
Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.
Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .
Επιχειρήσαμε την περασμένη βδομάδα να οδηγήσουμε την συζήτηση προς την κατεύθυνση του ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες αλλά και εκείνες που ανοίγονται στο αμέσως επόμενο διάστημα μπροστά μας, εκείνο που προπαντός χρειάζεται είναι ψυχραιμία. Χρειάζεται, δε, απ' όλους - Κυβέρνηση και Αντιπολίτευση, τεχνοδομή και "πολιτική".
Ηδη με το ταξίδι Σαμαρά στο Βερολίνο συντελεσμένο και την συνάντηση με την Καγκελάριο Μέρκελ καταγεγραμμένη γίνεται - ελπίζεται, τουλάχιστον - κατανοητό ότι η πρακτική της δημιουργίας προσδοκιών και επικοινωνιακών σχημάτων, μόνον καλό δεν κάνει. Ό,τι κι αν ειπωθεί και διαρρεύσει, η προσπάθεια "να φέρουμε τον χρόνο στα μέτρα μας", δηλαδή να ακολουθήσει η Ευρώπη και η στάση της απέναντι στην Ελλάδα το Ελληνικό πολιτικό ημερολόγιο, εκλογικό ή μη, περισσότερο τραυματίζει παρά βοηθάει.
Αν ένα θα πρέπει να εντυπωσίασε τον Αντώνη Σαμαρά απο την συνομιλήτριά του, αυτό θα ήταν η έμφαση που έδωσε στην Ελληνική φοροδιαφυγή. Θα ήταν όμως λάθος να μείνει μόνον στην "μεγάλη" φοροδιαφυγή/φοροαποφυγή, που αυτόν τον καιρό συζητείται στον ΟΟΣΑ (πολυεθνικές, λαθρεμπόριο καυσίμων, χρηματοπιστωτικές συναλλαγές). Η Ανγκελα Μέρκελ - δηλαδή οι Γερμανοί εμπειρογνώμονες - γνωρίζουν (ναι!) ότι φέτος το καλοκαίρι, στους Ελληνικούς τουριστικούς προορισμούς - πάλι - δεν δίνονταν αποδείξεις λιανικής για αγορές και υπηρεσίες παρά μόνον σποραδικά. Γνωρίζουν επίσης (ναι!) ότι όλο και περισσότερα πρατήρια καυσίμων παραλείπουν - πάλι - να δίνουν απόδειξη, ακόμη και από αυτοματοποιημενη αντλία... Γι αυτό, αν υπήρχε μεγαλύτερη ψυχραιμία στο "στήσιμο" υψηλής πολιτικής, και μεγαλύτερη έμφαση στα θεωρούμενα μικρότερα, μάλλον καλύτερα θα ήταν.
Η απόκρουση του "νέου Μνημονίου" και το αμφίβολο κυνήγι των δις
Όμως η ψυχραιμία απαιτείται και σε περισσότερο πολύπλοκα τεχνικά επίπεδα. Έτσι, για παράδειγμα, η προσπάθεια να αποκρουσθεί απο την Κυβέρνηση - προεκλογικά, ιδίως - κάθε ιδέα "νέου Μνημονίου" συνοδεύθηκε απο την λεβέντικη διατύπωση "δεν υπάρχει ανάγκη νέας χρηματοδότησης" (για το 2015-16), καθώς "έχουμε αποκτήσει πρόσβαση στις αγορές" κλπ. Τόσο, μάλιστα, που έχει περάσει στο προσκήνιο και η ιδέα να μην χρησιμοποιηθεί η μέχρι Μάρτιο του 2016 χρηματοδότηση απο ΔΝΤ με κάποια 16 δις (τα οποία βέβαια πηγαίνουν για εξόφληση προηγούμενου δανεισμού). Αυτά μπορεί να μαγεύουν πολιτικά, πλην όμως τεχνικά δεν βγαίνουν τόσο εύκολα πέρα: κι εμείς αν δεν είχαμε προσέξει το πώς σκόνταψε η Ελλάδα την δεύτερη φορά που βγήκε στις αγορές - επειδή... μια Πορτογαλική τράπεζα πήγε να κρασάρει - , το έχουν καταγράψει οι άλλοι! Το να μην προσαράξουμε εμείς δεν αφορά μονον εμάς: έχει και συστημική διάσταση το θέμα. Άλλωστε, τα είδαμε να απογειώνονται πάλι τα spreads μας" μετά Σαμαρά/Μέρκελ".
Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε ένα "κυνήγι των δισ": έχουμε - λέει - τα περισσευάμενα του ΤΧΣ (που κατά καιρούς μετρούνται σε 8 έως 11,5 δις), τα οποία όμως τυχαίνει να ανήκουν. Σε ποιον; Στο πολύπλοκο οικοδόμημα που είναι ο EFSF/ESM, με πολλά αφεντικά και με... Γερμανική κυριαρχία - όχι δε μόνον λόγω Κλάους Ρέγκλινγκ. Αλλα και στον αρχικό σκοπό δημιουργίας του ΤΧΣ, δηλαδή την στήριξη των τραπεζών μετά την διάλυσή τους απο το PSI: τώρα που έχουμε AQR και stress tests ανοιχτά, η "αξιοποίηση των υπολοίπων του ΤΧΣ" είναι ολισθηρή υπόθεση...
Ενδιάμεσο συμπέρασμα: όχι μόνο η επίκληση του "δεν υπάρχει ανάγκη νέας χρηματοδότησης" θέλει πολιτική ψυχραιμία, αλλά και οι τεχνικές λύσεις που προτείνονται απαιτούν αντίστοιχη.
Όμως η άλλη πηγή δις για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών - άλλη υπόθεση τα δημοσιονομικά μεγέθη, στα οποία η απάντηση δίνεται πολιτικά: με την προσκύνηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων... - είναι ακόμη πιο ολισθηρή. Πρόκειται για την υποτιθέμενη "άσπρη τρύπα" των διαθέσιμων που υπάρχουν σε Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, των οποίων τα αποθεματικά δεν κατορθώθηκε να αφανισθούν πλήρως με το PSI και το PSI+, αφού δηλαδή πρώρα είχαν λεηλατηθεί μέσω Χρηματιστηρίου, μέσω δομημένων ομολόγων κοκ. Κάτι ανάμεσα σε 6 και 9 δις - λέει - μπορούν να αντληθούν απ' εκεί. Εδώ, δεν τίθεται αντίστοιχο θέμα διαπραγμάτευσης. Είμαστε πιο κοντά στο "δική μας είναι η γιαγιά, ό,τι θέλουμε την κάνουμε!" Πλην όμως αυτού του είδους ο αναγκαστικός δανεισμός που μηχανεύονται στην Κυβέρνηση - διότι περί αυτού πρόκειται! - δεν είναι κάτι το τόσο διαφορετικό απ' εκείνον π.χ. που είχε κάποια στιγμή εμπνευσθεί ο Μανόλης Γλέζος, προκειμένου να κάνει επενδύσεις με βάση τις καταθέσεις. (Οι καταθέσεις ανήκουν στους καταθέτες. Τα αποθεματικά των Ταμείων ανήκουν στους ασφαλισμένους). Άλλου είδους ψυχραιμία - μαζί και λίγη ειλικρίνεια! - απαιτείται εδώ, αν είναι να μην ξεφύγει τελείως το εσωτερικό μέτωπο...
Ασφαλώς, δε, οι μελετημένες εκρήξεις τύπου Αδώνιδος Γεωργιάδη σχετικά με την φυγή των καταθέσεων, μετά και το bank run κατά Σαμαρά, μόνο καλό δεν κάνουν. Γεύση πανικού.
Μην βιάζεστε να ξηλώσετε τον ΕΝΦΙΑ επειδή βγήκε στραβός!
Κι έτσι, φθάνουμε σ' ένα θέμα όπου η πολιτική/νευρική αντίδραση - αντίδραση αποστασιοποίησης από το πολιτικό κόστος - πάει να καταστρέψει κάτι που μόλις στήθηκε στα πόδια του. Αναφερόμαστε στον κακόζηλο ΕΝΦΙΑ. Δηλαδή τον γενικό φόρο στα ακίνητα - ήδη απο τον καημένο τον ΦΑΠ-άγγιγμα επί Αλογοσκούφη, που έγινε ΦΜΑΠ ("να πληρώνουν μόνο οι πλούσιοι") επί ΓΑΠ/Παπακωνσταντίνου, που ξέφυγε ως μεγα-ΦΑΠ/ ως ΕΤΗΔΔΕ ή "χαράτσι Βενιζέλου" μέχρι να καταλήξει στον ψιλο-εφιαλτικό ΕΝΦΙΑ.
Πάμε απο την αρχή: όταν ο Βαγγέλης Βενιζέλος έριξε έξω το καράβι με την "πολιτική διαπραγμάτευση" με την Τρόικα, η τελευταία δεν -ΔΕΝ- επέβαλε τον ΕΤΗΔΔΕ ούτε ως ποινή, ούτε καν για να μαζέψει γρήγορα πόρους. Πρότεινε δυο -ΔΥΟ - εναλλακτικές, είτε έναν προσωρινό (ναι, ναι, προσωρινό!) φόρο στα ακίνητα, εύκολα εισπραττόμενο/δύσκολα φοροδιαφεύγοντα, είτε ένα αντίστοιχο τέλος επί των καταθέσεων (όσων δεν είχαν φύγει ακόμη το 2011 απο το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα). Προκρίθηκε η πρώτη λύση - γιατί; Γιατί κρίθηκε ότι, άμα αγγίζονταν οι καταθέσεις, θα έπεφτε το ταβάνι! Αλλά και επειδή η Τρόικα θεωρούσε εξαρχής ότι "στο γιαπί" είχε διαχρονικά ενσωματωθεί μεγάλο μέρος της εκτεταμένης - κυρίως δε της μεσαίας, αλλά πολύ εκτεταμένης - φοροδιαφυγής/φοροαποφυγής.
Υπάρχει μια πρώτη διάσταση αυτής της αντίληψης, που στηρίζεται σε ωμά στατιστικά: ιδιαίτερα οι τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών και των επιτηδευματιών (οι οποιοι παλιότερα, φοροδιέφευγαν, τώρα... απλώς δεν έχουν δουλειές), αλλά και όσοι σχετίζονται με επαρχία (που, δεν είναι ισως του συρμού να λέγεται, αλλά δεν είχαν ποτέ σχέση με τον Εφορο) είχαν ανέκαθεν την τάση να τοποθετούνται σε ακίνητα. Επιπλέον, ο ίδιος ο θεσμός της αντιπαροχής - ο οποίος κυριολεκτικά "εχτισε την Ελλάδα" - ναι μεν είναι μια εκπληκτική μηχανή αυτοχρηματοδότησης, είναι όμως ταυτόχρονα και μια μηχανή παραγωγής υπεραξιών που ο Εφορος τις άγγιζε μόνον στην δεύτερη μεταβίβαση (Προσοχή! Αυτο δεν είναι φοροδιαφυγή. Είναι νομιμότατο. Όμως δημιούργησε επί 4 δεκαετίες - 1960 μέχρι 2000 - πελώριες αφορολόγητες υπεραξίες). Ύστερα, "έπαιξε" για μια δεκαετία η φούσκα των ακινήτων με το φθηνό, ιστορικά μοναδικό, χρήμα λόγω Ευρωζώνης - ώσπου έπεσε το ταβάνι, εδώ.
Αυτή ήταν η βάση που έκανε την Τρόικα - ακόμη και πριν την άστοχη/καταστροφική στάση Βενιζέλου που μας χάρισε το ομώνυμο χαράτσι - να τάσσεται "υπέρ" του φόρου ακινήτων. Εδώ, έρχεται στην μέση η ασύγγνωστης ελαφρότητας άποψη Σ. Βούλτεψη ότι τα χρήματα που έβαλαν οι Έλληνες σε ακίνητα πήγαν χαμένα. Εκείνο όμως που αποτύπωσε ήταν - με καφενειακό/τηλεπαραθυρικό τρόπο - η θέση ότι πρόκειται για μιαν επένδυση που μπορεί μεν να έχει πολλαπλασιαστή στο ξεκίνημα, "στο γιαπί" (quand le batiment va, tout va), αλλά στην συνέχεια δεν είναι παραγωγική. Η πίεση είναι πλέον να στραφούν οι επενδύσεις των Ελλήνων προς περισσότερο παραγωγικές και, κυρίως, προς εξωστρεφείς κατευθύνσεις. Βέβαια, οι απαξιωτικές διατυπώσεις δεν βοηθούν στην κατανόηση της ουσίας, και η ουσία είναι ότι βρισκόμαστε σε μια φάση "φορολογικής αποθάρρυνσης" του ακινήτου
Η δική μας κατάληξη: ο ΕΝΦΙΑ, που προέκυψε έτσι βαρύτατος επειδή το ΠΑΣΟΚ (ποιος άλλος!) για να δείξει την σοσιαλιστική του ρίζα σώρευσε έναν ΦΜΑΠ πάνω απο ένα γενικευμένο ΦΑΠ, στην συνέχεια δε επειδή οι σημερινοί μαθητευόμενοι μάγοι της οικονομίας πήραν ως βάση επιβολής του φόρου ό,τι μεγαλύτερο μπορούσαν (η διόρθωση στις επαρχίες άφησε στον αστικό ιστό το τερατούργημα "αντικειμενικών αξιών" που είναι κατά 30% και 50% και 70% πάνω απο τις καταβυθισμένες εμπορικές...) , δεν πρέπει να καταργηθεί.
Πρέπει να διορθωθεί - σοβαρά.
Πρέπει να συμμορφωθεί - ειλικρινά.
Πρέπει κυρίως να εξηγηθεί - ως φόρος φορολογικής/κοινωνικής δικαιοσύνης. Και, έτσι πλέον, να παραμείνει.
This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
Από τη Ναυτεμπορική
Ακούστε την εκπομπή "Ασκώ τα δικαιώματα μου" (26/9/2014) με καλεσμένο τον Ηλία Μόσιαλο Καθηγητή Πολιτικής της Υγείας στο L.S.E.
ΑΣΚΩ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΟΥ ertopen 26-09-2014- ΗΛΙΑΣ ΜΟΣΙΑΛΟΣ by Paremvassi on Mixcloud
Δείτε εδώ μία ξεχωριστή γελοιογραφία του Δημήτρη Χαντζόπουλου που δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 25/9/2014. Σπανίως δημοσιεύουμε γελοιογραφίες αλλά σε αυτήν την περίπτωση υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά. Και ο Γκίκας Χαρδούβελης υπουργός Οικονομικών που είναι ο πρωταγωνιστής – μαζί με την Τρόικα – της γελοιογραφίας και ο Δημ. Χαντζόπουλος που είναι ο δημιουργός της είναι από χρόνια λήπτης του e-library και φίλος της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ. Ο Γκίκας Χ. ξεκίνησε από το Λεωνίδιο Αρκαδίας και διαμέσου μιας λαμπρής ακαδημαϊκής καριέρας σε Θεσσαλονίκη, Χάρβαρντ και Πειραιά κατέληξε στον πιο «καυτό» υπουργικό θώκο, ενώ ο Δημήτρης Χ. με το απίστευτο κα αιχμηρό κατά πάσης εξουσίας χιούμορ του ξεκίνησε από την Πάτρα (ήδη χιουμορίστας από το δημοτικό. ΠΒ), σπούδασε Φυσική και κινούμενο σχέδιο στο Βανκούβερ του Καναδά και από ένα χωριό του Ψηλορείτη σχολιάζει με επιτυχία τις περιπέτειες της χώρας. Είμαστε βέβαιοι ότι ο Γκ. Χαρδούβελης θα αναγνωρίσει το καλό χιούμορ και θα γελάσει (και όχι όπως έκανε προσφάτως το γραφείο του πρωθυπουργού που κατήγγειλε με ανακοίνωση του γελοιογραφία) και είμαστε επίσης βέβαιοι ότι ο Δημ. Χαντζόπουλος θα συνεχίσει ακάθεκτος να σχολιάζει τις σημερινές και αυριανές κυβερνήσεις προσφέροντας λίγο δημιουργικό γέλιο στην στη δύστυχη και γκρίζα καθημερινότητα μας.
Περικλής Βασιλόπουλος
Αφ' ότου - το 1954, μια δεκαετία και κάτι πριν "Το Λάθος" - κυκλοφόρησε το "Ζητείται ελπίς' του Αντώνη Σαμαράκη, συνεχώς προέκυπτε ο πειρασμός να τιτλοφορεί κανείς φάσεις της δημόσιας ζωής ή κοινωνικές καταστάσεις με βάση το "Ζητείται". Ειλικρινά πιστεύουμε ότι, στην τωρινή στροφή της Ελληνικής δημόσιας ζωής, το πιο δόκιμο είναι το "Ζητείται ψυχραιμία": μόνο που απ' αυτό το αγαθό δεν δείχνει να υπάρχει διαθέσιμο πολύ....
ΑΣΚΩ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΟΥ ertopen 04-07-2014 ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΛΙΟΣ by Paremvassi on Mixcloud
Έξι και πλέον χρόνια σε ύφεση, 30% ανεργία, 25% απώλεια πλούτου. Μέσα στη διαδρομή του χρόνου το ερώτημα που προκύπτει όλο και εντονότερα: που πάμε; Στο σύντομο αυτό σημείωμα γίνεται η προσπάθεια μιας απάντησης μέσω της σκιαγράφησης των διαρθρωτικών χαρακτηριστικών της ελληνικής οικονομίας σε συνδυασμό με τις ασκούμενες πολιτικές υπό το πλαίσιο της ευρωζώνης.
Το λάθος της ευρωζώνης
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ηγεμονεύεται από μια νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική εκδοχή που αν και κυριάρχησε παγκοσμίως ως ευρείας αποδοχής στις δεκαετίες του 1990 και 2000 εγκαταλείφθηκε από όλους μετά την κρίση. Από όλους πλην της ΕΕ.
Η εκδοχή αυτή επονομαζόμενη «νέα συναίνεση» (new consensus), υποστηρίζει ότι οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις πρέπει να περιοριστούν δραστικά (έως απολύτως), καθώς διαταράσσουν, παρά ισορροπούν, τις οικονομίες. Παράλληλα, μεταθέτει την ευθύνη των διορθωτικών παρεμβάσεων στη νομισματική πολιτική με στόχευση πληθωρισμού στο 2%, αποκλειστικά μέσω των «βασικών» επιτοκίων που θέτουν οι νομισματικές αρχές και περαιτέρω, τις διαθέσεις των εμπορικών τραπεζών να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις δανειοδότησης των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών με δεδομένα τα βασικά επιτόκια. Τέλος, ο ρόλος των κυβερνήσεων περιορίζεται στις μεταρρυθμίσεις και τις προσαρμογές του θεσμικού πλαισίου της οικονομίας ώστε να βελτιώνονται οι διαρθρωτικές δυνατότητες των οικονομιών να διευρύνου τις παραγωγικές τους δυνατότητες. Αυτή η πολιτική αποδείχθηκε ανίκανη να ανταπεξέλθει στην αντιμετώπιση της κρίσης και της ύφεσης.
Οι νέες συνθήκες απαιτούσαν πρωτοβουλίες νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες που απαιτούσαν τη διοχέτευση άμεσης ρευστότητας στις αγορές (και όχι απλώς στους ισολογισμούς των τραπεζών), συντονισμένη δράση της νομισματικής, της δημοσιονομικής και της εισοδηματικής πολιτικής με αύξηση των δαπανών και των επενδύσεων του κράτους, διαρθρωτικά μέτρα και μεταρρυθμίσεις που διευρύνουν τις παραγωγικές δυνατότητες και δεν μεταθέτουν την προσαρμογή αποκλειστικά στη μείωση των μισθών και των εισοδημάτων. Τα αποτελέσματα ήταν θετικά.
Οι μεγάλες οικονομίες που εγκατέλειψαν τη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της «νέας συναίνεσης» και προέβησαν σε ενεργή διαχείριση όλων των πολιτικών και κυρίως στη άμεση διοχέτευση ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, χωρίς ιδεοληπτικούς αποκλεισμούς, κατάφεραν να υπερβούν την κρίση, να επανακάμψουν σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης με περιορισμένη ανεργία. Οι αναπόδραστες πληθωριστικές πιέσεις αντιμετωπίστηκαν με τις διαρθρωτικές παρεμβάσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Αντίθετα στην ΕΕ η εμμονή στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή της «νέας συναίνεσης» είχε σαν αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό των οικονομιών των κρατών μελών σε συνθήκες κατάρρευσης ρευστότητας λόγω της χρηματοδοτικής αδυναμίας των τραπεζών. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική και την πτώση της ζήτησης, ενέπλεξε τις ευρωπαϊκές οικονομίες σε στασιμότητα, αποδυνάμωσε τις αναπτυξιακές προοπτικές, με υψηλότατη ανεργία αλλά ελάχιστο ή αρνητικό πληθωρισμό. Τα έκδηλα λάθη αυτής της πολιτικής εμμέσως πλην σαφώς ομολογούνται από τις βεβιασμένες προσπάθειες της ΕΚΤ τους τελευταίους μήνες υπό το φόβο του στασιμο-αποπληθωρισμού. Η θέσπιση αντικινήτρων διακράτησης ρευστότητας από τις τράπεζες όσο και η προσπάθεια διοχέτευσης ρευστότητας μέσω της αγοράς ενέγγυων τίτλων του ιδιωτικού τομέα αποτελούν προσπάθειες διευκόλυνσης των επενδύσεων και υπέρβασης του φαύλου κύκλου αποπληθωρισμού και ανεργίας στον οποίο έχει εμπλακεί η ΕΕ. Ωστόσο παραμένουν σημαντικές οι αποστάσεις από τις πρακτικές διοχέτευσης ρευστότητας των άλλων μεγάλων οικονομιών όπου οι κεντρικές τράπεζες προσήλθαν μαζικά και έγκαιρα στην χρηματοδότηση αγοράς τίτλων του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα διευρύνοντας τις νομισματικές παρεμβάσεις πέραν των βασικών επιτοκίων, στην ίδια την προσφορά χρήματος. Αντίθετα η ΕΚΤ παραμένει προσηλωμένη στην πολιτική της «νομισματικής αποστείρωσης» της παραγόμενης ρευστότητας (sterilizedlending), ενώ περιορίζει τις παρεμβάσεις αποκλειστικά στην αγορά των περιορισμένης συνολικής αξίας τίτλων του ιδιωτικού τομέα.
Εφαρμόζοντας λάθος το λάθος
Η εφαρμογή της λάθος πολιτικής της «νέας συναίνεσης» στην Ελληνική περίπτωση απέβη πολλαπλώς μοιραία για λόγους ιδιοσυστασίας του ελληνικού σχηματισμού. Πιο συγκεκριμένα το πλαίσιο της συγκεκριμένης οικονομικο-πολιτικής ιδεοληψίας:
α) απαιτούσε την ελαχιστοποίηση των δημοσιονομικών παρεμβάσεων σε μια κατεξοχήν κρατικοδίαιτη οικονομία με ισχυρές εξαρτήσεις του ιδιωτικού τομέα από το δημόσιο.
β) μετέθετε μεταρρυθμιστικές ευθύνες στις κυβερνήσεις σε ένα πολιτικό σύστημα πελατειακό με παράδοση εξάρτησης από ειδικά συμφέροντα (μεγάλα ή μικρά) που ουδόλως ενδιαφέρθηκε (και ενδιαφέρεται) για πραγματικές αλλαγές στους θεσμούς και τις λειτουργίες.
γ) μετέθετε τον έλεγχο της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής στις τράπεζες και σε ένα ολιγοπωλιακό και εν πολλοίς ανεξέλεγκτο τραπεζικό σύστημα με παραδοσιακά υψηλό κόστος χρήματος και έφεση στην επιλεκτική χρηματοδότηση «προνομιακών συνομιλητών» του συστήματος ή ακόμα και παραοικονομικών δραστηριοτήτων.
Τα αποτελέσματα της λάθος εφαρμογής μιας λάθος πολιτικής ήταν πασιφανή πριν την κρίση. Η οικονομία ουδέποτε προσαρμόστηκε. Ο δημόσιος τομέας συνέχιζε την αντιπαραγωγική του διάταξη δανειζόμενος, ο ιδιωτικός καιροσκοπούσε εκμεταλλευόμενος και οι τράπεζες διοχέτευαν υπερβάλλουσα ρευστότητα χρηματοδοτώντας. Όλοι οι μηχανισμοί της οικονομίας εργάζονταν προκυκλικά και ανεξέλεγκτα (λόγω των πελατειακών πολιτικών σχέσεων) υπερτροφοδοτώντας τις οικονομικές δραστηριότητες και τους φορείς τους στις φάσεις ανόδου. Η κρίση μας αποκάλυψε. Ωστόσο, η εμμονή στο ίδιο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής μετά την κρίση ήταν καταστροφική. Οι μηχανισμοί της οικονομίας λειτουργώντας προκυκλικά, οδήγησαν και οδηγούν την οικονομία σε μια τεράστια συρρίκνωση με ελάχιστες διαρθρωτικές βελτιώσεις.
Ο περιορισμός των αποκρατικοποίησεων όσο και η αδιαφάνεια των μηχανισμών προσέλκυσης επενδυτών που καταλήγει σε περιορισμένο ενδιαφέρον με επαναλαμβανόμενα και γνωστά ονόματα αγοραστών, η αναπαραγωγή των δομών που προσδιορίζουν τους μεγάλους προμηθευτές του δημοσίου, η ανοχή έναντι των προβληματικών δανείων των τραπεζών που ανακεφαλαιοποίηθηκαν με δημόσιο χρήμα και τόσα άλλα, αποδεικνύουν τη συνέχεια του κρατικοδίαιτου προτύπου επιχειρηματικής ανάπτυξης και των δεσμών δημοσίου χρήματος και μεγάλων ιδιωτικών επενδύσεων.
Η αναβολή και η αλλοίωση των μεταρρυθμίσεων που αφορούν στον πραγματικό εκσυγχρονισμό του δημοσίου και των υπηρεσιών του κατά τις απαιτήσεις ειδικών ομάδων συμφερόντων στην υγεία, στην παιδεία, τη δομή και τις υποδομές των υπουργείων, η μη απελευθέρωση επαγγελμάτων και η διατήρηση προνομίων κλπ αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα συνέχειας του προσαρμοστικού εκσυγχρονισμού που επιδιώκει το πελατειακό πολιτικό σύστημα αντί των πραγματικών μεταρρυθμίσεων.
Το ολιγοπωλιακό και στρεβλό τραπεζικό σύστημα και η αναδιάρθρωση του κατέληξαν σε ισχυρότερο ολιγοπώλιο 4 τραπεζών που διεκδίκησε τη δική του σωτηρία, κερδοσκόπησε επί των υφιστάμενων δανείων και περιχαράκωσε τους κινδύνους που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε βάρος της πραγματικής οικονομίας, ασχέτως των πρακτικών που το ίδιο το τραπεζικό σύστημα ακολούθησε στο παρελθόν.
Υπό αυτό το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής και της πολιτικής εφαρμογής της, η κατάρρευση επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα ήταν πολλαπλάσια αυτής που θα ανέμενε κάποιος διεθνής αναλυτής εφαρμόζοντας τα κριτήρια του μέσου όρου των ευρωπαϊκών οικονομιών (με την «αναπτυξιακή» εξαίρεση από την «ιδιαίτερη» μεταχείριση ορισμένων επιχειρηματιών από το κράτος και τις τράπεζες). Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων αποδείχθηκε αποκριάτικο πάρτι με καθυστερήσεις, υπεκφυγές και ψέματα έναντι των υποχρεώσεων για θεσμικές προσαρμογές που έθιγαν και θίγουν το πελατειακό οικοδόμημα των κομμάτων και των πολιτικών. Η κατάρρευση της ρευστότητας ήταν και παραμένει μοναδική, κυρίως για τη μεσαία, τη μικρομεσαία και τη μικρή επιχειρηματικότητα. Επιχειρήσεις που οικοδομήθηκαν στη βάση τραπεζικών πρακτικών (μεταχρονολόγηση επιταγών κλπ) βρέθηκαν στον αέρα, δάνεια ζητήθηκαν εκβιαστικά πίσω, το κόστος χρήματος εξακοντίστηκε παρά τις μειώσεις των βασικών επιτοκίων. Άλλες που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να έχουν κλείσει παραμένουν χρηματοδοτούμενες ελέω ειδικών συμφερόντων και ρυθμίσεων. Ακόμα και το δημοσιονομικό πλεόνασμα αποδεικνύεται κατάκτηση κοινωνικά άδικων μέτρων δημιουργώντας βραχυπρόθεσμα οφέλη που χάνονται στην δίνη της αναποτελεσματικότητας του πελατειακού πολιτικού συστήματος και μακροπρόθεσμα, κόστη από την ενστάλαξη πόλωσης και πολιτικής αστάθειας.
Η τεράστια απώλεια εθνικού πλούτου, η απαξίωση των περιουσιών, η στρεβλή αναδιάταξη και συγκεντροποίηση ιδιοκτησίας των παραγωγικών πόρων, η ανεργία αλλά και η μεγάλη διάρκεια της κρίσης, μαρτυρούν το εύρος και το βάθος από τις συνέπειες των δύο λαθών που επιβάρυναν την οικονομία, πολλαπλασιάζοντας το ένα τις δυσμενείς συνέπειες του άλλου.
Δημοσιεύτηκε στο capital στις 14/9/2014
Φθάνοντας στο φθινόπωρο του 5ου χρόνου της οικονομικής κρίσης, έχουμε καλά δημοσιονομικά νέα, συνεχίζοντας να δημιουργούμε πρωτογενές πλεόνασμα. Στα άλλα τρία μεγάλα οικονομικά προβλήματα (χρέος, μεταρρυθμίσεις, ανεργία) πάμε σημειωτόν.
1. Ανάγκη για χάραξη σοφής στρατηγικής και επιμονή στην εφαρμογή
Χρειάζεται να θέσουμε στόχους, να δημιουργήσουμε στρατηγική, και πάνω απ' όλα να επιμείνουμε στην ολοκλήρωσή της. Το διακύβευμα για την Ελλάδα είναι τεράστιο.
Εχουμε πραγματικά τη δυνατότητα να βγούμε για τα καλά από την οικονομική κρίση σε 15 μήνες. Αποτυχία θα ήταν ιδιαίτερα καταστροφική για την Ελλάδα και θα δημιουργούσε μια πολιτική και οικονομική κρίση σαν του Μαΐου του 2012. Οπως έχω ξαναγράψει στην «Καθημερινή» στην αρχή του 2014, στη σημερινή φάση έχουμε επιλογές και χρειάζεται ιδιαίτερη σοφία στη δημιουργία στρατηγικής, επιμονή στην εφαρμογή της και αξιοπιστία.
2. Οικονομικό πρόγραμμα και στρατηγική
Πρώτο και βασικό. Ολοι συμφωνούν, θέλουμε ανάπτυξη. Μακροχρόνια θα δημιουργηθεί από το νοικοκύρεμα της οικονομίας μας με τις διαρθρωτικές αλλαγές. Αλλά βραχυχρόνια πώς; Μέσω δημοσίων επενδύσεων! Μπορούμε πια να δανειζόμαστε από τις διεθνείς χρηματαγορές εκδίδοντας καινούργια ομόλογα. Πρέπει να βάζουμε όλα τα χρήματα (5 δισ. ετησίως) από τα καινούργια ομόλογα στις δημόσιες επενδύσεις. Ούτε ένα ευρώ από αυτά δεν πρέπει να χαθεί και να ταφεί στον γενικό προϋπολογισμό! Μέσω αυτών των επενδύσεων να δημιουργήσουμε καινούργιες θέσεις εργασίας και εισόδημα και ανάκαμψη. Και ασφαλώς με την ώθηση των δημοσίων επενδύσεων και οι ιδιώτες επενδυτές που περιμένουν να αγοράσουν «Ελλάδα» φθηνότερα, τώρα θα πιεστούν να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα φοβούμενοι ότι, αν δεν μπουν τώρα, θα πληρώσουν ακριβότερα στο μέλλον. Δημόσιες επενδύσεις 5 δισ. ετησίως (3% του ΑΕΠ) και 1-2% του ΑΕΠ ιδιωτικές επενδύσεις θα απογειώσουν πραγματικά την ελληνική οικονομία. Να πείσουμε την τρόικα να εξαιρεθούν από τους δημοσιονομικούς περιορισμούς οι δημόσιες επενδύσεις που μέσω του προϊόντος που παράγουν μειώνουν αντί για να αυξάνουν το ποσοστό χρέους/ΑΕΠ. Για εκείνους που αφελώς ρωτούν γιατί να δανειστούμε από τις αγορές με 3-5% και να μη δανειστούμε από τους Ευρωπαίους με 2%, να υπενθυμίσω ότι δεν μας δίνουν οι Ευρωπαίοι και το ΔΝΤ όσα χρήματα θέλουμε.
Δεύτερον, να θέσουμε σαν καίριο στόχο να μειωθεί η ανεργία από το 27% σε 13-15% μέσα σε δύο χρόνια μέσω δημιουργίας θέσεων εργασίας από το πρόγραμμα επενδύσεων. Να πείσουμε την τρόικα ότι αυτός ο στόχος μας είναι καίριος.
Υστερα από τη βαθιά δημοσιονομική προσαρμογή, πρέπει να φροντίσουμε άμεσα για τον περιορισμό της ανεργίας. Να πραγματοποιηθεί όμως ο στόχος μέσω επενδύσεων που θα δημιουργήσουν θέσεις εργασίας και όχι σαν «πρόγραμμα απασχόλησης» που προτείνουν κάποιοι που απλώς θα επιδοτεί τους ανέργους και θα τους μετονομάζει «εργαζόμενους».
Τρίτον, να επιμείνουμε στις μεταρρυθμίσεις. Η δήλωση του υπουργού Οικονομικών στους New York Times «η Ελλάδα έχει κάνει τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις» είναι ατυχής. Ολοι ξέρουμε ότι μόνο λίγες έχουμε κάνει και πολλές περιμένουν να γίνουν, ανάμεσά τους και οι μειώσεις των φορολογικών συντελεστών, η μείωση της γραφειοκρατίας, η αύξηση της αποτελεσματικότητας στο Δημόσιο, η αξιολόγηση δημοσίων υπάλληλων και η μείωση του δημόσιου τομέα. Να πούμε «ναι» στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, να πειστούμε ότι θέλουμε να τις κάνουμε ακόμα κι αν δεν είχαμε την τρόικα να μας τις υπενθυμίζει. Αυτό ασφαλώς χρειάζεται πολιτική επιλογή και στήριξη. Είναι απαραίτητο να πειστούν οι πολίτες ότι οι μεταρρυθμίσεις είναι σημαντικότατες για τη μακροχρόνια ευημερία της Ελλάδος. Μπορεί κάποιοι να χάσουν μερικά προνόμια αλλά το κοινωνικό σύνολο θα κερδίσει πολλά και μακροχρόνια. Και ασφαλώς χρειάζεται ιεράρχηση των μεταρρυθμίσεων και στην ουσία και στη χρονική εφαρμογή.
Τέταρτον, να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το μεγάλο δημόσιο χρέος που μας συσσώρευσαν δεκαετίες διαφθοράς, λαϊκισμού, επιπολαιότητας και αδράνειας. Βρισκόμαστε στην καλή θέση να έχουμε πολύ μικρούς τόκους (κάτω από 2%) στο πιο μεγάλο μέρος του χρέους που διακρατεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης και οι Ευρωπαίοι εταίροι, και επιπλέον αυτοί οι δανειστές να μας αφήνουν να καθυστερούμε τις πληρωμές τόκων για πολλά χρόνια. Επίσης είμαστε τυχεροί που βρισκόμαστε στα χαμηλότερα επιτόκια 50ετίας διεθνώς, που όμως είναι πιθανό να ανέβουν λόγω αλλαγής πολιτικής της Fed σύντομα, ίσως και πριν από το τέλος του έτους.
Το ελληνικό χρέος είναι μεγάλο σαν ποσοστό του ΑΕΠ και μερικοί φοβούνται ότι κάποτε στο μέλλον δεν θα μπορεί να εξυπηρετείται. Το πρόβλημα λύνεται με ανάπτυξη, αυξάνοντας το ΑΕΠ όπως προτείνω πιο πάνω και μειώνοντας το ποσοστό του χρέους προς ΑΕΠ. Και για να είμαστε βέβαιοι ότι και στο μέλλον θα μπορούμε να εξυπηρετούμε το χρέος, πρέπει να ζητήσουμε άμεσα από τους Ευρωπαίους εταίρους μας τα παρόντα χαμηλά κυμαινόμενα επιτόκια να γίνουν σταθερά παραμένοντας χαμηλά. Και τελικά να ζητήσουμε απομείωση της τωρινής καθαρής αξίας του χρέους κατά 50% μετακυλίοντας τη λήξη του στα 75 χρόνια. Το ελληνικό χρέος θα μείνει το ίδιο σαν αριθμός ευρώ, αλλά η καθαρή παρούσα αξία του θα μειωθεί κατά 50%. Αυτή η αλλαγή δεν θα βλάψει τους Ευρωπαίους δανειστές άλλα θα δώσει τη δυνατότητα στην Ελλάδα των παιδιών και των εγγονιών μας να αποπληρώσουν ένα πολύ μικρότερο χρέος. Για εκείνους που λένε ότι δήθεν η επιμήκυνση του χρέους επιβαρύνει τα παιδιά και τα εγγόνια μας, θα υπογραμμίσω ότι δυστυχώς η παρούσα γενιά έχει ήδη (πριν από το 2010) καταναλώσει τα χρήματα και των παιδιών και των εγγονιών της. Η επιμήκυνση της αποπληρωμής του χρέους δεν προσθέτει κανένα καινούργιο βάρος στις επόμενες γενεές, ενώ αντίθετα μειώνει τα βάρη τους. Εκείνοι βέβαια που λένε ότι πρέπει η Ελλάδα να μην πληρώσει τα χρέη της προς τις φίλες χώρες εκβιάζοντάς τες, βρίσκονται εντελώς εκτός πραγματικότητας. Μια τέτοια κίνηση θα οδηγούσε στην έξοδο από το ευρώ, την κατάρρευση των τραπεζών, υπερπληθωρισμό, και συρρίκνωση των εισοδημάτων στα επίπεδα του 1950.
3. Οι σχέσεις μας με την τρόικα
Η τρόικα ήρθε στην Ελλάδα για να επιβλέψει τη δημοσιονομική προσαρμογή της Ελλάδας όταν ξαφνικά ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης, οι Ευρωπαίοι εταίροι, και το ΔΝΤ έγιναν οι κύριοι δανειστές της Ελλάδας. Δεύτερος στόχος της ήταν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Το μακροοικονομικό μοντέλο της τρόικας (δηλ. του ΔΝΤ) έπεσε επανειλημμένως πολύ έξω στις προβλέψεις (όπως έχει παραδεχτεί και το ΔΝΤ). Απ' την άλλη μεριά, η Ελλάδα ποτέ δεν κατέβηκε στις διαπραγματεύσεις με δικό της μακροοικονομικό μοντέλο ούτε με στόχους ποιοτικά διαφορετικούς από της τρόικας. Δηλαδή, οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας με την τρόικα ήταν ποσοτικές και όχι ποιοτικές, με την Ελλάδα να προσπαθεί να πάρει «έκπτωση» 20% στα προτεινόμενα από την τρόικα. Οι συχνές επισκέψεις της, οι πολλές μικρές δόσεις των δανείων και η αδράνεια του κρατικού μηχανισμού επισκίασαν την ουσία και τους στόχους του προγράμματος. Επιπλέον, το πιπίλισμα του ψευτοδιλήμματος μνημόνιο-αντιμνημόνιο χωρίς πραγματική αντίληψη του περιεχομένου των Μνημονίων στέρησε από τον ελληνικό λαό τη δυνατότητα να πάρει στα σοβαρά μέρος στη συζήτηση για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.
Μετά 4 χρόνια επίβλεψης, έχοντας πρωτογενές πλεόνασμα και δυνατότητα δανεισμού από τις χρηματαγορές, η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη διαπραγματευτική θέση από παλαιότερα. Δεν έχει όμως ακόμα εμπεριστατωμένη στρατηγική και βρίσκεται ακόμη εθισμένη στην ποσοτική διαπραγμάτευση.
4. Τι πρέπει να ζητήσουμε από την τρόικα
Πρώτα, να αρχίσει άμεσα η συζήτηση για την επιμήκυνση της λήξης του χρέους και τη σταθεροποίηση των επιτοκίων. Η επιμήκυνση δεν βλάπτει τους Ευρωπαίους και συμφέρει την Ελλάδα. Δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος να μη γίνει τώρα και να μην τελειώσει αυτό το ζήτημα άμεσα.
Δεύτερον, να ζητήσουμε από την τρόικα να εξαιρέσει από δημοσιονομικούς περιορισμούς τις δημόσιες επενδύσεις έως 5 δισ. με χρήματα από καινούργιες εκδόσεις ομολόγων που θα μπαίνουν μόνο στις δημόσιες επενδύσεις.
Τρίτον, πρέπει η Ελλάδα να πει ξεκάθαρα στην τρόικα ότι δεν χρειαζόμαστε άλλα χρήματα και καινούργιο πρόγραμμα, έχοντας ήδη δημιουργήσει πρωτογενές πλεόνασμα. Στα συνολικά νούμερα, η δημοσιονομική προσαρμογή έληξε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε αλλαγές περιορίζοντας τη φοροδιαφυγή, και κάνοντας το Δημόσιο πιο αποτελεσματικό και μικρότερο.
Τέταρτον, πρέπει η Ελλάδα να πει στην τρόικα ότι θέλει να κάνει και θα κάνει τις διαρθρωτικές αλλαγές. Την αναγκαία ιεράρχηση σε αυτές πρέπει να την προτείνει η κυβέρνηση. Οι ποσοτικές διαπραγματεύσεις σε αυτό (π.χ. κάναμε 80% των αλλαγών) μόνο γέλια προκαλούν και πρέπει επί τέλους να σταματήσουν.
Πέμπτον, πρέπει πια να σταματήσει η διαπραγμάτευση στις λεπτομέρειες (π.χ. αν θα έχουμε 50 δόσεις ή όχι), παρότι βολεύει την κυβέρνηση δίνοντάς της άλλοθι (η τρόικα το επέβαλε και εμείς καταφέραμε να έχουμε 50 δόσεις όταν η τρόικα ήθελε 40) και οι μέσης θέσης γραφειοκράτες του ΔΝΤ και των Βρυξελλών που κάνουν τη διαπραγμάτευση ζουν για τις λεπτομέρειες. Ομως αυτή η λεπτομερειακή δημόσια διαπραγμάτευση βλάπτει την Ελλάδα γιατί δεν εστιάζεται στα σημαντικά θέματα.
5. Το τέλος της τρόικας, η πιθανή αποχώρηση του ΔΝΤ και η ανάπτυξη
Κύκλοι του ΔΝΤ άλλα και της Ελλάδας θέλουν να απαγκιστρωθεί το ΔΝΤ από την Ελλάδα. Αυτό θα βόλευε πολιτικά το ΔΝΤ γιατί τώρα δίνει χρήματα στην Ελλάδα αντί για φτωχότερες χώρες με ίσως μεγαλύτερες ανάγκες. Θα βόλευε πολιτικά και την κυβέρνηση που ελπίζει ότι έξοδος του ΔΝΤ θα σήμαινε και έξοδο της τρόικας και των συχνών ελέγχων της. Αλλά κατά πασά πιθανότητα οι Ευρωπαίοι θα συνεχίσουν να ελέγχουν την ελληνική οικονομία, ελπίζοντας ότι θα αποπληρωθούν τα δάνειά τους, δηλαδή οι επισκέψεις ελέγχου δεν θα εκλείψουν μετά τον θάνατο της τρόικας.
Υπάρχουν δύο μεγάλα προβλήματα σχετιζόμενα με την πιθανή έξοδο του ΔΝΤ από την Ελλάδα. Πρώτον, το ΔΝΤ έχει ήδη δώσει 16 δισ. στην Ελλάδα και σύμφωνα με τους κανόνες του πρέπει το ελληνικό χρέος να παραμένει «βιώσιμο», αλλιώς το ΔΝΤ πρέπει να απαιτήσει πάραυτα αποπληρωμή. Αυτό σημαίνει ότι το ΔΝΤ θα εφαρμόσει έλεγχο τύπου τρόικας ακόμα κι αν δεν δώσει ούτε ένα επιπλέον ευρώ. Ετσι, δεν είναι απίθανο με τον θάνατο της τρόικας να τη διαδεχθούν δύο διαφορετικοί έλεγχοι, ένας από το ΔΝΤ και ένας από τους Ευρωπαίους!
Δεύτερον, στο πρόγραμμα διάσωσης, το ΔΝΤ έχει προγραμματίσει να δώσει 12 δισ. στην Ελλάδα το 2015-16. Αυτά τα χρήματα είναι υπολογισμένα στους προϋπολογισμούς χρέους και η έλλειψή τους πρέπει κάπως να καλυφτεί. Κάποτε υπήρχαν σκέψεις να χρησιμοποιηθούν τα εναπομείναντα 11 δισ. του ΤΧΣ (από την τραπεζική ανακεφαλαιοποίηση) γι' αυτό τον σκοπό, αλλά τώρα φαίνεται ότι μάλλον θα δοθούν στις τράπεζες για τη μερική κάλυψη των «κόκκινων» δάνειων που φτάνουν τα 80 δισ.
Υπάρχουν σκέψεις να εκδώσει η Ελλάδα νέα ομόλογα 12 δισ. για να καλύψει τις ανάγκες που θα προκύψουν από την έξοδο του ΔΝΤ. Κατά τη δική μου γνώμη αυτό θα ήταν εντελώς προς τη λάθος κατεύθυνση. Ολα τα χρήματα από τα καινούργια ομολόγα πρέπει να μπουν στην ανάπτυξη. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να τα χαραμίσουμε για να μην πάρουμε λεφτά από το ΔΝΤ, τα οποία μας έχει ήδη υποσχεθεί από χρόνια! Να το πω απλά. Μπορούμε να πάρουμε χρήματα από τις αγορές; Τα βάζουμε στην ανάπτυξη. Και τα 12 δισ. που χρειαζόμαστε αν φύγει το ΔΝΤ; Μα τι πραγματικά θα κερδίσουμε αν φύγει το ΔΝΤ; Αφού θα μας στέλνει ελεγκτές ούτως ή άλλως για να είναι βέβαιο ότι το χρέος μας είναι βιώσιμο. Δηλαδή, δεν κερδίζουμε σχεδόν τίποτα από την έξοδο του ΔΝΤ, αλλά χάνουμε τη μοναδική δυνατότητα που έχουμε να χρηματοδοτήσουμε την ανάπτυξή μας και την έξοδο από την ύφεση εκδίδοντας καινούργια ομολόγα.
6. Συμπέρασμα
Κλείνοντας, να υπογραμμίσω το σημαντικότερο σημείο του άρθρου. Η στρατηγική που μας οδηγεί γρήγορα και σίγουρα στην ταχύρρυθμη ανάπτυξη και στη μείωση της ανεργίας είναι απλή. Δανειζόμαστε 5 δισ. ετησίως, εκδίδοντας καινούργια ομόλογα και βάζουμε όλα τα λεφτά σε δημόσιες επενδύσεις. Ούτε ευρώ από αυτά στον γενικό προϋπολογισμό του κράτους, και δεν τα χαραμίζουμε για να «πληρώσουμε» το ΔΝΤ που όπως εξήγησα ούτως ή άλλως θα μας στέλνει ελεγκτές. Με λίγη προσοχή, φτάνουμε σε 3-5% ανάπτυξη το 2015 και μεγαλύτερη το 2016. Και μέχρι το 2016, θα έχουμε δημιουργήσει 600.000 καινούργιες θέσεις εργασίας. Απ' την άλλη μεριά, χωρίς την επιμονή στις μεταρρυθμίσεις και χωρίς το συγκεκριμένο πρόγραμμα ταχείας ανάπτυξης, εύκολα θα μείνουμε στο τέλμα της ύφεσης με τους τεράστιους κινδύνους πολιτικής αστάθειας και εθνικής κρίσεως.
Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 14/9/2014
Πριν λίγες ημέρες συμπληρώθηκαν 15 μήνες από το πραξικόπημα του λουκέτου της ΕΡΤ. Μετά το μαύρο που κράτησε μερικούς μήνες, η κυβέρνηση υποκατέστησε τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αρχικά με τη ΔΤ και αργότερα με τη ΝΕΡΙΤ.
Στην άλλη όχθη, οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ που αντιτάχθηκαν στο πραξικόπημα του μαύρου, συνεχίζουν να παράγουν τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό πρόγραμμα και διατηρούν έναν δημοφιλή διαδικτυακό ιστότοπο, με εθελοντική εργασία.
Είναι ενδιαφέρον, 15 μήνες μετά το μαύρο, να εξετάσουμε σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι δύο πλευρές, σε σχέση με τους διακηρυγμένους στόχους τους.
Τα «επιτεύγματα» της ΝΕΡΙΤ...
Ξεκινώντας από την κυβερνητική πλευρά και τη ΝΕΡΙΤ:
Οι αιτίες του λουκέτου της ΕΡΤ και της εγκαθίδρυσης της ΝΕΡΙΤ ήταν η δημιουργία ενός φορέα ανεξάρτητου, που θα ήταν απαλλαγμένος από τον κυβερνητικό εναγκαλισμό, από τις σπατάλες και τη διαφθορά και με προσωπικό που θα προσληφθεί με αξιοκρατικά κριτήρια. Τέλος, θα ήταν ένας Οργανισμός που η τηλεθέαση και η ακροαματικότητά του θα αυξανόταν σημαντικά. Όλα αυτά, κατά την κυβέρνηση, δεν μπορούσαν να γίνουν με την ΕΡΤ σε λειτουργία.
Σήμερα, όλες αυτές οι διακηρύξεις έχουν κουρελιαστεί. Ο κυβερνητικός έλεγχος είναι ασφυκτικός. Δεν είναι μόνον το περιεχόμενο των ειδήσεων και των ενημερωτικών εκπομπών, όπου "οι καθαρίστριες κινήθηκαν κατά των ΜΑΤ", αλλά και το γεγονός ότι είτε οι δικοί τους είτε "φιλικοί" προς αυτούς θεσμικοί παράγοντες καταγγέλλουν το αντίθετο. Η EBU, με επιστολή της στο Σαμαρά, τον κατηγορεί ότι μετέτρεψε τη ΝΕΡΙΤ σε κυβερνητικό μαγαζί, μετά την πρόσφατη τροπολογία, κατά την οποία η Διοίκηση της ΝΕΡΙΤ, διορίζεται ουσιαστικά από τον αρμόδιο Υπουργό. Τα ίδια ψέλλισε και ο κ. Καψής, αφού βεβαίως είχε προηγουμένως στρώσει το χαλί για την εξέλιξη αυτή. Το πιο πρόσφατο σχετικό δείγμα ήρθε προχθές με την παραίτηση των κορυφαίων δύο στελεχών της ΝΕΡΙΤ, του Προέδρου της Αντώνη Μακρυδημήτρη και του αναπληρωτή Διευθύνοντα Συμβούλου Ροδόλφου Μορώνη, οι οποίοι καταγγέλλουν τον ασφυκτικό κυβερνητικό έλεγχο. Όπως αποκάλυψε η Αυγή, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, ήταν η παρέμβαση ενός πανικόβλητου Σαμαρά, ώστε να μην μεταδοθεί (για πρώτη φορά στα χρονικά) η πολυαναμενόμενη ομιλία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα στη Θεσσαλονίκη από το Βελλίδειο, στο πλαίσιο της ΔΕΘ.
Είναι επίσης πρόσφατη, η παρέμβαση Εισαγγελέα για τη διερεύνηση των πολυάριθμων καταγγελιών για παρανομίες, ρουσφέτια και πλαστά πιστοποιητικά στη διαδικασία των προσλήψεων της ΝΕΡΙΤ. Πριν από τους Μακρυδημήτρη (ο οποίος επίσης προκάλεσε την παρέμβαση Εισαγγελέα, αφού υπήρξε Αντιπρόεδρος ΜΚΟ ελεγχόμενης για απίστευτα σκάνδαλα) και Μορώνη, είχαν παραιτηθεί ή αποπεμφθεί και πάλι τα κορυφαία δύο στελέχη της ΝΕΡΙΤ, ο Πρόεδρος κ. Προκοπάκης και η Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος κ. Ευαγγελάκου, εν μέσω αμφοτέρωθεν κατηγοριών είτε για ανεπάρκεια είτε για οικογενειοκρατία.
Μια ακόμα πρόσφατη αποκάλυψη, προερχόμενη από δύο από τους τελευταίους ανώτατους άρχοντες της ΕΡΤ, τον κ. Θανάση Παπαγεωργίου και τον κ. Νίκο Σίμο, που δημοσιεύθηκε στη στήλη "Τυπολογίες" της εφημερίδας "Το Παρόν", δείχνει ότι η ΕΡΤ ήταν πλεονασματική, έως και την ημέρα του λουκέτου και δεν υπήρχε κανένας λόγος να κλείσει. Αντιθέτως, η ΝΕΡΙΤ, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο σε σπατάλες, με σωρεία αργόμισθων, σωρεία απ' ευθείας αναθέσεων και κυρίως με αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της στην ψηφιακή τηλεόραση, αφού κατέληξε να αναθέτει στην Digea την ψηφιακή μετάβαση, έναντι υπέρογκου -όπως γνωρίζουμε- ανταλλάγματος, που όμως παρανόμως δεν δημοσιεύουν στη διαύγεια.
Τέλος, ως προς την τηλεθέαση και την ακροαματικότητα, τα νούμερα είναι καταλυτικά και υποπολλαπλάσια εκείνων της ΕΡΤ. Είναι χαρακτηριστικό ότι "κατόρθωσε" πρωϊνή ενημερωτική εκπομπή της ΝΕΡΙΤ να "πετύχει" ως τηλεθέαση ένα ολοστρόγγυλο μηδέν!
... και οι νίκες της ελεύθερης ΕΡΤ
Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι της ΕΡΤ που στάθηκαν όρθιοι και αρνήθηκαν να νομιμοποιήσουν το μαύρο, μη συμμετέχοντας στα μορφώματα που δημιούργησε η κυβέρνηση, πετυχαίνουν συνεχείς νίκες και όχι μόνον σε ηθικό επίπεδο. Πριν λίγες ημέρες είδε το φως της δημοσιότητας η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί μιας εκ των αγωγών των εργαζομένων της ΕΡΤ κατά του Δημοσίου και της ΝΕΡΙΤ. Η απόφαση αυτή κηρύσσει άκυρες τις απολύσεις και υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο της ΕΡΤ, να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων με τα προ της απόλυσής τους καθήκοντα. Επίσης, επιβάλλει την καταβολή των μισθών υπερημερίας στους ενάγοντες, με τους μισθούς που είχαν τον τελευταίο μήνα και όχι με την αναδρομική ισχύ του ενιαίου μισθολογίου. Είναι χαρακτηριστικό, ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του Δημοσίου, το Δικαστήριο του επιβάλλει να καταβάλλει 100 ευρώ για κάθε ημέρα παράλειψης της συμμόρφωσής του, σε κάθε έναν εκ των εναγόντων. Όλα τα καταβλητέα ποσά προσαυξάνονται με τους νόμιμους τόκους υπερημερίας (επιτόκιο 6% ετησίως).
Είναι βέβαιο ότι το Δημόσιο θα ασκήσει έφεση επί της απόφασης αυτής.
Εν τούτοις, όλα τα τελευταία γεγονότα δείχνουν ότι το "χαρτί" ΝΕΡΙΤ που έπαιξε η κυβέρνηση έχει ήδη καταρρεύσει.
Για να σταματήσει ο εξευτελισμός, τόσο της "δημόσιας ραδιοτηλεόρασης", όσο και της χώρας, μία λύση υπάρχει: Να επαναλειτουργήσει η ΕΡΤ τώρα! Και οι όποιες παθογένειες υπήρχαν, θα διορθωθούν με την ΕΡΤ σε λειτουργία. 15 μήνες μετά, υπάρχει τόσο η τεχνογνωσία, όσο και η θέληση.
Δημοσιεύτηκε στην "Εποχή" στις 15/9/2014
Είναι σημαντική και πέρα από το περιεχόμενό της -ακόμη περισσότερο, είναι ενδεικτική μέλλοντος- η «διαχείριση ΥΕΝΕΔ» που έκανε στην περίπτωση της τηλεοπτικής κάλυψης Τσίπρα στην ΔΕΘ η κυβέρνηση. (Η δικαιολόγηση ότι ουδέποτε υπήρξε κυβερνητική επέμβαση προς τη ΝΕΡΙΤ Θωμόπουλου να δώσει μόνον μια ημέρα κάλυψη στην Αξιωματική Αντιπολίτευση για «λόγους ίσης μεταχείρισης», σπαρακτικά κωμική. Όλοι ζούμε τους πόνους του δικέφαλου μορφώματος Σαμαρά-Βενιζέλου που έκανε αναγκαίο να έχει από μία κάλυψη ο καθένας τους, αντί για διπλή η κυβέρνηση. Τουλάχιστον έδωσε την ευκαιρία σε δύο ευπρεπείς ανθρώπους, τον Ροδόλφο Μορώνη και τον Αντώνη Μακρυδημήτρη, να προφυλάξουν τον εαυτό τους. Μαζί και κάτι παλιοκαιρινό που λέγεται «αξίες»). Δείχνει πώς στην Ελλάδα μας η νεύρωση αποτελεί κυρίαρχη διαχειριστική πρακτική σ' εκείνο που λέγεται «πολιτική»: όταν εκλαμβάνει διαστάσεις πανικού, τότε αναμένεται αλλαγή βάρδιας. Και πάλι από την αρχή.
Δείχνει ακόμη βαθύτερα το ιδιοκτησιακό αντανακλαστικό που διακατέχει ως προς την «ενημέρωση» τις εξουσίες. Κουβεντιάζαμε, τις μέρες του πολιτικά μεσαιωνικού «μαύρου στην ΕΡΤ», με άνθρωπο που είχε μακρά τηλεοπτική διαδρομή και μας εξηγούσε πώς πριν 4 δεκαετίες η ίδια η Καραμανλική εποχή, που προσπαθούσε με Sir Hugh Green και όνειρα BBC να δώσει μιαν άλλη εικόνα, ταχύτατα ολίσθησε στη λογική «δικό μας το μαγαζί, δικές μας επιλογές»: καρατόμηση Μπακογιάννη, παραίτηση Χορν... Ενώ, για την επόμενη ένδοξη περίοδο, αξίζει να ακούσει κανείς τον Βασίλη Βασιλικό -που τον είχε στρατολογήσει ο ίδιος ο Ανδρέας για ένα αλλιώτικο προφίλ- να αφηγείται το πώς εγκαταστάθηκε η νοοτροπία του meum est.
Ας είναι: οι εξουσίες πάντα τιμωρούνται από τον εαυτό τους, από την απολυτότητά τους. Η προσπάθεια -στην εποχή της ιντερνετικής μετάδοσης!- να μην διαχυθεί η τοποθέτηση Τσίπρα, προσπάθεια που χάρισε στον ΣΥΡΙΖΑ την μαγική ευκαιρία να προβληθεί ο λόγος του στις πλατείες και τα πλατάνια ανά την Ελλάδα ως φιμωμένο μήνυμα, είναι από μόνη της ένα έργο τέχνης επικοινωνιακού αυτοτραυματισμού. Όμως, την επόμενη μέρα της ΔΕΘ θα μένει ένα ζήτημα: την ραδιοτηλεόραση την κάνουν άνθρωποι, δημοσιογράφοι και τεχνικοί, κι αυτούς τους ανθρώπους τα τερτίπια αυτού του είδους κυριολεκτικά τους διαλύουν. Και μάλιστα -ας μας επιτραπεί η επισήμανση- και στις δυο πλευρές της Μεσογείων.
Τι εννοούμε; Στη ΝΕΡΙΤ, υπό συνθήκες ανησυχίας και εργασιακής ανασφάλειας πορεύονταν ούτως ή άλλως όσοι πήγαιναν να βγάλουν, με πυροβολημένο ηθικό, κάτι σαν τηλεοπτικό πρόγραμμα. Μετά και απ' αυτήν τη στροφή, πώς να περιμένει κανείς να «δώσουν τηλεόραση»; Απέναντι, στην ΕRTOPEN, με πρωτόγονα τεχνικά μέσα, με πικρία και... χωρίς αμοιβές, όσοι δεν πέρασαν υπό τα Καυδιανά δίκρανα είχαν ούτως ή άλλως αντανακλαστικά ρεβανσισμού, «θα ξανάρθει η ώρα μας». Τώρα...
Όταν λοιπόν παιχτεί και η τελευταία πράξη του δράματος, εκείνο που μεγαλόστομα αναφέρεται ως «Δημόσια Ραδιοτηλεόραση» (και στήνονται διάφορα αντίστοιχα μεγαλοπρεπή θεσμικά σχήματα, νομοθετήματα Αλιβιζάτου και Μόσιαλου κ.ο.κ, Εποπτικά Συμβούλια, Επιτροπές της Βουλής με αυξημένες πλειοψηφίες) και που επί χρόνια και χρόνια δεν υπήρξε απλώς κρατική, αλλά παρεΐστικη, κινδυνεύει να γυρίσει σε ακόμη μεσαιωνικότερα αντανακλαστικά. Κατά τραγική ειρωνεία, μάλιστα, αποτελεί αντεστραμμένο είδωλο της ολόιδιας κατάστασης -που οδηγεί σε ανάλογο αποτέλεσμα- όπως πάει να κυριαρχήσει και στα ιδιωτικά κανάλια. Το homo homini lupus κυριαρχεί.
Δημοσιεύτηκε στο protagon στις 13/9/2014
Η συζήτηση για τον επόμενο Πρόεδρο της Δημοκρατίας άνοιξε. Ομως, ως συνήθως στην Ελλάδα, έγινε και πρόωρα και σε λάθος βάση. Περίπου όπως τον Μάιο που μας πέρασε: εκλέξαμε ευρωβουλευτές και περιφερειάρχες, με το μυαλό στις εθνικές κάλπες. Σήμερα ξεχάστηκε και το αποτέλεσμα του Μαΐου και ο ρόλος που θα έπαιζε, υποτίθεται, στις εθνικές εκλογές. Τώρα, μας προκύπτει η ονοματολογία με τρόπο ώστε να κυριαρχεί το πρόσωπο του πιθανού υποψηφίου πάνω στην ουσία. Και η ουσία είναι οι αρμοδιότητες του Προέδρου.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να συλλέξει ο υποψήφιός της 180 ψήφους, ώστε να εξαντλήσει την τετραετία. Η αντιπολίτευση επιδιώκει να πετύχει τη συσπείρωση 121 βουλευτών που θα πουν «όχι» στον όποιο κυβερνητικό υποψήφιο, ώστε να προκληθούν εκλογές. Το ισχύον Σύνταγμα δίνει στον Πρόεδρο αρμοδιότητες που λόγω του κανόνα της προσυπογραφής αλλά και της μέχρι σήμερα πρακτικής έχουν αποκτήσει συμβολικό χαρακτήρα. Επομένως, τι νόημα έχει να πάμε σε διάλυση της Βουλής και εκλογές, δηλαδή σε κατ' εξοχήν δυναμικές πράξεις του πολιτικού συστήματος;
Το ζήτημα θα ήταν διαφορετικό, βέβαια, αν χανόταν η δεδηλωμένη από την κυβέρνηση. Αλλά το Σύνταγμα λέει: εκλογές κάθε τέσσερα χρόνια, ενδιάμεσα αρκεί η απλή πλειοψηφία για τη βιωσιμότητα της κυβέρνησης.
Εχω επομένως τη γνώμη ότι απαιτείται ν' ανοίξει συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (στην οποία, φυσικά, θα τεθούν κι άλλα θέματα), διαδικασία πολύ πιο επείγουσα από την προεδρολογία και πολύ πιο ουσιώδης από μια μικροκομματικού χαρακτήρα διάλυση της Βουλής.
Στην αναθεώρηση αυτή θα μπορούσαν να αλλάξουν τα άρθρα που συνδέουν τη μη εκλογή Προέδρου με διάλυση της Βουλής. Η απλή πλειοψηφία μπορεί να προβλέπεται εξαρχής, χωρίς να απαιτείται διάλυση της Βουλής. Η πρόβλεψη για διάλυση της Βουλής αν δεν εκλεγεί Πρόεδρος με 180 ψήφους είναι κατάλοιπο του Συντάγματος του 1975, που ήταν πιο προεδρικό και συνδεόταν με τις λεγόμενες προεδρικές υπερεξουσίες που όμως καταργήθηκαν με την αναθεώρηση του 1986. Αλλά από τότε το Σύνταγμα άλλαξε. Με το τωρινό πρωθυπουργοκεντρικό μας σύστημα, η διάλυση δεν έχει νόημα. Είναι παράλογο να γίνονται εκλογές για να εκλέγουμε έναν αδύναμο Πρόεδρο.
Από την άλλη, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε για άμεση εκλογή από τον λαό μόνο αν οι αρμοδιότητες του Προέδρου αυξάνονταν. Kατά την κρατούσα άποψη, οι αυξημένες αρμοδιότητες δεν μπορούν να υπερβαίνουν αυτές που υπήρχαν πριν από το 1986. Δεν μπορούν να είναι περισσότερες, επειδή τότε το πολίτευμα θα γινόταν προεδρικό και αυτό απαγορεύεται από το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Εκτός κι αν κάναμε συντακτική συνέλευση και άλλο Σύνταγμα. Αν κάνουμε αυτή την επιλογή θα μπορούσαμε να εμπνευσθούμε από άλλα, πιο προεδρικά Συντάγματα. Η κατεύθυνση θα μπορούσε να είναι η χρήσιμη εξισορρόπηση του πρωθυπουργοκεντρικού μας μοντέλου. Για παράδειγμα, θα μπορούσε ο Πρόεδρος να προεδρεύει σ' ένα ολιγομελές σώμα που να επιλέγει τις ηγεσίες των Ανώτατων Δικαστηρίων ή των Ανεξάρτητων Αρχών.
Ωστόσο, ακόμα και η πρόωρη προεδρολογία, έστω κι έτσι, ίσως επιτρέπει μια συζήτηση για το μέλλον. Θέλουμε Πρόεδρο μέσα από το πολιτικό σύστημα ή προτιμάμε μη πολιτικό πρόσωπο που έχει διακριθεί σε άλλον τομέα της κοινωνικής ζωής.
Εχω τη γνώμη ότι ο Πρόεδρος πρέπει να προέρχεται από την πολιτική. Διότι η εκλογή ενός ατόμου εκτός πολιτικού πλαισίου διευκολύνει το πολιτικό σύστημα να μην αλλάξει σε τίποτα. Ολα θα φορτωθούν σ' ένα πρόσωπο κύρους που έχει διακριθεί στον τομέα του, δηλαδή σε μια ωραία βιτρίνα, κι έτσι καμιά αυτοκάθαρση δεν θα προχωρήσει ποτέ. Και επειδή δύσκολα πετυχημένο πρόσωπο θα έμπαινε στην πολιτική με συμβολικό ρόλο.
Τίθεται όμως το ερώτημα: υπάρχουν άξια πρόσωπα στο συγκεκριμένο πολιτικό μας πεδίο; Είμαι βέβαιος. Υπάρχουν στελέχη τίμια, με μεγάλη πολιτική και κοινοβουλευτική εμπειρία, με πείρα των θεσμών και των λειτουργιών της δημοκρατίας. Ανθρωποι αδέκαστοι και αδιάφθοροι, που τους ενδιαφέρει το κοινωνικό καλό και θα ήθελαν να συμβάλουν στη μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος, ειδικά αν ενισχυθούν οι προεδρικές αρμοδιότητες. Με μια λέξη, υπάρχουν και μη πολιτικάντηδες πολιτικοί.
Ενας τέτοιος μπορεί και πρέπει να είναι ο επόμενος Πρόεδρός μας.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 10/9/2014