μετανάστευση δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την άνοδο του λαϊκισμού. Ενός ακροδεξιού αλλά και ενός ακροαριστερού, όπως αυτός του Μελανσόν στη Γαλλία. Και οι δύο λαϊκισμοί στοχεύουν στην κινητοποίηση των χαμένων. Μια κινητοποίηση που μοιάζει πολύ με τις εξελίξεις που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής από τον Μεσοπόλεμο και μετά. Σήμερα, βέβαια, οι συνθήκες που οδηγούν στην άνοδο του λαϊκισμού είναι διαφορετικές. Σήμερα τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν ως απώτερο στόχο την ανατροπή της παγκοσμιοποίησης και την επαναφορά της αυτονομίας του κράτους - έθνους. Και οι δύο αυτοί στόχοι είναι στην τωρινή συγκυρία αδύνατοι. Προφανώς, εκτός από την περίπτωση ενός πυρηνικού πολέμου, η επιστροφή προς τα πίσω, δηλαδή η ιδέα της αποπαγκοσμιοποίησης, είναι ουτοπική. Οσο για την άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους, αυτή είναι εξίσου αδύνατη. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν το κράτος να μπορέσει ξανά να ελέγξει, κυρίως σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, την αγορά και τις κινήσεις των κεφαλαίων σε εθνικό επίπεδο. Η επιστροφή του πολιτικού, δηλαδή ο πολιτικός έλεγχος της αγοράς, όπως αυτός λειτούργησε στην περίοδο της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, δηλαδή σε έναν ευρύτερο σχηματισμό, όπως αυτός της ευρωζώνης. Μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο μπορούν ξανά να επιτευχθούν οι βασικοί σοσιαλδημοκρατικοί στόχοι, δηλαδή:
* πρώτον, η μείωση των εντεινόμενων ανισοτήτων,
* δεύτερον, η κατεύθυνση, μέσω πολιτικών ελέγχων της αγοράς, του παραγόμενου πλούτου προς κοινωνικούς και οικολογικούς στόχους,
* τρίτον, ο παραπέρα εκδημοκρατισμός του πολιτικού συστήματος.

Αναθεωρητισμός και εξελικτισμός. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, κατά τον Bernstein, τον κύριο εκπρόσωπο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, η σοσιαλδημοκρατία χαρακτηρίζεται από δύο βασικές θέσεις: τον αναθεωρητισμό και τον εξελικτισμό. Ο αναθεωρητισμός ασκεί κριτική στο ύστερο έργο του Μαρξ που τονίζει «σιδηρούς νόμους» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, νόμους που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στην κατάρρευσή του (αυτή η θεωρία έχει ξαναζωντανέψει σήμερα, με σημαντικούς διανοητές να προβλέπουν την ερχόμενη κατάρρευση του καπιταλισμού - βλ. W. Streeck, 2016). Οσο για τη δεύτερη θέση της σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, τον εξελικτισμό, εδώ γίνεται κριτική στη βίαιη επαναστατική στρατηγική που ο Λένιν θεωρούσε αναγκαία για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό / κομμουνισμό. Αντίθετα με αυτήν τη θέση, ο Bernstein υποστηρίζει πως μόνο εξελικτικά, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, είναι δυνατόν να φθάσουμε σε μια μετακαπιταλιστική κατάσταση την οποία ονομάζει δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Νομίζω πως οι παραπάνω θέσεις είναι κοινές και στη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά. Με άλλα λόγια, στον βαθμό που τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφασίσουν να ακολουθήσουν τον ευρυζωνικό δρόμο, θα έλεγα πως μετατρέπονται σε ριζοσπαστικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Βέβαια, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφεύγουν τον όρο σοσιαλδημοκρατία. Θεωρούν πως η προσέγγιση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς τον νεοφιλελευθερισμό στο τέλος της δεκαετίας του '80 οδήγησε στον οριστικό θάνατο της «αληθινής» σοσιαλδημοκρατίας. Σήμαινε το πέρασμα στον μπλερισμό / σοσιοφιλελευθερισμό. Αυτού του είδους η κριτική δεν λαμβάνει όμως σοβαρά υπόψη της πως ο λεγόμενος μπλερισμός δεν ήταν προδοσία. Ηταν μια ιστορική αναγκαιότητα. Ηταν ο μόνος τρόπος εκλογικής επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ένα μεταφορντικό πλαίσιο όπου η βιομηχανική εργατική τάξη, η κύρια εκλογική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, συρρικνώθηκε. Και είναι ακριβώς αυτή η επιβίωση που έκανε δυνατή τη μη διάλυση από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των επιτευγμάτων της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας. (Για παράδειγμα, ο Τόνι Μπλερ, ακολουθώντας τον λεγόμενο τρίτο δρόμο, βοήθησε σημαντικά τα λαϊκά στρώματα. Αυτό ξεχάστηκε όταν αποφάσισε να στηρίξει ενεργά την πολιτική του προέδρου Μπους στο Ιράκ - βλ. «Το Βήμα», 10/6/2001). Για αυτόν τον λόγο, η αρνητική σημειολογία του όρου «σοσιαλδημοκρατία» αποκόπτει τη ριζοσπαστική Αριστερά από μια προοδευτική παράδοση που για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού έκανε τις σύγχρονες κοινωνίες στη Βορειοδυτική Ευρώπη πιο ανθρώπινες. Συμπερασματικά, οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής Κεντροαριστεράς, της φιλευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς καθώς και άλλων προοδευτικών δυνάμεων. Δυνάμεων που θα έχουν ως στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη. Καμία από τις παραπάνω δυνάμεις δεν μπορεί από μόνη της να αντισταθεί στον πολιτικό αυταρχισμό του λαϊκισμού και τον αγοροκρατικό αυταρχισμό του νεοφιλελευθερισμού. Μόνο μια «τριπλή» συμμαχία μπορεί, στο πλαίσιο μιας ενωμένης Ευρώπης, να διασώσει και να προωθήσει παραπέρα τις χειραφετικές πλευρές του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

*Δημοσιέυτηκε στα "Νέα" στις 25/5/2018. 

Ομιλία Νίκου Μουζέλη. Σημεία για την προοδευτική πολιτική στην Ελλάδα του 21ου αιώνα

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

1) Οι δύο πιο σημαντικές εξελίξεις στην Ευρωζώνη είναι η άνοδος του λαϊκισμούκαι η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας.

2) ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

- Άμβλυνση αυτονομίας του κράτους-έθνους. Αδυναμία ελέγχου των κινήσεων

των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

- Εντεινόμενες ανισότητες.

- Κρίση εθνικών ταυτοτήτων.

- Μαζικές μεταναστευτικές ροές.

3) ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

- Μείωση ανισοτήτων/Καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο

- Πολιτικός έλεγχος των αγορών.

- Εμβάθυνση της δημοκρατίας

- Εξελικτισμός: Σταδιακή πορεία, μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, για την

επίτευξη μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας (κατά τον Bernstein «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός»).

Οι παραπάνω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν όχι σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.4) ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ είναι η βασική προϋπόθεση από τη μια μεριά για την καταπολέμηση του νεοφιλελευθερισμού και από την άλλη του λαϊκισμού.

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1) Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς την Ευρωζώνη, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής έχουν αμβλυνθεί.

2) Η ιδέα της Φωφής Γεννηματά πως μπορεί μεσοπρόθεσμα το Κίνημα Αλλαγής μόνο του να γίνει ο δεύτερος πόλος του κομματικού συστήματος ή πως δεν θα συνεργαστεί ούτε με την ΝΔ ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ουτοπική.

3) Η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ εξηγείται από το ότι το παλαιοκομματικό κατεστημένο θεωρεί πως με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ χάνονται κεκτημένα που τους ανήκουν δικαιωματικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κινήματος Αλλαγής μπορεί (α) να μετατρέψει το Κίνημα σε σοβαρό πόλο του πολιτικού συστήματος, (β) να αμβλύνει την συγκρουσιακή κουλτούρα που επικρατεί και να μειώσει την πόλωση, και (γ) να ανεβάσει το επίπεδο των στελεχών επ' ωφελεία και των δύο.

Σελίδα 1 από 10