Σάββατο, 04 Απρίλιος 2020

art-2

 

Τα άρθρα Μελών και Φίλων της Παρέμβασης, όπως δημοσιεύτηκαν στον ελληνικό και διεθνή τύπο.

Για να δείτε τα άρθρα ανά συγγραφέα, πατήστε εδώ .

 

 

 

 

 

Προσδοκίες της κοινωνίας πολιτών και αγαστή μεσότητα

Η πείρα έδειξε ότι ο ενθουσιασμός ή η απογοήτευση είναι καλό να εκφράζονται στο τέλος της κοινοβουλευτικής τετραετίας, όταν πρόγραμμα και υπεσχημένα είναι προ πολλού σε δρόμο υλοποίησης.

Παρά την αυστηρή επιτήρηση και το πλαίσιο των ακολουθητέων μέτρων που θέτει η Ε.Ε., οι προσδοκίες των ψηφοφόρων από τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση είναι πολλές.

Προσδοκία των ψύχραιμων και σκεπτόμενων πολιτών είναι το πολιτικό προσωπικό να δουλέψει για το κοινό όφελος και όχι για κομματικά ή προσωπικά οφέλη. Είναι ο μόνος τρόπος η αυτοδύναμη κυβέρνηση να υπερβεί την πόλωση που θα την εκτροχίαζε από το σχέδιο της παραγωγικής ανάκαμψης της χώρας.

Οταν γίνει το πολυαναμενόμενο, οι κυβερνώντες να θέσουν σε δεύτερη μοίρα κομματικά οφέλη, προτάσσοντας το συμφέρον της κοινωνίας, τότε και η Ε.Ε. θα αναγνωρίσει εμπράκτως τις συνέπειες των λαθών της στη διαχείριση του ελληνικού χρέους, θα αναθεωρήσει τους όρους εξόφλησής του, συνυπολογίζοντας τον κρίσιμο ρόλο της Ελλάδας στο νοτιοανατολικό σύνορό της, ενώ οι αποφάσεις του Ε.Σ. θα επιδείξουν την υπευθυνότητα και το αίσθημα δικαιοσύνης που επιβάλλει το επαχθές και μη βιώσιμο χρέος χώρας-μέλους της Ε.Ε.

Θετική μεταχείριση έτυχαν επιτηρούμενες χώρες που προέταξαν με εθνική συναίνεση τη σωτηρία τους, συνειδητοποιώντας εγκαίρως ότι διαπραγματευόμενες σε κατάσταση πολιτικού διχασμού και αυστηρής εποπτείας θα ήταν αναγκαστικά υποχωρητικότερες στους επιτηρητές και αυταρχικότερες στους πολίτες.

Με διεθνείς συσχετισμούς στην ακρώρεια μεταξύ Δύσης και Εγγύς Ανατολής, κρίσιμους σε ζητήματα που μας αφορούν άμεσα, τα προγράμματα των μνημονιακών κυβερνήσεων της τελευταίας 10ετίας λειτουργούν ως οι δύο όψεις του πλαισίου που όρισε η Ε.Ε. για την εξόφληση του μη βιώσιμου χρέους μας.

Το πρόγραμμα αναδιανομής του εισοδήματος μεσαίων και πτωχών στρωμάτων, με αποτέλεσμα την πτωχοποίηση της κοινωνίας, που υλοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αποτυχημένη διαπραγμάτευση για το χρέος, είναι η μια όψη του προγράμματος που έθεσε ως πλαίσιο η Ε.Ε.

Στο στενό αυτό πλαίσιο, που καταδικάζει τη χώρα σε παραμόνιμη ύφεση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν παρέδωσε τη διακυβέρνηση με άδεια τα δημόσια ταμεία, αλλά δεν προστάτεψε τη ΔΕΗ.

Η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη χώρα μας είναι το πρόγραμμα που αναλαμβάνει να υλοποιήσει ο νέος πρωθυπουργός, με τη διαβεβαίωση ότι θα είναι προς όφελος της χώρας, αρκεί να τηρηθεί αυστηρός έλεγχος των δημοσίων δαπανών με όρους αξιοκρατίας και αντι-ηγεμονισμού, ώστε να μπούμε σε σταθερή πορεία παραγωγικής ανόρθωσης.

Με δεδομένο το είδος των μέτρων, αυτό μπορεί να γίνει εάν οι δύο όψεις της προβλεπόμενης πολιτικής αντικριστούν και διασαφηνισθούν οι ενεργές και εν δυνάμει αλληλο-συσχετίσεις τους, ώστε να καταστούν οργανικά μέρη μιας σύνθετης πολιτικής, θετικής για το σύνολο της κοινωνίας.

Το πνεύμα, όμως, της μεσότητας που εκφράζει μια τέτοια συνδυαστική πολιτική, απαιτεί αξιοποίηση των αρίστων ανεξαρτήτως ιδεοληψιών, ελεγκτικούς μηχανισμούς, κυρώσεις.

Είναι γνωστό ότι μια οργανική ολότητα είναι σε αλληλεξάρτηση με τα μέρη που τη συναποτελούν. Για να γίνει εμπράκτως σεβαστή αυτή η αδιαμφισβήτητη αρχή, απαιτείται ευρύτητα πνεύματος και ο διάλογος -προϋπόθεση για την τόσο αναγκαία ομοψυχία.

Με εμπειρία πολιτικής ζωής δύο αιώνων, οι Ελληνες πολίτες έχουν κουραστεί με τον ηγεμονισμό των δεξιών και κεντροδεξιών κυβερνήσεων. Αξιώνοντας ηγεμονισμό και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων της, το 2015, έθεσε κι αυτή το κόμμα πάνω από την κοινωνία, με αποτέλεσμα άκρως ανταγωνιστικές στάσεις και πρακτικές, που αναγκαστικά ευνόησαν την αναξιοκρατία και τον λαϊκισμό στη διοίκηση και στην παιδεία.

Είναι πλέον σαφές ότι οι πολίτες αξιώνουν μια κοινοβουλευτική και όχι μια καθεστωτική δημοκρατία, με εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα ικανά να επιλύουν τα άπειρα προβλήματα της κρατικής μηχανής, χωρίς ηγεμονικούς μικρο-μεγαλισμούς που επιβάλλουν ασύμφορους συμβιβασμούς, υπαναχωρήσεις και δουλοπρέπεια εντός και εκτός των συνόρων.

Σε ένα τέτοιο αντι-ηγεμονιστικό και αυτο-κρινόμενο πλαίσιο προς όφελος της κοινωνίας και όχι των κομμάτων, δεν θα υπάρχουν σκανδαλωδώς κερδισμένοι και κατάφωρα ζημιωμένοι Ελληνες. Γιατί είναι παγκοίνως γνωστό πως, όταν ένα μικρό μέρος της κοινωνίας γίνεται άπληστο για μη φορολογημένο πλουτισμό, αυθαίρετες δανειοληψίες και γενικότερα, άνομες συναλλαγές, τότε το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας γονατίζει από την ανεργία, την ανασφάλιστη εργασία, την οικονομική, ηθική και πνευματική εξαθλίωση. Και τότε η αποσταθεροποίηση επισπεύδει τη διάλυση.

Με δεδομένους τους όρους, μια κυβέρνηση που συμμερίζεται ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ τις θυσίες που επιβλήθηκαν στους πολίτες της, υποχρεώνεται να συνδυάσει μέτρα ενίσχυσης για τους πολίτες κάτω των ορίων της φτώχειας με πρακτικές παραγωγικής ανάπτυξης στους κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της παιδείας. Ώστε όσο η παραγωγικότητα θα αυξάνει, να μειώνεται η επιδοματική πολιτική ως όλο και λιγότερο αναγκαία.

Για φανατικούς του κομματισμού, τέτοιου είδους ισορροπία φαντάζει ισορροπία τρόμου. Για τους πολίτες με συνείδηση των κινδύνων που διατρέχει η χώρα, πρόκειται για την αναγκαία, σε τόσο δύσκολες φάσεις, μεσότητα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 17/7/2019. 

Πρώτα βήματα ουσίας

Με την Βουλή να έχει ανοίξει, τις συμβολικές κινήσεις έναρξης κυβερνητικής παρουσίας να ολοκληρώνονται (διαγωνισμός υπουργών ποιος θα φθάσει νωρίτερα στο υπουργείο του - μνήμη πειθαρχίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, νυκτερινές επισκέψεις Κικίλια σε νοσοκομεία με πρόωρη λήξη εφημεριών, εφοδεία Μηταράκη στον ΕΦΚΑ λόγω μη-ανταπόκρισης του τηλεφωνικού κέντρου), με τον αστερισμό Γενικών Γραμματέων σε εξέλιξη, με τις προγραμματικές δηλώσεις ήδη σε απόσταση αναπνοής και με το φορολογικό νομοσχέδιο λίγο παρακάτω, τίθενται πλέον τα βασικά ερωτήματα της αυριανής οικονομικής πολιτικής και των περιθωρίων νέας διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους». Ευθέως.
Ήδη, μετά την συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη/Γιάννη Στουρνάρα (και μετά την τοποθέτηση του δεύτερου επί των προοπτικών της οικονομίας στην νέα της φάση, στην «Καθημερινή») μια πρώτη σειρά πραγμάτων ήρθε στο τραπέζι. Αφήνοντας κατά μέρος την τοποθέτηση Στουρνάρα ότι οι (σχεδιαζόμενες) μεταρρυθμίσεις θα μπορούσαν να φέρουν την (ελπιζόμενη) ανάπτυξη και ως εκ τούτου να δημιουργήσουν τον αναγκαίο δημοσιονομικό χώρο - θυμίζουμε ότι κατά Στουρνάρα, το β΄ 6μηνο 2019 ξεκινά με ένα άνοιγμα 0,6% του ΑΕΠ ως προς την επιτευξιμότητα του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% - αξίζει κανείς να σταθεί στην θέση του ίδιου ότι είναι καιρός να αρθούν τα capital controls. Τα οποία μάλιστα «δεν έχουν πλέον χρησιμότητα». Ο Διοικητής της ΤτΕ δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνει αυτήν την άποψη: το είχε αφήσει να φανεί ήδη τους τελευταίους μήνες, επί της προηγουμένης Κυβερνήσεως.
Μια τέτοια κίνηση πλήρους άρσης των capital controls και όχι απλώς περαιτέρω χαλάρωσής τους, παράλληλα και με την συζητούμενη άρση των δεσμεύσεων/περιορισμών για τα ομόλογα στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, εφόσον κατορθωνόταν να λειτουργήσουν μαζί με την έκκληση Μητσοτάκη - τις τελευταίες προεκλογικές ημέρες - προς τις επιχειρήσεις να σταματήσουν να διακρατούν, overnight, τα ταμειακά τους διαθέσιμα στο εξωτερικό («ασφαλή» από τις δεσμεύσεις των capital controls) και να τα επαναπατρίσουν στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, θα μπορούσαν να δώσουν την εντύπωση μιας άμεσης (επαν)εκκίνησης. Αλλά και να αποτελέσουν, πέρα από εικόνα, μια νέα πραγματικότητα.
Καθώς μάλιστα δρομολογήθηκε, μεσοκαλόκαιρα, η νέα έξοδος στις αγορές για τοποθέτηση κρατικού χαρτιού και η επίτευξη απόδοσης 1,9% για το 7ετές που λανσαρίστηκε (συγκρίνετε με επιτόκιο 3,5% για αντίστοιχη έκδοση μόλις τον Φεβρουάριο, και με το άνοιγμα του τωρινού βιβλίου προσφορών στο 2,1%) τα θετικά σημάδια πληθαίνουν. Όσο και αν η έκδοση περιορίστηκε στα 2,5 δις που απομένουν για να συμπληρωθεί το φετινό πρόγραμμα δανεισμού της Ελλάδας, και δεν επιχειρήθηκε να συμπεριλάβει και κάποιο πρόσθετο rollover /απόσυρση παλιότερου χρέους...
Προκύπτει έτσι και μια διαφορετική βάση διαπραγμάτευσης με τους «εταίρους» της Ελλάδας; Με τους οποίους ήδη το 23η Roundtable with the Greek Government του Economist επέτρεψε να υπάρξει μια πρώτη επαφή: Ρέγκλινγκ, Φίλμπριφ, Κοστέλλο, Ντόλμαν. Να εξηγηθούμε: η προαποφασισμένη διαμόρφωση νέου φορολογικού νομοσχεδίου και η ψήφισή του πριν κλείσει η Βουλή για Δεκαπενταύγουστο, με περιορισμένη μόνον διαβούλευση με τους συντελεστές της ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης, ανοίγει αναπόφευκτα την γνώριμη, πολιτικά δαπανηρή συζήτηση κατά πόσον υπάρχει διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος. Και ναι μεν η Κυβέρνηση Μητσοτάκη, νεόκοπη/fresh from the oven, ταχύτατα θα προσπεράσει την μονότονη δική της επιμονή (ως Αντιπολίτευσης...) ότι η Ελλάδα ζει υπό καθεστώς «4ου Μνημονίου», άρα είναι απαραίτητη η συναίνεση των πιστωτών της. Δεν είναι. Όμως, να, το να ξεκινήσει μια θητεία με λιγότερο ή περισσότερο ανοιχτή αντιδικία με Βρυξέλλες για το αν τηρούνται τα συμφωνημένα για τα πλεονάσματα, θα αποτελούσε σπατάλη πολιτικού κεφαλαίου. Οι τοποθετήσεις Ρέγκλινγκ και των λοιπών μεταΜνημονιακών υπήρξαν προσεκτικές. Παρασκηνιακά... προσεκτικότερες!
Ασφαλώς, εδώ, υπάρχει η δυνατότητα επίκλησης του «υπερσυμπιεσμένου ελατηρίου» - πατέντα Στουρνάρα κι αυτή, την οποία κάποια στιγμή δανείστηκε και ο Αλέξης Τσίπρας... - που προσδοκάται να δώσει άμεση επαναφορά της ανάπτυξης. με την ανακοίνωση/πρώτη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων, η οποία με την σειρά της θα δημιουργήσει δημοσιονομικό χώρο,. ο οποίος θα αντισταθμίσει την επίπτωση των φορολογικών κοκ ελαφρύνσεων. (Αυτός είναι ο διαβόητος «ενάρετος κύκλος»).
Όμως, άμα συνυπήρχε και μια έμπρακτη - όχι απλώς επίκληση! - συμπόρευση της διαχείρισης της οικονομίας με τις αγορές και με τα κεφάλαια των ιδιωτών, όσο και νάναι η διαπραγματευτική θέση της νέας Κυβέρνησης θα βρισκόταν ενισχυμένη. Να το δούμε.
Όπως και να δούμε την διαπραγματευτική ομάδα που θα «σηκώσει» την νέα φάση. Αν βρεθούν να συμμετέχουν και βετεράνοι των προηγούμενων φάσεων πέραν του Χρήστου Σταϊκούρα - ας πούμε, διακριτικά, και ο Γιάννης Στουρνάρας της πείρας 2012-14 - τόσο το καλύτερο.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 19/7/2019. 

Αναζητώντας το πρόσωπο του νέου δημοκρατικού πόλου

Το κοινοβουλευτικό σύστημα σημαίνει εναλλαγή κυβερνήσεων κάθε τέσσερα χρόνια. Αυτός είναι ο κανόνας. Δεύτερη θητεία είναι εξαίρεση. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε τεσσεράμισι χρόνια, σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας, και πήρε δυο εντολές διακυβέρνησης (Ιανουάριος και Σεπτέμβριος 2015). Προφανώς και ήταν απίθανο να υπάρξει τρίτη.

Το ίδιο σύστημα θέλει όποιος με τη σειρά του χάνει τις εκλογές όχι απλώς να ανανεώνεται αλλά να ξαναγεννιέται. Φυσικό. Και αυτό πρέπει να γίνει τώρα με τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας το συνειδητοποίησε αμέσως και το εξέφρασε σαφώς, εξαγγέλλοντας τη δημιουργία μιας μεγάλης ενιαίας δημοκρατικής παράταξης.

Τυπικά, έχουν έτσι τα πράγματα. Ωστόσο, τα προηγούμενα χρόνια διεξήχθη ένας αγώνας εξόντωσης. Η θεωρία της «στρατηγικής ήττας» έλεγε πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ευκαιριακό κόμμα, μιας χρήσης, με ανθρώπους τυχάρπαστους, δημαγωγούς που κατέλαβαν την εξουσία· ότι κινδυνεύει η δημοκρατία.

Δεν τα έλεγαν μόνο οι παπαγάλοι των ΜΜΕ αλλά και βαριά ονόματα της εγχώριας διανόησης και διανοούμενης πολιτικής. Διαψεύστηκαν, αλλά δεν θα σταματήσουν. Παρά το ποσοστό που απέκτησε στις εκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ, η γραμμή να τον θέσουν εκτός πολιτικού συστήματος θα συνεχιστεί λυσσαλέα. Γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ. θα έλθει σε μετωπική αντιπαράθεση με μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας και γιατί ώς ένα βαθμό θα προκαλέσει μια μείζονα αντιπαράθεση, μια αντιπαράθεση της οποίας τους όρους δεν θα ελέγχει ο ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να τον συντρίψει.

Το ελληνικό βαθύ κατεστημένο θέλει να πάρει τη ρεβάνς όχι από το 2015, αλλά από τη Μεταπολίτευση. Επομένως και σε συγκρούσεις θα οδηγήσει, και την αλλοίωση του εκλογικού σώματος θα επιχειρήσει, και ειδικά δικαστήρια θα δοκιμάσει να στήσει. Ας μην εφησυχάζουμε. Η εικόνα του μέλλοντος δεν θα είναι αυτή της αβρότητας στην παράδοση - παραλαβή των υπουργείων.

Το ζήτημα επομένως της δημιουργίας ενός δημοκρατικού πόλου είναι επείγον εγχείρημα, αλλά καθόλου εύκολο και απλό. Γιατί, πρώτον, πρέπει να αποφύγει ο ΣΥΡΙΖΑ να παγιδευτεί σε συγκρούσεις οπισθοφυλακής. Θα απομονωθεί και θα χάσει ερείσματα. Ποια όμως θεωρούνται ζητήματα οπισθοφυλακής και ποια όχι, δεν είναι αυτονόητο.

Το δεύτερο ζήτημα είναι συναφές και ακανθώδες. Η διεύρυνση πρέπει να έχει κατεύθυνση και πρόσωπο, διαφορετικά μπορεί να καταλήξει γκρίζα και άνευρη. Τρίτον, δεν φτάνει καν να είναι διεύρυνση. Πρέπει να είναι ώσμωση, και κυρίως μια ώσμωση που θα καταλήξει σε μια καινούργια άποψη για την ελληνική κοινωνία.

Πρόκειται για το πρόσωπο, όχι για τα πρόσωπα του νέου πόλου δημοκρατικής διεύρυνσης. Και αυτό το πρόσωπο δεν φτάνει να εκφράζεται στην ηγεσία, πρέπει να τον διαπερνά το σύνολό του.

Η Δεξιά και το ακραίο κέντρο παίρνουν ως άξονα πλοήγησης τις γρήγορες αλλαγές της εποχής. Λ.χ. την τεχνητή νοημοσύνη και την 4η Βιομηχανική Επανάσταση, προκειμένου να τις χρησιμοποιήσουν για να διαλύσουν οποιασδήποτε κοινωνική σύμβαση και να επιβάλουν ένα καινούργιο μοντέλο μιας αρπακτικής κοινωνίας.

Η Αριστερά έως τώρα έχει βρεθεί σε άμυνα. Προσπαθεί να μειώσει και να περιορίσει τις συνέπειες αυτές. Συχνά, όμως, προσκολλάται σε παλιές φόρμες που αποδεικνύονται πλέον αναποτελεσματικές.

Χρειάζεται, επομένως, να αναμετρηθεί με τα καινούργια ζητήματα που θέτει η εποχή. Κυρίως πρέπει να αναπτύξει ένα πειστικό καινούργιο σχέδιο, πώς φαντάζεται την κοινωνία στην τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Θα είναι μια εποχή ραγδαίων τεχνολογικών μετασχηματισμών, μια εποχή κλιματικής κρίσης, διεθνούς αστάθειας και κοινωνικής ρευστότητας. Εκείνο που έχει σημασία είναι η σμίλευση ενός οράματος-προγράμματος που πρέπει να αντιπροσωπεύει τον καινούργιο δημοκρατικό πόλο. Που πάνω σ' αυτό πρέπει να συγκροτηθεί ο νέος πόλος.

Δεν έχει νόημα να απωθούμε το ανεπιθύμητο παρελθόν. Στα χρόνια που η παγκοσμιοποίηση άλλαζε τον κόσμο, οι αριστερές δυνάμεις, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, όφειλαν να απαντήσουν και διχάστηκαν. Οι μεν είπαν να προσαρμοστούμε, οι δε να αντιδράσουμε. Από τη μια προήλθε το εκσυγχρονιστικό ρεύμα, από την άλλη η ριζοσπαστική Αριστερά. Συγκρούστηκαν μεταξύ τους.

Η κρίση όμως υπήρξε καταλύτης. Οι μεν εκσυγχρονιστές κατάλαβαν ότι δεν υπάρχουν γενικά μεταρρυθμίσεις, αλλά αφενός προοδευτικές, αφετέρου μισάνθρωπες μεταρρυθμίσεις, και επομένως άλλοι τράβηξαν προς ΣΥΡΙΖΑ κι άλλοι προς Ν.Δ.

Η δε ριζοσπαστική Αριστερά αντελήφθη πως, αν δεν θέσει ζήτημα εξουσίας, θα εξαερωθεί, αν όμως καταλάβει την εξουσία, πρέπει να βρει τρόπους να συμβιώσει με τους κανόνες του συστήματος, χωρίς να τιναχτεί η κοινωνία στον αέρα. Και τους βρήκε, με κοινωνική ευαισθησία και ευθύνη, και αυτό είναι ένα μεγάλο επίτευγμα του ΣΥΡΙΖΑ, και πάνω σε αυτό το επίτευγμα δημιουργήθηκε η προοδευτική συμμαχία.

Χρειαζόμαστε όχι αυτοκριτική, αλλά αναστοχασμό πάνω στα πεπραγμένα όλων μας, με προοπτική τη σύνθεση. Δεν χρειαζόμαστε ένα γενόσημο του ΠΑΣΟΚ, ούτε του παπανδρεϊκού ούτε του σημιτικού. Έχουμε μια καινούργια εποχή, με καινούργια προβλήματα και έναν αδίσταχτο και αδηφάγο εχθρό. Πρέπει να περάσουμε από την ταξική μεροληψία στη αντίληψη ενός νέου ηγεμονικού σχεδίου για την κοινωνία συνολικά. Σε ένα κόμμα τούτης της εποχής, όχι της προηγούμενης. Γκράμσι διαβάσαμε όλοι μας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 15/7/2019. 

Οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας

Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας χάρτης με τις τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο του χώρου του βορείου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνέχεια με τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η γειτονική μας χώρα στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων. Τα ελληνικά νησιά που έχουν ακτογραμμές στην περιοχή αυτή είτε αγνοούνται πλήρως, είτε η υφαλοκρηπίδα που θεωρητικά αποδίδεται σε αυτές από τις τουρκικές αρχές, είναι μηδαμινή. Φυσικά ο χάρτης αυτός έχει περιορισμένη, μηδενική θα έλεγα, αξία, γιατί είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς ενέργειας της γείτονος, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, καθώς η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία με τα εμπλεκόμενα μέρη, εν προκειμένω την Ελλάδα προς τα δυτικά, την Κύπρο προς τα ανατολικά, και την Αίγυπτο προς τα νότια.

Η χάραξη, ωστόσο, των οριοθετικών γραμμών στην περιοχή έχει έναν προορισμό, καθώς καταδεικνύει τα όρια των διεκδικήσεων της γείτονος στην Ανατολική Μεσόγειο, και αποτελεί, θεωρητικά, μια πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να επιζητήσουν μιαν άρση της προκληθείσας διαφοράς με διαπραγματεύσεις, που μπορούν να καταλήξουν σε δικαστική επίλυση – αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες, ή αν το αντικείμενό τους είναι εξαρχής η σύναψη ενός συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή που καλύπτει η εικαζόμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει και περιοχές για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκδηλώσει, σε προγενέστερο χρόνο, την πρόθεσή της να είναι στην ελληνική αρμοδιότητα, και να έχει επ' αυτών κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της. Σε κάθε περίπτωση, και ξεχνώντας τις ελληνικές διεκδικήσεις και το εύρος τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός ότι η Τουρκία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα που παράγεται από τις γραμμές βάσης των ακραίων ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κάρπαθος, Κρήτη), που με τα ανατολικά παράλιά τους έχουν σαφώς προβολή στη θάλασσα αυτήν, έστω με περιορισμένη επήρεια, δίνει την αφορμή στην Ελλάδα να αναζητήσει την επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

Τα πράγματα θα δυσκολέψουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της να στείλει πλοίο στην περιοχή και να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στον βυθό της θάλασσας, που ταυτόχρονα διεκδικείται και από την Ελλάδα, ως δική της υφαλοκρηπίδα. Και δεν θα πρόκειται, βεβαίως, για πράξη που εξομοιώνεται με εισβολή στο εθνικό έδαφος, απλούστατα γιατί η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί εθνικό έδαφος, αλλά συνιστά περιοχή, που το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά λειτουργικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του, και που η ενέργεια του τουρκικού κράτους συνιστά αγνόηση της αποκλειστικότητας χρήσης, που το Διεθνές Δίκαιο έχει αποδώσει στην Ελλάδα. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν κι αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η περιοχή είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), γιατί και εκεί το παράκτιο κράτος έχει λειτουργικά δικαιώματα, πιο εκτεταμένα ratione materiae, είναι η αλήθεια, από αυτά της υφαλοκρηπίδας, αλλά πάντως περιορισμένα από το γεγονός της λειτουργικότητας που προσδιορίζεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος δεν έχει οριοθετηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, έτσι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του τι ανήκει στον καθένα. Η Ελλάδα στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο της προσφέρει, με την προβολή των ακτών του, ένα μεγάλο τμήμα ΑΟΖ διεκδικεί μια περιοχή που εξικνείται ώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ η Τουρκία στηριζόμενη στο μήκος των ακτών της διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στη θάλασσα αυτήν. Και όπως είπαμε παραπάνω, οι διεκδικήσεις αυτές πάσχουν από μια μονομέρεια, που δεν δημιουργεί δίκαιο. Μόνον η επίλυση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις, πράγμα απίθανο, αν λάβουμε υπόψη μας την οξύτητα των σχέσεων και τις διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες θέσεις των δύο μερών, ή –κάτι που δείχνει ως μονόδρομος, υπό τις σημερινές συνθήκες– η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για μια συνολική λύση, που να περιλαμβάνει και το Αιγαίο, είναι δυνατόν να τερματίσει μια επικίνδυνη εκκρεμότητα. Η οποία παίρνει διαστάσεις, και μπορεί, μέσα από την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, να εκφύγει του ψύχραιμου ελέγχου των αντιτιθέμενων μερών.

Το ζήτημα, λοιπόν, είναι να πεισθεί η Τουρκία για μια προσφυγή στη Χάγη, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή, και, συνακόλουθα, όσο θα διαρκούν αυτές, τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας –η οποία είναι αυτονόητη– ότι τα δύο μέρη θα απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην κρίσιμη περιοχή, που θα δυσχεράνει την ειρηνική εξεύρεση της επιθυμητής λύσης. Πράγμα που θα παρεμποδίσει την Τουρκία στα σχέδιά της να στείλει πλωτά μέσα και να ξεκινήσει εξερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή.

Το κρίσιμο θέμα είναι πώς θα πεισθεί η Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού τόσα χρόνια δεν το έχει πράξει. Μόνη εξαίρεση ήταν το Ελσίνκι, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αφού τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Τουρκία σφόδρα επιθυμούσαν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της δεύτερης με την πρώτη. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και ο μόνος λόγος που μπορεί να πείσει την Τουρκία, είναι η οικονομική βοήθεια από την Ε.Ε. Σε καθεστώς οιονεί χρεοκοπίας, η γειτονική μας χώρα έχει ανάγκη να της δοθεί βοήθεια από την Ε.Ε., στο πλαίσιο της τελωνειακής ένωσης, για να ξεπεράσει την κρίση που τη μαστίζει. Ισως αυτό θα ήταν η λύση, με αντάλλαγμα την προσφυγή στο Δικαστήριο, και με τον παραμερισμό των εθνικών εγωισμών και της αλαζονείας της εξουσίας.

Το καίριο ζήτημα είναι η στάση που θα τηρήσει η Ε.Ε. στο θέμα των τουρκικών παραβιάσεων στην κυπριακή ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί πρόκριμα για το τι μπορεί να συμβεί στην εικαζόμενη ελληνική υφαλοκρηπίδα, σε περίπτωση προσβολής των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Παρά το γεγονός ότι η κατάσταση δεν προσομοιάζει, καθώς η κυπριακή ΑΟΖ είναι οριοθετημένη, και με συμφωνία των ενδιαφερόμενων γειτονικών κρατών. Ενώ η ελληνική υφαλοκρηπίδα είναι προϊόν απλών εκτιμήσεων των ελληνικών αρχών, ως προς την έκτασή της. Ωστόσο, μια δυναμική στάση της Ε.Ε. στο ζήτημα της Κύπρου, ίσως αποθαρρύνει την Τουρκία από το να επαναλάβει την ίδια συμπεριφορά στην περιοχή μας, και να μην μπούμε στην περιπέτεια των μέτρων, που θα κριθούν απαραίτητα τη στιγμή εκείνη. Πάντως, αυτό δεν αναιρεί την ανάγκη να υπάρξει μια οριστική συνολική λύση, μια οριοθέτηση, που προφανώς μπορεί να επιβληθεί από την Ε.Ε., με το δέλεαρ της οικονομικής ενίσχυσης της Τουρκίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" την 1/7/2019. 

Το νέο περιτύλιγμα του παλιού

Εχω πάει πολλές φορές στην κόλαση, κι ήταν φοβερά.
Κάποιος, δεν θυμάμαι ποιος

Το πρώτο μετά τις εκλογές είναι η μακροημέρευση των έμμονων εστιών βαθείας ψύξης της ελληνικής κοινωνίας. Κατά πάσα πιθανότητα, η μετανεωτερικότητα θα ισορροπεί με την προνεωτερικότητα. Θα χωνεύει, με όρους «κανονικότητας» ή με όρους «επιστροφής στην κανονικότητα» (που περιλαμβάνει άνετα και τον θρησκευτικό όρκο και οικογενειακά κάδρα), την ένταση μεταξύ των λεγόμενων αναλλοίωτων του ελληνικού τρόπου (του πολύ παλιού) και όλων αυτών που θα πρέπει να αλλάξουν (του νέου).

Από την άποψη αυτή, η ζητούμενη άμεση πρόοδος της κοινωνίας θα παραμένει ανολοκλήρωτη, μάλλον φορμαλιστική και προσχηματική. Απλώς, προστίθεται τώρα και ο κάματος εξαερισμού του Μεγάρου Μαξίμου από το ... χασισοντουμάνι.

Το τελευταίο, έχει να κάνει με τον συντηρητισμό της νέας κυβέρνησης συν την ανοησία ορισμένων «νέων» στελεχών της. Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι η «επιστροφή στην κανονικότητα» δεν εμφανίζεται τόσο ως «τεχνοκρατική κυβέρνηση» αλλά, στο περίπου, ως όχημα ειδικού σκοπού.

Ανεξάρτητα από το ευάριθμο των εξωκοινοβουλευτικών «ειδικών», οι προτεραιότητες δείχνουν την κατεύθυνση τύπου «μπλε τεχνικών διακυβέρνησης», μάλλον συγκεντρωτικών και κατασταλτικών και, πάντως, σε απόλυτη ρήξη με τον «φιλελευθερισμό» ‒ δηλαδή, σε αντίθεση με το βαρύ σκέλος των ανοιχτών πολιτικών που υπόσχεται να υπηρετήσει το σχήμα Μητσοτάκη.

Όλοι οι νέοι υπουργοί ‒αν αυτό σημαίνει κάτι‒ λένε ακριβώς ότι είχε πει ο αρχηγός τους προεκλογικά. Δεκτό και θεμιτό. Άρα, το αποτέλεσμά τους ήδη εξαρτάται από τις εμμονές του πρωθυπουργού στο μείγμα πολιτικής που, ως προς το οικονομικό της σκέλος, είναι από αναποτελεσματικό, αμφισβητήσιμο, έως συζητήσιμο. Το τελευταίο, είναι εμπειρικό συμπέρασμα.

Εφόσον το ελληνικό κοινοβούλιο και οι προηγούμενες εθνικές κυβερνήσεις είχαν μετατραπεί από το 2010 σε απλούς εκτελεστές επιλογών και προθεσμιών που αποφασίζονταν αλλού, δηλαδή, εφόσον κινούνταν έξω από το πλαίσιο αυτού που κατ' ευφημισμό ονομάζεται «εθνική κυριαρχία», τότε, με βάση την προηγούμενη αντιπολιτευτική στάση της σημερινής κυβέρνησης, η αποτυχημένη Ελλάδα (πριν από μία εβδομάδα) παραμένει –και για άδηλο μέλλον‒ μια οικονομία στο όριο του εκβιασμού.

Ετσι, ανεξάρτητα από τα περιθώρια επιλογών και ελιγμών της νέας κυβέρνησης, αυτό που αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι είναι ότι, περισσότερο, υπηρετούνται οι εμμονικές απόψεις που, ως μη όφειλαν, τραγουδάνε στο ρυθμό των λάθος συμφερόντων – πάντως, όχι του κοινωνικού συνόλου.

Αν ο ειδοποιός λόγος και προϋπόθεση της ικανοποίησης του νεωτερικού συλλογικού συμφέροντος είναι η ένταξη των Ελλήνων σε αναγκαία, επιβεβλημένη και ιστορικά προδιαγεγραμμένη πορεία αλλαγής, τότε, θα έπρεπε να είχε γίνει μέσω των μνημονίων.

Δεν έγινε, γιατί οι θεσμοί που θα μπορούσαν να την ενεργοποιήσουν –η κυβέρνηση και τα πρόσωπα της κυβέρνησης‒ δεν το έκαναν και δεν το κάνουν (μιλάω για όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις). Τοιουτοτρόπως, το κυρίως πιάτο θα είναι η αδιαφάνεια, η απληστία και ο άμοραλισμός∙ χωρίς διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην πολιτική των σκοπών (το νέο που θα ήθελε η κοινωνία) και στις υποχρεώσεις προς τη δυστοπική ολιγαρχία, τους χρηματοδότες και τους κολλητούς (το πολύ παλιό).

Ας προσθέσουμε, εδώ, τις «ανασφάλειες» της παγκοσμιοποίησης, τη χρηματοπιστωτική αστάθεια και την ευρωπαϊκή ακηδία. Ας δούμε τους νέους εμπορικούς πολέμους και τους νέους δασμούς, τις εθνικές και διεθνείς αναδιπλώσεις, την άνοδο των διμερών σχέσεων και την πτώση της πολυμέρειας, τους περιορισμούς στη μετακίνηση ανθρώπων κ.λπ. Ας δούμε, τέλος, τα σήματα για παγκόσμια ύφεση κ.λπ.

Το όλο πακέτο, πριμοδοτεί τα αλληλοεπικαλυπτόμενα πεδία του διεφθαρμένου (Crony capitalism) αλλά και του καθαρά μαφιόζικου καπιταλισμού (Mafia capitalism). Προς το παρόν, η αισιοδοξούσα κοινωνία φαντασιώνεται μια κυβέρνηση που είναι κάτι σαν αποτελεσματικό ασθενοφόρο: που βρίσκεται στον τόπο του ατυχήματος που το ίδιο προκάλεσε.

Τα ιδιαίτερα κουσούρια της Ελλάδας δεν άλλαξαν. Και αυτό, προ πολλού, είναι γνωστό στην Ευρώπη, όπως και το συμπέρασμα ως προς το εσωτερικό ζήτημα του κουσουρλή: στιλ διακυβέρνησης, εκτελεστική εξουσία και, κυρίως, πολιτική τάξη. Η χρεοκοπία δεν ήταν απλά οικονομική.

Ήταν και είναι κυρίως χρεοκοπία της πολιτικής τάξης. Δηλαδή; Κουλτούρες ανεντιμότητας, ανυπαρξία οραμάτων, ιδιοτέλειες, ρητορικές αυτάρεσκων πολιτικών κ.λπ. Άλλοι μεταμελημένοι, άλλοι κυνικοί ή αρπακτικοί, συμπεριφέρονται σα να μισούν την πολιτική και την κοινωνία τους. Κομματικές σημαίες, έωλα προγράμματα, αυτοδυναμίες ή συνεργασίες ευκαιρίας για τη νομή της εξουσίας και την απόλαυση των προνομίων του αξιώματος∙ στην ουσία, διαφορετικές «σχολές σκέψης», χωρίς ορατό μέλλον και κυρίως, δίχως συλλογικό-εθνικό σχέδιο.

Το δεύτερο των εκλογικών αποτελεσμάτων, βέβαια είναι η εδραίωση του λατρεμένου δικομματισμού. Ωστόσο, η εμμονή να θεραπευτεί ο λάθος ασθενής ‒η κοινωνία έναντι των πολιτικών θεσμών και του κράτους-λάφυρου‒ είναι γενικευμένη και διαιωνίζει το παλαιό.

Από 'κει και πέρα, η διαφορά της εκτροπής θα είναι τάξης μεγέθους: τζίτζικες, δόλιοι, φτωχοδιάβολοι κι απελπισμένοι από τη φτώχεια θα «κοκκινίζουν» για 200 ή 300 ευρώ και θα τιμωρούνται. Όμως, «οι κολλητοί με τα περιλαίμια» πάνε για τα δισεκατομμύρια...

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/7/2019. 

Μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κέρδισε μια πολύ μεγάλη νίκη, που δεν είναι απλώς ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Η ισχυρή ψήφος και η αυτοδυναμία του επιτρέπουν να διαμορφώσει την επόμενη μέρα για τη Ν.Δ. και για τη χώρα με τις ελάχιστες δυνατές δεσμεύσεις από κομματικούς και κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Το αποτέλεσμα τερματίζει την περίοδο του κομματικού κατακερματισμού και της ρευστοποίησης των ακραίων συνθηκών της κρίσης. Τα δύο μεγάλα κόμματα αθροίζουν ξανά πάνω από 70%, με τον ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιημένο ως τον νέο πόλο αριστερά του κέντρου.

Ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Το ποσοστό του είναι κατά λίγες ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από το 35,5% του Σεπτεμβρίου 2015. Ο Τσίπρας παραμένει ισχυρός ηγέτης του κόμματός του, με σαφές πλάνο επιστροφής στην εξουσία.

Το μήνυμα του Κυρ. Μητσοτάκη εξέπεμπε την αίσθηση επείγοντος που ήδη αναπέμπουν η κοινωνία και η οικονομία. Το Κοινοβούλιο θα παραμείνει ανοιχτό το καλοκαίρι, ψηφίζοντας τα νέα νομοσχέδια που έχει επεξεργαστεί η Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης έρχεται στην εξουσία ως ο καλύτερα προετοιμασμένος πρωθυπουργός της πρόσφατης περιόδου. Η επινίκια ομιλία του σηματοδοτεί ένα διακριτό ήθος και ύφος μετριοπάθειας. Η νίκη του δεν θα ήταν εφικτή χωρίς την απήχηση του ίδιου στον κεντρώο χώρο, που του επέτρεψε να προσελκύσει ψηφοφόρους της Κεντροαριστεράς.

Οι προτεραιότητές του είναι σαφείς: μείωση φόρων, διαπραγμάτευση χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, ψηφιακός εκσυγχρονισμός της διοίκησης, έμφαση στην επιστροφή της γενιάς του brain drain. Μια γενιά που τον ψήφισε με συντριπτικά ποσοστά.

Είναι αισθητά οι πρώτες εκλογές μετά την κρίση –απουσίασαν οι άμετρες υποσχέσεις και η ρήξη με τις μνημονιακές πολιτικές που χαρακτήριζαν τις προηγούμενες εθνικές εκλογές– με εξαίρεση τη μουδιασμένη αναμέτρηση του Σεπτεμβρίου 2015. Η νέα κανονικότητα έχει ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά: περιοριστικό δημοσιονομικό πλαίσιο, υψηλό βαθμό εξευρωπαϊσμού και αλληλεξάρτησης στη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, τερματισμό της ιδιότυπης ελληνικής «εξαίρεσης». Το ποσοστό του καθιστά τον Μητσοτάκη έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς. Η θέση του στο ΕΛΚ σημαίνει ότι ξεκινά με δεδομένο κεφάλαιο αναγνώρισης. Δεν θα χρειαστεί να κάνει μεγάλες παραχωρήσεις, όπως ο προκάτοχός του, προκειμένου να κερδίσει την αποδοχή των εταίρων. Eχει ισχυρές πιθανότητες να κερδίσει τον δημοσιονομικό χώρο που διεκδικεί, ιδίως εφόσον προτάξει μεταρρυθμίσεις και προσέλκυση επενδύσεων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 8/7/2019. 

Ακούγοντας και διαβάζοντας

Τελικά δεν είχε και πολλές δυσκολίες να ακούσει κανείς, ουσιαστικά και όχι «πολιτικά», τις επισημάνσεις του Eurogroup για την κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας βάσει της συζήτησης της 3ης ΄Έκθεσης Ενισχυμένης μεταΜνημονιακής παρακολούθησης. Συζήτησης με την οποία η Ευρώπη υποδέχθηκε την νέα Κυβέρνηση. Άλλωστε 15/16 Ιουλίου θα έχουμε στην Αθήνα και τον Κλάους Ρέγκλινγκ του ESM, και τον Ντέκλαν Κοστέλλο της Επιτροπής, να τα έχουμε από πρώτο χέρι...
Πάντως, κατά Μάριο Σεντένο του Eurogroup «οι δεσμεύσεις είναι δεσμεύσεις»: πιο ήπιο από το pacta sunt servanda του αλήστου μνήμης Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε, αλλά... σαφές. Ο τεθειμένος στόχος πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ παραμένει, καθώς «είναι βασική προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους», (η οποία ήδη δόθηκε στην Ελλάδα, αλλά έχει ενσωματωμένους διακόπτες: το είδαμε αυτό με την μη επιστροφή των κερδών από ANFAs/SMPs στην τελευταία στροφή). Αυτά από Ρέγκλινγκ.
Η διατήρηση της ψηφισμένης μη-μείωσης του αφορολόγητου από /1/2020 μπορεί να συζητηθεί – «δεν είναι χαραγμένο στην πέτρα» το ζήτημα – όμως πρέπει να τεθεί στο τραπέζι από την Κυβέρνηση. Ομοίως η διατήρηση άλλων μέτρων όπως της μισής «13ης σύνταξης», γενικώς όλων όσα έχουν δημοσιονομική επίπτωση και έχουν ψηφισθεί ομόθυμα στην Βουλή των Ελλήνων. Από κει και πέρα, στις μεταρρυθμίσεις έχουν γραφτεί καθυστερήσεις, ενώ «ορισμένες από τις πρόσφατες αποφάσεις» δεν είναι θετικές για την ανάπτυξη και την (διακηρυγμένη) βιωσιμότητα του χρέους. Το Eurogroup, σημειωτέον, απέφυγε να πολυπλησιάσει το θέμα των κόκκινων δανείων: ας μην διαφύγει της προσοχής, όμως, ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε μεν σεφτέ ως Πρωθυπουργός συναντώντας Ανδρέα Δρακόπουλο (του Νιάρχειου), κυρίως όμως συνάντησε Andrea Enria του SSM (με Σταϊκούρα και Γ. Ζαββό): οι προτεραιότητες σαφείς.
Για να μην είναι πάντως εντελώς στυφή η γεύση Eurogroup, αναγνωρίστηκε ότι τα πράγματα είναι καλύτερα από το ΄15 αλλά και την αρχή της Οδύσσειας των Μνημονίων. Και... επί της ουσίας πάμε για φθινόπωρο: Σεπτέμβριο αν όχι Νοέμβριο – μεσολαβεί Προϋπολογισμός, ΔΕΘ, τέτοια πράγματα...
Επειδή στην Ελλάδα την έχουμε την τάση να θεωρούμε τις απόψεις των «έξω» πιο στέρεες από τις δικές μας αναλύσεις, θα άξιζε να έχει καταγράψει κανείς την «παρατήρηση» που έκανε στον Σεντένο για την θέση του απέναντι στην νέα Κυβέρνηση ο Πήτερ Σπήγκελ, των F.T., ο οποίος την έχει παρακολουθήσει από κοντά την Ελληνική υπόθεση αλλά και όλη την κρίση της Ευρωζώνης. Έγραψε στο Tweeter του: «Αστείο! Θυμάστε έναν Πορτογάλο τύπο, ονόματι Μάριο Σεντένο, η πρώτη ενέργεια του οποίου ως υπουργού Οικονομικών ήταν να «σπάσει» τις δεσμεύσεις του προκατόχου του σχετικά με τον Προϋπολογισμό; Περίεργο που οι δυο αυτοί έχουν το ίδιο όνομα».
Όπως αξίζει και να θυμηθεί κανείς την υποδοχή της νέας Κυβέρνησης από την – κατεξοχήν φιλοεπιχειρηματική – Wall Street Journal. Η οποία επεφύλαξε θετικά σχόλια για τις προθέσεις Μητσοτάκη, όμως μην παραλείποντας να εξηγήσει ότι «η εμμονή των πιστωτών για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ αφήνουν μέτρια περιθώρια για περικοπές φόρων» . Ενώ επιστράτευε τον Κύπριο Νομπελίστα Χριστόφορο Πισσαρίδη του LSE να θυμίσει ότι «οι πιστωτές δεν άφησαν την Ελλάδα να χρεοκοπήσει, όμως δεν έκαναν και πολλά για να διορθώσουν την οικονομία». Όσο για τις προοπτικές αναδιαπραγμάτευσης, ο Πισσαρίδης φρονεί ότι «αν ο Μητσοτάκης πάει σ' αυτούς με ένα καλό σχέδιο, ίσως συμφωνήσουν αυτή την φορά. Όμως ένας χαλαρότερος προϋπολογισμός δεν θα είναι αρκετός για να δώσει αίσθηση στην ανάπτυξη – πρέπει να σκεφθούν σοβαρά πώς θα δαπανήσουν τα χρήματα».
Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κρις Πισσαρίδης εκφράζεται έτσι. Αναζητήσαμε την τοποθέτησή του – στην Οικονομική Επιθεώρηση – τον Νοέμβριο του 2012, όταν είχε προσαράξει το Μνημόνιο-1 και ξεκινούσε το Μνημόνιο-2: «Η Τρόικα θα πρέπει να ξανακοιτάξει αν αυτό που ζητά από την Ελλάδα είναι δίκαιο και εφικτό, με την νέα οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη. Και η Ελλάδα θα πρέπει να ξανακοιτάξει το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, να διακηρύξει ότι θέλει να τις κάνει και να ρωτήσει αν προχωρά σταθερά προς μιαν ευέλικτη οικονομία».
Για τον Πισσαρίδη «λάθος της Τρόικας ήταν η άμεση, απότομη οικονομική διόρθωση, η οποία δεν επέτρεψε στην αγορά εργασίας να εξελιχθεί, καθώς η ύφεση παρακώλυσε την προσαρμογή στον χώρο της εργασίας. Λάθος της Ελλάδας είναι ότι καθυστέρησε, φρέναρε με διάφορους τρόπους την προσαρμογή στην αγορά εργασίας, περιοριζόμενη ακριβώς στην νομοθετική παρέμβαση και παραβλέποντας την διάσταση εφαρμογής των μέτρων που αρκούνταν να νομοθετεί».
Aκούγοντας και διαβάζοντας, λοιπόν. Ακούγοντας και διαβάζοντας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 13/7/2019. 

Περί αφέλειας και επικοινωνίας

Η αλήθεια είναι ότι τα σημαντικά σημεία της τελευταίας προεκλογικής εβδομάδας για την Ελληνική οικονομία της αρχής του β' 6μήνου του 2019 – με προγραμματισμένη (μέχρι στιγμής) την «Ελληνική υπόθεση» στο Eurogroup της 8ης Ιουλίου, ενώ στην Αθήνα θα μετριούνται ακόμη ψηφοδέλτια... - υπήρξαν δυο.
Η έναρξη λειτουργίας της πλατφόρμας για τα κόκκινα δάνεια/την προστασία της πρώτης κατοικίας, όπως την παρουσίασε ο πιο παραγωγικός στο συγκεκριμένο όλης της περιόδου (μάλλον δίπλα στον Γιώργο Πιτσιλή της ΑΔΑΕ) Φώτης Κουρμούσης, μετά τους μηχανισμούς των 120+120 δόσεων καθώς και τον εξωδικαστικό που διαμορφώθηκαν με δική του τεχνική ευθύνη. Συν, οι επισημάνσεις Γιάννη Στουρνάρα, στην Έκθεση ΤτΕ για την νομισματική πολιτική – όχι τόσο οι επιφυλάξεις που διετύπωσε για τον ρυθμό ανάπτυξης ή το πρωτογενές πλεόνασμα 2019, όσο η στήριξη για την επανασυζήτηση των πλεονασμάτων με τους «εταίρους» και η αποκήρυξη του «γνωστού μότο περί καμένης γης». Υπό κάποια έννοια, στο Eurogroup που θα καταπιαστεί με την 3η Έκθεση της (ενισχυμένης) μεταΜνημονιακής παρακολούθησης αυτά τα δυο σημεία θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο. Μπορεί από κεκτημένη ταχύτητα στην Ελληνική δημόσια συζήτηση να λειτουργεί η μνήμη του «το Eurogroup δέχθηκε»/ «το Eurogroup έσφιξε τα λουριά», όμως στην πραγματικότητα η Ελληνική Δημοκρατία – και όχι η Κυβέρνηση της ώρας – είναι εκείνη που θα βρεθεί υπό συζήτηση. Και τα περιθώρια στα οποία θα μπορέσει να κινηθεί είναι εκείνα που θα ξανακοιταχτούν από τους «εταίρους».
Αυτά, όμως, για την 8η Ιουλίου Η οποία – δεν είναι πολιτικό σχόλιο, είναι ημερολογιακά νομοτελειακό! – ακολουθεί την 7η και τις κάλπες της. Έως τότε, θα προτείνουμε στον αναγνώστη να μας ακολουθήσει πάλι στην δυσάρεστη ξενάγηση στην απουσία ανοιχτών αυτιών και αξιόπιστων διαύλων επικοινωνίας που αναφέραμε στο προηγούμενο σημείωμα, της 1ης Ιουλίου. Ασφαλώς η κορύφωση της μη-επικοινωνίας για την Ελλάδα της δεκαετίας της κρίσης απετέλεσε το πρώτο 7μηνο του 2015. Αποτυπώθηκε αυτό, στην τελική στροφή πριν τις κάλπες από την αφοπλιστική – σ' αυτό τουλάχιστον – συνέντευξη Τσίπρα στον (εκτός εμπάργκο...) ΣΚΑΙ, στο δίδυμο Παπαχελά-Κοσιώνη, με την αναφορά σε αφέλεια. Αφέλεια μπορεί, όμως κυρίως υπήρξε έλλειψη επικοινωνίας. Άρνηση επικοινωνίας. Άρνηση των μηνυμάτων από Βρυξέλλες, Βερολίνο, Παρίσι, ακόμη και Ουάσιγκτων.
Εδώ, αξίζει αληθινά να στραφεί κανείς στο «Η τελευταία μπλόφα» της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτώριας Δενδρινού. Πρόκειται για ένα μεθοδικό-μέχρις-αδυσώπητο χρονικό της φάσης διακινδύνευσης της πορείας της Ελλάδας στο χείλος του Grexit, το 2015.
Εκείνο που στον αναγνώστη του σήμερα θα φανεί αφήγημα, στα όρια του θρίλερ, και που βασίζεται σε πολύωρες συνεντεύξεις/debriefing δεκάδων πρωταγωνιστών των γεγονότων του 2015 με ισχυρό τον ρόλο των προσώπων που όλοι γνωρίσαμε ή πάντως νομίσαμε ότι παρακολουθούσαμε – τον Γερούν Ντάϊσσελμπλουμ στην θρυλική κόντρα του με τον Γιάνη (ένα «ν») Βαρουφάκη, τον Βόλφγκανγκ Σώϋμπλε «που είχε ήδη κόψει τα φτερά έξη Ελλήνων υπουργών Οικονομικών», τον Αλέξη Τσίπρα που «μερικά 24ωρα πριν το δημοψήφισμα φαινόταν παραπάνω από πρόθυμος να ακούσει επιχειρήματα της τελευταίας στιγμής», τον τραυματισμένο από την διάψευση των προσπαθειών του Ζαν-Κλωντ Γιουνκέρ – είναι μια διεξοδική, στα όρια της εξουθενωτικής, χρονικογράφηση αυτής της μεγάλης, πεισματικής, αυτοτραυματιστικής έλλειψης επικοινωνίας.
Βαρβιτσιώτη και Δενδρινού δεν ισχυρίζονται ότι είχαν πρόσβαση σε βαθιά απόρρητα και καλά κρυμμένα μυστικά: ακόμη και το σχέδιο για το ενδεχόμενο Grexit , όσο κι αν ονοματίστηκε «Φάκελος Κροατία» κι αργότερα «Φάκελος Αλβανία» προκειμένου να μην διαρρεύσει ευρύτερα η ανησυχία για την Ελληνική πρόσκρουση στα βράχια (δυο φορές, όχι μια...), ήταν γνωστό ότι υπήρχε. Όμως σταθερά και χωρίς δισταγμούς – ιδίως το υπέρθερμο καλοκαίρι του 2015 – όλα τα μηνύματα και οι πληροφορίες και τα σημάδια αφήνονταν να περνούν χωρίς να τους δίνεται αληθινή σημασία. Και οι ψευδαισθήσεις να κυριαρχούν.
Ανάλογα είχαν προηγηθεί και μετά τους πρώτους μήνες του 2014, όταν η Κυβέρνηση Σαμαρά/Στουρνάρα νόμιζε ότι έχει την εμπιστοσύνη/στήριξη των «εταίρων» η οποία χανόταν μέρα-την-μέρα. Και, όσο πικρό κι αν είναι, με αντίστοιχη απόσταση στην επικοινωνία είχε πορευθεί και το 2011 η Ελλάδα – η θρυλική «εκδίωξη» της Τρόικας – αλλά και η ανηφορική διαπραγμάτευση Παπαδήμου και εν συνεχεία Στουρνάρα το 2012. Κι ας υπήρχε εδώ μεγαλύτερη αρχική εμπιστοσύνη των «εταίρων»: τα κανάλια επικοινωνίας δεν έμειναν πάντα ανοιχτά.
Μετά τις κάλπες της 7ης Ιουλίου, ας μην επαναληφθεί ο αυτοτραυματισμός του «οι δικοί μας από Βρυξέλλες, μας έχουν πει ότι...». Ή το, βαρύτερο, «τους ξέρω εγώ τους Ευρωπαίους». Και το σπαρακτικό «θα καθαρίσει για μας ο Μάνφρεντ Βέμπερ» περασμένων εβδομάδων.

*Δημοσιεύτηκε στην "Ναυτεμπορική" στις 4/7/2019. 

Πότε και πώς τελειώνει μια κρίση;

Η στερεότυπη φράση «η κρίση της εποχής μας» ανοίγει ομιλίες και κείμενα εδώ και ενάμιση αιώνα, τουλάχιστον. Θα 'λεγε κανείς ότι δεν υπάρχει εποχή που να μην αυτοχαρακτηρίζεται «κρίση». Μόνο εκ των υστέρων, όταν απομακρυνόμαστε, όταν μια εποχή έχει γίνει ιστορία, τότε μπορεί να διακρίνει κανείς πότε υπάρχει κρίση και πότε ξεπερνιέται. Και υπάρχουν κρίσεις μικρές και κρίσεις μεγάλες, κρίσεις εμπεριέχουσες πολλές μικρότερες, και κρίσεις περιεχόμενες σε άλλες μεγαλύτερες. Κρίσεις που εμφανίζονται με οξύτητα και κρίσεις χρόνιες.

Σε αυτές τις εκλογές μιλάμε σαν να έχει τελειώσει η κρίση. Απαλλαχτήκαμε από τα μνημόνια, ξεπεράσαμε την κρίση, είναι το αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ· τώρα επιδιώκουμε μια δίκαιη ανάπτυξη που δεν θα ευνοεί τους λίγους, αλλά τους πολλούς. Ανατέλλει μια νέα εποχή με επιχειρηματικότητα, χαμηλή φορολογία, τάξη και ασφάλεια και αριστεία και γαλάζια συννεφάκια, είναι οι υποσχέσεις της Ν.Δ. Και στα δύο αφηγήματα προϋποθέτουν ότι η κρίση βρίσκεται πίσω μας. Είναι όμως έτσι; Πράγματι τέλειωσε η κρίση ώστε να περάσουμε στο επίδικο που είναι ο χαρακτήρας της ανάπτυξης, τα σχέδια για το μέλλον;

Φοβάμαι ότι βρισκόμαστε μακριά από μια παρόμοια προοπτική. Πρώτον, υπάρχει μια κρίση που εμπεριέχει τη δημοσιονομική κρίση του 2010-2018 και, δεύτερον, υπάρχουν οι συνέπειες της δημοσιονομικής κρίσης, οι οποίες θα είναι μπροστά μας για πολλά χρόνια.

Η πρώτη είναι η δίδυμη κατάρρευση του παραγωγικού και του δημογραφικού μοντέλου της χώρας. Παρά την επίφαση ευημερίας και την παραζάλη της δόξας των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, το πριόνι που απέκοβε τη χώρα από τις παραγωγικές της ρίζες και μείωνε τον πληθυσμό της δούλευε ακατάπαυστα. Ο παλιός δικομματισμός τίποτε δεν κατάλαβε· κι αν κατάλαβε, δεν τόλμησε να αρθρώσει λόγο επί του πραγματικού.

Η δεύτερη αφορά τη διοχέτευση του παραγωγικού πλεονάσματος της χώρας όχι στην ίδια τη χώρα αλλά στους δανειστές, ακόμη και παρά τον δημοσιονομικό διάδρομο που πέτυχε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να κατευθύνεται προς την εκπαίδευση, τον ανασχεδιασμό της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, τη θωράκιση απέναντι στις κλιματικές μεταβολές, την εκπαίδευση και την ενσωμάτωση των προσφύγων ώστε να ανασάνει δημογραφικά η χώρα.

Κι όμως, σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, ένας τρόπος ανάπτυξης υπάρχει: η επανεπένδυση του πλεονάσματος. Είτε οι άρχουσες τάξεις το αποσπούν βίαια από τους πολλούς για να κάνουν εργοστάσια, είτε οι πολλοί το επανεπενδύουν βελτιώνοντας τις παραγωγικές τους ικανότητες. Αρπαγή πλεονάσματος από τρίτες χώρες για να επενδυθεί στις μητροπόλεις αφορούσε την άγρια πρωταρχική συσσώρευση του καπιταλισμού. Αλλά ανάπτυξη σε συνθήκες όπου πλεόνασμα αφαιμάσσεται συστηματικά από μια χώρα δεν έχει ξανακουστεί.

Εκείνο που σήμερα καθορίζει, περισσότερο από όλα, τα συναισθήματα με τα οποία θα ψηφίσουν οι πολίτες είναι η φορολογία. Αυτό είναι και το κεντρικό θέμα της Ν.Δ. Υποστηρίζει ότι οι φόροι συντηρούν το μεγάλο σπάταλο κράτος και γι αυτό προγραμματίζει περικοπές και ιδιωτικοποιήσεις. Εκείνο που δεν λέει, όμως, είναι δύο πράγματα. Πρώτον, ότι οι φορομειώσεις θα είναι οριακές, εξαιτίας των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας που συγκροτούν μια αδήριτη οροφή. Οι επιπτώσεις τους, όμως, θα έχουν πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις στο κοινωνικό κράτος.

Η «στοχευμένη κατεύθυνση των κοινωνικών δαπανών», στη γλώσσα τους, σημαίνει επιστροφή στα πιστοποιητικά απορίας.

Δεύτερον, ότι όσο οι πλούσιοι φοροαπαλλάσσονται και φοροδιαφεύγουν, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της φορολογίας θα το σηκώνουν οι μισθωτοί – δηλαδή οι μεσαίες τάξεις των πόλεων. Αλλά αυτό είναι το ελληνικό φορολογικό μοντέλο, σταθερό για πάνω από έναν αιώνα.

Το σημαντικότερο: καμιά απάντηση δεν δίνει το πρόγραμμα της Ν.Δ. στην αναστροφή της διπλής καθίζησης της χώρας, δηλαδή της παραγωγικής και της δημογραφικής. Αυτή είναι όμως η περιέχουσα κρίση, η οποία κάνει τη χώρα να είναι δημοσιονομικά εξαιρετικά ευάλωτη, χωρίς εφεδρείες σταθεροποίησης. Γι' αυτό άλλωστε η δημοσιονομική κρίση είχε τόσο βαριές επιπτώσεις και μεγάλη διάρκεια.

Επομένως, αν συνδυάσουμε τις δύο παρατηρήσεις, το μέλλον που υπόσχεται το πρόγραμμα της Ν.Δ. δεν είναι καθόλου σταθερό. Γιατί στην πολύ λεπτή ισορροπία που θέλει να εγκαθιδρύσει ανάμεσα στη φορολογία, στις δανειακές υποχρεώσεις και τις κοινωνικές δαπάνες, η μόνη μεταβλητή είναι η τρίτη. Όσο δεν αντιμετωπίζεται η περιέχουσα διπλή καθίζηση, η μόνη δυνατότητα προσαρμογών αφορά πάλι τη συμπίεση των κοινωνικών δαπανών. Καταλαβαίνει κανείς ότι αυτό θα προκαλέσει μεγάλες αναστατώσεις, κοινωνικές και στη συνέχεια πολιτικές.

Η κρίση του 1929-1932 έσκασε στα χέρια του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το τέλος της κρίσης σήμανε και το τέλος του βενιζελισμού. Μπορεί η βιομηχανία να ανέκαμψε, οι πιο αιματηροί όμως κοινωνικοί αγώνες του Μεσοπολέμου και η πολιτική αστάθεια ακολούθησαν ακριβώς στα επόμενα χρόνια. Την ίδια εποχή ο άξονας της πολιτικής και της ιδεολογίας μετακινούνταν όλο και πιο δεξιά και ισορρόπησε στη δικτατορία του Μεταξά.

Η Ιστορία φυσικά δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συνήθως τις οικονομικές κρίσεις τις ακολουθούν πολιτικές κρίσεις, και η παλινόρθωση ποτέ δεν σταματά στο πρώτο σκαλί.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" την 1/7/2019. 

Η αδήριτη επιτακτικότητα του τώρα

Στις εκλογές της Κυριακής, ο ιστορικός χρόνος της Ελλάδας συναντάται με τον ευρωπαϊκό, τα εθνικά διακυβεύματα τέμνονται με τις προκλήσεις της ευρωπαϊκής συγκυρίας.

Σύγκρουση με τον εθνικολαϊκισμό. Η Ευρώπη περνάει ήδη στην εποχή του μετα-λαϊκισμού. Οχι επειδή νίκησε τον εθνικολαϊκισμό (η μάχη συνεχίζεται), αλλά διότι σωρεύονται ήδη τα θλιβερά πεπραγμένα των λαϊκιστών. Οι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν ο πρώτος λαϊκιστικός συνασπισμός που ανήλθε στην εξουσία, προ Σαλβίνι, προ Brexit, προ Τραμπ. Η πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα ανέδειξε τα αδιέξοδα του αριστερού λαϊκισμού – οι Ισπανοί τον ευγνωμονούν που τους έσωσε από το Ποδέμος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν από τους πρώτους στο κόμμα του που αντιτάχθηκαν στον εθνικολαϊκισμό – όταν η Ν.Δ. φλέρταρε ακόμα με τον αντιμνημονιακό λαϊκισμό. Ως υποψήφιος πρωθυπουργός πολιτεύθηκε κατά κανόνα με αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια. Με την εμπειρία του υπαρκτού λαϊκισμού, οι ψηφοφόροι επανεκτιμούν τώρα την αξία της ικανότητας, της κατάρτισης κι ενός πολιτικού λόγου που ερείδεται σε πραγματικά δεδομένα κι όχι φρέσκο αέρα ιδεοληψιών.
Ιδεολογική αποσαφήνιση. Η ευρωπαϊκή Κεντροδεξιά ταλανίζεται στη σχέση της με την ατζέντα της Ακροδεξιάς. Πολιτικοί όπως ο Αυστριακός καγκελάριος συνεργάστηκαν μαζί της. Αλλοι, όπως ο Μητσοτάκης, απαίτησαν την εκδίωξη του Ορμπαν από το ΕΛΚ. Παρά την ένταση του μεταναστευτικού στην Ελλάδα, ο Μητσοτάκης δεν υπέκυψε στον πειρασμό μιας ξενοφοβικής ατζέντας. Στις εκλογές αυτές συγκρούεται με δύο κόμματα της Ακροδεξιάς και δεν προσπάθησε να τα ενσωματώσει, όπως άλλοι κεντροδεξιοί ομόλογοί του στην Ευρώπη.

Μέρος της αποσαφήνισης αφορά την πραγματική προστασία της ελεύθερης έκφρασης στα πανεπιστήμια. Η ενσωμάτωση των ΑΕΙ στο κράτος δικαίου της φιλελεύθερης δημοκρατίας προϋποθέτει κατάργηση του απαρχαιωμένου θεσμού του ασύλου. Η προστασία του δημόσιου χώρου και των ιδιωτικών περιουσιών από τους μπαχαλάκηδες της αυθαιρεσίας και της ανομίας είναι στοιχειώδης υποχρέωση μιας δημοκρατικής πολιτείας στους πολίτες της.

Ευρύτερες συναινέσεις. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες κατακερματίζονται από κοινωνικοοικονομικές εντάσεις, πόλωση και διαιρέσεις, τις οποίες παροξύνουν τα social media. Ο Μητσοτάκης επεδίωξε τη δημιουργία ενός ευρύτερου μετώπου αντιπολίτευσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ. Η εκλογή του ως αρχηγού της Ν.Δ. εξέφρασε ένα διάχυτο αίτημα ανανέωσης, κινητοποιώντας πολίτες στα αριστερά της Ν.Δ. Ο Μητσοτάκης αντιμετώπισε το ΠΑΣΟΚ ως δυνητικό κυβερνητικό εταίρο, επέμεινε να συνομιλεί με το προοδευτικό Κέντρο και τη μεταρρυθμιστική Κεντροαριστερά, ενσωματώνοντας τον φιλελεύθερο χώρο σε μια στρατηγική διεύρυνσης κι εξωστρέφειας.

Μετάβαση από τη λιτότητα σε μεταρρυθμίσεις που προωθούν την ανάπτυξη. Γίνεται πλέον πλειοψηφική στην Ευρώπη η κριτική στη λιτότητα και η έμφαση σε επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις. Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Τσίπρας, αντιλαμβάνεται ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο των υπερβολικών πλεονασμάτων είναι αντιαναπτυξιακό. Όμως, αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης έχει κατανοήσει ότι η δημιουργία δημοσιονομικού χώρου με τη συμφωνία των εταίρων προϋποθέτει όχι ηρωικές επικλήσεις αλλά κυβερνητικά πεπραγμένα μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα και την ελκυστικότητα της οικονομίας σε ιδιωτικές επενδύσεις. Αντίθετα με τον Τσίπρα, ο Μητσοτάκης μπορεί να το πραγματοποιήσει – λόγω πεποιθήσεως, εμπειρίας, και ικανότητας.

Ανταπόκριση στην παγκόσμια πρόκληση του ανταγωνισμού. Για να διατηρήσει η Ευρώπη τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», πρέπει να παραμείνει ανταγωνιστική. Για να επιβιώσει η Ελλάδα στο παγκόσμιο περιβάλλον, χρειάζονται δραστικές βελτιώσεις διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, άμεση αντιμετώπιση της δημογραφικής γήρανσης και του brain drain, προσαρμογή στις προκλήσεις της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της κλιματικής αλλαγής. Δεν γίνεται η Κίνα να εισάγει την τεχνητή νοημοσύνη στα σχολεία κι εμείς να συζητάμε ακόμα αν θα υπάρχουν πρότυπα σχολεία ή μη κρατικά πανεπιστήμια. Δεν γίνεται ο κόσμος να τρέχει κι εμείς να λύνουμε ακόμα τους λογαριασμούς του Εμφυλίου, κραυγάζοντας ρυθμικά «η χούντα δεν τελείωσε το '73».

Η επείγουσα πρόκληση του ιστορικού χρόνου απαιτεί μια Ελλάδα πλήρως συγχρονισμένη με την ευρωπαϊκή απάντηση στις παγκόσμιες προκλήσεις. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαρωτική η σύγκριση με έναν ΣΥΡΙΖΑ που όψιμα αποφοίτησε από το ευρωπαϊκό αριστερό περιθώριο, που ταλανίζεται από ιδεολογικές αναστολές στη σχέση του με τη σοσιαλδημοκρατία, που βλέπει στον Μαδούρο τον ομογάλακτο ιδεολογικό του αδελφό. Ήταν αυτή η παράταξη που, το πρώτο εξάμηνο του 2015, μετατράπηκε από την εμπρηστικότερη αντιπολίτευση στην καταστροφικότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης. Ποτέ στο παρελθόν η οίηση και άγνοια τόσων λίγων ανθρώπων δεν προκάλεσε τόση μεγάλη ζημιά, σε τόσο σύντομο χρόνο, σε τόσους πολλούς. Για τις χαμένες ευκαιρίες της χώρας μετά το 2015, για την επείγουσα ευκαιρία τώρα της Ελλάδας να συγχρονιστεί ξανά ισότιμα με την Ευρώπη, να κυβερνηθεί αυτοδύναμα, η ψήφος της Κυριακής δεν πρέπει να αφήσει κανένα περιθώριο αμφιβολίας.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 6/7/2019.