Σάββατο, 13 Απρίλιος 2024

Ο ιστορικός συμβιβασμός του ΣΥΡΙΖΑ και τα ατελέσφορα μέτωπα

Ε​​δώ και καιρό ισχυρίζομαι πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εισέλθει σε φάση μετασχηματισμού. Από ριζοσπαστικό κόμμα μετατρέπεται σε σοσιαλδημοκρατικό. Δηλαδή μετασχηματίζεται σε φιλοευρωπαϊκό κόμμα που ιδεολογικά και πολιτικά αποδέχεται (προς στιγμήν ανόρεχτα) τους κανόνες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της μεικτής οικονομίας. Η αλλαγή γίνεται «στα τυφλά», μέσω της τριβής του με τις απαιτήσεις της διακυβέρνησης, χωρίς προγενέστερη σοβαρή θεωρητική επεξεργασία, υπό την πίεση της επιθυμίας για παραμονή στην εξουσία και της διάθεσης να παίξει κεντρικό ρόλο στη συνέχεια.

Η πορεία αυτή είναι χωρίς επιστροφή. Κατά τη διάρκειά της θα αναπτυχθούν εσωτερικές αντιθέσεις και θα επιχειρηθεί η νεκρανάσταση της ριζοσπαστικότητας του ΣΥΡΙΖΑ από κομμάτια του που φέρουν βαρέως τον «ιστορικό συμβιβασμό». Μακροπρόθεσμα, καμιά από αυτές τις προσπάθειες δεν θα αποδώσει. Οι δυνάμεις του ρεαλισμού θα παραμείνουν, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ισχυρότερες.

Απέναντι σε αυτή μου τη θέση, αναπτύσσεται ένας αντίλογος, που συνοψίζεται στα παρακάτω: ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναζητεί μια νέα σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα. Προσποιείται τον ρεαλιστικό συμβιβασμό ενώ συνειδητά διατηρεί ζωντανό τον ακραίο ριζοσπαστισμό του, «που λειτουργεί ως υφέρπουσα απειλή ή προσδοκία, ανάλογα με το ακροατήριο». Σύμφωνα με τη θέση αυτή είναι αφελείς και επικίνδυνοι «όσοι νομίζουν ότι θα πάμε ως παιδική εκδρομή στις εκλογές, επειδή είμαστε στο πλαίσιο μιας συμβατικής εναλλαγής ευρωπαϊκών δυνάμεων στην εξουσία». Πολιτικό συμπέρασμα των παραπάνω είναι η επιδίωξη δημιουργίας «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου, προκειμένου αυτός να απομονωθεί και να ηττηθεί στρατηγικά.

Η παραπάνω προσέγγιση είναι λανθασμένη. Πεισματικά προσκολλημένη στο παρελθόν, αναλύει τις εξελίξεις στατικά αδυνατώντας να αντιληφθεί τις συνέπειες του καλοκαιριού του 2015 στη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, που απώλεσε τότε τη μισή σχεδόν οργανωμένη βάση του. Επιπλέον, κουβαλώντας έναν βαθιά ελληνικοκεντρικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων, αδυνατεί να αντιληφθεί τη δύναμη που έχουν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και το διεθνές πλαίσιο στη διαμόρφωση των εσωτερικών ζητημάτων.

Τέλος, η οπτική αυτή είναι ζημιογόνος για τη χώρα, καθώς συνεχίζοντας να παίζει στο (ξένο) γήπεδο του «αυτοί ή εμείς», αναπαράγει ένα είδος ακήρυκτου πολιτικού εμφυλίου και συντελεί στην άγονη πόλωση. Εχουμε ανάγκη από έναν νέο πολιτικό πολιτισμό, όχι από «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» κακέκτυπα του ΣΥΡΙΖΑ.

Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα βεβαίως. Στην ιστορία του σοσιαλισμού τα παραδείγματα διεθνώς είναι αναρίθμητα. Σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, όπως αυτό της Γερμανίας, έζησαν δεκαετίες έντονων εσωτερικών τριβών για να απαρνηθούν τον επαναστατικό μαρξισμό και την πάλη των τάξεων στα τέλη του '50. Οι Αυστριακοί σοσιαλδημοκράτες, που μεταπολεμικά θεωρήθηκαν πρωταθλητές της συναινετικής δημοκρατίας, τη δεκαετία του '30 διέθεταν «μπαρουτοκαπνισμένες» ένοπλες πολιτοφυλακές που αντάλλασσαν πυρά στους δρόμους της Βιέννης.

Σταδιακά η φιλελεύθερη δημοκρατία επικράτησε και πιο αριστερά. Στις αρχές του '70 κομμουνιστικά κόμματα, όπως το ιταλικό ή το ισπανικό με παρελθόν ισχυρής αφοσίωσης στη Μόσχα και στις αρχές της «προλεταριακής επανάστασης», αποδέχτηκαν πλήρως τον κοινοβουλευτισμό και απομακρύνθηκαν από την επιρροή της ΕΣΣΔ.

Πιο πρόσφατα, το 1990, οι σκληροί κομμουνιστές της Ανατολικής Ευρώπης, στα Βαλκάνια και αλλού μεταμορφώθηκαν σε δημοκράτες και εντάχθηκαν στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική οικογένεια. Ακόμη πιο κοντά μας χρονικά, στην Πορτογαλία το αριστερό Bloco, ένα κόμμα που μοιάζει με τον ΣΥΡΙΖΑ και εθεωρείτο πριν από λίγα χρόνια αντισυστημικό, σήμερα στηρίζει μαζί με τους κομμουνιστές μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, η οποία αποτελεί υπόδειγμα μετριοπαθούς πολιτικής και αφοσίωσης στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Η ζωή είναι ένα ατελείωτο πεδίο συμβιβασμών. Οπως στους ανθρώπους, έτσι και στα κόμματα πραγματοποιούνται αλλαγές και προσαρμογές, που δεν είχαν σχεδιαστεί προγενέστερα και συνήθως είναι αποτέλεσμα εξωτερικών καταναγκασμών και επιδράσεων. Η απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ το 2015 να συνθηκολογήσει δεν ήταν απλώς μια στιγμιαία κίνηση τακτικής χωρίς συνέπειες στη φυσιογνωμία του. Η επιλογή της ηγεσίας του να μη διακινδυνεύσει την παραμονή στην εξουσία υποχρέωσε το κόμμα να ακολουθήσει τον δρόμο του ρεαλισμού μέσα στην αγκαλιά των ευρωπαϊκών θεσμών.

Από τη μια, αυτή η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ δεν μου προκαλεί κανένα διανοητικό ενδιαφέρον. Η παλιομοδίτικη σοσιαλδημοκρατικοποίησή του δεν συγκινεί έναν προοδευτικό φιλελεύθερο σαν κι εμένα. Εχω εξάλλου συστηματικά υποστηρίξει πως η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία με τα χαρακτηριστικά που ανέπτυξε στον 20ό αιώνα πεθαίνει. Η δυναμική της έχει από καιρό εξαντληθεί και το εκλογικό σώμα της γεράσει. Το μέλλον της προοδευτικής πολιτικής βρίσκεται πέραν αυτής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως η κληρονομιά της δεν αφήνει σημαντική παρακαταθήκη, ιδιαίτερα σε θέματα καταπολέμησης ανισοτήτων).

Από την άλλη όμως, η εξέλιξη αυτή μου γεννά ηθική ικανοποίηση και πολιτική αισιοδοξία. Γενικότερα, κάθε φορά που ένα ριζοσπαστικό, αντισυστημικό κόμμα αφομοιώνεται από τους θεσμούς της ευρωπαϊκής φιλελεύθερης δημοκρατίας, συνιστά νίκη της ίδιας της Δημοκρατίας. Ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, η λογική του «αντι-ΣΥΡΙΖΑ» μετώπου είναι ατελέσφορη πολιτικά και άγονη ιδεολογικά. Η δαιμονοποίηση του «άλλου» βολεύει ίσως την εκλογική συσπείρωση και όσους στήνουν καριέρες πάνω στον φανατισμό των αφελών ή ιδιοτελών, αλλά βλάπτει τη χώρα.

*Δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" στις 22/4/2018. 

Θεοκρατία ή Δημοκρατία;

Η πρόσφατη απόφαση 660/2018 της «Ολομέλειας» του Συμβουλίου Επικρατείας (ΣτΕ) για το μάθημα των θρησκευτικών αποτελεί αναμφισβήτητα μια από τις χειρότερες στιγμές του.
Εν πρώτοις, είναι απορίας άξιον γιατί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα, το οποίο έχει απασχολήσει επανειλημμένα και έντονα την κοινή γνώμη, κρίθηκε από την μικρότερη δυνατή σύνθεση της Ολομέλειας (συνολικά 17 σε σύνολο 64 Συμβούλων!!!). Ας όψεται βεβαίως ο πρόεδρος του ΣτΕ, που επιλέχθηκε, ελαφρά τη καρδία, από την παρούσα κυβέρνηση, παρά τις πανταχόθεν προειδοποιήσεις...
Από τους 17 την απόφαση ψήφισαν μόλις 9 Σύμβουλοι (του προέδρου, βεβαίως, συμπεριλαμβανομένου...). Οι 3 κράτησαν επαμφοτερίζουσα –και ασαφή– στάση, ενώ 5 μειοψήφησαν τεκμηριωμένα, σώζοντας την τιμή του ΣτΕ. Όλως τυχαίως, πουθενά η πλειοψηφία δεν μνημονεύει ούτε το Πρακτικό Επεξεργασίας 347/2002 του Ε΄ Τμήματος του ΣτΕ (υπό την προεδρία του μετέπειτα προέδρου του, Κώστα Μενουδάκου), που είχε ήδη τάμει εύστοχα και νηφάλια το ζήτημα, αλλά ούτε και την μνημειώδη απόφαση 2280/2001 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις ταυτότητες (που λήφθηκε από διπλάσιους -35- Συμβούλους...), παρότι σε πολλά σημεία αποτελούσε νομολογιακό προηγούμενο.
Ως προς την ουσία, η θέση της πλειοψηφίας είναι όχι μόνον ανερμάτιστη αλλά και ανατριχιαστική, διότι αφ'ενός μεν απομακρύνεται εμφανώς από τις αρχές και τις αξίες μιας σύγχρονης –ανοιχτής και δημοκρατικής– ευρωπαϊκής κοινωνίας αφ'ετέρου δε μηρυκάζει τις πλέον ακραίες θεοκρατικές αντιλήψεις (παρεμφερείς με αυτές των φονταμενταλιστών του Ισλάμ), που κυκλοφορούν, δυστυχώς, στους κόλπους της Ιεραρχίας...
Το χειρότερο είναι ότι η πλειοψηφία αντιμετωπίζει την εκπαίδευση σαν προέκταση των κατηχητικών σχολείων της Εκκλησίας, επανεισάγοντας, εν τέλει, μια εκδοχή απροκάλυπτου θρησκευτικού ολοκληρωτισμού, η οποία, βέβαια, είναι συμβατή μόνο με τις αντιλήψεις που συνοψίζονταν στο –αλήστου μνήμης– διαβόητο σύνθημα: «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» (ενώ κάτι ανάλογο ήταν, θυμίζω, και η υποχρεωτική αθεϊστική προπαγάνδα στα σταλινικά καθεστώτα...).
Είναι εύλογο, στο πλαίσιο ενός τέτοιου άρθρου, να μην υπάρχουν περιθώρια για αναλυτικά συνταγματικά επιχειρήματα (τέτοια, για όποιον ενδιαφέρεται, περιέχονται εκτενώς στην μονογραφία μου: «Θρησκεία και Εκπαίδευση, κατά το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. Από τον κατηχητισμό στην πολυφωνία», 1993/1998, εκδόσεις Σάκκουλας, ενώ, σχεδιάζεται και σχετική επιστημονική εκδήλωση στις 9 Μαΐου στον ΔΣΑ). Ωστόσο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι θεωρώ αδιανόητο η πλειοψηφία του Δικαστηρίου:
Πρώτον, να αποκόπτει πλήρως την «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης», που προβλέπει το άρθρο 16.2 του Συντάγματος, από την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (του άρθρου 5 παρ. 1) και από την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (του άρθρου 13 παρ. 1), επικαλούμενη αυθαίρετα μια θεοκρατική ερμηνεία της «επικρατούσας θρησκείας» (άρθρο 3) και δεύτερον, να επικαλείται εντελώς παραπλανητικά και ψευδεπίγραφα την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν είναι γνωστό ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, που την εφαρμόζει, έχει υπογραμμίσει, σε όλους τους τόνους, ότι η θρησκευτική εκπαίδευση δεν επιτρέπεται επ'ουδενί να αποσκοπεί στην «δογματική επιβολή θρησκευτικών δοξασιών» («indoctrination») και γι αυτό πρέπει να παρέχεται «με κριτικό, αντικειμενικό και πλουραλιστικό τρόπο»...

*Δημοσιεύτηκε στα "Νέα" στις 18/4/2018. 

Πάλι για τις δημοσκοπήσεις που πέφτουν έξω

Στις 19/10/2016 είχα γράψει στην «Εφημερίδα των Συντακτών» κείμενο με τίτλο «Γιατί οι δημοσκοπήσεις πέφτουν συχνά έξω;». Σήμερα θίγω μία πτυχή που σε αρκετές περιπτώσεις οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: την αναγωγή των προτιμήσεων των ερωτηθέντων στο σύνολο του δείγματος. Συχνά, συχνότερα θαρρώ το τελευταίο διάστημα, ΜΜΕ, συμβατικά και ηλεκτρονικά, δημοσιοποιούν λιγότερο τα ποσοστά έκφρασης των ερωτωμένων και περισσότερο αυτά που προκύπτουν μετά την παράβλεψη των ποσοστών όσων δεν απαντούν. Με τον τρόπο αυτό το ποσοστό των τελευταίων κατανέμεται αναλογικά στα ποσοστά των κομμάτων.

Δεν γνωρίζω αν αυτό είναι πρακτική εταιρειών δημοσκοπήσεων ή μέσων, αν γίνεται από συνήθεια, πεποίθηση ή εμπρόθετα. Τα αποτελέσματα σε κάθε περίπτωση είναι δύο. Διευρύνεται τεχνητά η απόσταση ανάμεσα στα κόμματα και αυξάνονται οι πιθανότητες η δημοσκόπηση να πέσει έξω. Αφήνω εδώ ασχολίαστο το πρώτο δεδομένο.

Σημειώνω μόνο ότι με τον τρόπο αυτό κατασκευάζεται μια εικόνα που δεν «φωτογραφίζει» την πραγματικότητα, μπορεί όμως, υπό προϋποθέσεις, να τη διαμορφώσει, να την αντικειμενοποιήσει και να δημιουργήσει δυνητικά ρεύμα υπέρ του εμφανιζόμενου ως επικρατέστερου.

Εστιάζω εδώ στο δεύτερο αποτέλεσμα. Παραβλέποντας τις μη προτιμήσεις κάποιου κόμματος, που είναι βέβαια κι αυτό μια προτίμηση, αφήνουμε στην άκρη ορισμένα κρίσιμα δεδομένα για την πολιτική σκηνή. Κατ' αρχήν την εικόνα των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος στο σύνολό του, τον βαθμό αποδοχής του, εν τέλει τη νομιμοποίησή του.

Η μη προτίμηση, επί το θετικότερο η αποστασιοποίηση από τα κόμματα, υποδηλοί μια στάση η οποία ποικίλλει από την άρνηση ώς την κριτική απόρριψη και η οποία έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία του πολιτικού πεδίου, τη λήψη των αποφάσεων και την υλοποίησή τους. Αν καταλήξει τελικά σε αποχή από τις εκλογές, τότε τα εκλογικά αποτελέσματα είναι σχετικά κοντά με αυτά της αναγωγής.

Η διαπίστωση ωστόσο δεν είναι απόλυτα ακριβής. Στην προαναφερθείσα περίπτωση το κέρδος δεν είναι για όλους το ίδιο. Ωφελούνται κυρίως τα καλύτερα οργανωμένα κόμματα που διαθέτουν συμπαγέστερη εκλογική βάση. Ωφελούνται περισσότερο γιατί ο αριθμός των ψήφων τους είναι σχετικά σταθερός ανεξάρτητα από τη συμμετοχή. Για διαφορετικούς λόγους ωφελημένα βγαίνουν ακόμη και κόμματα των οποίων, για λόγους ιδεολογικούς ή κοινωνικούς, οι υποστηρικτές δεν εκφράζονται εύκολα στον δημόσιο χώρο, με αποτέλεσμα τα ποσοστά τους να εμφανίζονται δημοσκοπικά χαμηλότερα.

Τα πράγματα αλλάζουν αν οι ερωτώμενοι που δεν εκφράζουν προτίμηση τελικά υποστηρίξουν κάποιο κόμμα. Σε συνθήκες ρουτίνας, πολλοί από την ομάδα των «αναποφάσιστων» στρέφονται στον εκτιμώμενο νικητή. Αυτό συνέβαινε και σε μας ώς τις εκλογές του 2012. Στην περίπτωση αυτή -θα έλεγα ουσιαστικά μόνο σ' αυτήν- η αναγωγή έχει νόημα. Γιατί πολλοί συντάσσονται με τον νικητή;

Οι λόγοι ποικίλλουν: από τον κομφορμισμό και την προσδοκία οφέλους ώς την ελπίδα για κάτι καλύτερο. Η συγκεκριμένη στάση εξηγεί μερικώς και την κυβερνητική εναλλαγή των κομμάτων στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα.

Η υποστήριξη στο επικρατέστερο κόμμα δεν συνιστά σιδερένιο νόμο. Σε περιόδους κρίσης, έντονης αντιπαράθεσης ή ανατροπών, όπως συμβαίνει σήμερα και σε μας, τα πράγματα περιπλέκονται. Η αποστασιοποίηση από τα κόμματα προτίμησης είναι ευχερέστερη, καθώς η πυκνότητα και η ένταση των συμβάντων οδηγούν στην επαναθεώρηση στάσεων και πρακτικών.

Γι' αυτό η επιστροφή σε προηγούμενες επιλογές είναι δυσκολότερη. Αντίθετα με τη ρητορική των κομμάτων που αποδυναμώθηκαν εκλογικά από την κρίση, οι ψηφοφόροι δεν πιστεύουν εύκολα ότι «εξαπατήθηκαν». Ερευνες δείχνουν ότι ως έλλογα όντα θεωρούν πως έπραξαν ορθά. Δεν βιάζονται να πάρουν αποφάσεις, περιμένουν να δουν τι θα γίνει.

Για τον λόγο αυτό η αναγωγή σε τέτοιες περιπτώσεις οδηγεί σε τελείως σφαλερές εκτιμήσεις. Αυτό ισχύει και για την πολιτική κατάσταση στα καθ' ημάς. Οποιαδήποτε αναγωγή στην παρούσα συνθήκη της προτίμησης των «αναποφάσιστων» είναι λανθασμένη, πόσο μάλλον που αυτοί προσεγγίζουν το 1/3 των ερωτωμένων.

Θα μπορούσαμε ασφαλώς να προχωρήσουμε σε κάποιες εκτιμήσεις της δυνητικής εκλογικής επιλογής τους με βάση την κοινωνική τους σύνθεση και την προηγούμενη κομματική επιλογή τους.

Και αυτό όμως δεν είναι απόλυτα ασφαλές. Ασφαλέστερο είναι να λεχθεί ότι η στάση τους θα εξαρτηθεί από τις εν γένει εξελίξεις στο πολιτικό πεδίο και τους συσχετισμούς στο εσωτερικό του. Μέχρι τότε όλα παραμένουν ανοιχτά, όπως απολύτως ανοικτό παραμένει και το αποτέλεσμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 20/4/2018. 

Η τεχνοκρατική δημαγωγία

«Μπροστά στην τέταρτη βιομηχανική επανάσταση και την τεχνητή νοημοσύνη, στις τεχνολογικές αλλαγές που θα σαρώσουν τα πάντα, για ποια δικαιώματα μας μιλάτε;». Συχνά ακούμε παρόμοια επιχειρήματα. Εχουν βάση;

Κάθε καινοτομία παρουσιάζεται συνήθως με ουτοπικό φωτοστέφανο και κάθε επιστήμη έχει το όραμά της για τον κόσμο. Στον 19ο αι. λ.χ., η χημεία θα εξαφάνιζε την πείνα από την ανθρωπότητα γιατί θα εξασφάλιζε θρεπτικά χάπια για όλους, αντί τροφής, και φτηνή χημική ενέργεια για τα σπίτια τους. Τα χωράφια θα μετατρέπονταν σε ανθόκηπους, γεωργοί και κτηνοτρόφοι σε ανθοκαλλιεργητές. Οι άνθρωποι θα γίνονταν πιο ειρηνικοί, χωρίς άγχος και ανταγωνισμό για τον επιούσιο.

Ο ηλεκτρισμός έφτασε ως μια άλλη μεσσιανική δύναμη. Θα προμήθευε καθαρή ενέργεια στις πόλεις που σκιάζονταν από την καπνιά του κάρβουνου, θα δημιουργούσε μια νέα μορφή ευημερίας γιατί θα έβαζε στην υπηρεσία των ανθρώπων μια μεγάλη αφανή δύναμη. «Ηλεκτρισμός + σοβιέτ = εξηλεκτρισμός», έλεγε ο Λένιν. Με την ίδια ασύγγνωστη αθωότητα η κοινή γνώμη υποδέχτηκε τη ραδιενέργεια.

Ο τηλέγραφος άνοιξε μια άλλη ιστορία προσδοκιών. Η ταχύτητα της τηλε-μεταβίβασης πληροφοριών μάγεψε τους ανθρώπους, τους έκανε να σκεφτούν ότι η αμέσως επόμενη εξέλιξη θα ήταν η κατευθείαν, από μυαλό σε μυαλό, μεταβίβαση της σκέψης. Ο δεύτερος νόμος της θερμοδυναμικής πυροδότησε τη συζήτηση για την παρακμή του πολιτισμού, αλλά ενίσχυσε και τους ευγονιστές που ζητούσαν επεμβάσεις για την αναστολή του εκφυλισμού και τη βελτίωση των «ευγενών» φυλών.

Η επιστημονική εκπαίδευση υποσχόταν να αλλάξει τους ανθρώπους, να τους κάνει εξυπνότερους, πιο ηθικούς, καλύτερους από κάθε άποψη. Το κακό, η άγνοια και οι προλήψεις θα εξορίζονταν από την επιστημονικά διαμορφωμένη κοινωνία του μέλλοντος. Οι τεχνολογικές καινοτομίες επαγγέλλονταν συνεννόηση, διαφάνεια και συνεργασία πάνω από σύνορα, την κατάργηση των πολέμων ως άχρηστων. Χρυσή εποχή θα ανέτελλε στον πλανήτη χάρη στις προόδους των φυσικών επιστημών. Ολα αυτά θα ήταν εφικτά όχι στο πολύ μακρινό μέλλον, αλλά στον εικοστό αιώνα! Τον πιο αιματηρό αιώνα, όπως γνωρίζουμε.

Ως προς την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, η συζήτηση δεν άρχισε τώρα, αλλά γύρω στο 1948. Τότε εισήχθη και η σχετική περιοδολόγηση. Η πρώτη βιομηχανική επανάσταση εξαρτιόταν από τον ατμό και τον σίδηρο. Η δεύτερη από τη χημεία και τον σιδηρόδρομο. Η τρίτη από τον ηλεκτρισμό, την αεροπορία, τον αυτοματισμό. Και η τέταρτη, όπως την ονειρεύονταν στα μέσα του 20ού αιώνα, θα βασιζόταν στην ατομική ενέργεια, στην ηλεκτρονική τεχνολογία και στη διαστημική μετακίνηση.

Οι αλλαγές που θα έφερναν η πληροφορική και το διαδίκτυο δεν είχαν έως και τη δεκαετία του 1960 προβλεφθεί. Αλλά κι όταν άρχισαν να κάνουν τον δρόμο τους, το φωτοστέφανο που τις συνόδευε ήταν εκείνο της μετατροπής του κόσμου στο μικρό χωριό του Μακ Λιούαν, στον ειρηνικό διασυνδεμένο κόσμο, στη μεταβιομηχανική εποχή. Καθόλου βέβαια στις βαθιές διαιρέσεις του κόσμου όπως πραγματικά είναι σήμερα. Θα συνοψίσω την επιχειρηματολογία μου σε τρία σημεία:

Πρώτο, πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογία από την άποψη της χρήσης της. Αυτό μας δίνει μια εντελώς διαφορετική εικόνα για τη συνάρθρωση τεχνολογίας και πραγματικότητας, γιατί χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα πολλά στάδια τεχνολογικής ανάπτυξης. Π.χ., σήμερα το βιβλίο έχει ξεπεραστεί από την ψηφιακή τεχνολογία.

Ποτέ όμως δεν παράγονταν τόσα βιβλία όσα σήμερα, και με τη βοήθεια αυτής της τεχνολογίας. Ο αιώνας του κάρβουνου ήταν ο 19ος. Αλλά στον 21ο αιώνα παράγεται και καταναλώνεται πολύ περισσότερο κάρβουνο απ' ό,τι τον 19ο. Ο αιώνας του ηλεκτρισμού πέρασε, αλλά ψηφιακή τεχνολογία χωρίς ηλεκτρικό δεν γίνεται.

Δεύτερο, πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τη συνάρθρωση της τεχνολογίας με τις κοινωνικές πραγματικότητες. Τεχνολογία και κοινωνία τροποποιούνται αμοιβαία, καθώς συναρθρώνονται. Πρόκειται για συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές προοπτικές. Π.χ. η πυρηνική ενέργεια που περιορίζεται στη Γερμανία αλλά αναπτύσσεται σε χώρες όπως η Τουρκία, η Βόρεια Κορέα, το Ιράν. Οι προσανατολισμοί της έρευνας σχετίζονται με κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς δύναμης. Π.χ. η εξάρτηση της ιατρικής έρευνας από τη βιομηχανία φαρμάκων.

Τρίτο, η τεχνοεπιστήμη βελτίωσε και άλλαξε τη ζωή των ανθρώπων. Δεν γίνεται όμως να αγνοείς τις απρόβλεπτες συνέπειες, την ετερογονία σκοπών και αποτελεσμάτων. Δυο παγκόσμιοι πόλεμοι και πολλές αιματηρές συγκρούσεις του 20ού αιώνα σχετίζονται στενά με τις τεχνοεπιστημονικές αλλαγές και τις μετατοπίσεις ισορροπιών που προκάλεσαν σε ένα πολιτικό περιβάλλον επιθετικό, ασταθές και ανασφαλές.

Οπως και το σημερινό. Και να μην ξεχνάμε ότι ο τεχνολογικός ντετερμινισμός χρησιμοποιήθηκε ως βασικό επιχείρημα στον Μεσοπόλεμο για να δηλώσει ότι η δημοκρατία ήταν ξεπερασμένη. Ο Μουσολίνι έλεγε ότι η ιδεολογία που ταιριάζει στον (τεχνολογικά ανεπτυγμένο) εικοστό αιώνα είναι ο φασισμός. Κάπως έτσι και σήμερα η τεχνοεπιστημονική καινοτομία χρησιμοποιείται ως σημαία ευκαιρίας από νεοφιλελεύθερους «μεταρρυθμιστές».

Η σύνθετη σχέση επιστήμης – κοινωνίας – δημοκρατίας είναι από τα πιο ζόρικα ζητήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Δεν είναι πασαρέλα επίδειξης.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 16/4/2018. 

Το ιστορικό βάθος του Αιγαίου

Υπάρχει ένα παλιό κινεζικό χαϊκού που ρωτάει πώς είναι το βουνό, και απαντάει πως εξαρτάται από πού το βλέπεις. Αποκτά διαφορετικές όψεις όταν σκαρφαλώνεις, όταν το βλέπεις από την κορυφή ή από το απέναντι βουνό. Ετσι είναι και η σημερινή κατάσταση στην περιοχή που ανοίγεται ανατολικά μας. Εμείς τείνουμε να βλέπουμε μόνο την ελληνοτουρκική ένταση, αποδίδοντάς την στη συσσώρευση των άλυτων ελληνοτουρκικών διαφορών και στην επιθετικότητα του Ερντογάν.

Δεν βλέπουμε τις αναταραχές στο ευρύτερο μαγνητικό πεδίο που τις προκαλεί. Γιατί το σύνορο που περνά στη στενή θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στις μικρασιατικές ακτές, και σ' αυτό που στον χάρτη φαίνεται σαν η γεωγραφική τους συνέχεια, δηλαδή τα ελληνικά νησιά, από τον Ελλήσποντο έως τα Δωδεκάνησα, αποτελεί μια καυτή γραμμή. Εχει ιστορικό βάθος και δυναμική που υπερβαίνει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.

Αν το καλοκαίρι του 1914 ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος δεν ξεσπούσε στο Σαράγεβο, θα μπορούσε να έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε Οθωμανική Τουρκία και Ελλάδα για την τύχη των νησιών που περιήλθαν στην ελληνική επικράτεια με τους Βαλκανικούς πολέμους. Και όταν άρχισε ο πόλεμος, η Τουρκία οχύρωσε τις μικρασιατικές της ακτές και εκδίωξε εκατοντάδες χιλιάδες ελληνορθόδοξους των παραλίων, γιατί εκεί φοβόταν επίθεση.

Αλλωστε και οι πόλεμοι του 1912-13 και του 1919-22 δεν μπορούν να νοηθούν σαν ξεχωριστά γεγονότα από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηταν πόλεμοι που αφορούσαν την αναδιοργάνωση μιας πολύ ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής.

Ας πάμε τώρα στο τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Γιατί παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα, που τα είχε καταλάβει η Ιταλία το 1911, χωρίς η Τουρκία να προβάλει αξιώσεις, veto, αλλά και χωρίς να διαπραγματευτεί να πάρει τα μισά από αυτά; Γιατί ο Ισμέτ Ινονού συναίνεσε διά της σιωπής του, πράγμα που θα του το χρέωναν διά βίου, ως στίγμα, οι αντίπαλοί του;

Όχι μόνο λόγω της στάσης ουδετερότητας της Τουρκίας στον πόλεμο, ούτε επειδή οι Βρετανοί επεδίωκαν να ικανοποιήσουν την Ελλάδα με τα Δωδεκάνησα αντί της Κύπρου. Αλλωστε, η σπαρασσόμενη Ελλάδα δεν είχε καμιά διαπραγματευτική δύναμη. Η αιτία βρίσκεται στη σοβιετική πίεση στην Τουρκία για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Μοντρέ για τα Στενά (1936), και στην αξίωσή τους να αποσπάσουν από την Τουρκία περιοχές στη χερσόνησο του Καυκάσου, όμορες των σοβιετικών δημοκρατιών Γεωργίας και Αρμενίας. Ούτε τη δύναμη ούτε το κύρος είχε η Τουρκία να κάνει παζάρι υπό τη σοβιετική πίεση και με το ενδεχόμενο να ζητήσει η ΕΣΣΔ ως ναυτική βάση ένα από τα νησιά.

Ελλάδα και Τουρκία μπήκαν αναγκαστικά και βεβιασμένα στην ίδια μεριά του οδοφράγματος. Μπήκαν όμως μαζί με έναν άλλο εταίρο: το Ιράν. Και στο Ιράν, οι Σοβιετικοί υποχωρώντας είχαν δημιουργήσει δύο κρατίδια στα βορειοδυτικά σύνορά του, των Κούρδων και των Αζέρων, αποσπώντας εδάφη του.

Στα μάτια των Αμερικανών, η κατάσταση στις δύο περιοχές, τη Βαλκανική και εκείνην του Καυκάσου, ήταν μια γεωπολιτική πραγματικότητα στην οποία οι Σοβιετικοί πίεζαν τρεις χώρες: την Ελλάδα (διά του εμφυλίου), την Τουρκία και το Ιράν. Επομένως, το 1947, μετά την υποχώρηση των Βρετανών, που τότε είχαν άλλα προβλήματα στην Παλαιστίνη και στην Ινδία, τις τρεις αυτές χώρες οι Αμερικανοί τις χειρίστηκαν από κοινού, τις ονόμασαν «βόρειο ζεύγμα» (Τhe NorthernTier) και τις έθεσαν στην αρμοδιότητα ειδικού τμήματος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, με αρχικά GTI, δηλ. Division of Greek, Turkish and Iranian Affairs.

Ας έλθουμε στο τώρα. Δεν υπάρχει πια αυτό το γεωπολιτικό μαγνητικό πεδίο, όπου από τη μια βρίσκονταν η ΕΣΣΔ και οι δορυφόροι της, και από την άλλη μια συμμαχία που περιελάμβανε τις ΗΠΑ, επικεφαλής του δυτικού κόσμου, μαζί με Ελλάδα, Τουρκία και Ιράν. Ανατράπηκε. Στη θέση του έχει δημιουργηθεί ένα καινούργιο που ανατρέπει πλήρως την προηγούμενη κατάσταση συνασπίζοντας πρώην εχθρούς.

Ο νέος πόλος αποτελείται από τη Ρωσία, το Ιράν και την Τουρκία. Ο αντίπαλος πόλος είναι οι ΗΠΑ και η Ε.Ε., μαζί με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία, κύριους εχθρούς του Ιράν. Ελλάδα και Κύπρος περιδινίζονται αναγκαστικά σ' αυτόν τον δεύτερο πόλο. Η γραμμή ανάμεσα στα δυο μαγνητικά πεδία περνά μέσα από τη Συρία και το Βόρειο Ιράκ, αλλά και το Αιγαίο ανάμεσα στα δυο μαγνητικά πεδία βρίσκεται. Δεν είναι πλέον ενδοσυμμαχική διαμάχη.

Έχει συσσωρευτεί πολλή ενέργεια στην ευρύτερη περιοχή που γυρεύει να εκτονωθεί. Αν και δεν έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα και αντιπαλότητες, ο πόλεμος έχει μια εσωτερική δυναμική. Αλλιώς μπαίνεις, διαφορετικός βγαίνεις. Μπορεί η Ελλάδα να μη σχετίζεται με τα μείζονα διακυβεύματα της διαμάχης, όπως αντίστοιχα συνέβη και στους προηγούμενους δύο παγκόσμιους πολέμους, αλλά η περιδίνηση που δημιουργεί ένας πόλεμος τραβά στην άβυσσο. Και πόλεμος δεν σημαίνει μόνο μάχες, βομβαρδισμοί, καταστροφές, αλλά και μεγάλες μετατοπίσεις πληθυσμών, και ευρείες πολιτικές ανακατατάξεις.

*Δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών" στις 12/4/2018.