Τρίτη, 24 Οκτώβριος 2017

«Η συνεργασία Κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ είναι κέρδος και για τους δύο»

Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας η υποχώρηση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη;

Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο οι δραματικές επιπτώσεις του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και η μαζική κινητοποίηση της εργατικής τάξης εναντίον του προπολεμικού status quo οδήγησε στη δημιουργία μαζικών συνδικάτων και φιλεργατικών κομμάτων. Έτσι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα εκείνη την εποχή πήραν σε πολλές χώρες την εξουσία. Κατόρθωσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας, να επεκτείνουν αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Στη συνέχεια όμως το πέρασμα από τη φορντική στη μεταφορντική περίοδο συρρίκνωσε την κύρια εκλογική βάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων - δηλαδή τους βιομηχανικούς εργάτες.
Για να επιβιώσουν εκλογικά οι σοσιαλδημοκράτες αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν πολιτικές που τους έφεραν κοντά στις αξίες και πρακτικές της νεοφιλελεύθερης δεξιάς. Μ' αυτή την πολιτική κατόρθωσαν σ' ένα βαθμό να επιστρέψουν στην εξουσία. Στη συνέχεια όμως με το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών και την επακόλουθη παγκόσμια κρίση του 2008 τα πράγματα άλλαξαν προς το χειρότερο. Έτσι, για παράδειγμα, στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές, κυρίως λόγω της συμμαχίας των σοσιαλδημοκρατικών με τους χριστιανοδημοκράτες, το SPD είχε μεγάλες απώλειες.
Τέλος, ένας τρίτος λόγος για την αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα είναι πως με την παγκοσμιοποίηση η κεϋνσιανή θεωρία έπαψε να λειτουργεί αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας τα κράτη-έθνη έχασαν ένα μέρος της αυτονομίας τους. Για παράδειγμα, σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις δεν μπόρεσαν να ελέγχουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι, κάθε σοβαρός έλεγχος της αγοράς οδηγούσε στη φυγή τους σε χώρες όπου η εργασία είναι φτηνή και εργατική νομοθεσία εξαιρετικά καχεκτική.
Με δυο λόγια, οι βασικές αιτίες για την αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν η συρρίκνωση της εργατικής βιομηχανικής τάξης στη μεταφορντική εποχή, η μερική σοσιαλδημοκρατική αποδοχή νεοφιλελεύθερων αξιών και πρακτικών, και η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση που έκανε την υλοποίηση της κεϋνσιανής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο εξαιρετικά δύσκολη.

Στο σύγχρονο περιβάλλον το βασικό αξιακό σύστημα της σοσιαλδημοκρατίας, η πλήρης απασχόληση δείχνει να ξεπερνιέται από τις σύγχρονες εξελίξεις και τις εργασιακές ανατροπές. Με τι μπορεί να αντικατασταθεί;

Αν όχι βραχυπρόθεσμα, σίγουρα μέσο και μακροπρόθεσμα η ανεργία στον ανεπτυγμένο κόσμο θα εντείνεται συνεχώς λόγω των νέων τεχνολογικών εξελίξεων. Στην πρώιμη βιομηχανική περίοδο η καταστροφή θέσεων εργασίας οδήγησε στη δημιουργία νέων θέσεων - κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών. Σήμερα όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Οι ψηφιακές τεχνολογίες και η ρομποτική καταστρέφουν πολύ περισσότερες θέσεις από όσες νέες δημιουργούν. Αυτό σημαίνει πως στο μέλλον ένα σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού δεν θα χρειάζεται πια. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαράγεται με πολύ λιγότερους εργαζόμενους. Πολλοί νομίζουν πως η μόνη προοδευτική λύση είναι να δοθεί ένας βασικός μισθός με ασφαλιστικά δικαιώματα σε όλους - εργαζόμενους και μη εργαζόμενους. Νομίζω πως μια τέτοια λύση είναι ουτοπική. Δεν είναι δυνατή στον καπιταλισμό.
Κατά την γνώμη μου η μόνη εφικτή λύση είναι η δημιουργία ενός τρίτου πόλου μεταξύ αγοράς εργασίας και εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης. Σ' αυτό το χώρο θα εντάσσονται όσοι βρίσκονται εκτός των δύο παραπάνω πόλων. Οι εντός του τρίτου αυτού χώρου θα αμείβονται ικανοποιητικά (μισθός συν ασφαλιστικά και τα άλλα εργατικά δικαιώματα) προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες στις τοπικές κοινωνίες στον χώρο της οικολογίας, της υγείας, της βοήθειας στους υπερήλικες, σε άτομα με ειδικές ανάγκες κτλ. Σε ένα τέτοιο σύστημα δεν θα υπάρχουν άτομα που θα «κάθονται» και θα επιβιώνουν με το σύνηθες ανεπαρκές επίδομα ανεργίας. Όλος ο εργατικός πληθυσμός θα κινείται μεταξύ των τριών πόλων: της αγοράς, της εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης και ενός τρίτου τομέα στον οποίον θα προσφέρουν κυρίως (αλλά όχι μόνο) αναγκαίες υπηρεσίες σ' ένα ραγδαία γηράσκοντα πληθυσμό. Υπηρεσίες που το κοινωνικό κράτος δεν μπορεί πια να προσφέρει ικανοποιητικά.
Μια τέτοια λύση θα απαιτούσε πολλούς πόρους, αλλά θα οδηγούσε σε μια πιο ανθρώπινη κοινωνία μέσα σε ένα καπιταλιστικό σύστημα που είτε μας αρέσει είτε όχι, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη. Επιπλέον θα βοηθούσε σημαντικά την οικονομική ανάπτυξη λόγω της αυξανόμενης ζήτησης αυτών που σήμερα φυτοζωούν και υποφέρουν από τη δυσθυμία και την κατάθλιψη που η ανεργία αναπόφευκτα δημιουργεί.

Στην Ελλάδα τι μπορεί να συμβάλει στην ανασυγκρότηση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου, είναι εχθρός αυτού του χώρου ο ΣΥΡΙΖΑ ή πρέπει να αντιμετωπισθεί ως συμμαχική δύναμη;

Πολύ σύντομα, νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αντιμετωπισθεί από τη σοσιαλδημοκρατική κεντροαριστερά ως συμμαχική δύναμη. Γιατί από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να ακολουθήσει τον ευρωζωνικό δρόμο, τα κοινά σημεία μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς είναι περισσότερα από αυτά μεταξύ της κεντροαριστεράς και της νεοφιλελεύθερης ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πράγματι, και ο ΣΥΡΙΖΑ όπως και η κεντροαριστερά θέλουν να αλλάξει η Ευρώπη κατά έναν προοδευτικό τρόπο. Θέλουν δηλαδή η Ευρωζώνη να ενοποιηθεί όχι μόνο οικονομικά και πολιτικά, αλλά και κοινωνικά. Μάχονται για να μειωθεί το χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου, οι εντεινόμενες ένδο και διακρατικές ανισότητες, καθώς και η κυριαρχία της Γερμανίας στην ΕΕ. Με δυο λόγια, έχουν σαν στόχο τη δημιουργία μιας φεντεραλιστικής Ευρώπης όπου η έμφαση δεν θα είναι μόνο στον οικονομικό ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.
Όσο για την κεντροαριστερά, επειδή εξακολουθεί να δαιμονοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό πως αργά ή γρήγορα θα αναγκαστεί να συνεργαστεί με την ΝΔ. Αν γίνει κάτι τέτοιο θα έχει την ίδια τύχη με τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που σήμερα έχουν καθοδική πορεία.
Συμπέρασμα: Η κεντροαριστερά στη χώρα μας δεν πρέπει να συνεχίσει την δαιμονοποίηση και να στρέφει την πλάτη της στον ΣΥΡΙΖΑ. Μια ουσιαστική συνεργασία θα βοηθούσε και τα δύο κόμματα. Δίνει την ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ να απαλλαγεί από τους ΑΝΕΛ. Δίνει επίσης μια ευκαιρία στην κεντροαριστερά να αποφύγει την καθοδική πορεία της ευρωζωνικής σοσιαλδημοκρατίας.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Σελίδα" στις 7/10/2017.

Φιλελευθερισμός και νεοφιλελευθερισμός

Οι έννοιες και του φιλελευθερισμού και του νεοφιλελευθερισμού, όπως όλοι οι βασικοί όροι στις κοινωνικές επιστήμες, είναι πολυσημικές. Δηλαδή αλλάζουν σημασία ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιούνται.

Φιλελευθερισμός

Ο φιλελευθερισμός ως ιδεολογία και πρακτική αναπτύχθηκε στην εποχή του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Κυρίως στον 19ο αιώνα, στην Ευρώπη αλλά και στη Λατινική Αμερική, παρατηρούμε κινήματα και κόμματα που εναντιώνονται στα αυταρχικά καθεστώτα και στην πολιτική καταπίεση πιο γενικά. Δίνουν έμφαση στην ελευθερία του ατόμου και στην εξάπλωση αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων στα λαϊκά στρώματα. Ως ιδεολογία ο φιλελευθερισμός πήρε και συντηρητικές και προοδευτικές μορφές. Στην πρώτη περίπτωση η ελευθερία του ατόμου δεν πρέπει να περιορίζεται στον πολιτικό χώρο μόνο. Στο πλαίσιο των αγορών, τα δρώντα υποκείμενα πρέπει να λειτουργούν ελεύθερα, πρέπει να απαλλαχθούν από περιορισμούς που το κράτος επιβάλλει.

Για παράδειγμα, στο επίπεδο της θεωρίας ο John Stuart Mill, ένας από τους βασικούς θεωρητικούς του κλασικού φιλελευθερισμού, υποστηρίζει στο πρώιμο έργο του τις ελεύθερες αγορές ως μία από τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ατομικών δικαιωμάτων στους υπόλοιπους θεσμικούς χώρους. Στο ύστερο έργο του όμως αλλάζει γνώμη. Η ελευθερία της αγοράς πρέπει να περιοριστεί από ένα παρεμβατικό κράτος, που είναι ο μόνος τρόπος να αμβλυνθούν οι ανισότητες και οι αδικίες που ο οικονομικός φιλελευθερισμός δημιουργεί. Ετσι, στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, βλέπουμε στη Βρετανία στις αρχές του 20ού αιώνα το κίνημα του «κοινωνικού φιλελευθερισμού» που ακολουθεί τις ύστερες θέσεις του Mills.

Οσο για τον συντηρητικό φιλελευθερισμό, ένα καλό παράδειγμα είναι οι θέσεις του αρχηγού του φιλελεύθερου κόμματος στις πρόσφατες γερμανικές εκλογές. Ο τελευταίος είναι υπέρ της επιβολής μιας πιο αυστηρής λιτότητας και δημοσιονομικής πειθαρχίας έναντι των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου. Δεν τον απασχολεί καθόλου το εντεινόμενο χάσμα μεταξύ της χώρας του που συσσωρεύει έναν τεράστιο όγκο πλεονασμάτων και των συστηματικών ελλειμμάτων των νοτιοευρωπαϊκών οικονομιών. Η λογική του βασίζεται στην ιδέα πως αν υπάρχουν ανισότητες στον χώρο της ευρωζώνης, δεν φταίει η Γερμανία για αυτό, αλλά χώρες όπου ο τρόπος ζωής των πολιτών τους οδηγεί στη χαλαρότητα, στην τάση να ξοδεύει κάποιος περισσότερο από ό,τι κερδίζει και, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, στην τεμπελιά και στην ανευθυνότητα. Επομένως, δεν είναι υποχρεωμένη η χώρα του, με χρήματα του γερμανικού λαού, να βοηθά τους «άσωτους» Νοτιοευρωπαίους.

Στα παραπάνω βλέπουμε τη βασική διαφορά μεταξύ του συντηρητικού και του κοινωνικού φιλελευθερισμού. Αν δεν λάβουμε υπόψη μας αυτή τη διαφορά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε και την πρόσφατη δήλωση του Γιώργου Καμίνη ότι είναι και φιλελεύθερος και αριστερός. Δεν πρόκειται για οξύμωρο σχήμα, αλλά για τον βασικό ορισμό του προοδευτικού, κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Νεοφιλελευθερισμός

Πολλοί απορρίπτουν την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, με το επιχείρημα ότι συχνά δεν τη βρίσκουμε στα επιστημονικά κείμενα των οικονομολόγων. Είναι όμως προφανές ότι σήμερα πρόκειται για μια έννοια που, στον χώρο των κοινωνικών επιστημών αλλά και στον καθημερινό λόγο, χρησιμοποιείται ευρέως, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και παγκοσμίως. Είναι λοιπόν απαραίτητο να διευκρινίσουμε πως αυτός ο όρος χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της σημερινής παγκοσμιοποίησης.

Συχνά συγχέεται η φιλελεύθερη με τη νεοφιλελεύθερη οικονομία. Αυτό είναι παραπλανητικό. Για παράδειγμα, η φιλελεύθερη οικονομία στον 19ο αιώνα ήταν προφανώς διαφορετική από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία του 21ου αιώνα. Μια κύρια διαφορά είναι πως η προηγούμενη παγκοσμιοποίηση (1860-1914) ήταν πολύ πιο περιορισμένη. Οι επιχειρήσεις με παγκόσμια εμβέλεια δεν μπορούσαν να διεισδύσουν στην περιφέρεια των εθνικών αγορών στον βαθμό που οι πολυεθνικές το πετυχαίνουν σήμερα. Αν σκεφτεί κανείς πως μια επιχείρηση όπως η Siemens έχει υποκαταστήματα σε όλες σχεδόν τις πόλεις του πλανήτη, αντιλαμβάνεται τον βαθμό διείσδυσης του πολυεθνικού κεφαλαίου σήμερα. Κάτι παρόμοιο, για τεχνικούς και άλλους λόγους, ήταν αδύνατον να επιτευχθεί στον 19ο αιώνα. Είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που το κράτος-έθνος, μετά το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1980 και μετά, έχασε ένα μέρος της αυτονομίας του - κυρίως τη δυνατότητά του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

Βέβαια, εδώ πρέπει να τονιστεί πως η σημερινή, σε σχέση με την προηγούμενη, παγκοσμιοποίηση δεν έχει μόνο επιπτώσεις (π.χ. ανισότητες, οικολογική καταστροφή κ.τ.λ.), αλλά και θετικές συνέπειες. Οπως τονίζουν οι υποστηρικτές της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης οικονομίας, το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών έχει οδηγήσει, κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες, στη θεαματική μείωση της απόλυτης φτώχειας. Αυτό το πρωτοφανές επίτευγμα οδήγησε πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους σε μια κατάσταση όπου μια κακή σοδειά ή μια οικονομική κρίση δεν οδηγεί πια σε πλήρη εξαθλίωση ή στον θάνατο.

Από την άλλη μεριά, κυρίως η Αριστερά βλέπει μόνο τα αρνητικά χαρακτηριστικά του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Αγνοεί πώς είναι το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 1990 που οδήγησε εν μέρει στη μείωση της απόλυτης φτώχειας. Υποστηρίζει ότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός γενικά μοιάζει με μια αμαξοστοιχία που δεν έχει φρένα - αφού ο πολιτικός έλεγχος που υπήρχε στη «χρυσή εποχή» της Σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975) δεν υπάρχει σήμερα. Σύμφωνα με την Αριστερά, όσο ζούμε σε μια εποχή όπου δεν υπάρχουν παγκόσμιοι πολιτικοί μηχανισμοί που να ελέγχουν αποτελεσματικά τον κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό-καζίνο, ο κόσμος οδηγείται σε ένα απερίγραπτο χάος, σε μια συνεχή αβεβαιότητα.

Συμπέρασμα

Για να αποφύγει κανείς τη σύγχυση που και η έννοια του φιλελευθερισμού και αυτή του νεοφιλελευθερισμού δημιουργούν στον δημόσιο χώρο, χρειάζεται να τις εντάξει στο θεωρητικό και ιστορικό πλαίσιο στο οποίο λειτουργούν. Ο φιλελευθερισμός από τον 19ο αιώνα ως σήμερα έχει πάρει και τη μορφή που προτείνει τη μη επέμβαση του κράτους στις αγορές, αλλά και τη μορφή ενός παρεμβατικού κράτους που προσπαθεί να ελέγξει τον άναρχο καπιταλισμό. Αρα για να αποφευχθεί ο αποπροσανατολισμός πρέπει πάντα να διακρίνει κανείς τον οικονομικό από τον κοινωνικό φιλελευθερισμό. Οσο για την έννοια του νεοφιλελευθερισμού, το πρόθεμα νεο βασίζεται στις ποιοτικές διαφορές μεταξύ της προηγούμενης (1860-1914) και της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Οταν οι παραπάνω διακρίσεις αγνοούνται, έχουμε «ταμπέλες» που αποπροσανατολίζουν.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 8/10/2017.

Κεντροαριστερά και ανεργία

Το έθνος-κράτος, λόγω της παγκοσμιοποίησης, έχασε τη δυνατότητα ελέγχου των αγορών. Πώς μπορεί να ανακτηθεί ο πολιτικός έλεγχος;

Το έθνος κράτος έχει όντως χάσει τον έλεγχο των αγορών. Πιο συγκεκριμένα, αδυνατεί να ελέγξει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να τους επιβάλλουν σοβαρούς περιορισμούς, κατευθύνονται σε χώρες όπου η εργασία είναι φθηνή, τα συνδικάτα αδύνατα και η εργατική νομοθεσία σχεδόν ανεπαρκής. Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση άλλαξε την ισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Ισορροπία δύναμης που επιτεύχθηκε πριν από το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του 80. Στη λεγόμενη «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975) παρατηρούμε στην Δυτική Ευρώπη τη διάχυση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Σε αυτή την περίοδο το κράτος δικαίου, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος απέκτησαν γερές βάσεις. Στη συνέχεια, το κράτος χάνει την αυτονομία του, οι ανισότητες εκτινάσσονται, το κοινωνικό κράτος σταδιακά συρρικνώνεται ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού περιθωριοποιείται.
Η επιστροφή σοβαρών ελέγχων δεν είναι πια εφικτή σε εθνικό, αλλά μόνο σε μεταεθνικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, που έχει μια μακρά ιστορία κοινωνικών επιτευγμάτων, θα μπορούσε να επαναφέρει έναν σχετικό πολιτικό έλεγχο - αν βέβαια προχωρήσει γρήγορα σε μια πολιτική και κοινωνική ενοποίηση σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Αυτό είναι δύσκολο και λόγω της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης και λόγω του ότι το παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο απαιτεί οι ευρωπαϊκές οικονομίες να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Παρόλ' αυτά μια ενωμένη Ευρώπη θα έχει μια σχετική αυτονομία που ένα ευρωπαϊκό έθνος-κράτος (κυρίως στην περιφέρεια της Ευρωζώνης) δεν μπορεί να έχει. Μια ενωμένη Ευρώπη μπορεί να καταστεί ένας σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική αρένα. Σ' αυτή την περίπτωση, μπορεί να αμβλύνει σημαντικά την τωρινή ασυδοσία του πολυεθνικού (κυρίως χρηματοπιστωτικού) κεφαλαίου.

Η ανεργία είναι το «νούμερο ένα» πρόβλημα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Μπορεί να αντιμετωπισθεί με τις κλασικές επιδοματικές πολιτικές;

Η ανεργία είναι όντως το κύριο πρόβλημα όχι μόνο των δυτικών κοινωνιών αλλά, μετά την πτώση του σοβιετικού συστήματος, όλων των χωρών στην καπιταλιστική περιφέρεια και ημι-περιφέρεια. Μια ομάδα ερευνητών υποστηρίζει πως στο μέλλον η ανεργία θα μειωθεί σημαντικά λόγω της πρωτοφανούς εξέλιξης της πληροφορικής και των τεχνολογιών επικοινωνίας. Άλλοι ερευνητές είναι απαισιόδοξοι. Θεωρούν πως οι νέες τεχνολογίες, αντίθετα με αυτό που συνέβη στη φορντικού τύπου εκβιομηχάνιση, καταστρέφουν περισσότερες θέσεις εργασίας από τις νέες που δημιουργούν. Αυτό σημαίνει πως όλο και περισσότερο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς να έχει την ανάγκη ενός μέρους του ενεργού πληθυσμού. Από αυτή την σκοπιά ούτε η παραπέρα ανάπτυξη, ούτε η καλύτερη εκπαίδευση/κατάρτιση, ούτε βέβαια οι κλασσικές επιδοματικές πολιτικές δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Όσο για την ιδέα κάποιων διανοητών για την παροχή ενός βασικού μισθού σε όλους, εργαζόμενους και μη, πρόκειται περί φαντασίωσης.
Κατά την γνώμη μου, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες, το πρόβλημα θα μπορούσε εν μέρει να λυθεί με την κινητοποίηση όλου του εργατικού δυναμικού σε τρεις αλληλοσυνδεόμενους πόλους. Σ' αυτόν της συμβατικής εργασίας, σ' αυτόν της εκπαίδευσης/μετεκπαίδευσης και σ' έναν τρίτο πόλο όπου όλοι που βρίσκονται εκτός των δύο πρώτων (αγοράς και εκπαίδευσης) θα προσφέρουν υπηρεσίες που όλο και περισσότερο το κράτος αδυνατεί να προσφέρει: ποιοτικές υπηρεσίες στον γηράσκοντα πληθυσμό, στην στήριξη αυτών που η παγκοσμιοποίηση περιθωριοποιεί, στους πρόσφυγες και μετανάστες που οι παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές δημιουργούν, στην ενίσχυση της αειφορίας κτλ.
Βέβαια, μια τέτοια λύση θα ήταν δαπανηρή, κυρίως αν αυτοί που κινητοποιούνται στην τρίτο πόλο διατηρούν τα ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα που είχαν όταν βρίσκονταν στην επίσημη αγορά εργασίας. Αλλά είναι εφικτή αν λάβει κανείς υπόψη του πως τα επιδόματα ανεργίας θα καταργηθούν, η οικονομία θα έχει περισσότερους καλά αμειβομένους εργαζόμενους, άρα και καταναλωτές που θα εντείνουν τη ζήτηση και την ανάπτυξη Επιπλέον, η κοινωνία θα πάψει να έχει μια στρατιά κυρίως νέων που επιβιώνουν με δυσκολία και διακατέχονται από συναισθήματα ματαίωσης και απαξίωσης. Συμπερασματικά, το πρόβλημα της ανεργίας δεν πρόκειται να λυθεί αυτόματα μέσω της τεχνολογικής προόδου. Απαιτούνται καλά σχεδιασμένες, ριζικές θεσμικές αλλαγές.

Αναφέρεστε στην ανάγκη σύγκλισης πανευρωπαϊκά των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά. Στην Ελλάδα πώς βλέπετε αυτό να δρομολογείται; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη να ανταποκριθούν σε αυτό το ρόλο;

Είναι δύσκολο αλλά εφικτό. Αυτή την στιγμή η δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής αριστεράς και η ελπίδα της Φώφης Γεννηματά πως μια ενοποίηση του κεντροαριστερού χώρου μπορεί να τον καταστήσει τον δεύτερο πόλο του κομματικού συστήματος, κάνουν μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Δημοκρατική Συμπαράταξη δύσκολη. Αλλά αυτή η ελπίδα της κ. Γεννηματά δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, κυρίως γιατί η αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας δεν οφείλεται μόνο στον κατακερματισμό του μεσαίου χώρου. Οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην προηγούμενη συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΝΔ.
Κατά την γνώμη μου, το διπολικό σύστημα ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ θα επιβιώσει στις επόμενες εκλογές. Άρα η κεντροαριστερά θα πρέπει να επιλέξει είτε τη συνεργασία με τον Αλέξη Τσίπρα, είτε με τον νεοφιλελεύθερο Κυριάκο Μητσοτάκη. Στη δεύτερη περίπτωση, υπάρχει πιθανότητα η ελληνική σοσιαλδημοκρατία/κεντροαριστερά να έχει την τύχη πολλών ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αποδυναμώθηκαν λόγω ακριβώς της σύγκλισής τους με κόμματα που έχουν νεοφιλελεύθερες αξίες και πρακτικές. Από την άλλη μεριά, μια προσέγγιση κεντροαριστεράς-ριζοσπαστικής αριστεράς ευνοεί και τις δυο παρατάξεις. Η κεντροαριστερά θα αποφύγει την πιθανή αποδυνάμωση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει την ευκαιρία να απαγκιστρωθεί από τους ιδεολογικά μη συμβατούς Ανεξάρτητους Έλληνες.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Σελίδα" στις 23/7/2017.

The Greek Crisis and its impact on political identities

My paper consists of three parts. In the first, I focus on some basic sociostructural features which led to the Greek crisis. In the second, I look at the impact of the crisis on the level of collective discourses and identities. Finally, in the last, I focus on a very specific cleavage between the Greek Centre-Left and the radical Left, and the impact this cleavage had on identity change.

A. Concerning part one, my argument is that in order to understand the present, extremely difficult situation in our country, one should focus on the Eurozone's structural weaknesses as they articulate with the Greek ones. It is precisely this specific articulation which can explain why Greece is exceptional - exceptional in the sense that our country suffered more from the global crisis than any other Eurozone country.
Starting from the Eurozone, there are 3 major structural weaknesses which explain the present precarious situation of the overall European project.
First, the Eurozone comprises two groups of countries. Those of the North (north-west) which are more developed and competitive globally, and those which are less so (mainly, but not only, Portugal, Spain and Greece). Given that they have to operate within the space of a single currency, there is a systemic transfer of resources from the South to the North: the North accumulates huge surpluses coming, at least partly, from the less competitive South. This "unequal exchange" cannot be reversed by the aid that the developed members give to the less developed. To stop the haemorrhage one needs more radical redistributive mechanisms, the sort of aid that the USA provided to Europe in the early post-war period.
This became more obvious with the advent of the present world crisis, when the gap between South and North became more visible. For instead of the supposed convergence between the more and less developed parts of the Eurozone, we have observed the opposite: i.e. a growing divergence.
A second deficiency related to the first is that, given the single currency and the creation of a single European market, it is not possible for the system to work without strong political European institutions controlling market tendencies which unavoidably create huge inequalities both between countries and within each country.
However, despite the above obvious tendencies, instead of the political deepening of the Union, the European leadership chose the opposite: its extension, for commercial and geopolitical reasons, to the East. It is only now that it has become obvious that trade unification requires rapid political unification - if the Eurozone is going to survive and flourish.
The third less structural more conjectural fault line was that unlike the US government which followed a Keynesian line (as in the 1929 global crisis), Germany, the dominant and dominating force of the Eurozone, chose an austerity policy which led, particularly in Greece, to the deepening of the recession, to a phenomenal increase of inequalities, to massive unemployment and to the marginalisation/pauperisation of a large part of the population. Overall, Greece is today at the top of the Eurozone list concerning the size of its public debt, inequalities, unemployment and the weakening of trade union rights. The question is why this is so, why other countries, particularly Portugal and Spain, managed to handle their debt crisis without the severe penalties and restrictions imposed on Greece by the Troika?
The answer is difficult but in a few words, I would argue that the Eurozone structural weaknesses were combined with equally grave indigenous, Greek ones.
The most obvious is that Greece, unlike Portugal and Spain, before the creation of the Greek nation state at the beginning of the 19th century, was an impoverished province of the Ottoman Empire. The government of the Empire was usually excessively corrupt, despotic and arbitrary. It was the type of regime that Weber has called sultanistic.
Given the above, it is not surprising that the 19th century Greek state, despite the fact that it introduced very early western democratic institutions, was deeply clientelistic and despotic. In fact, Greek clientelism went through 3 phases of development:
- In the 19th century, clientelism had an oligarchic character. It took the form of a number of powerful families (the so-called "tzakia") which controlled extensive clientelistic networks organised by local potentates.
- During the post-oligarchic phase, particularly during in the inter-war period, when the middle classes entered the political arena, we pass from the decentralised oligarchic to a more centralised form of clientelism.
- Finally, with the creation of mass-parties in 70's, clientelism was not peripheralised but, on the contrary, it took a highly centralised bureaucratic form as the powerful political leaderships at the top managed to control clientelistically more effectively those below.
Of course, one can argue that as far as clientelism is concerned, the Portuguese and Spanish states were, and still are, also clienteleistic. But their clientelism is to some extent checked by other institutional spheres which attenuated clientelism's negative effects.
In order to understand the qualitative difference between Greek and Iberian clientelism, I will mention two examples. First example, in the post-junta period we observe the emergence of the first mass parties in Greece: those of PASOK, a Centre-Left party and of New Democracy, a conservative party. But party massification did not lead to clientelism's decline. On the contrary, as the party mechanisms penetrated the periphery, we see the massification of corruption and the strengthening of clientelistic networks. Given this context, PASOK (as the first non-communist mass party) managed to govern the country for many years, and to provide generously public administration jobs to its clients. Not only that, but the PASOK charismatic prime minister, Andreas Papandreou, misused European resources which were supposed to modernise Greek agriculture. In order to get rural support, he distributed generously European funds to farmers, funds which were used less for the development of agriculture and more for conspicuous consumption: from expensive cars in the countryside to the purchase of flats in Athens.
Another, even more shocking example of mass clientelism occurred later, when New Democracy gained power, the party leadership proclaimed that its major goal was the "Reconstitution of the Greek State". However, reconstitution of the state did not mean rationalisation, but massive recruitment to all public administration levels of New Democracy's clients. It was precisely this extraordinary policy of the conservative government which almost doubled the public debt - rendering it unmanageable.
To conclude, it was the articulation between Eurozone and Greek deficiencies which explain Greek exceptionalism. That is to say why Greece, unlike other countries of the South, is still under Troika's supervision.
At present, explaining the impasse, the Left focuses more on the deficiencies of the Eurozone, whereas the conservatives emphasize more aspects of the indigenous underdevelopment. However, I think it is only by focusing on the articulation between European and Greek structural weaknesses that one can provide a convincing explanation of the Greek crisis.
The negative/dysfunctional articulation creates a social space within which a wrong policy from the Troika generates equally wrong policies from the Greek government and vice-versa. In other terms, there is a constant negative dialectic between the strategies of the two sides, strategies based on their respective structural weaknesses.

B. I move now to the second part of my talk which focuses on how the articulation between Greek and Eurozone structural deficits had an impact on related to the crisis identities. Needless to say, the Greek crisis changed identities in several institutional spheres. For instance, in the family, young people had to return and live with their parents, a development which changed the familial power structures. In local communities and neighbourhoods support networks were strengthened, whereas in civil society we see a multiplication of solidarity oriented individuals and NGOs.
In this paper, however, I will only focus on the macro-political sphere. On this level, in ideal typical terms, the more conservative "modernizers", i.e. the economically and socially more successful, explain the deep crisis as being mainly the fault of Greeks. They agree with our major European partners who argue that the main cause of the Greek exceptionalism is due to the country's sociocultural backwardness: to the extensive clientelism, the anti-developmental character the state, the corruption of most politicians etc.
On the other hand, those who lost from the neoliberal globalisation and from Merkel's austerity policies put, almost entirely, the fault to the foreigners, the Troika and the banks. Here, the more sophisticated argument is that the German government ignores that pouring cold water on a frozen economy leads to further recession. As to the IMF, in addition to its gross miscalculations about the Greek debt, in a completely short-sighted manner, it followed and continues to follow a set of neoliberal formulas (i.e. the Holly Book of the famous "Washington Consensus"), failing to contextualise, failing to take into account the specific features of the country.
Moreover, both the Eurozone and the IMF demand reforms to be implemented in the here and now. They demand a "shock therapy" which does not take into account the country's institutions and its particularistic traditions, traditions which cannot change from one day to the next.
Moving now to the level of representations, there are three broad collective discourses: the "modernist", the "centre-periphery" and the "ethno-populist" one. The bearers of the first consider themselves heirs of the European Enlightenment. They regret that at present Greece is at the bottom of the scale as far as unemployment, public debt, productivity and other factors are concerned. This dark picture offends the modernisers' sensibilities. It offends, bruises the image of themselves and therefore they are often ashamed of the negative image that Europeans have of Greeks as lazy, irresponsible etc.
As to the strategy for dealing with their bruised identity, it consists of trying gradually to "reach the West" - via a type of modernisation which resembles the neo-evolutionist theories in the sociology of development during the 50's and 60's: i.e. the belief in the gradual ascent to full modernity of less developed countries via the diffusion of western values and technologies. A diffusion which is supposed to take place in a space where power relations between strong and weak states are irrelevant or do not exist.
As far as the second "centre-periphery" discourse is concerned, here the neo-marxist theories of development-underdevelopment are relevant since they focus on the ways used by the capitalist centre to exploit and dominate the periphery. Now, on the level of collective representations, this leads to the idea of a victimised self, a result generated by the Brussels' bureaucracy, foreign bankers and their Greek representatives. Here the strategy for self restoration is various types of protest: from strikes to mass mobilisations of the Podemos and the Syntagma Square type.
Finally, in addition to the modernist and centre-periphery discourses, one should mention a third: the "ethno-populist" one. This has as its main basis ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ (The Golden Dawn) whose rapid ascent is directly linked to the crisis. The Golden Dawn is a neo-nazi party coming very close to the German prototype - both in terms of its organisation and its ideology. In terms of the former it is characterised by a monolithic authority structure entailing: absolute loyalty to the leader, military training, the Hitler salute etc. Ideologically it is violently racist and xenophobic. It is hostile to immigrants, foreigners, gypsies, Jews and all other "inferior" groups or races which pollute the glorious Greek culture. A culture which has direct linkages, not only linguistically but also biologically, with our ancient Greek ancestors.
According to the Golden Dawn, and particularly to its leaders and active followers, it is globalisation and European unification which undermine the autonomy of the national state and culture. In fact, anti-globalisation and anti-Europeanism are the central elements of members' representations. European usurers, Brussels' bureaucratic mechanisms and transnational corporations penetrate and enslave the Greek people, while cosmopolitan elites and the global mass media undermine the unique Greek cultural traditions.
On the level of identities, such a state of affairs undermines "Greekness", it transforms people from true Greeks to westernised puppets. As to the strategy for restoring the true Greek identity, our "true self", this entails a constant struggle against the deep penetration of forces undermining the national state, our own cultural heritage and the well being of Greek people.
Now, comparing the three political discourses, the modernist accepts entirely the Eurozone status quo, the centre-periphery rejects it but fights for its transformation, whereas the "ethno-populist" one opts for a total rejection and a return to the past.

C. Finally, in the last part of my talk I will, very briefly, focus on some aspects of the centre-periphery discourse, which show characteristics not to be found in other Eurozone polities. This is a deep cleavage, a solid wall between the Centre-Left and SYRIZA, the ruling radical Left party. As is well known, Eurozone radical Left leaderships usually originate from communist, Trotskyite and other anti-systemic movements or parties. However, these features changed when, during the crisis, radical Left parties became major players in the political arena, e.g. like the PODEMOS in Spain and the Left Bloc in Portugal. This was also the case with SYRIZA, the first radical Left Eurozone party to win governmental power.
In fact, after a brief period of internal conflicts between the leadership and an extreme Left fraction which finally left SYRIZA, the party under Tsipras' leadership, being ignorant of the way the Eurozone functioned, as well as of the balance of power between Greece and her partners, made a series of wrong moves. Alexis Tsipras thought that SYRIZA, rather than Eurozone elite, could set the basic mode f the negotiation. He also announced a number of populist measures which were impossible to implement. After several wrong moves, the Prime Minister realised the limits of SYRIZA's power. He also realised that Grexit was a serious possibility which, if it happened, would be catastrophic for Greece. After a long procrastination, he decided to (rightly or wrongly) that Grexit must be avoided and, in fact, Grexit was avoided. But as a result, the Prime Minister had to accept an extremely punishing memorandum. Needles to say the implementation of the memorandum's requirements hit hard not only the popular but also the middle classes. As a result, SYRIZA lost some of its popularity, but managed to retain governmental power with the help of ANEL, a right-wing, over-patriotic party.
Given the above, not only the conservative New Democracy party, but also, in a much more aggressive manner, the Centre-Left demonized SYRIZA. It demonized, however, a SYRIZA which existed before Tsipras decided to avoid Grexit and follow the European road. It demonised and continue to do so to a SYRIZA which does not exist anymore, an imagined SYRIZA which is supposed to be fanatically anti-European and undemocratic. A SYRIZA whose aim is to transform the Greek polity into a Maduro, Putin or Erdogan type of authoritarian regime. In that sense, for the majority of the social-democratic Centre-Left leaders and followers, SYRIZA is a caste like, "untouchable" organization. As a result, the mutual hostility between the two sides has led to a SYRIZA/anti-SYRIZA split, not only within Parliament, but also within universities, intellectual circles - even within families and groups of friends.
I think that the resulting fixity of such conflicting political identities between SYRIZA and the Centre-Left, if it continues, will sooner or later push the social-democratic Centre-Left towards the neoliberal Right. This might happen because, whoever wins the next elections, contrary to what the Centre-Left hopes, the result will be a polarised New Democracy-SYRIZA system with a weak centre, very similar to the previous polarization between New Democracy and PASOK. If the SYRIZA demonization and the permanence of the mutual hostile identities continue, the Centre-Left, sooner or later, will have to collaborate with New Democracy, a party whose present leader Kyriakos Mitsotakis has a clear neoliberal orientation.
If this happens, the Centre-Left will shrink rather than grow. I think that it will follow the road of other Eurozone social-democratic parties whose choice of neoliberal practices in the past led them to their present decline. In other terms, the difficulty of Greek Centre-Left to become a serious political force, is not only due to its continuing fragmentation, but also to the turning its back to SYRIZA - despite the fact that not the old but the present SYRIZA has more common elements with the Centre-Left than with the neoliberal Right. In fact, today both Social-Democracy and the pro-Eurozone radical Left parties do not want to destroy the EU, they rahter want to change it in a non violent, democratic manner. Their goal is the passage from the present Eurozone neoliberal capitalism to a more humane social-democratic one.
Of course SYRIZA, like other radical Left parties, (for reasons I cannot explain here) reject the social-democratic label, they see themselves between social-democratic parties and those anti-systemic ones. But what I want to stress here is that today, not the imagined but the present SYRIZA has several common goals with the social-democratic Centre-Left. They both realise, contrary to the far Left, that the collapse of capitalism is not around the corner, and that within the limits it sets, progressive forces should fight neo-liberalism and aim at a second humanization of capitalism, like the one achieved on the early post-war years by social-democratic parties. They realise of course that this time the "return of the political", mainly through a serious control of the financial markets, cannot happen on the level of the nation state, but on a meta-national level. On the level, for instance, of the Eurozone - provided that the Eurozone achieves political and social unification, i.e. that it becomes a federal community based not only on competition but also on solidarity. If this happens, Europe will become a serious global player, capable to contribute effectively to the construction of a more humane, global social order.
For the followers of Bernstein, the father of social-democratic theory, a further development of social-democratic capitalism is a precondition for moving to a post-capitalist, democratic socialism. Perhaps the above sounds utopian, but it might be a realistic utopia.
To conclude, I have argued that the Greek crisis can be to some extent explained by an articulation between the Eurozone's basic structural deficiencies (i.e. its shaky architecture, its extension to the East before political deepening and its neoliberal orientations) and those of a post-Ottoman Greek state with a profoundly rooted clientelism without the countervailing powers of a strong civil society. In part two, I have identified, in an ideal typical manner, 3 basic political discourses and their impacts on identity formation. In a final part, I discussed briefly a strong dividing line between the Greek social-democratic Centre-Left and the radical Left. A dividing line which has a serious impact on the formation and change of Greek political identities.

*Paper presented at the European Sociological Association Conference (30/8/2017).

Αριστερά - Δεξιά ή κλειστό - ανοιχτό σύστημα

Πολλοί πιστεύουν πως η διάκριση αριστερά - δεξιά έχει ξεπεραστεί. Οτι για να καταλάβουμε τον κόσμο σήμερα, για να αναλύσουμε τις αντινομίες και τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, ο διαχωρισμός μεταξύ κλειστών και ανοιχτών συστημάτων είναι πολύ πιο χρήσιμος. Η χρησιμότητα της δεύτερης διάκρισης όμως, κυρίως μετά το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στη δεκαετία του '80, δεν σημαίνει πως η πρώτη διάκριση έχει ξεπεραστεί. Το πρόβλημα δεν είναι να διαλέξουμε τη μία από τις δύο διακρίσεις. Το πρόβλημα είναι να δούμε πώς συνδέεται η μία με την άλλη.

Αριστερά και ισότητα

Παρ' όλο που η διάκριση αριστερά - δεξιά αλλάζει νόημα ανάλογα με το πλαίσιο στο οποίο χρησιμοποιείται, βασίζεται κυρίως στην ιδέα της κοινωνικής ισότητας - ανισότητας. [Μπόμπιο, Ν. (2013]. Δεξιά και Αριστερά. Αθήνα: Πόλις). Αυτή την ιδέα μπορούμε να τη συνδέσουμε με τον τρόπο κατανομής δικαιωμάτων: αστικών, πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών. Η αριστερή πολιτική στοχεύει στη διάχυση των παραπάνω δικαιωμάτων από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Για παράδειγμα, όπως έδειξε ο Τ. Η. Marshal στο πλαίσιο της Μεγάλης Βρετανίας, η κατάκτηση του δικαιώματος δημιουργίας συνδικάτων οδήγησε σε μαζικές εργατικές οργανώσεις. Στη συνέχεια παρατηρούμε τη διεύρυνση του αριθμού αυτών που απέκτησαν το δικαίωμα της ψήφου, δηλαδή αυτών που εντάχθηκαν στην ενεργό πολιτική αρένα.

Η μαζική ένταξη των εργατών οδήγησε σε σοσιαλδημοκρατικού τύπου κόμματα (όχι μόνο στη Μ. Βρετανία, αλλά πιο γενικά στην Ευρώπη), κόμματα που ενίσχυσαν τα κοινωνικά δικαιώματα των λαϊκών τάξεων. Αυτή η μακρά διαδικασία είχε ως κύριο εμπόδιο συντηρητικές/δεξιές δυνάμεις που αντιστάθηκαν στη σταδιακή αποδυνάμωση του ολιγαρχικού status quo.

Το σημερινό πλαίσιο

Οσο για το σημερινό πλαίσιο, η Αριστερά εναντιώνεται στην κυριαρχία του χρηματιστικού καπιταλισμού που οδηγεί σε πρωτοφανή συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου σε μια μικρή μερίδα του πληθυσμού, η οποία όχι μόνο εντείνει τις ανισότητες, αλλά συγχρόνως οδηγεί τα κεφάλαια σε λιγότερο παραγωγικές επενδύσεις. Αυτού του είδους η ανάλυση δεν μπορεί να γίνει χωρίς τη χρήση της διάκρισης Αριστερά - Δεξιά. Δεν μπορεί να αντικατασταθεί από αυτή της διάκρισης ανοιχτό - κλειστό σύστημα. Για τον πολύ απλό λόγο πως υπάρχουν ανοιχτά συστήματα που οδηγούν σε τεράστιες ανισότητες και εξίσου ανοιχτές οικονομίες με πιο ίση κατανομή του πλούτου (π.χ. σκανδιναβικές χώρες).
Περνώ, τέλος, στους δύο μεγάλους παίκτες του παγκόσμιου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ και την Κίνα. Στις ΗΠΑ παρατηρούμε, με την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, μια εκτόξευση των ανισοτήτων - κυρίως λόγω της μείωσης της φορολογίας των επιχειρήσεων. Αυτό κατά τη συντηρητική Δεξιά υποτίθεται πως θα δημιουργήσει περισσότερο πλούτο.

Πλούτο που αργά ή γρήγορα θα διαχυθεί προς τα κάτω (the trickle down effect). Αυτό όμως δεν συμβαίνει πάντα, αφού η φτωχοποίηση ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού, καθώς και η σημαντική μείωση των κοινωνικών δικαιωμάτων μέσω του μερικού ξηλώματος του Obama Care είναι σαφείς ενδείξεις της μη διάχυσης του πλούτου προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Οσο για τη διάσταση ανοιχτό - κλειστό, η πολιτική του Τραμπ μείωσε σημαντικά τον ανοιχτό χαρακτήρα της αμερικανικής οικονομίας. Με την έμφαση που δίνει ο αμερικανός πρόεδρος στις διμερείς συμφωνίες, την εναντίωσή του στο άνοιγμα του διατλαντικού εμπορίου (ΤΤΙΡ) και με την πρόθεσή του να επιβάλει δασμούς στις κινεζικές εξαγωγές, παρατηρούμε ένα σταδιακό πέρασμα από ένα ανοιχτό σε ένα ημίκλειστο οικονομικό σύστημα. Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως για να αναλύσουμε την αμερικανική οικονομία και κοινωνία πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας και τη διάκριση Αριστερά - Δεξιά (εντεινόμενες ανισότητες) και αυτή του ανοιχτού - κλειστού (προστατευτισμός).

Και δύο λόγια για την Κίνα. Σε ό,τι αφορά το εξωτερικό εμπόριο, η τεράστια αυτή χώρα εντάσσεται ραγδαία στον παγκόσμιο οικονομικό χώρο. Ελέγχει βέβαια σε κάποιον βαθμό τις πολυεθνικές κινεζικές επιχειρήσεις. Επίσης, βάζει πιο αυστηρούς όρους στη λειτουργία στο ξένο επενδυτικό κεφάλαιο. Παρ' όλα αυτά, κοιτώντας την οικονομία στο σύνολό της, αυτή έχει όλο και περισσότερο έναν ανοιχτό προσανατολισμό. Οσο για τον χώρο των ανισοτήτων, εδώ παρατηρούμε σημαντικές διαφορές από τις ΗΠΑ. Κυρίως στον αστικό χώρο, οι ανισότητες εντείνονται και οι κινέζοι πολυεκατομμυριούχοι πολλαπλασιάζονται. Από την άλλη μεριά, η απόλυτη φτώχεια, κυρίως στον αγροτικό χώρο, μειώνεται με πρωτοφανείς ρυθμούς. Ετσι, πάνω από πεντακόσια εκατομμύρια άνθρωποι έχουν ξεπεράσει την κατάσταση της απόλυτης εξαθλίωσης. Για πρώτη φορά στη μακρά ιστορία της χώρας, σε περιόδους κακής σοδειάς, οι αγρότες δεν πεθαίνουν από την πείνα. Αρα στην κινεζική περίπτωση έχουμε εντεινόμενες ανισότητες αλλά στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας η απόλυτη φτώχεια μειώνεται εντυπωσιακά.

Συμπέρασμα

Οι δύο διακρίσεις αριστερά - δεξιά και ανοιχτό - κλειστό αλληλοσυμπληρώνονται. Δεν υπάρχει «υπέρβαση» της πρώτης από τη δεύτερη. Η λεγόμενη υπέρβαση είναι αποτέλεσμα μόδας και όχι ουσίας. Δεν είναι δυνατόν να αναλύσουμε σήμερα έναν κοινωνικό σχηματισμό χωρίς να λάβουμε υπόψη μας και τις δύο διαστάσεις του. Είτε μας ενδιαφέρουν οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί, η αναδιανομή ή μη του πλούτου, της πολιτικής δύναμης και της πολιτισμικής επιρροής, είτε ο απομονωτισμός και ο προστατευτισμός, και στις δύο περιπτώσεις ο πολύπλοκος τρόπος άρθρωσης και των δύο παραπάνω διαστάσεων είναι απόλυτα αναγκαίος.

Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 20/8/2017.

Βραβείο "Nicos Mouzelis Prize"

 Nicos Mouzelis Prize

Ο δεκάλογος της σοσιαλδημοκρατίας

Οι δέκα προτάσεις του άρθρου στοχεύουν να προσδιορίσουν τα όρια και τις δυνατότητες της σοσιαλδημοκρατίας στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης.

(1) Ο καπιταλισμός, παρόλο που σαν κυρίαρχο σύστημα ελέγχου των μέσων παραγωγής δεν θα επιβιώσει για πάντα, θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα. Κάθε προσπάθειες υπέρβασής του εδώ και τώρα, δηλαδή με βίαιο/επαναστατικό τρόπο, οδηγούν στην αποτυχία. Αποτυγχάνουν γιατί σήμερα οι αντικειμενικές συνθήκες για την υπέρβαση του καπιταλισμού δεν υπάρχουν. Τα συνδικάτα έχουν πάρει την κατιούσα, τα κοινωνικά κινήματα δεν έχουν μόνιμη δυναμική ενώ οι κύριες υπερδυνάμεις που καθορίζουν τις τύχες του κόσμου (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία) είναι καπιταλιστικές. Μετά από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης καμιά από τις τρεις δεν αντιμετωπίζει σοβαρό κίνδυνο από τα κάτω.

(2) Μέχρι στιγμής η πιο πετυχημένη προσπάθεια εξανθρωπισμού του καπιταλισμού επιτεύχθηκε στη μεταπολεμική Ευρώπη κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «χρυσής εποχής» της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975). Σε αυτή την περίοδο, σοσιαλδημοκρατικές κυρίως κυβερνήσεις κατόρθωσαν να διευρύνουν τα αστικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα των πολιτών. Κατόρθωσαν να ενισχύσουν το κράτος δικαίου, τα δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών και το κοινωνικό κράτος.

(3) Με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση όμως στη δεκαετία του 80 και μετά, η κλασσική σοσιαλδημοκρατική πολιτική δεν ήταν πια εφικτή. Ο κύριος λόγος για αυτό είναι πως το απότομο άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών, σε συνδυασμό με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, οδήγησε στην άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους-έθνους και στην ανικανότητά του να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Η επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατία της χρυσής εποχής όπου το κράτος ήλεγχε την αγορά δεν είναι πια δυνατή.

(4) Ο μόνος τρόπος επιστροφής του πολιτικού ελέγχου της αγοράς είναι σε μεταεθνικό επίπεδο. Δηλαδή σε μακροσχηματισμούς όπως η ΕΕ που έχουν τη δυνατότητα να αντισταθούν πιο αποτελεσματικά στις πιέσεις των παγκόσμιων αγορών. Αγορές που οδηγούν σε μια κατάσταση πρωτοφανών ανισοτήτων, μαζικής κοινωνικής περιθωριοποίησης, οικολογικής καταστροφής και μεταδημοκρατικής διακυβέρνησης.

(5) Σε αυτό το ζοφερό πλαίσιο, η τάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων να επιβιώσουν εκλογικά μέσω της μερικής αποδοχής νεοφιλελεύθερων αξιών και πρακτικών, έδωσε μια ανάσα στις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις. Βλέπουμε ξανά την ανάδυση «σοσιοφιλελεύθερων» κυβερνήσεων τύπου Μπλερ. Αλλά μετά τη δεκαετία του 90, η λεγόμενη από την αριστερά «αμαρτωλή» συνεργασία σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού οδήγησε στην σταδιακή αποδυνάμωση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Αυτή η αποδυνάμωση εντάθηκε με την κρίση του 2007/2008. Οδήγησε στη θεαματική άνοδο των δεξιών (π.χ. Λεπέν) και αριστερών λαϊκισμών (π.χ. Μελανσόν), λαϊκισμών που στοχεύουν στην επιστροφή της αυτονομίας του κράτους έθνους, στον κρατικίστικο έλεγχο των αγορών και στην αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης. Και οι δυο λαϊκισμοί έχουν έναν αντιευρωπαϊκό προσανατολισμό, παρόλο που ο αριστερός απορρίπτει το ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και τις φασίζουσες τάσεις του εθνολαϊκισμού.

(6) Μέσα σε αυτό το νέο πλαίσιο, όπως έδειξαν οι πρόσφατες γαλλικές προεδρικές εκλογές, οι ψηφοφόροι εγκαταλείπουν μαζικά τη σοσιαλδημοκρατία και προσανατολίζονται είτε προς το λαϊκισμό είτε στο νεοφιλελευθερισμό. Η σοσιαλδημοκρατία παντού στην Ευρώπη (εκτός Γερμανίας) βρίσκεται σε οξεία κρίση, έχει πάρει την κάτω βόλτα. Σε μια εποχή όπου οι διπολισμοί (τύπου ΠΑΣΟΚ-ΝΔ) εξαφανίζονται, όπου η συνεργασία μεταξύ κομμάτων γίνεται όλο και πιο απαραίτητη, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα για να επιβιώσουν πρέπει να στραφούν είτε προς τη νεοφιλελεύθερη δεξιά, είτε προς την ανερχόμενη ριζοσπαστική αριστερά - βέβαια όταν η τελευταία έχει σαν στόχο να εξακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο. Η συνεργασία με τη νεοφιλελεύθερη δεξιά θα είναι καταστροφική αφού θα επαναλάβει τον δρόμο που οδήγησε στη σοσιαλδημοκρατική συρρίκνωση. Μόνο η συνεργασία με τα φιλοευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα, δηλαδή με κόμματα που δεν στοχεύουν στη διάλυση της ΕΕ αλλά στο μετασχηματισμό της, μπορεί να οδηγήσει ξανά σε μια ανοδική προοδευτική πορεία.

(7) Πέρα από τη συνεργασία με τη ριζοσπαστική αριστερά, η αναζωογόνηση της σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει νέες στρατηγικές που θα λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την τωρινή παγκοσμιοποιημένη πραγματικότητα. Ο πρώτος σοσιαλδημοκρατικός στόχος πρέπει να είναι ο πολιτικός έλεγχος των αγορών - όχι από το κράτος-έθνος αλλά από μια ευρωπαϊκή κοινότητα που θα ελέγχει τις κοντόφθαλμες στρατηγικές των πολυεθνικών και θα αμβλύνει την κυριαρχία ενός βαθιά αντιπαραγωγικού χρηματιστηριακού καπιταλισμού.

(8) Μέσα σε ένα νέο σοσιαλδημοκρατικό ευρωπαϊκό καπιταλισμό είναι δυνατόν να βρεθούν νέες στρατηγικές που να ξαναπετύχουν ή και να ξεπεράσουν τα επιτεύγματα της σοσιαλδημοκρατίας στην χρυσή εποχή της. Ας πάρουμε σαν παράδειγμα την ανεργία την οποία οι ψηφιακές τεχνολογίες και η ρομποτική θα την εντείνουν στο μέλλον. Η αντιμετώπισή της δεν μπορεί να προέλθει από ουτοπικές θεωρίες περί βασικού μισθού για όλους. Μπορεί όμως να προέλθει από μια συνεχή κινητοποίηση όλου του εργατικού δυναμικού μεταξύ τριών πόλων: τον πόλο της συμβατικής αγοράς εργασίας, τον πόλο της συνεχούς εκπαίδευσης/κατάρτισης και έναν τρίτο πόλο στον οποίο θα συμμετέχουν (με όλα τα εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα) όσοι δεν βρίσκουν εργασία στην «επίσημη» αγορά. Σε αυτόν τον τρίτο χώρο οι συμμετέχοντες θα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες στις τοπικές κοινωνίες - κυρίως, αλλά όχι μόνο, υπηρεσίες σε έναν ραγδαία γηράσκοντα πληθυσμό που το κοινωνικό κράτος δεν είναι δυνατόν να παρέχει. Η κινητοποίηση όλων των εργαζομένων στους τρεις παραπάνω πόλους θα εξαλείψει τα απαξιωτικά επιδόματα ανεργίας και την ψυχολογική εξαθλίωση που η ανεργία δημιουργεί.

(9) Μόνο νέες στρατηγικές όπως η εξάλειψη της ανεργίας μπορεί τελικά να δημιουργήσουν αντικειμενικές συνθήκες για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο δημοκρατικό σοσιαλισμό, δηλαδή στο όραμα του πατέρα της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, Ε. Μπερνστάιν. Ένα σύστημα όπου τα μέσα παραγωγής θα ελέγχονται όχι στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας ή της κρατικής εξουσίας, αλλά κυρίως στη βάση συνεταιριστικών αξιών και πρακτικών. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι μια ρεαλιστική ουτοπία. «Ουτοπία» με την έννοια πως δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη, και «ρεαλιστική» με την έννοια πως είναι πραγματοποιήσιμη στη «μακρά διάρκεια».

(10) Η Ευρωζώνη, μέλη της οποίας έχουν μια μακρά, πλούσια παράδοση κοινωνικών επιτευγμάτων, μπορεί να καταπολεμήσει τους ανερχόμενους λαϊκισμούς και να ξεπεράσει τους τωρινούς κινδύνους της κατάρρευσης μόνο αν κατορθώσει να περάσει από το βάρβαρο νεοφιλελεύθερο σε έναν πιο ανθρώπινο νεοσοσιαλδημοκρατικό καπιταλισμό. Αν τα καταφέρει, θα γίνει ένας σημαντικός παίκτης στην παγκόσμια κοινωνικοπολιτική αρένα. Θα είναι σε θέση όχι μόνο να καθορίζεται αλλά και να καθορίζει σε ένα σημαντικό βαθμό το παγκόσμιο γίγνεσθαι. Θα καταστεί υγιές αντίβαρο στον αυταρχικό κινεζικό καπιταλισμό και στο μείγμα προστατευτισμού και νεοφιλελευθερισμού του τωρινού προέδρου των ΗΠΑ.

Οι δέκα παραπάνω προτάσεις αποτελούν τον μόνο δυνατό στόχο των προοδευτικών δυνάμεων σήμερα, δηλαδή των δυνάμεων που έχουν σαν σκοπό την παραπέρα εξάπλωση των αστικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας.

Πώς ο Ντόναλντ Τραμπ υπονομεύει την αμερικανική ηγεμονία

Με την ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών, και κυρίως της Κίνας, η συζήτηση για το μέλλον της αμερικανικής ηγεμονίας παίζει κεντρικό ρόλο στον δημόσιο χώρο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως βραχυπρόθεσμα οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να έχουν τα πρωτεία όχι μόνο στον στρατιωτικό και στον οικονομικό, αλλά και στον χώρο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Από την άλλη μεριά όμως, το τεράστιο μέγεθος του πληθυσμού και η ραγδαία ανάπτυξη της Κίνας, παρ' όλες τις παλινδρομήσεις και τις δυσκολίες που η ύστερη ανάπτυξη της δημιουργεί, την καταστούν έναν σοβαρό παίκτη στην παγκόσμια οικονομική και γεωπολιτική αρένα.
Θα υποστηρίξω πως αν ο Τραμπ συνεχίσει να κυβερνά με αυτόν τον υπερπατριωτικό/αμερικανοκεντρικό και συγχρόνως χαώδη τρόπο θα αυξήσει τις πιθανότητες να κατακτήσει ο κινεζικός κολοσσός τον ηγεμονικό ρόλο στα χρόνια που έρχονται. Βέβαια ο αμερικανός πρόεδρος έχει ως κύριο στόχο να κάνει τη χώρα του «πρώτη». Ο τρόπος όμως που προσπαθεί να το πετύχει θα οδηγήσει στο αντίθετο, στο να χάσει η χώρα τα πρωτεία της, στο να γίνει λιγότερο ηγεμονική. Και αυτό για τέσσερις βασικούς λόγους.

Προστατευτισμός

Ο Τραμπ ακολουθεί μια νεοφιλελεύθερη πολιτική στο εσωτερικό της χώρας (μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και των πλουσίων) και συγχρόνως μια προστατευτική πολιτική στο εξωτερικό εμπόριο. Ο προστατευτισμός όμως δεν μειώνει μόνο την παγκόσμια παραγωγή πλούτου, αλλά υποσκάπτει και την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας. Τα αναπόφευκτα αντίμετρα των χωρών που πλήττονται από την άνοδο των αμερικανικών δασμών, όπως η Κίνα και το Μεξικό, κάνουν τα εισαγόμενα προϊόντα πιο ακριβά για εκατομμύρια αμερικανών καταναλωτών. Με αυτόν τον τρόπο οι ΗΠΑ διασώζουν μεν τις λεγόμενες «σκουριασμένες βιομηχανίες», ή πιο γενικά τις μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, αλλά συγχρόνως μειώνουν τη ζήτηση και το επίπεδο ζωής της πλειοψηφίας.
Ένας πολύ πιο οικονομικός τρόπος αντιμετώπισης των τεχνολογικά ξεπερασμένων επιχειρήσεων είναι το κλείσιμό τους, και συγχρόνως η οικονομική και κοινωνική στήριξη των ανέργων μέσω μιας αποτελεσματικής μετεκπαίδευσης, της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων στις περιοχές που μαστίζονται από υψηλή ανεργία, καθώς και μέσω μιας γενναιόδωρης κοινωνικής βοήθειας. Οι υψηλοί δασμοί βοηθούν μόνο τις οικονομίες της ύστερης ανάπτυξης που, στα αρχικά στάδια της εκβιομηχάνισης, οι επιχειρήσεις χρειάζονται προστατευτικά τείχη μέχρι να «ενηλικιωθούν». Ο Τραμπ μπορεί με τους δασμούς να προστατεύσει μια μικρή μειοψηφία εργαζομένων, αλλά βλάπτει την ανάπτυξη και άρα την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Ενάντια στη διεύρυνση των διεθνών αγορών

Η εναντίωση του αμερικανού προέδρου σε διεθνείς συμφωνίες για τη διεύρυνση του παγκόσμιου εμπορίου, όπως αυτή της διατλαντικής συμφωνίας (TTP), θα έχει επίσης αρνητικά αποτελέσματα σε όλη την αμερικανική οικονομία. Η συμφωνία θα οδηγήσει βέβαια σε χαμένους και κερδισμένους. Αλλά ο τρόπος προστασίας των πρώτων δεν είναι η διατήρηση αντιοικονομικών, μη ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Όπως ήδη ανέφερα, η οικονομικά πιο αποτελεσματική και κοινωνικά πιο δίκαιη λύση είναι η δημιουργία νέων συνθηκών που θα βοηθήσουν τον εκσυγχρονισμό των μη ανταγωνιστικών μονάδων ή την επανένταξη των ανέργων.
Εδώ πρέπει επίσης να αναφερθούμε στην προσπάθεια του αμερικανού προέδρου να επαναφέρει στις ΗΠΑ αμερικανικές πολυεθνικές που λειτουργούν και έχουν την κύρια βάση τους εκτός ΗΠΑ. Σε έναν βαθμό, μπορεί να πετύχει ο Τραμπ την επιστροφή μερικών από τις παραπάνω επιχειρήσεις. Αλλά οι πιο πολλές τείνουν να μην έχουν πατρίδα. Έχουν διεισδύσει στις περισσότερες οικονομίες του πλανήτη σε τέτοιον βαθμό που επιστροφή τους σημαίνει μερική έστω «αποπαγκοσμιοποίηση». Ενάντια στον ανερχόμενο λαϊκισμό της Δεξιάς και της Αριστεράς, η επιστροφή στην αυτονομία του κράτους έθνους δεν είναι μόνο οπισθοδρομική αλλά και αδύνατη. Τουλάχιστον σε αυτό το θέμα, το ρολόι της Ιστορίας δεν γυρνάει πίσω.

Η αποδυνάμωση των βασικών συμμαχιών

Η μερική αποστασιοποίηση του Τραμπ από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ έχει ήδη οδηγήσει, μεταξύ άλλων, τη Γερμανία και τη Γαλλία να αντιληφθούν πως δεν μπορούν πια να βασίζονται στην αμερικανική στήριξη, ούτε στον στρατιωτικό ούτε στον διπλωματικό τομέα. Βέβαια, αυτό είναι σίγουρα θετικό για την ΕΕ. Θα τη βοηθήσει να αποφύγει την πιθανή κατάρρευση προχωρώντας πολύ πιο γρήγορα στην πολιτική και κοινωνική ενοποίηση. Από την άλλη μεριά, ο χαοτικός και συγχρόνως ad hoc, αυθαίρετος τρόπος αντιμετώπισης των ευρωπαίων συμμάχων μειώνει τη δύναμη και σταθερότητα της αμερικανικής ηγεμονίας.
Οι Ευρωπαίοι θα αναγκαστούν να συνάψουν νέες συμμαχίες στην Ασία και αλλού, πράγμα που αμβλύνει σημαντικά το κύρος και τη δύναμη της αμερικανικής επικράτειας. Ο αμερικανός πρόεδρος έχει αρχίσει να αποδομεί την παγκόσμια τάξη που οι ΗΠΑ, πριν αλλά και μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, είχαν σταδιακά οικοδομήσει. Ένα οικοδόμημα που εν μέρει βασίστηκε στη δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου συμμαχιών μέσω οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, καθώς και μέσω ιδεολογικής επιρροής. Κατά τον Τραμπ όμως, οι τεράστιοι πόροι που διατέθηκαν για τη δημιουργία συμμαχιών και άρα για τη συγκρότηση της αμερικανικής ηγεμονίας ήταν «πεταμένα χρήματα». Οι πόροι, σε ό,τι αφορά τη βοήθεια στους συμμάχους, θα πρέπει εφεξής να κατευθύνονται στο εσωτερικό της χώρας για τον εκσυγχρονισμό βασικών υποδομών, για την παραπέρα ανάπτυξη της οικονομίας και για την αναβάθμιση του στρατιωτικού τομέα.
Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ο αμερικανός πρόεδρος είναι πως η στρατηγική του υποσκάπτει τα θεμέλια της αμερικανικής ηγεμονίας. Ο απομονωτισμός δεν κάνει την πατρίδα του «πρώτη», μπορεί μάλιστα σε μερικά χρόνια να την κάνει «δεύτερη» σε σύγκριση με την Κίνα. Αυτό δεν είναι τόσο απίθανο αν λάβουμε υπόψη τον κινεζικό αντιαπομονωτισμό που βασίζεται στην ιδέα της «soft power» (ήπια δύναμη). Μια δύναμη που θα βασίζεται κυρίως, αλλά όχι μόνο, στην αναβίωση του «δρόμου του μεταξιού», που έχει ήδη αρχίσει να συνδέει την Κίνα με τη Δύση μέσω μαζικών επενδύσεων σε έναν μεγάλο αριθμό χωρών που βρίσκονται στον ενδιάμεσο χώρο. Έτσι, οι ΗΠΑ αναδιπλώνονται, ενώ η Κίνα ανοίγεται στον κόσμο. Αυτού του είδους ο απομονωτισμός κάνει λιγότερο ισχυρές τις ΗΠΑ και περισσότερο την Κίνα. Αμβλύνει την ηγεμονική θέση της πρώτης και αυξάνει τις πιθανότητες μελλοντικής ηγεμονίας της δεύτερης.

Η μη αποδοχή της συμφωνίας για το κλίμα

Ο Τραμπ βλέπει τον κόσμο σαν μια αρένα όπου η κάθε χώρα πρέπει να ακολουθεί αποκλειστικά τα δικά της συμφέροντα, αγνοώντας αυτά των άλλων - κυρίως των αδυνάμων. Αυτού του είδους η σκληρή real politik δεν λειτουργεί πια αποτελεσματικά σε έναν κόσμο ραγδαία αλληλοσυνδεόμενο. Στο τωρινό παγκοσμιοποιημένο πλαίσιο υπάρχουν κοινά για όλους προβλήματα, άρα και κοινά συμφέροντα. Η κλιματική αλλαγή είναι ένα από αυτά. Η Κίνα και οι ΗΠΑ είναι πρωταγωνιστές στη μόλυνση του περιβάλλοντος. Η πρώτη δέχθηκε την πρόσφατη συμφωνία στο Παρίσι για το κλίμα, η δεύτερη την απέρριψε, υποστηρίζοντας στενά αμερικανικά συμφέροντα. Αυτό που δεν αντιλαμβάνεται ο Τραμπ είναι πως η ισχύς μιας ηγεμονεύουσας χώρας δεν βασίζεται μόνο στη στρατηγική και οικονομική δύναμη αλλά και στη συμβολική, σε αυτό που ο Bourdieu ονόμασε συμβολικό κεφάλαιο. Όταν αυτό εξαφανίζεται, η ιδεολογική βάση του ηγεμόνα παύει να έχει γερές ρίζες.
Συμπερασματικά, ο Τραμπ όχι μόνο λόγω του στυλ αλλά και της ουσίας της διακυβέρνησής του υποσκάπτει την αμερικανική ηγεμονία. Ο προστατευτισμός, ο απομονωτισμός, η υπονόμευση βασικών συμμαχιών και η αγνόηση πλανητικών οικολογικών κινδύνων αποδυναμώνουν την αμερικανική ηγεμονία.

Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 18/6/2017.

Οι τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού

Με τη θεαματική άνοδο του λαϊκισμού, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στις ΗΠΑ, στην Τουρκία και αλλού, η ενασχόληση με το θέμα δεν περιορίζεται μόνο στον χώρο της καθημερινότητας και των ΜΜΕ, αλλά παίζει και κεντρικό ρόλο στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Στον καθημερινό λόγο ο λαϊκισμός παραπέμπει στην ιδέα πως ένας χαρισματικός ηγέτης στον πολιτικό χώρο (αλλά όχι μόνο), για ψηφοθηρικούς κυρίως λόγους, δίνει υποσχέσεις που ξέρει εκ των προτέρων πως δεν μπορεί να υλοποιήσει - ή δίνει μια εικόνα της κατάστασης (εντός και εκτός της χώρας) που είναι τελείως εξωπραγματική. Στις κοινωνικές επιστήμες, η θεωρία του λαϊκισμού είναι πιο πολύπλοκη. Θα προσπαθήσω να δώσω μια γενική εικόνα αυτής της πολυπλοκότητας εξετάζοντας τρεις διαστάσεις του λαϊκισμού: την ιδεολογική, την οργανωτική και την κοινωνική βάση του.

Ιδεολογία

Εδώ οι βασικές ιδέες είναι λίγο-πολύ γνωστές: ο λαός έχει πάντα δίκιο, άρα το Σύνταγμα και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία υποβιβάζονται. Επιπλέον υπάρχει ένα κατεστημένο που χειραγωγεί τον λαό. Ο λαός θεοποιείται και το κατεστημένο δαιμονοποιείται. Υπάρχουν επίσης μειονότητες, πολιτισμικές κοινότητες, θρησκευτικές σέκτες, μετανάστες κ.τ.λ. που υποσκάπτουν την εθνική κουλτούρα ή/και τα κοινωνικοοικονομικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων. Οσο για τον εξωτερικό χώρο, δυνάμεις όπως οι ΗΠΑ, οι Βρυξέλλες, η Γερμανία κ.τ.λ. χειραγωγούν με διάφορους άμεσους ή έμμεσους τρόπους τον λαό. Τα παραδείγματα τέτοιων ιδεολογιών βρίθουν. Στη Λατινική Αμερική, για παράδειγμα, στον Μεσοπόλεμο και μετά, χαρισματικοί ηγέτες όπως ο Βάργκας (Βραζιλία), ο Ιμπανέζ (Χιλή) και ο Περόν (Αργεντινή) κινητοποίησαν τα λαϊκά στρώματα με αναφορές στο ολιγαρχικό κατεστημένο και στη χειραγώγησή του από τις ΗΠΑ. Αυτού του είδους η παράδοση συνεχίζεται σήμερα με λαϊκιστές ηγέτες όπως ο Τσάβες και ο Μαδούρο. Στη μεσοπολεμική Ευρώπη μια σειρά αυταρχικά καθεστώτα (Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία) ανέπτυξαν μια εθνικολαϊκιστική ιδεολογία. Το πιο ακραίο παράδειγμα ήταν βέβαια αυτό του ναζιστικού κινήματος. Αυτό εστιαζόταν στην εβραϊκή και παγκόσμια συνωμοσία, στους κομμουνιστές, στους αριστερούς διανοούμενους, στους υπανάπτυκτους Σλάβους και στους «υπάνθρωπους» Ρομά.

Η οργάνωση

Ο χαρισματικός ηγέτης τείνει να υποσκάπτει την αυτονομία των ενδιάμεσων στρωμάτων (οργανωσιακών, συνδικαλιστικών, επαγγελματικών) που εμποδίζουν την άμεση επαφή του με τα λαϊκά στρώματα, αφού είναι ο «πατέρας» του λαού ΤΟΥ. Ο Περόν, για παράδειγμα, κατάφερε να καταργήσει την αυτονομία των συνδικάτων που λειτουργούσαν ως αντίβαρο στην παντοδυναμία του. Ενα πιο πρόσφατο παράδειγμα στον χώρο της κομματικής οργάνωσης ήταν το ανδρεϊκό ΠαΣοΚ. Ενώ στα πριν της χούντας πελατειακά κόμματα οι τοπικοί προύχοντες/πάτρωνες είχαν σημαντική αυτονομία έναντι της κεντρικής κομματικής εξουσίας, στην πρώιμη ανδρεϊκή οργάνωση του ΠαΣοΚ τα μεσαία και κατώτερα στελέχη μετατράπηκαν σε υπαλλήλους ενός μαζικού κόμματος όπου κυριαρχούσε η βούληση του αρχηγού. Δεν υπήρχε σοβαρή εσωκομματική αντιπολίτευση, αφού ο κάθε υπουργός ή άλλος ισχυρός παράγοντας μπορούσε να αποπεμφθεί με ένα τηλεφώνημα.

Η λαϊκή βάση

Σε αυτό το τρίτο επίπεδο τα κοινωνικά στρώματα που προσφέρουν ευνοϊκό έδαφος για λαϊκιστικές κινητοποιήσεις είναι συνήθως όλοι αυτοί που βρίσκονται στο περιθώριο, καθώς και αυτοί που δεν έχουν «φωνή», που δεν παίζουν ρόλο στην ενεργό πολιτική αρένα. Για παράδειγμα, τα προπολεμικά λαϊκιστικά αγροτικά κινήματα στις ΗΠΑ στράφηκαν εναντίον των τραπεζών και του οικονομικού κατεστημένου των πόλεων. Με τη ραγδαία βιομηχανική ανάπτυξη τεχνολογικά εξελιγμένες μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις περιθωριοποίησαν έναν μεγάλο αριθμό μικροπαραγωγών. Κάτι παρόμοιο παρατηρούμε στα μεσοπολεμικά Βόρεια Βαλκάνια. Στη Βουλγαρία, π.χ., ο χαρισματικός ηγέτης Σταμπολίσκι κατόρθωσε να κινητοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του αγροτικού πληθυσμού εναντίον των εμπόρων και του μοναρχικού κατεστημένου (τέτοιου είδους μαζικές κινητοποιήσεις δεν παρατηρούμε στη μεσοπολεμική Ελλάδα).

Περνώντας τέλος στον τωρινό λαϊκισμό του Τραμπ, ο πρόεδρος των ΗΠΑ κατόρθωσε να κινητοποιήσει, κυρίως αλλά όχι μόνο, τους λευκούς βιομηχανικούς εργάτες στη λωρίδα των «σκουριασμένων» βιομηχανιών των βορειοδυτικών Πολιτειών. Οσο για την Ευρώπη σήμερα, ο ακροδεξιός εθνολαϊκισμός έχει ως βάση τους χαμένους της παγκοσμιοποίησης, καθώς και όλους αυτούς που είναι εναντίον των φυλετικά διαφορετικών, των προσφύγων (που υποτίθεται πως παίρνουν τις θέσεις εργασίας των ντόπιων), του κοσμοπολιτισμού κ.τ.λ.

Δεν χρειάζεται να τονίσω πως τις τρεις διαστάσεις με τη βοήθεια των οποίων ανέπτυξα τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του λαϊκισμού (ιδεολογία, κομματική δομή, κοινωνική βάση) δεν τις βρίσκουμε μαζί σε όλα τα λαϊκιστικά κινήματα. Με άλλα λόγια, η παραπάνω θεωρητική κατασκευή αποτελεί αυτό που ο Max Weber αποκάλεσε «ιδεώδη τύπο». Γιατί στην πραγματικότητα κάθε λαϊκιστικό κόμμα/κίνημα/καθεστώς αποτελεί ένα μείγμα από λαϊκιστικά και μη λαϊκιστικά στοιχεία σε ένα πλαίσιο όπου τα πρώτα υπερτερούν.

Νέα εργαλεία

Η πιο επεξεργασμένη θεωρία περί αριστερού λαϊκισμού (παγκοσμίως γνωστή και δημοφιλής σε κύκλους της αριστερής διανόησης) είναι αυτή του Ernesto Laclau. Ο αργεντινός στοχαστής είχε ασχοληθεί στο πρώιμο έργο του με τη θεωρία του λαϊκισμού. Πιο πρόσφατα επανήλθε αντλώντας εννοιολογικά εργαλεία από τη σημειολογία.
Πολύ συνοπτικά, ο Laclau ξεκινά με την έννοια των (λαϊκών) απαιτήσεων. Αυτές συγκροτούνται σε δύο τύπους «αλυσίδων». Η μία είναι ένα σύνολο απαιτήσεων τις οποίες το κατεστημένο μπορεί να ικανοποιήσει σταδιακά, με ρεφορμιστικό τρόπο (π.χ., πρώτα η απαίτηση για ψήφο και μετά αυτή για κοινωνικές παροχές). Η δεύτερη αλυσίδα εμπεριέχει απαιτήσεις που πρέπει οι ελίτ να τις ικανοποιήσουν όλες μαζί (π.χ., απαιτήσεις που προέρχονται συνδυαστικά από διάφορες ομάδες, ομάδες που διαφοροποιούνται με βάση τη φυλή, το φύλο, την οικονομική ανέχεια, την πολιτική καταπίεση κ.τ.λ.). Σε αυτή την περίπτωση, οι ελίτ αδυνατούν να διαχειριστούν τις αλληλοσυνδεόμενες πιέσεις. Αυτό απειλεί σοβαρά το status quo. Δημιουργεί μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ του κατεστημένου και του λαού - του «λαού» με την έννοια πως περνάμε από μια μάζα σε ένα λαϊκό, συγκροτημένο σύνολο. Σε έναν σχηματισμό ατόμων που αποκτούν μια ταυτότητα που διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από το λαϊκό κίνημα. Οταν και αν αυτό εδραιωθεί, εγκαθιδρύεται μια μεταολιγαρχική ηγεμονία (π.χ., η πρώιμη περονική διακυβέρνηση).

Είναι κυρίως οι οπαδοί του Laclau που προσπάθησαν να διαχωρίσουν τη θεωρία του από τον εθνολαϊκισμό τύπου Λεπέν. Η λεγόμενη «Σχολή του Πανεπιστημίου του Essex» κάνει έναν σαφή διαχωρισμό μεταξύ του «αντιδραστικού» και του «προοδευτικού» λαϊκισμού. Ο πρώτος είναι ρατσιστικός και δίνει προτεραιότητα στην κουλτούρα και στις ταυτότητες, ενώ ο δεύτερος δίνει έμφαση σε προβλήματα οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής καταπίεσης.
Κατά τη γνώμη μου όμως, και οι δύο λαϊκισμοί έχουν αρνητικά στοιχεία. Αυτό είναι προφανές αν ξεχωρίσει κανείς την πρώτη από τη δεύτερη φάση του λαϊκιστικού γίγνεσθαι. Ο αριστερός/προοδευτικός λαϊκισμός τύπου Laclau χαρακτηρίζεται αρχικά από έναν δημοκρατικό προσανατολισμό. Δηλαδή σπάει το μονοπώλιο εξουσίας ενός ολιγαρχικού κατεστημένου και αμβλύνει τις ανισότητες: δίνει «φωνή» στους περιθωριοποιημένους, τους εντάσσει εντός της ενεργού πολιτικής αρένας. Στη δεύτερη φάση όμως, με την οποία ο Laclau δεν ασχολείται σοβαρά, παρατηρούμε τη θεσμοποίηση ενός αυταρχικού καθεστώτος που οδηγεί σε οικονομικό αδιέξοδο. Ετσι στη Λατινική Αμερική χαρισματικοί ηγέτες λαϊκιστικού προσανατολισμού όταν πήραν την εξουσία βοήθησαν τις οικονομικά αδύναμες τάξεις κατά «αντιπαραγωγικό» τρόπο. Για να χρησιμοποιήσω μια γνωστή φράση, «έδωσαν ψάρια στον λαό χωρίς να τους μάθουν να ψαρεύουν». Ετσι ο Τσάβες και κατόπιν ο Μαδούρο, π.χ., σπατάλησαν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας χωρίς να ακολουθήσουν ένα σχέδιο ένταξης των λαϊκών στρωμάτων στην αναπτυξιακή διαδικασία.

Συμπερασματικά, ο λαϊκισμός δεν είναι ένα συμπαγές, ομοιόμορφο σύνολο που μένει το ίδιο ανεξαρτήτως πλαισίου. Προσπάθησα να δείξω την πολυπλοκότητα του λαϊκιστικού φαινομένου εξετάζοντάς το σε τρία επίπεδα. Σε αυτά της ιδεολογίας, της κομματικής οργάνωσης και της λαϊκής βάσης. Παρ' όλη την πολυπλοκότητα όμως, υπάρχει σε όλους τους λαϊκισμούς ένα κοινό σημείο: το δίπολο λαός-κατεστημένο που αμβλύνει το δίπολο εργασία-κεφάλαιο. Κατά τη γνώμη μου, για την ανάλυση κάθε συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης, απαιτούνται και οι δύο προσεγγίσεις. Και αυτή των ταξικών και αυτή των λαϊκιστικών συγκρούσεων. Απαιτείται επίσης μια προσέγγιση που δεν εξετάζει μόνο την πρώτη φάση της εξέλιξης ενός λαϊκιστικού κινήματος αλλά και την επόμενη. Δηλαδή τη φάση όπου λαϊκιστές ηγέτες παίρνουν την εξουσία και ακολουθούν πολιτικές που οδηγούν σε οικονομικό αδιέξοδο και πολιτικό αυταρχισμό.

Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 14/5/2017.

Ρήγμα και ρωγμές

Σε προηγούμενα άρθρα μου (σε ΝΕΑ και ΒΗΜΑ) ανέπτυξα 5 βασικές θέσεις σε ό,τι αφορά τις σχέσεις μεταξύ κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ.

Οι πέντε θέσεις

Πρώτον, παρ' όλες τις ακροαριστερές καταβολές του, μετά την αποχώρηση της αριστερής/λαφαζανικής πλατφόρμας και την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ηγεσία του κόμματος είναι υποχρεωμένη, είτε το θέλει είτε όχι, να ακολουθήσει, μέσα στα όρια που θέτουν οι ισχυροί εταίροι μας, μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική: δηλαδή το δημοκρατικό, σταδιακό πέρασμα από την τρέχουσα νεοφιλελεύθερη πολιτική της Γερμανίας σε έναν καπιταλισμό με πιο ανθρώπινο πρόσωπο.
Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διαφορές αλλά και κοινά χαρακτηριστικά με τους PODEMOS και με άλλα ριζοσπαστικά αριστερά κινήματα στην Ευρώπη.
Τρίτον, το ρήγμα/τείχος μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ και των κομμάτων του λεγόμενου «δημοκρατικού τόξου» δεν βοηθάει ούτε τα εθνικά συμφέροντα ούτε τον παραπέρα εκδημοκρατισμό της χώρας.
Τέταρτον, αντίθετα με την γνώμη της αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «παρένθεση». Θα εξακολουθήσει να είναι ένας από τους κεντρικούς παίκτες της κομματικής αρένας - και όσο η κεντροαριστερά παραμένει κατακερματισμένη, θα έχουμε στη χώρα μας ένα διπολισμό (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ) που θα μοιάζει σημαντικά με τον προηγούμενο (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ). (βλ. ΝΕΑ, 28-29/5/16).
Πέμπτον, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει έντονα λαϊκιστικά στοιχεία, έχει κάνει «κωλοτούμπες», καθώς και πολλά, ακριβά για το φορολογούμενο, λάθη. Από την άλλη μεριά, έχοντας δεχτεί το τρίτο μνημόνιο, επιδίωξε με αμφιθυμία μεν αλλά και επιμονή να φέρει εις πέρας ένα εξαιρετικά αντιλαϊκό μνημόνιο που ήταν ανάγκη να δεχτούμε για να αποφύγουμε το grexit. Ένα μνημόνιο που μια συντηρητική κυβέρνηση, με τον ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση, θα δυσκολευόταν πολύ περισσότερο να ακολουθήσει - λόγω των πολύ πιο έντονων λαϊκών αντιδράσεων. Είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που οι εταίροι μας (καθώς και η πλειοψηφία του ελληνικού λαού) αντέδρασαν αρνητικά στην εμμονή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης για εκλογές «εδώ και τώρα».

Το ρήγμα

Όχι μόνο η αξιωματική αντιπολίτευση αλλά και η κεντροαριστερά θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ έναν τελείως απαράδεκτο κομματικό σχηματισμό. Έναν σχηματισμό με ακροαριστερές καταβολές, με κρατικίστικους προσανατολισμούς και με μια ηγεσία που δεν έχει την εμπειρία και τις διοικητικές ικανότητες διακυβέρνησης. Κατά την αντιπολίτευση τα παραπάνω καθιστούν τον ΣΥΡΙΖΑ ένα αντιδημοκρατικό κόμμα που έχει σαν απώτερο σκοπό την εγκατάσταση ενός αυταρχικού πολιτεύματος τύπου Πούτιν ή Ερντογάν. Αυτού του είδους το επιχείρημα δεν λαμβάνει υπόψη του πως από την στιγμή που ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να δεχθεί τον ευρωζωνικό δρόμο, καθώς και να υλοποιήσει τις απαιτήσεις του τρίτου μνημονίου, δεν είναι δυνατόν να ονειρεύεται τον δρόμο προς τον πουτινισμό ή την επιστροφή στην δραχμή. Στοχεύει, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής αριστεράς, στο πέρασμα από τη νεοφιλελεύθερη λιτότητα σε μια δημοκρατική, φεντεραλιστική ευρωπαϊκή κοινότητα, βασισμένη όχι μόνο στον ανταγωνισμό, αλλά και στην αλληλεγγύη.
Παρ' όλα όμως τα παραπάνω κοινά χαρακτηριστικά, σε κανένα από τα άλλα ευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα δεν υπάρχει το είδος του ρήγματος/τείχους που παρατηρούμε μεταξύ της κεντροαριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ. Για παράδειγμα, πριν από λίγο καιρό το ΔΙΚΤΥΟ της Άννας Διαμαντοπούλου είχε προσκαλέσει τον πρώην αρχηγό του ισπανικού σοσιαλιστικού κόμματος, Πέδρο Σάντσεθ. Ο τελευταίος παραδέχτηκε πως στη χώρα του δεν υπάρχει αντίστοιχος διχασμός μεταξύ των PODEMOS και του σοσιαλιστικού κόμματος. Υπάρχουν φυσικά διαφορές, αντιθέσεις, ανταγωνισμοί. Αλλά δεν απορρίπτεται αυτόματα ούτε η συνεργασία ούτε η συναίνεση σε συγκεκριμένα θέματα. Το ίδιο συμβαίνει και στο «πορτογαλικό μπλόκο» το οποίο συμμετέχει στην κυβέρνηση.
Ακόμα και το πολύ πιο ριζοσπαστικό γερμανικό κόμμα της Αριστεράς (DIE LINKE), όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει την ελληνικού τύπου διχαστική τομή, αλλά σε πολλά γερμανικά κρατίδια συνεργάζεται με λιγότερο αριστερά κόμματα. Μάλιστα στο κρατίδιο της Θουριγγίας είναι μέλος της κυβέρνησης στη βάση μιας συμμαχίας μεταξύ σοσιαλδημοκρατών, πρασίνων και της ριζοσπαστικής αριστεράς. Είναι ενδιαφέρον πως με την άνοδο του Σουλτζ στην αρχηγία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος πολλοί πιστεύουν πως μια παρόμοια συμμαχία θα μπορούσε να επιτευχθεί μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Αν κάτι τέτοιο συμβεί, σίγουρα θα αλλάξει όχι μόνο η γερμανική πολιτική της λιτότητας, αλλά και η αρχιτεκτονική της ΕΕ. Με βάση τα παραπάνω, πώς μπορεί να εξηγήσει κανείς την ελληνική ιδιαιτερότητα του «τείχους»;
Νομίζω πως υπάρχουν τρεις βασικές αιτίες. Πρώτα απ' όλα, ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε την ανίερη συμμαχία με το δεξιό εθνολαϊκιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ με το επιχείρημα της κοινής αντιμνημονιακής γραμμής. Ένας δεύτερος λόγος είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ένας μικρός κομματικός σχηματισμός που ξαφνικά μεταμορφώθηκε σε πρώτο κόμμα, έγινε ένας γίγαντας με πήλινα πόδια. Όχι μόνο δεν είχε χρόνο να οργανωθεί και να στελεχωθεί με διοικητικά έμπειρους ανθρώπους αλλά, ακόμη χειρότερο, αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει ανυπέρβλητα προβλήματα που οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν δημιουργήσει - δηλαδή το ασφαλιστικό και το δημοσιονομικό. Κληρονόμησε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το υψηλότερο στην ΕΕ. Κληρονόμησε επίσης ένα ασφαλιστικό σύστημα που έμοιαζε με ένα ετοιμόρροπο οικοδόμημα με πλήθος πελατειακού και συνδικαλιστικού τύπου «πανωσηκώματα». Έτσι όπως όλες οι μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις πετούσαν το μπαλάκι του ασφαλιστικού από τη μια διακυβέρνηση στην επόμενη, αυτό έφτασε τελικά στα χέρια του Τσίπρα. Με άλλα λόγια, το πρωτοφανές χρέος και η ανάγκη δημιουργίας ενός πιο συγκροτημένου ασφαλιστικού συστήματος σε περίοδο κρίσης οδήγησαν σε εξαιρετικά επώδυνα μέτρα - κυρίως για τους συνταξιούχους, τα λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα.
Με βάση τα παραπάνω νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν «πρόδωσε» τις αριστερές αξίες. Απλά πήρε την εξουσία σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Έχοντας να διαλέξει μεταξύ του grexit και του ευρωπαϊκού δρόμου, σωστά επέλεξε τον δεύτερο. Με αυτή την κίνηση βρέθηκε σε ένα γερμανικά επιβαλλόμενο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο που φυσικά η κυβέρνηση δεν μπορούσε να αλλάξει. Αυτοί που κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ πως ξέχασε τον δρόμο της «γνήσιας, αυθεντικής αριστεράς», δεν λαμβάνουν υπόψη τους πως όποιο αριστερό κόμμα και αν έπαιρνε την εξουσία σε τέτοιου είδους συνθήκες (ελληνικές και ευρωπαϊκές) θα ήταν αναγκασμένο να εφαρμόσει μια παρόμοια πολιτική.

Ρωγμές

Στον ΣΥΡΙΖΑ ο πρώην υπουργός παιδείας Νίκος Φίλης μαζί με έναν σημαντικό αριθμό βουλευτών πιέζουν τον πρωθυπουργό για ένα άνοιγμα προς την κεντροαριστερά. Με στόχο την απομάκρυνση των ΑΝΕΛ και τη συνεργασία με την Δημοκρατική Συμπαράταξη. Βέβαια, για την στιγμή, αυτός ο στόχος δεν φαίνεται πιθανός. Αλλά και στο «στρατόπεδο» της κεντροαριστεράς παρουσιάζονται ρωγμές. Για παράδειγμα, η συνεργασία Δημοκρατικής Συμπαράταξης με το κόμμα του Γιώργου Παπανδρέου που δεν αρνείται τη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι άλλη μια ένδειξη ρωγμής του τείχους.
Στο μέλλον σίγουρα οι ρωγμές του τείχους θα πολλαπλασιαστούν και οι συνθήκες για μια συνεργασία κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς θα γίνουν πιο ευνοϊκές. Είναι πια καιρός το τείχος να κατεδαφιστεί. Γιατί αν συνεχιστεί ο παρών διχασμός, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στη χώρα μας θα γίνει «ημι-δημοκρατία». Μια άκρως νοσηρή κατάσταση όπου ο ένας από τους δύο βασικούς πόλους του πολιτικού συστήματος θα είναι εκτός του «δημοκρατικού τόξου», δηλαδή θα είναι χώρος προς αποφυγήν, χώρος «μίασμα». Σε μια εποχή όπου οι συνεργασίες είναι απαραίτητες, πώς είναι δυνατόν να προχωρήσουμε με ένα σύστημα βασισμένο στη δαιμονοποίηση και επακόλουθο αποκλεισμό της ριζοσπαστικής αριστεράς; Είναι πια καιρός ΣΥΡΙΖΑ και κεντροαριστερά να ξεχάσουν τα μικροκομματικά τους συμφέροντα και να σκεφτούν το μέλλον της δημοκρατίας στη χώρα μας. Η συμμαχία μεταξύ κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά και τις δύο πλευρές. Για παράδειγμα, αν υπήρχε μια τέτοια συμμαχία, τουλάχιστον οι 7 υπουργικές θέσεις των ΑΝΕΛ θα τις χειρίζονταν η κεντροαριστερά.
Τέλος, η συμμαχία ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και ριζοσπαστικής αριστεράς στην Ελλάδα θα συνέβαλε καθοριστικά, μαζί με παρόμοιες ευρωπαϊκές δυνάμεις, στον αγώνα καταπολέμησης της λιτότητας, των εντεινόμενων ανισοτήτων, του ακροδεξιού λαϊκισμού και της Ευρώπης «φρούριο».

Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 8/4/2017.

Σελίδα 1 από 8