Τρίτη, 19 Ιούνιος 2018

Ήταν αναγκαία η παρέμβαση Ματαρέλα;

Πολλά ενδιαφέροντα άρθρα γράφτηκαν, όχι μόνο στο «Βήμα» της περασμένης Κυριακής, αλλά και σε άλλα έντυπα, σχετικά με τη νομιμότητα της παρέμβασης του ιταλού προέδρου Σέρτζιο Ματαρέλα να μη δεχτεί τον διορισμό του Πάολο Σαβόνα ως υπουργού Οικονομικών στην κυβέρνηση Κόντε. Πολύ σχηματικά, η μια άποψη θεώρησε πως η απόφαση του προέδρου ήταν αντισυνταγματική. Αφού το ιταλικό Σύνταγμα δεν δίνει στον πρόεδρο το δικαίωμα να απορρίψει την απόφαση μιας δημοκρατικά εκλεγμένης κυβέρνησης να επιλέξει σε κάθε υπουργείο το πρόσωπο που αυτή θεωρεί ως κατάλληλο. Η άλλη άποψη ήταν ότι σε πολύ ειδικές περιπτώσεις ο πρόεδρος έχει αυτό το δικαίωμα. Ειδικά στην περίπτωση της Ιταλίας, όπου ο ρόλος του προέδρου δεν είναι διακοσμητικός και όπου υπήρχαν προηγούμενες περιπτώσεις παραβίασης αυτού του συνταγματικού κανόνα, η προεδρική παρέμβαση δικαιολογείται. Δικαιολογείται γιατί ο ιταλός πρόεδρος θεώρησε ότι με τον διορισμό στο υπουργείο Οικονομικών ενός ατόμου που ήταν φανατικά εναντίον του ευρώ, αυτό έβαζε σε κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα του ιταλικού λαού.

Οι τέσσερις λόγοι

Σε αυτό το σύντομο άρθρο δεν θέλω να πάρω ευθέως θέση σε αυτή την ενδιαφέρουσα διαμάχη. Θέλω απλά να τονίσω πως πέρα από το θέμα της συνταγματικότητας, υπάρχει και το θέμα της αναγκαιότητας της παρέμβασης του ιταλού προέδρου. Νομίζω ότι η παρέμβασή του δεν ήταν αναγκαία για τους εξής λόγους:

- Πρώτον, ο Πάολο Σαβόνα είχε δηλώσει, προτού πάρει την απόφασή του ο ιταλός πρόεδρος, ότι δεν είναι πια εναντίον του ευρώ και δεν απορρίπτει τη συμφωνία του Μάαστριχτ. Απλά θα ακολουθούσε μια επεκτατική/αναπτυξιακή πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης.

- Δεύτερον, οι λαϊκιστές ηγέτες του κυβερνητικού συνασπισμού Λουίτζι Ντι Μάιο αλλά και Ματέο Σαλβάνι, παρ' όλο τον ευρωσκεπτικισμό τους, δήλωσαν πριν από τις εκλογές ότι δεν σκοπεύουν να εγκαταλείψουν την ευρωζώνη. Απλά στα οικονομικά θέματα, μη δεχόμενοι τη μερκελική οικονομική πολιτική της λιτότητας, σκοπεύουν να ακολουθήσουν μια επεκτατική, αναπτυξιακή πολιτική.

- Τρίτον, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Σαβόνα άλλα δήλωσε και άλλα εννοεί. Βασικά ο στόχος του παραμένει η έξοδος της Ιταλίας από τον χώρο του ευρώ. Ομως αν ίσχυε αυτό, θα αντιμετώπιζε την αντίρρηση του Ντι Μάιο και του Σαλβάνι. Θα τον αντικαθιστούσαν με έναν πιο ήπιο ευρωσκεπτικιστή υπουργό.

- Τέταρτον, αν και οι δύο λαϊκιστές ηγέτες στόχευαν πραγματικά σε ένα Italexit, θα προχωρούσαν αμέσως μετά την εκλογική τους νίκη σε ένα δημοψήφισμα με θέμα «Θέλουν οι πολίτες να αποχωρήσουν από την ευρωζώνη ή όχι;».

Με βάση τα παραπάνω, νομίζω πως ούτε ο Ντι Μάιο ούτε ο Σαλβάνι έχουν ως στόχο ένα Italexit. Εχουν μάλλον ως στόχο να αγνοήσουν τους επιβαλλόμενους από τις Βρυξέλλες κανόνες της δημοσιονομικής σταθερότητας/λιτότητας και να προχωρήσουν, στον οικονομικό χώρο, σε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πρόγραμμα κρατικών επενδύσεων και κοινωνικών παροχών. Βέβαια, με δεδομένο το τεράστιο δημόσιο χρέος της χώρας, το πρόγραμμά τους θα οδηγήσει σε αδιέξοδο. Οπως με κυνισμό τόνισε ο Γκίντερ Εντινγκερ (στενός συνεργάτης της Ανγκελα Μέρκελ), οι αγορές θα τιμωρήσουν τους ιταλούς ψηφοφόρους και θα συνετίσουν τους λαϊκιστές ηγέτες τους.

Θα «προσγειωθούν»

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι που τελικά θα γίνει. Οι Ντι Μάιο και Σαλβάνι θα αναγκαστούν να «προσγειωθούν» στην πραγματικότητα και να αμβλύνουν σημαντικά τα υπεραισιόδοξα αναπτυξιακά και κοινωνικά σχέδιά τους. Βέβαια, επειδή η Ιταλία, ως η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της ευρωζώνης, έχει ένα βάρος πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ελλάδος, θα δούμε τελικά όχι έξοδο αλλά μια άτυπη, σιωπηρή συμφωνία μεταξύ της γερμανίδας καγκελαρίου και των δύο λαϊκιστών ηγετών. Η κυρία Μέρκελ θα φροντίσει η προσγείωση να μην είναι πολύ επώδυνη, προσφέροντας διαφόρων ειδών βοήθεια. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Κόντε θα αναγκαστεί να κάνει «κωλοτούμπες» α λα ελληνικά. Με άλλα λόγια, αντίθετα με το επιχείρημα του «αναχώματος» στον λαϊκιστικό αυταρχισμό, η παρέμβαση Ματαρέλα δεν ήταν αναγκαία. Με ή χωρίς τον Σαβόνα ως υπουργό Οικονομικών, το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 10/6/2018.

Μεταξύ λαϊκισμού και νεοφιλελευθερισμού

Σε ό,τι αφορά τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις στην ευρωζώνη, νομίζω πως οι δύο πιο σημαντικές αλλαγές είναι η άνοδος του λαϊκισμού και η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας. Και γι' αυτό θα εξετάσω τη στενή σχέση που έχει η παγκοσμιοποίηση με τις δύο παραπάνω εξελίξεις. Τέσσερα είναι τα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης που σχετίζονται με αυτό το θέμα.
Χαρακτηριστικά παγκοσμιοποίησης. Το πιο βασικό είναι πως η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αμβλύνει την αυτονομία του κράτους - έθνους. Γιατί με την άνοδο του θατσερισμού και το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών τη δεκαετία του '80 και μετά, το κράτος δεν είναι πια σε θέση να ελέγξει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Αυτό οδήγησε σε μια έντονη ανισορροπία δύναμης μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, μια ανισορροπία που δεν υπήρχε στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο. Γιατί στη λεγόμενη «χρυσή εποχή» της σοσιαλδημοκρατίας τα συνδικάτα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην άνοδο και εμπέδωση της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας και στρατηγικής. Μαζί με τα μαζικά εργατικά κόμματα κατόρθωσαν για πρώτη φορά στην ιστορία της νεωτερικότητας να πετύχουν την εξάπλωση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που στην περίοδο 1945-1975 ο λαϊκισμός δεν πήρε τις διαστάσεις που έχει σήμερα. Ετσι, το πέρασμα από τον ολιγαρχικό στον μεταολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό, το οποίο έφερε την είσοδο των λαϊκών στρωμάτων στην ενεργό πολιτική αρένα, δεν έγινε ούτε με τις μαζικές λαϊκιστικές κινητοποιήσεις όπως στη Λατινική Αμερική, αλλά ούτε, όπως στην Ελλάδα, με τον μετασχηματισμό των «τζακιών» σε πιο διευρυμένα και πιο συγκεντρωτικά πελατειακά κόμματα. Αντίθετα, η ένταξη στον βορειοδυτικό ευρωπαϊκό χώρο επιτεύχθηκε μέσω εργατικών σωματείων και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, κομμάτων όπου το λαϊκιστικό και το πελατειακό στοιχείο υπήρχε μεν, αλλά δεν ήταν κυρίαρχο. Ηταν το «ταξικό» στοιχείο που κυριάρχησε. Και είναι ακριβώς για αυτόν τον λόγο που η κλασική σοσιαλδημοκρατία οδήγησε σε ένα είδος εκδημοκρατισμού που δεν βλέπουμε ούτε στις λατινοαμερικανικές χώρες ούτε στον ευρωπαϊκό Νότο. Στη συνέχεια όμως τα πράγματα στην Ευρώπη άλλαξαν ριζικά. Και αυτό γιατί με την τωρινή νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση κάθε σοβαρή απαίτηση για τη μείωση των ανισοτήτων και την ισχυροποίηση των εργατικών δικαιωμάτων οδηγεί στη φυγή των κεφαλαίων σε χώρες όπου η εργασία είναι πιο φτηνή και η εργατική νομοθεσία καχεκτική.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι η ένταση των ανισοτήτων. Η παγκοσμιοποίηση ενέτεινε τις ανισότητες σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Σήμερα ένας μικρός αριθμός κροίσων συγκεντρώνουν στα χέρια τους ένα σημαντικό κομμάτι του παγκόσμιου πλούτου. Και αυτό χωρίς να λογοδοτούν σχεδόν σε κανέναν, χωρίς να πληρώνουν φόρους (μέσω φορολογικών παραδείσων) και χωρίς να στρέφουν τους τεράστιους πόρους τους προς παραγωγικούς τομείς της οικονομίας (στρέφονται περισσότερο στον τζόγο του χρηματιστηρίου).
Το τρίτο αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης είναι η ταυτοτική κρίση. Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε σε ένα χάσμα όχι μόνο πολιτικοοικονομικό αλλά και πολιτισμικό. Από τη μια μεριά βρίσκονται οι κερδισμένοι (επιχειρηματίες, χρηματιστές, τεχνοκράτες) και από την άλλη οι χαμένοι που βλέπουν την ταύτισή τους με το έθνος και την πατρίδα να υποσκάπτεται. Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την υψηλή ανεργία, οδήγησε τους χαμένους σε μια υπερπατριωτική αντίδραση - αφού βλέπουν την εθνική ταυτότητά τους να υπονομεύεται. Ετσι συγκροτείται μια βαθιά αντίθεση μεταξύ μιας μειοψηφίας που σταδιακά αποκτά έναν κοσμοπολίτικο προσανατολισμό, και των λαϊκών στρωμάτων που αντιδρούν σε αυτήν τη νέα κατάσταση. Με άλλα λόγια, βλέπουμε μια ρωγμή στον κοινωνικό ιστό μεταξύ ενός νεοφιλελεύθερου κατεστημένου και ενός περιθωριοποιημένου κομματιού της εργατικής κυρίως τάξης, τάξης που υπό την επιρροή οπορτουνιστικών, λαϊκιστικών λόγων εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση καθώς και στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αφού η τελευταία αμβλύνει ακόμα περισσότερο την αυτονομία του κράτους - έθνους και την παραδοσιακή εθνική κουλτούρα. Τέλος, ένα τέταρτο χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης είναι οι μαζικές μεταναστευτικές ροές σε έναν κόσμο όπου οι χώρες όλο και πιο πολύ αλληλοσυνδέονται. Αυτό, σε συνδυασμό με τη ραγδαία ανάπτυξη μιας παγκόσμιας καταναλωτικής κουλτούρας, αναπόφευκτα οδηγεί τους φτωχούς και ανέργους του Τρίτου Κόσμου προς τις πλούσιες χώρες της Δύσης. Στη Δύση, από την άλλη μεριά, οι χαμένοι από την παγκοσμιοποίηση βλέπουν τη μαζική είσοδο μεταναστών σαν απειλή της εθνικής τους ταυτότητας, καθώς και σαν κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και κοινωνικών παροχών.

Με δυο λόγια, ο συνδυασμός εντεινόμενων ανισοτήτων, άμβλυνσης της αυτονομίας του κράτους, η ταυτοτική κρίση και η μαζική μετανάστευση δημιουργούν ένα πλαίσιο ευνοϊκό για την άνοδο του λαϊκισμού. Ενός ακροδεξιού αλλά και ενός ακροαριστερού, όπως αυτός του Μελανσόν στη Γαλλία. Και οι δύο λαϊκισμοί στοχεύουν στην κινητοποίηση των χαμένων. Μια κινητοποίηση που μοιάζει πολύ με τις εξελίξεις που επικράτησαν σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής από τον Μεσοπόλεμο και μετά. Σήμερα, βέβαια, οι συνθήκες που οδηγούν στην άνοδο του λαϊκισμού είναι διαφορετικές. Σήμερα τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν ως απώτερο στόχο την ανατροπή της παγκοσμιοποίησης και την επαναφορά της αυτονομίας του κράτους - έθνους. Και οι δύο αυτοί στόχοι είναι στην τωρινή συγκυρία αδύνατοι. Προφανώς, εκτός από την περίπτωση ενός πυρηνικού πολέμου, η επιστροφή προς τα πίσω, δηλαδή η ιδέα της αποπαγκοσμιοποίησης, είναι ουτοπική. Οσο για την άμβλυνση της αυτονομίας του κράτους, αυτή είναι εξίσου αδύνατη. Δηλαδή δεν είναι δυνατόν το κράτος να μπορέσει ξανά να ελέγξει, κυρίως σε μικρές χώρες όπως η Ελλάδα, την αγορά και τις κινήσεις των κεφαλαίων σε εθνικό επίπεδο. Η επιστροφή του πολιτικού, δηλαδή ο πολιτικός έλεγχος της αγοράς, όπως αυτός λειτούργησε στην περίοδο της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε υπερεθνικό επίπεδο σήμερα, δηλαδή σε έναν ευρύτερο σχηματισμό, όπως αυτός της ευρωζώνης. Μόνο σε ένα υπερεθνικό επίπεδο μπορούν ξανά να επιτευχθούν οι βασικοί σοσιαλδημοκρατικοί στόχοι, δηλαδή:
* πρώτον, η μείωση των εντεινόμενων ανισοτήτων,
* δεύτερον, η κατεύθυνση, μέσω πολιτικών ελέγχων της αγοράς, του παραγόμενου πλούτου προς κοινωνικούς και οικολογικούς στόχους,
* τρίτον, ο παραπέρα εκδημοκρατισμός του πολιτικού συστήματος.

Αναθεωρητισμός και εξελικτισμός. Σε ένα πιο θεωρητικό επίπεδο, κατά τον Bernstein, τον κύριο εκπρόσωπο της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, η σοσιαλδημοκρατία χαρακτηρίζεται από δύο βασικές θέσεις: τον αναθεωρητισμό και τον εξελικτισμό. Ο αναθεωρητισμός ασκεί κριτική στο ύστερο έργο του Μαρξ που τονίζει «σιδηρούς νόμους» του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, νόμους που θα οδηγήσουν αναπόφευκτα στην κατάρρευσή του (αυτή η θεωρία έχει ξαναζωντανέψει σήμερα, με σημαντικούς διανοητές να προβλέπουν την ερχόμενη κατάρρευση του καπιταλισμού - βλ. W. Streeck, 2016). Οσο για τη δεύτερη θέση της σοσιαλδημοκρατικής θεωρίας, τον εξελικτισμό, εδώ γίνεται κριτική στη βίαιη επαναστατική στρατηγική που ο Λένιν θεωρούσε αναγκαία για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό / κομμουνισμό. Αντίθετα με αυτήν τη θέση, ο Bernstein υποστηρίζει πως μόνο εξελικτικά, μέσα από δημοκρατικές διαδικασίες, είναι δυνατόν να φθάσουμε σε μια μετακαπιταλιστική κατάσταση την οποία ονομάζει δημοκρατικό σοσιαλισμό.

Νομίζω πως οι παραπάνω θέσεις είναι κοινές και στη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά. Με άλλα λόγια, στον βαθμό που τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφασίσουν να ακολουθήσουν τον ευρυζωνικό δρόμο, θα έλεγα πως μετατρέπονται σε ριζοσπαστικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Βέβαια, τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα αποφεύγουν τον όρο σοσιαλδημοκρατία. Θεωρούν πως η προσέγγιση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς τον νεοφιλελευθερισμό στο τέλος της δεκαετίας του '80 οδήγησε στον οριστικό θάνατο της «αληθινής» σοσιαλδημοκρατίας. Σήμαινε το πέρασμα στον μπλερισμό / σοσιοφιλελευθερισμό. Αυτού του είδους η κριτική δεν λαμβάνει όμως σοβαρά υπόψη της πως ο λεγόμενος μπλερισμός δεν ήταν προδοσία. Ηταν μια ιστορική αναγκαιότητα. Ηταν ο μόνος τρόπος εκλογικής επιβίωσης της σοσιαλδημοκρατίας σε ένα μεταφορντικό πλαίσιο όπου η βιομηχανική εργατική τάξη, η κύρια εκλογική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, συρρικνώθηκε. Και είναι ακριβώς αυτή η επιβίωση που έκανε δυνατή τη μη διάλυση από τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των επιτευγμάτων της κλασικής σοσιαλδημοκρατίας. (Για παράδειγμα, ο Τόνι Μπλερ, ακολουθώντας τον λεγόμενο τρίτο δρόμο, βοήθησε σημαντικά τα λαϊκά στρώματα. Αυτό ξεχάστηκε όταν αποφάσισε να στηρίξει ενεργά την πολιτική του προέδρου Μπους στο Ιράκ - βλ. «Το Βήμα», 10/6/2001). Για αυτόν τον λόγο, η αρνητική σημειολογία του όρου «σοσιαλδημοκρατία» αποκόπτει τη ριζοσπαστική Αριστερά από μια προοδευτική παράδοση που για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού έκανε τις σύγχρονες κοινωνίες στη Βορειοδυτική Ευρώπη πιο ανθρώπινες. Συμπερασματικά, οι προοδευτικές δυνάμεις της ευρωζώνης μπορούν και πρέπει να είναι ένας συνασπισμός της σοσιαλδημοκρατικής Κεντροαριστεράς, της φιλευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς καθώς και άλλων προοδευτικών δυνάμεων. Δυνάμεων που θα έχουν ως στόχο την καταπολέμηση του λαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη. Καμία από τις παραπάνω δυνάμεις δεν μπορεί από μόνη της να αντισταθεί στον πολιτικό αυταρχισμό του λαϊκισμού και τον αγοροκρατικό αυταρχισμό του νεοφιλελευθερισμού. Μόνο μια «τριπλή» συμμαχία μπορεί, στο πλαίσιο μιας ενωμένης Ευρώπης, να διασώσει και να προωθήσει παραπέρα τις χειραφετικές πλευρές του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

*Δημοσιέυτηκε στα "Νέα" στις 25/5/2018. 

Ομιλία Νίκου Μουζέλη. Σημεία για την προοδευτική πολιτική στην Ελλάδα του 21ου αιώνα

ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ

1) Οι δύο πιο σημαντικές εξελίξεις στην Ευρωζώνη είναι η άνοδος του λαϊκισμούκαι η κάθοδος της σοσιαλδημοκρατίας.

2) ΣΧΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΟΔΟΥ ΤΟΥ ΛΑΪΚΙΣΜΟΥ

- Άμβλυνση αυτονομίας του κράτους-έθνους. Αδυναμία ελέγχου των κινήσεων

των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων.

- Εντεινόμενες ανισότητες.

- Κρίση εθνικών ταυτοτήτων.

- Μαζικές μεταναστευτικές ροές.

3) ΒΑΣΙΚΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΗΣ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

- Μείωση ανισοτήτων/Καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο

- Πολιτικός έλεγχος των αγορών.

- Εμβάθυνση της δημοκρατίας

- Εξελικτισμός: Σταδιακή πορεία, μέσω δημοκρατικών διαδικασιών, για την

επίτευξη μιας μετακαπιταλιστικής κοινωνίας (κατά τον Bernstein «Δημοκρατικός Σοσιαλισμός»).

Οι παραπάνω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν όχι σε εθνικό, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο.4) ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ είναι η βασική προϋπόθεση από τη μια μεριά για την καταπολέμηση του νεοφιλελευθερισμού και από την άλλη του λαϊκισμού.

ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΩΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1) Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς την Ευρωζώνη, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής έχουν αμβλυνθεί.

2) Η ιδέα της Φωφής Γεννηματά πως μπορεί μεσοπρόθεσμα το Κίνημα Αλλαγής μόνο του να γίνει ο δεύτερος πόλος του κομματικού συστήματος ή πως δεν θα συνεργαστεί ούτε με την ΝΔ ούτε με τον ΣΥΡΙΖΑ είναι ουτοπική.

3) Η δαιμονοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ εξηγείται από το ότι το παλαιοκομματικό κατεστημένο θεωρεί πως με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ χάνονται κεκτημένα που τους ανήκουν δικαιωματικά.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κινήματος Αλλαγής μπορεί (α) να μετατρέψει το Κίνημα σε σοβαρό πόλο του πολιτικού συστήματος, (β) να αμβλύνει την συγκρουσιακή κουλτούρα που επικρατεί και να μειώσει την πόλωση, και (γ) να ανεβάσει το επίπεδο των στελεχών επ' ωφελεία και των δύο.

Ο απόηχος της εξέγερσης στην Αγγλία

Εκείνη την εποχή ήμουν λέκτορας στο Πανεπιστήμιο του Leicester. Ετσι είχα άμεση εμπειρία των επιπτώσεων των γαλλικών κινητοποιήσεων στη Βρετανία. Γι' αυτό θα ασχοληθώ με τις αντιδράσεις, κυρίως των φοιτητών και των πανεπιστημιακών, στις συνταρακτικές εξελίξεις.

Οι κινητοποιήσεις στο Παρίσι

Στο επίπεδο των κινητοποιήσεων, σε πολλά αγγλικά πανεπιστήμια παρατηρούμε καταλήψεις σε πανεπιστημιακούς χώρους (τα περίφημα sit-ins). Για παράδειγμα, στο Leicester οι καταλήψεις ήταν μικρής διάρκειας και μάλλον χλιαρές. Δεν ήταν το ίδιο όμως στο Λονδίνο. Στηο London School of Economics οι εκδηλώσεις ήταν πολύ πιο έντονες. Οι καταλήψεις ήταν πιο εκτεταμένες στον χρόνο και στον χώρο. Επιπλέον, όταν η διεύθυνση της Σχολής αποφάσισε να κατασκευάσει μια πόρτα που εμπόδιζε την επικοινωνία μεταξύ της ανατολικής πτέρυγας και του κύριου πανεπιστημιακού χώρου, οι φοιτητές την έσπασαν. Αντίθετα με αυτό που συμβαίνει εδώ και πολλά χρόνια στη χώρα μας, η διεύθυνση κάλεσε αμέσως την αστυνομία. Δεν θυμάμαι αν επιβλήθηκαν ποινές. Πάντως οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν με πιο αργούς ρυθμούς και σταδιακά σταμάτησαν. Φυσικά οι επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων στο σύνολο της αγγλικής κοινωνίας δεν ήταν τόσο σημαντικές όσο η έκρηξη των νέων στη Γαλλία - χώρα με μεγάλη παράδοση εξεγέρσεων. Στη γαλλική περίπτωση, η κοινωνία κυριολεκτικά παρέλυσε. Οι εντεινόμενες συγκρούσεις των διαμαρτυρομένων με τις αστυνομικές αρχές δημιούργησαν ένα σοβαρό κενό κυβερνητικής εξουσίας. Εφεραν σε κίνδυνο το πολιτικοκομματικό κατεστημένο. Χρειάστηκε επέμβαση του Ντε Γκωλ για να επαναφέρει τη χώρα στην κανονικότητα.

Εκτός από τις κινητοποιήσεις, οι άγγλοι φοιτητές απαίτησαν τη ριζική αλλαγή των διοικητικών δομών. Απαίτησαν τη μεγαλύτερη συμμετοχή των φοιτητών στο διοικητικό συμβούλιο των πανεπιστημίων. Από όσο θυμάμαι, δεν κατάφεραν να αλλάξουν τα πράγματα σε αυτόν τον χώρο. Αξίζει να αναφέρω εδώ πως, αντίθετα με την Αγγλία, μετά την πτώση της δικτατορίας στη χώρα μας, η πρώτη επιτροπή για την αναμόρφωση της Παιδείας (δύο τουλάχιστον μέλη της οποίας είχαν σπουδάσει στην LSE) πρότεινε την ευρεία συμμετοχή των φοιτητών στη διοίκηση των πανεπιστημίων. Αυτές οι προτάσεις σε έναν μεγάλο βαθμό υλοποιήθηκαν αργότερα επί κυβέρνησης ΠαΣοΚ. Ως γνωστόν, τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής αμφισβητούνται από πολλούς σήμερα.

Η επιρροή στον χώρο των ιδεών

Από την άλλη μεριά, οι επιπτώσεις στο επίπεδο των ιδεών ήταν πολύ πιο σημαντικές. Στις κοινωνικές επιστήμες παρατηρούμε μια έμφαση στη θεωρία, που δεν υπήρχε στην πιο εμπειρικά προσανατολισμένη αγγλοσαξονική παράδοση. Μετά τον Μάη, άγγλοι διανοούμενοι, πανεπιστημιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές στράφηκαν προς τη γαλλική διανόηση. Για παράδειγμα, ο Althusser, επηρεασμένος από τον στρουκτουραλισμό, προσπάθησε να χαράξει μια τομή μεταξύ του πρώιμου έργου του Μαρξ και του ύστερου, πιο «επιστημονικού» έργου του. Ο γάλλος φιλόσοφος καθώς και ο Νίκος Πουλαντζάς (που ζούσε εκείνη την εποχή στο Παρίσι και επηρεάστηκε σημαντικά από τον αλτουσεριανό δομισμό) έγιναν πολύ γνωστοί στον αγγλικό ακαδημαϊκό χώρο. Οι διαμάχες στα αγγλικά πανεπιστήμια μεταξύ του αλτουσεριανού μαρξισμού και ενός «ουμανιστικού» τύπου νεομαρξισμού επιβίωσαν μέχρι τις μέρες μας. Πιο γενικά, πολλοί βρετανοί αλλά και αμερικανοί κοινωνικοί επιστήμονες εξακολουθούν να γοητεύονται από τις φιλοσοφικές και κοινωνικές θεωρίες του Foucault, τις εξαιρετικά δυσνόητες θεωρίες του Derrida και την ψυχαναλυτική σκέψη του Lacan. Με δύο λόγια, μετά τον Μάη του '68 τα διαχωριστικά τείχη που υπήρχαν μεταξύ της αγγλοσαξονικής και της γαλλικής παράδοσης στον χώρο των κοινωνικών επιστημών αμβλύνθηκαν. Και ήταν περισσότερο οι Γάλλοι που επηρέασαν τους Αγγλους και λιγότερο το αντίθετο.

Μακρόχρονες επιπτώσεις

Βέβαια, για πολλούς παρατηρητές τα γεγονότα του Μάη του '68 οδήγησαν στο πουθενά. Με την άνοδο του θατσερισμού και το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών στις δεκαετίες του '80 και του '90, τα όνειρα του '68 για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την ανάδυση μιας νέας κοινωνικής πραγματικότητας απαλλαγμένης από κάθε είδους πολιτικό καταναγκασμό και οικονομική εκμετάλλευση παρέμειναν όνειρα. Οσο για τους πρωταγωνιστές των κινητοποιήσεων, αρκετοί «αστικοποιήθηκαν». Εγιναν καθηγητές, βουλευτές, επιχειρηματίες.

Παρ' όλα αυτά, είναι λάθος να αγνοούμε τις βασικές αλλαγές που ο Μάης του '68 έφερε όχι μόνο στον τρόπο του σκέπτεσθαι, αλλά και στις καθημερινές συμπεριφορές. Για παράδειγμα, τα γεγονότα του Μάη έκαναν τις σχέσεις μεταξύ των φύλων πιο ελεύθερες. Το σύνθημα «κάνε έρωτα και όχι πόλεμο» δεν έχει σχέση μόνο με τον πόλεμο στο Βιετνάμ, αλλά και με τη σεξουαλική απελευθέρωση που το φαντασιακό του Μάη του '68 δημιούργησε. Βέβαια, η αλλαγή συμπεριφορών, καθώς και οι αλλαγές προς το λιγότερο αυταρχικό, όχι μόνο στον χώρο της Παιδείας αλλά και σε αυτόν της οικογένειας, της Εκκλησίας, της διασκέδασης κ.τ.λ., δεν οφείλονται μόνο στα γεγονότα του Μάη. Οφείλονται επίσης σε ευρύτερες αλλαγές στις σύγχρονες, κοινωνικά διαφοροποιημένες αναπτυγμένες κοινωνίες. Πάντως ο Μάης του '68 έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση νέων θεσμικών δομών.

Και βέβαια δεν πρέπει να ξεχνάμε τη σχέση μεταξύ των παρισινών κινητοποιήσεων του '68 και των νέων κοινωνικών κινημάτων - από τα κινήματα τύπου Σιάτλ και Γένοβας, μέχρι αυτά που είναι υπέρ της κοινωνίας των πολιτών και εναντίον της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Σε μια εποχή που τα εργατικά συνδικάτα έχουν αποδυναμωθεί, για πολλούς παρατηρητές τα νέα κοινωνικά κινήματα είναι οι κύριοι συλλογικοί φορείς ικανοί να οδηγήσουν σε έναν καλύτερο κόσμο. Πέρα από τη συνεχιζόμενη επιρροή στις κοινωνικές επιστήμες, υπάρχουν πολλοί που όχι μόνο αναπολούν τα γεγονότα του Μάη του '68, αλλά και εξακολουθούν να οραματίζονται μια πιο ελεύθερη και δίκαιη κοινωνία.

Τέλος, ένας άλλος τρόπος να δει κανείς τον Μάη του '68 είναι σαν ένα κομβικό σημείο στη μακρά περίοδο της νεωτερικότητας. Σημείο όπου διάφορα υπόγεια ρεύματα συναρθρώθηκαν στη βάση μιας χειραφετικής λογικής και βγήκαν στην επιφάνεια κατά έναν εκθαμβωτικό, φαντασμαγορικό τρόπο. Το όλο θέαμα δεν βάστηξε πολύ. Οι θρυαλλίδες όμως του Μάη θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 6/5/2018. 

«Μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα»

• Η Κεντροαριστερά, όπως εκφράζεται από το Κίνημα Αλλαγής, υποστηρίζει τη στρατηγική της αυτόνομης πορείας και των ίσων αποστάσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. Βλέπετε εφικτό τον στόχο της ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών, σύμφωνα με τις διακηρύξεις της ηγεσίας του, μέσω αυτής της οδού; Κι αν όχι, πώς θα γίνει αν δεν «ταπεινωθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως υποστηρίζουν ορισμένα στελέχη του ΠΑΣΟΚ;

Νομίζω πως η στρατηγική του Κινήματος Αλλαγής για αυτόνομη πορεία μεταξύ Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι δυνατή. Αργά ή γρήγορα, η Κεντροαριστερά θα αναγκαστεί να στραφεί προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά. Και αυτό, γιατί στις επόμενες εκλογές οι πολίτες θα θέλουν μια σταθερή κυβέρνηση ικανή να διαχειριστεί τα εντεινόμενα προβλήματα της χώρας. Αυτό θα απαιτήσει συνεργασίες. Αν το Κίνημα Αλλαγής στραφεί προς τη Ν.Δ. θα χάσει την αριστερή ταυτότητά του. Επιπλέον, όπως τα περισσότερα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, θα οδηγηθεί σε καθοδική πορεία.

• Εχετε ταχθεί δημοσίως υπέρ μιας πορείας σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά. Σε ποια βάση; Με ποιο διακύβευμα; Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ εξαπέλυε μύδρους εναντίον του ΠΑΣΟΚ και των στελεχών του, ενώ σήμερα συγκυβερνά με τους ΑΝ.ΕΛΛ. και τον Πάνο Καμμένο.

Οντως, εδώ και πολύ καιρό έχω υποστηρίξει μια πορεία σύμπλευσης της Κεντροαριστεράς με τη Ριζοσπαστική Αριστερά. Πιστεύω πως μετά την έξοδο της Αριστερής Πλατφόρμας και την απόφαση του Αλέξη Τσίπρα να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περισσότερα κοινά σημεία με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. Παρ' όλο που φυσικά διαφορές υπάρχουν, και τα δύο κόμματα στοχεύουν σε μια ταχεία ευρωπαϊκή ενοποίηση που θα βασίζεται λιγότερο στη γερμανοκρατία και τη λιτότητα και περισσότερο στο όραμα μιας ομοσπονδιακής κοινότητας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.

• Άρα, εντοπίζετε κοινά προγραμματικά στοιχεία...

Με άλλα λόγια, και η Κεντροαριστερά και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ της μείωσης των τεράστιων ανισοτήτων, της παραπέρα ανάπτυξης του κοινωνικού κράτους και του πολιτικού ελέγχου των άναρχων χρηματιστηριακών αγορών. Αυτοί οι στόχοι δεν μπορούν πια να υλοποιηθούν στο επίπεδο του κράτους έθνους. Μόνο σε μια πιο πολιτικά και κοινωνικά Ενωμένη Ευρώπη θα μπορούσαν, σε έναν βαθμό τουλάχιστον, να επιτευχθούν. Οσο για τους ΑΝ.ΕΛΛ., νομίζω πως οι διαφορές με τον ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα της ονομασίας, αλλά και πιο γενικά, είναι τέτοιες που αυτή η ανίερη συμμαχία μπορεί να διαλυθεί. Τέλος, νομίζω πως μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ - Κινήματος Αλλαγής θα ωφελήσει και τα δύο κόμματα. Θα εμπλουτίσει το προσωπικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και θα το οδηγήσει προς μια πιο ρεαλιστική και δημοκρατική κατεύθυνση. Οσο για το Κίνημα Αλλαγής, αντί για την εκλογική κατολίσθηση, μπορεί να καταστεί ο τρίτος σημαντικός πόλος του κομματικού συστήματος.

• Ωστόσο, η φαινομενικά πλειοψηφούσα τάση στην επίσημη εκδοχή της ελληνικής Σοσιαλδημοκρατίας δεν συμφωνεί με την άποψη να πέσουν τα τείχη της διχόνοιας ανάμεσα στη νυν κυβέρνηση και το Κίνημα Αλλαγής. Κάποιοι κάνουν λόγο για Κεντρο-αντιαριστερά. Πώς το εξηγείτε;

Οντως η πλειοψηφούσα τάση, και κυρίως η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής, εξακολουθεί να βλέπει τον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα κρυπτο-αντισυστημικό κόμμα εκτός του δημοκρατικού τόξου. Αυτού του είδους η δαιμονοποίηση είναι παράλογη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως πολλά μέλη δεν συμφωνούν με τη στάση της Φώφης Γεννηματά. Ηδη στο τοπικό, αυτοδιοικητικό επίπεδο έχουν ξεκινήσει συνεργασίες μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κεντροαριστεράς.

• Την ίδια ώρα, υπάρχουν και εκείνοι που νοσταλγούν το μοντέλο συγκυβέρνησης Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ. Θεωρείτε ότι θα επαναληφθεί στις προσεχείς εκλογές; Με πρώτη τη Ν.Δ. χωρίς αυτοδυναμία, τι περιθώρια άρνησης έχει το Κίνημα Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική;

Νομίζω πως το μοντέλο Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ δεν είναι δυνατόν να επαναληφθεί μετά το φιάσκο της προηγούμενης συνεργασίας. Αν τελικά η Ν.Δ. κερδίσει τις επόμενες εκλογές, πράγμα που δεν είναι σίγουρο, δεν πρόκειται να έχει αυτοδυναμία. Σ' αυτήν την περίπτωση, όπως ήδη ανέφερα, τα περιθώρια άρνησης του Κινήματος Αλλαγής για να μην ξαναστηθούν κάλπες με απλή αναλογική είναι ελάχιστα.

• Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια μελλοντική συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-Κεντροαριστεράς;

Είναι δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Εξαρτάται από το τι είδους αναθεώρηση θα έχουμε. Πάντως σίγουρα η αλλαγή του άρθρου περί ευθύνης υπουργών μπορεί να φέρει τον ΣΥΡΙΖΑ και το Κίνημα Αλλαγής πιο κοντά.

• Ενα παράδειγμα συμμαχικού σχήματος προοδευτικού προσανατολισμού αποτελεί η Πορτογαλία. Εχει ελπίδες στην Ελλάδα;

Αυτό το είδος του συμμαχικού σχήματος δεν είναι απίθανο, αλλά πιο δύσκολο. Για δύο λόγους: Πρώτον, λόγω της συγκρουσιακής κουλτούρας του ελληνικού κομματικού συστήματος. Και δεύτερον, λόγω της εξακολουθούμενης δαιμονοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ από μια μερίδα της Κεντροαριστεράς.

• Στην Ευρώπη έχει ξεκινήσει ένας διάλογος περί συμμαχιών της Σοσιαλδημοκρατίας με δυνάμεις της Αριστεράς και της Οικολογίας. Βέβαια, τα αποτελέσματα ώς τώρα σε εκλογικές αναμετρήσεις είναι απογοητευτικά. Στις ευρωεκλογές του 2019 ποια προβλέπετε να είναι η τύχη των Σοσιαλδημοκρατών;

Αυτός ο διάλογος είναι απαραίτητος. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί ο ανερχόμενος εθνολαϊκισμός, από τη μια μεριά, και ο νεοφιλελευθερισμός από την άλλη. Μια συμμαχία Σοσιαλδημοκρατίας, Αριστεράς και Οικολογίας είναι η μόνη ελπίδα για μια πιο ανθρώπινη Ευρώπη.

• Η χώρα θα ορθοποδήσει μετά τον Αύγουστο; Ακούγεται πολύ καλό για να γίνει πιστευτό...

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Πάντως δεν πιστεύω στις καταστροφολογικές προβλέψεις της αντιπολίτευσης. Αυτές δημιουργούν μια κατάσταση απόλυτης απαισιοδοξίας που δεν κάνει καλό σε κανέναν. Σίγουρα δεν κάνει καλό σε μια χώρα που έχει ανάγκη επενδύσεις, όχι όταν έρθει η επόμενη κυβέρνηση, αλλά εδώ και τώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 10/4/2018. 

Ν. Μουζέλης: Το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ

Υπέρ της άποψης ότι το Κίνημα Αλλαγής θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ τάσσεται ο Καθηγητής κοινωνιολογίας στην LSE Νίκος Μουζέλης και υποστηρίζει ότι «μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ».

Εκτιμά ότι το ενδεχόμενο συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απίθανο, «αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά».

Ο κ. Μουζέλης εύχεται η συνταγματική αναθεώρηση να αποτελέσει το πρώτο βήμα για συνεργασία και εκφράζει τη διαφωνία του με τον Ευάγγελο Βενιζέλο ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι δεν είναι κατάλληλη στιγμή για αναθεώρηση του Συντάγματος, καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Για το εάν μπορεί να επανακάμψει η Σοσιαλδημοκρατία στην Ευρώπη, σημειώνει στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι είναι δύσκολο αλλά όχι αδύνατο και προσθέτει ότι απαιτείται «μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη».

Τέλος σε ερώτηση για το εάν η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας από τον σοσιαλδημοκράτη Όλαφ Σολτς βοηθήσει την Ελλάδα, ο κ. Μουζέλης υπογραμμίζει στο Πρακτορείο ότι ο υπουργός θα αναγκαστεί να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα και εκτιμά ότι «αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας» αλλά και «τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης».

(Ακολουθεί η συνέντευξη του Καθηγητή Νίκου Μουζέλη στην Φωτεινή Γιαννούλη για το Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων).

Στη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου του Κινήματος Αλλαγής ακούστηκαν από τους σύνεδρους διαφορετικές τοποθετήσεις για το εάν θα πρέπει ο νέος φορέας να έχει ίσες αποστάσεις από τη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ ή θα πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα σε κάποιον από τους δύο. Ποια είναι η άποψή σας;

Η άποψή μου είναι πως το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να βρίσκεται κοντύτερα στον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την στροφή του Αλέξη Τσίπρα προς τον ευρωπαϊκό δρόμο, η ριζοσπαστική Αριστερά έχει περισσότερα κοινά με τη σοσιαλδημοκρατική Κεντροαριστερά και πολύ λιγότερα με το νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα της ΝΔ.

Έχετε αρθρογραφήσει υπέρ της συνεργασίας του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ. Πώς μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο στο κλίμα σκανδαλολογίας και έντονων αντιπαραθέσεων που υπάρχει;

Η συνεργασία του Κινήματος Αλλαγής με τον ΣΥΡΙΖΑ, δεδομένης της δαιμονοποίησης του δεύτερου από τη Φώφη Γεννηματά, είναι δύσκολη. Δεν είναι όμως απίθανη αφού υπάρχει ένας σημαντικός αριθμός μελών του Κινήματος που δεν αποκλείει ένα άνοιγμα προς την Αριστερά.

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας απάντησε θετικά στις προτάσεις της Φώφης Γεννηματά για Συνταγματική Αναθεώρηση. Μπορεί αυτό να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία;

Εύχομαι να είναι ένα πρώτο βήμα για συνεργασία.

Πώς σχολιάζετε την άποψη του πρώην αντιπροέδρου της κυβέρνησης Ευάγγελου Βενιζέλου που υποστηρίζει ότι η στιγμή δεν είναι κατάλληλη για αναθεώρηση του Συντάγματος καθώς υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων;

Δεν συμφωνώ με τον κ. Βενιζέλο. Νομίζω πως πάντα θα υπάρχει όξυνση των πολιτικών αντιθέσεων.

Πιστεύετε ότι μετά τον Αύγουστο και την έξοδο από την δανειακή σύμβαση θα καταφέρει η χώρα να σταθεί στα πόδια της χωρίς πιστοληπτική γραμμή στήριξης;

Νομίζω πως αυτό είναι πιθανό και ευκταίο.

Πού βλέπετε να πηγαίνει η Ευρώπη; Η εκλογή Μακρόν στη Γαλλία μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της;

Ο Μακρόν θα μπορέσει να επηρεάσει καθοριστικά την κατεύθυνση της Ευρώπης (προς το καλύτερο) αν κατορθώσει να εκσυγχρονίσει γρήγορα τη γαλλική οικονομία.

Με αφορμή και τις πρόσφατες ιταλικές εκλογές, φαίνεται ότι τα κόμματα της Κεντροαριστεράς κατακρημνίζονται σε όλη την Ευρώπη. Μπορεί να αναστηθεί η Σοσιαλδημοκρατία κ. Μουζέλη;

Είναι δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Απαιτείται ένα νέο πρόγραμμα εστιασμένο όχι πια σε εθνικό αλλά σε μεταεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο. Απαιτείται επίσης μια συμμαχία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων εναντίον του εθνολαϊκισμού από τη μια μεριά και του νεοφιλελευθερισμού από την άλλη.

Το ότι ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς ανέλαβε το υπουργείο Οικονομικών στην κυβέρνηση της Γερμανίας δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την Ελλάδα;

Παρόλο που ο Όλαφ Σολτς ανήκει στη συντηρητική πτέρυγα του SPD, νομίζω πως θα αναγκαστεί, λόγω των πιέσεων από τη βάση του κόμματος, να αλλάξει τη μερκελικού τύπου λιτότητα. Αυτό θα ευνοήσει τη χώρα μας. Θα ευνοήσει επίσης τη γερμανική Σοσιαλδημοκρατία που στις εκλογές έχασε ένα σημαντικό μέρος της εκλογικής της βάσης.

*Δημοσιεύτηκε στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων (ΑΠΕ) στις 31/3/2018. 

Το κίνημα αλλαγής. Η βασική επιλογή

Το Κίνημα Αλλαγής θα αναγκαστεί σύντομα να επιλέξει είτε την στροφή προς την ΝΔ είτε προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το άνοιγμα προς την ΝΔ

Για την στιγμή, η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής εξακολουθεί να υποστηρίζει πως το νέο κόμμα δεν πρόκειται να γίνει ούτε το δεκανίκι της δεξιάς ούτε της αριστεράς. Όπως έχω τονίσει σε προηγούμενα άρθρα μου, στις επόμενες εκλογές, επειδή οι ψηφοφόροι δεν θα θελήσουν να πάνε ξανά στις κάλπες και επειδή η Φώφη Γεννηματά αποκλείει κάθε συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, θα αναγκαστεί να συμμαχήσει με τον νεοφιλελεύθερο Πρόεδρο της ΝΔ. Αυτό σίγουρα θα οδηγήσει στην εκλογική κάθοδο. Το Κίνημα Αλλαγής θα έχει την ίδια τύχη με τα άλλα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, η εκλογική βάση των οποίων έχει συρρικνωθεί δραματικά. Και αυτό γιατί η ιδεολογία της σοσιαλδημοκρατίας είναι αντίθετη μ' αυτή του νεοφιλελευθερισμού. Είναι ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο που ακόμα και το SPD, το σημαντικότερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα στην Ευρώπη, έχασε ένα σημαντικό κομμάτι των οπαδών του όταν συνασπίσθηκε με το κόμμα της κυρίας Μέρκελ. Τα αποτελέσματα θα είναι πολύ χειρότερα στη χώρα μας σε περίπτωση που το Κίνημα Αλλαγής συμμαχήσει με την ΝΔ. Γιατί ο Σουλτς κατόρθωσε να επιβάλλει όρους, όπως να δοθούν τα δύο πιο σημαντικά υπουργεία (οικονομικών και εξωτερικών) σε σοσιαλδημοκράτες. Κάτι ανάλογο δεν είναι δυνατόν να πετύχει η κυρία Γεννηματά. Μ' άλλα λόγια, το SPD δεν θα γίνει το δεκανίκι της Άνγκελα Μέρκελ, αλλά το Κίνημα Αλλαγής θα γίνει σίγουρα δεκανίκι του Κυριάκου Μητσοτάκη. Βέβαια, στην περίπτωση δημιουργίας στο μέλλον νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, μέλη του Κινήματος Αλλαγής σίγουρα θα αποκτήσουν υπουργικές θέσεις. Το τίμημα όμως θα είναι πως το νέο κόμμα θα χάσει την σοσιαλδημοκρατική ταυτότητά του.

Το άνοιγμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ

Η εναλλακτική λύση είναι πιο δύσκολη. Παρόλο πως ένας σημαντικός αριθμός μελών του νέου κόμματος δεν αποκλείουν μια συνεργασία με τη ριζοσπαστική αριστερά, το τείχος μεταξύ των δύο παρατάξεων παραμένει ισχυρό. Η πρόεδρος του Κινήματος Αλλαγής το αποκλείει κατηγορηματικά. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από την αρνητική της στάση στην πρόταση του Σταύρου Θεοδωράκη προς τον Αλέξη Τσίπρα. Πρόταση για τη δημιουργία μιας εθνικής επιτροπής ικανής να χειριστεί τους εντεινόμενους εξωτερικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει σήμερα η χώρα. Κατά την Φώφη Γεννηματά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι από τη σύστασή τους ένα αντισυστημικό κόμμα που δεν πρόκειται να αλλάξει.
Παρόλα τα παραπάνω εμπόδια, οι επόμενες εκλογές μάλλον θα αργήσουν. Αν συμβεί αυτό, οι πιθανότητες προσέγγισης κεντροαριστεράς και ΣΥΡΙΖΑ δεν θα εξαφανιστούν. Τέσσερις είναι οι βασικοί λόγοι που, κατά την γνώμη μου, μια συνεργασία των δύο παρατάξεων είναι ακόμα πιθανή.
Πρώτον, από την στιγμή που η λεγόμενη αριστερή πλατφόρμα αποχώρησε και ο πρωθυπουργός επέλεξε τον ευρωπαϊκό δρόμο αποφασίζοντας να υλοποιήσει τους περισσότερους όρους του τελευταίου μνημονίου, οι ιδεολογικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής αμβλύνθηκαν. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα αντιθέσεις. Όμως τα κοινά σημεία είναι πιο ισχυρά. Και οι δύο δυνάμεις εναντιώνονται στον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό και στη μερκελική στρατηγική της λιτότητας. Εναντιώνονται επίσης σε μια γερμανική ελίτ που θέλει μεν μια σταδιακή ενοποίηση, αλλά χωρίς την άμβλυνση της πολιτικής της κυριαρχίας. Αντίθετα μ' αυτή την πολιτική, και το Κίνημα Αλλαγής και ο ΣΥΡΙΖΑ θέλουν την σταδιακή υλοποίηση του οράματος των ιδρυτών της ΕΕ: τη δημιουργία μιας ομοσπονδιακής κοινότητας βασισμένης όχι μόνο στον ανταγωνισμό αλλά και στην αλληλεγγύη.
Δεύτερον, οι διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ στο θέμα της ονομασίας των Σκοπίων, καθώς και οι ψευτοπαληκαρισμοί του Πάνου Καμμένου χειροτερεύουν την σχέση μεταξύ των δύο κομμάτων. Μπορεί γρήγορα να δούμε μια διάλυση αυτής της ανίερης συμμαχίας. Τρίτον, μια συνεργασία μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς θα βοηθούσε και τις δύο παρατάξεις. Θα εμπλούτιζε το προσωπικό δυναμικό του ΣΥΡΙΖΑ και θα οδηγούσε το κόμμα προς έναν πιο ρεαλιστικό και δημοκρατικό προσανατολισμό. Από την άλλη μεριά, θα μπορούσε να καταστήσει το Κίνημα Αλλαγής έναν τρίτο σημαντικό πόλο του ελληνικού κομματικού συστήματος. Τέταρτον, η προσέγγιση μεταξύ κεντροαριστεράς και ριζοσπαστικής αριστεράς αρχίζει να διαφαίνεται σε τοπικό επίπεδο. Ήδη παρατηρούμε επαφές μεταξύ των δύο παρατάξεων με φόντο τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019.

Συμπέρασμα

Τέλος, πιο γενικά, η αναβίωση της σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει την υλοποίηση των βασικών στόχων της στο ευρωπαϊκό επίπεδο αυτή τη φορά. Γιατί ισχυρή σοσιαλδημοκρατία στο επίπεδο του κράτους έθνος δεν είναι σήμερα δυνατή. Άρα οι σοσιαλδημοκρατικά σκεπτόμενοι πρέπει να επινοήσουν με ποιους τρόπους οι στόχοι της μείωσης των ανισοτήτων, της ενδυνάμωσης του κράτους πρόνοιας και του ελέγχου του καπιταλισμού-καζίνο μπορούν να επιτευχθούν σε μεταεθνικό επίπεδο. Όσο για πολιτικές στρατηγικές, τα σοσιαλδημοκρατικά ευρωζωνικά κόμματα πρέπει να αποφύγουν κάθε συνεργασία με τα νεοφιλελεύθερα. Πρέπει να στραφούν προς τα φιλοευρωπαϊκά ριζοσπαστικά κόμματα. Μαζί και με άλλες προοδευτικές δυνάμεις πρέπει να αγωνιστούν εναντίον της γερμανοκρατίας και του ανερχόμενου εθνολαϊκισμού. Πρέπει να αγωνιστούν για μια Ευρώπη που θα χαρακτηρίζεται από την παραπέρα διάχυση πολιτικών, κοινωνικών και πολιτισμικών δικαιωμάτων προς τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για την ενδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 23/3/2018. 

Η κομματική πόλωση

Η συνεχιζόμενη και εντεινόμενη πόλωση μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ στην υπόθεση Novartis δεν κάνει καλό ούτε στην κυβέρνηση ούτε στο πολιτικό σύστημα ούτε στη χώρα γενικά.
Ξεκινώντας από τη στρατηγική της κυβέρνησης, αυτή οδηγεί στην ολική συσπείρωση της ΝΔ, ενός πρώην κατακερματισμένου κόμματος. Εντείνει συγχρόνως το διαχωριστικό τείχος μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Κινήματος Αλλαγής. Επιπλέον, και κυρίως, οδηγεί τους πολίτες να στρέψουν την προσοχή τους περισσότερο στη σύγκρουση των αντιμαχόμενων παρατάξεων και λιγότερο στα θετικά αποτελέσματα της κυβερνητικής πολιτικής - πολιτικής που οδηγεί σταδιακά τη χώρα σε μια κανονικότητα. Πιο συγκεκριμένα, ο ΣΥΡΙΖΑ, από τη στιγμή που απαλλάχθηκε από τη λεγόμενη Αριστερή Πλατφόρμα και που ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να ακολουθήσει τον ευρωζωνικό δρόμο, η κυβέρνησή του έκανε μια σειρά από θετικά βήματα. Αποδέχθηκε ένα εξαιρετικά τιμωρητικό και υφεσιακό Μνημόνιο και κατόρθωσε να υλοποιήσει ένα σημαντικό αριθμό μεταρρυθμίσεων. Η ύφεση ξεπεράστηκε, η οικονομική ανάπτυξη προχωρεί, η αξιολόγηση βαίνει προς το τέλος, οι οίκοι αξιολόγησης αναβαθμίζουν τη θέση της χώρας ενώ οι μεγάλες εταιρείες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για επενδύσεις - κατάσταση που οδηγεί στην αρχή των διαπραγματεύσεων για τη μείωση του χρέους. Και βέβαια ο Αλέξης Τσίπρας κατόρθωσε να ανορθώσει την εικόνα της χώρας στο εξωτερικό και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των εταίρων μας. Κάτι αναγκαίο για να πάψει η Ελλάδα να θεωρείται το μαύρο πρόβατο της ΟΝΕ. Ομως αντί να συνεχιστεί η παραπάνω πορεία ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να προχωρήσει σε μια μετωπική σύγκρουση με εξαιρετικά αβέβαια αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την ευθύνη δέκα αναφερόμενων προσωπικοτήτων στο τεράστιο σκάνδαλο Novartis.

Το Κίνημα Αλλαγής. Το Κίνημα Αλλαγής ακολούθησε την ίδια πολωτική στάση με αυτή της ΝΔ. Αυτό αργά ή γρήγορα θα το οδηγήσει σε μια συνεργασία/συμμαχία που δεν το συμφέρει. Αφού θα έχει την τύχη των περισσότερων ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων προς την εκλογική κάθοδο. Με άλλα λόγια, παρόλη την αισιοδοξία της κυρίας Φώφης Γεννηματά, ο νέος σχηματισμός, αποδυναμωμένος, θα γίνει όντως το δεκανίκι της ΝΔ. Ετσι οι πιθανότητες να καταστεί ένας τρίτος σημαντικός πόλος του κομματικού συστήματος μειώνονται. Το πιο πιθανό είναι να έχουμε στο μέλλον ένα διπολικό σύστημα με ένα ανίσχυρο Κέντρο. Πολλά στελέχη αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο και για αυτό πριν από την πόλωση δεν απέκλειαν ένα άνοιγμα προς τη ριζοσπαστική Αριστερά. Στη σημερινή συγκυρία, όμως, αυτό δεν είναι πια δυνατό. Η πρόεδρος του κόμματος, και η πλειοψηφία του ΠΑΣΟΚ που την στηρίζει, κέρδισε αυτή τη μάχη, αλλά θα χάσει τον πόλεμο. Δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει έναν σοβαρό τρίτο πόλο μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η Νέα Δημοκρατία. Βέβαια, η ΝΔ βγαίνει κερδισμένη. Πέρα από τη συσπείρωση και τη γενική αποδοχή του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει ενδυναμωθεί η αντιπολιτευτική πολιτική της. Αυτή ξεκίνησε με την έμφαση στα λάθη και τις αδυναμίες του ΣΥΡΙΖΑ, λάθη και αδυναμίες που σε ένα βαθμό ξεπεράστηκαν. Ο αρχηγός όμως της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνεχίζει την ίδια κριτική εναντίον ενός ΣΥΡΙΖΑ που δεν υπάρχει πια. Κατ' αυτόν τίποτα δεν έχει αλλάξει, τα ψέματα και οι αλλεπάλληλες κωλοτούμπες συνεχίζονται, ενώ το σταλινικό DNA των στενών συνεργατών του Πρωθυπουργού που δεν είναι δυνατόν να αλλάξει τούς οδηγεί προς τον αυταρχισμό και τη συστηματική υπόσκαψη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Με την παραπάνω στείρα αντιπολίτευση, με τη συνεχή εμμονή στις εκλογές «εδώ και τώρα» (που δεν θέλουν ούτε οι πολίτες ούτε οι εταίροι μας), καθώς και με την αμφιλεγόμενη έως αρνητική στάση στο θέμα της σύνθετης ονομασίας στο Σκοπιανό, ο αντιπολιτευτικός λόγος του προέδρου της ΝΔ ήταν καχεκτικός. Με την πόλωση όμως τού προσφέρεται ένα αναπάντεχο δώρο. Μια νέα κινητοποίηση ενός πιο ενωμένου κόμματος και ένας νέος λόγος που σίγουρα θα έχει απήχηση σε μια σημαντική μερίδα των συντηρητικών ψηφοφόρων.
Το μέλλον. Παρ' όλα τα παραπάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου θέλει την σταθερότητα, την αποφυγή ενός μετεμφυλιακού κλίματος και τη συνέχιση της ανοδικής οικονομικής πορείας. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, οι σκληροπυρηνικές κραυγές στον ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αμβλυνθούν και να ακουστούν σοβαρά οι φωνές σημαντικών στελεχών που θέλουν όσο πιο γρήγορα γίνεται την άμβλυνση της κρίσης που σίγουρα βλάπτει τη χώρα. Τεράστιο σκάνδαλο υπάρχει, αλλά αντιμετωπίζεται κυρίως με αυστηρό έλεγχο και τιμωρία όλων αυτών που παρανομούν στον χώρο των ιατρών, των φαρμακοποιών και των διαφόρων ενδιάμεσων φορέων. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή κυριαρχούν αυτοί που θέλουν περισσότερο να τιμωρήσουν και λιγότερο να οικοδομήσουν.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 3/3/2018. 

O Μοντεσκιέ, η κοινωνία των πολιτών και το Μακεδονικό

Ο Μοντεσκιέ στις αρχές του 18ου αιώνα αναρωτήθηκε γιατί η Αγγλία είχε ένα πολιτικό σύστημα πιο δημοκρατικό από αυτό της Γαλλίας. Κατά τον γάλλο φιλόσοφο, ο οποίος ήταν βαθιά επηρεασμένος από τις ιδέες του Διαφωτισμού, η εξήγηση έγκειται στο ότι στην αγγλική περίπτωση διαμορφώθηκαν σταδιακά ισχυρά «ενδιάμεσα στρώματα» (corps intermediaires) μεταξύ μονάρχη και λαού - ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα τα οποία, στην εποχή που έγραφε, λειτουργούσαν ως ανάχωμα στον βασιλικό/κρατικό απολυταρχισμό. Τέτοια αναχώματα, κατά τον Μοντεσκιέ, ήταν πολύ πιο καχεκτικά στην Γαλλία. Αν για τον Μαρξ η κοινωνία των πολιτών (civil society) είναι ο ευρύς, μη κρατικός χώρος όπου η αστική τάξη έχει τη βάση της, για τον γάλλο διανοητή ο όρος «κοινωνία των πολιτών» αναφέρεται σε κοινωνικά στρώματα που αντιστέκονται στον κρατικό επεκτατισμό/δεσποτισμό. Σε αυτή τη δεύτερη εκδοχή της κοινωνίας των πολιτών, δεν είναι οι ελέγχοντες τα μέσα παραγωγής αλλά αυτοί που ελέγχουν τα μέσα κυριαρχίας, καθώς και η σχέση των τελευταίων με τον «λαό» που είναι το κέντρο του προβληματισμού. Από αυτήν τη σκοπιά, ισχυρά, σχετικά αυτόνομα από το κράτος και τα κόμματα ενδιάμεσα στρώματα ευνοούν τους δημοκρατικούς θεσμούς κατά δύο τρόπους. Λειτουργούν ως ανάχωμα στον κρατικό επεκτατισμό, ενώ συγχρόνως προστατεύουν τις πολιτικές ηγεσίες από τις αδιαμεσολάβητες λαϊκές πιέσεις για μαξιμαλιστικές λύσεις «εδώ και τώρα» - λύσεις τις οποίες προτείνουν εκ των άνω δημαγωγοί διαφόρων τύπων.

Η επικαιρότητα του Μοντεσκιέ σήμερα

Νομίζω πως η ανάλυση του Μοντεσκιέ μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί το μακεδονικό πρόβλημα παραμένει άλυτο εδώ και 25 χρόνια. Μας βοηθά επίσης να καταλάβουμε γιατί σήμερα όλες σχεδόν οι χώρες του κόσμου αναγνωρίζουν τη γείτονα ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Πρόκειται για μια συντριπτική ελληνική ήττα τα αίτια της οποίας οι πολιτικές ελίτ της χώρας αρνούνται να εξετάσουν σε βάθος. Μια από τις πιο βασικές, αν όχι η πιο βασική αιτία αυτής της ήττας, οφείλεται λιγότερο στην ιστορική άγνοια, αχαριστία, απληστία κ.τ.λ. των «ξένων» και περισσότερο στο ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, κόμματα και MME δεν έχουν πει την αλήθεια στον κόσμο. Δεν τολμούν δηλαδή - για ιδεολογικούς, ψηφοθηρικούς ή άλλους λόγους - να δώσουν στον μέσο άνθρωπο το μίνιμουμ της πληροφόρησης που είναι αναγκαία για τη διαμόρφωση μιας σοβαρής και υπεύθυνης στάσης πάνω σε θέματα που τον αφορούν άμεσα. Ετσι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο σε φανατικές, εθνοκαπηλικές μειοψηφίες να διαμορφώνουν ανενόχλητες την κοινή γνώμη.
Ποια είναι η αλήθεια, την οποία σίγουρα γνωρίζουν οι κομματικές ηγεσίες, που αποσιωπήθηκε στο Μακεδονικό, αποσιώπηση που οδήγησε στο σημερινό αδιέξοδο; H αλήθεια αυτή έχει να κάνει με το ότι η Μακεδονία δεν είναι μόνο ελληνική - και αυτό για τον απλούστατο λόγο ότι πέρα από την ελληνική υπάρχουν άλλες δύο Μακεδονίες εκτός ελληνικών συνόρων όπου δεν κατοικούν Ελληνες. Μετά τους Βαλκανικούς και τον A' Παγκόσμιο Πόλεμο ο γεωγραφικός χώρος της Μακεδονίας μοιράστηκε σε τρία μέρη. H Ελλάδα πήρε το 53%, η Σερβία το 33% και η Βουλγαρία - ως η χώρα που έχασε στους πολέμους - το μικρότερο κομμάτι. Με το να προσπαθούμε να έχουμε το μονοπώλιο του όρου, με το να λέμε πως η Μακεδονία είναι «μία και είναι ελληνική», είτε παραλογιζόμαστε είτε υπονοούμε έναν επεκτατικό αλυτρωτισμό. Υπονοούμε πως πρέπει αργά ή γρήγορα να αποκτήσουμε και τις άλλες δύο μακεδονικές περιοχές που τώρα βρίσκονται σε «ξένα» χέρια. Παρ' όλο το παράλογο του επιχειρήματος, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών δεν τόλμησε να διαφωτίσει τον λαό, δεν τόλμησε να εναντιωθεί στα φανατισμένα πλήθη που, κάτω από την επιρροή εκκλησιαστικών και άλλων πατριδοκαπηλικών κύκλων, βρίσκονταν σε πλήρες σκότος ως προς το τι ακριβώς διακυβευόταν στο θέμα της ονομασίας.
Ούτε ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μπόρεσε να αντισταθεί στα μαζικά συλλαλητήρια και στις διάφορες άλλες λαϊκιστικές πιέσεις της εποχής. Απέρριψε το λεγόμενο πακέτο Πινέιρο (που πρότεινε τη σύνθετη ονομασία) ξέροντας πολύ καλά ότι αυτή η απόρριψη θα οδηγούσε σε χειρότερες για τα εθνικά συμφέροντα λύσεις. Τουλάχιστον όμως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, μετά το αναπόφευκτο φιάσκο, είχε το θάρρος να αναγνωρίσει το σφάλμα του - πράγμα το οποίο δεν συνέβη με άλλους παράγοντες που ευθύνονταν εξίσου, αν όχι περισσότερο, για το τελικό αποτέλεσμα. Δεν είδαμε για παράδειγμα ούτε ίχνος αυτοκριτικής από τον χώρο της Εκκλησίας ούτε από τον βασικό αρχιτέκτονα του μακεδονικού φιάσκου, τον Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος ακόμα και σήμερα εξακολουθεί την άκρως λαϊκιστική ρητορική του.
Η ανάλυση του Μοντεσκιέ περί μη αυτόνομων, ενδιάμεσων στρωμάτων που δηλώνει μια καχεκτική κοινωνία των πολιτών, επηρέασε σημαντικά θεωρίες περί εθνικισμού και λαϊκισμού. Σίγουρα φωτίζει την ελληνική περίπτωση όπου βλέπουμε ένα δεσποτικό κράτος να αποδυναμώνει τα ενδιάμεσα στρώματα μέσω μιας ολοκληρωτικής διείσδυσης στην κοινωνία. Διείσδυσης που επιβάλλει την κομματικοκρατική λογική σε όλους τους θεσμικούς χώρους - από το πανεπιστήμιο και τον αθλητισμό μέχρι τα επαγγέλματα. Σε αυτό το ασταθές, ρευστό πλαίσιο, μισαλλόδοξες «υπερπατριωτικές» ελίτ φανατίζουν τα πλήθη τα οποία στη συνέχεια πιέζουν τις κυβερνήσεις να ακολουθήσουν αυτοκαταστροφικές πολιτικές. Δηλαδή πολιτικές που βλάπτουν τα γενικά συμφέροντα της χώρας. Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα με το Μακεδονικό, με τα μαζικά συλλαλητήρια και τη διαμάχη για την ονομασία.

Η αντίδραση της αντιπολίτευσης

Ο Πρωθυπουργός, αψηφώντας τους ψευτοπαλικαρισμούς του αρχηγού των ΑΝΕΛ, δήλωσε ξεκάθαρα την αποδοχή της σύνθετης ονομασίας. Πιο πρόσφατα, ο υπουργός Εξωτερικών έδωσε στον κ. Νίμιτς ένα «σχέδιο συμφώνου» το οποίο παρουσίασε στην ηγεσία της ΠΓΔΜ. Το σχέδιο αναφέρεται στα προβλήματα του αλυτρωτισμού, στη σύνθετη ονομασία, στη σλαβική διάλεκτο και θα ισχύει έναντι όλων και στις αλλαγές του Συντάγματος. Το παραπάνω διάβημα φαίνεται να αντικαθιστά το προηγούμενο μακρόσυρτο σχέδιο του «οδοιπορικού», με σκοπό την επιτάχυνση των διαπραγματεύσεων. Πρόκειται για μια προσπάθεια, η τελευταία, για να βρεθεί μια λύση σε ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί τη χώρα για ένα τέταρτο του αιώνα. Αρα, ανεξάρτητα από τα λάθη της κυβέρνησης, όλα τα κόμματα έπρεπε να την υποστηρίξουν. Παρ' όλα αυτά, η αντίδραση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν ουδέτερη έως αρνητική. Με το επιχείρημα, μεταξύ άλλων, πως οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις και τα μαζικά συλλαλητήρια έδειξαν πως η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν θέλει ονομασία που να εμπεριέχει τον όρο Μακεδονία. Αρα, σαν καλός δημοκράτης και πατριώτης, ο πρόεδρος της ΝΔ αναγκάζεται να συμφωνήσει με τη «φωνή του λαού». Αυτό όμως που έπρεπε να πει ο αρχηγός της ΝΔ είναι πως η «φωνή του λαού» δεν είναι γνήσια. Αφού αυτοί που συμμετείχαν στα δύο μαζικά συλλαλητήρια προφανώς δεν ξέρουν πως η άρνηση της σύνθετης ονομασίας θα οδηγούσε σε αρνητικά/καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας. Πιο συγκεκριμένα: μια τυχόν απαίτηση της ελληνικής κυβέρνησης να διατηρήσει το μονοπώλιο του όρου «Μακεδονία» θα οδηγούσε στον τερματισμό των διαπραγματεύσεων. Η υπόθεση θα πήγαινε στις ελληνικές καλένδες. Αυτό θα πρόσφερε ένα αναπάντεχο δώρο στη γείτονα χώρα. Η Ελλάδα θα εκλαμβάνονταν ως η κυρίως υπεύθυνη για την αποτυχία και το ελληνικό βέτο θα αποδυναμώνονταν. Αφού οι ΗΠΑ και η ΕΕ θέλουν την ταχεία ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ για γεωπολιτικούς λόγους (αντίσταση στον ρωσικό επεκτατισμό στα Βαλκάνια). Με δεδομένη την κραυγαλέα ανισορροπία δύναμης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και της Ελλάδας, θα βρεθεί τρόπος να αγνοηθεί κάποια στιγμή το ελληνικό βέτο. Αν γίνει αυτό, θα βρεθεί η ΠΓΔΜ εντός της νατοϊκής οργάνωσης χωρίς να αλλάξει το τωρινό status quo. Δηλαδή χωρίς να χρειαστεί να αλλάξει τον αλυτρωτισμό του Συντάγματος και τη σημερινή ονομασία της.
Συμπέρασμα: Η τυχόν υπερίσχυση της μαξιμαλιστικής «υπερπατριωτικής» στάσης οδηγεί με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια σε μια κατάσταση εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που η πλειοψηφία του κόσμου επιθυμεί. Αυτό το συμπέρασμα το γνωρίζουν πολύ καλά όλες οι πολιτικές ελίτ αλλά δεν τολμούν να το πουν ξεκάθαρα στους πολίτες. Γίνονται έτσι οι πολιτικοί έρμαια των πιέσεων που τα συλλαλητήρια δημιουργούν. Αναφορικά δε με το Κίνημα Αλλαγής, αυτό δέχεται, υπό μια σειρά όρων, τη σύνθετη ονομασία. Στέκεται όμως αμήχανο απέναντι στην κυβερνητική στρατηγική.
Τέλος, δυο λόγια για το επιχείρημα πως η ΠΓΔΜ παραλογίζεται, αφού καταφεύγει σε ένα εξωφρενικό, αν όχι γελοίο αλυτρωτισμό. Ομως παρ' όλο που τα Σκόπια όντως παραλογίζονται, αυτός δεν είναι λόγος να παραλογιζόμαστε κι εμείς, και να υποστηρίζουμε λανθασμένες θέσεις που δεν ταιριάζουν σε μια χώρα που είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που έχει πίσω της δύο αιώνες κοινοβουλευτικής δημοκρατικής παράδοσης και η οποία μέσω των επενδύσεών της στην ΠΓΔΜ ελέγχει ένα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας της.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 10/2/2018. 

Καθολικότητα ή επιλεκτικότητα;

Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται με την τρέχουσα κυβερνητική ή αντιπολιτευτική φορολογική πολιτική. Προσπαθεί να εξετάσει τις διάφορες διαμάχες πάνω στον τρόπο που πρέπει να παρέχονται τα δημόσια αγαθά στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Το παραπάνω πρόβλημα σχετίζεται με τα όρια του κράτους πρόνοιας στις οικονομίες και κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Το κοινωνικό κράτος, όπως λειτουργεί σήμερα, αδυνατεί να παράσχει στους πολίτες τις υπηρεσίες που οι τελευταίοι απαιτούν από αυτό. Η ζήτηση για ποιοτικού χαρακτήρα κοινωνικές υπηρεσίες ξεπερνά κατά πολύ την προσφορά. Παίρνοντας την υγεία ως παράδειγμα, στις ανεπτυγμένες χώρες η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πολυδάπανων ιατρικών τεχνολογιών κάνει κυριολεκτικά αδύνατη τη διαιώνιση ενός συστήματος που έχει σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών σε όλους τους πολίτες - φτωχούς και πλούσιους. Νομίζω ότι το πρόβλημα της αδυναμίας του κράτους πρόνοιας να ανταποκριθεί στη γεωμετρικά αυξάνουσα ζήτηση δεν αμφισβητείται από κανέναν σοβαρό ερευνητή. Ξεκινώντας από αυτή τη διαπίστωση τρεις είναι οι βασικές λύσεις που προτείνονται για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου.

Ποιες είναι οι θέσεις της παραδοσιακής Αριστεράς

Η παραδοσιακή Αριστερά υποστηρίζει την αρχή της καθολικότητας των κοινωνικών παροχών, δηλαδή την ιδέα πως πρέπει, σε ό,τι αφορά τα δημόσια αγαθά, να προσφέρονται δωρεάν σε όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως οικονομικής ισχύος. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας και στην οποία πρέπει να στηριχθεί κάθε κοινωνική μεταρρύθμιση. Ξεκινώντας από αυτή τη θέση, ο μόνος τρόπος υπέρβασης του σημερινού κοινωνικού αδιεξόδου είναι η αύξηση των φόρων. Μόνο με μια ριζική αύξηση της φορολογίας θα μπορέσει το καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας να επιβιώσει.
Η παραπάνω λύση όμως έχει δύο βασικές αδυναμίες. Πρώτον, διαιωνίζει ένα σύστημα παροχών που είναι εξαιρετικά άδικο. Οπως πολλές εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει, η μερίδα του λέοντος των κοινωνικών πόρων στο καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας πηγαίνει κυρίως στις μεσαίες, σχετικά εύπορες τάξεις και όχι στο περιθωριοποιημένο 1/3 του πληθυσμού που τους έχει περισσότερο ανάγκη. Δεύτερον, η αύξηση της φορολογίας (μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή) αποθαρρύνει τις επενδύσεις, μειώνει την παραγωγικότητα της οικονομίας και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα: αντί να αυξήσει, μειώνει τα κρατικά έσοδα.

Η νεοφιλελεύθερη άποψη

Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που προτείνει η συμβατική Αριστερά. Κατά τη νεοφιλελεύθερη άποψη, το κοινωνικό κράτος, όπως αυτό αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, έχει πάρει τόσο τεράστιες διαστάσεις που αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Από αυτή την σκοπιά μια βασική προϋπόθεση για παραπέρα ανάπτυξη σήμερα είναι η μείωση της φορολογίας και η ριζική συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που είναι ένας πατερναλιστικός μηχανισμός, ένας μηχανισμός που ενθαρρύνει τον κοινωνικό παρασιτισμό. Σχηματικά, η νεοφιλελεύθερη φόρμουλα είναι: μείωση της φορολογίας, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αύξηση του παραγόμενου πλούτου και διάχυση του πλούτου προς τα κάτω μέσω των αυτόματων μηχανισμών της αγοράς (trickle down effect).
Το κύριο πρόβλημα με αυτή τη λύση είναι πως, αν όχι στη θεωρία τουλάχιστον στην πράξη, ο μηχανισμός της διάχυσης του πλούτου προς τους μη έχοντες δεν λειτουργεί. Οχι μόνο στο επίπεδο του κράτους - έθνους αλλά και στο παγκόσμιο επίπεδο τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής είναι η ένταση των ανισοτήτων, η τερατώδης συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ενός μικρού αριθμού κροίσων και η παραπέρα περιθωριοποίηση των οικονομικά αδύνατων τάξεων.

Η τρίτη λύση: ανακατανομή πόρων

Η τρίτη λύση στο σημερινό κοινωνικό αδιέξοδο υποστηρίζει όχι τόσο την αύξηση όσο τη ριζική ανακατανομή των κοινωνικών πόρων. Κατά αυτήν την άποψη, το κοινωνικό κράτος με τους πόρους που διαθέτει σήμερα θα μπορούσε να προσφέρει υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες μόνο στα μη εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αυτή η αντίληψη λαμβάνει σοβαρά υπόψη της πως, είτε μας αρέσει είτε όχι, ζούμε σε κοινωνίες ενταγμένες σε ένα παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα. Σε τέτοιες κοινωνίες η αρχή της καθολικότητας των παροχών, αντί να αμβλύνει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, το εντείνει. Αυτό σημαίνει, όσον αφορά τις υπηρεσίες του κοινωνικού κράτους, όσο το δυνατόν λιγότερες δωρεάν υπηρεσίες στα εύπορα στρώματα, μερική βοήθεια στα μεσαία και πλήρη κάλυψη αναγκών των οικονομικά ευάλωτων στρωμάτων.
Για να δώσω ένα παράδειγμα στη χώρα μας, για ποιο λόγο η πανεπιστημιακή παιδεία να είναι δωρεάν όχι μόνο για τα παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες αλλά και για αυτά των μεγαλογιατρών και μεγαλοδικηγόρων, παιδιά που, εκτός από όλα τα άλλα, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μπουν στο πανεπιστήμιο; Η εμμονή στις μη στοχευμένες καθολικές παροχές σε μια κοινωνία που είναι εξαιρετικά άνιση απλώς εντείνει τις ανισότητες. Μια προοδευτική στρατηγική πρέπει να προωθεί στοχευμένες και συγχρόνως γενναιόδωρες παροχές. Στοχευμένες στους μη έχοντες στους οποίους η πανεπιστημιακή παιδεία (πτυχιακή και μεταπτυχιακή) πρέπει να είναι πραγματικά δωρεάν. Δηλαδή οι παροχές να καλύπτουν όχι μόνο τα δίδακτρα αλλά και τα έξοδα διατροφής και κατοικίας.
Τέλος, με τις σημερινές ψηφιακές τεχνολογίες γίνεται πιο εύκολη η εφαρμογή της στοχευμένης καθολικότητας όχι μόνο στη δημόσια παιδεία αλλά και σε άλλους χώρους όπως σ' αυτούς των φαρμάκων, του νερού, των συγκοινωνιών κ.τ.λ. Στη χώρα μας το κοινωνικό τιμολόγιο στο ηλεκτρικό ρεύμα για φτωχά νοικοκυριά είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Συμπερασματικά, σε κοινωνίες όπου ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί η αρχή της μη στοχευμένης καθολικότητας των παροχών εντείνει τις ανισότητες και οδηγεί στην παροχή υπηρεσιών μέτριας ή και κακής ποιότητας. Μόνο το ξεπέρασμα του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να οδηγήσει ξανά, όπως στην «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975), σε μια μη στοχευμένη καθολικότητα. Για τη στιγμή, η στοχευμένη καθολικότητα (ή όπως προτιμώ να αποκαλώ γενναιόδωρη επιλεκτικότητα) είναι και πιο δίκαιη και μπορεί να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες στους οικονομικά αδύνατους πολίτες.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 20/1/2018. 

Σελίδα 1 από 9