Ας στοχαστεί κάποιος πάνω στο σχόλιο του Τόμας Χομπς που έλεγε πως «στις κοινωνίες, έως τη δημιουργία των μεγάλων πολιτικών κοινοτήτων, το να είναι κανείς πειρατής ή ληστής δεν εθεωρείτο υποτιμητικό· επρόκειτο μάλλον για νόμιμο αρχαίο επάγγελμα». Σε συνδυασμό με το παραπάνω προπολιτικό, ας αναρωτηθεί –δηλαδή, ας αναρωτηθούμε συλλογικά– για τον άμεσο και επείγοντα χαρακτήρα της δημοκρατίας· για τα οφέλη της έντιμης δημοκρατικής ζωής, όχι μόνον για την Ελλάδα, αλλά για τη γειτονιά μας, την Ευρώπη, την παγκόσμια σκηνή. Οσο ποτέ άλλοτε, δεν είναι αυτονόητα. Η δημοκρατία είναι επιλογή, μια πολιτική με υλικά διαρκούς εγρήγορσης, μόνιμης στήριξης, θεσμικής λογοδοσίας, διαφάνειας, αυτοελέγχου και ανανέωσης.
Συνεπώς, η διερεύνηση του βάθους και της ποιότητας της πολιτικής ζωής δεν έχει να κάνει απλά με το θέμα «έντιμος δημοκρατικός βίος», επειδή τάχα είναι αυτό που κεντρίζει την πολιτική φιλοσοφία, την κοινωνική θεωρία και την πράξη της σύγχρονης πολιτικής. Ούτε γιατί ακόμα αναζητούνται τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρότυπα δημοκρατίας. Το θέμα που καθιστά επιτακτική την όποια «κουβέντα περί δημοκρατίας», είναι το ότι από τη γέννηση της νεωτερικότητας ο «λαός» άκουσε ότι είναι «κυρίαρχος», αλλά δεν το πίστεψε ποτέ, και είχε τους λόγους του.
Τι είδε και τι άκουσε σήμερα ο λαός; Είδε και άκουσε το χειρότερο μάθημα για να βγάλει συμπερασματικές γενικεύσεις του τύπου «όλοι τα παίρνουν» και να θεμελιώσει έναν κανόνα που στρεβλώνει την πραγματικότητα. Κι αυτό, δίχως καν να σκεφτεί ότι αφενός «η κοινωνία πάντα σιχαινόταν εκείνους που την ξεσκεπάζουν» (Εμερσον) και αφετέρου ότι «ούτε ένας στους χίλιους χριστιανούς δεν ελέγχει την ατομική του διαγωγή με βάση τους χριστιανικούς κανόνες» (Μ. Φουκό).
Το ότι τα πολιτικά κόμματα θα τρώγονται μια ζωή, με την ελπίδα πως ποτέ τους δεν θα προχωρήσουν σε εκδηλώσεις κανιβαλισμού, είναι στους κανόνες του παιχνιδιού. Οπως και η πιθανότητα να υπάρξουν μαύρα πρόβατα στο κοπάδι, ακόμα ακόμα και περιπτώσεις λύκων που να φυλάνε το κοπάδι. Αλλά, σε αυτές τις περιπτώσεις, στους κανόνες του παιχνιδιού περιλαμβάνεται και η συνεργασία.
Ομως, τα πολιτικά μέρη έχουν κάθε λόγο να επιλέγουν τακτικές που νομίζουν πως θα γεμίσουν τα κομματικά τους ταμεία και έτσι δεν συνεργάζονται, αγνοούν τις κινήσεις των άλλων μερών και, χωρίς πολλά πολλά, διαιωνίζουν την κατάσταση και ενισχύουν τη στερεοτυπική εικόνα «ο λύκος φυλάει τα πρόβατα» ή «όλοι οι πολιτικοί τα παίρνουν» με ισορροπίες μη συνεργασίας, τόσο στο εσωτερικό των ίδιων των κομμάτων (εσωτερικά ξεκαθαρίσματα, τύπου Αντώναρου) όσο και στις διακομματικές σχέσεις (ποιος θα πάρει το γκουβέρνο, τύπου «η χειρότερη κυβέρνηση ever»).
Αυτές οι ισορροπίες της μη συνεργασίας έχουν συνεπαγωγές για το ζητούμενο. Εξασθενούν τον δημοκρατικό βίο. Και, επιπλέον, επιβάλλουν καθεστώς δυσμενών επιλογών (adverse selection). Προφανώς, μερικά άτομα –πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, στελέχη εταιρειών, μέλη της Δικαιοσύνης κ.ά.– είναι βέβαιο ότι γνωρίζουν περισσότερα απ' ό,τι γνωρίζουν οι πολίτες για το πώς έχουν τα πράγματα. Και στο σημείο αυτό χάνεται η ουσία. Γιατί με το να υπερασπίζεσαι με περισσό φορμαλισμό και χίλιους νομικίστικους ή «πολιτικούς» τρόπους την αδιαφάνεια και με μεγαλοστομίες να διακηρύττεις «όλα στο φως», εννοώντας «όλα να μείνουν στο σκοτάδι», δημιουργείς προβλήματα στην πολιτική ζωή.
Το χειρότερο: οι πολίτες θα υποπτεύονται πως, πράγματι, «κάποιο λάκκο έχει η φάβα», πως η ποιότητα του συλλογικού καλού (summum bonum) υποβαθμίζεται, με αποτέλεσμα να εκτοπίζονται όλα τα δυνητικά καλά στοιχεία (πρόσωπα, προγράμματα, ιδέες) από την πολιτική ζωή του τόπου και να κυριαρχεί ο «τύπος Αδωνη».
Με άλλα λόγια, λειτουργείς ώστε να επιδρά ο περίφημος νόμος του ελισαβετιανού οικονομολόγου Γκρέσαμ: «το κακό νόμισμα θα διώχνει το καλό»· ό,τι ήταν ήδη γνωστό από την εποχή του Αριστοφάνη, ο οποίος στους «Βάτραχους» έλεγε πως, όπως ακριβώς φυγαδεύουν τα καλά νομίσματα και συναλλάσσονται με τα κάλπικα, οι Αθηναίοι διώχνουν (εξορίζουν) με τον ίδιο τρόπο τους καλούς πολίτες με αποτέλεσμα να μένουν στην εξουσία οι κοινοί κάλπηδες της πολιτικής.
Εύλογα υποστηρίχτηκε ότι η ελληνική κρίση είναι πολιτική και όχι απλά οικονομική. Και θα καμφθεί μόνον με πολιτικούς και όχι με οικονομικούς όρους. Το ζήτημα είναι ότι πολλοί υπερασπιστές του παγκόσμιου οικονομικού μοντέλου των πολυεθνικών εταιρειών με τις βαλίτσες χρήματος ισχυρίζονται ότι η δημοκρατία δεν είναι μια συνειδητή επιλογή, αλλά μια κουζίνα της οικονομικής μεγέθυνσης. Και αυτό δείχνει να βρίσκεται στο μυαλό περισσότερο της Δεξιάς και λιγότερο της Αριστεράς.
Μπορούμε να εκλάβουμε τη δημοκρατία ως αυταπόδεικτο αγαθό; Η απάντηση είναι όχι. Αλλά η λατρεία του αγαπημένου μας μίξερ ως μηχανιστικού μέσου πολιτικής «που-μας-βολεύει», παράγει δηλητήριο. Απέχει πολύ από την πολιτική κοινότητα που λειτουργεί έντιμα υπέρ του συλλογικού. Με επιεικείς χαρακτηρισμούς, το λιγότερο είναι καταστροφική για τις μέρες μας, τσέπες μας, τις νοητικές μας κατασκευές.
*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/2/2018.
«Στην πολιτική», έλεγε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, «υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δεν γίνονται και πράγματα που γίνονται, αλλά δεν λέγονται». Η αφοπλιστική φράση ήταν συνάμα αφοριστική και, σαν τέτοια, απέκρυψε τα «πλούσια» κοιτάσματα του ελληνικού μεταπολεμικού πολιτικού φορτίου.
Το ερώτημα που αιωρήθηκε στο Κοινοβούλιο την περασμένη Τετάρτη, δηλαδή σκάνδαλο ή σκευωρία, δεν ήταν άλλο παρά ο ελληνικός τρόπος: ήτοι ανάπλαση του πρόσφατου και γνώριμου -άρα ενεργού- πλαισίου πολιτικών και ιδεολογικών συμφραζομένων που υπηρέτησαν την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική ατζέντα, επέδρασαν στον δημόσιο στίβο και, κυρίως, έστελναν στις καλένδες όλα τα πιεστικά, τα πολλά και ανοικτά θέματα.
Η όλη κατάσταση θύμιζε λίγο την κατανόηση του Εμμ. Ροΐδη: «Παρ' ημίν τα πάντα είναι ασβεστόχτιστα και χθεσινά. Τοιαύτη περίπου είναι και του σημερινού Ελληνος η διάνοια, η ολιγίστας έχουσα να συνδυάσει ιδίας αναμνήσεις και συγκινήσεις». Το «χθεσινά» είναι ένα διόλου κολακευτικό χαρακτηριστικό του ελληνικού συστήματος.
Το σχόλιο για την «ελληνική διάνοια», ενώ ταιριάζει γάντι στην πολιτική φιλοσοφία -αν είναι γνωστή σε όσους κάνουν τη δουλειά του πολιτικού πολλά χρόνια-, σίγουρα δεν έδωσε πολιτική απάντηση στην ιστορική, αλλά και πρόσφατη ραχοκοκαλιά χειροπιαστών αιτιοτήτων για όλα όσα έγιναν, για όλα όσα δεν έγιναν («αναμνήσεις») και για όλα όσα πρέπει να γίνουν ώστε η Ελλάδα να μην ξανανιώσει ποτέ τόσο... ασβεστόκτιστος χώρα!
Από τη «θεωρία του ελέφαντα και του ψύλλου» (όπου ο ψύλλος της υπόθεσης εκφράζει τον συνειδητό νου, τη δύναμη της λογικής και, με δυο λόγια, όλα όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας, ενώ ο ελέφαντας εκφράζει τον ασυνείδητο νου), μέχρι τη «θεωρία της αοράτου χειρός» (όπου υπάρχει μεν σκάνδαλο με τις πολυεθνικές και το πάρτι της φαρμακοβιομηχανίας εις βάρος της χώρας, αλλά υπάρχει σκευωρία κατά των πολιτικών αντιπάλων, εφόσον κάποιος υποστηρίζει ότι υπάρχει σκάνδαλο), η ιστορική αλαζονεία και η αμηχανία του ελληνικού συστήματος είναι έκδηλη.
Σαν από θαύμα εξαφανίστηκε από την κουβέντα ο ιστορικός μετεμφυλιακός διχασμός και το στήσιμο της κρατικής μηχανής εθνικοφρόνων, οι μύριες δυο ιστορικές κυβερνητικές πολιτικές που κατέληξαν σε εγχώριες καταστροφές: από «κόκκινους συμμορίτες», «ανώμαλες λύσεις» και «εκτροπές», σε προσπάθειες επίλυσης του «ελληνικού προβλήματος» με βήματα «προς την κατεύθυνση της ομαλοποιήσεως».
Λογικό ήταν να απουσιάζουν οι διάφορες εκδοχές για γεγονότα, όπως της Αποστασίας, του «ελεγχόμενου κοινοβουλευτισμού», του Πραξικοπήματος, της Δικτατορίας, της Μεταπολίτευσης κ.ά., γιατί -παρότι απούσες- είναι ενεργές και αποκαλύπτουν παγιωμένες αντιλήψεις και στάσεις από εκείνους που κλήθηκαν να υπερασπίσουν τον εαυτό τους. Και τι έκαναν; Ταύτισαν τον εαυτό τους με τη χώρα, με τα συμφέροντά της, με τη δημοκρατική ομαλότητα και, άρα, οποιαδήποτε κουβέντα για το σκάνδαλο και την ελληνική χρεοκοπία, να ερμηνεύεται ως «νέος διχασμός» και ως δημοκρατική ή θεσμική εκτροπή.
Η πόλωση του πολιτικού τοπίου οφείλεται σε προνεωτερικές, νεωτερικές και μετανεωτερικές συνυπάρξεις πολιτικών, σε κόσμο που απειλείται εξίσου από την επιρροή του πολυεθνικού χρήματος και το άγος της ανάπτυξης μέσω ενάρετων δημοσιονομικών συμφώνων.
Τα πάντα κινούνται προς ένα σύστημα αλληλοεπικαλυπτόμενων ρόλων και ευθυνών, όπου κυβερνήσεις, πολιτικοί, θεσμοί και ιδιωτικός τομέας αλληλοεμπλέκονται, χωρίς όμως να έχει κανείς απολύτως τον έλεγχο των ασκούμενων πολιτικών επιλογών και αποφάσεων. Σε αυτήν την terra nullius (την επικράτεια του κανενός), η δεδομένη νεωτερική και μετανεωτερική -έμπειρη ως προς τούτο- πολιτική νομπιλιτέ της Ελλάδας βλέπει τον εαυτό της ως σωτήρα και αγαθοεργό παράγοντα, δίχως όμως να τον βλέπει ως μέρος του προβλήματος. Ενώ παραδέχεται την ύπαρξη σκανδάλου, δεν βλέπει ελκυστική τη διαδικασία διερεύνησης του σκανδάλου.
Εχουν ειπωθεί πάρα πολλά και έχει αναπτυχθεί αρκετά η επιχειρηματολογία εναντίον της πολιτικής θεωρίας που απεχθάνεται τα παράδοξα. Ομως, δεν έχει σχολιαστεί όσο θα έπρεπε η μεταπολιτική συναίνεση - η υβριδική κοινωνική θέσμιση του ελληνικού τρόπου στον οποίο η εξουσία και οι επιλογές της είναι ένας «χώρος κενός».
Το πρόγραμμα του Διαφωτισμού, χαρούμενα και με περισσή αισιοδοξία, είχε σπεύσει να καταδικάσει τις πολώσεις και τη βία. Αυτές οι συναινετικές απωθήσεις του πάθους (οι οποίες εξαιρούσαν τη λατρεία του χρήματος) ήταν αναγκαία προϋπόθεση, λ.χ. από την εποχή της «Εγκυκλοπαίδειας» του 18ου και 19ου αιώνα αλλά και του μύθου ενός κοινωνικού συμβολαίου, για να έχουν λούστρο διαφανούς επικοινωνίας οι αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των κοινωνών και των πολιτικών δρώντων, χωρίς να το κάνουν. Στην Ελλάδα, ιστορικά αυτός ο σχηματισμός με την εναλλαγή Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, κατόρθωσε να δώσει την εντύπωση ότι, χωρίς αντιπαράθεση, τα πράγματα μπορούν να οδηγηθούν σε κατάσταση κατευνασμού και συμφιλίωσης.
Ιδού ο πάγκος με τις ευκαιρίες: η έκπτωση της πολιτικής σε άνευρη διαδικασία επικύρωσης των επιταγών της αγοράς, όπου «προς όφελός τους» και με δικά τους χρήματα τα θύματα πληρώνουν σήμερα τις συνταγές της εθνικής και προσωπικής τους δυστυχίας. Τελικά, «τίς πταίει δια την μοιραίαν αυτών καταστροφήν;».
Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 23/2/2018.
Η ομιλία του Γιάννη Μπουτάρη για το Ολοκαύτωμα ήταν θαρραλέα και πραγματικά συγκλονιστική. Ο κ. Μπουτάρης είπε τις άβολες αλήθειες που μέχρι σήμερα κανένας επίσημος φορέας δεν ήθελε να παραδεχθεί. Τις αλήθειες που ακόμα και οι περισσότεροι Ελληνες Εβραίοι φοβούνταν να πουν δημόσια υπό τον φόβο του υφέρποντος αντισημιτισμού. Είπε όμως τις αλήθειες που εμείς, οι Ελληνες Εβραίοι της νέας γενιάς, έχουμε ακούσει από τους γονείς μας και τους ελάχιστους παππούδες μας που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα.
Ισως η ομιλία του να δώσει το έναυσμα για μια αυτοκριτική της ελληνικής πολιτείας η οποία θα αρχίσει να επουλώνει τις πληγές που παραμένουν ανοιχτές εδώ και 73 χρόνια.
Τις πληγές που η περιφρόνηση των επιζώντων του Ολοκαυτώματος, η καταλήστευση της περιουσίας τους και η προστασία των συνεργατών των ναζί έχουν αφήσει ανοιχτές όλα αυτά τα χρόνια.
Οι παππούδες μας, οι γονείς μας αλλά και εμείς είδαμε τον αναθεωρητισμό της Ιστορίας από την πολιτεία και το ξέπλυμα των δωσιλόγων και των συνεχιστών τους από το πολιτικό σύστημα.
Είδαμε τους ηρωικούς συμπατριώτες μας, στους οποίους οφείλουμε την ύπαρξή μας, να υποφέρουν από τις εξορίες και τους διωγμούς.
Είδαμε τους ιδεολογικούς ηγέτες των νεοναζί να απαλλάσσονται από την ελληνική Δικαιοσύνη και ξεδιάντροπους αντισημίτες να μπαίνουν στη Βουλή εκπροσωπώντας διάφορα κόμματα.
Επιτέλους βλέπουμε τώρα να αρθρώνεται ένας άλλος λόγος από έναν αγαπητό και ανεξάρτητο δήμαρχο που φαίνεται αποφασισμένος να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας, όσο κι αν αυτή πονάει.
Ελπίζω ότι μια κυβέρνηση νέων ανθρώπων, απαλλαγμένη από αντισημιτικά «βαρίδια», θα καλωσορίσει την ιστορική αλήθεια γκρεμίζοντας τους μύθους του παρελθόντος.
Λυπάμαι μόνο που δεν ζουν οι παππούδες μας για να απαλυνθεί λίγο ο πόνος με τον οποίο έφυγαν. Ζούμε όμως εμείς που θα κρατήσουμε τη μνήμη τους ζωντανή και θα αντισταθούμε στον αντισημιτισμό και σε κάθε μορφή ρατσισμού.
*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/2/2018.
Εδώ και πολύ καιρό το κυρίαρχο αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας και όλων των ΜΜΕ που την υποστηρίζουν ήταν ότι μόνον αυτή πληροί τις προϋποθέσεις μια σοβαρής, υπεύθυνης και μετριοπαθούς πολιτικής δύναμης η οποία, αιρόμενη πάνω από τους «παρωχημένους» διαχωρισμούς ανάμεσα σε «Αριστερά» και «Δεξιά», μπορεί να αποτελέσει το αντίπαλο δέος στις δυνάμεις του «εθνολαϊκισμού», όπως αυτές εκπροσωπούνται από την σημερινή κυβέρνηση.
Χρειάσθηκαν μόνον δύο μήνες, δηλαδή αφ'ότου ανακινήθηκε και ξανατέθηκε επί τάπητος το «Μακεδονικό», για να καταρρεύσει πλήρως και με πάταγο αυτό το αφήγημα, σε όλες του τις εκφάνσεις.
Α. Εν πρώτοις αποδείχθηκε ότι η Νέα Δημοκρατία πόρρω απέχει από την υπευθυνότητα και την σοβαρότητα στην αντιμετώπιση των εθνικών θεμάτων. Αντίθετα, η στάση της χαρακτηρίζεται ολοένα και εντονότερα από καιροσκοπισμό, μικροκομματισμό και στείρα αντιπολιτευτική διάθεση, η οποία δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από την αντίστοιχη συμπεριφορά του ΣΥΡΙΖΑ, όταν αυτός πολιορκούσε με κάθε μέσο την κυβερνητική εξουσία.
Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι η κυβέρνηση έκανε ό,τι μπορούσε για να την διευκολύνει. Από την μια ο πρωθυπουργός, ο οποίος αντί να διαμορφώσει εκ των προτέρων ένα κλίμα εθνικής συνεννόησης με τους αρχηγούς των κομμάτων προσπάθησε να προκαλέσει προβλήματα στο εσωτερικό τους –και ιδίως της Νέας Δημοκρατίας– και από την άλλη ο κυβερνητικός συνεταίρος του (και υπουργός εθνικής άμυνας...) ο οποίος ξαναθυμήθηκε τον ρόλο του «μακεδονομάχου» και διαχώρισε τη θέση του από την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου (με την οποία βέβαια δεν είχε τολμήσει να διαφωνήσει όταν ανήκε στην Νέα Δημοκρατία).
Ωστόσο, τίποτε από αυτά δεν δικαιολογεί, εν τέλει, την στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είναι άλλο το να επισημαίνεις κριτικά τις αστοχίες και τα λάθη του αντιπάλου σου και άλλο να αρνείσαι την προοπτική μιας εθνικά επωφελούς λύσης (εφόσον φυσικά προταθεί μια τέτοια), μόνο και μόνο επειδή αυτήν θα την καρπωθεί η σημερινή κυβέρνηση (η οποία, εν πάση περιπτώσει, ανέλαβε –έστω και με λάθη– την σχετική πρωτοβουλία και το αντίστοιχο πολιτικό κόστος...).
Αντί λοιπόν ο αρχηγός της ΝΔ να κρύβεται προσχηματικά πίσω από την επίκληση μιας ψευδεπίγραφης «δεδηλωμένης» –η οποία δεν έχει καμία σχέση με την περίπτωση– και να ψελλίζει αοριστίες περί «ευθέτου χρόνου», λες και η εθνική πολιτική ασκείται σε συνθήκες θερμοκηπίου, όφειλε να θέσει ως απαράβατο όρο την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου και τα κεκτημένα της Ενδιάμεσης Συμφωνίας και να τηρήσει μια στάση αναμονής, έως ότου διατυπωθούν οι τελικές προτάσεις που θα προκύψουν από την διαπραγμάτευση. Αν, δε, οι προτάσεις αυτές κινούνται σε σωστή κατεύθυνση, δηλαδή αν επιλύουν, μέσω μιας πολλαπλά εγγυημένης οριστικής Διεθνούς Συμφωνίας, τα κρίσιμα ζητήματα (όνομα, ιθαγένεια, εθνικότητα και γλώσσα), οφείλει να τις ψηφίσει, χωρίς να οχυρώνεται πίσω από τις παραπάνω έωλες υπεκφυγές αλλά και χωρίς να προτάσσει παραπλανητικά, σαν απαράβατο όρο, τις αλλαγές στο Σύνταγμα της γειτονικής χώρας.
Τέτοιες αλλαγές, βέβαια, πρέπει να προβλέπονται στην Συμφωνία, ως προς το παραπάνω σημεία, αλλά και να συνοδεύονται από μια ερμηνευτική δήλωση, που θα ενσωματώνει στο Σύνταγμα αντίστοιχη διάταξη της Συμφωνίας και θα εξουδετερώνει κάθε αλυτρωτική ή επεκτατική ερμηνεία του. Άλλο όμως αυτό και άλλο να πετάει κανείς την μπάλα στην εξέδρα με μία γενική επίκληση των αλυτρωτικών στοιχείων στο Σύνταγμά τους (από τα οποία, μάλιστα, κάποια έχουν ήδη εξαλειφθεί με βάση την ενδιάμεση συμφωνία).
Β. Ακόμη πιο λυπηρό, πάντως, είναι ότι η ΝΔ δεν περιορίσθηκε απλώς σε μια ακραία επίδειξη μικροκομματισμού. Δυστυχώς προχώρησε και ένα βήμα παραπάνω, προσχωρώντας ελαφρά τη καρδία και χωρίς κανένα δισταγμό σε αυτό που η ίδια κατήγγελλε, με στεντόρεια φωνή, σαν «εθνολαϊκισμό». Στην πραγματικότητα η ΝΔ προσχώρησε τελικά... στην πολιτική του Καμμένου –που είναι βέβαια σαρξ εκ της σαρκός της– και άρχισε να εγκαταλείπει, ψελλίζοντας στην αρχή, φωναχτά πλέον, την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου. Αυτό ξεκίνησε δειλά, με κάποιες φωνές από τον χώρο της δεξιάς της πτέρυγας, συνεχίσθηκε με την έμμεση πλην σαφή αναδίπλωση του αρχηγού της, ο οποίος άρχισε σταδιακά να αποστασιοποιείται από την γραμμή αυτή, και ολοκληρώθηκε με την συμμετοχή του συνόλου σχεδόν των βουλευτών της στα συλλαλητήρια, για να ενώσουν τις φωνές τους κατά οποιασδήποτε λύσης (διότι φυσικά δεν νοείται πλέον λύση χωρίς σύνθετη ονομασία...).
Από κοντά, βέβαια, και τα φιλικά ΜΜΕ, τόσο στον Τύπο όσο και στην Ραδιοτηλεόραση, τα οποία πλειοδότησαν χωρίς δισταγμό, ξεχνώντας μάλιστα, πολλά από αυτά, την παλαιότερη στάση τους και μετατρεπόμενα ξαφνικά και κραυγαλέα, εν μια νυκτί, σε αιχμή του δόρατος των κάθε απόχρωσης «μακεδονομάχων». Και όλα αυτά βέβαια με την επίκληση της «βούλησης του λαού», η οποία αναγορεύεται, ερμηνευόμενη αυθαίρετα, σε υπέρτατο κριτήριο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής, με την επίκληση ιδίως των δημοσκοπήσεων και των δύο –μαζικών πράγματι– συλλαλητηρίων. Αυτό όμως είναι εν τέλει ο ορισμός του «λαϊκισμού, τον οποίο υποτίθεται ότι αποκήρυτταν έως τώρα μετά βδελυγμίας η ΝΔ και ο αρχηγός της.
Η λαϊκή κυριαρχία στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες δεν ασκείται εική και ως έτυχε αλλά συντεταγμένα, δηλαδή, «όπως ορίζει το Σύνταγμα». Κατά το Σύνταγμα, δε, ο ρόλος των κομμάτων –που είναι η καρδιά της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας– δεν είναι μια «χύμα» απεικόνιση και υιοθέτηση των εκάστοτε λαϊκών παρορμήσεων. Είτε βρίσκονται στην κυβέρνηση είτε βρίσκονται στην αντιπολίτευση τα κόμματα οφείλουν να κινούνται σε ένα ανώτερο επίπεδο, από πλευράς πολιτικής συνείδησης, διαμορφώνοντας, εκφέροντας και στην συνέχεια υπηρετώντας με συνέπεια έναν επεξεργασμένο και συγκροτημένο προγραμματικό λόγο, ο οποίος αίρεται πάνω και πέρα από την εκάστοτε συγκυρία. Οι δε αρχηγοί τους οφείλουν να είναι ταγοί, επιδιώκοντας την πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία μέσα από οργανωμένο και νηφάλιο δημόσιο διάλογο, και όχι ουραγοί, που ακολουθούν παθητικά ή –ακόμη χειρότερο– καιροσκοπικά και μικροκομματικά το ρεύμα...
Γ. Το τρίτο που προέκυψε από την όλη εξέλιξη του θέματος είναι ότι όσο και αν ξορκίζεται, από την ΝΔ αλλά και από διάφορες άλλες «ενδιάμεσες» πλευρές, η διάκριση Αριστερά-Δεξιά αυτή επιμένει να υφίσταται και να διαπερνά τόσο την ελληνική όσο και τις άλλες προηγμένες δημοκρατικά ευρωπαϊκές κοινωνίες. Αυτό συνέβη, οφθαλμοφανώς, και στην συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς όλες σχεδόν οι δυνάμεις της ποικιλόχρωμης δεξιάς ενδύθηκαν ξανά την χλαμύδα και τάχθηκαν αναφανδόν στην πλευρά των «μακεδονομάχων», υποστηρίζοντας την ανιστόρητη θέση ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική» (κάτι που ισχύει, φυσικά, μόνο για την αρχαία και όχι για την γεωγραφικά οριζόμενη Μακεδονία...) και όλες οι δυνάμεις της ευρείας Αριστεράς («κεντροαριστεράς») –πλην βεβαίων των ελάχιστων οπαδών ενός αφελούς και ανιστόρητου «αντιεθνικισμού»– τήρησαν μια μετρημένη και νηφάλια πατριωτική στάση, συντασσόμενες με την εθνική γραμμή του Βουκουρεστίου και αρνούμενες να προσχωρήσουν στην «αρχαία σκουριά» και να συνταχθούν με τις δυνάμεις του πραγματικού «εθνολαϊκισμού», που περιλαμβάνει πλέον, δυστυχώς, και την Νέα Δημοκρατία (πλην ελαχίστων, φευ, εξαιρέσεων...).
Από αυτό, βέβαια δεν μπορεί να συναχθεί, όπως έσπευσαν επικοινωνιακά να επιχειρήσουν κάποιοι από την κυβερνητική πλευρά, ότι το «Μακεδονικό» από μόνο του μπορεί να διαμορφώσει όρους για μια συνολική αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού, με την συγκρότηση μιας ευρείας προοδευτικής παράταξη που θα υποκαταστήσει την σημερινή –επονείδιστη– σύμπραξη του ΣΥΡΙΖΑ με την λούμπεν ακροδεξιά του Καμμένου. Όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω και σε παλαιότερα κείμενά μου στις φιλόξενες στήλες αυτής της εφημερίδας (με πλέον πρόσφατο «Το Κίνημα Αλλαγής, οι κυβερνητικές συνεργασίες και το εκλογικό σύστημα»), τα τραύματα ανάμεσα στον ΣΥΡΙΖΑ και την –υπόλοιπη– «κεντροαριστερά» είναι ακόμη νωπά, βαθιά και χαίνοντα, με ευθύνη, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ (με αποκορύφωμα, βέβαια, την ένθερμη και προνομιακή προτίμηση των ΑΝΕΛ, ως κυβερνητικών εταίρων, αντί του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού, μετά τις τελευταίες εκλογές).
Είναι εύλογο λοιπόν, από την ανθρώπινη πλευρά, να υπάρχουν και απωθημένα και ψυχώσεις, που εμποδίζουν, αυτήν την στιγμή, οποιαδήποτε συζήτηση για πολιτικές συγκλίσεις των –εξ αντικειμένου– συγγενέστερων πολιτικά χώρων. Παρότι λοιπόν είναι σημαντικό να διαπιστώνονται –αλλά και να αναδεικνύονται– σήμερα σημεία πολιτικής προσέγγισης, ευρύτερη συνεργασία δεν μπορεί να επιτευχθεί προεκλογικά. Το μόνο, θα λέγαμε, που μπορεί να γίνει τώρα –μια και ξεκινήσαμε από το πεδίο του διεθνούς δικαίου– είναι να σχεδιασθούν και να εφαρμοσθούν «μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης»....
Αλλά και μετεκλογικά, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Μόνον αν βιώσουμε και εμείς, ως χώρα, την εμπειρία μιας κυβέρνησης τύπου Μόντι, που θα στηριχθεί –μετά τις εκλογές– και από τα τρία κόμματα που πρωταγωνιστούν στο πολιτικό σκηνικό (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και Κίνημα Αλλαγής), μπορούν πράγματι τα τραύματα αυτά να κλείσουν και να επιτευχθεί πρώτον μεν η απαραίτητη εθνική συνεννόηση για όλα τα μείζονα ζητήματα και δεύτερον ο αναπροσανατολισμός, στη συνέχεια, της πολιτικής διαμάχης, προκειμένου αυτή να διεξάγεται πλέον με καθαρούς πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους, δηλαδή με βάση το δίπολο Αριστερά-Δεξιά. Εκτός βέβαια αν πάρει αυτοδυναμία η ΝΔ, οπότε οι δύο πολιτικές δυνάμεις θα συναντηθούν εκ των πραγμάτων στο κοινό πεδίο της αντιπολίτευσης. Εκεί πλέον θα κληθούν να αποδείξουν αν μπορούν να αποτελέσουν –μετά από ειλικρινή και εκ βαθέων αυτοκριτική– μια σοβαρή και πειστική εναλλακτική λύση, υπερβαίνοντας τις σοβαρές αντιθέσεις τους, αποβάλλοντας, ένθεν κακείθεν, τα βαρίδιά τους και συγκροτώντας μια νέα, σύγχρονη, πλουραλιστική και ολόπλευρα δημοκρατική Αριστερά...
*Δημοσιεύτηκε στο "anoixtoparathyro" στις 5/2/2018.
Με μια συγκλονιστική ομιλία έδωσε το "παρών" στα εγκαίνια του μουσείου του Ολοκαυτώματος στη Θεσσαλονίκη ο Δήμαρχος της πόλης, Γιάννης Μπουτάρης. Μια ομιλία που πραγματικά αξίζει να παραθέσουμε ολόκληρη.
"Ποιοι θρήνησαν το 1945 τους εξαφανισμένους γείτονές τους; Ποια μνημεία στήθηκαν; Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων", είπε μεταξύ άλλων με αίσθηση "αυτοκριτικής" για την πολιτεία εκείνης της εποχής και τους συμπατριώτες μας ως προς το πώς στάθηκαν απέναντι στις διώξεις των Εβραίων.
"Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του βάρους της ιστορίας που η πόλη καλείται να σηκώσει. Τώρα που οι επιζώντες μάς αφήνουν και η σκυτάλη της μνήμης περνά σε όλους και όλες εμάς, ο Δήμος σκοπεύει να συνεχίσει να μετατρέπει τη σιωπή σε λόγο, λόγο παρηγορητικό, αλλά και λόγο θαραλλέο", ανέφερε ακόμη.
"Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης, το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι: μια σκισμένη σελίδα γραμμένη σε μια άγνωστη γραφή, μια αλήθεια που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της", κατέληξε.
Ολόκληρη η ομιλία Μπουτάρη:
"Κάποια στιγμή το καλοκαίρι του 1945 η Μπουένα Σαρφατή βγήκε από το σπίτι της. Εβραία, τριάντα ετών, Σαλονικιά πάππο προς πάππο, η Μπουένα είχε μόλις γυρίσει στη Θεσσαλονίκη έχοντας διαφύγει στο βουνό, πολεμώντας αρχικά με τον ΕΔΕΣ, μετά με το ΕΑΜ και, τελικά, δραπετεύοντας στην Παλαιστίνη. Ο αδερφός της Ελιάου, η αδερφή της Ρεγγίνα, η εκατοντάχρονη γιαγιά της Μίριαμ και οι θείες της δεν είχαν την ίδια τύχη. Από τα βαγόνι του τρένου που τους μετέφερε στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου είδαν για τελευταία φορά την πόλη που αποκαλούσαν "Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων" μιαν ανοιξιάτικη μέρα του 1943. Λίγες ώρες μετά την άφιξή τους οδηγήθηκαν στα κρεματόρια μαζί με άλλες χιλιάδες ομοθρήσκους τους. Η ζωή τους και μαζί η ζωή της εβραϊκής Θεσσαλονίκης, της Θεσσαλονίκης μας, έγιναν στάχτη που σκορπίστηκε στις αφιλόξενες πεδιάδες της Πολωνίας.
Ηταν οι συγγενείς της Μπουένα "μάρτυρες"; Τους τιμούμε αν τους μνημονεύουμε έτσι; Μας τιμά να τους μνημονεύουμε έτσι; Η σημερινή «Ημέρα Μνήμης των Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος» μας προκαλεί να στοχαστούμε γύρω από το ερώτημα αυτό. Οι συγγενείς της Μπουένα όπως και όλοι οι άλλοι Εβραίοι της Ευρώπης δεν επέλεξαν να μαρτυρήσουν. Δεν επέλεξαν δηλαδή να θυσιάσουν συνειδητά τη ζωή τους για ένα υψηλότερο ιδανικό, τη θρησκευτική τους πίστη ή την ιδεολογία τους. Δεν διάλεξαν τον θάνατο, πολύ απλά γιατί δεν είχαν καν το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Και για τον λόγο αυτό δεν τους αξίζει να τους αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν άγιους, όλοι εμείς, Χριστιανοί και Ευρωπαίοι, που για αιώνες συχνά τους αντιμετωπίζαμε σαν διαβόλους. Άνθρωποι ήταν και αυτό ζητούσαν να είναι.
Κάποιοι ελάχιστοι, όπως η Μπουένα, γλύτωσαν. Μόλις χίλιοι θεσσαλονικείς Εβραίοι από τους 45 –και βάλε– χιλιάδες. Γλύτωσαν την εκτόπιση, το Άουσβιτς, την πορεία θανάτου, τα στρατόπεδα εργασίας. Γλύτωσαν γιατί άντεξαν την ανείπωτη βία, τους εξευτελισμούς, τα ιατρικά πειράματα, τους βιασμούς. Και αφού γλύτωσαν, επέστρεψαν στη γενέθλια πόλη. Ως ήρωες; Κάθε άλλο. Εβραίοι που είχαν διαφύγει στο βουνό, είχαν κρυφτεί στις πόλεις, ή αποδράσει στην Παλαιστίνη, αντιμετώπισαν όσους και όσες επέστρεφαν από τα στρατόπεδα ως προδότες, συνεργάτες των Γερμανών, τις δε γυναίκες ως πόρνες. Οι Χριστιανοί πάλι, είδαν στους επιζήσαντες "ανεκμετάλλευτα κομμάτια σαπουνιού" κατά την αναφορά αμερικανού δημοσιογράφου, μια απειλή από ένα παρελθόν που δεν έλεγε να πεθάνει. Ήρωες ήταν κατά τον Ελληνικό Βορρά μόνον εκείνοι οι πέντε νεαροί Εβραίοι που αφού πολέμησαν στο Αλβανικό Μέτωπο και επέζησαν στα κρεματόρια, έπεσαν τον Οκτώβριο του 1948 "ηρωϊκώς στις μάχες του Γράμμου και άλλων ορέων, ενώ εμάχοντο κατά των συμμοριτών".
Για την Μπουένα, μαρτύρια και ηρωισμοί είχαν εξίσου μικρή αξία καθώς προσπαθούσε να μαζέψει τα συντρίμμια και να ξαναχτίσει τη ζωή της από την αρχή. Πώς όμως να ένιωθε όταν ακόμη και οι πιο μικρές απολαύσεις άνοιγαν διάπλατα τα τραύματα του παρελθόντος; Πόσο αβάσταχτος πρέπει να ήταν ο πόνος της όταν ανακάλυπτε ότι το χάρτινο χωνάκι στο οποίο ο Αρμένης πωλητής ξηρών καρπών τής πρόσφερε μια Κυριακή απόγευμα τα αγαπημένα της στραγάλια, αυτό το χάρτινο χωνάκι ήταν στην πραγματικότητα ένα φύλλο χαρτί σκισμένο από την Παλαιά Διαθήκη της οικογένειάς της;
Το σκισμένο αυτό χαρτί είναι το παρελθόν της Μπουένα, αλλά και το παρελθόν της πόλης μας: ένα παρελθόν που μας καταδιώκει και μας στοιχειώνει. Είναι ένα παρελθόν σιωπηλό, αόρατο, αλλά παρόν. Είναι το μαρμαρόστρωτο προαύλιο του Αγίου Δημητρίου, φτιαγμένο από εκατοντάδες ταφόπλακες από το κατεστραμμένο από Γερμανούς και Έλληνες χριστιανούς υπαλλήλους του Δήμου εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης, υλικό «άνευ αξίας» κατά τον επιβλέποντα της αναστύλωσης αρχαιολόγο Στυλιανό Πελεκανίδη. Είναι το Νοσοκομείο Αχέπα και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο που οικοδομήθηκαν πάνω σε μια από τις σημαντικότερες νεκροπόλεις της Ευρώπης. Είναι οι εβραϊκές ταφόπλακες που στρώθηκαν μπροστά στο Στρατηγείο και πέριξ του Βασιλικού Θεάτρου, εκείνες που χρησιμοποίησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1948 για την κατασκευή οδών και πεζοδρομίων παρά τις έντονες διαμαρτυρίες της ισραηλιτικής κοινότητας. Είναι εκείνες οι ταφόπλακες που στοιβάζονταν σε δημόσια θέα μπροστά στο Λευκό Πύργο και στον περίβολο της Διεθνούς Έκθεσης ακόμη και μέχρι τον Δεκέμβρη του 1948. Είναι η ασημένια τσάντα, οικογενειακό κειμήλιο, που το 1946 η Μπουένα Σαρφατή είδε έκπληκτη να κρατά με στυλ μια χριστιανή οικογενειακή φίλη. Είναι το οικογενειακό χαλί που μια άλλη έκπληκτη Εβραία επιζήσασα αντίκρισε σε σπίτι χριστιανών οικογενειακών φίλων. Είναι το βιβλίο που βρέθηκε τυχαία, μόλις μια δεκαετία πριν, στη βιβλιοθήκη της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης προτού επιστραφεί στο Εβραϊκό Μουσείο, μια πράξη που τιμά την Αδελφότητα.
Ποιοι θρήνησαν το 1945 τους εξαφανισμένους γείτονές τους; Ποια μνημεία στήθηκαν; Ποιες τελετές έγιναν; Μόνη η κοινότητα, καθημαγμένη και ρακένδυτη πάλευε να ανασυστήσει την ύπαρξή της και να θρηνήσει τους νεκρούς της. Η πόλη, η κοινωνία, η χώρα ολόκληρη, αδιαφόρησαν. Κρύφτηκαν πίσω από το δάχτυλό τους. Έκαναν πως δεν ήξεραν τι συνέβη, ποιος το έκανε, ποιος βοήθησε, ποιος προστάτευσε όταν άλλοι, πολλοί γκρέμιζαν, έκαιγαν, έκλεβαν, καταλάμβαναν τον χώρο και τα υπάρχοντα των πολλών απόντων και των λιγοστών παρόντων. Ο θρήνος άλλωστε ήταν ατομικός. Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι περίπου χρόνια, να φτάσουμε στο 1962 για να γίνει ένα μνημείο στη μνήμη των θυμάτων. Πού; Μέσα στο νέο εβραϊκό νεκροταφείο, ωσάν το ζήτημα να αφορούσε μόνο συγγενείς και μέλη της εβραϊκής κοινότητας της πόλης.
Και όταν 35 χρόνια μετά έγινε επιτέλους πραγματικότητα ένα μνημείο σε δημόσιο χώρο, αυτό εξορίστηκε στις παρυφές του κέντρου σε σημείο δυσδιάκριτο. Και όταν το μνημείο αυτό επανατοποθετήθηκε επιτέλους στο φυσικό του χώρο, την Πλατεία Ελευθερίας, περισσότερο υπήρξε έκπληξη παρά ικανοποίηση. Επρεπε να φτάσει το 2004 για να καθιερώσει η Βουλή των Ελλήνων με ψήφισμα ομόφωνα την Ημέρα Μνήμης. Έπρεπε να φτάσει το 2011 για να υπάρξει αντίστοιχη μέρα μνήμης για την πόλη μας και το 2014 για να αποκτήσει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης μνημείο που αναδεικνύει την καταστροφή του νεκροταφείου. Και ίσως να μην είναι τόσο μακριά η μέρα που θα δούμε μια αντίστοιχη αναθηματική πλάκα στον περίβολο του Αγίου Δημητρίου, στον "Άγιο Δημήτριο των νεκρών Εβραίων", στο πραγματικό εβραϊκό μαυσωλείο της Θεσσαλονίκης.
Ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει ολοένα και μεγαλύτερη επίγνωση του βάρους της ιστορίας που η πόλη καλείται να σηκώσει. Τώρα που οι επιζώντες μάς αφήνουν και η σκυτάλη της μνήμης περνά σε όλους και όλες εμάς, ο Δήμος σκοπεύει να συνεχίσει να μετατρέπει τη σιωπή σε λόγο, λόγο παρηγορητικό, αλλά και λόγο θαραλλέο. Επιθυμούμε η ανάπλαση της Πλατείας Ελευθερίας και το Μουσείο του Ολοκαυτώματος να αποτελέσουν το νέο μνημονικό άξονα της πόλης, την αφετηρία και την απόληξη της μεγάλης, πολυπολιτισμικής, χριστιανικής, μουσουλμανικής, και εβραϊκής διαδρομής της Θεσσαλονίκης.
Η Πλατεία Ελευθερίας είναι ένας χώρος δημοκρατίας, όπου το 1908 όλοι οι Θεσσαλονικείς, Μουσουλμάνοι, Χριστιανοί και Εβραίοι, πανηγύρισαν μαζί την ανακήρυξη του οθωμανικού συντάγματος. Είναι επίσης ένας χώρος ξεριζωμού και προσφυγιάς, το σημείο από όπου αναχωρούσαν το 1922-1923 οι μουσουλμάνοι παλιοί Θεσσαλονικείς και όπου ξεμπάρκαραν οι νέοι, οι Μικρασιάτες και Πόντιοι πρόσφυγες. Και είναι τέλος ένας τόπος μαρτυρίου, δημόσιου εξευτελισμού των θεσσαλονικέων Εβραίων, όπου το Μαύρο Σάββατο της 9ης Ιουλίου 1943 οι Γερμανοί διαπόμπευσαν μπροστά στα μάτια και ελλήνων χριστιανών 9.000 άρρενες Εβραίους.
Είναι ένας τόπος δύσκολος αυτή η πλατεία. Μας υπενθυμίζει ότι το Ολοκαύτωμα στη Θεσσαλονίκη είναι ο πιο βαρύς κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα βίας και εξανδραποδισμού. Μας υπενθυμίζει ότι οι Εβραίοι της ήταν αδιάσπαστο κομμάτι ενός πολύχρωμου μωσαϊκού, ότι η «Ιερουσαλήμ των Βαλκανίων» ήταν ταυτόχρονα και η «Βαβέλ της Μεσογείου». Επιθυμούμε η Πλατεία Ελευθερίας να είναι ένα σημείο όπου οι δύσκολες, τραυματικές μνήμες όλων των κατοίκων αυτής της πόλης δεν θα ανταγωνίζονται η μία την άλλη, αλλά αντίθετα θα συνυπάρχουν αρμονικά: θα συνδιαλέγονται ζωηρά και θα προωθούν μια κουλτούρα συνύπαρξης και αλληλοσεβασμού ώστε η βαριά κληρονομιά του παρελθόντος να μετατραπεί σε εφαλτήριο ενός καλύτερου μέλλοντος. Η νέα Πλατεία Ελευθερίας θα συμβολίζει την περηφάνια όλων των Θεσσαλονικών για την πόλη τους, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.
Κάποιες εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, το Μουσείο του Ολοκαυτώματος θα συμβολίζει την ντροπή μας. Για όσα έγιναν, για όσα κάναμε, και κυρίως για όσα δεν μπορέσαμε ή δεν θελήσαμε να κάνουμε, γηγενείς και πρόσφυγες, δεξιοί και αριστεροί κατά και μετά τον πόλεμο. Το Μουσείο είναι μια οφειλή της πόλης αλλά και ένα προσωπικό στοίχημα για μένα. Είναι μια οφειλή στους Εβραίους της, ως θεσσαλονικείς, Έλληνες και Σεφαραδίτες. Το Μουσείο υπερβαίνει την πόλη και την Ελλάδα και επανεγγράφει τη Θεσσαλονίκη ως μητρόπολη των Σεφαραδιτών Εβραίων της Μεσογείου. Φιλοδοξεί να πει την άγνωστη ιστορία του Ολοκαυτώματος των Εβραίων της Μεσογείου και των Βαλκανίων, των σεφαραδιτών Εβραίων της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, των Χανίων και της Πάτρας, αλλά και του Βελιγραδίου, των Σκοπίων, του Μοναστηρίου, και του Σαράγεβο, της Τεργέστης και του Λιβόρνο. Ευελπιστεί να μετατρέψει τη σκισμένη σελίδα της Μπουένα Σαρφατή σε ιστορική γνώση. Να αναδείξει μια πτυχή του Ολοκαυτώματος που συχνά παραβλέπεται λόγω της έμφασης στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και με τον τρόπο αυτό να καταστήσει τη Θεσσαλονίκη τόπο μνήμης αλλά και κέντρο έρευνας και μελέτης διεθνούς ακτινοβολίας. Και, τέλος, ευελπιστεί να γίνει ένας χώρος όπου οι πολίτες όλης της γης, ειδικά οι νέοι θα μαθαίνουν τα αποτελέσματα της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.
Πολλοί μας ρωτούν γιατί. Γιατί αυτή η όψιμη έμφαση στην ιστορία και τη μνήμη των θεσσαλονικιών Εβραίων; Η βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος μόλις την προηγούμενη Κυριακή και ο εμπρησμός της ιστορικής κατοικίας μιας εβραίας και μουσουλμάνας θεσσαλονικιάς, θα αρκούσαν θαρρώ ως απάντηση. Αλλά, προσωπικά, προτιμώ να απαντήσω παραφράζοντας τον Πρίμο Λέβι. "Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί", του απάντησε ο Γερμανός φρουρός, μόλις ο Λέβι έφθασε στο Άουσβιτς. "Εδώ, δεν υπάρχουν γιατί" θα μπορούσα να απαντήσω και εγώ σε όσους παραξενεύονται με την επιμονή μου. Το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης, το Ολοκαύτωμα των δικών μας Εβραίων, δοκιμάζει τα όρια της λογικής. Και ο μόνος τρόπος να αναμετρηθούμε μαζί του είναι να αποδεχτούμε ότι θα είναι πάντα κομμάτι αυτού που είμαστε ως Θεσσαλονικείς, Έλληνες και Ευρωπαίοι: μια σκισμένη σελίδα γραμμένη σε μια άγνωστη γραφή, μια αλήθεια που περιμένει πάντα την αποκρυπτογράφησή της".
*Δημοσιεύτηκε στο news247 στις 31/1/2018.