Κυριακή, 17 Μάιος 2026

Η διέξοδος της αναθεώρησης τους Συντάγματος

Υπάρχει μέλλον έτσι όπως λειτουργεί σήμερα η πολιτική στην Ελλάδα; Σε σχέση με τις διαπιστώσεις και την δικαιολογημένα έκδηλη απαισιοδοξία του κ. Γιάννη Λούλη (βλ. άρθρο του στην «Καθημερινή» 23-24 Δεκ. 2017, με τίτλο «Ποιό μέλλον με αυτό το κομματικό σύστημα;»), θα ήθελα να σημειώσω τα εξής:

-Οι γνωστές «ρίζες του κακού», δεν αφορούν μόνο την μεταπολιτευτική περίοδο, η ιστορική έρευνα έχει αποδείξει ότι τα φαινόμενα αυτά υπάρχουν από καταβολής του ελληνικού κράτους.

-Οι κοινωνικές συμπεριφορές αλλάζουν είτε χάριν παιδείας, είτε λόγω βιαίων εξελίξεων (πόλεμοι, ήττες, καταστροφές, κλπ). Η κατάσταση στην παιδεία είναι γνωστή και δεν θέλουμε σήμερα νέες τραγωδίες. Αυτά που ζούμε ως χώρα είναι ήδη πολλά και δύσκολα.

-Αφού λοιπόν δεν ελπίζουμε ότι με τις σημερινές νοοτροπίες θα αλλάξουν τα πολιτικά κόμματα, τότε πάμε στον άλλο πόλο, τις δομές. Θα έλεγα χάριν συντομίας, τους πολιτειακούς θεσμούς, αυτό είναι το κύριο ζήτημα. Υπάρχει τρόπος διεξόδου κι αυτός είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος.

-Με την αλλαγή του Συντάγματος θα προκύψει αναγκαστικά μια νέα δυναμική. Το σύστημα της Προεδρικής Δημοκρατίας μπορεί να δημιουργήσει μια νέα πολιτική κατάσταση, περιορίζοντας τον ρόλο των κομμάτων, ενδυναμώνοντας τον ρόλο των πολιτών και ενισχύοντας των ρόλο της Βουλής.

-Κυρίως όμως μια τέτοια συνειδητή, δημοκρατική και ριζική αλλαγή μπορεί να δημιουργήσει ελπίδες για μια άλλη, υπεύθυνη συμπεριφορά του κράτους, της διοίκησης, των επιχειρήσεων, της οικογένειας, των πολιτών. Μπορεί να ξεκινήσει μια νέα περίοδος, αυτή της 4ης Ελληνικής Δημοκρατίας, και να αναδειχθεί μια νέα Ελλάδα, απαλλαγμένη αφενός από τις κακές συνήθειες του παρελθόντος και εμπλουτισμένη αφετέρου με τα διδάγματα της κρίσης.

Και το κύριο είναι ακριβώς αυτό, η δημιουργία ελπίδας για το αύριο.

*Δημοσιεύτηκε στην huffington post στις 24/12/2017. 

Ολοκαύτωμα: τραύμα και στίγμα

Πρέπει να διαβάζουμε την Ιστορία προς τα πίσω; Μετά το Αουσβιτς δεν μπορεί πλέον να γράψει κανείς ποιήματα, είχε πει ο Αντόρνο∙ μετά τα κρεματόρια, μόνο η Ιστορία βοηθάει. Η Ευρώπη, το μεγαλύτερο επίτευγμα, είχε υποθηκευτεί: την ένωσαν τα σύμβολα του τρομερού παρελθόντος της.

«Αν οι Ευρωπαίοι διατηρήσουν ζωντανό αυτόν τον δεσμό, αν το παρελθόν της Ευρώπης θέλει να παρέχει ηθικό σκοπό στο παρόν, τότε αυτό το παρελθόν θα πρέπει να διδάσκεται από την αρχή... Η "Ευρωπαϊκή Ενωση" μπορεί να είναι μια απάντηση στην Ιστορία, αλλά δεν θα γίνει ποτέ υποκατάστατό της». Ετσι έκλεινε το μνημειώδες έργο του «Η Ευρώπη μετά τον Πόλεμο» (εκδ. Αλεξάνδρεια) ο ιστορικός Τόνι Τζαντ.

Τα εργοστάσια θανάτου, όπου σε λίγες ώρες εξολοθρεύονταν χιλιάδες άνδρες, γυναίκες, παιδιά, είναι κάτι που κανείς δεν πρέπει να ξεχάσει. Η 27η Ιανουαρίου επιλέχθηκε ως Διεθνής Ημέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος: την ημέρα εκείνη του 1945, τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν το μεγαλύτερο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Πολωνία, το Αουσβιτς-Μπίρκεναου.

Ο όλεθρος των «πρόθυμων δημίων» ήταν απότοκος της διδασκαλίας του μίσους∙ της κατασκευής του «εχθρού» που, μαζί με τα τρένα και τα τάγματα θανάτου, πήρε τη μορφή χιονοστιβάδας γεγονότων που φαίνονταν αδιανόητα. Αλλά έγιναν. Η καταστροφικότητα των μέσων συνέπεσε απολύτως με την καταστροφικότητα του σκοπού.

Ολα ήταν γραμμένα πολύ πριν από το 1939, όταν άρχισε επίσημα ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Απλά ο κόσμος δεν είχε διαβάσει εγκαίρως το μήνυμα. Οι διωγμοί είχαν αρχίσει πριν από την άνοδο του Χίτλερ στην Καγκελαρία το 1933. Απλώς, τον Αύγουστο του 1939 ο Χίτλερ έριξε το «ready made» του κράτους που θα αποκόμιζε οφέλη από τον πόλεμο. «Ο άνθρωπος οφείλει να αγωνίζεται ώστε να κλείσει την πόρτα της καρδιάς του στο έλεος – πρέπει να γίνει ανελέητος».

Ποια ήταν τα στάδια; Ο αντισημιτισμός, που υπεράσπιζε μια μυθική εθνική κοινότητα ομοιογενών και «ανώτερων» από τους «κατώτερους», τους χειρότερους εχθρούς της, αλλά και οι πολιτικές του χιτλερικού καθεστώτος μετά το 1933. Οι περίπου 500.000 Γερμανοεβραίοι μετατράπηκαν σε αποδιοπομπαίους για όλα τα δεινά που αντιμετώπιζε η Γερμανία: κατηγορήθηκαν ως υπαίτιοι για την ήττα στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, για τον υπερπληθωρισμό (1921-1923) και για τη Μεγάλη Υφεση του 1930. Οι Εβραίοι ήταν οι πρώτοι που βίωσαν πογκρόμ εξόντωσης.

Ακολούθησαν οι Νόμοι της Νυρεμβέργης του 1935∙ και η Νύχτα των Κρυστάλλων το 1938, η οποία έσπασε το τελευταίο χαλινάρι. «Ουαί και αλίμονο αν έστω κι ένας από αυτούς ή τους πληρωμένους από αυτούς συνεργούς τους τολμήσει να σηκώσει το φονικό του χέρι ενάντια σε έναν Γερμανό! Οχι ένας, αλλά όλοι οι Εβραίοι θα κριθούν ένοχοι έστω και για έναν νεκρό ή τραυματισμένο Γερμανό... Υπάρχει ένα μόνο δίκαιο, το δικό μας δίκαιο... και εμείς θα αποφασίσουμε πότε και πώς θα γίνει πράξη...

Καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να μας σταματήσει. Θα επιλύσουμε διά παντός το εβραϊκό ζήτημα...» («Das Schwarze Korps», επίσημη εφημερίδα των SS, Νοέμβριος 1938). Η απόφαση να εξολοθρευτούν όλοι οι Εβραίοι και οι κομμουνιστές έγινε ολοφάνερη κατά την εξέλιξη της Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα στη Ρωσία. Είχε μεσολαβήσει το «Σχέδιο Μαδαγασκάρη», σύμφωνα με το οποίο, μετά την πτώση της Γαλλίας, η νήσος Μαδαγασκάρη θα ετίθετο στη δικαιοδοσία του Γ' Ράιχ και θα μετατρεπόταν σε απέραντο στρατόπεδο που θα εποικιζόταν από τα εκατομμύρια των Εβραίων της Ευρώπης.

Το σχέδιο εγκαταλείφθηκε στη Διάσκεψη του Βάνζεε το 1942 όπου ετέθη το θέμα της Τελικής Λύσης του Εβραϊκού Ζητήματος: της επιτομής της γενοκτονίας. «Τι θα κάνουμε με τις γυναίκες και τα παιδιά; Αποφάσισα να βρω μια εντελώς ξεκάθαρη λύση και για αυτό το θέμα.

Θεωρώ ότι δεν έχω κανένα δικαίωμα να ξεριζώσω (ausrotten) τους άντρες -με άλλα λόγια, να τους σκοτώσω ή να βάλω να τους σκοτώσουν- και να αφήσω πίσω τους εκδικητές με τη μορφή παιδιών να μεγαλώσουν και να αναμετρηθούν με τους γιους και τα εγγόνια μας. Επρεπε να παρθεί η δύσκολη απόφαση να εξαφανιστούν οι άνθρωποι αυτοί από το πρόσωπο της γης» (Χάινριχ Χίμλερ, αρχηγός των SS, Οκτώβριος 1943).

Η Χάνα Αρεντ δίνοντας διαχρονικό περιεχόμενο στη σύλληψη της «περιττής ανθρωπότητας» έγραφε: «Το στρατόπεδο συγκέντρωσης στη ναζιστική Ευρώπη υπήρξε το εργαστήρι στο οποίο αναπροσδιορίστηκε το ποιος λογίζεται ανθρώπινο ον και ποιος όχι. Η ουσία του έγκειται στην προσπάθεια να αφαιρεθεί η ανθρώπινη ιδιότητα και να καταστήσει ομάδες ανθρώπων περιττές».

Ο δε επιζών Πρίμο Λέβι άφησε ένα επιμύθιο: «... ένας πολιτισμένος λαός, που μόλις είχε αφήσει πίσω του την πολιτισμική άνθηση της Βαϊμάρης, έτρεξε πίσω από έναν τσαρλατάνο... Κι όμως, ο Χίτλερ κέρδισε την απόλυτη υπακοή και εγκωμιάστηκε μέχρι την καταστροφή. Συνέβη, μπορεί να συμβεί ξανά. Αυτή είναι η ουσία των όσων μπορούμε να πούμε».

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 26/1/2018. 

Να μιλήσουμε για το κοινωνικό ζήτημα

Κάποια στιγμή είχε γίνει ο εξής διάλογος ανάμεσα στον περίφημο ντετέκτιβ Σέρλοκ Χολμς και τον κ. Λεστρέιντ της Σκότλαντ Γιαρντ, μια νύχτα που ο Λεστρέιντ από αμηχανία μιλούσε για τον καιρό και τις εφημερίδες. Ο Χολμς τον κοιτούσε επίμονα.
-Τίποτα αξιόλογο σ' εκκρεμότητα; είχε ρωτήσει.
-Α, όχι, κύριε Χολμς, τίποτε ιδιαίτερο!
-Τότε μιλήστε μου γι' αυτό.

Ας μιλήσουμε λοιπόν γι' αυτό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το σύνολο των ενηλίκων του πλανήτη έχει γεννηθεί τον 20ό αιώνα. Το 2018 είναι σημαντικό γιατί, τυπικά, θα μπει στη χορεία των ενηλίκων η πρώτη φουρνιά όσων γεννήθηκαν τον 21ο αιώνα, με μόνο ένα καθήκον: «γήρανση το συντομότερο δυνατό». Γιατί το λέω αυτό; Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση για την Παγκόσμια Ανισότητα του 2018, απλά, πλουτίζουν οι πλούσιοι και φτωχαίνουν οι περισσότεροι. Ποιοτικά παρόμοιες, αν και λιγότερο έντονες, τάσεις χαρακτηρίζουν το σύνολο των χωρών της Ευρώπης, όπως η Γαλλία, η Γερμανία αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο. Για την Ελλάδα, οι οικονομικοί-κοινωνικοί δείκτες είναι γνωστοί. Δεν χρειάζεται επανάληψη η ανεργία και η φτώχεια.

Αλλά αν μιλήσει ο Λα Ροσφουκό από τον μακρινό 17ο αιώνα, θα μας πει ότι σήμερα «ενοχλούμαστε συχνά μ' αυτούς που διαπραγματεύονται διότι, πάντοτε σχεδόν, θυσιάζουν το συμφέρον των φίλων τους στο συμφέρον της επιτυχίας των διαπραγματεύσεων, οι οποίες μετατρέπονται, τελικά, σε δικό τους συμφέρον, μιας που θα έχουν την τιμή να λένε ότι πέτυχαν σε αυτό που είχαν αναλάβει».

Λοιπόν, «διασώθηκε» η Ελλάδα αλλά όχι οι Ελληνες. Κι αν θέλουμε να μιλήσουμε για το σχετικά πρόσφατο παρελθόν, το πράγμα φάνηκε από τη μήτρα του. Με την κρίση των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ, το κράτος και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα διέσωσαν τους τραπεζίτες αλλά όχι τους πολίτες. Και, πιο συγκεκριμένα, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στο ευρωπαϊκό, μέχρι να φτάσουμε στην περίπτωση της Ελλάδας, βλέπουμε τη μετεξέλιξη του ίδιου μοντέλου: τις αλεπούδες να φυλάνε το κοτέτσι.

Οταν ο οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ έγραφε πριν από 40 χρόνια το «Η εποχή της αβεβαιότητας», περιέγραφε έναν γνώριμο κόσμο που βασανιζόταν πρόσκαιρα από τις «κρίσεις του πετρελαίου» και του στασιμοπληθωρισμού. Ομως, σε μια εποχή που οι προοπτικές για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν ρόδινες. Η Δανία, η Ιρλανδία και, κυρίως, η Βρετανία είχαν μόλις προσχωρήσει σε μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η τότε ΕΟΚ ήταν κεντρομόλος και όχι φυγόκεντρος∙ έλκυε. Η εικόνα της, με τόσα μανιφέστα ομοσπονδιοποίησης των λαών, ήταν η πολιτική εικόνα της Ενωσης στην οποία όλοι επιδίωκαν να ενταχθούν προκειμένου να επιτύχουν δημοκρατία και ταχύτερη ανάπτυξη.

Σήμερα, ο ιστορικός και φιλόσοφος Εντσο Τραβέρσο στο βιβλίο του «Τα νέα πρόσωπα του φασισμού» (Εκδόσεις του 21ου, 2017) διαπιστώνει –δεν είναι ο μόνος– ότι η Ευρώπη έχει απομακρυνθεί από το αρχικό σχέδιο των αλληλέγγυων λαών και κρατών. Η Ε.Ε. έχει διαβρώσει την εθνική κυριαρχία των κρατών-μελών της και έχει παραδώσει την ήπειρο στην πλανητική ηγεμονία των χρηματιστικών αγορών. Η ελληνική κρίση έδειξε ποια ήταν η αληθινή ηγεσία της Ε.Ε. (η ΕΚΤ, το ΔΝΤ και η Κομισιόν ως πολιτικός βραχίονας της Ε.Ε.).

Μιλάμε, δηλαδή, για πολιτικές επιλογές –και όχι για πολιτικά εικονοσχήματα–, οι οποίες για τους πολλούς προκαλούν οπισθοδρομκή αντίδραση στην έλλειψη ορίζοντα προσμονής, και στους λίγους, ήδη πλούσιους (μεγάλες εταιρείες και τράπεζες), παρέχουν πλήρη ελευθερία κινήσεων εις βάρος των πολλών. Μερικοί (Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, ΔΗΜΑΡ και ένα κρίσιμο μέρος της κυβέρνησης) όλο αυτό το κατανοούν ως πραγματικότητα του διεθνούς ανταγωνισμού, την οποία μάλιστα εξυμνούν και καθαγιάζουν ως επωφελή για τους πάντες. Αλλά δεν είναι έτσι.

Το 1914 οι ηγεμόνες στη Γερμανία και σε όλες τις χώρες θεωρούσαν τη δουλειά τους οικογενειακό δικαίωμα και παράδοση. Αλλά, αν ήταν η κληρονομιά που έδινε σε κάποιον τα προσόντα για αξιώματα, τότε η σωφροσύνη δεν αποτελούσε προϋπόθεση. Ούτε η έλλειψή της αποτελούσε λόγο για να πάει κάποιος σπίτι του. Αντίθετα η σωφροσύνη ήταν μια απειλή γι' όσους δεν τη διέθεταν και, επομένως, υπήρχε σοβαρός λόγος για να εξαιρούν όσους τη διέθεταν. Αυτή η τάση επικρατούσε το 1914. Σήμερα έχει αλλάξει ελαφρώς το πράγμα. «Σε όλη την Ευρώπη, τα κόμματα εξουσίας, είτε δεξιά είτε αριστερά, δεν στρατολογούν πια διανοούμενους αλλά επικοινωνιολόγους» (Εντσο Τραβέρσο).

Ομως, έτσι εντείνεται το κοινωνικό ζήτημα. Και όσο δεν μιλάμε γι' αυτό, δεν θα υπάρχει πειστικό αφήγημα. Γιατί αν θες να πεις κάτι, το λες στους εταίρους κοιτώντας τους στα μάτια. Αν έχεις κάτι να πεις, το λες καθαρά σε περήφανους ανθρώπους και όχι σε ταπεινωμένους που εδώ και χρόνια έχουν ενσωματώσει αποκλειστικά και μόνον την ταυτότητα του φορολογούμενου και του καματερού. Γι' αυτά θα πρέπει να μιλάμε κάθε μέρα, ανοιχτά.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 6/1/2018.

Οι πόλεμοι της νοημοσύνης

Οι χώρες που υποτιμούν την αριστεία και αδιαφορούν για τα εκπαιδευτικά τους συστήματα οδηγούνται με γρήγορους ρυθμούς σε ένα καταστροφικό περιθώριο.

Είναι χειρουργός, νευρολόγος, συγγραφέας, επιχειρηματίας και ο άνθρωπος που καθημερινά ασχολείται με την τεχνητή νοημοσύνη. Σε τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο Ο Πόλεμος της Νοημοσύνης (La guerre des intelligences, εκδόσεις J.C.Lattes), ο δρ. Λωράν Αλεξάντρ (Laurent Alexandre) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου.
«Η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ)», μάς λέει, «ανατρέπει τα πάντα στην ζωή του ανθρώπου. Η ισχύς των υπολογιστών δεν θα πάψει, ως φαίνεται, να προοδεύει και, αν δεν ληφθούν μέτρα προσαρμογής σε αυτήν, οι επιπτώσεις του φαινομένου θα είναι δραματικές. Η ήδη παρατηρούμενη έκρηξη της ΤΝ γεννήθηκε από την ικανότητα των υπολογιστών να ενσωματώνουν εκατομμύρια δισεκατομμυρίων δεδομένα της εποχής των Big Data. Έχουμε έτσι το φαινόμενο της "βαθειάς μάθησης" (deep learning), μέσω του οποίου η ΤΝ βιομηχανοποιείται και αποτελεί ήδη κορυφαίο συντελεστή παραγωγής απίστευτου πλούτου».
Και όχι μόνον. Αυτή η βιομηχανοποίηση της ΤΝ, επειδή παράγει απίστευτο πλούτο με μεγάλη ταχύτητα, είναι σήμερα και η κατ' εξοχήν πηγή μεγάλων ανισοτήτων. Κάτι που πεισματικά αρνούνται να καταλάβουν τόσον οι πολιτικοί όσο και οι περισσότεροι επώνυμοι οικονομολόγοι. Έτσι, στην παραγωγή πλούτου, για παράδειγμα, δεν λαμβάνουν υπ' όψιν τους ένα πολύ απλό γεγονός: Πώς γίνεται και 135 ερευνητές-παραγωγοί λογισμικού στην Microsoft παράγουν μέσα σε έναν χρόνο 100 φορές περισσότερο πλούτο απ' ό,τι 200.000 εργαζόμενοι στην βιομηχανία Ρενώ; Παράλληλα, μοιράζονται μέρος του πλούτου αυτού, με αποτέλεσμα η μέσα ετήσια αμοιβή της εργασίας στα ερευνητικά κέντρα της Microsoft, της Google ή της Intel να είναι από δέκα έως και τριάντα φορές υψηλότερη από την αντίστοιχη ενός εξειδικευμένου εργαζόμενου στην αυτοκινητοβιομηχανία.
«Φανταστείτε», μάς λέει ο δρ. Λωράν Αλεξάντρ, «ότι η What's Up, μία εταιρεία που απασχολεί 55 άτομα συνολικά, εξαγοράστηκε ως γνωστόν προς 23 δισεκατομμύρια δολλάρια από την Facebook ύστερα από δύο χρόνια ύπαρξής της. Με διαφορετικά λόγια, η προστιθέμενη αξία της εταιρείας αυτής ήταν σχεδόν ίση με την αντίστοιχη 200.000 εργαζομένων στην Πεζώ τα 100 τελευταία χρόνια ... Πρέπει επιτέλους να το καταλάβουν οι πολιτικοί και οι επιχειρηματίες ότι μπήκαμε σε μία νέα και ανατρεπτική εποχή, όπου η ΤΝ αλλάζει όλους τους κανόνες του παιχνιδιού. Η ΤΝ επηρεάζει δραματικά πλέον και τους ανθρώπινους δείκτες ευφυΐας, είναι έτσι και ένα νευρο-ψυχολογικό φαινόμενο που θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις και στην ιατρική επιστήμη. Κάθε χρόνο που περνάει, η ικανότητα μάθησης της ΤΝ πολλαπλασιάζεται επί 100. Την ώρα λοιπόν που κανονικά χρειάζονται περί τα 30 χρόνια για να εκπαιδευτεί και να μορφωθεί ένας μηχανικός, η ΤΝ μπορεί αυτό να το πετύχει μέσα σε μερικές ώρες. Κατά συνέπεια, έχουμε επίσης δραματικές εξελίξεις τόσο στο γνωστικό επίπεδο όσο και σε αυτό της αγοράς εργασίας».
Δυστυχώς, υποστηρίζει ο Γάλλος χειρουργός και συγγραφέας, τα εκπαιδευτικά συστήματα βρίσκονται πάνω από 100 χρόνια μακριά από τις εξελίξεις αυτές. «Οι μόνοι που το έχουν συνειδητοποιήσει είναι ορισμένοι Ασιάτες πολιτικοί και επιχειρηματίες, γι' αυτό και επενδύουν μαζικά στην γνώση, στις δεξιότητες και στα ταλέντα. Στην Σιγκαπούρη, λόγου χάρη, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές όχι μόνον χαίρουν πολύ υψηλού κύρους, αλλά πληρώνονται ίσως και τρεις φορές παραπάνω από ανώτερα και ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων, υπουργούς και άλλους κρατικούς λειτουργούς. Η πολιτική εξουσία θεωρεί ότι έχουν τεράστιο έργο να επιτελέσουν, τούς εμπιστεύεται τους νέους και τα μυαλά τους και τα αποτελέσματα είναι ήδη χειροπιαστά. Η μικρή αυτή χώρα είναι ο πρώτος εξαγωγέας γνώσης στον κόσμο, με κόστος το οποίο μετά βίας φθάνει το 10% της συνολικής υπεραξίας που αποκομίζει», μάς τονίζει ο δρ. Λωράν Αλεξάντρ.
Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε, από την άποψη αυτή, ότι η Σιγκαπούρη πρωτοπορεί στο αποκαλούμενο «deep learning», που στην ουσία είναι ένα σύστημα μάθησης το οποίο εδράζεται σε ένα κύκλωμα «τεχνητών νευρώνων», ψηφιακών, οι οποίοι επιτρέπουν σε έναν υπολογιστή να αποκτήσει ορισμένες ιδιότητες του ανθρώπινου εγκεφάλου. Όπως τονίζει ο δρ. Λωράν Αλεξάντρ, «το 2030 το σύστημα αυτό θα έχει μπει στην τρίτη φάση του, στο πλαίσιο της οποίας τα μωρά θα μπορούν να προγραμματίζονται γι' αυτά που θα πρέπει να μάθουν».
Στην ελληνική εκπαίδευση έχει ακούσει κανείς κάτι απ' όλα αυτά που προηγούνται;

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 2/1/2018. 

Αριστερός εκσυγχρονισμός

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών (μοντέρνων, νεωτερικών ή καπιταλιστικών σύμφωνα με τους όρους του) ήταν για τον Μαξ Βέμπερ η απομάγευση. Με τον όρο εννοούσε δύο πράγματα. Οι σύγχρονες κοινωνίες και τα μέλη τους λειτουργούσαν λιγότερο με γνώμονα την παράδοση και περισσότερο με την έλλογη κρίση. Από την άλλη, οι κοινωνίες οργανώνονται με βάση ορθολογικούς κανόνες.

Γνώριζε, βέβαια, ότι η απομάγευση δεν ήταν δεδομένη ακόμη και στις πιο αναπτυγμένες κοινωνίες της εποχής του. Ετσι, σε αντιδιαστολή με το σύγχρονος, επινοήθηκε ο όρος εκσυγχρονισμός που υποδηλώνει τη δυναμική διαδικασία μετάβασης στη συνθήκη της απομάγευσης.

Ο εκσυγχρονισμός απέκτησε τη δική του μαγεία εφόσον κάθε κοινωνία επιδιώκει να γίνει μοντέρνα. Αλλού (Μεγάλη Βρετανία) ο εκσυγχρονισμός ήταν έργο της αστικής τάξης, αλλού (Γερμανία) συμμαχία κοινωνικών δυνάμεων με το κράτος, αλλού (Νότια Ευρώπη) έργο πολιτικών δυνάμεων στηριγμένων στο κράτος.

Από τις ιδιαιτερότητες της Νότιας Ευρώπης, ο όποιος εκσυγχρονισμός ήταν λιγότερο έργο συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων και περισσότερο προοδευτικών, κυρίως των σοσιαλιστών, γεγονός που εξηγεί και τη σημαντική τους εκλογική απήχηση.

Στην Ελλάδα, για λόγους ιστορικούς, βασικοί φορείς του εκσυγχρονισμού αποδείχτηκαν «προοδευτικές» δυνάμεις, μετά το 1974 το ΠΑΣΟΚ. Η ατολμία των συντηρητικών δυνάμεων σε συνδυασμό με το πελατειακό κράτος έδωσαν τη δυνατότητα στο ΠΑΣΟΚ να λειτουργήσει ως εκσυγχρονιστική δύναμη δύο φορές: μία ως ριζοσπαστική πολιτική παράταξη υπό τον Αν. Παπανδρέου και μία δεύτερη ως «μετριοπαθές» κόμμα των αστικών στρωμάτων των πόλεων υπό τον Κ. Σημίτη.

Την πρώτη φορά, παρά τα ριζοσπαστικά πρώτα μέτρα, η διαδικασία έμεινε μετέωρη, καθώς ο φορέας της δεν κατάφερε να διαχειριστεί οράματα και διακυβέρνηση. Τη δεύτερη, παρά τους όρκους πίστης στον εκσυγχρονισμό, αδυνάτισε να κυβερνήσει και οδήγησε στα ακριβώς αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Επέτρεψε σε οργανωμένες ομάδες, μέσα και έξω από το κράτος, να αυτονομηθούν και να ωθήσουν σε μια κατακερματισμένη συντεχνιακή κοινωνία. Στη συνθήκη αυτή ο όρος εκσυγχρονισμός απαξιώθηκε σε βαθμό εξαφάνισης από τον πολιτικό λόγο.

Μπορεί ο εκσυγχρονισμός να μην περνά στον πολιτικό λόγο, είναι όμως, ιδιαίτερα μετά την κρίση, πανταχού παρών: στην οικονομία, τους θεσμούς, το κράτος, τη διοίκηση, την εκπαίδευση - ιδιαίτερα την τριτοβάθμια. Στο ασφυκτικό πλαίσιο των μνημονιακών της δεσμεύσεων η κυβέρνηση με τη σειρά της εκλογικεύει θεσμούς, ώστε να είναι πιο λειτουργικοί, πιο δίκαιοι, πιο αποτελεσματικοί. Δεν είναι διόλου παράδοξο ότι, παρά τις αστοχίες, τα καταφέρνει καλύτερα από προηγούμενες κυβερνήσεις. Γιατί δεν έχει τα πελατειακά δίκτυα των προηγούμενων, τις δεσμεύσεις τους, είναι πιο δοσμένη στην άσκηση της διακυβέρνησης.

Η εκλογίκευση, αστικός εκσυγχρονισμός λένε κάποιοι, εξηγεί σ' έναν βαθμό και την ανθεκτικότητα του κυβερνητικού συνασπισμού. Σ' αυτό βοηθούν ασφαλώς και η απαξίωση των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα από το 1974 ώς το 2015 και η κραυγαλέα αδυναμία τους να αρθρώσουν λόγο για τα τελούμενα και τα μελλούμενα. Αυτά αποτυπώνονται γλαφυρά στις μετρήσεις της κοινής γνώμης, παρά τη σφοδρότατη κριτική αντιπολίτευσης και φίλα προσκείμενων ΜΜΕ στη συμπολίτευση. Πολλοί ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ αποστασιοποιήθηκαν από αυτόν, αλλά λίγοι στράφηκαν σε άλλα κόμματα. Την ίδια στιγμή οι βασικότεροι ανταγωνιστές του ελάχιστα αποκομίζουν εκλογικά.

Πέρα από την προσμονή, στην αναμονή των ψηφοφόρων βαραίνει και το περιεχόμενο του επιχειρούμενου εκσυγχρονισμού. Ο τεχνοκράτης, σημείωνε ο Βέμπερ, ξέρει πώς να κάνει κάτι, αλλά οι επιλογές μιας κοινωνίας είναι δική της δουλειά, μέσω του πολιτικού. Μπορεί το εφικτό ή μη τεχνικά ενός πράγματος να περιορίζει τις δυνατότητες επιλογής, αλλά αυτή δεν είναι πάντα μία. Αρα το περιεχόμενο του εκσυγχρονισμού και η υλοποίησή του δεν είναι μονοσήμαντα, είναι, αντίθετα, κοινωνικά χρωματισμένα. Με την έννοια αυτή ο επιχειρούμενος εκσυγχρονισμός μπορεί να ονομαστεί αριστερός γιατί εστιάζει σε έννοιες συστατικές της ταυτότητας της Αριστεράς, όπως η κοινωνική δικαιοσύνη, η ισότητα, τα κοινωνικά δικαιώματα...

Ο επιχειρούμενος αριστερός εκσυγχρονισμός είναι από τους βασικότερους λόγους που κρατά το ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα τα λαϊκά στρώματα, σε αναμονή. Η στάση αυτή είναι το κλειδί για τις ερχόμενες εκλογές. Αν συνεχίσει στον δρόμο του αριστερού εκσυγχρονισμού, αποφεύγοντας τα αυτογκόλ, είναι πολύ πιθανό ότι θα τις κερδίσει και θα αλλάξει προς το καλύτερο τη χώρα. Και τα δύο εξαρτώνται κυρίως από αυτόν.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/1/2018.