Σάββατο, 13 Απρίλιος 2024

Ο δύσκολος δρόμος της χειραφέτησης

Για άλλη μία φορά ένα θέμα που αφορά τη μειονότητα στη Θράκη βρίσκεται στη δίνη του κυκλώνα. Για άλλη μία φορά όλοι γίνονται ειδικοί και εκφράζουν με πάθος βεβαιότητες. Για άλλη μία φορά ένα θέμα που διχάζει κεφαλαιοποιείται από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς. Κατά τη γνώμη μου, η χειρότερη υπηρεσία προς τη μειονότητα, προς ολόκληρη την κοινωνία στη Θράκη και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της είναι τούτο: να γίνονται τα δύσκολα θέματα αρμονικής ένταξης συνθήματα, χάρτινο σημαιάκι και κομματικό καρφιτσάκι στο πέτο.
Για να ζήσουν αρμονικά στους κόλπους της κυρίαρχης κοινωνίας οι μειονότητες παντού στον κόσμο χρειάζεται να κατακτηθούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Αντί γι' αυτό όμως συνήθως η κάθε πλευρά ρίχνει το φταίξιμο της έλλειψης εμπιστοσύνης στον «άλλον» της αντίπερα όχθης. Ετσι τα χρόνια περνούν και τα προβλήματα, αντί να λύνονται, γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης προϋποθέτει την εγκατάσταση πρακτικών διαλόγου, τη δέσμευση σε μια μακρόχρονη διαδικασία εξεύρεσης λύσεων, όπου ο καθένας θα αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί και θα εργαστεί προς μια κατεύθυνση αμοιβαίων συμβιβασμών, χωρίς χαμένους και κερδισμένους.
Οι μειονότητες - και προφανώς και η μειονότητα στη Θράκη - δεν μπορούν να ενταχθούν αρμονικά στην κυρίαρχη κοινωνία αν απεμπολήσουν την ταυτότητά τους. Και οι ταυτότητες στην ύστερη νεωτερικότητα που ζούμε είναι πολλαπλές, αντιφατικές και συχνά αντικρουόμενες. Εξίσου όμως δεν μπορούν να ενταχθούν αν δεν ισχυροποιηθεί η ιδιότητα του πολίτη, με όλα τα δικαιώματα και όλες τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται.
Παντού στον κόσμο για τις κοινωνικές ομάδες που βιώνουν διχασμούς είναι απαραίτητες διαδικασίες επίλυσης των διαφορών, τόσο από πάνω προς τα κάτω με πολιτικές αποφάσεις, εξίσου όμως και από κάτω προς τα πάνω με τη συμμετοχή όλων στον διάλογο και στη διαπραγμάτευση. Στη Θράκη είναι πολλή ακόμη η δουλειά που πρέπει να γίνει και στα δύο αυτά πεδία, στο εσωτερικό της μειονότητας όσο και της πλειονότητας και παράλληλα στις μεταξύ τους σχέσεις.
Εχοντας δουλέψει πάνω από 15 χρόνια στη Θράκη με αντικείμενο τα θέματα εκπαίδευσης και ένταξης της μειονότητας, μπορώ να μιλήσω για το επίπεδο που αφορά τις από κάτω προς τα επάνω διαδικασίες και να διαβεβαιώσω τον κάθε δύσπιστο αναγνώστη ότι η εγκατάσταση πρακτικών διαλόγου μαθαίνεται από την πολύ μικρή ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν να κάνουν γέφυρες ανάμεσα στις διαφορετικότητες και το πετυχαίνουν πολύ αποτελεσματικά. Αντλώντας από στοιχεία της σχολικής χρονιάς 2012-13, επτάμισι χιλιάδες παιδιά σχολικής ηλικίας (από σύνολο σχεδόν 14.000) συμμετείχαν σε μαθήματα ελληνικής γλώσσας και σε δημιουργικές δραστηριότητες που οργανώνει το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης των Παιδιών της Μουσουλμανικής Μειονότητας στη Θράκη. Πολλοί γονείς (κυρίως μητέρες των παιδιών) μετείχαν σε μαθήματα ελληνικών που τα ζήτησαν οι ίδιες. Η γνώση της γλώσσας του τόπου όπου ζουν είναι απαραίτητη ώστε οι μειονότητες να μπορούν να έχουν φωνή.
Τα παιδιά, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κοινές δραστηριότητες μεταξύ μειονότητας και πλειονότητας, κάνουν πράξη τη συμβίωση. Πηγαίνουν πέρα από διχαστικά στερεότυπα, οξύνουν τον αναστοχασμό και την ενσυναίσθηση. Αυτές είναι ιδιότητες που αν δεν κατακτηθούν ποτέ μειονότητα και πλειονότητα δεν θα πορευθούν δημιουργικά μαζί. Θα ήθελα να δώσω ένα πολύ εύγλωττο παράδειγμα από αυτή τη διαδικασία εκμάθησης της συμβίωσης και της συνεργασίας. Στην κατασκήνωση που γίνεται το καλοκαίρι στις όχθες του Νέστου μετέχουν παιδιά και νέοι μειονότητας και πλειονότητας μαζί. Το πρόγραμμα το καταρτίζουν μαζί εμψυχωτές επίσης μειονότητας και πλειονότητας. Πολλοί από αυτούς έχουν συμμετάσχει σε μαθήματα και δραστηριότητες του Προγράμματος όταν ήταν παιδιά. Στις κατασκηνώσεις αυτές τα παιδιά κολυμπούν, κάνουν ομαδικά παιχνίδια, ανακαλύπτουν τη φύση, φτιάχνουν κατασκευές από φυσικά υλικά, παίζουν μουσική αλλά πάνω από όλα βιώνουν τη δημιουργική συμβίωση, τη συνεργασία και τη συμμετοχή. Στο τέλος της κατασκήνωσης το κάθε παιδί φτιάχνει από μια αποχαιρετιστήρια ζωγραφιά. Ενα κοριτσάκι της μειονότητας πέντε χρόνων ζωγράφισε πρόπερσι με πολλά χρώματα γραμμές και καμπύλες που αλληλοτέμνονται. Οταν τη ρώτησαν τι δείχνει η ζωγραφιά, απάντησε: «Το όλον».
Συμπέρασμα: Η ενδυνάμωση της μειονότητας, η χειραφέτησή της από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς, η οικοδόμηση της εμπιστοσύνης και η αξιοποίηση των διαφορών είναι ο μόνος δρόμος που εξασφαλίζει το δημιουργικό μέλλον της Θράκης. Αυτό είναι έργο που δεν μπορεί να το κάνει ούτε η μειονότητα ούτε η πλειονότητα μόνη της. Είναι ένας χορός που χορεύεται από δύο.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ στις 27/4

Λάθος, πρωθυπουργέ!

Ο όρος «βαριά βιομηχανία», παραπέμπει κατά τον πρωθυπουργό κ. Σαμαρά, σε κάτι μουγκό, σε κάτι απρόσωπο. Έτσι ακριβώς αναφέρθηκε στο συνέδριο στο Μέγαρο Μουσικής, σε ομιλία του για τον τουρισμό, μπροστά σε εκπροσώπους τουριστικών επιχειρήσεων, την Τετάρτη, 30 Απριλίου.
Η έκφραση αυτή, από τα υπεύθυνα χείλη του πρωθυπουργού της Ελλάδος, είναι απαξιωτική για την όποια βιομηχανία έχει μείνει στην Ελλάδα, τρομάζει σαφώς και πιθανούς επενδυτές ή βιομήχανους Έλληνες, που ίσως σκέφτονται να επενδύσουν στην Ελλάδα, αλλά και Ευρωπαίους ή Ασιάτες βιομήχανους. Με ποια προοπτική να έρθουν στην Ελλάδα; ΄Οταν μια τέτοια δημόσια αναφορά του πρωθυπουργού στιγματίζει, κατά κάποιο τρόπο, την κοινωνία της βιομηχανίας;
Ο κύριος Σαμαράς μάλλον δεν έχει επισκεφθεί σύγχρονες βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Δεν είχε, ίσως, δυστυχώς, τη δυνατότητα να αποκτήσει σχετικές παραστάσεις. Παρόλο που ακόμα υπάρχουν και στην Ελλάδα πολύ αξιόλογες βιομηχανικές μονάδες αλλά και εργαζόμενοι εκεί. Αυτοί οι επιχειρηματίες, οι υπάλληλοι και εργάτες της ελληνικής βιομηχανίας, είναι το περιεχόμενο του απρόσωπου; Όχι βέβαια, και πρόσωπο έχουν και όνομα. Και υπόληψη.
Ε, λοιπόν ναι, ζηλεύω τους Γερμανούς, που η πρωθυπουργός τους, η κυρία Μέρκελ, πηγαίνει ανελλιπώς, κάθε έτος, στη βιομηχανική έκθεση του Αννόβερου, δίνει πρώτη το παρόν, συνομιλεί με ευρευνητές και με βιομήχανους για τις νέες τεχνολογίες, παίρνει μηνύματα για να τα περάσει στα υπουργεία της. Έτσι δημιουργείται πολιτικό και κοινωνικό κλίμα για την περιπόθητη ανάπτυξη. Έτσι μειώνεται η ανεργία, σε αντίθεση με την Ελλάδα.
Τι σήμα παίρνουν άραγε, από την αναφερθείσα φράση του πρωθυπουργού, τα νέα παιδιά που σπουδάζουν στα Πολυτεχνεία και σε Τεχνικές Σχολές, αλλά και σε Πανεπιστήμια, με τη θέληση να διαπρέψουν σε δοκιμασμένες, αλλά και σε νέες τεχνολογίες, οι οποίες, ναι, εφαρμόζονται και στη βιομηχανία; Ή να πάρουν τα ματια τους και να σηκωθούν να φύγουν;
Τι αποτυπώνει άραγε το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα της Ελλάδος, που συζητήθηκε έντονα στη Βουλή, σχετικά με τη βιομηχανία; Έχει εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα ανάκαμψης και εκμοντερνισμού της ελληνικής βιομηχανίας; Έτσι φαίνεται. Καμία σχετική πινελιά αισιοδοξίας από τον πρωθυπουργό. Οι όποιες ελπίδες, λοιπόν, επαφίενται στις υπηρεσίες, και δη στον τουρισμό.
Η ιδέα ότι ένα κράτος μέσα στη Ευρώπη, με τη δομή και με τον πληθυσμό της Ελλάδος, δεν χρειάζεται βιομηχανική παραγωγή, είναι απατηλή. Μικρές και μεγάλες χώρες, εντός και εκτός του ευρώ, που ευημερούν, έχουν σοβαρή βιομηχανία. Από τη Δανία, την Ουγγαρία, τη Σλοβενία, την Τσεχία μέχρι την Ελβετία, όλες. Για να μην αναφερθώ στη Νότιο Κορέα η στη Νότιο Αφρική.
Κλείνω με μια ιστορική αναδρομή στην Αγγλία, στο έτος 1980. Όταν τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά, στην εκεί οικονομία, αρκετοί πολιτικοί είχαν προτείνει στροφή αποκλειστικά στις υπηρεσίες. Οι μάχες με τα συνδικάτα ήταν στο ζενίθ.
Αλλά ύψωσαν την φωνή τους, ευτυχώς για την Αγγλία, και άλλοι με αντίθετη γνώμη, όπως ο διοικητής της GEC, λόρδος Winstock.
«Τι θα κάνει ο τομέας παροχής υπηρεσιών, είπε, εάν δεν θα έχουμε βιομηχανική παραγωγή; Κατά πάσαν πιθανότητα θα γίνουμε υπηρέτες αυτών, που θα είναι σε θέση να παράγουν αξιόλογα προϊόντα. Εμείς θα ταΐζουμε τους φύλακες του Πύργου του Λονδίνου. Θα είμαστε γραφικοί».
Η Αγγλία άλλαξε ρότα. Με την κυβέρνηση της Θάτσερ. Η οποία έφερε αξιολογότατες επενδύσεις στη βιομηχανία της Αγγλίας από την Ιαπωνία αρχικά, και μετά και από τη Γερμανία.
Τα συμπεράσματα για την Ελλάδα, δικά σας.
Υποσημείωση: Κύριε Σαμαρά, εάν θέλετε να επισκευθείτε σύγχρονες, διόλου «μουντές», βιομηχανικές μονάδες στη Γερμανία, έχω άμεση πρόσβαση σε πολλούς τομείς. Μπορώ να σας βοηθήσω. Παρόλο που, μάλλον, δεν χρειάζεστε τη δική μου βοήθεια, υπάρχει και ο απεσταλμένος της κυρίας Μερκελ, ο κύριος Fuchtel, που πιστεύω πως θα σας εξυπηρετήσει σχετικά, εάν το θέλετε.

Δημοσιεύτηκε στο protagon την 1/5

Τράπεζα της Ελλάδος. Κοιτώντας μπροστά

Η κυβέρνηση σύντομα θα λάβει μία σημαντικότατη πολιτική επιλογή που είναι καίριας σημασίας για όλους μας. Την επιλογή του νέου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας (αλλά και την θέση του υποδιοικητή).
Εξουσίες
O Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικο-οικονομικού συστήματος, κατοχυρωμένος με καταστατική ανεξαρτησία και σημαντικότατες (και λόγω κρίσης διευρυμένες) αρμοδιότητες για ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα. Μερικές μόνο από τις αρμοδιότητες της ΤτΕ (δες αναλυτικότερα εδώ).
Εποπτεία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος (αλλά και των ασφαλιστικών εταιρειών), η οποία όπως τουλάχιστον φάνηκε σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε ελλιπής κατά την τελευταία δεκαετία.
Έλεγχο της διαδικασίας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών (σε συνεργασία με το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), κατά την οποία οι Έλληνες πολίτες –και ιδιαίτερα οι νεότερες γενιές- επωμίστηκαν ένα χρέος περίπου 40-45 δισεκατομμυρίων ευρώ για να διασώσουν τις τράπεζες.
Εκπροσώπηση της χώρας στο διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) που χαράζει τη νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, λαμβάνοντας υψίστης σημασίας αποφάσεις για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, όπως το ύψος των επιτοκίων, η παροχή ρευστότητας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, κ.λπ.
Συμβολή στον σχεδιασμό και εφαρμογή της Τραπεζικής Ένωσης, στην οποία η ΕΚΤ θα έχει κεντρικό ρόλο. Η Τραπεζική Ένωση (Banking Union) είναι ίσως το πιο μεγαλεπήβολο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης την τελευταία δεκαετία, καθώς θα σχεδιαστούν και εφαρμοστούν πολιτικές (α) για την εγγύηση των καταθέσεων μέσω ενός Ευρωπαϊκού Συνεγγυητικού Ταμείου (η σύσταση του οποίου έχει μετατεθεί για το μέλλον) , (β) την διαδικασία πτώχευσης και αναδιάρθρωσης τραπεζών, (γ) τον ρόλο κρατών και τραπεζών, (δ) του ρίσκου των καταθέσεων (μέσω την μόχλευσης των τραπεζών), και πολλά άλλα. Επιπλέον, η ΕΚΤ σύντομα αναλαμβάνει τον έλεγχο και την εποπτεία των μεγάλων (συστημικών) τραπεζικών ιδρυμάτων της Ευρώπης.
Εξαιτίας της κρίσης, της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους μέσω του PSI και της ανακεφαλαιοποίησης του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, οι αρμοδιότητες της ΤτΕ έχουν επεκταθεί και σε τομείς που δεν άπτονται των παραδοσιακών αποστολών των κεντρικών τραπεζών και είναι ιδιαιτέρως πολιτικές.
Το Απευκταίο
Η επιλογή του επόμενου διοικητή της ΤτΕ δεν θα πρέπει να γίνει ούτε με τη λογική του μοιράσματος θέσεων 4-2-(1), ούτε ως αποκατάσταση (μερικά ή ολικά) αποτυχημένων πολιτικών. Και φυσικά ούτε βάσει κομματικών ενσήμων ή εντοπιότητας («το ίδιο ή το απέναντι χωριό», Καλαμάτα ή Θεσσαλονίκη...).
Ίσως το πιο σημαντικό, η επιλογή δεν θα πρέπει να γίνει από τους ίδιους τους ελεγχόμενους, δηλαδή τους τραπεζίτες, ούτε όμως και από τα ΜΜΕ, στα οποία η ΤτΕ ασκεί πλέον έμμεσα έλεγχο καθώς βασίζονται σε διαρκή αναχρηματοδότηση από τις τράπεζες. Ο νέος διοικητής (και υποδιοικητής) της ΤτΕ οφείλει να είναι πρόσωπο «εκτός συστήματος», ιδεατά κάποιος επιφανής, πετυχημένος και με αποδοχή τόσο στο εξωτερικό όσο και στο εσωτερικό Έλληνας. Επιπλέον, η επιλογή πρέπει να γίνει με έναν τρόπο διαφανή, ανοικτό και όχι κρυφά στο παρασκήνιο. Ο έλεγχος των υποψηφίων απαιτείται να είναι ενδελεχής, αξιοκρατικός και ανοικτός.
Πρόταση
Καταθέτω λοιπόν μία –πιστεύω- ρεαλιστική πρόταση για την επιλογή του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδας, που θα μπορούσε να υιοθετηθεί -τουλάχιστον ως βάση- τόσο από τον κυβερνητικό συνασπισμό όσο και από τα τμήματα της αντιπολίτευσης που διακηρύσσουν την αξιοκρατία και την αντίθεσή τους στην διαπλοκή.
Η πρόταση είναι απλή. Ανοικτός διεθνής διαγωνισμός για την επιλογή του επόμενου Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας με ανεξάρτητους (Έλληνες και αλλοδαπούς) κριτές.[1]
Η πρόταση αυτή μπορεί να αποτελέσει τη βάση και για άλλες επιλογές στο δημόσιο, όπως για παράδειγμα στις Ανεξάρτητες Αρχές (λ.χ. Επιτροπή Ανταγωνισμού, Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς) καθώς και για το Ελληνικό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Και η πρόταση αυτή θα πρέπει να εφαρμοστεί και για τις θέσεις των υποδιοικητών της ΤτΕ,.[2] Η διαδικασία αξιολόγησης αφορά και τους εν ενεργεία διοικητές-υποδιοικητές σε περίπτωση που επιθυμούν την ανανέωση της θητείας τους ή την «προαγωγή» τους.

Διαδικασία και Επιτροπή Αξιολόγησης.
Το Υπουργείο Οικονομικών συστήνει (τριμελή) επιτροπή που θα δεχθεί και θα αξιολογήσει προτάσεις για τη θέση του διοικητού της ΤτΕ. Στη επιτροπή μετέχει (ex officio) ο Υπουργός των Οικονομικών, στην παρούσα δηλαδή συγκυρία ο κύριος Γιάννης Στουρνάρας.[3] Για τις άλλες δύο θέσεις δεν υπάρχουν καλύτερες επιλογές από τον καθηγητή Sir Χριστόφορο Πισσαρίδη της London School of Economics and Political Science (εδώ), κάτοχο του βραβείου Νόμπελ Οικονομικής Επιστήμης το 2010 (βλέπε την ανακοίνωση εδώ) και τον καθηγητή Λουκά Παπαδήμο, πρώην διοικητή της ΤτΕ και υποδιοικητή για οκτώ χρόνια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ο κύριος Παπαδήμος και ο κύριος Πισσαρίδης έχουν ιδιαίτερο κύρος στο εξωτερικό (σημαντικότατες επιστημονικές δημοσιεύσεις ο πρώτος, τεράστια εμπειρία στην κεντρική τραπεζική και στη διαχείριση κρίσεων ο δεύτερος), βαθιά γνώση της εγχώριας και παγκόσμιας οικονομικής συγκυρίας και των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει τόσο η Ελλάδα όσο και η ΕΚΤ, είναι ανεξάρτητοι από το εγχώριο πολιτικό, τραπεζικό και μιντιακό κατεστημένο, και μπορούν σαφέστατα να εγγυηθούν το αδιάβλητο της διαδικασίας. Μια άλλη πρόταση για την Επιτροπή Αξιολόγησης είναι ο καθηγητής Βασίλειος Ράπανος, με τεράστια προσφορά στην πατρίδα από διάφορες θέσεις, γνώση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, εμπειρία των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και βαθιάς εντιμότητας, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για το τωρινό οικονομικο-πολιτικό προσωπικό (βλ. το άρθρο των Financial Times εδώ).
Αφού εξετάσει τα βιογραφικά και τις συστατικές επιστολές (που θα κληθούν να προσκομίσουν οι ενδιαφερόμενοι), η επιτροπή θα προχωρήσει στη σύνταξη της μικρής λίστας (short list) των υποψηφίων τους οποίους και θα καλέσει για συνέντευξη. Οι υποψήφιοι θα πρέπει να προσκομίσουν δηλώσεις που θα εξηγούν λεπτομερώς την προϋπηρεσία τους στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λ.χ. παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, σχέση εξαρτημένης εργασίας, ώστε να καταδεικνύεται ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων (conflict of interest). Η λίστα αυτή θα πρέπει να ανακοινωθεί δημοσίως, πιθανόν με μια σύντομη επεξήγηση της προεπιλογής.
Για τους επιλεγμένους υποψήφιους η επιτροπή θα ζητήσει επιπλέον γράμματα αξιολόγησης από διεθνώς αναγνωρισμένους οικονομολόγους, τόσο από τον ακαδημαϊκό όσο και τον τραπεζικό χώρο, Έλληνες και αλλοδαπούς. Για παράδειγμα, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει γράμματα αξιολόγησης από καταξιωμένους πρώην Κεντρικούς Τραπεζίτες και ακαδημαϊκούς, όπως ο Ben Bernanke, ο Sir Mervyn King, τους προέδρους της Ευρωπαϊκής, της Βασιλικής-Βρετανικής και της Αμερικανικής Οικονομικής Εταιρείας, νομπελίστες οικονομολόγους με ειδίκευση στην μακρο-οικονομία και την χρηματο-οικονομική (όπως τον Robert Shiller, τον George Akerlof, τον Robert Lucas). [Σημειώνω εδώ ότι η διαδικασία αξιολόγησης από εξωτερικούς κριτές υψηλοτάτου κύρους, αν και απουσιάζει στη χώρα μας, είναι συνηθισμένη στα κορυφαία ακαδημαϊκά ιδρύματα όταν οι καθηγητές πρωτοβάθμιας βαθμίδας κρίνονται για την μονιμότητα (tenure) και την προαγωγή τους στον βαθμό του τακτικού καθηγητή]. Με την ολοκλήρωση των συνεντεύξεων και της αξιολόγησης των βιογραφικών και των «εξωτερικών» γραμμάτων αξιολόγησης, η επιτροπή συντάσσει έκθεση αξιολόγησης, στην οποία τεκμηριώνει την πρότασή της προς την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο.
Η πρότασή μου αυτή βασίζεται στον τρόπο επιλογής της διοίκησης (διοικητού και υποδιοικητών) της Τράπεζας της Αγγλίας, αλλά και άλλων κεντρικών τραπεζών. Αξίζει να σημειωθεί ότι με μια παραπλήσια διαδικασία η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέλεξε πρόσφατα έναν Καναδό υπήκοο, τον Μαρκ Κάρνεϋ (Mark Carney), για τη θέση του διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας. Ο Carney, με προπτυχιακές σπουδές στο Harvard και διδακτορικό τίτλο από την Οξφόρδη ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος υποδιοικητής και μετέπειτα διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας του Καναδά (σημ. Ο Κάρνεϋ ανέλαβε τα ηνία της Τράπεζας του Καναδά σε ηλικία 43 ετών).. Η κρίση του 2007-2009 είχε περιορισμένες επιπτώσεις στον Καναδά, καθώς οι Καναδικές τράπεζες ήταν ιδιαίτερα θωρακισμένες λόγω αυστηρού εποπτικού ελέγχου. Καθώς η επιλογή ήταν αδιάβλητη και η προϋπηρεσία του Carney ιδιαίτερα πετυχημένη, η αντιπολίτευση των Εργατικών συνεχάρη ανοικτά την κυβέρνηση Κάμερον και τον υπουργό οικονομικών Όζμπορν και δέχτηκε να αυξηθούν οι αποδοχές του κατά περίπου 100,000 λίρες σε σχέση με τον προκάτοχό του, Sir Mervyn King. [Οι αποδοχές του Mark Carney είναι περίπου 600,000 λίρες (725,000 ευρώ) με φορολογία περίπου 44%)].[4]
Παραδείγματα
Τόσο οι ανεπτυγμένες όσο και οι αναπτυσσόμενες-αναδυόμενες χώρες επιλέγουν μη κομματικά χρωματισμένους, ανεξάρτητους από τα εποπτευόμενα τραπεζικά ιδρύματα και γνώστες των μαθηματικών-οικονομετρικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται στην διεθνή μακρο-οικονομική υποψηφίους για τις Κεντρικές Τράπεζες. Μερικά παραδείγματα.
α) Η Τζάνετ Γέλλεν (Jannet Yellen), κορυφαία οικονομολόγος σε ζητήματα εργασίας και απασχόλησης, πρώην καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϋ (και νωρίτερα στο Harvard) επελέγη ως διάδοχος του Ben Bernanke για την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της Federal Reserve.
β) Ο ίδιος ο Μπεν Μπερνένκε Ben Bernanke επελέγη για την ηγεσία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ως ανεξάρτητος από το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα και ως ο πιο διακεκριμένος οικονομολόγος νομισματικής θεωρίας της εποχής μας. Ο Bernanke έχει δημοσιεύσει σημαντικότατη έρευνα για τις (λανθασμένες) πολιτικές της Fed κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης μετά το κραχ της Wall Street το 1929, ενώ έχει συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη των στοχαστικών δυναμικών υποδειγμάτων γενικής ισορροπίας (stochastic dynamic general equilibrium) και των οικονομετρικών τεχνικών πρόβλεψης που χρησιμοποιούν εκατοντάδες χρονοσειρές (dynamic factor models). Κατά γενική ομολογία, η βαθιά γνώση του Bernanke τόσο της οικονομικής ιστορίας όσο και των μαθηματικών και οικονομετρικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες, υπήρξαν οι πλέον καθοριστικοί παράγοντες που οδήγησαν την Ομοσπονδιακή Τράπεζα στον περιορισμό της πρόσφατης οικονομικής κρίσης μέσω επιθετικής-επεκτατικής και ιδιαιτέρως δημιουργικής νομισματικής πολιτικής και παροχής ρευστότητας.
γ) Πρόσφατα η κυβέρνηση της Ινδίας κατάφερε να επαναπατρίσει τον πιο διακεκριμένο (και ιδιαιτέρως νέο) Ινδό οικονομολόγο για την διοίκηση της Κεντρικής Τράπεζας, τον Ραγκού Ρατζάν (Raghu Rajan), τακτικό καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο από την ηλικία των 32. Ο Rajan, όντας ο νεότερος επικεφαλής οικονομολόγος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), υπήρξε ίσως ο μόνος που προέβλεψε με ακρίβεια την κρίση του 2007-2008 σε μία διάσημη ομιλία του στο Jackson Hall μπροστά στον Alan Greenspan και άλλους τραπεζίτες, που τότε είτε τον επέπληξαν είτε τον αγνόησαν. Όντας στις ΗΠΑ ο Rajan συνέταξε μία ενδελεχή πρόταση για την αναμόρφωση του Ινδικού οικονομικού υποδείγματος -ιδιαίτερα στον τραπεζικό τομέα- μέσω ενός πλέγματος 100 «μικρών» μεταρρυθμίσεων (100 Small Steps). [5]
Δύο Συστάσεις ως Παραδείγματα
Ας γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι με δύο προτάσεις Ελλήνων που τιμούν την χώρα στο εξωτερικό και στους οποίους η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει -κάτι το οποίο φυσικά δεν συνεπάγεται ότι και θα επιλέξει-προτείνει. Τον Μάριο Αγγελέτο, καθηγητή Οικονομικών στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (ΜΙΤ) και τον Δημήτρη Βαγιανό, καθηγητή Χρηματοοικονομικής στην London School of Economics and Political Science (LSE). [Σημείωση. Θεωρώ φίλους, αν και όχι πολύ στενούς, και τους δύο. Οι προτάσεις αυτές είναι ενδεικτικές και έχουν στόχο να παρουσιάσουν το προφίλ, τις επιτυχίες και τα προσόντα που ιδεατά θα πρέπει να έχει ο διοικητής και οι υποδιοικητές της ΤτΕ.
Τόσο ο Μάριος όσο και ο Δημήτρης εκφράζουν την «άλλη» (από αυτή που παρουσιάζουν τα τηλεοπτικά μέσα) Ελλάδα. Αυτή που με μόχθο, ταλέντο, δημιουργία και ιδιαιτέρως σκληρή δουλειά κατάφεραν να διαπρέψουν. Ο Μάριος τελείωσε το Οικονομικό Πανεπιστήμιο με τον υψηλότερο βαθμό στην ιστορία. Ο Δημήτρης τελείωσε πρώτος την φημισμένη Ecole Polytechnique στην Γαλλία. Και οι δύο μετανάστευσαν στις Η.Π.Α για διδακτορικές σπουδές στα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου, ο Μάριος στο Harvard και ο Δημήτρης στο MIT. (σημ. για την επιλογή διδακτορικών φοιτητών αυτά τα πανεπιστήμια δέχονται γύρω στις 1200 αιτήσεις για την επιλογή 25 περίπου φοιτητών). Και οι δύο συμμετείχαν στην ιδιαιτέρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας για οικονομολόγους με διδακτορικό (job market for academic economists), όπου για μία θέση βοηθού καθηγητή (assistant professor) τα κορυφαία τμήματα λαμβάνουν εκατοντάδες αιτήσεις για μία θέση. Ο Μάριος επιλέχθηκε αρχικά από το ΜΙΤ, ενώ ο Δημήτρης από το Stanford. Και οι δύο διέπρεψαν στον ακαδημαϊκό στίβο δημοσιεύοντες πολλές και ιδιαιτέρως σημαντικές εργασίες στα πιο έγκυρα και με prestige επιστημονικά περιοδικά με κριτές (peer-refereed journals) και μετά από εξονυχιστική εξωτερική αξιολόγηση προήχθησαν στην βαθμίδα του τακτικού καθηγητή (απ΄ όσο γνωρίζω ζητήθηκαν περισσότερα από 15 γράμματα από εξωτερικούς κριτές οι οποίοι αξιολόγησαν την ποιότητα και τις αναφορές στο έργο τους).[6]
Η έρευνά τους έχει εξετάσει ιδιαιτέρως σημαντικά ζητήματα της μακρο-οικονομίας και της χρηματοοικονομικής, που είναι καίριας σημασία για την Ελλάδα, όπως κερδοσκοπικές πιέσεις σε νομίσματα, πτωχεύσεις τραπεζών, ρόλος ασύμμετρης πληροφορίας στον οικονομικό κύκλο και σε χρηματιστηριακές «φούσκες», διαφθορά και θεσμοί, και πολλά άλλα. Εκτός από τις σημαντικότατες δημοσιεύσεις και τη μεγάλη επιρροή του έργου τους,[7] και οι δύο έχουν εκπαιδεύσει πολλούς ταλαντούχους φοιτητές που εργάζονται τώρα σε φημισμένα πανεπιστήμια, επενδυτικές και κεντρικές τράπεζες (λ.χ. στην Federal Reserve και στην Τράπεζα της Αγγλίας). Επιπλέον, έχουν εργασθεί ως εξωτερικοί, ανεξάρτητοι σύμβουλοι σε διάφορες κεντρικές τράπεζες και το έργο τους εφαρμόζεται στην πράξη από φημισμένους επενδυτικούς οίκους.
Εκτός του πλούσιου βιογραφικού τους ο Μάριος και ο Δημήτρης έχουν κάποια επιπλέον χαρακτηριστικά που θεωρώ ότι η θα πρέπει να αξιολογηθούν θετικά. Όχι μόνο είναι και οι δύο εκτός του εγχώριου πολιτικο-τραπεζικού συστήματος, αλλά μετά την (τυχόν) ολοκλήρωση της θητεία τους δεν θα χρειαστεί ούτε να βρουν εργασία στις τράπεζες που εποπτεύουν, ούτε να πολιτευτούν με τα κόμματα που τους επέλεξαν.
Επίλογος
Η κυβέρνηση συνεχώς διακηρύσσει την ανάγκη διαρθρωτικών μεγάλων μεταρρυθμίσεων. Η αντιπολίτευση διακηρύσσει ότι εναντιώνεται στο τραπεζικό κατεστημένο και στην πρακτική μοιράσματος θέσεων σε ημετέρους. Τι καλύτερο λοιπόν από το να προχωρήσει η χώρα μέσω ενός διεθνούς, ανοικτού και αξιοκρατικού διαγωνισμού για τη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδας; Όπως ανέφερε πρόσφατα ο πρωθυπουργός «η χώρα διαθέτει έμψυχο δυναμικό πολύ μεγάλης ακτινοβολίας». Ας περάσουμε, λοιπόν, από τα λόγια στις πράξεις.

Δημοσιέυτηκε στο protagon στις 22/4

«ΑΡΓΩ»-ναυτική εκστρατεία στις Βρυξέλλες - Οι Έλληνες στελέχη εταιρειών δικτυώνονται στις Βρυξέλλες

Δεκάδες Έλληνες στελέχη πολυεθνικών επιχειρήσεων, δικηγόροι σε μεγάλα διεθνή δικηγορικά γραφεία της Αμερικής, Μ. Βρετανίας, Γαλλίας κ.λπ, στελέχη ενώσεων, ΜΚΟ και, γενικά, του ιδιωτικού τομέα στο Βέλγιο σύστησαν την «ΑΡΓΩ – Δίκτυο Ελλήνων Βελγίου», στην πρώτη γενική τους συνέλευση, την περασμένη Τρίτη, σε γνωστό ξενοδοχείο των Βρυξελλών.
Στους δύσκολους καιρούς που διανύει η Ελλάδα, Έλληνες, διακεκριμένα στελέχη του ιδιωτικού τομέα που ζουν και εργάζονται στο Βέλγιο, αποφάσισαν να δικτυωθούν στις Βρυξέλλες, με σκοπό τη διάδοση θετικών μηνυμάτων για την Ελλάδα στον επαγγελματικό και κοινωνικό τους περίγυρο, καθώς και την αλληλοϋποστήριξή τους και την προώθηση των σχέσεων με συναφείς φορείς στο Βέλγιο και την Ευρώπη.

Η «ΑΡΓΩ – ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ» θα οργανώνει εκδηλώσεις με διακεκριμένους Έλληνες και ξένους προσκεκλημένους από τον χώρο της πολιτικής, των επιχειρήσεων, της επιστήμης και της διανόησης, οι οποίοι έχουν σημαντικό λόγο και απόψεις για τις δημόσιες υποθέσεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Η πρώτη εκδήλωση αναμένεται με μεγάλο ενδιαφέρον από τους Έλληνες των Βρυξελλών και, σύμφωνα με πληροφορίες, ο κεντρικός ομιλητής θα είναι κορυφαίο δημόσιο πρόσωπο που κινείται μεταξύ Αθήνας και Βρυξελλών.

Ήδη, στο γνωστό μέσο επαγγελματικής δικτύωσης Linkedin, συνδέονται δεκάδες ενδιαφερόμενοι γύρω από την ΑΡΓΩ-ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ, γεγονός που αποδεικνύει το ζωηρό ενδιαφέρον των Ελλήνων που διακρίνονται σε διάφορους επαγγελματικούς τομείς στις Βρυξέλλες και τη διάθεσή τους να ενώσουν τις δυνάμεις τους ως κατεξοχήν εξωστρεφείς Έλληνες που «άνοιξαν τα πανιά τους» σαν σύγχρονοι Αργοναύτες στον απαιτητικό διεθνή ανταγωνισμό εργασίας στο κέντρο της Ε.Ε. και των αποφάσεων, διατηρώντας ταυτοχρόνως την ελληνική τους ταυτότητα και την έννοια για τη δοκιμαζόμενη Ελλάδα.

Καλοτάξιδη, λοιπόν, η «ΑΡΓΩ – ΔΙΚΤΥΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΒΕΛΓΙΟΥ»! Στις παρούσες δύσκολες περιστάσεις που περνάει η Ελλάδα, χρειαζόμαστε συνένωση δυνάμεων, αφού, εν τέλει, δεν υπάρχουν επιβάτες στη σύγχρονη ΑΡΓΩ, αλλά, με τον τρόπο μας ο καθένας, είμαστε όλοι πλήρωμα - είτε στην Αθήνα είτε στις Βρυξέλλες...

Μανιφέστο για μια πολιτική ένωση του ευρώ

Το παρακάτω μανιφέστο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Monde στις 16.2.2014 και υπογράφηκε αρχικά από τους: Φλοράνς Οτρέ, Αντουάν Μποζιό, Ζυλιά Καζέ, Ντανιέλ Κοέν, Αν-Λορ Ντελάτ, Μπριζίτ Ντορμόν, Γκυγιόμ Ντυβάλ, Φιλίπ Φρεμώ, Μπρυνό Παλιέ, Τιερρύ Πες, Τομά Πικετύ, Ζαν Κατρεμέρ, Πιερ Ροζανβαλόν, Ξαβιέ Τεμπώ και Λοράνς Τυμπιανά.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώνει μια υπαρξιακή κρίση, κάτι που θα μας υπενθυμίσουν σύντομα, με βίαιο τρόπο, οι ευρωεκλογές. Αυτή η κρίση αφορά πρωτίστως τις χώρες της ευρωζώνης, που πλήττονται από ένα κλίμα δυσπιστίας και μια κρίση χρέους που απέχει πολύ από το να έχει αποσοβηθεί, την ίδια στιγμή που η ανεργία παραμένει στα ύψη και ο αποπληθωρισμός καραδοκεί. Θα ήταν τεράστιο σφάλμα να θεωρήσουμε ότι τα χειρότερα πέρασαν.
Γι' αυτό και στην παρούσα συγκυρία, υποδεχόμαστε με μεγάλο ενδιαφέρον τις προτάσεις που διατύπωσαν στα τέλη του 2013 οι γερμανοί φίλοι μας από τον όμιλο Γκλίνικερ για την ενίσχυση της πολιτικής και δημοσιονομικής ένωσης των χωρών της ευρωζώνης. Μόνες, οι δύο χώρες σύντομα δεν θα βαραίνουν πολύ στη σημερινή παγκόσμια οικονομία. Αν δεν ενώσουμε εγκαίρως τις δυνάμεις μας ώστε να προσαρμόσουμε το κοινωνικό μοντέλο μας στα πρότυπα της παγκοσμιοποίησης, θα επικρατήσει τελικά ο πειρασμός της αναδίπλωσης στα εθνικά μας σύνορα, που θα πυροδοτήσει ενορμήσεις και εντάσεις συγκριτικά με τις οποίες οι δυσκολίες της Ένωσης θα ωχριούν. Στη χώρα μας ο προβληματισμός για το μέλλον της ευρωπαϊκής δημοκρατίας δεν έχει ωριμάσει όσο στη Γερμανία. Εντούτοις, όλοι εμείς, οικονομολόγοι, πολιτικοί επιστήμονες, δημοσιογράφοι, και πρωτίστως γάλλοι και ευρωπαίοι πολίτες, δεν δεχόμαστε την παραίτηση που παραλύει σήμερα τη χώρα μας. Με αυτό το μανιφέστο θα θέλαμε να συνεισφέρουμε στον διάλογο για το δημοκρατικό μέλλον της Ευρώπης, και να πάμε ένα βήμα παραπέρα τις προτάσεις του ομίλου Γκλίνικερ.
Ευρωζώνη: το αδιέξοδο της ουδετερότητας
Ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουμε ότι οι υπάρχοντες ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί και ότι πρέπει να ανοικοδομηθούν. Το κεντρικό διακύβευμα είναι απλό: τόσο η δημοκρατία όσο και οι δημόσιες αρχές πρέπει να ανακτήσουν τον έλεγχο, ώστε να ρυθμισθεί αποτελεσματικά ο παγκοσμιοποιημένος χρηματιστικός καπιταλισμός του 21ου αιώνα και να υλοποιήσουν τις πολιτικές κοινωνικής προόδου που απουσιάζουν εντελώς από τη σημερινή Ευρώπη. Το σύστημα του ενιαίου νομίσματος σε συνδυασμό με 18 διαφορετικά δημόσια χρέη, με τα οποία κερδοσκοπούν ανεμπόδιστα οι αγορές, και δεκαοκτώ διαφορετικά και συγχρόνως ανταγωνιστικά φορολογικά συστήματα, δεν λειτουργεί και δεν θα λειτουργήσει ποτέ. Οι χώρες της ευρωζώνης επέλεξαν να μοιραστούν τη νομισματική τους κυριαρχία, και επομένως να παραιτηθούν από το όπλο της μονομερούς υποτίμησης, χωρίς ωστόσο να εφοδιαστούν με νέα και κοινά οικονομικά, κοινωνικά, φορολογικά και δημοσιονομικά μέσα. Αυτή η ενδιάμεση κατάσταση είναι ό,τι χειρότερο.
Ζητούμενο δεν είναι η συνδιαχείριση του συνόλου των φορολογικών εσόδων και των δημόσιων δαπανών. Η σύγχρονη Ευρώπη έχει φανεί πολλές φορές αναίτια παρεμβατική σε δευτερεύοντα ζητήματα (όπως η μείωση του ΦΠΑ για τα κομμωτήρια και τους ιππικούς ομίλους) και παθητικά αμέτοχη σε σημαντικά ζητήματα (όπως οι φορολογικοί παράδεισοι και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί). Οι προτεραιότητες της ευρωζώνης πρέπει να ανατραπούν: χρειάζεται λιγότερη Ευρώπη στα θέματα που διευθετούν πολύ καλά από μόνα τους τα κράτη-μέλη, και περισσότερη Ευρώπη εκεί που η συμβολή της είναι απαραίτητη.
Ένας κοινός φόρος για τις επιχειρήσεις
Συγκεκριμένα, η πρώτη πρότασή μας είναι να συνδιαχειρίζονται οι χώρες της ευρωζώνης ‒αρχίζοντας από τη Γαλλία και τη Γερμανία‒ τον φόρο εισοδήματος των νομικών προσώπων (ΦΕΝΠ). Μόνη της, κάθε χώρα εξαπατάται από τις πολυεθνικές της, που εκμεταλλεύονται τα «παραθυράκια» και τις διαφορές στις εθνικές νομοθεσίες για να φοροδιαφύγουν. Ως προς αυτό, η εθνική κυριαρχία είναι πλέον μύθος. Για να καταπολεμήσει αυτήν τη «φορολογική βελτιστοποίηση», μια κυρίαρχη ευρωπαϊκή αρχή θα πρέπει να μπορεί να εδραιώσει μια κοινή φορολογική βάση, όσο το δυνατόν πιο ευρεία και αυστηρά ελεγχόμενη. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε χώρα θα εξακολουθεί να ορίζει τον δικό της ΦΕΝΠ σύμφωνα με την καθορισμένη κοινή βάση, με ελάχιστο ποσοστό περίπου 20% και ένα επιπρόσθετο ποσοστό της τάξης του 10% που θα επιβάλλεται σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Με αυτόν τον τρόπο, η ευρωζώνη θα αποκτήσει έναν προϋπολογισμό της τάξης του 0,5% με 1% του ΑΕΠ.
Όπως πολύ σωστά επισημαίνουν οι φίλοι μας από τον όμιλο Γκλίνικερ, ένας τέτοιος προϋπολογισμός θα βοηθήσει την ευρωζώνη να υλοποιήσει προγράμματα τόνωσης και επενδύσεων, ιδίως στους τομείς του περιβάλλοντος, των υποδομών και της παιδείας. Ωστόσο, αντίθετα από τους γερμανούς φίλους μας, εμείς προτείνουμε αυτός ο προϋπολογισμός να μην προέρχεται από τις συνεισφορές των κρατών-μελών, αλλά απευθείας από έναν κοινό ευρωπαϊκό φόρο. Σε μια εποχή ισχνών προϋπολογισμών, η ευρωζώνη πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλλει φόρους πιο δίκαια και πιο αποτελεσματικά από τα κράτη-μέλη. Ειδάλλως οι πολίτες δεν θα της επιτρέψουν να κάνει δαπάνες. Πέραν τούτου, είναι επιτακτική ανάγκη να γενικευθεί άμεσα εντός της ευρωζώνης η αυτόματη ανταλλαγή τραπεζικών πληροφοριών και να τεθεί σε εφαρμογή μια ευρέως αποδεκτή πολιτική που θα επαναφέρει την αρχή της προοδευτικότητας στη φορολόγηση του εισοδήματος και του πλούτου. Συγχρόνως, είναι απαραίτητη η εφαρμογή μιας δραστικής πολιτικής καταπολέμησης των φορολογικών παραδείσων εκτός της ευρωζώνης. Η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε η φορολογική δικαιοσύνη και η πολιτική βούληση να επικρατήσουν στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης: αυτή είναι ουσιαστικά η πρώτη πρότασή μας.
Ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη
Η δεύτερη και πιο σημαντική πρότασή μας απορρέει από την πρώτη. Για να ψηφιστεί η κοινή βάση του ΦΕΝΠ, και γενικότερα για να εγκαθιδρυθεί ένας δημοκρατικός διάλογος που θα οδηγεί στη δημοκρατική υιοθέτηση από μια κυρίαρχη πλειοψηφία των φορολογικών, χρηματοοικονομικών και πολιτικών αποφάσεων που θα τεθούν μελλοντικά από κοινού στο τραπέζι, θα πρέπει να θεσμοθετηθεί ένα κοινοβουλευτικό σώμα για την ευρωζώνη. Συμφωνούμε και ως προς αυτό το σημείο με τους γερμανούς φίλους μας από τον όμιλο Γκλίνικερ, οι οποίοι διχάζονται ωστόσο ανάμεσα σε δύο πιθανές επιλογές: είτε ένα κοινοβούλιο της ευρωζώνης που θα απαρτίζεται από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τις ενδιαφερόμενες χώρες (ένας επιμέρους σχηματισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποκλειστικά για τις χώρες της ευρωζώνης) ή ένα νέο σώμα που θα βασίζεται στη συγκέντρωση μιας μερίδας των μελών των εθνικών κοινοβουλίων (π.χ. 30 γάλλοι βουλευτές της Εθνοσυνέλευσης, 40 γερμανοί βουλευτές της Μπούντεσταγκ, 30 ιταλοί βουλευτές, κ.λπ., ανάλογα με τον πληθυσμό κάθε χώρας και σύμφωνα με την απλή αρχή: ένας πολίτης, μία ψήφος). Η δεύτερη λύση, που αναπαράγει την ιδέα του «ευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού σώματος», την οποία είχε διατυπώσει ο Γιόσκα Φίσερ ήδη από το 2001, είναι κατά την άποψή μας, η μόνη λύση που μπορεί να οδηγήσει στην πολιτική ένωση. Είναι αδύνατον να αφαιρεθεί πλήρως από τα εθνικά κοινοβούλια η δυνατότητα να ψηφίζουν τους φόρους. Αντιθέτως, η ευρωπαϊκή κοινοβουλευτική κυριαρχία δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην εθνική κοινοβουλευτική κυριαρχία.
Μια γνήσια δημοκρατική αρχιτεκτονική
Σε αυτό το σχήμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα έχει δύο κοινοβούλια: το υπάρχον Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που τα μέλη του θα εκλέγονται κατευθείαν από τους πολίτες των 28 χωρών, και το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, όπου τα κράτη-μέλη θα εκπροσωπούνται μέσω των εθνικών κοινοβουλίων τους. Αρχικά, το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα θα αφορά μόνο τις χώρες της ευρωζώνης που επιθυμούν να κινηθούν προς μια πιο εκτεταμένη πολιτική, φορολογική και δημοσιονομική ένωση. Όμως θα σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί να υποδεχθεί όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θα επιλέξουν αυτόν τον δρόμο. Ο υπουργός Οικονομικών της ευρωζώνης και τελικά μια επί της ουσίας ευρωπαϊκή κυβέρνηση θα είναι υπόλογοι σε αυτό το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα.

Μια τέτοια καινοτόμα δημοκρατική αρχιτεκτονική της Ευρώπης θα μας επιτρέψει να βγούμε από τη σημερινή αδράνεια και να ξεφύγουμε από τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο μπορεί να αποτελέσει το δεύτερο σώμα που θα αντιπροσωπεύει τα κράτη. Αυτός ο ψευδής μύθος αντανακλά την πολιτική αδυναμία της ηπείρου μας: είναι αδύνατον μία χώρα να εκπροσωπείται από ένα άτομο, εκτός αν παραδοθούμε στο μόνιμο αδιέξοδο της ομοφωνίας. Για να επιβάλουμε τελικά τον κανόνα της πλειοψηφίας στις φορολογικές και δημοσιονομικές αποφάσεις που θα λάβουν από κοινού οι χώρες της ευρωζώνης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα γνήσιο ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα, στο οποίο κάθε χώρα θα εκπροσωπείται από βουλευτές που θα εκφράζουν όλες τις πολιτικές απόψεις, και όχι μόνο από τον αρχηγό του κράτους.
Η μερική αμοιβαιοποίηση του χρέους
Η τρίτη πρότασή μας αφορά ακριβώς την κρίση χρέους. Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο μόνος τρόπος να ξεπεράσουμε οριστικά το πρόβλημα είναι να μπουν σε μια κοινή δεξαμενή τα χρέη των χωρών της ευρωζώνης. Χωρίς αυτό, η κερδοσκοπία με τα επιτόκια θα συνεχίζεται ες αεί. Είναι ακόμα ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να εφαρμόσει μια αποτελεσματική και υπεύθυνη νομισματική πολιτική, όπως κάνει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (που κι εκείνη θα δυσκολευόταν να επιτελέσει σωστά το έργο της αν κάθε πρωί έπρεπε να ενεργεί ως διαιτητής για τη ρύθμιση του χρέους του Τέξας, του Γουαϊόμινγκ και της Καλιφόρνιας). Η ομαδοποίηση του χρέους ξεκίνησε de facto με τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό σταθερότητας, την επικείμενη τραπεζική ένωση, και το πρόγραμμα ΟριστικώνΝομισματικών Συναλλαγών(Outright Monetary Transactions, ΟΜΤ) της ΕΚΤ, που επηρεάζουν με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο τους φορολογούμενους της ευρωζώνης. Ωστόσο, πρέπει να γίνουν τώρα κι άλλα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση, και, συγχρόνως, να αποσαφηνιστεί η δημοκρατική νομιμότητα αυτών των μηχανισμών.
Πρέπει να εξελίξουμε την πρόταση για ένα «ευρωπαϊκό ταμείο εξαγοράς χρέους» (Europeandebt-redemptionfund) και να της προσδώσουμε πολιτική διάσταση. Αυτήν την πρόταση την υπέβαλε στα τέλη του 2011 το συμβούλιο των οικονομικών εμπειρογνωμόνων της γερμανικής κυβέρνησης και στόχος της ήταν να συγκεντρωθούν όλα τα χρέη που υπερέβαιναν το όριο του 60% του ΑΕΠ μιας χώρας. Είναι αδύνατον να προβλέψουμε με τι ρυθμούς θα μπορούσαν να μηδενιστούν τα αποθέματα ενός τέτοιου ταμείου σε έναν ορίζοντα εικοσαετίας. Μόνο ένα δημοκρατικό σώμα, και συγκεκριμένα το ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα που θα το συνέθεταν τα εθνικά κοινοβούλια, θα μπορούσε να ορίζει κάθε χρόνο το επίπεδο του κοινού ελλείμματος, με βάση επακριβώς την κατάσταση της οικονομίας.
Οι αποφάσεις που θα λαμβάνει ένα τέτοιο σώμα θα είναι άλλοτε πιο συντηρητικές απ' ό,τι θα θέλαμε, και άλλοτε πιο φιλελεύθερες. Όμως θα έχουν προκύψει με δημοκρατικές διαδικασίες, βάσει του κανόνα της πλειοψηφίας, χωρίς σκοτεινά σημεία και παρασκηνιακές διαδρομές. Ορισμένοι προσκείμενοι στη δεξιά πτέρυγα θα ήθελαν αυτές οι δημοσιονομικές αποφάσεις να ανήκουν αποκλειστικά σε μεταδημοκρατικά σώματα ή να είναι χαραγμένες στις μαρμάρινες πλάκες του συντάγματος. Άλλοι, προσκείμενοι στην αριστερή πτέρυγα, θα ήθελαν να έχουν την εγγύηση ότι η Ευρώπη θα εφαρμόζει ες αεί την προοδευτική πολιτική των ονείρων τους, για να αποδεχθούν κάθε τρόπο ενίσχυσης της πολιτικής ένωσης. Θα πρέπει να ξεπεράσουμε αυτούς τους δύο σκοπέλους αν θέλουμε να βγούμε από τη σημερινή κρίση.
Πώς να προχωρήσουμε ακόμη παραπέρα
Ο διάλογος για τους πολιτικούς θεσμούς της Ευρώπης μπήκε πολλές φορές σε δεύτερο πλάνο ως «τεχνικός» ή «δευτερεύων». Ωστόσο, αρνούμενοι να συζητήσουμε το θέμα της οργάνωσης της δημοκρατίας, παραδεχόμαστε ουσιαστικά την παντοδυναμία των παραγόντων της αγοράς και του ανταγωνισμού, και εγκαταλείπουμε κάθε ελπίδα ότι η δημοκρατία μπορεί να ανακτήσει τον έλεγχο του καπιταλισμού στον 21ο αιώνα. Αυτός ο νέος πολιτικός χώρος είναι θεμελιώδους σημασίας για το μέλλον της ευρωζώνης. Πέρα από τα μακροοικονομικά και τα δημοσιονομικά ζητήματα, τα κοινωνικά μοντέλα μας είναι ένα κοινό αγαθό που πρέπει να διαφυλάξουμε και να διατηρήσουμε. Συγχρόνως, πρέπει να τα χρησιμοποιήσουμε για να αντεπεξέλθουμε με επιτυχία στη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης. Αναφορικά με τη σύγκλιση των φορολογικών συστημάτων στον ολοένα πιο επιτακτικό στόχο της κοινωνικής επένδυσης, τόσο οι πρωτοβουλίες του ζεύγους Γαλλία-Γερμανία όσο και οι προσπάθειες ενισχυμένης συνεργασίας είναι πλέον ανεπαρκείς. Σε αυτά τα θέματα, η Ευρώπη των «28» αργεί να μεταφράσει τη συναίνεση σε νόμους, και πέφτει σε αντιφάσεις όταν καλείται να κινητοποιήσει οικονομικούς πόρους. Ένα ευρωπαϊκό κοινοβουλευτικό σώμα μπορεί να αποτελέσει τον τόπο λήψης τέτοιων αποφάσεων, αφού θα είναι ξεκάθαρα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που αυτές οι αποφάσεις θα συνεπάγονται.
Το εύρος αυτών των αποφάσεων είναι μεγάλο και υπάρχει μια πληθώρα ζητημάτων που μπορούν να διευθετηθούν: το γερμανικό μοντέλο της εταιρικής συνδιαχείρισης (co-determination), που με την αυξημένη εκπροσώπηση των εργαζομένων, κατάφερε να διατηρήσει έναν συνεκτικό παραγωγικό ιστό παρά την κρίση, οι προσιτές σε όλους και ποιοτικές υπηρεσίες παιδικής φύλαξης και αγωγής, η δια βίου εκπαίδευση και κατάρτιση για όλους, η εναρμόνιση των κοινωνικών νομοθεσιών, η καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών με την επιβολή σημαντικού προστίμου για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κ.λπ
Οι συνθήκες αλλάζουν
Οι περισσότερες αντιδράσεις στο εγχείρημά μας πηγάζουν από την άποψη ότι είναι αδύνατο να τροποποιήσουμε τις συνθήκες και ότι ο γαλλικός λαός δεν επιθυμεί την εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αυτή η άποψη είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Οι συνθήκες τροποποιούνται διαρκώς. Η τελευταία τροποποίηση έγινε το 2012, χρειάστηκε λίγο παραπάνω από έξι μήνες και αποτέλεσε δυστυχώς μια κακή μεταρρύθμιση που ενίσχυσε περαιτέρω τον τεχνοκρατικό και αναποτελεσματικό φεντεραλισμό. Το να ισχυριζόμαστε από τη μία ότι η κοινή γνώμη δυσφορεί με τη σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη, και από την άλλη να αποφαινόμαστε ότι δεν θα πρέπει να επέλθει αλλαγή στη βασική λειτουργία και στους υπάρχοντες ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι μια καταστροφική αντίφαση. Όταν η γερμανική κυβέρνηση θα υποβάλει τις νέες προτάσεις για τη μεταρρύθμιση των συνθηκών στους επόμενους μήνες, κανείς δεν εγγυάται ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα έχουν πιο ικανοποιητικά αποτελέσματα από εκείνες του 2012. Όμως, αντί να καθόμαστε με σταυρωμένα χέρια, αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να αρχίσουμε σήμερα κιόλας έναν εποικοδομητικό διάλογο στη Γαλλία, ώστε να χτίσουμε τελικά μια Ευρώπη με κοινωνικό και δημοκρατικό χαρακτήρα.
Πρώτες υπογραφές
Florence Autret, συγγραφέας και δημοσιογράφος
Antoine Bozio, διευθυντής του Ινστιτούτου Δημόσιων Πολιτικών
Julia Cagé, οικονομολόγος στο Χάρβαρντ και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Daniel Cohen, καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Εκπαιδευτικών (École normale supérieure) και στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Anne-Laure Delatte, οικονομολόγος στο CNRS, στο Πανεπιστήμιο Paris X και στο Γαλλικό Παρατηρητήριο Οικονομικών Συγκυριών (OFCE)

Brigitte Dormont, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Paris Dauphine
Guillaume Duval, αρχισυντάκτης του μηνιαίου περιοδικού Alternatives Economiques
Philippe Frémeaux, πρόεδρος του Ινστιτούτου Veblen
Bruno Palier, διευθυντής έρευνας του CNRS στο Ινστιτούτο Πολιτικών Σπουδών του Παρισιού (Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών)
Thierry Pech, γενικός διευθυντής της Terra Nova
Thomas Piketty, διευθυντής μελετών στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού (EHESS), καθηγητής στη Σχολή Οικονομικών Επιστημών του Παρισιού
Jean Quatremer, δημοσιογράφος
Pierre Rosanvallon, καθηγητής στο Κολλέγιο της Γαλλίας, διευθυντής μελετών στο EHESS
Xavier Timbeau, διευθυντής του Τμήματος Ανάλυσης και Πρόβλεψης του OFCE (Κέντρο Οικονομικών Ερευνών του Ινστιτούτου Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού)
Laurence Tubiana, καθηγήτρια Πολιτικών Επιστημών, πρόεδρος τουΙνστιτούτουΒιώσιμης Ανάπτυξης και Διεθνών Σχέσεων (IDDRI).