Τρίτη, 29 Σεπτέμβριος 2020

Το προσφυγικό

Με την τραγωδία της Μόριας, το μεταναστευτικό βρίσκεται συνεχώς στο επίκεντρο των συζητήσεων στα ΜΜΕ. Είναι όμως βασικές διαστάσεις του προβλήματος που αγνοούνται ή δεν τονίζονται αρκετά.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση

Το κακό ξεκινάει από την Ευρώπη. Τα περισσότερα μέλη της ΕΕ αρνούνται να πάρουν τον αριθμό προσφύγων που τους αναλογεί. Οι δικαιολογίες είναι πολλές. Από τον φόβο του Ισλάμ και της διείσδυσης τζιχαντιστών μέχρι την πεποίθηση πως οι πρόσφυγες υπονομεύουν την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα των επιμέρους χωρών. Αλλά με αυτή την στάση το πρόβλημα δυστυχώς εντείνεται. Αφού λόγω της παγκοσμιοποίησης οι μεταναστευτικές ροές είναι αναπόφευκτες.
Ως γνωστόν, στην ΕΕ οι χώρες που έχουν τα περισσότερα προβλήματα βρίσκονται στον Νότο. Χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, λόγω της γεωγραφικής τους θέσης, τις θεωρούν οι μετανάστες γέφυρες για το πέρασμα στις πιο αναπτυγμένες, χώρες του Βορρά. Δυστυχώς οι ευρωπαϊκές κοινοτικές αρχές δεν προσπαθούν να αντιμετωπίσουν μια κατάσταση που μέρα με τη μέρα χειροτερεύει. Με τη δικαιολογία πως τα αυστηρά μέτρα που πρέπει να ληφθούν μπορεί να οδηγήσουν στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αρνούνται να δεχτούν τη δίκαιη κατανομή του βάρους. Πρόκειται όμως για μια υποκριτική δικαιολογία. Σήμερα, λόγω της συμφωνίας Γαλλίας-Γερμανίας για τη δημιουργία του ταμείου κοινωνικής στήριξης, ο κίνδυνος μιας κατάρρευσης της ΕΕ έχει εξαφανιστεί. Το αντίθετο. Οι ενοποιητικές διαδικασίες προχωρούν ενώ η ΕΕ, μετά τις ΗΠΑ και τη Κίνα, τείνει να γίνει ο τρίτος βασικός παίκτης – αν όχι στο γεωπολιτικό, σίγουρα στην κοινωνικοοικονομική παγκόσμια αρένα. Είναι για αυτόν τον λόγο που μετά το Brexit καμιά χώρα δεν επιθυμεί να αποχωρήσει από την ΕΕ.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αποφασίσουν να πάρουν πολύ πιο σοβαρά μέτρα έναντι αυτών που σφυρίζουν αδιάφορα όταν τους τίθεται το θέμα της δίκαιης κατανομής του προσφυγικού βάρους. Με αυτό τον τρόπο όλο το βάρος μετατοπίζεται μόνο στις χώρες του Νότου. Χώρες που είναι αδύνατον να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα αποτελεσματικά.

Η ελληνική κυβέρνηση

Σε ό,τι αφορά την Μόρια, η ΝΔ είχε να αντιμετωπίσει μια πρωτοφανή ανθρωπιστική κρίση. Σε ένα νησί όπου οι εγκαταστάσεις για τους πρόσφυγες μπορούσε να στεγάσει δύο με τρεις χιλιάδες ανθρώπους, αυτή την στιγμή υπάρχουν πάνω από δώδεκα χιλιάδες. Αυτό κάνει τη ζωή αφόρητη, όχι μόνο για τους πρόσφυγες αλλά και για τους ντόπιους. Είναι προφανές πως ο μεταναστευτικός πληθυσμός της Λέσβου, καθώς και των άλλων νησιών με παρόμοια προβλήματα, έπρεπε να διασπαρθεί ισομερώς σε όλους τους δήμους της χώρας. Μόνο έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί η συσσώρευση ανθρώπων σε ένα πλαίσιο απόλυτης εξαθλίωσης.
Αυτή η κίνηση ήταν αρχικά δύσκολη. Η συμφωνία της ΕΕ με την Τουρκία υπαγόρευε να παραμείνουν οι πρόσφυγες στον αρχικό χώρο εισόδου. Στην πράξη αυτή η συμφωνία έπαψε να ισχύει. Η κυβέρνηση όμως, γι μικροκομματικούς λόγους, δεν προχώρησε έγκαιρα και αποτελεσματικά στη μετακίνηση των προσφύγων στον ηπειρωτικό χώρο. Η πλειοψηφία των δημάρχων που στηρίζουν την ΝΔ αρνήθηκαν να βοηθήσουν στην αποσυμφόρηση των νησιών. Το ίδιο και η πλειοψηφία των κατοίκων του κάθε δήμου που δεν θέλουν «φασαρίες» στον τόπο τους. Από παπάδες, χρυσαυγήτες αλλά και μη ακροδεξιούς πολίτες, η πλειονότητα θέλει την ησυχία της.
Η κυβέρνηση δικαιολογεί αυτή την κατάσταση με το επιχείρημα πως δεν είναι δυνατόν να πάει εναντίον στην πλειοψηφία των κατοίκων που αρνούνται να ακολουθήσουν τον πιο δίκαιο και δημοκρατικό τρόπο κατανομής των προσφυγικών βαρών. Αλλά οι κρατικές ελίτ δεν πρέπει να δέχονται άκριτα μια κατασκευασμένη από τα τωρινά ΜΜΕ «κοινή γνώμη». Μια κοινή γνώμη που δεν θέλει να δεχτεί κατά δίκαιο τρόπο τα βάρη του προσφυγικού. Οι πραγματικοί ηγέτες όμως δεν κρύβονται πίσω από κάθε είδους κοινής γνώμης. Προσπαθούν να την διαμορφώσουν και να την αλλάξουν με δημοκρατικό τρόπο. Όταν αποφεύγουν αυτή τη δύσκολη διαδικασία, λαϊκίζουν. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το κομματικό και λιγότερο για το εθνικό συμφέρον.
Με βάση τα παραπάνω, είναι προφανές πως δεν είναι μόνο οι ηγέτες της ΕΕ αλλά και οι νεοδημοκράτες δήμαρχοι που «σφυρίζουν αδιάφορα». Αν θέλουμε όμως να αποφύγουμε και άλλες Μόριες, αυτό πρέπει να αλλάξει άμεσα.

Ο δρόμος προς τα μπρος

Όταν ήρθε η κυβέρνηση της ΝΔ στην εξουσία, υποσχέθηκε πως θα λύσει το μεταναστευτικό γρήγορα. Στην αρχή κατάργησε το Υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής. Είχε όμως το θάρρος να παραδεχθεί το λάθος της και να το επανασυστήσει. Σήμερα όμως οι ισχυρές δυνάμεις εντός και εκτός κόμματος απαιτούν μια οπισθοδρομική αυταρχική πολιτική. Προτείνουν τον πολλαπλασιασμό των χώρων αποκλεισμού. Μιλούν ακόμα και για την εγκατάσταση μεταναστών σε ξερονήσια. Αλλά μια τέτοια στρατηγική αυταρχικού τύπου θα οδηγήσει σε πλήρες αδιέξοδο.
Συμπέρασμα: Με δεδομένη την ακινησία της ΕΕ, πρέπει να αντιληφθούμε πως οι περισσότεροι μετανάστες θα παραμείνουν στη χώρα μόνιμα. Άρα θα πρέπει και με τη βοήθεια ευρωπαϊκών πόρων να δημιουργήσουμε ένα συνεκτικό σφαιρικοί σχέδιο ένταξης των προσφύγων στον οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό/εκπαιδευτικό χώρο. Αυτό θα πάρει πολύ χρόνο και θα απαιτήσει σημαντικούς πόρους. Από την άλλη μεριά η ένταξη θα αμβλύνει τη γήρανση του πληθυσμού και, μέσο/μακροπρόθεσμα, θα βοηθήσει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Με δύο λόγια, η ανθρώπινη ένταξη των μεταναστών είναι η μόνη δημοκρατική, προοδευτική λύση. Κάθε άλλη λύση θα μας πάει προς τα πίσω.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα της Κυριακής" στις 27/9/2020. 

Ελληνοτουρκικά: Το θέμα των διαπραγματεύσεων

1) Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της Metron Analysis (ΒΗΜΑ, 6/9/20) τίθεται η ερώτηση «Ποια είναι η πιθανότητα συνομιλιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας;». Ένας μεγάλος αριθμός πολιτών (39%) απάντησε πως οι πιθανότητες θα είναι μεγάλες αν οι συνομιλίες βασιστούν σε θέματα που θα τεθούν και από τις δύο πλευρές. Από την άλλη μεριά, το 43% απάντησε πως οι συνομιλίες πρέπει να αφορούν θέματα που εμείς νομίζουμε πως είναι ανοιχτά. Τέλος, ένα 13% απάντησε πως δεν υπάρχουν πιθανότητες συνομιλιών.

2) Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μήπως πρέπει η κυβέρνηση να αναθεωρήσει την τωρινή θέση της πως η βασική προϋπόθεση για την έναρξη των συνομιλιών είναι πως το μόνο θέμα προς συζήτηση είναι η διαφορά των δύο χωρών στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ; Σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο, ο τούρκος υπουργός εξωτερικών Τσαβούσογλου επανέλαβε πως η Τουρκία θα δεχθεί τις διαπραγματεύσεις μόνο αν η ελληνική κυβέρνηση πάψει να θέτει προϋποθέσεις όπως αυτή πως η συζήτηση πρέπει να περιοριστεί στο θέμα υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ.
Η κυβερνητική στάση δεν είναι μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη. Είναι λανθασμένη γιατί η νομολογία στην περίπτωση ενός νησιού μιας χώρας κοντά στις ακτές μιας άλλης χώρας έχει περιορισμένη επήρεια. Η αντίληψη πως το δίκαιο της θάλασσας νομιμοποιεί όλα τα επιχειρήματα μας είναι μια παρερμηνεία. Κάθε νομιμοποίηση εξαρτάται και από το πλαίσιο. Είναι για αυτόν τον λόγο που οι μόνες αποδεκτές λύσεις είναι τα υπερεθνικά δικαστήρια, όπως αυτό της Χάγης. Δικαστήρια που ερμηνεύουν, σε κάθε περίπτωση, το δίκαιο της θάλασσας. Όπως σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες, συμπεριλαμβανομένης της νομικής, δεν υπάρχουν «σιδηροί νόμοι» που ισχύουν εκτός τόπου και χρόνου. Για παράδειγμα, ο Μιχάλης Μητσός (ΝΕΑ, 5/9/20, σελ. 50) αναφέρει πως «σχεδόν όλες οι νησιωτικές διαμάχες που είχαν καταλήξει σε διεθνή διαιτησία, από το Σεν Πιερ και Μικελόν (με πρωτοβουλία της Νέας Γης) μέχρι τα νησιά Κερκένα (με πρωτοβουλία Λιβύης) έχουν καταλήξει σε μικρότερες ΑΟΖ».
Βέβαια, στη δική μας περίπτωση το τωρινό status quo υπέρ της χώρας μας αναγράφεται στη Σύμβαση για το Θαλάσσιο Δίκαιο του 1983 (η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη σύμβαση και αυτό δεν την δεσμεύει). Νομικά έχουμε δίκιο να επιμένουμε πως το μόνο αμφισβητούμενο πρόβλημα είναι η υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ – αφού με την τωρινή πολιτική της η Τουρκία παραβιάζει την Συνθήκη της Λοζάνης. Το θέμα όμως είναι πως στη σημερινή συγκυρία μπορεί να αναγκαστούμε να επιλέξουμε μεταξύ της νομιμότητας των θέσεών μας και ενός πιθανού πολέμου. Ποια επιλογή συμφέρει τη χώρα μας; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση απαιτείται να εξετάσουμε την πιθανότητα ενός θερμού επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει σε γενικευμένη στρατιωτική σύρραξη.

3) Η απόρριψη ή αποτυχία των συνομιλιών, όπως σχεδόν όλοι ομολογούν, εντείνει τους κινδύνους ενός θερμού επεισοδίου. Επεισοδίου που μπορεί να οδηγήσει, όπως αναφέρθηκε, σε στρατιωτική σύγκρουση. Δηλαδή σε πόλεμο που όσο σύντομος και αν είναι, σημαίνει τεράστιες υλικές απώλειες που θα μας πάνε πολλά χρόνια πίσω. Κυρίως όμως θα οδηγήσει και σε ανθρώπινες απώλειες. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να εξακολουθεί να επιμένει στη μαξιμαλιστική θέση της; Δεν βλέπει τους μεγάλους κινδύνους που ο μαξιμαλισμός της μπορεί να δημιουργήσει; Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στις πολυάριθμες συνομιλίες που είχε η κυβέρνησή του με τους τούρκους, δέχονταν τις συνομιλίες επί όλων των διαφορών. Γιατί ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει το ίδιο στο πλαίσιο των επερχόμενων ελληνοτουρκικών συνομιλιών; Ελπίζω η κυρία Μέρκελ να τον πιέσει να αλλάξει την στενόμυαλη θέση του.

4) Υπάρχει βέβαια το επιχείρημα πως η Τουρκία δεν θα τολμήσει να προκαλέσει ένα θερμό επεισόδιο, όπως για παράδειγμα την κατάληψη ελληνικών βραχονησίδων που θεωρεί πως της ανήκουν. Αλλά αυτού του είδους ο εφησυχασμός δεν πείθει. Η ιδέα πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θα επιτρέψει κάτι τέτοιο είναι όνειρο θερινής νυκτός. Βέβαια και η ΕΕ και οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν στην τουρκική βιαιότητα, αλλά μόνο στα λόγια. Ακόμα και η Γαλλία, η κύρια σύμμαχός μας, μπορεί να προχωρήσει σε στρατιωτικά μέτρα εναντίον του Ερντογάν για να προστατέψει τα δικά της συμφέροντα στην Λιβύη και αλλού. Σίγουρα δεν θα το κάνει για να αποτρέψει μια τουρκική βίαιη παρέμβαση στη χώρα μας.
Υπάρχει και ένα δεύτερο επιχείρημα που οδηγεί την κυβέρνηση να συνεχίζει την τωρινή αδιέξοδη πολιτική της. Ισχυρίζεται πως αν η ΕΕ επιβάλει κυρώσεις που θα βλάψουν σοβαρά την ήδη καταρρέουσα τουρκική οικονομία ο Ερντογάν δεν θα προχωρήσει σε μια κίνηση που μπορεί να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο. Η κυβέρνησή όμως πρέπει να λάβει υπόψη της πως οι κυρώσεις που η ΕΕ θα επιβάλει , είτε είναι ουσιαστικές είτε όχι, μπορεί να εξαγριώσουν τον απρόβλεπτο σουλτάνο. Είναι πιθανό οι κυρώσεις να οδηγήσουν στο αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ευχόμαστε. Γιατί μπορεί ο Ερντογάν, με το να δημιουργήσει ένα θερμό επεισόδιο, να ενισχύσει τη δημοτικότητά του που αυτή την στιγμή, λόγω της οικονομικής κρίσης, έχει πάρει την κατιούσα.

5) Όσο για τις στρατιωτικές μας δυνάμεις, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η αποτελεσματική οργάνωση, οι νέοι εξοπλισμοί και κυρίως η αποφασιστικότητα των ανδρών και γυναικών να προστατεύσουν τα ελληνικά σύνορα, θα αντιδράσουν γενναία σε κάθε τουρκική βιαιότητα. Όμως αυτό δεν σημαίνει, όπως μερικοί πιστεύουν, πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε πολεμικά τον αντίπαλο. Έναν αντίπαλο που είναι μεγάλη δύναμη. Αφού παρ' όλη την οικονομική κρίση που περνά έχει τον μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ, έχει στρατιωτικές βάσεις σε πολλές χώρες και επεμβαίνει δυναμικά στην Λιβύη, στην Συρία και αλλού. Ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός και βίαιος επεκτατισμός σε πολλές χώρες είναι παράλογος για τη γείτονα χώρα. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει λιγότερο το τι γίνεται στην Μεσόγειο γενικά και περισσότερο να σώσουμε τη χώρα από έναν καταστροφικό πόλεμο.

Συμπέρασμα: Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με τη γείτονα χώρα είναι η έναρξη διαπραγματεύσεων στη βάση αποδοχής πως υπάρχουν, πέρα από τη διαφορά μας στο θέμα της υφαλοκρηπίδας, και άλλες διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Αν η κυβέρνηση εξακολουθήσει να επιμένει πως είναι μόνο μία η διαφορά, η Τουρκία θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις ή θα τις σαμποτάρει εκ των έσω. Η αποφυγή ή αποτυχία των διαπραγματεύσεων κλείνει τον δρόμο προς την Χάγη. Τον μόνο δρόμο που, όπως πολλοί σοβαροί αναλυτές από διάφορες παρατάξεις έχουν υποστηρίξει, είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγουμε το τωρινό αδιέξοδο. Βέβαια η λύση δεν θα έρθει άμεσα. Αλλά η επιτυχία των διαπραγματεύσεων μπορεί να είναι το πρώτο βήμα στην πορεία για ένα συνυποσχετικό που θα οδηγήσει στην Χάγη. Είναι καιρός η κυβέρνηση να αλλάξει πολιτική και να πάψει να φοβάται πως κάθε αλλαγή στάσης θα θεωρηθεί από τους υπερπατριώτες οπαδούς της ως προδοσία.
Τέλος, στα θέματα των διαπραγματεύσεων δεν πρέπει μόνο να αλλάξει η στρατηγική της κυβέρνησης αλλά και αυτή της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία έχει στο θέμα των διαπραγματεύσεων σχεδόν παρόμοια στρατηγική με αυτή της ΝΔ. Παρ' όλη τη σοβαρή εσωτερική αντιπολίτευση, ο πρόεδρος του κόμματος στηρίζει την κυβέρνηση στο θέμα των διαπραγματεύσεων. Στη βάση των νέων δεδομένων που ανέφερα πιο πάνω, ο Αλέξης Τσίπρας πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση. Όταν ένα μεγάλο μέρος των πολιτών κατανοώντας την επικινδυνότητα της κατάστασης πιστεύει πως στις συνομιλίες θα πρέπει να εξεταστούν όχι μόνο μία αλλά και άλλες διαφορές που οι χώρες έχουν μεταξύ τους, ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του τι λέει αυτή η μερίδα πολιτών. Το κύριο θέμα δεν είναι οι σοβαρές κυρώσεις, είναι η επιτυχία των διαπραγματεύσεων που μπορεί να οδηγήσει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Για να το επαναλάβω, μόνο η Χάγη μπορεί να εκδικάσει τι πρέπει να δώσουμε και τι πρέπει να πάρουμε.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 19/9/2020. 

Η πολιτική του Ερντογάν μετά την Αγία Σοφία

1. Η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί βοήθησε τον Ερντογάν να ανεβάσει τη δημοτικότητά του – μια στιγμή, που λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης της χώρας του, έχει πάρει την κατιούσα. Αυτή η κίνηση οδήγησε μεν στη διεθνή κατακραυγή, αλλά κέρδισε την στήριξη των τούρκων πιστών και των υπερπατριωτών. Με αυτή την κίνηση ο Ερντογάν απορρίπτει κατηγορηματικά τον κεμαλικό εκσυγχρονισμό και οδηγεί τη χώρα στην οπισθοδρομική ισλαμοποίηση.

2. Μια δεύτερη κίνηση προς την ίδια κατεύθυνση, δηλαδή μια κίνηση που θα ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη δημοτικότητά του, θα ήταν η κατάληψη μιας ή περισσοτέρων βραχονησίδων που η Τουρκία δεν θεωρεί πως ανήκουν στην ελληνική επικράτεια. Αυτό σίγουρα θα οδηγούσε σε αντιδράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων συμμάχων. Αντιδράσεις όμως που δεν θα οδηγούσαν από τα λόγια στις πράξεις (π.χ. με την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων). Η κυρία Μέρκελ δεν θέλει επ' ουδενί λόγο να ταράξει τα ύδατα στην σχέση της με τον Ερντογάν – τουλάχιστον όσο αυτή παραμένει στην καγκελαρία.

3. Πώς θα αντιδράσει η κυβέρνηση σε περίπτωση που ο Ερντογάν αγνοήσει τις συμβουλές της κυρίας Μέρκελ και καταλάβει μια ελληνική βραχονησίδα; Ο πρωθυπουργός έχει δύο εναλλακτικές λύσεις. Η πρώτη, μάλλον απίθανη, είναι να προσπαθήσει να κινητοποιήσει τους συμμάχους μας στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ, στα Ηνωμένα Έθνη και αλλού για να επέμβουν δυναμικά. Σίγουρα θα υπάρξουν έντονες διαμαρτυρίες, αλλά μόνο στα λόγια. Σε αυτή την περίπτωση, η ακινησία της κυβέρνησης θα θεωρηθεί από πολλούς, κυρίως υπερπατριώτες, ως προδοσία. Η δεύτερη λύση είναι η άμεση στρατιωτική απάντηση. Είναι η αντιμετώπιση της παράνομης τουρκικής βίας με τη δίκαιη ελληνική στρατιωτική επέμβαση. Θα υπάρξουν βέβαια προσπάθειες από τους συμμάχους μας για να σταματήσει όσο πιο γρήγορα γίνεται μια στρατιωτική σύγκρουση. Δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο πως ο απρόβλεπτος Ερντογάν θα συμμορφωθεί. Μπορεί κάλλιστα να παίζει τον παλικαρά στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αφού έχει να αντιμετωπίσει την αντίδραση μιας χώρας που είναι στρατιωτικά λιγότερο ισχυρή. Γιατί όσο ηρωικός και ετοιμοπόλεμος και αν είναι ο ελληνικός στρατός, η Τουρκία αργά ή γρήγορα θα επικρατήσει.
Βέβαια ο Ερντογάν θα μπορούσε να επιλέξει μια παρέμβαση όχι στο Αιγαίο, αλλά στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτή την περίπτωση όμως θα είχε να αντιμετωπίσει πολύ πιο σοβαρούς αντιπάλους – από το Ισραήλ και την Αίγυπτο μέχρι την Γαλλία. Σε αυτό το πλαίσιο βέβαια, οι ψευτοπαληκαρισμοί του σουλτάνου δεν πιάνουν.

4. Ο μόνος τρόπος αποφυγής του παραπάνω καταστροφικού για τη χώρα μας σεναρίου, όπως έχουν πολλοί επανειλημμένα υποστηρίξει, είναι η προσφυγή στο Δικαστήριο της Χάγης. Το επιχείρημα αυτών που διαφωνούν με την παραπάνω λύση είναι πως ο Ερντογάν θα την απορρίψει. Αλλά αυτό που αγνοούμε είναι πως ο τούρκος πρόεδρος έχει απορρίψει και θα εξακολουθήσει να απορρίπτει την προσφυγή στην Χάγη όσο η ελληνική κυβέρνηση θέλει Χάγη α-λα-καρτ. Δηλαδή το δικαστήριο να ασχοληθεί μόνο με τις διαφορές μας στο πλαίσιο της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, και όχι με τις άλλες διαφορές που κατά την γνώμη της κυβέρνησης δεν υπάρχουν. Εάν όμως δεχόμασταν το προφανές, δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο πως ο Ερντογάν θα απέρριπτε μια προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο. Για παράδειγμα, πρόσφατα ο τούρκος πρόεδρος μέσω του Ιμπραήμ Κενίν, δήλωσε πως η Τουρκία δέχεται την έναρξη συνομιλιών που θα ασχοληθούν με όλα τα θέματα, όχι μόνο με αυτά που μας συμφέρουν (βλ. Καθημερινή, 26/7/2020). Αυτή η τουρκική στάση δυστυχώς απορρίπτεται από τη χώρα μας. Όπως τόνισε ο υπουργός εξωτερικών Νίκος Δένδιας (Το Βήμα, 2/8/2020), οι συζητήσεις με την Τουρκία θα περιοριστούν στις διαφορές που έχουμε σε ό,τι αφορά την υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ (στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο). Κατά τον κύριο Δένδια, κάθε άλλη διεύρυνση θα μας οδηγούσε σε μια παγίδα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, σίγουρα η γείτονα χώρα θα απορρίψει τις διαπραγματεύσεις. Άρα οι συνομιλίες θα αποτύχουν. Δηλαδή θα γίνει πολύς θόρυβος για το τίποτα.
Εάν η κυβέρνηση δεχόταν την τουρκική πρόταση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει όχι σε συνομιλίες φούμαρα, αλλά σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις με μεσοπρόθεσμο στόχο ένα συνυποσχετικό για μια προσφυγή σε ένα διεθνές δικαστήριο που θα αποφασίσει σε ποιες διαφορές έχουμε δίκιο και σε ποιες δεν έχουμε.

5. Βέβαια δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις αποφάσεις του δικαστηρίου. Αλλά όπως σχεδόν όλοι πιστεύουν με βάση τις αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου, θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μια απόφαση της Χάγης που δεν θα οδηγήσει στο να πάρουμε χωρίς να δώσουμε, θα φέρει σε πολύ δύσκολη θέση τον πρωθυπουργό. Οι «σαμαρικοί» θα αντιδράσουν δυναμικά, αφού μια τέτοια εξέλιξη θα υπέσκαπτε τη συνοχή του κόμματος. Την ίδια αρνητική αντίδραση μπορεί να προβλέψει κανείς σε ό,τι αφορά την πλειοψηφία των πολιτών – διότι κανένα κόμμα δεν είχε το θάρρος να πει στον κόσμο την αλήθεια. Δηλαδή πως υπάρχουν και άλλες διαφορές μεταξύ των χωρών.

Συμπέρασμα. Ο μόνος τρόπος να τα βρούμε με την Τουρκία είναι μέσω της δικαστικής απόφασης του Διεθνούς Δικαστηρίου. Άλλη λύση απλά δεν υπάρχει. Δυστυχώς για την στιγμή, κανένα κόμμα δεν λέει τα σύκα σύκα και την σκάφη σκάφη. Είναι καιρός όμως τα κόμματα να συμφωνήσουν στη μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή μιας εθνικής καταστροφής. Δυστυχώς για την στιγμή, μια τέτοια λύση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 15/8/2020. 

Η στρατηγική των συμμαχιών

1. Στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ πολλά μέλη αντιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Κατά αυτούς, το κόμμα θα παρέμενε αριστερό αν δεν δεχόταν να αλλοιωθεί με όλους αυτούς που θέλουν να συμμαχήσουν με τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά απαιτούν να κρατήσουν ένα μέρος της αυτονομίας τους. Έτσι, για την εσωτερική κομματική αντιπολίτευση το κόμμα θα έπρεπε να δέχεται μόνο όσους ήθελαν να ενταχθούν άμεσα στην κομματική οργάνωση. Το τωρινό άνοιγμα οδηγεί σε μπαλώματα, σε βαρίδια που καταργούν τον γνήσιο αριστερό χαρακτήρα του κόμματος.

2. Στην πραγματικότητα όμως το 20% των ψηφοφόρων που αποτελεί τη μόνιμη βάση του κόμματος συμφωνούν με τον Τσίπρα και όχι με αυτούς που νοιάζονται περισσότερο με την αριστεροσύνη και λιγότερο με τις πιθανότητες μιας προοδευτικής αλλαγής. Αυτό το 20% των ψηφοφόρων, όχι θεωρητικά αλλά πρακτικά, παραμένει πιστό στην τωρινή στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιλαμβάνεται τα παλιά και τωρινά σφάλματά του, αλλά εξακολουθεί να στηρίζει την πρώτη φορά αριστερή κυβέρνηση στη σημερινή μορφή της. Όσοι αγνοούν τα παραπάνω, αντί να κοιτάζουν προς τα μπρος κοιτάνε προς τα πίσω. Βασικά υποστηρίζουν μια «γνήσια» αριστερή πολιτική, μια στρατηγική που αν επιβάλλονταν θα ενδυνάμωνε την Δεξιά – κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που ο Κόρμπιν έφερε τον έξαλλο νεοφιλελεύθερο Τζόνσον στην εξουσία.

3. Σήμερα η στρατηγική των συμμαχιών, όπως αυτή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είναι ο μόνος τρόπος για να αλλάξει η σημερινή κατάσταση προς έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, μια στρατηγική συμμαχιών πολιτικών δυνάμεων που αντιτίθενται στον εθνολαϊκισμό από τη μια μεριά και στον νεοφιλελευθερισμό από την άλλη. Αποτελεί το μόνο ανάχωμα που μπορεί να αμβλύνει τις δυο παραπάνω βαρβαρότητες. Πολιτικών δυνάμεων όπως είναι τα ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα τύπου ΣΥΡΙΖΑ/Podemos/Bloco, τα πολιτικά φιλελεύθερα και τα ραγδαία ανερχόμενα πράσινα κόμματα στην Ευρώπη. Σε αυτή την κατηγορία θα μπορούσε κανείς να εντάξει το πορτογαλικό κομμουνιστικό κόμμα που στηρίζει τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Κόστα. Τελειώνω με δύο λόγια για το τι πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Χρειάζεται λιγότερο αντιθέσεις για τον χαρακτήρα του κόμματος και περισσότερο αυτογνωσία, σοβαρή αυτοκριτική (χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές). Χρειάζεται επίσης συνοχή γύρω από τον Πρόεδρο και στήριξη της τωρινής στρατηγικής που στοχεύει σε προοδευτικές πολιτικές, πολιτικές που θα ωφελήσουν τους περιθωριοποιημένους πιστούς οπαδούς του. Κατά την γνώμη μου, από το φθινόπωρο τα οικονομικά προβλήματα (όπως η ανεργία και οι ανισότητες) θα ενταθούν. Η δημοσκοπική διαφορά μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης θα μειωθεί σημαντικά. Βέβαια δεν μπορεί κανείς να προβλέψει τις πολιτικές εξελίξεις μακροχρόνια. Αυτό όμως που μπορεί να προβλεφθεί είναι πως οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ στηρίζουν και θα εξακολουθούν να στηρίζουν το κόμμα στην τωρινή μορφή του.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" (1/8/2020). 

Όταν το κομματικό συμφέρον υπερισχύει του εθνικού

Το φαινόμενο της μικροκομματικής/ψηφοθηρικής λογικής συνέβαινε και εξακολουθεί να συμβαίνει σε όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων των ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ. Αλλά όπως θα δείξω, η Νέα Δημοκρατία έχει τα πρωτεία. Σε τρεις τομείς: στις Πρέσπες, στο προσφυγικό και στο θέμα της Χάγης.

Πρέσπες

Σίγουρα ο τότε αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης ήξερε πολύ καλά πως με την Συμφωνία των Πρεσπών λύθηκε ένα πρόβλημα που για χρόνια ταλάνιζε τη χώρα μας. Επρόκειτο για μια συμφωνία που έκανε την Ελλάδα να πάψει να είναι το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιτυχία ήταν τόσο μεγάλη που ο Τσίπρας και ο Ζάεφ προτάθηκαν για το Νόμπελ Ειρήνης. Αν όμως η ΝΔ έλεγε την αλήθεια, δηλαδή πως η συμφωνία ήταν η καλύτερη που θα μπορούσαμε να πετύχουμε, θα έχανε ψήφους. Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τους χιλιάδες «υπερπατριώτεες» που θα κατηγορούσαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη ότι πρόδωσε τα «ιερά και όσια της πατρίδας».

Το προσφυγικό

Δεν θα αναφερθώ εδώ στα σοβαρά λάθη της νεοδημοκρατικής κυβέρνησης, λάθη που σε έναν βαθμό τα παραδέχτηκε. Θα αναφερθώ σε ένα διαφορετικό θέμα. Στο ότι παρά την άθλια κατάσταση των προσφύγων στα νησιά και την εντεινόμενη δυσαρέσκεια των κατοίκων, η κυβέρνηση απέφυγε και εξακολουθεί να αποφεύγει τη μεταφορά της πλειοψηφίας των προσφύγων στην ενδοχώρα. Με υπερφίαλες δικαιολογίες: πως κάτι τέτοιο θα αγνοούσε τα ήδη συμφωνηθέντα με τους ευρωπαίους για την Τουρκία, πως δεν υπάρχουν κατάλληλες υποδομές για να στεγαστούν οι μετανάστες στην ενδοχώρα κτλ. Ο πραγματικός λόγος όμως για την κυβερνητική άρνηση να βοηθήσει και τους πρόσφυγες και τους κατοίκους των νησιών ήταν και σε αυτή την περίπτωση η απώλεια ψήφων. Οι δήμαρχοι που στην πλειοψηφία τους είναι νεοδημοκράτες δεν ήθελαν επ' ουδενί λόγω τους πρόσφυγες στους δήμους τους. Το ίδιο βέβαια και οι κάτοικοι της κάθε περιοχής που δεν θέλουν «μπελάδες» σε σχέση με τους πρόσφυγες/μετανάστες. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη λύση στο πρόβλημα αγνοήθηκε και εδώ για ψηφοθηρικούς λόγους.

Η Χάγη

Όπως έχω τονίσει πολλές φορές, ο μόνος τρόπος να αμβλύνουμε τις διαφορές μας με την Τουρκία είναι η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Βέβαια, η κυβέρνηση υποστηρίζει πως δεν απορρίπτει αυτή τη λύση. Αλλά με την προϋπόθεση πως η προσφυγή μας στην Χάγη θα περιορίζεται στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ. Αφού δεν υπάρχουν άλλες διαφορές. Το πρόβλημα όμως είναι πως υπάρχουν. Και επειδή υπάρχουν, η ιδέα της προσφυγής που προτείνει η κυβέρνηση θα απορριφθεί από την Τουρκία. Έτσι η στρατηγική της κυβέρνησης είναι «βλέποντας και κάνοντας». Ελπίζει στην στήριξη που θα έχουμε από τους συμμάχους μας. Αλλά σίγουρα ο πρωθυπουργός ξέρει πολύ καλά πως σε περίπτωση μιας στρατιωτικής σύρραξης, ούτε η στήριξη της Ευρώπης ούτε των ΗΠΑ θα περάσει από τα λόγια στην πράξη. Η άλλη δικαιολογία για την αποφυγή της Χάγης είναι πως ο στρατός μας είναι ετοιμοπόλεμος και η ηρωική αντίστασή του σε περίπτωση επεισοδίου δεδομένη. Ο εφησυχασμός όμως είναι μια λανθασμένη στάση. Σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, η τουρκική κυβέρνηση σίγουρα θα προσφύγει στη βία. Για παράδειγμα, θα καταλάβει μία η περισσότερες μη κατοικημένες νησίδες που δεν δέχεται ότι είναι μέρος της ελληνικής επικράτειας. Τι θα κάνει σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα; Θα αναγκαστεί να εμπλακεί σε μια στρατιωτική σύρραξη που, με δεδομένη τη συντριπτική ανισορροπία δύναμης μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, η γείτονα χώρα θα κερδίσει. Πρόκειται για μια πιθανή καταστροφική εξέλιξη για τη χώρα μας. Με δύο λόγια, η ΝΔ ξέρει πολύ καλά πως μια ουσιαστική προσφυγή μας στην Χάγη, δηλαδή χωρίς τις απίθανες προϋποθέσεις που θέτει, θα έχει ως αποτέλεσμα να πάρουμε, αλλά και να δώσουμε. Κάτι τέτοιο όμως χιλιάδες ψηφοφόροι θα θεωρήσουν ως προδοσία. Είναι ακριβώς αυτό που θέλει να αποφύγει η κυβέρνηση. Αλλά σε αυτή την περίπτωση μπορεί να οδηγηθούμε σε μια εθνική τραγωδία. Πώς είναι δυνατόν η κυβέρνηση να ακολουθεί μια τόσο μυωπική πολιτική;

Συμπέρασμα

Και στις Πρέσπες και στο προσφυγικό, αλλά και στο θέμα της Χάγης η κυβέρνηση ακολουθεί μια μικροκομματική, ψηφοθηρική πολιτική που υποσκάπτει συνειδητά τα εθνικά συμφέροντα.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 28/6/2020. 

Όταν η εκκλησία απογοητεύει

Α. Όταν μετά τον θάνατο του Τζωρτζ Φλόυντ ο αρχιεπίσκοπος της Αμερικής Ελπιδοφόρος λαμβάνει μέρος σε μια μαζική διαδήλωση κρατώντας το πλακάτ «Black lives matter», όταν εκατομμύρια άνθρωποι στις περισσότερες πόλεις του δυτικού κόσμου (και στην Ελλάδα) διαμαρτύρονται εναντίον του ρατσισμού της κυβέρνησης Τραμπ, η Ιερά Σύνοδος ασχολείται με ήσσονος σημασίας ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, η εκκλησιαστική ιεραρχία αποκηρύσσει τη γιόγκα ως μη χριστιανική. Ως πρακτική ξένη στις παραδόσεις της ορθόδοξης εκκλησίας. Πώς είναι δυνατόν ο μεν αρχιεπίσκοπος Αμερικής να συμμετέχει ενεργά σε μια διαμαρτυρία με αντικείμενο το υπέρτατο δικαίωμα στη ζωή ενώ η δική μας Ιερά Σύνοδος να ασχολείται με ανύπαρκτα προβλήματα; Πώς είναι δυνατόν ο επικεφαλής της ορθόδοξης εκκλησίας στην Αμερική να ασχολείται με την ουσία, με τον ανθρώπινο πόνο, με τη δίκαιη και ίση μεταχείριση των περιθωριοποιημένων και καταφρονεμένων και οι δικοί μας ιεράρχες να ασχολούνται με τη γιόγκα; Με μια πρακτική που ακολουθούν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο χωρίς να είναι βουδιστές, αφού αποδεδειγμένα βοηθάει στην υγεία και στο ευ ζην. Την εμπιστεύονται ακόμα και γιατροί σε διάφορα νοσοκομεία στις ΗΠΑ και αλλού. Προτείνουν ασκήσεις τύπου γιόγκα και διαλογισμού κυρίως σε ασθενείς με ψυχολογικά προβλήματα. Πώς εξηγείται η στενομυαλιά της Ιεράς Συνόδου;

Β. Αναπόφευκτα ο επόμενος συνειρμός μου είναι η συνεχιζόμενη περίφημη διαμάχη γύρω από τον τρόπο διδασκαλίας των θρησκευτικών. Ως γνωστόν, σε πολλές χώρες υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ της κατήχησης που διδάσκεται στον χώρο της εκκλησίας και της θρησκειολογίας που διδάσκεται στα σχολεία. Στη δεύτερη περίπτωση, οι μαθητές μαθαίνουν για την οργάνωση και εξέλιξη των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων – από τον χριστιανισμό μέχρι τον ιουδαϊσμό και τον ισλαμισμό. Γιατί επιμένει η εκκλησία η κατήχηση να μη περιορίζεται στη δική της σφαίρα αλλά να αποτελεί και αντικείμενο σχολικού μαθήματος; Πώς εξηγείται αυτός ο μυωπικός προσανατολισμός στο πλαίσιο ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, ενός κόσμου όπου ο πολιτισμικός απομονωτισμός είναι αδύνατον να επιτευχθεί; Όταν μια εκκλησία ορθώνει τείχη μεσαιωνικού τύπου, αργά η γρήγορα θα εγκαταλειφθεί από πιστούς που θεωρούν πως η θρησκευτικότητα πρέπει όχι να ταυτίζεται αλλά να συμβαδίζει με τη λογική και την επιστήμη.

Γ. Βεβαία, υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν στη χώρα μας πεφωτισμένοι ιεράρχες, θεολόγοι, φιλόσοφοι και ιστορικοί της ορθοδοξίας. Υπάρχουν επίσης κληρικοί που δεν γυρίζουν την πλάτη τους στον έξω κόσμο. Για παράδειγμα, η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών της Ιεράς Μητρόπολης Δημητριάδος οργανώνει τακτικά διεθνή συνέδρια και δημοσιεύει πάνω σε θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, η πολυπολιτισμικότητα, η σχέση φύλου και θρησκείας (βλ. τον ενδιαφέροντα τόμο Ορθοδοξία και Νεωτερικότητα, Ίνδικτος, 2007). Δυστυχώς όμως η πλειοψηφία στην Ιερά Σύνοδο αδιαφορεί για τέτοια θέματα αιχμής στο σύγχρονο κόσμο. Ασχολείται με τη γιόγκα, αναλώνεται σε εθνολαϊκιστικές παρεμβάσεις όπως παλαιότερα με το θέμα των ταυτοτήτων και πρόσφατα με αυτό της Συμφωνίας των Πρεσπών. Και όλα τα παραπάνω σε ένα γραφειοκρατικό πλαίσιο όπου οι ιερείς αμείβονται από το κράτος.

Δ. Εδώ πρέπει να πως πολλοί νέοι αντιδρούν στις θρησκευτικές γραφειοκρατικές ιεραρχίες και στα δόγματα. Αυτό δεν τους οδηγεί στην αθεΐα. Προσπαθούν να ξαναβρούν μια θρησκευτική πνευματικότητα εκτός των καθιερωμένων εκκλησιών. Ψάχνουν στον χώρο που ο διάσημος φιλόσοφος Charles Taylor στο κλασσικό έργο του A Secular Age (2007) αποκαλεί «εκφραστική θρησκευτικότητα». Αυτό το σταδιακό πέρασμα από την γραφειοκρατική/δογματική θρησκευτικότητα σε αυτή που δίνει έμφαση στην άμεση σχέση μεταξύ του ανθρώπου και του θείου εξελίσσεται ραγδαία στο σύγχρονο κόσμο (βλ. Heelas και Woodhead, The Spiritual Revolution, 2005 και Lynch, The New Spirituality, 2007). Αυτά είναι θέματα που με έχουν απασχολήσει για πολλά χρόνια.

Ε. Τελειώνοντας, πρέπει να σημειώσουμε πως η Ορθοδοξία εμπνέει προσωπικότητες που εγκαταλείπουν τον προτεσταντισμό και στρέφονται προς αυτήν. Θεωρούν πώς η ορθόδοξη θρησκεία βρίσκεται κοντύτερα στη διδασκαλία των Πατέρων. Αλλά στην περίπτωσή τους, η έμφαση είναι στην ορθόδοξη πνευματικότητα και όχι στην αρτηριοσκληρωτική νοοτροπία πολλών ιεραρχών σήμερα. Θυμίζω ότι ο πατριάρχης Βαρθολομαίος έγινε γνωστός παγκοσμίως ως ο «πράσινος πατριάρχης». Υπό την ηγεσία του οργανώθηκαν ταξίδια σε διάφορα μέρη του πλανήτη για την προστασία των μολυσμένων θαλασσών και ποταμών. Σε αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν προσωπικότητες όχι μόνο από τον χριστιανικό κόσμο (καθολικό, προτεσταντικό και ορθόδοξο), αλλά και από άλλες θρησκείες. Αυτού του είδους τα προβλήματα δεν φαίνεται να απασχολούν την Ιερά Σύνοδο. Γιατί;

Συμπέρασμα: Είναι καιρός η Εκκλησία μας να ανοιχτεί προς τον έξω κόσμο. Να καθοδηγήσει το ποίμνιό της κατά διαφορετικό τρόπο. Κατά τρόπο που θα δώσει νέα πνοή βοηθώντας όλους αυτούς που σήμερα αναζητούν πνευματικές διεξόδους και που είναι βαθιά απογοητευμένοι από τις θέσεις και τις πρακτικές της σημερινής ηγεσίας της Εκκλησίας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 14/6/2020. 

Ξεχάσαμε την Χάγη;

Στο κείμενο αυτό δεν θα ασχοληθώ με τα πολλά και περίπλοκα θέματα που μας χωρίζουν από τις τουρκικές θέσεις. Αλλά, ως μη ειδικός, θα προσπαθήσω να θέσω μερικά ερωτήματα σχετικά με το γιατί αποφεύγουμε να πάμε στην Χάγη χωρίς να θέσουμε προϋποθέσεις που, όπως θα υποστηρίξω πιο κάτω, κάνουν την προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο τελείως άσκοπη.

1. Με την άκρως επιθετική πολιτική της Τουρκίας στον Έβρο καθώς και με τις εξωφρενικές απαιτήσεις της στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Λιβύη, το θέμα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ξεχάστηκε. Είτε δεν συζητιέται καθόλου είτε η έμφαση δίνεται στις διαπραγματεύσεις που πιθανόν δεν θα καταλήξουν πουθενά και κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε πλήρες αδιέξοδο.

2. Βέβαια, η κυβέρνηση δεν αποκλείει την προσφυγή στην Χάγη, αλλά με την προϋπόθεση πως το δικαστήριο θα αποφασίσει μόνο για τις διαφορές μας στα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ αφού το ελληνικό επιχείρημα είναι πως με βάση την Συμφωνία της Λωζάνης και του διεθνούς δικαίου της θάλασσας δεν υπάρχει άλλο θέμα προς εκδίκαση. Είναι όμως προφανές πως αυτή η θέση δεν θα γίνει αποδεκτή από τη γείτονα χώρα. Αφού υπάρχουν μια σειρά από άλλα θέματα προς επίλυση μεταξύ των δύο χωρών (βλ. άρθρο του Αλέξη Ηρακλείδη στα Νέα, 25/4/2020).

3. Για πολλούς, από τον Χρήστο Ροζάκη, τον Λουκά Τσούκαλη και τον Παναγιώτη Ιωακειμίδη μέχρι τον Γιώργο Παπανδρέου και την Ντόρα Μπακογιάννη, με διάφορες βέβαια παραλλαγές, η προσφυγή στην Χάγη είναι η μόνη ελπίδα να βρεθεί μια λύση. Υπό την προϋπόθεση βέβαια να δεχτούμε πως από μια απόφαση του δικαστηρίου θα κερδίσουμε, αλλά και θα χάσουμε διότι υπάρχουν περισσότερες διαφορές από αυτές της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

4. Η κυβέρνηση αποφεύγει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της προσφυγής μας στο Διεθνές Δικαστήριο ξέροντας ότι με αυτόν τον τρόπο η Χάγη «μπαίνει στο χρονοντούλαπο». Γιατί η κυβέρνηση παίρνει αυτή την στάση; Διότι γνωρίζει Γιατί ξέρει πολύ καλά πως με βάση τις αποφάσεις του δικαστηρίου «θα πάρουμε αλλά και θα δώσουμε». Ξέρει επίσης πως μια τέτοια απόφαση θα θεωρηθεί από έναν μεγάλο αριθμό πολιτών ως προδοσία. Άρα με αυτή την πολιτική ο μικροκομματικός λαϊκισμός εξαφανίζει τον ρεαλισμό, όπως έγινε και στην περίπτωση των Πρεσπών.

5. Σήμερα η κυβέρνηση, έχοντας θέσει τις κόκκινες γραμμές της, υποστηρίζει πως κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να παραβλέψει αυτές τις γραμμές και να προσπαθήσει δια της βίας να υλοποιήσει τις απαιτήσεις της θα αντιμετωπιστεί ανάλογα. Αυτό σημαίνει πως σε περίπτωση ενός θερμού επεισοδίου, τυχαίου η σκόπιμου από την Τουρκία, αν η γείτονα χώρα αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές της Ελλάδας για να υλοποιήσει την επεκτατική πολιτική της, εμείς θα αναγκαστούμε να αμυνθούμε στρατιωτικά.

6. Ο ελληνικός στρατός είναι σήμερα και καλά εξοπλισμένος και σίγουρα θα αμυνθεί ηρωικά στην τουρκική επιθετικότητα. Αλλά δεδομένης της ανισορροπίας δύναμης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σε περίπτωση που η τελευταία αγνοήσει τις κόκκινες γραμμές μας (αν, για παράδειγμα, καταλάβει μια νησίδα όπου η Τουρκία αμφισβητεί την κυριαρχία μας), αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια στρατιωτική σύρραξη. Σύρραξη που σίγουρα θα έχει καταστροφικά αποτελέσματα για τη χώρα μας.

7. Με βάση τα παραπάνω, το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: αφού δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση από αυτή της Χάγης, γιατί κωλυσιεργούμε; Γιατί ακολουθούμε, μυωπικά κατά την γνώμη μου, τη βήμα προς βήμα προσέγγιση; Φυσικά, αν το δικαστήριο δεν μας δώσει δίκιο σε όλες τις απαιτήσεις μας, πράγμα σίγουρο, πολλοί θα θεωρήσουν πως η Χάγη ευνοεί την Τουρκία. Πολλοί θα πάνε και πιο πέρα. Θα θεωρήσουν τους δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου ως πιόνια της Τουρκίας ή άλλων δυνάμεων. Θα πρόκειται βέβαια για φαντασιώσεις, για συνομωσιολογίες που ως γνωστόν είναι πολύ διαδεδομένες στη χώρα μας. Εάν δεχτούμε την αυτονομία του Διεθνούς Δικαστηρίου, γιατί φοβόμαστε την προσφυγή μας στην Χάγη; Αν πράγματι έχουμε δίκιο σε όλα, πέρα από τα θέματα της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ, γιατί αποκλείουμε την περίπτωση οι δικαστές να συμφωνήσουν μαζί μας;

8. Ο Άγγελος Συρίγος, βουλευτής της ΝΔ, έχει υποστηρίξει ότι στο παρελθόν δεν αντιδράσαμε αμέσως στις παραβιάσεις των συνόρων μας, κυρίως στον εναέριο χώρο. Και βεβαία, μετά την σχέση Τουρκίας-Λιβύης τα πράγματα χειροτέρευσαν. Κατά τον Συρίγο, «στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα για ένα σοβαρό κράτος είναι με ποιον τρόπο μπορεί να αποτρέψει την άσκηση στρατιωτικής πιέσεως από την Τουρκία. Σε αυτό πρέπει να επικεντρωθούμε» (Νέα, 18/4/2020). Κατά την γνώμη μου, το «πρέπει να επικεντρωθούμε» δεν μας βοηθάει. Είναι ένας τρόπος να μην απαντηθεί το ερώτημα τι πρέπει να γίνει για να αποτραπεί η στρατιωτική σύρραξη. Και εδώ η προσφυγή στη Χάγη είναι παντελώς απούσα.

Συμπέρασμα

Λόγω Έβρου και Λιβύης, η προσφυγή μας στο δικαστήριο της Χάγης εξαφανίστηκε από τον δημόσιο διάλογο. Όταν η κυβέρνηση αναγκάζεται να τονίζει πως η προσφυγή μας στο Διεθνές Δικαστήριο είναι δυνατή μόνο αν το δικαστήριο ασχοληθεί αποκλειστικά με τις διαφορές των δύο χωρών στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η Χάγη ως προοπτική μπαίνει στο περιθώριο. Δυστυχώς όμως υπάρχουν και άλλες διαφορές τις οποίες η κυβέρνηση δεν θέλει να παραδεχθεί. Αυτή η αρνητική στάση εξηγείται από το ότι δεν συμφέρει κομματικά την ΝΔ. Θα κατηγορηθεί σίγουρα για προδοσία από τους «υπερπατριώτες» έλληνες. Τέλος, αν πηγαίναμε στην Χάγη, είναι σίγουρο πως θα κερδίζαμε αλλά και θα χάναμε. Αυτό είναι αναπόφευκτο, αλλά είναι προς το συμφέρον της χώρας.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 5/6/2020. 

Πανδημία και ανισότητες

Ως γνωστόν, το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών προς το τέλος της δεκαετίας του 70 οδήγησε στην ανικανότητα των κυβερνήσεων να ελέγξουν τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Έτσι οι πολυεθνικές κατόρθωσαν να διεισδύσουν την ημι-περιφέρεια και την περιφέρεια του καπιταλιστικού συστήματος, με αποτέλεσμα την ενδυνάμωση των αναπτυσσόμενων οικονομιών από τη μια μεριά, αλλά και την πρωτοφανή εκτίναξη των ανισοτήτων από την άλλη.

Οικονομικές ανισότητες

Με την πανδημία οι ανισότητες δεν αμβλύνθηκαν. Το αντίθετο. Ενώ οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι, μερικοί από τους πλούσιους έγιναν πλουσιότεροι. Με άλλα λόγια, η πανδημία οδήγησε όχι μόνο σε περαιτέρω φτωχοποίηση, αλλά και σε «πλουσιοποίηση».
Στη χώρα μας, όχι μόνο τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, αλλά και μια σειρά από μεγάλες επιχειρήσεις γιγαντώθηκαν. Για παράδειγμα, φαρμακευτικές εταιρείες ή επιχειρήσεις που ασχολούνται με την ψηφιοποίηση. Μετά την πτώση της τιμής του πετρελαίου, εφοπλιστικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν tankers ως μέσα αποθήκευσης ή μεταφοράς πετρελαίου. Έτσι παρατηρούμε στις προ-της-πανδημίας ανισότητες να προστίθενται αυτές που η τωρινή πρωτόγνωρη κατάσταση δημιούργησε.
Η κυβέρνηση απλά αγνόησε αυτή την εξέλιξη. Ή προσπαθεί να την συγκαλύψει με το περίφημο επίδομα των 800 ευρώ. Όπως όμως τόνισε ο Δημήτρης Χριστόπουλος σε ένα πρόσφατο άρθρο του, η Νέα Δημοκρατία πολύ σωστά περιόρισε το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης, αλλά για να νομιμοποιήσει αυτόν τον περιορισμό έπρεπε να μειώσει ριζικά τις τεράστιες ανισότητες που εμφανίστηκαν στην περίοδο του κορωνοϊού.
Θα μπορούσε βέβαια να ισχυριστεί κάποιος πως τα υπέρογκα κέρδη αυτών των εταιρειών θα οδηγήσουν σε νέες επενδύσεις, μειώνοντας έτσι την ανεργία. Αυτό όμως δεν είναι καθόλου σίγουρο. Τα κέρδη αυτών των εταιρειών θα έπρεπε να διοχετευθούν, μέσω μιας δίκαιης φορολογίας, στην αναβίωση μικρών επιχειρήσεων που η πανδημία κατέστρεψε.
Ο πρωθυπουργός κατέστησε σαφές πως δεν σκοπεύει η κυβέρνησή του να κάνει πρόωρες εκλογές. Πολλοί αναλυτές νομίζουν πως αυτό δεν είναι καθόλου σίγουρο και πως για να αποφύγει την απλή αναλογική στις επόμενες εκλογές, η ΝΔ μάλλον θα αλλάξει γνώμη. Δεν συμφωνώ με αυτή την πρόβλεψη. Γιατί με τις πρόωρες εκλογές ο πρωθυπουργός θα κερδίσει μεν έναν χρόνο επιπλέον, αλλά θα έχει να αντιμετωπίσει τα τεράστια οικονομικά προβλήματα που σίγουρα θα μειώσουν τη την τωρινή υψηλή δημοτικότητά του.

Πολιτικές ανισότητες

Δεν χρειάζεται να τονιστεί πως η ένταση των οικονομικών ανισοτήτων οδηγεί και στην ένταση των πολιτικών ανισοτήτων. Γιατί η παραπέρα συγκέντρωση του οικονομικού πλούτου στη κορυφή οδηγεί αυτόματα στη συγκέντρωση πολιτικής δύναμης. Οι λεγόμενοι ολιγάρχες της προ-πανδημικής περιόδου γίνονται πιο ισχυροί. Κυρίως στη χώρα μας όπου τα ΜΜΕ ελέγχονται, με λίγες εξαιρέσεις, από τους ίδιους.
Όσο για τις χώρες της ΕΕ, η σωστή επιβολή του εγκλεισμού στο σπίτι οδήγησε τις κυβερνήσεις να παίρνουν μερικές αποφάσεις που δεν επικυρώνονται κοινοβουλευτικά. Σε χώρες δημοκρατικές, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μετά την άρση των περισσότερων περιοριστικών μέτρων οι αποφάσεις δεν θα μπορούν πλέον να παίρνονται χωρίς συζήτηση και ψηφοφορία στη βουλή. Σε κυβερνήσεις όμως «αυταρχικής δημοκρατίας», όπως αυτή της Ουγγαρίας ή της Πολωνίας, το πιο πιθανό είναι η état d'exception να συνεχίσει και μετά το τέλος της πανδημίας. Για παράδειγμα, ο Όρμπαν μπορούσε μέχρι τώρα να πείσει τους εταίρους του στην ΕΕ πως υπήρχε ένα είδος ημι-δημοκρατίας στη χώρα του. Εάν όμως δεν καταργήσει τον μηχανισμό «εκτάκτων αποφάσεων» που η κυβέρνησή του πήρε στην έναρξη της πανδημίας, σίγουρα θα περάσουμε από μια αυταρχική δημοκρατία σε μια καθαρή δικτατορία (βλ. Economist, 25/4/20).

Παγκόσμιες ανισότητες

Σε αυτόν τον χώρο, οι επιχειρήσεις που ωφελήθηκαν θεαματικά από την πανδημία είναι οι μεγάλες tech-corporations - εταιρείες όπως οι Amazon, Google, Facebook κτλ. Τα κέρδη και η αξία αυτών των επιχειρήσεων εκτινάχτηκαν στα ύψη. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως οι γιγάντιες αυτές εταιρείες δημιούργησαν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Αυτή είναι βέβαια η καλή πλευρά της κατάστασης. Από την άλλη μεριά όμως, αυτού του είδους οι επιχειρήσεις-γίγαντες αποκτούν μια πολιτική δύναμη που υποσκάπτει τους δημοκρατικούς θεσμούς. Για παράδειγμα, από τη συσσώρευση προσωπικών δεδομένων μέχρι τη δημιουργία ενός παγκόσμιου Big Brother ικανού να επιβλέψει και να επηρεάσει τις κινήσεις μας, τις ιδέες μας, τα συναισθήματά μας. Με αλλά λόγια, οδηγούν σε αυτό που ο Τζωρτζ Όργουελ πριν από πολλά χρόνια, αποκάλεσε brave new world. Τέλος αξίζει να αναφερθεί εδώ πως μικρότερες ανταγωνιστικές εταιρείες, αργά ή γρήγορα, αναγκάζονται να ενταχθούν στους παγκόσμιους αυτούς κολοσσούς.

Συμπέρασμα

Η πανδημία οδήγησε σε νέες ανισότητες - οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές. Αυτές εντείνουν τις ήδη, πριν από τον κορωνοϊό, τεράστιες ανισότητες. Από την άλλη μεριά, απλοί άνθρωποι σε όλον τον πλανήτη πιστεύουν πως το τέλος της πανδημίας μπορεί να οδηγήσει σε έναν πιο ανθρώπινο κόσμο. Όπως μετά του Β Παγκοσμίου Πολέμου βλέπουμε ριζικές αλλαγές, έτσι και σήμερα ελπίζουν να υπάρξει ξανά μετά το τέλος της πανδημίας ένας καλύτερος, πιο ανθρώπινος κόσμος. Η προϋπόθεση όμως για κάτι τέτοιο είναι, μεταξύ άλλων, η μείωση των ανισοτήτων που υποσκάπτουν τα πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δικαιώματα των πολιτών.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 9/5/2020. 

Μετά την πανδημία

Για πολλούς η πανδημία έχει οδηγήσει στην επιστροφή του κράτους έθνους. Επιστροφή που θα συνεχίσει και μετά το τέλος της κρίσης.

1. Αυτή η θεωρία στηρίζεται στο ότι σήμερα η κάθε χώρα κλείνει τα σύνορά της και πολεμάει τον αόρατο εχθρό με τα δικά της μέτρα. Σε κάποιον βαθμό αυτό ισχύει. Ακόμα και σήμερα τα σύνορα παραμένουν μεν κλειστά, αλλά, για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ήδη ξεκινήσει ένα πρόγραμμα ενίσχυσης της κεφαλαιακής ρευστότητας με επαναγορά ομολόγων ύψους 750 δις ευρώ. Αυτό βέβαια δεν αρκεί, αλλά πάντως δείχνει πως τα τείχη αμβλύνονται.
Αλλά και πιο γενικά, η ιδέα πως μετά την τωρινή κρίση το κράτος θα συνεχίσει να παραμένει αυτόνομο είναι λανθασμένη. Όσο ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός επιβιώνει, και θα επιβιώνει για πολλά χρόνια ακόμη, η παγκοσμιοποίηση θα συνεχίσει να μειώνει την αυτονομία των εθνικών κρατών. Αφού η αδυναμία του κράτους να ελέγχει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων θα συνεχίζεται. Αυτό γίνεται ακόμα πιο προφανές αν περάσουμε από τον οικονομικό χώρο σε αυτόν των παγκόσμιων ΜΜΕ, της παγκοσμιοποιημένης τηλεόρασης, στα έξυπνα κινητά τηλέφωνα κτλ. Ακόμα και τα αυταρχικά καπιταλιστικά κράτη όπως η Κίνα, δεν καταφέρνουν πια να ελέγξουν εντός των εθνικών συνόρων ξένους τρόπους του σκέπτεσθαι και του ζην. Μόνο στο μη καπιταλιστικό, ολοκληρωτικό καθεστώς της Βόρειας Κορέας τα κρατικά τείχη κατορθώνουν να εμποδίσουν σχεδόν κάθε εξέλιξη προερχόμενη από το εξωτερικό. Με βάση τα παραπάνω νομίζω πως η συνεχιζόμενη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση και στον οικονομικό και στον πολιτισμικό χώρο δεν είναι συμβατή με την αυτονομία του κράτους έθνους. Βέβαια, τα κράτη ούτε θα εξαφανιστούν ούτε θα συρρικνωθούν σε ό,τι αφορά τους δημόσιους πόρους, αλλά θα συνεχίσουν να χάνουν ένα μεγάλο μέρος της αυτονομίας τους. Τα κρατικά τείχη που η κρίση επέφερε θα αμβλυνθούν ριζικά.

2. Από την άλλη μεριά όμως, η παγκοσμιοποίηση μπορεί να αλλάξει μορφή. Να γίνει δηλαδή λιγότερο νεοφιλελεύθερη, αν αρχίσουν να ελέγχονται οι τωρινές άναρχες αγορές από σοβαρούς παγκόσμιους πολιτικούς μηχανισμούς. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις τεράστιες «tech-corporations» (Amazon, Microsoft κτλ.) κατά τη διάρκεια της κρίσης έχουν αποκομίσει απίστευτα κέρδη. Λόγω της τεράστιας αύξησης κύκλου εργασιών έχουν κάνει χιλιάδες προσλήψεις. Από τη μια αυτό είναι πολύ θετικό σε μια εποχή αυξανόμενης ανεργίας, από την άλλη όμως τις γιγαντώνει περαιτερω. Η αυξανόμενη κατακραυγή εναντίον τους θα αναγκάσει τις κυβερνήσεις μετά την κρίση να επιβάλλουν δραστικούς ελέγχους (βλ. Economist, 4/4/2020). Αυτό σίγουρα δεν θα οδηγήσει στην αποπαγκοσμιοποίηση, αλλά θα κάνει τις παγκόσμιες αγορές λιγότερο άναρχες.
Επιπλέον πρέπει να ληφθεί υπόψη πως, πιο συγκεκριμένα, στο τέλος του Β Παγκόσμιου Πολέμου συγκλονιστικές αλλαγές οδήγησαν στην «επιστροφή του πολιτικού», δηλαδή στην χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας (1945-1975). Εποχή όπου το κράτους ήλεγξε σε έναν βαθμό την αγορά, μείωσε τις ανισότητες και ανέπτυξε το κράτος πρόνοιας. Ίσως μετά το τέλος της κορωνοϊκής κρίσης δούμε εξίσου συγκλονιστικές αλλαγές όχι πλέον στο επίπεδο του εθνικού κράτους αλλά σε ένα μεταεθνικό επίπεδο - ευρωπαϊκό ή/και παγκόσμιο. Γιατί η τωρινή κρίση έχει δημιουργήσει ένα συλλογικό ήθος, την αίσθηση στους περισσότερους ανθρώπους πως τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν ριζικά. Πως υπάρχουνε, για παράδειγμα, παγκόσμιοι κίνδυνοι που απαιτούν παγκόσμια αλληλεγγύη και παγκόσμιο πολιτικό συντονισμό. Από αυτή την άποψη, τέτοιες λύσεις δεν αφορούν μόνο τις πανδημίες και την κλιματική αλλαγή. Αφορούν επίσης τις πρωτοφανείς ανισότητες που οδηγούν στους λαϊκισμούς και στην υπόσκαψη της δημοκρατίας, στα παγκόσμια τρομοκρατικά δίκτυα, σε αυτά των ναρκωτικών, της παράνομης διακίνησης ανθρώπων κτλ.
Βέβαια, επειδή δεν υπάρχει ποτέ ένας αυστηρά ντετερμινιστικός μονόδρομος στις μελλοντικές κοινωνικές εξελίξεις, οι παγκόσμιοι πολιτικοί έλεγχοι μπορεί να έχουν θετικά αλλά και αρνητικά αποτελέσματα. Σε ό,τι αφορά τα δεύτερα, οι δικαιολογημένοι έλεγχοι των πολιτών στην περίοδο της πανδημίας μπορούν να συνεχίσουν και μετά την κρίση σε βαθμό που μέσω των νέων τεχνολογιών τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ανθρώπων, ακόμα και οι σκέψεις τους, να είναι στη διάθεση της πολιτικής εξουσίας. Να φτάσουμε δηλαδή έτσι σε ένα σημείο ολοκληρωτικής επιτήρησης εκ των άνω. Αυτό που ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς αναλύει σε βάθος στο νέο βιβλίο του (Ο αόρατος Λεβιάθαν. Πόλις, 2020). Ένα δεύτερο παράδειγμα πιθανού κινδύνου είναι η ραγδαία ανάπτυξη της ψηφιοποίησης στην περίοδο της κρίσης. Αυτό σίγουρα θα συνεχίσει με ταχύτερους ρυθμούς και μετά την κρίση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που θα ενισχύσει την παραγωγικότητα, αλλά θα διευρύνει το ψηφιακό χάσμα για όλους εκείνους που λόγω ηλικίας, εκπαίδευσης και μετανάστευσης δυσκολεύονται να ενταχθούν στον ψηφιακό κόσμο. Αν αυτό το σοβαρό πρόβλημα αγνοηθεί ή δεν αντιμετωπιστεί δραστικά θα δούμε την περιθωριοποίηση ενός σημαντικού αριθμού ανθρώπων.

3. Αν τα παραπάνω προβλήματα όμως λυθούν, οι παγκόσμιοι πολιτικοί έλεγχοι θα οδηγήσουν στην πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση των παγκόσμιων κινδύνων. Σε ό,τι αφορά την ΕΕ, κυρίως η Γερμανία αρνείται να προχωρήσει σε μια πιο αλληλέγγυα πολιτική έναντι των πιο αδύναμων οικονομιών. Οι περισσότεροι γερμανοί έχουν την εσφαλμένη ιδέα πως τα οφέλη που έχουν σήμερα οφείλονται αποκλειστικά στις δικές τους προσπάθειες. Άρα δεν έχουν καμιά υποχρέωση να βοηθήσουν τους οικονομικά αδύναμους. Οι γερμανικές ελίτ όμως ξέρουν πολύ καλά πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Για την στιγμή δεν έχουν το θάρρος να πουν στους ψηφοφόρους πως τα σημερινά οφέλη δεν οφείλονται μόνο στην εργασία τους. Οφείλονται επίσης σε μια «άνιση συναλλαγή» μεταξύ Νότου και Βορρά. Μια συναλλαγή που συστηματικά μεταφέρει πόρους από τονπρώτο στο δεύτερο. Πόρους που είναι πολύ πιο σημαντικοί από την ευρωζωνική βοήθεια. Αν και η Γερμανία έχει κατορθώσει για την ώρα να εμποδίσει την έκδοση ευρωομολόγου, υπό την πίεση του Νότου, της Λαγκάρντ και του Μακρόν, αναγκάστηκε να δεχθεί να δώσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πολύ περισσότερους πόρους κατά τρόπο που οι κίνδυνοι και τα οικονομικά βάρη να κατανέμονται κατά ένα σχετικά δίκαιο τρόπο. Γιατί μεσοπρόθεσμα η διάλυση της Ευρώπης δεν συμφέρει τη Γερμανία. Με άλλα λόγια, νομίζω πως η ευρωζώνη θα επιβιώσει. Δεν θα δούμε το τέλος της, αλλά μάλλον την άμβλυνση του γερμανικού αυταρχισμού. Πιο γενικά, η Ευρώπη θα γίνει η ελπίδα του κόσμου που έρχεται. Αφού ο ευρωπαϊκός ημι-σοσιαλδημοκρατικός καπιταλισμός, αντίθετα με τον νεοφιλελεύθερο και τον αυταρχικό καπιταλισμό, έχει δείξει τον δρόμο για μια πιο ανθρώπινη κοινωνία.

Συμπεράσματα: Η επιστροφή στην αυτονομία τους κράτους έθνους που η κορωνοϊκή κρίση έφερε δεν πρόκειται να συνεχίσει. Μετά το πέρας της κρίσης η παγκοσμιοποίηση θα συνεχίσει να οδηγεί στην άμβλυνση της αυτονομίας των κρατών. Οι πολυεθνικές θα διεισδύσουν ακόμα περισσότερο την περιφέρεια του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Ενώ στον χώρο των παγκοσμιοποιημένων ΜΜΕ, τα καπιταλιστικά αυταρχικά κράτη δεν θα μπορέσουν να ελέγξουν τις εξωτερικές πολιτισμικές επιρροές εντός των τειχών τους. Μπορεί όμως η παγκοσμιοποίηση να γίνει λιγότερο νεοφιλελεύθερη, από παγκόσμιους πολιτικούς μηχανισμούς, αφού η κρίση έχει δείξει πιο καθαρά πως οι πανδημίες, η κλιματική αλλαγή, τα παγκόσμια τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα, καθώς και οι πρωτοφανείς ανισότητες δημιουργούν κινδύνους για την ανθρωπότητα που μόνο ένας αποτελεσματικός υπερεθνικός πολιτικός έλεγχος μπορεί να αντιμετωπίσει. Βέβαια, με την προϋπόθεση πως αυτός ο έλεγχος δεν θα υποσκάψει τα πολιτικά δικαιώματα των πολιτών, όπως επιχειρεί να κάνει ο Όρμπαν. Το σοκ της κορωνοϊκής κρίσης και η επιθυμία των ανθρώπων για ριζικές παγκόσμιες αλλαγές δεν φτάνουν. Χρειάζεται και η βούληση ισχυρών ηγετών. Είναι ο συνδυασμός των τριών παραπάνω παραγόντων που μπορεί να οδηγήσει στον δρόμο προς τα μπρος.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 11/4/2020. 

1821-2021: Ο δρόμος προς τη νεωτερικότητα

Νεωτερικότητα

Η έννοια της νεωτερικότητας παίζει κεντρικό ρόλο στην ανάλυση των σύγχρονων κοινωνιών. Πρόκειται για έναν όρο πολυσημικό που ερμηνεύεται διαφορετικά ανάλογα με το κοινωνικοοικονομικό και ιστορικό πλαίσιο. Ο πιο συνηθισμένος ορισμός εστιάζεται στον πολιτισμικό χώρο. Κυρίως στις αξίες, ιδεολογίες και πρακτικές που απορρέουν από την Γαλλική Επανάσταση. Για παράδειγμα, η εναντίωση στον αυταρχισμό του ancien régime και το θρησκευτικό σκοταδισμό, η έμφαση στο ρασιοναλισμό, στην ατομική ελευθερία, στην ανάπτυξη της επιστήμης κτλ. Αυτού του είδους ο προσανατολισμός κυριαρχεί στους κύκλους φιλοσόφων, διανοητών, και μορφωμένων αριστοκρατών και αστών όχι μόνο στην προεπαναστατική Γαλλία αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό δείχνει πως για την ιδιαιτερότητα των νεωτερικών κοινωνιών η εστίαση πρέπει να είναι λιγότερο στα πολιτισμικά και περισσότερο στα κοινωνικά/δομικά χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που καθιστά μοναδικά τα χαρακτηριστικά της νεωτερικότητας είναι η σύνδεσή τους με ένα είδος κοινωνικής οργάνωσης που κυριάρχησε στην Δύση μετά την Αγγλική Βιομηχανική και την Γαλλική Επανάσταση. Αυτή η οργάνωση παρουσιάζει δύο κοινωνικο-δομικά χαρακτηριστικά που είναι μοναδικά, δεν εντοπίζονται δηλαδή ούτε κάν στις πλέον πολύπλοκες προνεωτερικές κοινωνίες. Αυτά είναι:
- η αποδυνάμωση της παραδοσιακής κοινότητας και η κινητοποίηση και ένταξη του πληθυσμού στο έθνος κράτος, και
- η ολική διαφοροποίηση των θεσμικών χώρων που ο καθένας έχει δυνητικά τη δική του λογική και δυναμική. Μια κατάσταση που οδηγεί στην ευρεία εξατομίκευση.
Λόγω έλλειψης χώρου και λόγω του ότι είναι το πρώτο χαρακτηριστικό που συνδέεται άμεσα με την Επανάσταση του 1821, δεν θα ασχοληθώ με το δεύτερο.

Κινητοποίηση και ένταξη στο έθνος κράτος

Μετά την ανάδυση του έθνους κράτους και την πρωτόγνωρη διείσδυσή του στην περιφέρεια, βλέπουμε την περιθωριοποίηση της παραδοσιακής, μη κοινωνικά διαφοροποιημένης κοινότητας. Η προνεωτερική σχετική αυτονομία της κοινότητας έναντι της κεντρικής εξουσίας μειώθηκε σημαντικά όταν οι συνεχώς επεκτεινόμενοι μηχανισμοί της κεντρικής διοίκησης οδήγησαν στην έκλειψη του παραδοσιακού οικονομικού, πολιτικού και πολιτισμικού τοπικισμού. Οι κοινότητες στην περιφέρεια δεν εξαφανίστηκαν, έχασαν όμως τον παραδοσιακό χαρακτήρα τους καθώς και μεγάλο μέρος της αυτονομίας τους. Επιπλέον, λόγω της ραγδαίας αστικοποίησης, ο πληθυσμός της υπαίθρου άρχισε να συρρικνώνεται. Οι παραπάνω διαδικασίες συνδέονται με τη μαζική κινητοποίηση του πληθυσμού που εξασθένησε τους δεσμούς του με τις τοπικές, σχετικά αυτάρκεις, παραδοσιακές κοινότητες και τον έφερε πλησιέστερα στο εθνικό κέντρο. Ο πληθυσμός ενσωματώθηκε δηλαδή στις ευρύτερες πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές αρένες οι οποίες συγκροτούν αυτό που αποκαλούμε έθνος κράτος. Είναι με αυτόν τον τρόπο που σταδιακά οι κρατικοί μηχανισμοί διείσδυσαν στην περιφέρεια κατά τρόπο που ήταν αδιανόητος στην προνεωτερικότητα.
Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να τονιστεί πως παρόλο που η ιδέα του έθνους προϋπήρχε, ήταν στη διάρκεια των αγώνων εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας και της δημιουργίας μιας στοιχειώδους κρατικής δομής από τον Καποδίστρια που περνάμε από το έθνος στο κράτος έθνος. Καθώς το βάρος μετατίθεται από την περιφέρεια στο εθνικό κέντρο οι ταυτότητες διαμορφώνονται όλο και περισσότερο από τους εθνικούς θεσμούς και ιδεολογίες. Αυτοί που ζουν στην περιφέρεια ταυτίζονται πλέον λιγότερο με τις τοπικές κοινωνίες και περισσότερο με το εθνικό κέντρο. Αισθάνονται για παράδειγμα λιγότερο πατρινοί και περισσότερο έλληνες. Εισέρχονται έτσι σε αυτό που ο Benedict Anderson (1991) αποκαλεί «φαντασιακή κοινότητα του κράτους έθνους».
Στο επίπεδο των συλλογικών φορέων δράσης στη μετα-επαναστατική περίοδο τα μέσα κυριαρχίας περνούν σταδιακά από του τοπικούς προύχοντες στους αρχηγούς των κομμάτων που αρχικά ήταν λέσχες σημαντικών προσώπων (τα τζάκια). Στο λεγόμενο ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό του 19ου αιώνα, τα λαϊκά και το μεγαλύτερο μέρος των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων δεν συμμετείχαν στην ενεργό πολιτική. Στη συνέχεια η εξέγερση στο Γουδί και ο ερχομός του Βενιζέλου στην Αθήνα έσπασε τον παλαιοκομματισμό. Ως πρωθυπουργός προσπάθησε να εκσυγχρονίσει την κοινωνία καθώς και το πολιτικό σύστημα σκοπεύοντας να δημιουργήσει ένα κόμμα κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Οι τοπικοί παράγοντες όμως είχαν ακόμη σημαντική δύναμη και τα βενιζελικά σχέδια απέτυχαν. Καθώς ο κρατικός μηχανισμός δυνάμωνε, οι τοπικοί προύχοντες και καπεταναίοι καταλάβαιναν πως η αντίστασή στην κεντρική εξουσία δεν ήταν πια δυνατή. Αποφάσισαν έτσι να ελέγξουν το κράτος εκ των έσω καταλαμβάνοντας θέσεις κλειδιά στην κρατική διοίκηση.
Βέβαια, όχι μόνο 19ο αιώνα αλλά και στον 20ο παρατηρούμε αντιδημοκρατικές, στρατιωτικές κυρίως επεμβάσεις που κατήργησαν τον δημοκρατικό κοινοβουλευτισμό αναδεικνύοντας έτσι πως η νεωτερικότητα μπορεί να πάρει δημοκρατικές αλλά και αυταρχικές μορφές. Στην Ελλάδα ωστόσο μετά την πτώση των δικτατορίας των συνταγματαρχών η αντιπροσωπευτική δημοκρατία απέκτησε γερές ρίζες. Και σε αυτό βοήθησε και η ένταξή μας στην ευρωζώνη.
Πιο γενικά τώρα, κοιτώντας τις κομματικοπολιτικές εξελίξεις από το 1821 μέχρι σήμερα, η Επανάσταση του 1821 βοήθησε στη γέννηση και, παρά τους εμφύλιους διχασμούς, στην επιβίωση του δημοκρατικού κοινοβουλευτισμού. Ο αυταρχικός εκσυγχρονισμός της μεταξικής περιόδου ήταν πολύ λιγότερο σημαντικός από τον δημοκρατικό εκσυγχρονισμό της τρικουπικής και βενιζελικής περιόδου.
Συμπερασματικά, η νεωτερική περίοδος της Ελλάδας ξεκίνησε με το πέρασμα από το προ-επαναστατικό έθνος στο ελληνικό κράτος έθνος – αποτέλεσμα των αγώνων, εντός και εκτός της χώρας, που προετοίμασαν και στη συνέχεια υλοποίησαν το στόχο της απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό. Η ελληνική επανάσταση ήταν η πρώτη εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια. Έγινε έτσι παράδειγμα για τις επαναστάσεις των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών. Μαζί με τα ελληνικά δημοκρατικά συντάγματα της περιόδου (τα πιο προοδευτικά εκείνης της εποχής), οι αιματηροί αγώνες για την ανεξαρτησία αποτελούν την παρακαταθήκη των αγώνων του 1821 στις επόμενες γενιές. Είναι ακριβώς αυτή η παρακαταθήκη που εξηγεί την αντοχή των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα μας. Γιατί παρά τους διχασμούς και πιο γενικά την εσωτερικευμένη συγκρουσιακή κουλτούρα των νεοελλήνων οι φιλελεύθεροι, δημοκρατικοί θεσμοί επέζησαν.

Συγκρίνοντας την Ελλάδα με αντίστοιχες εξελίξεις

Τελειώνοντας θέλω να αναφερθώ σε άλλες εξίσου οικονομικά λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της ημιπεριφέρειας που ακολούθησαν μια πορεία προς τη νεωτερικότητα παρόμοια με αυτή της Ελλάδας. Οι χώρες της Λατινικής Αμερικής (κυρίως η Αργεντινή και η Χιλή) την ίδια περίοδο (αρχές του 19ου αιώνα) κατάφεραν να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους από την Ισπανική Αυτοκρατορία. Η διαδρομή αυτών των χωρών έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με αυτά της Ελλάδας: ολιγαρχικό κοινοβουλευτισμό στο 19ο αιώνα, άνοιγμα του πολιτικού συστήματος στο πρώτο ήμισυ του 20ού, στρατιωτικές επεμβάσεις και αργότερα χούντες παρόμοιες με τη δική μας επταετή δικτατορία κτλ. Αν για να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα της νεωτερικότητας πρέπει να εστιάσουμε στην κοινωνικο-δομική οργάνωση των σύγχρονων χωρών, για να καταλάβουμε την ιδιαιτερότητα του ελληνικού δρόμου προς τη νεωτερικότητα είναι χρήσιμο στραφούμε προς τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και όχι μόνο. Από μια τέτοια σύγκριση γίνεται σαφές πως η Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μια παραδοσιακή εξέγερση όπως τα βίαια ξεσπάσματα δουλοπαροίκων κατά του φεουδάρχη, ούτε όπως οι εξεγέρσεις τοπικών parlements εναντίον της απολυταρχικής εξουσίας του Λουδοβίκου toυ 14ου στην Γαλλία. Ήταν μια επανάσταση που συνδέεται άμεσα με την Γαλλική Επανάσταση, τη νεωτερική επανάσταση par excellence. Ήταν η είσοδός μας στη νεωτερική εποχή.

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 13/3/2020. 

Σελίδα 1 από 12