Κυριακή, 16 Ιούνιος 2019

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Λίγα Ευρωπαϊκά, πάλι

Μας παρατηρήθηκε ότι στοχοπροσηλωθήκαμε τον τελευταίο καιρό σε συζητήσεις γύρω από τις διάφορες Εκθέσεις και αξιολογήσεις κοκ για την πορεία την οικονομίας, που τελικά-τελικά δεν οδηγούν σε κάποιο σταθερότερο έδαφος. Και τούτο ενώ – μας ειπώθηκε – η προσέγγιση προς τις Ευρωεκλογές θα «έπρεπε» να μας είχε οδηγήσει σε συχνότερη συζήτηση γύρω από τις εισηγήσεις (τύπου Μακρόν) για τα Ευρωπαϊκό αύριο, για την μεταρρύθμιση της Ευρωζώνης, τέτοια πράγματα. Που – υποτίθεται – θα βρίσκονται στον νου των ψηφοφόρων όταν, σε δυο μήνες και κάτι, θα πορεύονται προς τις Ευρωκάλπες.
Το αμφισβητούμε το επιχείρημα. Και όχι μόνον επειδή, στην Ελλάδα πάντως, όλη η συζήτηση για τις Ευρωεκλογές υπόσχεται/απειλεί να αναλωθεί σε καθαρά εσωτερικής πολιτικής αντιπαράθεση. (Μην νομίζουμε βέβαια ότι και στην Γαλλία ή την Ιταλία, ή στις χώρες Βίσεγκραντ ή και την ίδια την Γερμανία, η «Ευρωπαϊκή» συζήτηση είναι λιγότερο εσωστρεφής εν τέλει...).
Πάντως «λίγο από Ευρωπαϊκά» δεν κάνει ποτέ κακό. Μόνο που η περασμένη βδομάδα έκανε να βρεθεί στην Αθήνα – στα πλαίσια των συναντήσεων του LSE – ένας παλιός γνώριμος τού πώς η συζήτηση για την Ευρωζώνη και την ανάγκη μεταρρύθμισής της αν είναι να έχει μέλλον, συνδέεται με τα δικά μας. Πρόκειται για τον Paul de Grauwe, ο οποίος και άλλες φορές έχει «δει» την Ελληνική υπόθεση τα χρόνια της κρίσης: τώρα στο European Institute του LSE, παλιότερα με θητεία στο ΔΝΤ και την ΕΚΤ αλλά και ως σύμβουλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (βέβαια επι Μπαρόζο; κανείς δεν είναι τέλειος!), συν με διδασκαλία και μελέτες περί τα Ευρωπαϊκά, ο de Grauwe «γνώρισε» την Ευρωζώνη ήδη όταν αυτή στηνόταν. Και διατήρησε μιαν στάση κριτική αν και ανεπίληπτης φιλοΕυρωπαϊκότητας.
Τον de Grauwe έχουμε παρακολουθήσει υπό διάφορες συνθήκες, πιο πανεπιστημιακές ή πιο εκλαϊκευτικές σε Βρυξέλλες, Αθήνα, ακόμη και Δουβλίνο. Η κριτική που κάνει στις σχεδιαστικές αδυναμίες της Ευρωζώνης – κριτική «εκ των έσω», επαναλαμβάνουμε – παραμένει σε γενικές γραμμές η ίδια. Και τούτο παρά τις διάφορες παρεμβάσεις που έχουν γίνει στην Ευρωζώνη, υπό την πίεση της ίδιας της κρίσης. Απώλεια των σταθεροποιητών σε εθνικό επίπεδο, ανυπαρξία δανειστού έσχατης προσφυγής όταν μια συγκεκριμένη εθνική οικονομία πλησιάζει σε αδιέξοδο (η ΕΚΤ είναι άλλης λογικής/άλλης λειτουργίας), εξάρτηση των οικονομιών από την αξιολόγηση που κάνουν γι αυτές οι αγορές, με απόσυρση της ρευστότητας και άρνηση αναχρηματοδότησης του χρέους τους ακριβώς όταν αυτή χρειάζεται – αποτέλεσμα: η κρίση ως αυτεπιβεβαιούμενη προφητεία.
Ασφαλώς ο de Grauwe δεν αρνείται ότι έγιναν βήματα αφότου η Ευρωζώνη τραντάχτηκε: και θεσμοί όπως του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου καθιερώθηκαν, και η ΕΚΤ/ο Μάριο Ντράγκι «έσωσε την κατάσταση» με την δέσμευση να κάνει «whatever is needed"» Όμως, η επισώρευση προϋποθέσεων/conditionality στις δράσεις «διάσωσης», προϋποθέσεων με κεντρικό ρόλο να δίνεται στις επιλογές λιτότητας ή η έμφαση στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις προκειμένου να επιτευχθεί ανταγωνιστικότητα στις τραυματισμένες οικονομίες, φθάνει πλέον στα όριά της. Αν στις χώρες Μνημονίων διαγιγνώσκεται μεταρρυθμιστική κόπωση, σε επίπεδο Ευρωζώνης καταγράφεται «κόπωση ενοποίησης». Για τον de Grauwe, το μέλλον της Ευρωζώνης θα απαιτούσε δημοσιονομική ενοποίηση – που ουσιαστικά σημαίνει πολιτική ενοποίηση. Συνεπώς οι προτάσεις Μακρόν, που κι αυτές βρήκαν έντονα αρνητικά αντανακλαστικά, και η συζήτηση για ασφαλιστικό μηχανισμό ανεργίας που να δρα αντικυκλικά, δεν είναι παρά ενδιαφέροντα, μικρά όμως βήματα.
Αρκεί αυτό ως «λίγο από Ευρωπαϊκά»; Πάντως, σε μια κοινή διοργάνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΙΟΒΕ, επιχειρήθηκε την Τετάρτη 20 Μαρτίου κάτι το ενδιαφέρον: να «ξεναγηθεί» η Ελληνική κοινή γνώμη στην νέα εκδοχή, της μεταΜνημονιακής κανονικότητας για την Ελληνική οικονομία, όπως αυτή διαμορφώνεται με την επανένταξή της στο πλαίσιο του λεγόμενου Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Μια διμοιρία από κοινοτικούς αξιωματούχους, από την μετενσάρκωση της Task Force για την Ελλάδα (την θυμάστε;) αλλά και από επιμέρους υπηρεσίες των Βρυξελλών ή/και τον ΟΟΣΑ, συζήτησαν με ομολόγους τους στην Ελλάδα, αλλά και με πανεπιστημιακούς ή/και φορείς «βέλτιστων πρακτικών». Για τι; Για το πώς η από δω και πέρα προώθηση των συνεχώς επανερχόμενων στην συζήτηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ή τα πάγια ζητούμενα της Ελληνικής πραγματικότητας (όπως η δημιουργία ενός φιλο-επιχειρηματικού περιβάλλοντος που να αξιοποιεί την καινοτομία, ή ακόμη πως ο περιορισμός των διοικητικών βαρών) θα βρουν στην Ελλάδα μια εφαρμογή. Ακούσια πλέον. Και όχι με τις πιέσεις και τα σπρωξίματα και τις κλωτσιές των προαπαιτούμενων των αξιολογήσεων. Όμως και το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο έχει τις δεσμεύσεις του. κρατήστε το!
Ας πούμε την ατμόσφαιρα εποικοδομητική. Ενδιαφέρουσα γέφυρα, κι αυτή...

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/3/2019. 

Ουτοπία και η σύντροφος πενία

Μάθε την αναγκαιότητά σου να σκέφτεται έτσι∙
Καμία αρετή δεν φτάνει την αναγκαιότητα.
Ου. Σαίξπηρ, «Ριχάρδος Β΄»

Πολλά έγιναν, εν τω μεταξύ, στο όνομα της αναγκαιότητας και ακόμα περισσότερα στο όνομα των λαών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που είδαν την αρετή ως μονόδρομο των πολιτικών επιλογών.

Όμως ‒και μιλάμε για τους περισσότερους πολιτικούς στοχαστές‒ είχαν ευθυγραμμιστεί κατηγορηματικά με το δόγμα περί «κρατικού ή δημοσίου συμφέροντος»: αν ένας κυβερνήτης «έχει να κάνει με μια αλεπού», τότε δικαιολογείται σίγουρα να μάθει πώς να «γίνεται αλεπού» ο ίδιος, κυρίως «αν αυτό το επιβάλλει το καλό και το κοινό όφελος».

Να πούμε, εδώ, ότι κι ο Μακιαβέλλι, με τη σειρά του, παρηγοριόταν με τη ρήση του Ποπλίλιου Σύρου από την εποχή της κατάρρευσης της ρωμαϊκής δημοκρατίας: necessitas non habet legem – η αναγκαιότητα δεν ξέρει τι πάει να πει νόμος.

Αλλά, μετά τόσους αιώνες νεοτερικότητας, το ίδιο ακριβώς μπορεί να ισχυριστεί ο οποιοσδήποτε σήμερα (οι αρκετοί επικεφαλής της Ε.Ε., ο πρόεδρος Τραμπ, ο Σι Τζινπίνγκ της Κίνας, ο Εμανουέλ Μακρόν ή η Μέρκελ κ.ά.). Δηλαδή, εάν η αναγκαιότητα δεν μπορεί να προσαρμοστεί στον νόμο, τότε ο νόμος θα πρέπει να προσαρμοστεί στην αναγκαιότητα.

Βέβαια, στη μετανεοτερικότητα, η υπόθεση της αναγκαιότητας έχει προχωρήσει πολύ –έχει ξεφύγει για την ακρίβεια. Αρκετοί σκέφτονται ότι κακώς εγκατέλειψαν την αποικιοκρατία τους και, άλλοι πάλι, ότι κακώς καταργήθηκε η δουλεία. Στην προσπάθειά του να υπηρετήσει το «πρώτα η Αμερική» ο Τραμπ επιλέγει μια άλλη Αμερική για τον 21ο αιώνα. Όμως κάνει ακριβώς αυτό το οποίο οι δυτικοί αναλυτές χρησιμοποιούν ως επιχείρημα για να υποστηρίζουν ότι η Κίνα δεν θα κυριαρχήσει στον 21ο αιώνα.

Η Κίνα, λ.χ., ασκεί την παγκόσμια βαρύτητά της χωρίς να δεσμεύεται, χωρίς να λογοδοτεί, νομίζοντας ότι είναι το Μέσο Βασίλειο, το κέντρο του κόσμου, και ότι οι χώρες, στην Ασία ή αλλού, οφείλουν να υπαχθούν στη δική της αυλή και στο δικό της μοντέλο του μονοκομματικού κράτους και οικονομίας.

Η Ρωσία θεωρεί, από την πλευρά της, ότι είναι η κληρονόμος του Κόκκινου Στρατού και των υπερεξοπλισμών της ψυχροπολεμικής εποχής, και πιστεύει ότι κακώς ο τσάρος Νικόλαος δεν προσάρτησε την τεράστια περιοχή του Σιντσιάνγκ και την άφησε στους Κινέζους.

Οι παλιοί αντίπαλοι παραμένουν αντίπαλοι και ανταγωνιστές σε ένα δύσκολο παγκόσμιο παιχνίδι, περιφέροντας τη δύναμή τους εκφοβίζοντας, εκβιάζοντας, πιέζοντας, θεωρώντας ότι η αλλαγή του σκηνικού σε μια χώρα ή σε μια ήπειρο θα είναι ζήτημα ενός 24ωρου.

Και η Ευρώπη –για να σταθούμε στα δικά μας– φαίνεται να νοιώθει ασφαλής στη δυτική υπεροχή της, ξεχνώντας τα χρέη της στη συμφιλίωση των ιστορικών εχθρών, των Γερμανών και των Γάλλων∙ ξεχνά ότι οφείλει την υπεροχή της στο μέγεθος που, με τη σειρά του, το χρωστά στην ένωση των μικρότερων χωρών σε ένα όλον που υπήρξε (;) κάτι περισσότερο από το άθροισμα των μερών του.

Η υλοποιημένη ουτοπία ήταν αυτό που συνέβη με την Ένωση. Η κατάκτηση της ειρήνης, του κοινωνικού κράτους και της δημοκρατίας. Δεν συνέβη κάπου αλλού, δεν ξεδιπλώθηκε σε κάποιο κρυφό νησί. Ηταν το σχέδιο για την παγκόσμια συνεργασία∙ για τον σεβασμό στους κανόνες του διεθνούς δικαίου∙ οι αξιώσεις για παγκόσμια ευημερία.

Δεν ήταν οι εθνικισμοί∙ δεν ήταν τα όνειρα του ξύπνου κάποιας παλαιότερης δόξας. Ούτε καν ο χάρτης του Οσκαρ Ουάιλντ το 1891: «ένας χάρτης του κόσμου που δεν συμπεριλαμβάνει την Ουτοπία δεν αξίζει καν ούτε να ον κοιτάξουμε».

Δεν θα σχολιάσω το αν η ιδρυτική «Ουτοπία» του Τόμας Μορ ήταν ενταγμένη σε μια οπτική της Αναγέννησης ή αν ήταν παλιομοδίτικη, σχολαστική και μεσαιωνική για την πολιτική ζωή ώστε να χωράει στον χάρτη του Ουάιλντ ή της Αριστεράς. Ούτε τις ουτοπίες όσων μετέχουν στις κυβερνώσες και στις οικονομικο-στρατιωτικές ελίτ του κόσμου.

Οφείλω όμως να σχολιάσω τις ουτοπίες των αγορών, των μεταβολών του ΑΕΠ ως μόνου αξιόπιστου μέτρου της ευημερίας μας, οι οποίες αφήνουν έξω τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να μας κάνουν ευτυχισμένους.

Δημιουργούν ξένους ‒πλούτο και δημοκρατία‒ στην πόλη της αναγκαιότητας. Μπορώ, επίσης, να σταθώ σ' αυτό που ήταν κοινότοπο στους ουμανιστές: η αρετή είναι η μόνη αξία∙ είναι αυτή που λείπει από τις αλεπούδες και τα αρπακτικά αυτού του κόσμου που κάνουν νόμο τις δικές τους αναγκαιότητες.

Αλλάζει το μοντέλο; Κοιτάξτε γύρω σας για να δείτε τη δυσκολία. Η μετατόπιση από τη στρατιωτική δύναμη και τους κερδοσκοπικούς πολέμους σε μια δέσμευση για τους κοινούς στόχους ειρηνικής ανάπτυξης, σκέψης και χρόνου για να αγκαλιάσουμε τις ευκαιρίες που προσφέρει η διεθνής συνεργασία είναι τα δύσκολα.

Τα εύκολα είναι να είμαστε εσαεί δούλοι της αναγκαιότητας, να κυνηγάμε ουτοπίες που δεν θα μας αρέσουν, και αυτές οι ουτοπίες να τρέφουν την υλική και διανοητική μας πενία.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 2/3/2019. 

Μετά το ομόλογο, τα αληθινά σύννεφα

Τελικά, η απόφαση της Κυβέρνησης/τα αντανακλαστικά του ΟΔΔΗΧ, να επιχειρήσει την έκδοση του 10ετους ομολόγου (με απόδοση θυμίζουμε, 3,90%) χωρίς να περιμείνει τις επόμενες εξελίξεις και δη το Eurogroup της 11ης Μαρτίου, αποδεικνύεται απόφαση σώφρων αν μη σοφή! Διότι και το σασπένς μέχρι την τελική απόφανση Euroworking Group/Eurogroup στο μέτωπο της αποδέσμευσης των κερδών από ANFAs/SMPs (και των step-up των δανείων ΔΝΤ) – το διαβόητο 1 δις που επιχειρήθηκε και από πλευράς ESM/Ρέγκλινγκ να λειτουργήσει με την δυσάρεστη λογική των «δόσεων» της εποχής των Μνημονίων... - κινδύνεψε να αποβεί τραυματιστικό. αλλά και οι μετά-την-Moody's εκθέσεις, όπως η Σαρακοστιανή/πρώτη μετα-Μνημονιακή του ΔΝΤ, ήταν προδιαγεγραμμένο ότι θα έφεραν δυσάρεστη γεύση. Αμφιβολίες για τα «κόκκινα δάνεια». επαναφορά της απαίτησης για μείωση του αφορολόγητου από 1/1/2020. ισχυρότερο καμπανάκι για τον δικαστικό ακτιβισμό στην διεκδίκηση των αναδρομικών ανά τον προστατευμένο δημόσιο τομέα.
Όμως ουσιαστικότερη θα ήταν και για το ομόλογο η επίπτωση από την υποχώρηση των εκτιμήσεων για την αναπτυξιακή μίνι-δυναμική της οικονομίας: εδώ το 1,9% (αντί του 2%) για το 2018, όπως καταγράφηκε από την ίδια την ΕΛΣΤΑΤ, προσλαμβάνει συμβολικό κυρίως χαρακτήρα. Όμως το γεγονός ότι αυτή η αποεπιτάχυνση ανάγεται στο τελευταίο τρίμηνο της περασμένης χρονιάς και μάλιστα ότι (όπως παρατηρούσε η Handelblatt, η οποία επ' εσχάτων «κοιτάζει» πολύ προσεκτικά τον Ευρωπαϊκό Νότο...) ο τερματισμός εννέα συνεχόμενων ανοδικών 3μήνων στην Ελλάδα συνδυάζεται με ανάλογο λαχάνιασμα της Ιταλίας, δημιουργεί σοβαρότερες σκέψεις.
Βέβαια, η θετική εκκίνηση της βιομηχανικής παραγωγής (+3,4% κατά ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιανουάριο – όμως το κάρο έσυρε η ανάκαμψη στην παραγωγή ηλεκτρισμού...) επιτρέπει παρ' ημίν ψυχραιμία . Στην ίδια φάση αναφέρθηκε σκόνταμα των εξαγωγών κατά -1,5% (αν και εδώ, χωρίς τα πετρελαιοειδή, θα είχαμε +5%). Άμα όμως θυμηθεί κανείς ότι η άνοδος σημειώθηκε κυρίως προς χώρες ΕΕ, πλην όμως χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσιάζει ήδη ελαφρά μείωση (από +2,6% πηγαίνει η καταγραφή πίσω στο -3,4%) και άμα – κυρίως! – διαβάσει ότι στην γερμανική οικονομία έχουμε συνεχείς (ήπιες μεν, αλλά) αναθεωρήσεις προς τα κάτω των στόχων για το ΑΕΠ και ότι ήδη γινόταν λόγος για -3% στα εκεί βιβλία παραγγελιών, τότε το «κράτα μικρό καλάθι» για την ευαίσθητη σε κραδασμούς Ελληνική οικονομία αποκτά πρόσθετο νόημα. Η Γερμανία, βλέπετε, αποτελεί «ατμομηχανή» για την συνολική Ευρωπαϊκή οικονομία – αλλά και βασικότατα για τις οικονομίες του Ευρωπαϊκού Νότου (και... για εμάς) - όχι μόνον όταν επιταχύνει, αλλά και όταν χάνει ταχύτητα. Όταν επιπλέον βλέπουμε την ίδια την ΕΚΤ να μιλάει για χαλάρωση της οικονομικής δραστηριότητας (από +1,7% για το 2019 στην Ευρωζώνη, είμαστε στο +1,1% πλέον), όταν ακούμε τον Μάριο Ντράγκι να επαναφέρει σε λογική στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας (καθώς «περνούμε περίοδο συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας») αναγγέλλοντας διατήρηση των υπέρ-χαμηλών επιτοκίων αλλά και συνέχιση της αγοράς χρεογράφων, όταν ακόμη και ο ΟΟΣΑ βρίσκει το θάρρος να συστήσει στις Κεντρικές Τράπεζες να συνεχίσουν τα μέτρα στήριξης «ενόψει της αβεβαιότητας στην παγκόσμια οικονομία» (για την Ευρωζώνη ο Οργανισμός από +1,8% πρόβλεψη ανάπτυξης, πέρασε στο +1%) – όταν αυτός είναι ο ορίζοντας μπροστά, τότε η συζήτηση σ' εμάς χρειάζεται να φύγει από την λογική των Eurogroup και της μετα-Μνημονιακής παρακολούθησης και των δόσεων. Και να επικεντρωθεί στο «πώς το πάμε το καράβι», σε φάση που οι μεγάλοι την θεωρούν «συνεχιζόμενης αδυναμίας και επίμονης αβεβαιότητας».
Όσο λοιπόν η χώρα – και η οικονομία της, εντάξει; – θα μπαίνει σε ακόμη σαφέστερη προεκλογική τροχιά και όσο η έμφυτη στο Ελληνικό πολιτικό σύστημα ροπή σε πλειοδοσία ταξιμάτων θα επαληθεύεται (απόδοση αναδρομικών δικαστικών αποφάσεων; προστασία πρώτης κατοικίας;) , αυτά τα αληθινά σύννεφα θα ΄πρεπε να συγκεντρώνουν μεγαλύτερη προσοχή.
Έχουμε ήδη την προσεκτική προειδοποίηση για συγκράτηση των προσδοκιών από μέρους του συντονιστή του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στην Βουλή Φραγκίσκου Κουτεντάκη – που ίσως μερικοί θάπρεπε τώρα να αναγνωρίσουν πόσο τον αδίκησαν όταν ανελάμβανε διάδοχος του Π. Λιαργκόβα και τον κατήγγειλαν ως «φυτευτό του Μαξίμου»! - ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Ότι «θα περάσουν χρόνια ώστε να αποκατασταθεί ευπρεπής ευημερία». Κυρίως όμως όταν τόνισε ότι η διαχείριση των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου, των κόκκινων δανείων αλλά και του (καταταλαιπωρημένου!) ανθρώπινου/εργατικού δυναμικού, είναι εκείνο που θα κρίνει το μέλλον. Συν... η «καταγραφή της άγνοιας» για την επίπτωση της αύξησης του κατώτατου μισθού, χωρίς ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις της κίνησης στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Πολύτιμα – αληθινά – λόγια.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 15/3/2019. 

Η κρίση στη Βενεζουέλα

Και η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση αντέδρασαν και εξακολουθούν να αντιδρούν στην τραγική κατάσταση που κυριαρχεί στη Βενεζουέλα κατά λανθασμένο τρόπο.

Ο ΣΥΡΙΖΑ

Δεν έκανε σοβαρή κριτική στην πολιτική του Μαδούρο, που χαρακτηρίζεται από άκρατο λαϊκισμό, κατάργηση της σχετικής αυτονομίας όλων των θεσμών, δημιουργία ψεύτικων εκλογικών αποτελεσμάτων και μη αποδοχή διεθνών παρατηρητών στην εκλογική διαδικασία κ.τ.λ. Με δυο λόγια, στον πολιτικό χώρο βλέπουμε την κατάργηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και την εγκατάσταση ενός αυταρχικού καθεστώτος. Οσο για τη μαδουρική οικονομική πολιτική, και εδώ παρατηρούμε μια κατασπατάληση του τεράστιου πετρελαϊκού πλούτου της χώρας, κατασπατάληση που οδήγησε στην εκτίναξη του πληθωρισμού στα ύψη. Πράγμα που έβλαψε όχι μόνο τη μεσαία τάξη αλλά, ακόμα περισσότερο, και τα λαϊκά στρώματα. Αυτού του είδους την καταστροφή η κυβέρνηση αποσιώπησε.

Η ΝΔ

Από την άλλη μεριά, η αξιωματική αντιπολίτευση και τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ ακολούθησαν πιστά τις ΗΠΑ και τις διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής που αποφάσισαν να επέμβουν άμεσα στις εσωτερικές εξελίξεις της εξαθλιωμένης Βενεζουέλας. Για «ανθρωπιστικούς» υποτίθεται λόγους. Βέβαια, οι ανθρωπιστικοί λόγοι της κυβέρνησης Τραμπ έχουν λιγότερο να κάνουν με τη βοήθεια των εξαθλιωμένων πολιτών και τη διάσωση της δημοκρατίας και περισσότερο με το πετρέλαιο. Στον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας (κεντρικός αγοραστής του πετρελαίου της χώρας), ο Τραμπ προσπαθεί να ελέγξει όχι μόνο τον τρόπο διάθεσης, αλλά και την παραγωγή του ανεκτίμητου θησαυρού της Βενεζουέλας. Δεν είναι λοιπόν περίεργο πως όχι μόνο αναγνωρίζει αλλά και χρηματοδοτεί μέσω διάφορων μηχανισμών την καμπάνια του Χουάν Γουαϊδό. Ετσι, σε μια πρόσφατη συνέντευξή του στο συντηρητικό κανάλι Fox, ο πολεμοχαρής και στενός συνεργάτης του αμερικανού προέδρου Τζον Μπόλτον τόνισε πως η απομάκρυνση του Μαδούρο θα δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Επιπλέον, ο Ντόναλντ Τραμπ, ξεχνώντας την πρόθεσή του να πάψει να είναι ο «χωροφύλακας» της οικουμένης, προειδοποίησε τον Μαδούρο για την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης!

Με βάση τα παραπάνω, η προφανής ερώτηση είναι γιατί ο πρόεδρος Τραμπ διάλεξε τον Μαδούρο και όχι τους δεκάδες άλλους Μαδούρους στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική και αλλού που έχουν επιβάλει καθεστώτα πολύ πιο βάρβαρα από αυτό του προέδρου της Βενεζουέλας. Οσο για τις ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότερες ακολούθησαν την αμερικανική πολιτική. Ευτυχώς στο επίπεδο της ΕΕ η ηγεσία ήταν πιο διστακτική. Κυρίως όταν η Γαλλία αλλά και η Ελλάδα, πολύ σωστά, έβαλαν βέτο στην παρέμβαση της ΕΕ στα εσωτερικά προβλήματα στης Βενεζουέλας. Φυσικά σε ό,τι αφορά το ελληνικό βέτο, σύσσωμη η αντιπολίτευση κατηγόρησε τον πρωθυπουργό που τόλμησε να εμποδίσει την παράνομη επέμβαση της ΕΕ στη Βενεζουέλα.

Δύο είναι για τη στιγμή οι πιο εποικοδομητικές προτάσεις για τη λύση της κρίσης στη Βενεζουέλα. Αυτή του Πάπα Φραγκίσκου που είναι διατεθειμένος να διαμεσολαβήσει αν όχι μόνο η αντιπολίτευση αλλά και η κυβέρνηση δεχθεί την πρότασή του. Η δεύτερη θετική πρόταση είναι η πρωτοβουλία της Ουρουγουάης και του Μεξικού, χώρες που δεν έχουν αναγνωρίσει τον Χουάν Γουαϊδό. Προτείνουν προσωπικότητες διεθνούς αποδοχής να διαμεσολαβήσουν χωρίς να θέσουν το προαπαιτούμενο νέων προεδρικών εκλογών όπως εισηγείται η ΕΕ.

Συμπέρασμα

Κανείς δεν νομιμοποιείται να επέμβει στα εσωτερικά της Βενεζουέλας κατά τον τρόπο που οι ΗΠΑ και πολλές άλλες χώρες προσπαθούν να το κάνουν. Μόνο η κυβέρνηση και η αντιπολίτευση της Βενεζουέλας μπορούν και πρέπει να συμφωνήσουν σε μια λύση. Οι άλλες χώρες μπορούν μόνο να προσφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια (ο Μαδούρο κάνει σοβαρό λάθος όταν απαγορεύει αυτού του είδους τη βοήθεια, κυρίως όταν προσφέρεται από οργανισμούς όπως ο Ερυθρός Σταυρός). Μπορούν επίσης να βοηθήσουν τις δύο παρατάξεις να βρουν μια λύση χώρες όπως η Ουρουγουάη και το Μεξικό που δεν έχουν αναγνωρίσει τις παράλογες απαιτήσεις του Γουαϊδό και δεν θέτουν καμία προϋπόθεση για την παροχή βοήθειας που επιθυμούν να προσφέρουν.

*Δημοσιεύτηκε στο "Βήμα" στις 26/2/2019. 

Καλήν ανάγνωση, πάλι

Για μια εποχή όπου «κανείς δεν διαβάζει» και όλα/όλοι κρίνονται - υποτίθεται - στις εντυπώσεις, τα επόμενα λίγα εικοσιτετράωρα θα έχουν πολύ υλικό προς ανάγνωση.
Δυο εκθέσεις στα πλαίσια της μεταΜνημονιακής παρακολούθησης της Ελληνικής οικονομίας - μια από την Ευρ. Επιτροπή, μια από την μετα-Τρόικα - θα «σταθούν» δίπλα σε εκείνην της Moody's. Όμως ανάγνωση, διαφορετική βέβαια/πιο τεχνική, θα χρειαστεί και για το τελικό-τελικό κείμενο του νόμου που προχωρεί για αντικατάσταση του Νόμου Κατσέλη-Σταθάκη, δηλαδή για την εναπομένουσα προστασία της πρώτης κατοικίας. (Αντιθέτως, δεν θα υπάρξει κείμενο αλλά σειρά διαρροών για το πού/πώς θα καταλήξει η ομάδα εργασίας που συγκροτήθηκε με συμφωνία Τσακαλώτου-Στουρνάρα, να μελετήσει και συγκεράσει τις δυο εκδοχές διεξόδου από τα «άλλα» κόκκινα δάνεια – (του ΤΧΣ και της ΤτΕ, ΑPS και SPV για όσους λατρεύουν τα ακρωνύμια).
Όσο για το άλλο μεγάλο μέτωπο που έχει ανοίξει εδώ και καιρό - εκείνο των «120 δόσεων» (με αιχμή μάλιστα τις οφειλές προς ΕΦΚΑ – μέτωπο που συμπληρώνεται βέβαια με την προσδοκία κουρέματος προσαυξήσεων και προστίμων, αυτό συνεχώς φεύγει πίσω στον χρόνο. Οπότε εδώ η ανάγνωση αφορά κι αυτή περισσότερο τις κυλιόμενες διαρροές...
Όλα αυτά τα κείμενα θα διαβαστούν με βάση την προκατάληψη του καθενός. Αυτό, πλέον, έχει κυριαρχήσει σ' εκείνο που θεωρείται στην εποχή μας δημόσια συζήτηση! Θεωρούμε όμως ότι σκόπιμο είναι να καταγράψει κανείς τουλάχιστον μερικές προκαταρκτικές προσλαμβάνουσες. Πρώτη και μάλλον πιο σημαντική: στην φάση όπου βρισκόμαστε η βασική λογική είναι/θα είναι η μετάθεση του προβλήματος. «Μια ακόμη μετάθεση», θα πει κανείς - όμως ετούτη την φορά η επιλογή γίνεται ταυτόχρονα από την Ελληνική και από την Ευρωπαϊκή πλευρά. (Οι οίκοι αξιολόγησης απλώς παρακολουθούν, θα δούμε τώρα την Moody's. «Οι αγορές», με την απόδοση του 10ετούς εγκατεστημένη μετά το τέλος του Ιανουαρίου κάτω του 4% , ήδη κάτω του 3,8%, ενώ η πρόσφατη έκδοση έγινε με 3,5% του δε 5ετούς γύρω στο 3%, παρακολουθούν τους οίκους αξιολόγησης να... παρακολουθούν). Το πρόσθετο πέρασμα από την Αθήνα του γνώριμού μας Επιτρόπου Πιέρ Μοσκοβισί - αρμόδιος για τις Οικονομικές και Δημοσιονομικές Υποθέσεις/EcoFin, δηλαδή ο «συντάκτης» της μιας από τις εκθέσεις που προαναφέραμε - θα αναδείξει, στοιχηματίζουμε, αυτήν την διάσταση. Με έμφαση και στην ανάγκη τήρησης των συμφωνημένων στα δημοσιονομικά (εδώ η ανακίνηση θέματος πρωτογενούς πλεονάσματος κάτω τους 3,5%, μετά και την ανταλλαγή tweets Μητσοτάκη - Τσακαλώτου έχει ταρακουνήσει κάπως τα πράγματα...) αλλά και στο ζήτημα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων (που όλοι γνωρίζουν και συνειδητοποιούν ότι «πάνε πίσω», αλλά συνεχώς επανέρχονται στο προσκήνιο για να σπρωχθούν πάλι πίσω).
Ένας άλλος γνώριμος της Ελλάδας από παλιά, ο Χοακίν Αλμούνια που τον είχαμε να μας παρακολουθεί αμίλητος στις φάσεις της εκτροχιασμού (έφυγε από την Επιτροπή το 2009) απ' εκεί που σήμερα δραστηριοποιείται ο κ. Μοσκοβισί, έχει τώρα για λογαριασμό του ESM τον ρόλο «ανεξάρτητου υψηλού επιπέδου εκτιμητή της πορείας των προγραμμάτων προσαρμογής της Ελλάδας». Στο (εύλογο) ερώτημα γιατί ο κ.Αλμούνια θα καταλάβει καλύτερα τώρα την Ελλάδα απ' ό,τι την προηγούμενη φορά, η απάντηση είναι ότι... επελέγη από το Eurogroup/Σεντένο και τον ESM/Ρέγκλινγκ. Άρα, αποτελεί σωστή επιλογή!
Επιστροφή όμως στην διάσταση της χρονικής μετάθεσης, της αναβολής. Βολεύει όλους. Ακριβέστερα: την χρειάζονται όλοι! Οι Ευρωπαίοι «εταίροι» δεν έχουν απλώς τις Ευρωεκλογές μπροστά τους (άντε τώρα να ανοίγεις θέμα Ελλάδας...), έχουν και τα εσωτερικά τους που μόλις δουν «ελληνικό ζήτημα» αναφλέγονται: Γερμανία με την σκιά Σώϋμπλε και τους Σοσιαλδημοκράτες να ξεκόβουν σιγά-σιγά από την Κυβέρνηση Συνασπισμού, Γαλλία με τα «Κίτρινα Γιλέκα» της, Ιταλία να μην θέλει «να γίνει Ελλάδα». Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν θα 'θελε να της φύγει η ευαίσθητη ισορροπία που πέτυχε. Η Αξιωματική Αντιπολίτευση γιατί ξέρει τι θα φορτωθεί άμα της λάχει η ευθύνη – είναι τόσο πιο ευχάριστο να υπόσχεσαι (σε χαμηλούς τόνους...) επαναδιαπραγμάτευση πλεονασμάτων και χαλάρωση.
Γι αυτό και η χρονική μετάθεση δεν θα γίνει/δεν γίνεται μόνον ευθέως – όπως π.χ. με τον Νόμο Κατσέλη-Σταθάκη που λήγει αύριο η ισχύς του, αλλά τι την έχουμε την αναδρομικότητα; Γίνεται και με τους ίδιους του ψηφιζόμενους μηχανισμούς: για μια χρονιά θα ισχύσει το νέο σύστημα ρύθμισης μέσω της «πλατφόρμας Κουρμούση» – η οποία άλλωστε δεν θα δίνει «λύση», θα δρομολογεί απλώς την εφαρμογή ενός αλγόριθμου. Δείτε σε μικροσκόπιο και τους όρους και προϋποθέσεις διαβάζοντας, όπως και για τις «120 δόσεις». Και θα διαπιστώσετε ότι όλα σπρώχνονται γι αργότερα.

*Δημοσιεύτηκε στην 'Ναυτεμπορική" στις 28/2/2019. 

Προφάσεις εν αμαρτίαις

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν;
Τρία είναι τα συνήθη επιχειρήματα όσων εμμένουν στην ακραία αντιπαράθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ:

(1) Η ευθύνη του για την πόλωση της περιόδου 2011-15.
(2) Πως αποτελεί και σήμερα απειλή για τη δημοκρατία.
(3) Η δικαιολόγηση των εθνικιστικών εκτροπών της Ν.Δ.
Ο φίλος Περικλής Βαλλιάνος («Βήμα της Κυριακής» 10/2) χρησιμοποίησε και τα τρία αυτά επιχειρήματα, με αρκετό πάθος, στην αντίκρουση δικού μου άρθρου («Εφ.Συν.», 21/1). Ας τα δούμε αναλυτικότερα.

Η εκδίκηση για τους «γερμανοτσολιάδες»

Η κρίση προκάλεσε έντονη πολιτική πόλωση. Αυτό ήταν βέβαια αναπόφευκτο σε μια κοινωνία που υπέστη τέτοιας έντασης σοκ. Στη Γαλλία, με μια αύξηση στην τιμή των καυσίμων, κάηκε το Παρίσι. Αλλού, πολύ ηπιότερες κρίσεις γιγάντωσαν την ξενοφοβία και την Ακροδεξιά. Στην Ελλάδα τουλάχιστον, ούτε αίμα χύθηκε ούτε τους πρόσφυγες κυνηγήσαμε ούτε βγήκαμε από τον ευρωπαϊκό δρόμο ούτε η Ακροδεξιά βρέθηκε στην κυβέρνηση ή ante portas.

Ποιος ευθύνεται για τις ακρότητες που παρά ταύτα συνόδευσαν την κρίση και στη χώρα μας; Ο ΣΥΡΙΖΑ που τις υποδαύλισε; Τα μνημόνια και οι εγχώριοι υποστηρικτές τους που τις προκάλεσαν; Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ που χρεοκόπησαν τη χώρα; Είναι προφανές πως δεν θα συμφωνήσουμε. Ούτε μάλλον και στο πως η πόλωση λόγω των πολιτικών που εξαθλίωσαν έναν ολόκληρο λαό δεν είναι το ίδιο με την πόλωση που καλλιεργούν οι εθνικιστές για τη Μακεδονία.

Σημαίνει αυτό πως κάθε φορά που συζητάμε για το παρόν και το μέλλον θα πρέπει να ξαναγυρνάμε στο παρελθόν για να παρεμποδίσουμε τη συνεννόηση; Η συνέχιση αυτού του κλίματος ζημιώνει μόνο τον Τσίπρα ή τη χώρα;

Μην ξεχνάμε πως και η άλλη πλευρά έχει το αφήγημά της και εύκολα μπορεί να ντοπαριστεί. Να θυμηθεί τους «τεμπέληδες» Ελληνες της Μέρκελ και τους ντόπιους οπαδούς της, τα «ζήτω τα μνημόνια», τον εξευτελισμό του Κοινοβουλίου και της εθνικής κυριαρχίας, τον Καρατζαφέρη, τους πρωθυπουργούς που καλούσαν να βγάλουμε τα λεφτά μας έξω εν όψει Τσίπρα, το μαύρο της ΕΡΤ. Εύκολα μπορούμε να αντιδρούμε όταν μας ταυτίζουν με τους χρυσαυγίτες και τον κάθε ψεκασμένο για όλα όσα γίνονταν και λέγονταν τότε, ενώ τώρα θεωρούν πολύ φυσιολογικό να συγχρωτίζονται με τους φασίστες στο Μακεδονικό. Ομως αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά.

Χρειάζονται κάποιες συγγνώμες; Πιθανόν. Οχι πάντως μόνο από τη μία πλευρά. Και οι δηλώσεις «μεταμέλειας» που ζητά ο Π.Β. μόνο την άμβλυνση των παθών δεν υπηρετούν. Τέλος πάντων, οι πρώην «μνημονιακοί» δεν είναι επιζώντες ολοκαυτώματος και τα θύματα των μνημονίων υπέστησαν κατά κανόνα πολύ περισσότερα από αυτούς. Ας γυρίσουμε όμως σελίδα!

Κίνδυνος για τη δημοκρατία;

Ο Π.Β. θεωρεί πως «η βιαιότητα εκπορεύεται ακόμη αμείωτη» από την κυβέρνηση. Και αναφέρει σειρά αμαρτημάτων της, υπαρκτών και ανύπαρκτων.

Μα και πολλοί που στηρίζουμε την κυβέρνηση, επικρίνουμε ενέργειές της ή το ύφος ορισμένων στελεχών. Πιστεύει όμως κανείς ψύχραιμα πως αυτά συγκροτούν «εκτροπή»; Πως η κυβέρνηση «προσπαθεί να κλείσει στη φυλακή» την αντιπολίτευση; Πως κινδυνεύει η δημοκρατία επειδή «εξαγοράζει ψήφους με φιλοδωρήματα», δηλαδή επειδή ασκεί κοινωνική πολιτική προεκλογικά, όπως όλες οι κυβερνήσεις όλων των εποχών; Ή επειδή κάποιοι βουλευτές άλλαξαν στρατόπεδο (όπως και άλλοι προς την αντίθετη κατεύθυνση); Με άλλα λόγια, είναι δυνατό να υποστηρίζεται όχι πως υπάρχουν επιχειρήματα για να ασκηθεί κριτική, αλλά πως επιβάλλεται συμμαχία των «ευρωπαϊκών δυνάμεων» (υπό τη Ν.Δ.) για να σωθεί η δημοκρατία από τον ΣΥΡΙΖΑ;

Σήμερα, κύριος υπεύθυνος για την υποδαύλιση της ακραίας πόλωσης είναι καταφανώς η αντιπολίτευση. Το ομολογεί έμμεσα και η ίδια όταν παραπέμπει συνεχώς στο 2015 για να απαντήσει στις εναντίον της κατηγορίες. Προσπαθεί να αποκλείσει από το δημοκρατικό πλαίσιο το μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό κόμμα της χώρας, χρησιμοποιεί ή χειροκροτεί χαρακτηρισμούς για «προδότες», «απάτριδες» και «εθνομηδενιστές», δηλώνει πως «έχουμε πόλεμο» και άλλα πολλά.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι σταθερά φιλοευρωπαϊκή και συμπαρατάσσεται με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία. Αντιπαρατίθεται στην Ακροδεξιά και τον νεοφιλελευθερισμό. Τηρεί τις υποχρεώσεις της απέναντι στους δανειστές. Ασκεί θαρραλέα ευρωπαϊκή πολιτική στα Βαλκάνια (Πρέσπες). Η οικονομική και κοινωνική της πολιτική, στο μέτρο που το επιτρέπουν οι μεταμνημονιακές υποχρεώσεις, είναι προοδευτική. Το έργο της στον τομέα των δικαιωμάτων επίσης.

Αυτή είναι η μεγάλη εικόνα. Αυτήν βλέπουν και οι ξένοι. Ιδιαίτερα δε οι σοσιαλδημοκράτες δεν κατανοούν τη στάση της αντιπολίτευσης. Η άρνηση διαλόγου με αυτή την κυβέρνηση, και μάλιστα από μέρους δυνάμεων που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικές, ξεφεύγει από κάθε λογική.

Μακεδονικό και Ν.Δ.

«Καλώς ψηφίστηκε» η Συμφωνία των Πρεσπών, γράφει ο Π.Β., καθώς δεν μπορεί να διαγράψει τη δική του ιστορία στην πάλη κατά των «μακεδονομάχων». Ομως το γράφει μετά την ψήφιση, όχι όταν ακόμη παιζόταν η τύχη της συμφωνίας. Αλλά και τώρα, προσπαθεί να δικαιολογήσει τη στάση Μητσοτάκη που «ήταν μια εξαναγκασμένη αμυντική κίνηση».

Στόχος, λέει, του Τσίπρα δεν ήταν να λύσει το Μακεδονικό, αλλά να διασπάσει τη Ν.Δ. Δηλαδή, ο Τσίπρας δεν θα έπρεπε να προχωρήσει σε μια εθνικά και δημοκρατικά συμφέρουσα λύση, για να μη δημιουργήσει πρόβλημα στον Μητσοτάκη. Πιστεύει κανείς σοβαρά πως αν είχε καλέσει τον αρχηγό της Ν.Δ. πριν από τον Ιερώνυμο, θα προχωρούσαμε στη λύση με εθνική συναίνεση; Το πρόβλημα δεν ήταν η παράλειψη του Τσίπρα, αλλά ο διχασμός της Ν.Δ. (και ο πολιτικός εκφυλισμός του ΚΙΝ.ΑΛΛ.). Πρόβλημα είχε εξάλλου και ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Αυτός όμως τον παραμέρισε, ενώ ο Μητσοτάκης τράβηξε όλο το κόμμα του στον εθνικισμό. Ας αφήσουμε λοιπόν τις υποκρισίες.

Είναι απαράδεκτο να ονομάζεις φασίστα όποιον διαφωνεί μαζί σου στο Μακεδονικό. Ομως άλλο τόσο απαράδεκτο είναι να σιωπάς μπροστά στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά και απέναντι σε όσους τα ανέχονται για τακτικούς ή άλλους λόγους.

Περί φιλελευθερισμού, Μητσοτάκη και Σημίτη

Δεν «εγκαλώ» όσους προσχώρησαν στον φιλελευθερισμό, όπως ισχυρίζεται ο Π.Β. Απλά επισήμανα πως η σημερινή Ν.Δ. είναι μάλλον σκληρή και εθνικιστική Δεξιά, και αυτό ίσως να αποτελεί πρόβλημα για έναν φιλελεύθερο. Και βέβαια με φιλελευθερισμό δεν εννοώ τον πολιτικό φιλελευθερισμό, τις αξίες του οποίου πράγματι έχει υιοθετήσει από καιρό η ανανεωτική Αριστερά. Εννοώ τον νεοφιλελευθερισμό που διαχωρίζει Δεξιά από Αριστερά απανταχού της Γης. Ο Π.Β. υπονοεί πως η ακύρωση αυτής της διαχωριστικής γραμμής και η μεταπήδηση από την ανανεωτική Αριστερά στη Ν.Δ. είναι ό,τι πιο φυσιολογικό. Προφανώς, διαφωνούμε.

Οι προσχωρούντες στη Ν.Δ., λέει ο Π.Β., μπαίνουν για να τη σπρώξουν στη σωστή κατεύθυνση, εν γνώσει πως σε ένα μεγάλο κόμμα υπάρχουν πάντα και «κακοί». Οπως εγώ, ο Μπίστης και άλλοι προσχωρήσαμε στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, παρά την παρουσία εκεί των Τσοχατζόπουλου, Παπαθεμελή και άλλων. Ομως εμείς μπήκαμε κάποτε στο ΠΑΣΟΚ επειδή συμφωνούσαμε με τη γραμμή του προέδρου και της κυβέρνησής του (όπως και τώρα προσεγγίζουμε τον ΣΥΡΙΖΑ επειδή συμφωνούμε στα βασικά). Συγκρίνει ο Π.Β. την πολιτική Σημίτη με τον Μητσοτάκη που στρέφει το κόμμα του στον εθνικισμό και την Ακροδεξιά; Αν μπαίνουν για να ανατρέψουν αυτή τη γραμμή, καλή επιτυχία! Πολύ φοβάμαι όμως πως ο πραγματικός λόγος είναι απλούστατα το πάθος τους κατά του ΣΥΡΙΖΑ.

Η έξοδος από τα μνημόνια, η σύγκλιση του ΣΥΡΙΖΑ με την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η Συμφωνία των Πρεσπών με τα όσα έδειξε και για τη Ν.Δ., το διαζύγιο με τον Καμμένο διαμορφώνουν ένα νέο πολιτικό σκηνικό που θέτει σε σκληρή δοκιμασία τη γραμμή για «στρατηγική ήττα» του ΣΥΡΙΖΑ. Πολλώ μάλλον που και σε ευρωπαϊκό επίπεδο επείγει η αντιμετώπιση της ανερχόμενης Ακροδεξιάς και της διολισθαίνουσας προς αυτήν νεοφιλελεύθερης Δεξιάς με τη συγκρότηση ενός πλατιού προοδευτικού πόλου. Επείγει οι Κεντροαριστεροί και στη χώρα μας να εγκαταλείψουν τις αντι-συριζαίικες εμμονές τους και να συμβάλουν σε μια τέτοια προσέγγιση, αν δεν θέλουν αυτοί μεν να εξαφανιστούν πολιτικά, αλλά και η χώρα να πάρει λάθος δρόμο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 19/2/2019. 

ΣΥΡΙΖΑ: αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία; Yes, please

Εδώ και καιρό τίθεται το ερώτημα εάν ο ΣΥΡΙΖΑ «σοσιαλδημοκρατικοποιείται» ή, αντίθετα, διατηρεί αμετάβλητο τον αντιμνημονιακό πυρήνα που τον έφερε ώς εδώ. Εάν η τροχιά από το κόμμα-αντηχείο της κοινωνικής διαμαρτυρίας του 2010 έως τη σημερινή προσπάθεια να σφυρηλατήσει ένα προφίλ υπεύθυνης δύναμης διακυβέρνησης τον ευθυγραμμίζει με τις συστημικές δυνάμεις της Ευρώπης ή είναι απλώς μια φενάκη για την αντισυστημική καρδιά του.

Στην πιο πρόσφατη αναβίωση του ερωτήματος το κόμμα ΣΥΡΙΖΑ τάχθηκε στο πλευρό της «μπολιβαριανής» Βενεζουέλας, ενώ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συντάχθηκε με την ευρωπαϊκή γραμμή πίεσης προς τον Μαδούρο προκειμένου να προχωρήσει σε εκλογές με όλες τις διεθνείς εγγυήσεις. Στο δίλημμα «αντισυστημισμός ή σοσιαλδημοκρατία;» ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά όπως ο Γκράουτσο Μαρξ στην ερώτηση «καφέ ή τσάι;»: Yes, please.

Η διαδρομή μοιάζει με την τρελή ρότα μεθυσμένου καραβιού· ωστόσο υπάρχει μια μέθοδος στην τρέλα. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2018 λίγο μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ του 2008 ή τον Συνασπισμό του 1998, θέτοντας εν αμφιβόλω τον κανόνα ότι τα (κεντρο-)αριστερά κόμματα επιδεικνύουν μικρότερη προσαρμοστικότητα από τα (κεντρο-)δεξιά.

Στη στροφή του 21ου αιώνα επανεπινοεί ριζικά τον εαυτό του. Ερχεται σε ρήξη με μια παράδοση συναινετικής παρά συγκρουσιακής πολιτικής που κρατούσε από το ΚΚΕ εσωτερικού. Με την «αριστερή στροφή», την επένδυση στον νεολαιίστικο κινηματισμό και το πείραμα του «ΣΥΡΙΖΑ των συνιστωσών» σφυρηλατεί ένα αντισυστημικό προφίλ πλάι στο «θεσμικό» της δεκαετίας του 1990 –παίρνοντας λελογισμένα αλλά σταθερά αποστάσεις από βασικές πτυχές της κληρονομιάς του όπως ο ευρω-μεταρρυθμισμός.

Εάν όμως τα σπέρματα μιας νέας φυσιογνωμίας είναι ήδη παρόντα, θα χρειαστεί το σοκ της κρίσης που ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και για άλλα κόμματα που εμφανίζονται χωρίς ρίζες ή μέσα από κινηματικές μήτρες (Podemos, Κίνημα 5 Αστέρων) ή άλλοτε υπερβαίνοντας παραδοσιακές πολιτικές ταυτότητες, όπως το En Marche του πρώην σοσιαλιστή Μακρόν. Αυτά τα «νέα» κόμματα-διεκδικητές (challenger parties) πλαγιοκοπούν τα εγκαθιδρυμένα κόμματα εγκαλώντας τα ότι έχουν απολέσει τους δεσμούς με την κοινωνία. Αποτελούν δείκτη της κρίσης της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, χαρακτηρίζονται από ιδεολογική ελαστικότητα που τους επιτρέπει να τέμνουν τις κυρίαρχες διαιρέσεις (Αριστερά-Δεξιά, συστημισμός-αντισυστημισμός, ευρωπαϊσμός-ευρωσκεπτικισμός) ή να επιβάλλουν νέες πλάι στις παλιές (παλιό-νέο).

Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε ένα τέτοιο «σύμπτωμα», προτείνοντας ένα νέο δεσμό πολιτικής εκπροσώπησης που οι αμφισημίες του συνάντησαν τις αντιφάσεις της εποχής. Πλαισίωσε τη διαίρεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο με μια κινηματική και πολωτική θέαση του πολιτικού αντιπαραθέτοντας τον «λαό» στις εθνικές/διεθνείς «ελίτ». Ρητορική λαϊκιστική που αναπτύχθηκε στη διασταύρωση του αριστερού (αντι-νεοφιλελεύθερου) ευρωσκεπτικισμού με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας, ανασύροντας ωστόσο ενίοτε ένα αμιγώς ευρωπαϊκό προφίλ (λ.χ. με τον Τσίπρα υποψήφιο για επικεφαλής της Κομισιόν το 2014)· βάζοντας πλάι στην κριτική του έμφυτου ελαττώματος της ευρωζώνης εθνοκεντρικές αιχμές όπως η «Ελλάδα αποικία χρέους» και «Καμιά θυσία για το ευρώ»· διατυπώνοντας μια «πολυπρισματική» εξωτερική πολιτική που αναζητά εναλλακτικές στη (φαντασιακή) προσέγγιση με τη Ρωσία ή τη Λατινική Αμερική.

Η αμφισημία αυτή φτάνει στο ζενίθ το 2015. Ωστόσο το μείγμα λαϊκισμού και πραγματισμού, εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής κατεύθυνσης που προτείνει ανταποκρίνεται στα αντιστοίχως αμφίθυμα αισθήματα των Ελλήνων. Καταφέρνει έτσι να ενσωματώσει πολλαπλά «αόρατα ρήγματα» της ελληνικής κοινωνίας της κρίσης και να αποκτήσει ερείσματα στα αστικά κέντρα, στις νεότερες και πιο παραγωγικές ηλικίες, σε εκείνους που έθιξε περισσότερο η λιτότητα (outsiders). Την ίδια στιγμή αναρριχάται στην εξουσία σε συνεργασία με έναν άλλο αντισυστημικό παίκτη, αλλά ένοικο της (ακρο)δεξιάς πολυκατοικίας, στη βάση μιας ώσμωσης στον δημόσιο χώρο της κοινωνικής δυσφορίας.

Παρά το σοκ του 2015, η κυβέρνηση αποδείχτηκε η μακροβιότερη της περιόδου της κρίσης. Ο κινηματικός ΣΥΡΙΖΑ έδωσε τη θέση του σε ένα κόμμα-μηχανή διακυβέρνησης. Η αποδοχή του τρίτου Μνημονίου ως αναγκαίου κακού συνοδεύτηκε από μια προσπάθεια ανεύρεσης περιθωρίων ελευθερίας για άσκηση οικονομικής πολιτικής (π.χ. στην αγορά εργασίας), η ευρω-εθνική αμφιθυμία έδωσε τη θέση της στην αναγνώριση ότι η Ευρώπη είναι το πεδίο της πάλης. Ωστόσο ο πραγματισμός συνυπάρχει με τη συντήρηση μιας αντισυστημικής πόζας, όταν λ.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ προωθεί μια φιλελεύθερη-δικαιωματική ατζέντα που τον διαφοροποιεί από τον συντηρητικό αντίπαλο αλλά και τον κυβερνητικό εταίρο, μαζί με τον οποίο όμως αναπαράγει πολλάκις μια ηθικολογική σκανδαλολογία.

Κομβικό σημείο υπήρξε η Συμφωνία των Πρεσπών, διά της οποίας ο ΣΥΡΙΖΑ ξαναπιάνει το νήμα της ιδεολογικής κληρονομιάς του αλλά διαρρηγνύει τους δεσμούς με τον αντιμνημονιακό «λαό», προσβλέποντας ωστόσο σε μακροπρόθεσμα οφέλη από την επαναφορά του κομματικού ανταγωνισμού στον άξονα Αριστερά-Δεξιά και αυτοτοποθετούμενος στρατηγικά στο κεντρο-αριστερό σκέλος του πολιτικού φάσματος.

Στον ευρωπαϊκό Νότο της κρίσης αναδύθηκε μια σύνθετη δομή πολιτικής σύγκρουσης (Ευρώπη, λιτότητα, παλιό/νέο). Ως τέκνο της ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει να είναι βασικός πολιτικός παίκτης όσο θα μπορεί να διαχειρίζεται τις πολλαπλές διαιρέσεις προσαρμόζοντας την (αμφίσημη) ιδεολογική φυσιογνωμία του και κυρίως αποφεύγοντας να απαντήσει στο ερώτημα: καφέ ή τσάι;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 21/2/2019. 

Η οικονομική διάσταση της ασφάλειας

Αφορμή για τις σκέψεις αυτού του σημειώματος αποτελεί η διαπίστωση ότι στην – πρόσφατη ακόμη – Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο, που σ' εμάς περισσότερο «διαβάστηκε» μέσα από το βραβείο Ewald von Kleist στους Τσίπρα-Ζάεφ ή έστω μέσα από την αντιπαράθεση ΗΠΑ-Γερμανίας/Πενς-Μέρκελ, ένα μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης (διότι περί αυτού επρόκειτο) αφιερώθηκε στις οικονομικές πτυχές της ασφάλειας.
Η Γερμανίδα Καγκελάριος, την οποία στα παραλειπόμενα της Διάσκεψης του Μονάχου η κόρη του Ντόναλντ Τραμπ Ιβάνκα (τον Αμερικανό Πρόεδρο αντιπροσώπευε επισήμως ο Αντιπρόεδρος Πενς, όμως όλοι περίμεναν να ακούσουν και την «προεδρική κόρη») φρόντισε να επαινέσει διεξοδικά, αναφερόμενη μέχρι και στην «απίστευτη αίσθηση του χιούμορ» της, αφιέρωσε σε περισσότερα σημεία την ανάλυσή της σε οικονομικές πτυχές. Επέλεξε έτσι να «επιτεθεί» ευθέως στην επικείμενη πρωτοβουλία Τραμπ να επιβαρύνει με τιμωρητικούς δασμούς την Ευρωπαϊκή (=Γερμανική) αυτοκινητοβιομηχανία με νομική βάση/πρόσχημα «λόγους ασφαλείας» των ΗΠΑ. Σημείωσε ότι πολλά αυτοκίνητα της BMW «κατασκευάζονται στην Νότια Καρολίνα, και πολλά απ' αυτά τα εξάγουν στην Κίνα». Για να διερωτηθεί «Γιατί είναι λιγότερο επικίνδυνα τα αυτοκίνητα που κατασκευάζονται στην Ν.Καρολίνα απ' εκείνα που κατασκευάζονται στην Βαυαρία;» (πρωτεύουσά της το Μόναχο) και να δηλώσει σοκαρισμένη με την επίκληση της ασφάλειας που έχει επιλέξει ως βάση για τον νέο-προστατευτισμό των ΗΠΑ ο Πρόεδρος Τραμπ.
Η αναφορά της Μέρκελ σε ένα άλλο ζήτημα όπου ασφάλεια και οικονομία βρίσκονται σε πολύ πιο άμεση/εύλογη συσχέτιση: εκείνο της προμήθειας της Ευρώπης (=Γερμανίας) σε ενέργεια, με βάση την συζήτηση για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream-2 της Gazprom, που μόλις πήρε το πράσινο φως Βρυξελλών να προχωρήσει. Εδώ, η αρχική τοποθέτηση ξεκίνησε από τον Αντιπρόεδρο Πενς , ο οποίος επανέφερε στο προσκήνιο την δυσχέρεια να γίνεται λόγος για πολυμερή συνεργασία με την Ρωσία να προσεγγίζεται (από Αμερικανικής πλευράς) ως συντελεστής εξάρτησης – ιδίως των Ευρωπαίων. Όμως η Μέρκελ σήκωσε ευθέως κι εδώ το γάντι, παραδεχόμενη ότι «δεν θέλω να εξαρτόμαστε μονομερώς από την Ρωσία» (γι αυτό και η Γερμανία δήλωνε ότι «έχουμε ήδη αποφασίσει να προμηθευόμαστε LNG από τις ΗΠΑ») , αλλά και θυμίζοντας ότι η χώρα της «και κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου προμηθευόταν φυσικό αέριο από την Σοβιετική Ένωση», οπότε «πραγματικά δεν κατανοώ γιατί σήμερα αυτό θεωρείται αναξιόπιστο». Η Μέρκελ επανέλαβε την θεμελιώδη Γερμανική θέση, ότι ένα μείγμα ενεργειακών πόρων – με πράσινη ενέργεια, δίπλα στο φυσικό αέριο από πλείονες πηγές – θα αντικαταστήσει την ρυπογόνο χρήση λιγνίτη, αλλά και την (μετά-την-Φουκουσίμα) απόσυρση από την πυρηνική ενέργεια.
Μπορεί η συζήτηση αυτή να φαίνεται αρκετά απομακρυσμένη από «τα δικά μας». Πλην όμως και η μοίρα του άλλοτε τόσο πολυσυζητημένου South Stream αν διασυνδεόταν στο Ευρωπαϊκό δίκτυο με τον ΕλληνοΙταλικό Poseidon κατά νουν (κάθε φορά που αναφέρεται στις συζητήσεις Ελλάδας-Ρωσίας αυτό το ενδεχόμενο, καθώς για Ρωσικό φυσικό αέριο ο λόγος, όλοι θεωρούν ότι πρόκειται για υπόθεση λήξασα λόγω Ευρωπαϊκών αντιρρήσεων...), αλλά και η μεγάλη εναλλακτική του East Med από παρόμοια θα περάσει άμα έρθει η ώρα της. Συνολικά η ενέργεια ως οικονομική συζήτηση έχει πλέον την τάση να προσεγγίζεται υπό το πρίσμα της ασφάλειας. Και όχι μόνον/όχι τόσο εκείνο που εννοούμε ως ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού – όλοι θυμόμαστε τι έγινε όταν η Ρωσία «πάγωσε» την παροχή φυσικού αερίου μέσω Ουκρανίας – αλλά την κυρίως συζήτηση περί ασφάλειας. Περί της παραδοσιακής ασφάλειας, πολέμου και ειρήνης, τέτοια πράγματα!
Καθώς όλη πλέον η συζήτηση για την Ανατολική Μεσόγειο, με την αναζήτηση ενεργειακών πόρων από τους majors του πετρελαϊκού κόσμου της Δύσης και με την αγριωπή διεκδικητικότητα της Τουρκίας, μπορεί να μην τέθηκε ανοιχτά στην Διάσκεψη του Μονάχου αλλά ήταν περισσότερο από παρούσα. Και όσο, σ' εμάς, θα αναζητείται τι ακριβώς απασχόλησε την συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν στο πρόσφατο ταξίδι του Έλληνα πρωθυπουργού στην Τουρκία, αυτή η διάσταση δεν θα ήταν καλό να φεύγει από τον νου.
Άλλωστε στον «καθαρό» τομέα της ασφάλειας, δεν πέρασε απαρατήρητη η ευθεία απειλή Πενς κατά τη Τουρκίας για τους S-400 στο Μόναχο ότι «δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια ενώ ένας σύμμαχος του ΝΑΤΟ αγοράζει όπλα από τους αντιπάλους μας». Με την συμπλήρωση μάλιστα ότι «δεν μπορούμε να εγγυηθούμε την ασφάλεια της Δύσης, όταν οι σύμμαχοί μας εξαρτώνται από την Ανατολή». (Λίγες ώρες αργότερα, γινόταν γνωστό το μπλοκάρισμα/αναβολή της παράδοσης των F-35 στην Τουρκία με απόφαση του Αμερικανικού Κογκρέσου).
Βαρύς βηματισμός.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 22/2/2019. 

Οι δικαστές και η Ιστορία

Οι δικαστές συχνά διασταυρώνονται με την Ιστορία. Μοιράζονται τη μεθοδολογία έρευνας, αλλά ο στόχος τους είναι διαφορετικός. Εκεί όπου ο δικαστής αναζητά ενόχους και αποδίδει ατομικές ευθύνες, ο ιστορικός αναζητά κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές αιτίες. Στην Ιστορία οι υποθέσεις δεν τελεσιδικούν, όπως στη Δικαιοσύνη, αλλά υπόκεινται σε συνεχή αναθεώρηση καθώς αλλάζουν τα ερωτήματα, η οπτική γωνία ή προκύπτουν νέα τεκμήρια. Εντούτοις, υπάρχουν κομβικές στιγμές που οι δικαστές παράγουν Ιστορία. Οι δίκες της Νυρεμβέργης, οι δίκες των δωσίλογων, οι δίκες της χούντας παρήγαγαν αποφάσεις-τομές που καθόρισαν τρόπους πρόσληψης του παρελθόντος και χάραξαν σαφείς γραμμές αποδοχής ή απόρριψής του. Οι δικαστές λειτούργησαν ως δημόσιοι ιστορικοί.

Υπάρχει όμως μια διευρυνόμενη τάση οι δικαστές να περιλαμβάνουν στη δικαιοδοσία τους τον έλεγχο ιστορικών μελετών. Πρόκειται για «μνημονικούς» νόμους που αφορούν ζητήματα όπως οι γενοκτονίες, αλλά επεκτείνονται και σε ζητήματα όπως αποικιοκρατία, ολοκληρωτισμός κ.λπ. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η δίωξη εναντίον του Γερμανού ιστορικού Χανς Ρίχτερ, για όσα είχε γράψει για την αντίσταση των Κρητικών στη γερμανική εισβολή. Πήγα μάρτυρας υπεράσπισής του, αν και απεχθάνομαι όσα υποστηρίζει, μόνο για λόγους αρχής. Δεν είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει ιστορικές μελέτες, ακόμη και αν σφάλλουν. Υπάρχουν άλλες δικλίδες ελέγχου της αξιοπιστίας. Διαφορετικά εγκαθιδρύεται καθεστώς λογοκρισίας.

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια άλλη υπόθεση που ο δικαστής έρχεται πάλι αντιμέτωπος με ζητήματα Ιστορίας. Πρόκειται για αγωγή απογόνων του στρατηγού Χρυσοχόου, μιας αμφιλεγόμενης προσωπικότητας στη Θεσσαλονίκη. Ανώτατος αξιωματικός του στρατού, ακολούθησε τον Τσολάκογλου στη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς και τοποθετήθηκε σε περίοπτη θέση στη διοίκηση της Μακεδονίας και φρούραρχος της Θεσσαλονίκης.

Συνεργάστηκε με τις αρχές κατοχής, ακριβώς την εποχή που ο εβραϊκός πληθυσμός της πόλης στελνόταν στα ναζιστικά στρατόπεδα για να εξοντωθεί. Προσήλθε μάλιστα μάρτυρας υπεράσπισης στη δίκη του Μέρτεν. Μετά την Κατοχή παραπέμφθηκε σε δικαστήριο δωσιλόγων, αλλά απαλλάχτηκε με βούλευμα, προβάλλοντας ως δικαιολογία της συνεργασίας του την αντίσταση στον εκβουλγαρισμό της Μακεδονίας, καθώς και την απόκρουση του κομμουνισμού.

Στην ατμόσφαιρα του εμφυλίου πολέμου δεν ήταν ο μόνος συνεργάτης των κατακτητών που εντάχθηκε στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Εγινε ακόμη και βουλευτής της ΕΡΕ. Στη δικτατορία, ο χουντικός δήμαρχος της πόλης τον τίμησε με κεντρική οδό στο όνομά του.

Πριν από δύο χρόνια, όμως, στο πλαίσιο ανασύνταξης της θεσμικής μνήμης της πόλης και ανάδειξης του Ολοκαυτώματος, ο δρόμος αυτός μετονομάστηκε. Αντιδρώντας, οι συγγενείς του κατέθεσαν αγωγή, για προσβολή της μνήμης του, εναντίον τριών πολιτών και δημοτικών συμβούλων που εισηγήθηκαν τη μετονομασία. Το μεν δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να μετονομαστεί η οδός, ώστε να μην τιμάται ένας δωσίλογος, οι δε συγγενείς ζητούν αποζημίωση, θεωρώντας τον πατριώτη.

Τι οφείλει να πράξει τώρα η Δικαιοσύνη; Είναι δουλειά της να αποφανθεί αν πρόκειται για προδότη ή πατριώτη; Να επαναλάβει τις μεταπολεμικές δίκες των δωσιλόγων; Η περίπτωση Χρυσοχόου αφορά την ιστορική έρευνα, η οποία σε όλες τις αποχρώσεις και εκδοχές της υποστηρίζει ότι πρόκειται για συνεργάτη των αρχών κατοχής με επαφές και με τους συμμάχους. Λίγοι ήταν όσοι συνεργάστηκαν με τους ναζί από ιδεολογική πεποίθηση και μόνο.

Οι περισσότεροι επικαλούνται τον ένα ή τον άλλο λόγο, από την ατομική τους επιβίωση έως την επιβίωση του αστικού καθεστώτος και την καταπολέμηση του κομμουνισμού, και μπροστά στην αβέβαιη έκβαση του πολέμου, πρόσφεραν εκδουλεύσεις και στο αντίπαλο στρατόπεδο. Αντίστοιχες είναι άλλωστε οι διαβόητες περιπτώσεις Μορίς Παπόν και Πολ Τουβιέ στη Γαλλία. Συνεργάστηκαν με το κατοχικό καθεστώς και συνέχισαν σε υψηλόβαθμες θέσεις μεταπολεμικά.

Στην ιστορική έρευνα δεν καταδικάζουμε πρόσωπα. Εξηγούμε, διακρίνουμε αποχρώσεις, επισημαίνουμε αντιφάσεις και ετερογονίες. Είναι διαφορετική όμως η λογική της δημόσιας Ιστορίας. Ο δήμος, η πολιτεία ονοματοδοτεί οδούς και πλατείες, ανεγείρει μνημεία και καθιερώνει επετείους δημιουργώντας μια δημόσια αίσθηση Ιστορίας, παραδειγματίζοντας, προβάλλοντας τους άξιους της πόλης και της πατρίδας, τα αξιομνημόνευτα γεγονότα.

Είναι Ιστορία δεοντολογική που δημιουργεί πρότυπα πολιτειότητας. Σαφώς διακριτή από την Ιστορία των ιστορικών. Και οι δικαστές; Θα κρίνουν ως ιστορικοί ερευνητές; Θα αποφανθούν για τη δοσολογία δωσιλογισμού και πατριωτισμού στον Χρυσοχόου; Θα υποκαταστήσουν τις δημοτικές αρχές ορίζοντας τα πρότυπα αξιομνημόνευτου παραδειγματικού πολίτη;

Ο όρος «δωσίλογος» είναι ιστορικός, πολιτικός ή ανήκει στη δικαιοδοσία του Ποινικού Δικαίου; Αλλά, με βάση αυτόν, ο Δήμος Θεσσαλονίκης θεώρησε ότι ο Χρυσοχόου δεν δικαιούται οδωνύμιο. Πάντως, παρόμοια αγωγή (2016) που αφορούσε τον κατοχικό νομάρχη της Σύρου, εναντίον της Σέιλα Λεκέρ, συγγραφέα του βιβλίου «Το νησί του Μουσολίνι», απεσύρθη.

Τη σιωπή δεκαετιών για την εξόντωση των εβραϊκών πληθυσμών της Ελλάδας από τους ναζί τη διαδέχτηκαν τα τελευταία χρόνια, και σωστά, εκδηλώσεις αναγνώρισης, ανάμεσά τους και η μετονομασία δρόμων. Πρόκειται για οφειλή στα θύματα και αποκατάσταση της δημόσιας μνήμης της πόλης. Είναι αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης να κρίνει επί της ουσίας την απόφαση και την εισήγηση με την οποία ελήφθη;

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 11/2/2019.